Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Γεώργιος Παπανδρέου

Ο Γεώργιος Παπανδρέου (18 Φεβρουαρίου
1888 - 1 Νοεμβρίου 1968) υπήρξε ένας από τους
πιο σημαντικούς σύγχρονους πολιτικούς.
Ταυτίστηκε με τους αγώνες για τη Δημοκρατία
και για αυτό απέκτησε το προσωνύμιο «Γέρος
της Δημοκρατίας». Διετέλεσε υπουργός
και πρωθυπουργός της χώρας. Πατέρας του
Ανδρέα Παπανδρέου και παππούς του Γεωργίου
Α. Παπανδρέου υπήρξε ιδρυτής ενός μεγάλου
πολιτικού τζακιού. Ο Γεώργιος Παπανδρέου
γεννήθηκε στο Καλέντζι της Αχαΐας και
ήταν το τρίτο παιδί του ιερέα Ανδρέα Σταυρόπουλου
και της συζύγου του Παγώνας. Αφού ολοκλήρωσε
τις εγκύκλιες σπουδές του στην Πάτρα,
γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου
Αθηνών και στη συνέχεια Πολιτικές Επιστήμες
στο Βερολίνο. Από νεαρός αναμίχθηκε στην
πολιτική υποστηρίζοντας τον φιλελεύθερο
Ελευθέριο Βενιζέλο, ενώ αρθρογραφούσε
στην εφημερίδα Έθνος. Το Σεπτέμβρη του
1915 διορίσθηκε από την κυβέρνηση των Φιλελευθέρων
νομάρχης στην Λέσβο. Στη θέση αυτή έμεινε
για δύο μήνες. Παραιτήθηκε μαζί με την
κυβέρνηση Βενιζέλου. Το Μάιο του 1926 ανέλαβε
τη διεύθυνση του Πολιτικού Γραφείου του
Βενιζέλου. Κατά κίνημα της Θεσσαλονίκης
πήγε στη Λέσβο για να το στηρίξει εκεί
και μετά την επικράτηση διορίσθηκε αντιπρόσωπος
της κυβέρνησης Θεσσαλονίκης. Την περίοδο
1917-1920 διατέλεσε γενικός διευθυντής Χίου.
Τότε, παντρεύτηκε την Πολωνίδα Σοφία
Μινέικο με την οποία απέκτησε τον Ανδρέα
Παπανδρέου που γεννήθηκε στην Χίο το
1919. Αργότερα θα παντρευτεί την ηθοποιό
Κυβέλη με την οποία θα αποκτήσει τον Γεώργιο
Παπανδρέου. Το 1920 καταδιώχθηκε από τους
αντιβενιζενιλεκούς αντιπάλους του και
κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη. Στην
Αθήνα επέστρεψε το Μάρτη του 1921. Σε άρθρο
του που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Πατρίς»
ο Παπανδρέου ζητούσε την παραίτηση του
βασιλιά. Για το άρθρο του αυτό καταδικάστηκε
γα ενάμισι χρόνο φυλακή και κλείστηκε
στις φυλακές Αβέρωφ. Κατά το κίνημα του
1922 ανέλαβε το Υπουργείο Εσωτερικών, μέχρι
τον Οκτώβρη του 1923. Από τη θέση αυτή επινόησε
ένα τερατώδες εκλογικό σύστημα, το οποίο
αποδυνάμωνε τους αντιβενιζελικούς, διατυπώνοντας
ευθαρσώς την άποψη ότι δεν έπρεπε να επιτραπεί
στους εχθρούς του έθνους να επηρεάσουν
το αποτέλεσμα των εκλογών. Όντας όμως
επικεφαλής μιας ομάδας δημοκρατικών
φιλελευθέρων μέσα στο κόμμα απέρριπτε
τη βία και διαφοροποιήθηκε από τα πραξικοπηματικά
σχέδια του Παπαναστασίου για άμεση επιβολή
της Δημοκρατίας. Συνιστούσε να δοθεί
ο λόγος στο λαό. Στις εκλογές για τη Δ΄
Συντακτική Συνέλευση εκλέχτηκε βουλευτής
Λέσβου, ενώ στην Συντακτική Συνέλευση
υπήρξε γενικός εισηγητής του σχεδίου
του νέου Συντάγματος.  Αργότερα υπηρέτησε
ως Υπουργός Εθνικής Οικονομίας με την
κυβέρνηση Μιχαλακοπούλου. Η δικτατορία
του Πάγκαλου τον εξόρισε. Διετέλεσε Υπουργός
Παιδείας επί Βενιζέλου (1930-1932) και Υπουργός
Συγκοινωνιών το 1933 πάλι με την κυβέρνηση
Βενιζέλου. Ως υπουργός Παιδείας συνέβαλε
σε μια πλατειά εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.
Υποστήριζε την τεχνική εκπαίδευση τιθέμενος
ανοιχτά εναντίον της κλασσικής εκπαίδευσης
και των κλασσικών λυκείων, τα οποία ήθελε
να κλείσει. Στα νέα αναγνωστικά προβαλλόταν
αντί της μεγαλόστομης πατριωτικής προπαγάνδας
και του κενού εθνικού πάθους οι αξίες
της σύγχρονης φιλελεύθερης κοινωνίας.
Το ύψιστο τώρα ιδεώδες της παιδείας ήταν
η σύνδεση της του έθνους με την υποχρέωση
για τη διατήρηση της ειρήνης. Το 1935 ίδρυσε
το "Δημοκρατικό κόμμα" το οποίο μετονομάστηκε
αργότερα σε "Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό"
με δημοσιογραφικό όργανο την εφημ. Ελλάς.
Ο Παπανδρέου διαφώνησε με τις πραξικοπηματικές
πρακτικές τόσο του Βενιζέλου όσο και
των αντιβενιζελικών. Δημοσίευσε πολεμική
κατά συνταγών με πραξικοπήματα και καταπίεση
και κάλεσε σαρκαστικά τον Μεταξά να δοκιμάσει
αυτό που είχε κάνει ο Χίτλερ, να εκλεγεί
δηλαδή από το λαό. Το νέο κόμμα ήθελε να
απαλλαγεί από τα βαρύδια του παρελθόντος
και σε ένα φιλελεύθερο κράτος δικαίου
να στρέψει την προσοχή του στα προβλήματα
της εσωτερικής πολιτικής. Εκφράζοντας
απόψεις του κλασσικού σοσιαλιστικού
ρεφορμισμού υποστήριξε την ανάγκη να
συνδεθούν οι ελευθερίες που απαιτούσε
ο καπιταλισμός με την κοινωνική δικαιοσύνη
που πραγμάτωνε ο κομμουνισμός. Ο Παπανδρέου
αποκαλούσε αυτό το κράτος «λαϊκή δημοκρατία»,
ένα «μετακαπιταλιστικό και μετακομμουνιστικό»
σχέδιο για την κοινωνία. Όταν ο Γεώργιος
Παπανδρέου κάλεσε σε αντίσταση κατά της
δικτατορίας του Γεωργίου Κονδύλη και
της βασιλείας, εκτοπίστηκε στη Μύκονο.
Τέλος, το κόμμα του και ο ίδιος ήταν από
τους λίγους βουλευτές που δε συναίνεσαν
στη δικτατορία του Μεταξά.

Στη συνέχεια εξορίστηκε στην Άνδρο
και στα Κύθηρα. Κατά την κατοχή
της Ελλάδας από τους Γερμανούς
στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο συνελήφθη
στις αρχές του 1942 από τους Ιταλούς
και φυλακίστηκε για ένα τρίμηνο
στις φυλα
κές Αβέρωφ. Η επιτυχία του
ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, χώρισε το βενιζελικό στρατόπεδο
σε εκείνους, που σαν τον Στεφ. Σαράφη εντάχτηκαν
στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, και σε εκείνους που, σαν
τον Γ. Παπανδρέου συμμάχησαν με τους παλιούς
αντιβενιζελικούς αντιπάλους τους και
σχημάτισαν έναν αντικομμουνιστικό συνασπισμό
ενάντια στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Η ηγεσία αυτού του
αντικομμουνιστικού συνασπισμού, στράφηκε
στην Αγγλία ζητώντας απ’ αυτήν να καταστρέψει
το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και να επαναφέρει στην εξουσία
τον προπολεμικό πολιτικό κόσμο.  Το
1944 ο Παπανδρέου αποφάσισε να συνταχθεί
με τη βασιλική εξόριστη κυβέρνηση στην
Αίγυπτο. Ανέλαβε την πρωθυπουργία και
οργάνωσε το συνέδριο του Λιβάνου (Μάιος
1944). Στη διάσκεψη αυτή ο Παπανδρέου κατάφερε
να απομονώσει τους αντιπροσώπους του
ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, του ΚΚΕ και της ΠΕΕΑ. Η εξόντωση
της ΕΚΚΑ του Ψαρρού αποτέλεσε μοχλός
πίεσης πείθοντας τον Σβώλο και στη συνέχεια
τους κομμουνιστές αντιπροσώπους υπό
τον Πέτρο Ρούσσο να υπογράψουν την καταδίκη
της επίθεσης κατά της ΕΚΚΑ και τη διακήρυξη
συνεργασίας με τα αστικά κόμματα σε μια
κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό την πρωθυπουργία
του. Την ίδια περίοδο, οι συγκρούσεις
ΕΛΑΣ και ταγματασφαλιτών στις υπό απελευθέρωση
περιοχές έβαζαν θεμέλια για μια μεγαλύτερη
εμφύλια σύγκρουση. Στις 24 Μαΐου, ο Παπανδρέου
ανέλαβε πρωθυπουργός στην κυβέρνηση
«Εθνικής Απελευθέρωσης», που ήταν απότοκος
της συμφωνίας του Λιβάνου. Η εδρα μεταφέρθηκε
στη Νεάπολη της Ιταλίας και στις 26 Σεπτεμβρίου
υπογράφτηκε στην Καζέρτα – έδρα του συμμαχικού
Στρατηγείου – σύμφωνο που όριζε ότι όλα
τα ελληνικά κόμματα και οι οργανώσεις
εθνικής αντίστασης καλούσαν τα βρετανικά
στρατεύματα στην Ελλάδα κατά την απελευθέρωσή
της. Στις 18 Οκτώβρη του 1944 ο Γ. Παπανδρέου
μαζί με τον Σκόμπι, τον άγγλο υπουργό
εξωτερικών Ρέτζιναλντ Λίπερ και τον αρμόδιο
υπουργό για θέματα της Μεσογείου Μακ
Μίλαν (μετέπειτα πρωθυπουργό της Αγγλίας)
αποβιβάζονται στον Πειραιά και κινούνται
οδικώς για το ξενοδοχείο της Μεγάλης
Βρετανίας και αργότερα υψώνουν την ελληνική
σημαία στο Βράχο της Ακρόπολης.  Την
ίδια μέρα πραγματοποιήθηκε η ιστορική
ομιλία του Γ. Παπανδρέου στο λαό της Αθήνας.
Όπως περιγράφουν πολλοί που παρακολούθησαν
το γεγονός, όλη η ομιλία ήταν μια συνεχής
αντιπαράθεση του Παπανδρέου με το λαό
και τα «χωνιά». Σε κάθε προσπάθειά του
να περιγράψει την μετακατοχική διακυβέρνηση
ο λαός απαιτούσε ισότητα, λαοκρατία, τιμωρία
των δοσίλογων, λαϊκή δικαιοσύνη. Έτσι,
ο Γεώργιος Παπανδρέου απάντησε: «Πιστεύομεν
και εις την λαοκρατίαν». Γενικότερα σε
αυτόν το λόγο εξήγγειλε τη δημιουργία
κράτους δικαίου που θα υπηρετεί την ενότητα
του έθνους, τις λαϊκές ελευθερίες και
την κοινωνική πρόοδο, καθώς και την τιμωρία
των συνεργατών με της κατοχικές δυνάμεις.
Τον Οκτώβρη του ’44 είχε δημιουργηθεί
στην Ελλάδα μια περίεργη κατάσταση. Υπήρχαν
δύο πόλοι εξουσίας. Από τη μια μεριά ο
οπλισμένος λαός με τις οργανώσεις του,
που έλεγχε σχεδόν όλη την επικράτεια
και το μεγαλύτερο μέρος της Αθήνας και
από την άλλη ο αστικός κόσμος, με τη στήριξη
των αγγλικών αρμάτων και των πρώην συνεργατών
των ναζί, να ελέγχουν ένα πολύ μικρό μέρος
στο κέντρο της Αθήνας και να προσπαθούν
να αφοπλίσουν το λαό. Την ίδια στιγμή
η τιμωρία των δοσιλόγων καθυστερεί, ενώ
η κυβέρνηση μαζί με τους Άγγλους προσπαθεί
να αφοπλίσει τον λαό και τον ΕΛΑΣ. Ετσι
άρχισαν να μπαίνουν τα θεμέλια για μια
βίαιη λύση, που προέβλεπε της διάλυση
του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ και το οριστικό ξεκαθάρισμα
των διαφορών. Η κατάσταση αυτή οδήγησε
στα Δεκεμβριανά και ο Γεώργιος Παπανδρέου
παραιτήθηκε από πρωθυπουργός, καθώς το
εγχείρημα της Εθνικής Ενότητα είχε χρεοκοπήσει.

Στις εκλογές του 1946 ο Γ. Παπανδρέου
συνεργάσθηκε με τους Σ. Βενιζέλο
,
αρχηγό των Βενιζελικών Φιλελευθέρων,
και Π. Κανελλόπουλο, αρχηγό του Εθνικού
Ενωτικού Κόμματος. Το Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό
Κόμμα του Παπανδρέου ανέδειξε 27 βουλευτές.
Ο ίδιος εκλέχτηκε βουλευτής Λέσβου. Την
πρώτη περίοδο του εμφυλίου πολέμου μετείχε
στη βραχύβια κυβέρνηση Πουλίτσα και αργότερα
στην κυβέρνηση Δ. Μαξίμου καταλαμβάνοντας
σημαντικά υπουργεία. Στις πρώτες μετεμφυλιακές
εκλογές το 1950 συμμετείχε με τον προσωποπαγή
τίτλο Κόμμα Γεωργίου Παπανδρέου και εξέλεξε
35 βουλευτές. Υπηρέτησε ως Υπουργός Εσωτερικών,
Δημόσιας Τάξης και Συντονισμού με την
κυβέρνηση Πλαστήρα και αργότερα στις
κυβερνήσεις Σοφοκλή Βενιζέλου. Διαφώνησε
με τον Πλαστήρα και την συμφιλιωτική
πολιτική του (απόλυση εξορίστων κλπ.)
θεωρώντας ότι εξέθρεφε τον «κομμουνιστικό
κίνδυνο». Στις εκλογές του 1951 απέτυχε
να εκλεγεί βουλευτής. Στις εκλογές του
1952 συνεργάστηκε με τον Παπάγο, που κατήλθε
στις εκλογές ως αρχηγός της συντηρητικής
παράταξης και ο Παπανδρέου επανεκλέχθηκε
βουλευτής Αχαΐας. Τον Απρίλιο του 1953 όμως
μετά την υποτίμηση της δραχμής από τον
τότε Υπουργό Συντονισμού Σπυριδωνα Μαρκεζίνη
αποχώρησε από τον Ελληνικό Συναγερμό
του Παπάγου, επανίδρυσε το κόμμα του και
το συγχώνευσε στο κόμμα Φιλελευθέρων
αναλαμβάνοντας συναρχηγός του τελευταίου
με τον Σοφοκλή Βενιζέλο. Οι σχέσεις των
δύο ηγετών παραμένουν σε όλη τη δεκαετία
του 1950 σε κρίση, όπως και ο κεντρώος χώρος
με τα μικρά εκλογικά ποσοστά. Η ανάγκη
αντιμετώπισης της δεξιάς προκάλεσαν
ζυμώσεις που οδηγήθηκαν στην ίδρυση της
Ένωσης Κέντρου με αρχηγό τον ίδιο τον
Παπανδρέου. Στις εκλογές της 29ης
Οκτωβρίου 1961, τις εκλογές της βίας και
της νοθείας, η Ένωση Κέντρου αναδείχτηκε
αντιπολίτευση. Ο Παπανδρέου ήταν ενήμερος
για την παρέμβαση στις κάλπες με σκοπό
να περιοριστεί η αριστερά, αλλά τελικά
αυτή η παρέμβαση διευρύνθηκε και εις
βάρος του δικού του κόμματος. Έτσι, κήρυξε
τον «Ανένδοτο Αγώνα». Η πολιτική αποκτούσε
ραγδαία το χαρακτήρα ενός ζοφερού σκηνικού,
ιδιαίτερα μετά τη δολοφονία του Γρηγόρη
Λαμπράκη το Μάιο του 1963. Τον Ιούνιο του
ίδιου έτους παραιτήθηκε ο πρωθυπουργός
Καραμανλής ερχόμενος σε σύγκρουση με
το Παλάτι και στις 3 Νοεμβρίου κηρύχθηκαν
εκλογές, όπου κέρδισε η Ένωση Κέντρου
με οριακή πλειοψηφία. Κατά την κυβέρνηση
Παπανδρέου συνέβηκαν ραγδαίες αλλαγές.
Ο Καραμανλής παραιτήθηκε και αποχώρησε
από την Ελλάδα, ενώ ξεκίνησαν οι συγκρούσεις
στην Κύπρο μεταξύ Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων.
Η κυβέρνηση ζήτησε τη συμβολή της Μ. Βρετανίας
για να αποφευχθεί η στρατιωτική επέμβαση
της Τουρκίας. Μπροστά στις εξελίξεις
αυτές ο Παπανδρέου αρνήθηκε την ψήφο
της αριστεράς, ώστε να έχει την ψήφο εμπιστοσύνης
της Βουλής, παραιτήθηκε και κήρυξε νέες
εκλογές. Στις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου
1964 η Ένωση Κέντρου πέτυχε θρίαμβο συγκεντρώνοντας
52, 72% και 171 έδρες. Η κυβέρνηση έβαλε ως
στόχο τον εκδημοκρατισμό, την οριστική
εξάλειψη των συνεπειών του εμφυλίου πολέμου,
την ενίσχυση της οικονομίας, την αναμόρφωση
της παιδείας, την εφαρμογή μιας πιο ανεξάρτητης
εξωτερικής πολιτικής, την αντιμετώπιση
της του Κυπριακού Ζητήματος. Ιδιαίτερα
στον τομέα της Παιδείας καθιέρωσε την
δωρεάν παιδεία σε όλες τις βαθμίδες και
τέθηκε σε εφαρμογή μια πολύ σημαντική
«Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση». Η υπόθεση
ΑΣΠΙΔΑ και η επιμονή του να αναλάβει ο
ίδιος το Υπουργείο Στρατιωτικών οδήγησε
σε ρήξη με το Παλάτι και σε παραίτηση
στις 15 Ιουλίου 1965. Τότε, ξεκινάνε τα λεγόμενα
Ιουλιανά. Συνεχείς κυβερνήσεις αποστασίας
δημιουργούνται από στελέχη της Ένωσης
Κέντρου. Οι δύο πρώτες του Αθανασιάδη
Νόβα και του Ηλία Τσιριμώκου καταψηφίστηκαν.
Η Τρίτη του Στέφανου Στεφανόπουλου κατάφερε
μια ισχνή πλειοψηφία με την προσχώρηση
και άλλων βουλευτών του Κέντρου. Καθημερινά
διεξάγονταν μαζικότατες και μεγαλειώδεις
λαϊκές κινητοποιήσεις που καταδίκαζαν
τη συνταγματική εκτροπή και καλούσαν
σε υπεράσπιση της δημοκρατίας. Η κρίση
έληξε όταν τα δύο μεγάλα κόμματα ήρθαν
σε συμφωνία μαζί με το Στέμμα και συμφώνησαν
σε κοινή κυβέρνηση το 1967 υπό τον Παναγή
Κανελλόπουλο και την προκήρυξη εκλογών.
Σε αυτές τις εκλογές διαφαινόταν ότι
η αριστερά θα αναδεικνυόταν αξιωματική
αντιπολίτευση. Την 21η Απριλίου
1967 εκδηλώθηκε το στρατιωτικό πραξικόπημα
των Συνταγματαρχών. Ο Γεώργιος Παπανδρέου
συνελήφθηκε κρατήθηκε στο Γουδί και στο
Πικέρμι και στη συνέχεια τέθηκε κατ’οίκον
περιορισμόν. Συνεχώς κατήγγελλε το καθεστώς
της Χούντας. Ιδιαίτερη απήχη είχε μαγνητοφωνημένο
μήνυμά του από το BBC κατά την πρώτη επέτειο
της δικτατορίας. Τη νύχτα 31ης Οκτωβρίου
προς 1η Νοεμβρίου ο Γ. Παπανδρέου
πέθανε ύστερα από εγχείρηση γαστροραγίας.
Η κηδεία του ήταν η πρώτη λαϊκή καταδίκη
της Χούντας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: