Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Η αργία της Κυριακής: η καθιέρωσή της το 1909-10 και ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε μικρούς και μεγάλους καταστηματάρχες

του Νίκου Ποταμιάνου
Η καθιέρωση της κυριακάτικης αργίας το 1909, έναν αιώνα πριν, ήταν το πρώτο μέτρο εργατικής νομοθεσίας που ψηφίστηκε στην Ελλάδα. Το ξήλωμα, στα χρόνια των μνημονίων, κάθε νομικού πλαισίου που περιορίζει τον βαθμό εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας δεν θα μπορούσε να την αφήσει αλώβητη. Έχει ενδιαφέρον, πιστεύουμε, μια αναδρομή στο ιστορικό της καθιέρωσής της και η εξέταση των κοινωνικών και ιδεολογικών συμμαχιών που την προώθησαν . ίσως εκπλήξει τον αναγνώστη η (διαφορετική από τη σημερινή) στάση των μεγάλων και μικρών εργοδοτών απέναντι στην αργία της Κυριακής, την οποία θα προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε με βάση τις διαφορετικές δομές .
Η τήρηση της αργίας με βάση τις χριστιανικές επιταγές παρέμενε ζωντανή ως πρακτική σε πολλούς βιοτεχνικούς κλάδους και σε εργοστάσια, σε γενικές γραμμές όμως είχε ατονήσει κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα στην Ελλάδα.[1] Σε επιμέρους πόλεις και κλάδους επιτυγχάνονταν συχνά λιγότερο ή περισσότερο βραχύβιες συναινέσεις για το κλείσιμο των καταστημάτων τις Κυριακές, αρκούσε όμως η πεισματική άρνηση ελάχιστων επαγγελματιών να συμμετάσχουν στο κλείσιμο για να ναυαγήσουν οι σχετικές προσπάθειες.[2] Στις αρχές του 20ού αιώνα  είχε γίνει πια συνείδηση ότι δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί μια μόνιμη «συνεννόηση κυρίων» και απαιτούνταν νομοθετική ρύθμιση.[3]
Το ζήτημα το έθεταν επί τάπητος κυρίως οι εργατικές διεκδικήσεις –οι οποίες αποτελούσαν συνήθως και την κινητήρια δύναμη πίσω από τις συμφωνίες μεταξύ των εργοδοτών τους που αναφέραμε. Στην Αθήνα η διαμάχη επικεντρώθηκε ιδίως στα «εμπορικά» καταστήματα (ένδυσης, υπόδησης κλπ) των κεντρικών δρόμων, με σημαντικότερες κινητοποιήσεις αυτές του 1890, 1891 (απεργία) και 1896, καθώς και στους τυπογράφους (1882 και 1909-1910), στους ζαχαροπλάστες (1896 και 1899), στους κουρείς (1894, 1902 και 1903), στους αρτοποιούς (1879, 1904-1905 κ.ε.) και λίγο πριν το 1909 στα παντοπωλεία.
Η καθιέρωση λοιπόν της κυριακάτικης αργίας μετά το κίνημα στο Γουδί βασιζόταν σε ένα αίτημα που είχε πια ωριμάσει –αντίθετα με τις εκτιμήσεις που συχνά συναντάμε στη βιβλιογραφία για το πρόωρο της εργατικής νομοθεσίας της δεκαετίας του 1910. Θεμελιώθηκε στη βούληση του Στρατιωτικού συνδέσμου να δείξει ένα φιλολαϊκό πρόσωπο, στη βραχύβια συμμαχία του με τις «συντεχνίες», σ’ ένα γενικότερο μεταρρυθμιστικό πνεύμα που εκφράστηκε με την ψήφιση εκατοντάδων νόμων από τη βουλή μετά το κίνημα και στη στήριξη συντηρητικών πατερναλιστών όπως ο Κ. Παπαμιχαλόπουλος που εισηγήθηκε τον σχετικό νόμο στη βουλή. Η αργία της Κυριακής καθιερωνόταν με διαφορετικούς όρους σε κάθε επάγγελμα, και καταρχάς σε τρεις μόνο πόλεις (Αθήνα, Πειραιά και Βόλο): μπορούσε να επεκτείνεται σε άλλους δήμους εφόσον το ζητούσαν τα κατά τόπους δημοτικά συμβούλια, και στα επόμενα χρόνια δημοσιεύεται ένας μεγάλος αριθμός διαταγμάτων που αφορούν την ισχύ ή την κατάργηση της αργίας σε διάφορες πόλεις και χωριά, συχνά με το ίδιο δημοτικό συμβούλιο να αλλάζει την απόφασή του σε μικρό χρονικό διάστημα.[4]
Πρέπει να επισημάνουμε εδώ ότι η κυριακάτικη αργία, στον βαθμό που αποσκοπούσε ως μέτρο στη μείωση του χρόνου εργασίας των μισθωτών, θα μπορούσε να έχει τη μορφή του «εβδομαδιαίου ρεπό» που καθιερώθηκε εκείνα τα χρόνια στα καταστήματα της «κοσμικής» Γαλλίας, χωρίς δηλαδή να προσδιορίζεται μια θρησκευτικά φορτισμένη κοινή μέρα ρεπό για τους υπαλλήλους και κλεισίματος των μαγαζιών.[5] Στη Γαλλία όμως είχε μόλις προηγηθεί μια σφοδρή σύγκρουση με επίδικο την εκκοσμίκευση του κράτους, ενώ στην Ελλάδα και σοβαρό αντικληρικαλιστικό ρεύμα δεν υπήρχε και οι συμμαχίες με την εκκλησία και θρησκευόμενους συντηρητικούς κύκλους παρουσιάζονταν ως αναγκαίες καθώς πρόσφεραν μια σημαντική νομιμοποιητική βάση για το αίτημα.[6]
Άλλωστε ήταν φανερό ότι η επιτήρηση της εφαρμογής των νόμων που περιόριζαν τον εργάσιμο χρόνο ήταν ευκολότερη όταν αυτοί ίσχυαν για όλα τα καταστήματα συγχρόνως: ενώ η παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας από τους εργοδότες αποτελούσε τον κανόνα κατά τον μεσοπόλεμο, οι νόμοι για το ωράριο των καταστημάτων και την αργία της Κυριακής ήταν αυτοί που παραβιάζονταν λιγότερο σύμφωνα με τις εκθέσεις των επιθεωρητών εργασίας –οι οποίοι πρότειναν την επέκταση του πρότυπου του ταυτόχρονου και υποχρεωτικού κλεισίματος των καταστημάτων και σε άλλες περιπτώσεις.[7] Ζητούμενη, επιπλέον, ήταν η μείωση του χρόνου εργασίας όχι μόνο των εργατών αλλά και των επαγγελματιών: δεν θα ήταν λίγοι οι μικροαστοί που επιθυμούσαν να μην αναγκάζονται για λόγους ανταγωνιστικότητας να εργάζονται Κυριακές, κι αυτό μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με το κλείσιμο των καταστημάτων.
Κυρίαρχη στάση της εργοδοσίας, πάντως, μεγάλης και μικρής, φαίνεται ότι ήταν η αντίθεση σε οποιαδήποτε κρατική πρωτοβουλία περιόριζε τα διευθυντικά της δικαιώματα. Η στάση αυτή είναι εμφανής όσον αφορά το σύνολο της εργατικής νομοθεσίας της δεκαετίας του 1910, ενώ ειδικά όσον αφορά το νόμο για την κυριακάτικη αργία αφενός διαβάζουμε αμέσως μετά την ψήφισή του ότι «οι προϊστάμενοι γενικώς δυσφορούν» μ’ αυτόν,[8] αφετέρου τους επόμενους τρεις μήνες τροποποιήθηκε δύο φορές εξαιτίας των διαμαχών που ξέσπασαν ως προς τους ακριβείς όρους εφαρμογής της αργίας, της επέκτασης ή της ακύρωσής της σε κάθε επάγγελμα (πχ φαρμακεία, οινοπαντοπωλεία, κουρεία, κρεοπωλεία, εστιατόρια). Οι διαμάχες αυτές επανέκαμπταν τακτικά σε διάφορα επαγγέλματα (πχ ένας από τους όρους των εργοδοτών στα βυρσοδεψεία για να σταματήσουν το λοκ-άουτ που επέβαλαν τον Δεκέμβριο ήταν η κατάργηση της κυριακάτικης αργίας),[9] και εκτιμάμε ότι συνέβαλαν καθοριστικά στην ίδρυση του Εργατικού Κέντρου Αθήνας τον Μάρτιο του 1910.[10]
Σε ορισμένες περιπτώσεις, ωστόσο, η στάση των εργοδοτών δεν ήταν ενιαία αλλά διαφοροποιούνταν ανάλογα με την οικονομική και κοινωνική τους επιφάνεια. Αντίθετα όμως με ό,τι συμβαίνει σήμερα, δεν ήταν οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις αυτές που αντιδρούσαν στην κυριακάτικη αργία αλλά οι μικρότερες. Συναντάμε μάλιστα περιπτώσεις μεγάλων επιχειρηματιών που συμμάχησαν ανοιχτά με το εργατικό κίνημα για την προώθησή της, όπως ο πρόεδρος της συντεχνίας αρτοποιών Φ. Ηλιόπουλος που το 1905 είχε παροτρύνει τους αρτεργάτες να ιδρύσουν σωματείο για να διεκδικήσουν τη νομοθέτηση της αργίας της Κυριακής.[11]
Στα παντοπωλεία της Αθήνας, διαβάζουμε το 1910, ενάντια στην κυριακάτικη αργία στρέφονταν κυρίως οι «μπακάληδες των μικροσυνοικιών».[12] Στα μπακάλικα ήταν ιδιαίτερα εμφανές ένα μοντέλο με λίγο πολύ γενική ισχύ: οι ανεξάρτητοι παραγωγοί επιβίωναν ως τέτοιοι υποβαλλόμενοι (και υποβάλλοντάς τους υπάλληλούς τους) σε υπερεργασία . στο εμπόριο με το να μένουν τα συνοικιακά και τα μικρά μπακάλικα περισσότερες ώρες ανοιχτά, αποκτώντας έτσι ένα συγκριτικό πλεονέκτημα, την προσφορά της αναγκαίας υπηρεσίας ή αγαθού κοντά στην κατοικία του πελάτη σε ώρες και μέρες που οι μεγαλύτεροι ανταγωνιστές τους ήταν κλειστοί.[13]
Τα κουρεία αποτελούσαν έναν άλλο κλάδο στον οποίο ένα πλήθος μικρών μαγαζιών επιβίωνε χάρη στο παρατεταμένο ωράριο λειτουργίας τους, ιδίως το Σαββατοκύριακο που ξυριζόταν η λαϊκή πελατεία τους. Το χαρακτηριστικό αυτό επικαλούνταν οι καταστηματάρχες κουρείς «δευτέρας και τρίτης τάξεως», όπως αυτοαποκαλούνταν, που «διατηρούνται εκ [πελατείας] των εργατικών τάξεων» και περίμεναν το Σαββατοκύριακο για να δουλέψουν, σε αντίθεση με τα κουρεία της Σταδίου των οποίων η «εκλεκτή πελατεία» δεν περίμενε την Κυριακή για να ξυριστεί: ζήτησαν και πέτυχαν να δουλεύουν τα κουρεία το πρωί της Κυριακής, παρότι οι υπάλληλοι και κάποιοι καταστηματάρχες κινητοποιήθηκαν για να το αποτρέψουν.[14]
Ο σχηματισμός τέτοιων στρατοπέδων δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελούσε ελληνική ιδιαιτερότητα. Στην Αγγλία και τον Καναδά στα τέλη του 19ου αιώνα πολλοί από τους μεγαλύτερους καταστηματάρχες υποστήριξαν ενεργητικά νόμους περιορισμού των ωρών εργασίας των μαγαζιών, ενάντια στις αντιδράσεις των μικρών καταστηματαρχών, δίχως να διστάσουν να συμπορευτούν (ή και να συμμαχήσουν) με το εργατικό κίνημα. Στη Γαλλία τη δεκαετία του 1930 για την επιβολή ενιαίου ωραρίου στα κουρεία συμμάχησαν το εργατικό σωματείο με τους ιδιοκτήτες των μικρομεσαίων κουρείων, σε σύγκρουση με τους ιδιοκτήτες τόσο των μικροσκοπικών όσο και των μεγάλων κομμωτηρίων.[15]
Πώς να ερμηνεύσουμε την ανοίκεια αυτή εικόνα, τη στιγμή που βλέπουμε σήμερα τους κολοσσούς του εμπορίου να επιδιώκουν την κατάργηση των περιορισμών στο ωράριο λειτουργίας των καταστημάτων και τους μικρομαγαζάτορες να συμμαχούν με το εργατικό κίνημα στην υπεράσπισή τους; Είναι πολλά αυτά που έχουν αλλάξει στο λιανικό εμπόριο από εκείνη την εποχή, και πρώτα πρώτα τα επίπεδα συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου: στην Ελλάδα του 1909 δεν υπήρχαν εμπορικά κέντρα, πολυκαταστήματα και μεγάλες αλυσίδες, ούτε καν σουπερμάρκετ, και οι δυνατότητες ελέγχου της αγοράς από τα μεγάλα καταστήματα ήταν μικρότερες.
Η αλλαγή των καταναλωτικών προτύπων, η ευκολία μετακίνησης στην πόλη σήμερα και η μείωση της σημασίας της γειτονιάς για την κοινωνική ζωή με την ανάπτυξη υπερτοπικών πόλων κατανάλωσης και διασκέδασης κατέρριψαν μεγάλο μέρος των «τοπικών» φραγμών στην προέλαση των μεγάλων επιχειρήσεων σε πολλούς κλάδους. Για άλλους κλάδους σημαντικότερη υπήρξε η κανονικοποίηση των εισοδημάτων των λαϊκών τάξεων (πχ με την κυριαρχία της μορφής του μισθού έναντι του μεροκάματου), η οποία οδήγησε σε παρακμή τον μηχανισμό του βερεσέ που παλιότερα έθετε όρια στις προόδους που μπορούσαν να κάνουν οι μεγάλες μονάδες στο λιανικό εμπόριο των «βασικών ειδών»: η αγορά με πίστωση, η οποία «έδενε» τον πελάτη σε συγκεκριμένα καταστήματα, μπορούσε να λειτουργήσει μόνο στα πλαίσια των σχέσεων αλληλογνωριμίας που επίκεντρο είχαν το μικρό συνοικιακό μαγαζί, ενισχύοντας έτσι τα χωρικά πλεονεκτήματα που οδηγούν σε «τοπικά μονοπώλια» στην πόλη.
Με λίγα λόγια, το 1909 οι μεγάλες επιχειρήσεις ήταν πολύ λιγότερο πιθανό να ωφεληθούν δυσανάλογα από τη λειτουργία των καταστημάτων την Κυριακή, κάτι που μπορούν σαφώς να προσδοκούν σήμερα. Τέλος, η πενιχρότητα των υποδομών, η πολύ περιορισμένη ακόμα χρήση του ηλεκτρικού ρεύματος και η ανυπαρξία υποχρέωσης υπερωριακής αμοιβής των υπαλλήλων σήμαινε ότι ήταν μικρή η αύξηση στα λειτουργικά έξοδα που συνεπαγόταν η λειτουργία την Κυριακή και οι μικρές μονάδες δεν δυσκολεύονταν να αντεπεξέλθουν σ’ αυτά.
Μπορεί να υποθέσει κανείς βέβαια ότι, χάρη και στην επανεμφάνιση του βερεσέ, από την κατάργηση της κυριακάτικης αργίας θα ευνοηθούν (στους κλάδους των «βασικών αγαθών») μικροσκοπικά μαγαζιά που βασίζονται στην υπερεργασία του ιδιοκτήτη τους και της οικογένειάς του. Συνολικά, πάντως, οι φόβοι που εκφράζονται από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των επαγγελματιών και των εμπόρων για επιτάχυνση του ρυθμού χρεοκοπιών των μικρών επιχειρήσεων και ενίσχυση του μεριδίου των μεγάλων στην αγορά φαίνονται απολύτως βάσιμοι.
[1] Οι εργάται της Ελλάδος προς την διπλήν βουλήν των Ελλήνων. Υπόμνημα του Εργατικού Κέντρου Αθηνών, Αθήνα 1911, Χαρίλαος Γκούτος, «Ημέρες αργίας στην τουρκοκρατούμενη και στην ελεύθερη Ελλάδα μέχρι το 1915», Μνημοσύνη 11 (1988-1990), σ.244-281, Ζιζή Σαλίμπα, Γυναίκες εργάτριες στην ελληνική βιομηχανία και βιοτεχνία (1870-1922), Αθήνα 2002, σ.56. Εκτενέστερη τεκμηρίωση για αρκετά από τα ζητήματα που θίγονται εδώ μπορεί να βρει κανείς στο Νίκος Ποταμιάνος, Η παραδοσιακή μικροαστική τάξη της Αθήνας. Μαγαζάτορες και βιοτέχνες 1880-1925, διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο Κρήτης (Ι-Α τμήμα), Ρέθυμνο 2011.
[2] Χαρακτηριστική η άρνηση του Πατσιφά το 1890 να αποδεχτεί την συμφωνία των εμπόρων της Αθήνας να μην ανοίγουν τα μαγαζιά τους τις Κυριακές, άρνηση που ματαίωσε τη συμφωνία και έστρεψε εναντίον του καταστήματός του ένα οργισμένο πλήθος εμποροϋπάλληλων: Καιροί 11, 12, 14, 16 και 19 Ιουνίου 1890.
[3] Αριστομένης Θεοδωρίδης, «Η Κυριακή αργία», Ερμής 1 Ιουνίου 1908.
[4] Η ελαστικότητα αυτή περιορίστηκε με νόμο του 1914 που έβαζε την προϋπόθεση να γνωμοδοτήσει θετικά και το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας για να καταργηθεί σ’ έναν δήμο η κυριακάτικη αργία άπαξ και είχε εφαρμοστεί: Πασαγιάννης Κ. (επιμ.), Εργατική και κοινωνική νομοθεσία, Αθήνα 1919, σ.316-317.
[5] Haupt Heinz-Gerhard, «Les petits commerçants et la politique sociale: l’exemple de la loi sur le repos hebdomadaire», Bulletin du Centre d’Histoire de la France Contemporain 8 (1987), σ.7-34.
[6] Πιθανότατα η πρώτη μαζική κινητοποίηση υπέρ της κυριακάτικης αργίας το 1872 έγινε από «μακρακιστές», ένα είδος παραεκκλησιαστικής οργάνωσης της εποχής. Θρησκευόμενοι κύκλοι έθεσαν το ζήτημα και σε άλλες περιστάσεις αργότερα, με σημαντικότερο το συνέδριο που έγινε το 1899 υπέρ της καθιέρωσης της κυριακάτικης αργίας υπό την προεδρία του μητροπολίτη Αθηνών και με μαχητική εκπροσώπηση χριστιανών ζηλωτών που ήθελαν να επιβάλουν τον υποχρεωτικό εκκλησιασμό τις Κυριακές (Εμπρός 21-25 Μαΐου 1899). Χαρακτηριστική μορφή χριστιανού φιλεργάτη που κινητοποιήθηκε για την αργία της Κυριακής ήταν ο καθηγητής Παν. Τημελής, επίτιμος πρόεδρος του συνδέσμου εργατών ζαχαροπλαστών και ιθύνων νους της κινητοποίησής του για την κυριακάτικη αργία (Κανονισμός της συντεχνίας των εργατών ζαχαροπλαστών Αθηνών και Πειραιώς, Αθήνα 1896) και πρόεδρος στη συνέχεια του συλλόγου «Ανάστασις του Ελληνισμού» του Πειραιά που εξέδιδε το 1901-1902 την εφημερίδα Κυριακή αργία.
[7] Βλ. πχ Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Επιθεώρησις Εργασίας, Εκθέσεις και πεπραγμένα σώματος επιθεωρήσεως εργασίας επί της εφαρμογής των εργατικών νόμων και των συνθηκών εργασίας εν Ελλάδι κατά το 1932, Αθήνα 1935, σ. 65.
[8] Ελληνική Επιθεώρησις Δεκέμβριος 1909 –βλ. και την εκτίμηση του Αρ. Θεοδωρίδη στο τεύχος του Μαρτίου 1910 ότι οι εργοδότες επιθυμούν να καταργήσουν την κυριακάτικη αργία.
[9] Εφημερίς των εργατών 25 Δεκεμβρίου 1910.
[10] Σε συνδυασμό ίσως με τις συγκρούσεις και τις δυσαρέσκειες που προκάλεσε η αύξηση σε πολλές επιχειρήσεις των εργάσιμων ωρών τις άλλες μέρες για να αναπληρωθούν οι απώλειες από την αργία της Κυριακής: Ακρόπολις 12 Απριλίου 1910.
[11] Ακρόπολις 24 και 29 Νοεμβρίου 1905 και Εφημερίς των Εργατών 10 Σεπτεμβρίου 1910.
[12] Εφημερίς των εργατών 17 Φεβρουαρίου 1910. Διαφορετικής απόψεις υπέρ και κατά της κυριακάτικης αργίας αναφέρονται στο σωματείο αρτοποιών Πειραιά (Εμπρός 4 Μαρτίου 1910) και στον σύνδεσμο οινοπωλών (καταστηματαρχών) Αθήνας το 1910 (Χρήστος Κουτσογιαννόπουλος (επιμ.), Οι οινοπώλαι Αθηνών. Επαγγελματική επισκόπησις, Αθήνα 1934, σ. 5 και 11), χωρίς όμως να συσχετίζονται στις πηγές μας με διαφορετικά ταξικά συμφέροντα.
[13] Χαρακτηριστικά, δημοσιογράφος που ήθελε να τονίσει ότι στο μνημόσυνο του Παύλου Μελά συμμετείχαν οι πάντες, έγραψε ότι κατά τη διάρκειά του έκλεισαν ακόμα «και τα τελευταία μικρομπακάλικα» στου Ψυρρή: Εμπρός 23 Οκτωβρίου 1904. Σύμφωνα με την έρευνα που διατάχθηκε από τον υπουργό εθνικής οικονομίας Μιχαλακόπουλο, ενώ τα κεντρικά καταστήματα δεν άνοιγαν πριν τις 7.00 ή τις 8.00 το πρωί, «εις συνοικίας ολίγον απομεμακρυσμένας, χωρίς να υπάρχει εύλογος λόγος, βλέπομεν πολλά καταστήματα να ανοίγωσιν από της 5ης πρωινής και να εξακολουθώσιν εργαζόμενα μέχρι βαθείας νυκτός»: Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής περίοδος ΙΘ΄, σύνοδος Β΄, συνεδρίαση 68, 7 Μαΐου 1914, σ. 1513. Στη συζήτηση στη βουλή το 1914 ο Πολ. Λαγοπάτης υπερασπιζόταν τους μαγαζάτορες που κρατούσαν τα μαγαζιά τους ανοιχτά πιο αργά από τους άλλους ως εξής: «θα είναι μικρέμποροι, οι οποίοι μη έχοντες περιθώριον κεφαλαίων να αντικρύσωσι ζημίας, λόγω αντιξόων περιστάσεων, υπολογίζουσι την ιδιαιτέραν εργατικότητά των, και κατ’ ανάγκην των υπαλλήλων των»: ό.π., σ. 1514.
[14] Η συγκέντρωση των «κατώτερων κουρέων» στον περίβολο της βουλής έγινε εκτός των πλαισίων της αδελφότητας των κουρέων, στην οποία κυριαρχούσαν οι μεγαλύτεροι καταστηματάρχες.Ακρόπολις 24 Ιανουαρίου και 10 και 11 Μαρτίου 1910, Εμπρός 10 Μαρτίου 1910 και Ημέρα 20 Φεβρουαρίου 1910. Στα κουρεία η διαμάχη συντηρήθηκε για καιρό: η αδελφότητα των καταστηματαρχών, που ελεγχόταν από τους μεγαλύτερης επιφάνειας κουρείς, επανήλθε το 1914 και ζήτησε την καθιέρωση πλήρους αργίας τις Κυριακές. Όταν το πέτυχε αυτό, το 1922, κινητοποιήθηκε το αντίπαλο σωματείο καταστηματαρχών κουρέων υπέρ της επαναφοράς στο παλιό καθεστώς, επικαλούμενο τα συμφέροντα των φτωχότερων και συνοικιακών κουρέων και επιτιθέμενο στους «μεγαλοσχήμους, οίτινες έτυχε να έχουν τα καταστήματά των εις το κέντρον»: Εμπρός 10 και 12 Ιουλίου 1923 και Ελληνική 16 Απριλίου 1925.
[15] Michael Winstanley, The shopkeepers’ world 1830-1914, Manchester 1983, σ. 94-99. Chris Hosgood, «A “brave and daring folk”? Shopkeepers and trade associational life in Victorian and Edwardian England», Journal of Social History 26 (1992), σ.285-308. Geoffrey Crossick, «Shopkeepers and the state in Britain 1870-1914», στο Geoffrey Crossick και Heinz-Gerhard Haupt (επιμ.), Shopkeepers and master artisans in 19th century Europe, Λονδίνο και Νέα Υόρκη 1984, σ.252-256.  David Monod, «Culture without class: Canada’s retailers and the problem of group identification 1890-1940», Journal of Social History 28/3 (1994-1995), σ. 521-545. Steven Zdatny, «Fashion and class struggle: the case of coiffure», Social History 18/1 (1993), σ. 68-70.

Ο Νίκος Ποταμιάνος είναι διδάκτορας ιστορίας του Πανεπιστημίου της Κρήτης
πηγή: http://ilesxi.wordpress.com

Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2013

Η άγνωστη σφαγή των μεταλλωρύχων από τον Κεμάλ


Του ΒΛΑΣΗ ΑΓΤΖΙΔΗ
ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ 1922
Ανεξάρτητα από τη διεθνή συγκυρία και τις επιδιώξεις των ιμπεριαλιστικών κρατών, ο κοινωνικός μετασχηματισμός στην ανατολή θα γίνει προς συντηρητική κατεύθυνση και θα καθοριστεί από τον ταξικό ανταγωνισμό.

Εργοστάσιο ηλεκτροπαραγωγής που βασιζόταν στην εκμετάλλευση των λιγνιτικών πεδίων της περιοχής Μπάλιας-Καραϊντίν, βορειοανατολικά του Αϊβαλιού. Αντίστοιχα εργοστάσια στην Ελλάδα θα δημιουργηθούν μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ηδη από τη δεκαετία του 1890 δημιουργήθηκαν βιομηχανικές υποδομές στην Οθωμανική Αυτοκρατορία με σημαντική συμμετοχή ντόπιων ΕλλήνωνΠοιο ήταν το κοινωνικό περιεχόμενο της σύγκρουσης στη Μικρά Ασία; Ποιες τάξεις συγκρούστηκαν και ποιο ήταν το διακύβευμα αυτής της σύγκρουσης; Ή μήπως τα πάντα ήταν μια αφηρημένη σύγκρουση εθνικισμών και ιμπεριαλισμών σε μια σκηνή θεάτρου, με αμέτοχο θεατή την ίδια την κοινωνία;

Αγνωστες παραμένουν έως σήμερα πολλές από τις παραμέτρους που σχετίζονται με τη σύγκρουση στο χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τη στιγμή της τελικής της αποχώρησης από την Ιστορία. Η απουσία σχετικών μελετών για τη σημαντική αυτή σελίδα της Ιστορίας της Εγγύς Ανατολής οφείλεται στην εσωστρέφεια της ιστοριογραφικής μας παράδοσης. Συνέβαλε βέβαια και η σιωπή που επελέγη στην Ελλάδα για όλα αυτά, η κοινωνική και ιδεολογική απόρριψη των προσφύγων του '22 από τις κυρίαρχες ελίτ, η επικράτηση σ' όλο το πολιτικό φάσμα ενός απλοϊκού ερμηνευτικού σχήματος, καθώς και απόψεων που αιτιολογούσαν την πολιτική του τουρκικού μιλιταρισμού, αμφισβητούσαν τα ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα των πολυάνθρωπων μη τουρκικών κοινοτήτων και ωραιοποιούσαν την προσωπικότητα και τις πράξεις του εθνικιστή στρατιωτικού Μουσταφά Κεμάλ.

Η σοσιαλιστική εφημερίδα «Εργάτης» εκδόθηκε στη Σμύρνη το 1908 από Ελληνες και Τούρκους σοσιαλιστές. Τον επόμενο χρόνο η έκδοσή της απαγορεύτηκε από τους Νεότουρκους. Στο ιδρυτικό συνέδριο του ΣΕΚΕ συμμετείχαν εκπρόσωποι του ελληνικού εργατικού κινήματος, όπως οι Στ. Κόκκινος, Μ. Οικονόμου, Π. Χλωμός. Οι Μικρασιάτες σοσιαλιστές ήταν κοντύτερα στις απόψεις του Νίκου ΓιαννιούΤο ερώτημα παραμένει έως σήμερα: Ποια μορφή θα έπαιρνε ο αστικοδημοκρατικός μετασχηματισμός; Θα μπορούσε ο Μεγάλος Ασθενής να υπερβεί με εσωτερικές μεταρρυθμίσεις τη φεουδαρχική παράδοση και την αυταρχική διοίκηση και να μετεξελιχθεί σ' ένα σύγχρονο κράτος δικαίου, όπως το ονειρεύονταν οι μεταρρυθμιστές του πρίγκιπα Σαμπαχαεντίν, αλλά και το Ανατολικό Κόμμα των Δραγούμη-Σουλιώτη; Ή ήταν μονόδρομος η διάλυση στα εξ ων συνετέθη, όπως την περιέγραψε με σαφήνεια η Ρόζα Λούξεμπουργκ: «Η Τουρκία δεν μπορεί να αναγεννηθεί σαν σύνολο γιατί αποτελείται από διαφορετικές χώρες. Κανένα υλικό συμφέρον, καμιά κοινή εξέλιξη που θα μπορούσε να τις συνδέσει δεν είχε δημιουργηθεί! Αντίθετα, η καταπίεση και η αθλιότητα της κοινής υπαγωγής στο τουρκικό κράτος γίνονται όλο και μεγαλύτερες! Ετσι δημιουργήθηκε μια φυσική τάση των διαφόρων εθνοτήτων να αποσπασθούν από το σύνολο και να αναζητήσουν μέσα από μια αυτόνομη ύπαρξη το δρόμο για μια καλύτερη κοινωνική εξέλιξη. Η κρίση της Ιστορίας για την Τουρκία είχε πια βγει: βάδιζε προς τη διάλυση».

Η ταξική δομή

Μελετώντας την κοινωνική διαστρωμάτωση της οθωμανικής κοινωνίας στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ού αι., εντοπίζουμε πρωτίστως την επιβίωση των παλιών οικονομικών και διοικητικών δομών.

Δηλαδή την ύπαρξη φεουδαρχικών μουσουλμανικών στρωμάτων, καθώς και ηγετικών μουσουλμανικών στρωμάτων που σχετίζονταν με τη διοίκηση και το στρατό. Οσοι συμμετείχαν στην κρατική δομή συγκροτούσαν ένα στρώμα αποκομμένο από την υπόλοιπη κοινωνία, που λειτουργούσε ως μηχανισμός αναπαραγωγής και διατήρησης του συστήματος. Το στρώμα αυτό υπείχε θέση κυρίαρχης τάξης επί της κοινωνίας. Σφετεριζόταν το κοινωνικό υπερπροϊόν και ενίσχυε το δεσποτισμό που του εξασφάλιζε την επιβίωση και την ευημερία.

Αυτά τα στρώματα συγκροτούσαν τον κύριο συνδετικό και ενοποιό ιστό σε μια κοινωνία πολυτεμαχισμένη από διαφορετικές θρησκευτικές και εθνικές ομάδες, που λίγες δεκαετίες πριν πορεύονταν παράλληλα και ξεχωριστά εντός του περιοριστικού συστήματος των μιλέτ, δηλαδή του υποχρεωτικού εγκλωβισμού των πολιτών σε ελεγχόμενους θρησκευτικοπολιτικούς θεσμούς. Χαρακτηριστικός παραδοσιακός θεσμός στο χώρο της οικονομίας των πόλεων υπήρξαν οι συντεχνίες, που δημιουργούσαν οι χριστιανοί, οι μουσουλμάνοι και οι εβραίοι, με λειτουργίες ελεγχόμενες κεντρικά. Η παλιά κοινωνική δομή θα διαφοροποιηθεί με την είσοδο του καπιταλισμού στην οθωμανική κοινωνία τον 19ο αιώνα, τις μεταρρυθμίσεις (Τανζιμάτ, 1839-1876) και την προσπάθεια εκσυγχρονισμού. Θα εμφανιστούν νέα στρώματα εμπόρων, βιοτεχνών αλλά και βιομηχάνων. Θα διαμορφωθεί για πρώτη φορά μια οθωμανική αστική τάξη κατά τον δυτικό τύπο, η οποία σε μεγάλο βαθμό θα αποτελείται από τους οθωμανούς Ελληνες. Το 50% του επενδεδυμένου κεφαλαίου στη βιομηχανία, καθώς και το 60% σε κλάδους μεταποίησης ανήκαν σε πολίτες που προέρχονταν από τις ελληνικές οθωμανικές κοινότητες.

Από τις 18.063 εμπορικές επιχειρήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που υπήρχαν το 1912, σε Ελληνες ανήκε το 46%, το 23% σε Αρμένιους, το 15% σε μουσουλμάνους. Υπολογίζεται ότι το 1914 από τις 6.507 βιομηχανίες και βιοτεχνίες, το 49% ανήκε σε οθωμανούς Ελληνες, ενώ Ελληνες ήταν και το 46% των τραπεζιτών. Την ίδια χρονιά, υπολογίζεται ότι Ελληνες ήταν το 52% των γιατρών, το 49% των φαρμακοποιών, το 52% των αρχιτεκτόνων, το 37% των μηχανικών και το 29% των δικηγόρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το 1921, στην Κωνσταντινούπολη, τα 171 από τα 257 εστιατόρια ανήκαν σε Ελληνες, όπως και οι 444 από τις 471 ποτοποιίες και οι 528 από τις 654 επιχειρήσεις χονδρικού εμπορίου.

Παράλληλα, θα αναπτυχθεί και μια οθωμανική εργατική τάξη, ένα σύγχρονο προλεταριάτο, το οποίο για ιστορικούς λόγους και κατά πλειονότητα θα απαρτίζεται από Ελληνες. Η περίπτωση των μεταλλείων της Μπάλιας, βορειοανατολικά του Αϊβαλιού και της σφαγής των μεταλλωρύχων από τα επίσημα στρατεύματα του Ατατούρκ, αποτελεί μια από τις πλέον αντιπροσωπευτικές ιστορίες που επιτρέπουν στο σημερινό μελετητή να κατανοήσει το «μεγάλο αφήγημα». Οτι ανεξάρτητα από τη διεθνή συγκυρία και τις επιδιώξεις των ιμπεριαλιστικών κρατών, ο κοινωνικός μετασχηματισμός στην Ανατολή θα γίνει προς μια συντηρητική κατεύθυνση και θα καθοριστεί από τον ταξικό ανταγωνισμό. Θα επικρατήσουν τα προαστικά, αντιεκσυγχρονιστικά και φεουδαρχικά χαρακτηριστικά, εφόσον ο τουρκικός εθνικισμός, όπως εκφράστηκε από την ακροδεξιά τάση (1908, Τζεμάλ-Εμβέρ-Ταλαάτ και 1919, Μουσταφά Κεμάλ πασά), εξέφρασε εκείνα τα φεουδαρχικά στρώματα -αλλά και ένα σημαντικό τμήμα από την οθωμανική στρατιωτικογραφειοκρατία- τα οποία επιδίωκαν το σταμάτημα του αστικοδημοκρατικού μετασχηματισμού, εξοντώνοντας τόσο τους προοδευτικούς αστούς όσο και την εργατική τάξη στη βάση ακραίων φυλετικών αντιλήψεων και λεηλατικών πρακτικών.

Το παράδοξο τέλος

Η αποσύνθεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ως αναγκαίο ιστορικό γεγονός, ολοκληρώθηκε με τις Γενοκτονίες των ανεπιθύμητων εθνοτήτων και είχε αποτέλεσμα την καθυστερημένη διαμόρφωση ενός αυταρχικού και εν πολλοίς αναχρονιστικού τουρκικού εθνικού κράτους. Ο αστικός εκσυγχρονισμός που θα επιχειρηθεί στη συνέχεια θα είναι ασφυκτικά περιορισμένος από το συμβιβασμό με τις φεουδαρχικές δομές. Αυτό φάνηκε στις μετέπειτα δεκαετίες, με την αδυναμία εδραίωσης μιας στοιχειώδους κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ δικαιώθηκε απολύτως και σ' αυτήν της την ανάλυση...

* Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός, http://kars1918.wordpress.com/
Του ΦΑΙΔΩΝΑ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ*
Μεταλλωρύχοι - μεταλλουργοί στο «Λαύριο» της Εγγύς ΑνατολήςΗ νεοτερική κοινωνία της Μπάλιας είναι κοινωνία δημιουργικής συνύπαρξης διαφορετικών εθνοτήτων, με κυρίαρχη την ελληνική, γι' αυτό και δεν χωράει στο εθνικό κράτος που οραματίζονται οι Νεότουρκοι.

Μεταλλωρύχοι στην Μπάλια το 1910. Μετά το τέλος του ελληνοτουρκικού πολέμου (Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1922) οι 700 μεταλλωρύχοι και εργαζόμενοι στα εργοστάσια της περιοχής δολοφονήθηκαν μαζικά μαζί με τις οικογένειές τους από τον τακτικό κεμαλικό στρατό τον Σεπτέμβριο του 1922 και τάφηκαν σε ομαδικούς τάφους έξω από την πόλη. Η σφαγή των μεταλλωρύχων της Μπάλιας από τους κεμαλικούς αποκαλύπτει την ταξική φύση εκείνης της σκληρής σύγκρουσηςΕνα απ' τα πλέον χαρακτηριστικά και αποκαλυπτικά γεγονότα για την κοινωνική σημασία της μικρασιατικής σύγκρουσης είναι η σφαγή των μεταλλωρύχων της Μπάλιας, τον Σεπτέμβριο του 1922, από τον τακτικό τουρκικό στρατό, μετά το τέλος του ελληνοτουρκικού πολέμου. Η Μπάλια είναι σήμερα ένα ασήμαντο χωριό στη ΒΔ Μικρασία, στον ορεινό όγκο της ομηρικής Ιδης. Ομως, η ιστορία της Παλαιάς των Βυζαντινών (απ' όπου προέρχεται η ονομασία Μπάλια), των μεταλλείων και των Ελλήνων μεταλλωρύχων είναι σημαντική και ταυτόχρονα παντελώς άγνωστη. «Αυτοί που εργάζονται στα μεταλλεία είναι κυρίως Ελληνες που αναγκάστηκαν να φύγουν από τα νησιά ή από άλλα μέρη», πληροφορεί το 1741 ο μπέης της, Εσκί Ούπσε, τον Αγγλο περιηγητή Πόκοκ για τα μεταλλεία της Ιδης.

Η μαγιά

Στην Μπάλια εγκαταθίστανται περί τα τέλη του 18ου, αρχές 19ου αιώνα και Πόντιοι μεταλλωρύχοι. Αυτοί οι έμπειροι μεταλλωρύχοι, που εκμεταλλεύονται συντεχνιακά τα κοιτάσματα αργύρου, μολύβδου, χρυσού και χαλκού, αποτελούν τη μαγιά του εργατικού δυναμικού της Ελληνικής Εταιρείας Λαυρίου, που αναλαμβάνει το 1880 τα μεταλλεία της Μπάλιας, του Καραϊντίν, της Δόμας και το λιγνιτικό πεδίο του Μαντζιλίκ.

Η Εταιρεία εφαρμόζει επιστημονικές μεθόδους διοίκησης, εξόρυξης και εμπλουτισμού, χρησιμοποιεί ατμοκίνητες μηχανές, εγκαθιστά σιδηροδρομικό δίκτυο και κατασκευάζει σύγχρονες εγκαταστάσεις. Η αύξηση του εργατοτεχνικού και διοικητικού προσωπικού μετατρέπει την Μπάλια στο μικρασιατικό Λαύριο.

Η ελληνική παρουσία είναι καθοριστική. Το 1890 από τους 230 εργαζομένους στα μεταλλεία, 62% είναι Ελληνες Μικρασιάτες ή από άλλες περιοχές της οθωμανικής επικράτειας, 15,5% Ελλαδίτες, 9% μουσουλμάνοι διαφόρων εθνοτικών προελεύσεων, 7% Αρμένιοι, 6,5% Ιταλοί μεταλλωρύχοι.

Το 1892 Κωνσταντινουπολίτες ιδρύουν την Οθωμανική Ανώνυμη Εταιρεία των Μεταλλείων Μπάλιας-Καραϊντίν, που διαδέχεται στην Μπάλια την Ελληνική Εταιρεία Λαυρίου. Η νέα Εταιρεία διαπραγματεύεται την παραγωγή στη διεθνή αγορά μεταλλευμάτων, εισάγει τις μετοχές στη διεθνή τραπεζική αγορά, κατασκευάζει μεταλλουργεία στην Μπάλια, θερμοηλεκτρικό σταθμό στο Μαντζιλίκ, εισάγει την ηλεκτροκίνηση στα μεταλλεία και μετατρέπει την Μπάλια στην πρώτη ηλεκτροδοτούμενη μικρασιατική πόλη.

Ακμή

Η εστουδιαντίνα της Μπάλιας. Αποτελούνταν από μεταλλωρύχους υπό τη διεύθυνση του αρχιμουσικού και συνθέτη Κωνσταντίνου Ζαφειρόπουλου (1910)Ο πληθυσμός της Μπάλιας συνεχώς αυξάνει. Το 1902 είναι οκτώ χιλιάδες. Οι έξι χιλιάδες Ελληνες είναι οικονομικά, πολιτισμικά και κοινωνικά πρωταγωνιστές. Η Μπάλια μεταμορφώνεται σε βιομηχανική πόλη καπιταλιστικά οργανωμένη, διαφορετική από τις οθωμανικές πόλεις της ενδοχώρας. Στην Μπάλια διαμορφώνονται νεοτερικές παραγωγικές και κοινωνικές συνθήκες που ανατρέπουν τις παραδοσιακές σχέσεις της οθωμανικής κοινωνίας. Το 1908 ξεσπά στην Μπάλια μία από τις πρώτες εργατικές απεργίες στην οθωμανική επικράτεια. Το 1917-18, ο Σταμάτης Κόκκινος, που ανδρώθηκε στο κοινωνικό και εργασιακό περιβάλλον της, αναλαμβάνει πρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής του ιδρυτικού συνεδρίου του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδος (ΣΕΚΕ) και εκλέγεται μέλος της πρώτης, πενταμελούς, Κεντρικής Επιτροπής.

Η νεοτερική κοινωνία της Μπάλιας είναι κοινωνία δημιουργικής συνύπαρξης διαφορετικών εθνοτήτων, με κυρίαρχη την ελληνική κοινότητα, γι' αυτό δεν χωράει στο εθνικό τουρκικό κράτος που οραματίζονται οι Νεότουρκοι. Ο διοικητής τής Περιφέρειας Μπαλικεσίρ, στην οποία υπάγεται η Μπάλια, Μεχμέτ Ρεσίντ, σκληροπυρηνικός Νεότουρκος, μεθοδεύει τη διάλυσή της. Πρώτος στόχος, οι εργαζόμενοι στα μεταλλεία. Τον Ιούλιο-Αύγουστο 1913 «παραιτεί» το γενικό γραμματέα της Εταιρείας, τον επικεφαλής μηχανικό Κόκκινο και τον αρχιεργάτη. Το 1914, πριν από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, εκδιώκονται «εθελοντικά» οι «βουλγαρίζοντες», ενώ χιλιάδες Ελληνες της περιοχής, πολλοί μεταλλωρύχοι, υποχρεώνονται να καταφύγουν στην Ελλάδα. Το 1915, οι 480 Αρμένιοι της Μπάλιας πέφτουν θύματα του σχεδίου εξόντωσης των Αρμενίων στην οθωμανική επικράτεια.

Κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο οι Ελληνες μεταλλωρύχοι και μεταλλουργοί στρατεύονται στα τάγματα θανάτου (αμελέ ταμπουρού). Στην Μπάλια εγκαθίσταται γερμανική διοίκηση. Επιχειρεί να λειτουργήσει τα μεταλλεία με αιχμαλώτους πολέμου. Το εγχείρημα αποτυγχάνει και οι Γερμανοί επιδιώκουν να επαναφέρουν τους Ελληνες μεταλλωρύχους και μεταλλουργούς. Η προσπάθεια προσκρούει στην άρνηση των Νεοτούρκων. Ετσι, μεγάλος αριθμός μεταλλωρύχων αφανίζονται στα αμελέ ταμπουρού.

Η ομαδική σφαγή

Το 1920 η Μπάλια περνά υπό ελληνικό έλεγχο. Το 1922, με την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου, οι Ελληνες εγκαταλείπουν πανικόβλητοι την Μπάλια για τον Αδραμυττινό Κόλπο, με στόχο να καταφύγουν στη Λέσβο. Οι περισσότεροι, όπως χιλιάδες Ελληνες, περιμένουν μάταια τα πλοία και ανυπεράσπιστοι δολοφονούνται.

Στην Μπάλια οι άτακτοι λεηλατούν τα σπίτια, αλλά δεν πειράζουν τη ζωή εκατοντάδων Ελλήνων, κυρίως εργαζομένων στα μεταλλεία, που παρέμειναν στην Μπάλια. Οι Μπαλιώτες Τούρκοι διαβεβαιώνουν ότι δεν θα πειραχθούν για να μην κλείσουν τα μεταλλεία. Επειτα από τρεις βδομάδες καταφθάνει απόσπασμα του κεμαλικού στρατού.

Την τύχη των Ελλήνων και λίγων Αρμενίων περιγράφει ο Ρενέ Πιο, στο βιβλίο «Οι τελευταίες ημέρες της Σμύρνης»: «Στις 20 του μηνός, οι Χριστιανοί, συμπεριλαμβανομένου και του ανώτερου προσωπικού των μεταλλείων της Μπάλιας, συγκεντρώθηκαν και οδηγήθηκαν δήθεν προς την ενδοχώρα.

»Οταν έφτασαν σε απόσταση 5 χιλιομέτρων από την Μπάλια, σε τοποθεσία που λεγόταν Τσακαλάρ, όλοι οι Χριστιανοί, περίπου 600 τον αριθμό, σκοτώθηκαν από κτυπήματα ξιφολόγχης δίπλα σε τάφρους που είχαν ετοιμαστεί από την προηγούμενη μέρα. Εβαλαν φωτιά στα πτώματα και οι στρατιώτες έμειναν στην περιοχή δύο ή τρεις μέρες, μέχρι να κατακαούν όλα». Οι Μπαλιώτες Τούρκοι προσφέρονται να υιοθετήσουν τα παιδιά για να μη σφαχτούν. Τους αρνούνται. Οι Κούρδοι κρύβουν μια οικογένεια και τη φυγαδεύουν.

Πρόσφυγες στην Ελλάδα

Μετά το '22, οι Μπαλιώτες πρόσφυγες μεταλλωρύχοι εργάζονται στα μεταλλεία της Χαλκιδικής, της Εύβοιας κ.α. και συμμετέχουν στους κοινωνικούς αγώνες στη νέα πατρίδα. «Η πολιτική και κοινωνική χειραφέτησις των συμπατριωτών...» είναι ο πρώτος σκοπός του Συλλόγου Προσφύγων Περιφέρειας Μπάλιας, που ιδρύουν στη Θεσσαλονίκη το 1924 κατά συντριπτική πλειονότητα εργατοτεχνίτες, και «...επέτειος του Συλλόγου ορίζεται η 23η Αυγούστου, ημέρα της εκ πατρίδος δευτέρας εξόδου, καθ' ην δέον να τελείται μνημόσυνον υπέρ των υπό των Τούρκων σφαγιασθέντων αδελφών μας».

Στην Μπάλια τα μεταλλεία κλείνουν για δεκατρείς μήνες. Αναλαμβάνει η γαλλική εταιρεία Πεναρόγια. Δεν καταφέρνει να λειτουργήσει αποδοτικά τα μεταλλεία, που στα μέσα της δεκαετίας του 1930 κλείνουν. Οι μεταλλωρύχοι πραγματοποιούν μεγάλη «πορεία πείνας», από την Μπάλια στο Μπαλικεσίρ (55 χιλιόμετρα). Είναι η πρώτη μεγάλη εργατική διαμαρτυρία της κεμαλικής περιόδου.

Η «Ο.Π.Λ.Α» ΚΑΙ Η ΕΜΦΥΛΙΟΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

του Μιχάλη Λυμπεράτου


Κύριες προϋποθέσεις από μεθοδολογική σκοπιά όταν κανείς επιχειρήσει το δικό του αφήγημα σε σχέση με μια ιστορική περίοδο ή διαδικασία είναι να αναλύσει τις σχέσεις που συγκροτούν τη διαδικασία αυτή, να καταστήσει συνεκτική την αφήγηση και να διατηρεί σαφή εικόνα της σχέσης που το ενέργημά του έχει με την εκάστοτε συγκυρία. Το τελευταίο είναι και το πιο σημαντικό: με τον τρόπο αυτό, και έχοντας πλήρη επίγνωση των επιπτώσεων της αφήγησης αυτής σε σύγχρονα επίδικα πολιτικά αντικείμενα, διεκδικεί τη δυνατότητα να περιορίσει τα ιδεολογικά προσκόμματα που συναντά και τον συναισθηματισμό που κάθε διανοητική προσέγγιση περιέχει, ιδίως έναντι γεγονότων που έχουν περιενδυθεί και ενσωματώσει, και έτσι έχουν παραδοθεί στον ιστορικό και τον απλό πολίτη, την «οργή» του κόσμου της Εθνικοφροσύνης.

Όμως, ακόμα και όταν έχεις πλήρη γνώση του γεγονότος αυτού, η «αποστασιοποίηση του επιστήμονα» έναντι της συγκυρίας δεν σε γλυτώνει από τον κίνδυνο να υποπέσεις σε στείρους ιδεολογισμούς, ακόμα και αν έχεις προβεί στις πλέον φιλότιμες μεθοδολογικά προσπάθειες. Να τηρήσεις, δηλαδή, όρους υποστήριξης του πραγματολογικού υλικού και λογικής οργάνωσης του αφηγήματος ώστε να του επιτρέψεις να εμπλακεί σε έναν επιστημονικό αλλά και δημόσιο διάλογο. Γιατί το εμπειρικό υλικό, όσο και να έχεις επιχειρήσει να αποστασιοποιηθείς από αυτό, έχει διαμεσολαβηθεί από τόσο ισχυρά και επάλληλα στρώματα ιδεολογίας ώστε καθίσταται ιδιαίτερα επίπονη και ίσως ατελέσφορη η διαδικασία να αποφύγεις την ιδεολογική γενίκευση και να αναδείξεις επιτυχώς την ιστορική μοναδικότητα των εκάστοτε γεγονότων (το ιστορικά συγκεκριμένο). Το πετυχαίνεις ως ένα βαθμό, και ποτέ πλήρως, όταν συγκροτήσεις επιστημονικά το αντικείμενό σου επί τη βάσει ενός μεθοδολογικού πλαισίου τα χαρακτηριστικά του οποίου έχουν με σαφήνεια τεθεί και επιχειρήσεις μέσω αυτού να «αφαιρέσεις» από το πρωτογενές υλικό τον εμπειρισμό που συγκροτήθηκε μέσω της προβολής του από την κυρίαρχη ιδεολογία.

Πράγματι, η ιστορική μοναδικότητα, το κάθε φορά συγκεκριμένο μιας ιστορικής διαδικασίας, δηλαδή η επιστημονική αναπαραγωγή του πραγματικού, έχει καταστρατηγηθεί, συνήθως σκανδαλωδώς όταν αφορά στην ιστορία των κοινωνικών αγώνων, έχοντας υποστεί την επενέργεια γενικεύσεων του τύπου να αποδίδεις ανιστορικά και ομογενοποιημένα αίτια στις ιστορικές πράξεις, να επιβεβαιώνεις διαχρονικές ιδεολογικές παραδοχές και να αναπαράγεις σχήματα σκέψης καθαγιασμένα από την κυρίαρχη ιδεολογία. Προμετωπίδα αυτών η προβολή του «εσωτερικού εχθρού», των κομμουνιστών, ως το διαρκές ιστορικό «κακό», ανεξαρτήτως συνθηκών και ιστορικών διαδικασιών, εκείνων που η κυρίαρχη ιδεολογία υπαγορεύει να εμπλέκονται ως ιστορική πολιτική τους έξη σε αιματηρές διαδικασίες που τις ονομάζουν επαναστάσεις (όπως αντιλαμβάνεται την επανάσταση και έχει την παράστασή της ένας εθνικόφρον πολίτης), ένα διαρκές στοιχείο πολιτικής συμπεριφοράς που δεν μπορεί παρά να επιβεβαιώνεται παντού και πάντα. Ό, τι και να δείχνει η επιστημονική έρευνα ο κομμουνιστής θα είναι πάντα αιμοβόρος. Και μάλιστα ως δια μαγείας απουσιάζει κάθε διάκριση μεταξύ του κομμουνιστή και οποιουδήποτε άλλου αριστερού. Όλοι είναι κομμουνιστές ή ενεργούμενα τους, αυτοί που θα τον συνδράμουν στη βία που θα ασκήσει, αυτοί που οι Αμερικανικές υπηρεσίες ονόμαζαν οι «fellow travellers».

Αυτό ακριβώς το σχήμα ανάγνωσης και η πρόθεση προσέγγισης επικράτησε στους ιδεολογικούς μετεμφυλιακούς κύκλους, αυτή τη λογική αξιοποίησε η κυρίαρχη ιδεολογία και μέσω αυτής της αφηγηματικής λογικής παρήγαγε «ταυτότητες», που ορισμένοι ιστορικοί (Δίκτυο των Εμφυλίων Πολέμων, Αναθεώρηση), αναπαράγουν και σήμερα. Τι και αν η πολιτική του ΚΚΕ της εποχής της Κατοχής ήταν προσανατολισμένη στο σχήμα της ολοκλήρωσης της αστικοδημοκρατικής εξέλιξης, στη λογική του πατριωτικού πολέμου που αναστέλλει όλες τις ταξικές διεκδικήσεις και υποχρεώνει στην κατεύθυνση διαφύλαξης της αντιφασιστικής συμμαχίας ακόμα και όταν αυτή εκτείνεται, με ευθύνη του ΚΚΕ, μέχρι και τον βασιλιά; Τι και ο αντιστασιακός αγώνας εντάχθηκε, επίσης με ευθύνη του ΚΚΕ, στον επιχειρησιακό έλεγχο του Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής (Ιούνιος 1943), τι και αν υπέγραψε τη συμφωνία του Λιβάνου και της Καζέρτας, τι και αν τήρησε τις υποχρεώσεις του που απέρρεαν από τις συμφωνίες αυτές, τι και αν, για να τις τηρήσει, έδωσε εντολή στον ΕΛΑΣ κάποιων περιοχών να υπαχθεί στην εξουσία του Ζέρβα,[1] τι και αν παρέδωσε ομαλά την εξουσία κατά την Απελευθέρωση στην κυβέρνηση Παπανδρέου. Οι κομμουνιστές ως τέτοιοι, για τον μεγάλο όγκο μιας εμφυλιοπολεμικής ιστοριογραφίας, δεν μπορεί παρά να ρέπουν προς την επαναστατική βία, δεν μπορεί παρά να την εκδηλώνουν, και ακόμα και όταν, για κάποιους πιο ειλικρινείς αφηγητές, ακολουθούν συμβιβαστική πολιτική δεν μπορεί παρά να σκευωρούν, να συγκαλύπτουν τις υπόγειες προθέσεις τους και να σωρεύουν «κονσεβοκούτια», προθέσεις τις οποίες ένας «σοβαρός» ιστορικός πρέπει με το έργο του να επιβεβαιώσει και να αποκαλύψει.


Κεντρικής σημασίας ζήτημα για τη συλλογιστική αυτή είναι η αναζήτηση των εκδηλώσεων της βίας της Αριστεράς, όσο επουσιώδης και αν είναι. Οποιαδήποτε εκδήλωση αυτοδικίας, κάθε βίαιη ενέργεια, έστω και ενός αλητήριου που επικαλείται αριστεροφροσύνη ή κομματικό ενθουσιασμό, εκλαμβάνεται ως επιβεβαίωση της συνολικής πολιτικής της κομμουνιστικής Αριστεράς, που αποκαλύπτει τον ολοκληρωτισμό της, ακόμα και όταν φροντίσει να συγκαλύψει τα επαναστατικά της βίαια χούγια. Ο καλός ιστορικός δεν παρασύρεται αλλά τα ανακαλύπτει, ακόμα και αν πρέπει να διαγράψει όλα τα πραγματολογικά δεδομένα που δεν συνάδουν στις «ανακαλύψεις» του. Αντίθετα, όταν ένας ταγματασφαλίτης κρεμά με τα ίδια του τα χέρια μια γυναίκα κάπου στην Πελοπόννησο εκδηλώνει μεν βία, που δεν μπορεί όμως παρά να αφορά μόνο αυτόν τον ίδιο, δεν επιτρέπει γενικά συμπεράσματα ή αν τα επιτρέπει δικαιολογούνται πάντα ως αμυντική βία έναντι των κομμουνιστών.

Τι και να πάσχει από συνοχή και λογική τάξη το σχήμα; Τι και αν δεν εξηγεί γιατί οι « κόκκινοι σφαγείς» του ελληνικού λαού συμμετείχαν στην εθνική κυβέρνηση της Μέσης Ανατολής και συνέβαλαν όσο μπορούσαν στις διευθετήσεις που από κοινού επιχειρήθηκαν με τους δεξιούς και τους Βρετανούς, τι καν αν αυτοδιάλυσαν τη δική τους εξουσία, την ΠΕΕΑ και της στέρησαν κάθε μέσο κρατικής βίας, τι και αν επέβαλαν μια πρωτοφανή τάξη σε σχέση με τα μίση που είχαν δημιουργηθεί, όταν μέχρι να εγκατασταθεί η εθνική κυβέρνηση υπήρχε πλήρες κενό εξουσίας και δεν προέβησαν σε αυτό που προπαγανδιστικά καλλιεργούσε το Φόρειν Όφις, την υλοποίηση των προγραφών 60.000 εθνικοφρόνων πολιτών μόνο στην Αθήνα;[2] Τι και να διατάχθηκε η συγκέντρωση του ατομικού οπλισμού για να περιοριστούν τα φαινόμενα αντιδικιών κατά την απελευθέρωση;[3] Τι και αν γύριζε τα χωριά της Πελοποννήσου ο Ζεύγος με τον Κανελλόπουλο κατά την αποχώρηση των Γερμανών για να εγγυηθεί την τάξη, τι καν αν το ΠΓ του ΚΚΕ έδινε ρητές οδηγίες και κατήγγειλε ως εχθρό του κόμματος κάθε θερμοκέφαλο κομμουνιστή, όλα αυτά δεν μετρούν αφού ο κομμουνιστής θα είναι πάντα, από το DNA του, δυνάμει σφαγέας. Και αν παρόλα αυτά η επίσημη πολιτική γραμμή του ΕΑΜ και του ΚΚΕ ήταν άλλη και δεν συνάδει με το σχήμα των «εγκλημάτων» της Αριστεράς, ο καλός ιστορικός του μετεμφυλιακού κλίματος την απέδιδε στην πονηρία των κομμουνιστών να ρίχνουν στάχτη στα μάτια, στην ηττοπάθειά τους ή, στην καλύτερη περίπτωση, στην επαναστατική μανία της βάσης των οπαδών του κομμουνιστικού κόμματος που αποκαθιστούσε τα πράγματα υπέρ της βίας όταν η ηγεσία αδρανούσε, και που πάντως την υπέθαλπτε σιωπηλά και τη δικαίωνε έπειτα.

Η περίπτωση της ΟΠΛΑ τέτοια «απόδειξη» συνιστά. Ήδη από την εποχή που εμφανίστηκε για τους αστούς πολιτικούς και τους Βρετανούς ήταν η οργάνωση που ταίριαζε στην πολιτική φυσιογνωμία των κομμουνιστών, ο μηχανισμός που έκανε τη βρώμικη δουλειά στα πλαίσια του επαναστατικού προτάγματος του ΚΚΕ, της μορφής της περιόδου της Τρομοκρατίας της Γαλλικής Επανάστασης. Ακραίοι κομμουνιστές ξεκαθάριζαν τους μαχητικούς εθνικόφρονες πολίτες που θα τους απέτρεπαν να καταλάβουν την εξουσία. Τα μέσα πάντα τα ίδια: δολοφονίες στο σκοτάδι, με συνοπτικές διαδικασίες από ανθρώπους με τυφλή προσήλωση στη βία και αντικοινωνικό μίσος. Ενίοτε και από πρόθεση εκδίκησης, όπως ένας άνθρωπος της νύκτας, ένας μαφιόζος ξέρει να εκδικείται. Όπως έγραφαν τα φυλλάδια των νικητών του εμφυλίου έπρεπε να πολεμά κανείς διαρκώς τους κομμουνιστές, και να μην παρασυρθεί από τη φιλειρηνική τους ρητορεία για να μην «ιδή την γυναίκα του να ατιμάζεται, τα παιδιά του είτε να τσακίζονται κάτω από το πέλμα του Σλάβου, είτε να απάγωνται από την γενιτσαριά, είτε να σφάζονται στους δρόμους και τις πλατείες»[4].

Για αυτό, για έναν ορισμένο τύπο ιστορικής αφήγησης, δεν χρειάζονται καν οι ρητές αποδείξεις των εντολών των ηγητόρων του ΚΚΕ. Μυστικά δίνονταν οι εντολές, που όλοι ήξεραν ποιος τις έδινε (άρα δεν χρειάζονται αποδείξεις), ενώ οι δολοφόνοι της ΟΠΛΑ, πωρωμένα ενεργούμενα, εκδικούνταν ακόμα και συγγενείς των «στόχων», δρούσαν και πολλοί ως απόρροια του θυμικού τους, μέσω αυτού που αποκαλούν οι ψυχολόγοι καθ΄ έξη βία, και εκτελούσαν τους αντιπάλους τους με τη λογική του σκύλου που οριοθετεί το χώρο του, ακόμα για ένα σύνθημα στους δρόμους που ήλεγχαν και που σβήστηκε, για ένα καρβέλι ψωμί που αφαιρέθηκε από τα συσσίτια που οργάνωναν, για την τιμή της φατρίας που θίχθηκε από μια πόρνη που πήγε με Γερμανό στρατιώτη. Πάντα ο αριθμός των θυμάτων παρέμενε αδιευκρίνιστος ώστε να εξάπτει τη φαντασία: ήταν 200, 500, 50.000, αν και ποτέ δεν διευκρινίστηκε ο καθένας όφειλε να μείνει με την εντύπωση ότι επρόκειτο για μια μαζική σφαγή.

Στο ερώτημα γιατί όλα αυτά, όταν το ΕΑΜ δεν έθετε θέμα εξουσίας, διατυμπάνιζε ακόμη και μέσω του BBC την ανάγκη ομαλότητας[5] έλαβε μέτρα ώστε ακόμα και οι ορκισμένοι εχθροί του, τα Τάγματα Ασφαλείας να μην υποστούν, αν δεν χρησιμοποιούσαν τα όπλα τους, αντίποινα, δεν δίνεται καμία απάντηση από την εμφυλιοπολεμική βιβλιογραφία αλλά ούτε αναφέρεται καν ως γεγονός στα αφηγήματα αυτά, παρότι ο ΕΛΑΣ πέτυχε το ασύλληπτο όσοι άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας παραδόθηκαν να μεταφερθούν απολύτως ομαλά στις Σπέτσες και να παραδοθούν στην κυβέρνηση (και μετά να χρησιμοποιηθούν στα Δεκεμβριανά) με ρητές εντολές της ηγεσίας του ΚΚΕ ότι δεν δικαιολογούνταν καμίας μορφής αντεκδίκηση.[6] Γιατί δεν είναι ευνόητο ερώτημα πως η ΟΠΛΑ σκότωνε όποιον εύρισκε μπροστά της, όπως η μετεμφυλιακή ρητορεία το παρουσίαζε, όταν ο ΕΛΑΣ χρησιμοποίησε βία μόνο όταν, όπως ήταν και η εντολή της κυβέρνησης της Μέσης Ανατολής, οι Ταγματασφαλίτες αρνήθηκαν να παραδοθούν, και πάντως υπό την υπό την εποπτεία Βρετανών συνδέσμων, τους οποίους το ίδιο το ΕΑΜ κατέστησε τιμητές της υπόθεσης;[7] Να σημειωθεί ότι στη Γαλλία και την Ιταλία κατά την απελευθέρωση οι νεκροί από αντεκδικήσεις των παρτιζάνων τις ημέρες της απελευθέρωσης έφτασαν στις 17.000 και 19.000 αντίστοιχα[8]. Το επιχείρημα δε ότι τα εγκλήματα της ΟΠΛΑ έγιναν επειδή η κυβέρνηση ή οι Βρετανοί τα αγνοούσαν, οφείλεται προφανώς σε άγνοια αφού η ΟΠΛΑ ήταν το αγαπημένο θέμα της προπαγάνδας της εξόριστης κυβέρνησης από τα τέλη του 1943. Επιπλέον, η συλλογιστική ότι τα «Δεκεμβριανά» απέδειξαν ότι το ΚΚΕ απλά κέρδιζε χρόνο όταν υποσχόταν ομαλότητα κατά την απελευθέρωση, θεωρώντας τα ως κατάληξη ενός πραξικοπήματος που η ΟΠΛΑ δρομολογούσε ήδη από την Κατοχή (που για εξίσου αδιευκρίνιστους λόγους δεν εκδηλώθηκε όταν έπρεπε αλλά καθυστέρησε και έφτασε Δεκέμβρης), είναι βάσιμη μόνο για όσους υιοθετούν πλήρως τη διεθνή και την εγχώρια προπαγάνδα των Βρετανών για τα Δεκεμβριανά.

Ωστόσο, η επιβεβαίωση ή η διάψευση μιας αφήγησης στα πλαίσια ενός επιστημονικού διαλόγου, όπως θα ήθελε ο Πόππερ, προϋποθέτει τις λιγότερες δυνατές αντιφάσεις στην αφήγηση αυτή και τουλάχιστον την εκδήλωση της πρόθεσης να περιοριστούν οι αντινομίες της. Γιατί πώς αλλιώς μπορεί να γίνει ο διάλογος όταν η απουσία συνοχής των ιστορικών προτάσεων αιτιολογείται υπόρρητα από τα θέσφατα της κοινής ακροδεξιάς πεποίθησης και δεν τίθενται εν αμφιβόλω ακόμα και όταν προκύπτει θέμα κοινής λογικής. Μάλιστα, όταν οι πεποιθήσεις αυτές σχηματίστηκαν ως επί το πλείστον ως προϊόν ενός εκτεταμένου χειρισμού συνειδήσεων και μάλιστα με την παροχή εμπειρικού υλικού που ήταν έμπλεο συναισθηματισμού, κατασκευασμένο να προκαλέσει την οργή και την απέχθεια των πολιτών.

Αυτή η οργή και η απέχθεια, που κατασκευάστηκε με την επικύρωση και της «ανεξάρτητης» Δικαιοσύνης του εμφυλίου, τα Κακουργιοδικεία και τα Έκτακτα Στρατοδικεία, νομιμοποίησε, εκτός από τα Τάγματα Ασφαλείας, τους παρακρατικούς (ο Λόρδος Moyne, Βρετανός υπουργός στο Κάιρο, το καλοκαίρι του 1944 πρότεινε την ενσωμάτωση των Ταγμάτων στον μελλοντικό εθνικό στρατό αφού κατά τη γνώμη του δημιουργήθηκαν ως απάντηση στην κομμουνιστική βαρβαρότητα που γινόταν όλο και πιο ακραία[9]), και όλο το καθεστώς του μετεμφυλιακού κατατρεγμού εις βάρος των οπαδών της Αριστεράς. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι μεγάλο τμήμα του κατασταλτικού βάρους του μετεμφυλιακού κράτους έπεσε στις κυρώσεις εις βάρος των «εγκλημάτων» της Αριστεράς στην Κατοχή και πιθανόν λιγότερο σε εκείνα του εμφυλίου. Γιατί οι καταδίκες των εγκλημάτων της Κατοχής αποτελούσαν τμήμα μιας τελετουργίας που στόχευε να αποκαθηλωθεί η αντιφασιστική εμπειρία των μαζών και το κύρος της που τροφοδοτούσε τη συλλογική μνήμη με αισθήματα πατριωτικού χρέους έναντι των αγώνων της Αριστεράς. Για αυτό το λόγο, ακόμα και στα 1962 από τους 1600 ακόμα εξόριστους και φυλακισμένους οι 1.100 κρατούνταν για εγκλήματα που διαπράχθηκαν στην Κατοχή. Ιδίως η δράση της ΟΠΛΑ, όπως και της «Στενής Αυτοάμυνας» του εμφυλίου, προσέφερε την πλέον ευνοϊκή σκηνή για τη θεατρική δραματοποίηση των εγκλημάτων της Αριστεράς αφού στηρίχθηκε στις μαρτυρίες είτε των «ανανηψάντων», είτε των «απλών» πολιτών το κύρος των οποίων επιβεβαίωσε η δικαστική διαδικασία και ο εκάστοτε στρατοδίκης. Όπως έγραφαν οι εκθέσεις των Επιτροπών Προπαγάνδας μέσα στην αστυνομία, τη Χωροφυλακή τη δεκαετία του 1960, οι κομμουνιστές δεν ξέχασαν ποτέ τις σφαγές που προκάλεσαν στην Κατοχή (και αφού οι εκθέσεις απαριθμούσαν μερικά από τα ειδεχθή τους εγκλήματα, στην κορωνίδα των οποίων βρίσκονταν αυτά της ΟΠΛΑ) υποδείκνυαν στους απλούς αστυφύλακες ότι αν τους επιτρεπόταν θα τις επαναλάμβαναν χωρίς κανένα δισταγμό.[10]



Υπό την έννοια αυτή οποιαδήποτε αναφορά στο ιστορικό παράδειγμα της ΟΠΛΑ δεν πρέπει να ξεχνά ότι σε αυτό στηρίχθηκε η εκτέλεση, ο βασανισμός, ο αποκλεισμός ή κατασυκοφάντηση χιλιάδων αριστερών δεκαετίες ολόκληρες. Κατά τον ίδιο τρόπο, σε μια εποχή που ερωτοτροπεί με την αναβίωση της ιδεολογίας των κομμουνιστικών εγκλημάτων και της «Μαύρης Βίβλου» τους, και μάλιστα σε διεθνές επίπεδο, η εκ νέου ανακάλυψη της ΟΠΛΑ, ήρθε ως απόπειρα επιβεβαίωση της ύπαρξης του σκοτεινού και εγκληματικού κομμουνισμού ελληνικής εκδοχής που ξεχάστηκε και έδωσε τη δυνατότητα στους σφαγείς να εμφανίσουν ως ηρωϊκό παρελθόν τις πράξεις τους (και στους σύγχρονους Αριστερούς να ομνύουν υπέρ του παρελθόντος τους).


Το γεγονός ότι η ΟΠΛΑ έδρασε πράγματι σαν αυτό που ήταν, δηλαδή οργάνωση προστασίας των λαϊκών αγώνων σε μια εποχή που οργίαζαν τα Τάγματα Ασφαλείας, τα μπλόκα, οι καταδόσεις και η δράση πάσης φύσης παρακρατικών δεν απασχόλησε καν τη φιλολογία περί εγκλημάτων της Αριστεράς. Όπως επίσης το γεγονός ότι θύματα «των Ελλήνων εθνικιστών» δεν ήταν μόνο οι κομμουνιστές, αλλά οι συγγενείς τους, οι πατριώτες και όποιος άλλος είχε την ατυχία να βρεθεί στον δρόμο τους. Ούτε βέβαια εμφαίνεται ότι αυτοί οι προστάτες των όσιων και ιερών της φυλής δεν πολεμούσαν καν τον ΕΛΑΣ (οι περισσότεροι δεν τολμούσαν να συγκρουστούν μαζί του ακόμα και με όλη τη Βέρμαχτ στο πλάι τους) αλλά την άοπλη κοινωνία που τόλμησε έστω και παθητικά να αντισταθεί στους κατακτητές και στήριξε έμμεσα την ένοπλη αντίσταση. 

Όμως, ακόμα και αν η ΟΠΛΑ ήταν μια εγκληματική οργάνωση, όπως για χρόνια φιλολογούσε η εμφυλιοπολεμική ρητορεία, στη βάση της βουλησιαρχικής λογικής ότι ο κομμουνιστής θέλει να εξοντώσει τον πολιτικό του αντίπαλο πάσει θυσία και μάλιστα στο σκοτάδι, καθιστώντας «Παιδική Χαρά» τις οργανωμένες διαδικασίες κινήματος του ΕΑΜ, δεν δόθηκε ποτέ μια έστω και στοιχειώδης απάντηση σε σειρά ερωτημάτων, όπως ποιος έδωσε τις εντολές αυτές (με ντοκουμέντα) και όχι στη βάση «μαρτυριών», που αποσκοπούσε και πώς η δράση αυτή εγγράφεται στη συνολική πολιτική του ΚΚΕ της εποχής; Πως συμβιβάζεται η δράση της ΟΠΛΑ με τη στρατηγική του ΚΚΕ και του ΕΑΜ κατά την απελευθέρωση; Και ποια ήταν η γενική στρατηγική του ΚΚΕ την περίοδο εκείνη; Ήταν εμφυλιοπολεμική και μόνο από ανοησία οι κομμουνιστές δεν επωφελήθηκαν κατά τη διάρκεια της απελευθέρωσης όταν δεν υπήρχαν αρχές στη χώρα; Γιατί αν στο οποιοδήποτε αφήγημα προστεθεί έστω η φρασούλα ότι το ΕΑΜ στο πρόγραμμα του δεν έθεσε άλλο πολιτικό στόχο παρά τη διεξαγωγή ελεύθερων εκλογών μετά την Απελευθέρωση της χώρας,[11] τότε πιθανόν αλλάζει πλήρως το κλίμα που επιδίωξε η έρευνα των εγκλημάτων της ΟΠΛΑ να υποδαυλίσει.



Είναι επίσης θέμα αν ελεγχόταν απόλυτα ή σε πιο βαθμό από την ηγεσία του κόμματος η ΟΠΛΑ και από τον οποιονδήποτε ήθελε να υποκαταστήσει την επίσημη πολιτική του κόμματος; (Για παράδειγμα ο Γ. Ζεύγος στην εισήγησή του στην 10η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, τον Ιανουάριο του 1944 υπαινίχθηκε ότι πολλές από τις αυτοδικίες που είχαν παρατηρηθεί ήταν αποτέλεσμα πρακτόρων του εχθρού στις τάξεις του ΕΛΑΣ.)[12] Έχει ευθύνη η ηγεσία και για τη δολοφονία ενός λούστρου που, κατά τα υπάρχοντα αφηγήματα, υποτίθεται διέπραξε η ΟΠΛΑ ή τέλος πάντων ο τρελαμένος οπλοφόρος της οργάνωσης; Επίσης αν κανείς αναφέρει τον Πλουμπίδη ως υπεύθυνο της ΟΠΛΑ ποια έννοια αυτό έχει; Ήταν αυτός που έδινε τις εντολές των δολοφονιών; Μήπως θα πρέπει να προστεθεί αυτό στο βιογραφικό του; Και με βάση ποιες αποδείξεις;

Όταν καταπιάνεται κανείς με τέτοια ιστορικά ζητήματα είναι υποχρεωμένος για να διαλύει την αχλή της ιδεολογίας να απαντά πρωτίστως σε ερωτήματα που εγγράφουν το επιμέρους στο συνολικό και να το εξηγούν ως τμήμα μιας ολότητας διαδικασιών. Για παράδειγμα πώς τα «εγκλήματα» της ΟΠΛΑ σχετίζονται με την οδηγία Γ. Σιάντου προς τα μέλη του ΚΚΕ, ήδη από τα 1942, ότι η λογική ότι οποιαδήποτε πρακτική, αν εξυπηρετούσε τις ανάγκες του αγώνα θα ήταν δικαιολογημένη, ήταν μια λογική που «δεν άρμοζε σε κομμουνιστές και λογικούς ανθρώπους»;[13] Γιατί αν η ΟΠΛΑ σκότωνε κατά βούληση, τότε γιατί στα Αρχεία του ΚΚΕ υπάρχουν σειρά εγγράφων που προειδοποιούσαν τα κομματικά μέλη να αποφεύγουν περιττή βία, να μην προκαλούν την κοινωνία,[14] και να «θαμπώνουν με τη συμπεριφορά τους τον πληθυσμό;[15] Και πώς η δολοφονία ενός καταδότη ή αντιπάλου συνηγορούσε στους μακροπρόθεσμους στρατηγικούς σκοπούς του ΚΚΕ; Τι κέρδιζε από αυτήν; Ήταν τμήμα σχεδίου για την εξόντωση όλων των αντιπάλων του κόμματος; Και ήταν πράγματι πολιτικός ο αντίπαλος με τη στενή έννοια του όρου; Και αν ναι, γιατί οι πολιτικοί αντίπαλοι του ΚΚΕ ήταν ταυτόχρονα και προδότες και καταδότες; Και πόσοι ήταν αυτοί; Μήπως τους περιποιείται μεγάλη τιμή αποδίδοντάς τους το status του πολιτικού αντιπάλου, διαβάλλοντας τους πραγματικούς πολιτικούς αντιπάλους του ΚΚΕ, που ευτυχώς δεν ήταν όλοι προδότες, ούτε χαίρονταν να υποδεικνύουν πρόσωπα αόπλων πολιτών για να καταλήξουν στο σκοπευτήριο της Καισαριανής;


Για την ιστορική γνώση είναι απαραίτητο να επιχειρηθεί απάντηση στο ερώτημα ποια είναι τα αίτια και οι σχέσεις που συγκροτούν τα αποτελέσματα των ιστορικών γεγονότων. Χωρίς αυτά υπάρχουν μόνο δημοσιογραφικά ρεπορτάζ και όχι επιστημονική ιστορία, που να προσεγγίζει την πραγματική ιστορία. Και μάλιστα όταν στηρίζεσαι ως αποδεικτικό υλικό στα Κακουργιοδικεία και τα Έκτακτα Στρατοδικεία της περιόδου του εμφυλίου πολέμου ή στις δηλώσεις «αυτοπτών» μαρτύρων ή στις «θύμισες» δευτεραγωνιστών. Γιατί οφείλοντας να αναδείξουμε τις σκοτεινές πλευρές της ιστορίας μας, οφείλουμε ταυτόχρονα ως ιστορικοί να εξηγήσουμε γιατί η ηγεσία του ΚΚΕ, την άνοιξη του 1944, απεύθυνε επιστολές στον Τσώρτσιλ που του ζητούσε βοήθεια σε εξοπλισμό και επικαλούνταν τη δική του παλαιά και απαράλλακτη προσωπική συμπάθεια(;),[16] όταν την ίδια στιγμή έδινε εντολές για φόνους εκατοντάδων ανθρώπων στα σοκάκια της Αθήνας για να επιτύχει τον πολιτικό του στόχο, δηλαδή την εκδίωξη και των Βρετανών από την Ελλάδα. Και γιατί απέφυγε το ΚΚΕ μετά μανίας να κατηγορηθεί για πλημμελή στάση στα εθνικά ζητήματα και διέλυσε όλες τις αυτονομιστικές σλαβομακεδονικές ομάδες παρότι επικαλούνταν κομμουνιστικά συνθήματα[17] για να μην δώσει λαβές στους αντιπάλους του; Και γιατί το ΕΑΜ και το ΚΚΕ αφού είχε σκοπό να ξεκαθαρίσει τα πράγματα υπέγραψαν τη συμφωνία στο Μυρόφυλλο- Πλάκα με τον ΕΔΕΣ, και γιατί καταδίκασε τη δολοφονία Ψαρρού,[18] και απολογήθηκε στον Λίβανο σαν βρεγμένη γάτα στις κατηγορίες των Βρετανών και της κυβέρνησης;[19] Και γιατί επέτρεψε Βρετανούς συνδέσμους να καταστούν μάρτυρες ότι αποφεύχθηκαν οι αντιδικίες κατά την απελευθέρωση,[20] όταν φιλολογεί κανείς για πρακτικές ατομικής τρομοκρατίας και ειδεχθούς συμπεριφοράς της ΟΠΛΑ στην Αθήνα που χρησιμοποιούσαν ως βούτυρο στο ψωμί τους οι εχθροί του ΚΚΕ για να τρομοκρατήσουν τους πολίτες και να επιχειρηματολογούν εναντίον του δολοφονικού κομμουνισμού (το έκαναν έτσι και αλλιώς οι κατοχικές κυβερνήσεις κατασκευάζοντας με βιομηχανία προβολής των εγκλημάτων της Αριστεράς); Και να σκεφτεί κανείς ότι η Γραμματεία Δικαιοσύνης της ΠΕΕΑ, στις 6 Ιουλίου 1944 απαγόρευσε στα λαϊκά δικαστήρια να εκδίδουν αποφάσεις για διαζύγια, για να μην θυμώσει η εκκλησία. Ούτε είναι προφανώς ανεξάρτητο από την επιδίωξη ώστε να εξασφαλιστεί η αποδοχής της ευρύτερης κοινωνίας το γεγονός ότι όπου έστησε εξουσίες το ΕΑΜ, ακόμη και στα Ανταρτοδικεία, συμμετείχαν αντιπρόσωποι των τοπικών κοινωνιών ώστε να εξασφαλιστεί η συναίνεση τους.[21]

Έναντι των ιστορικών ρεπορτάζ από τα οποία έβριθαν τα γραφεία των αντικομμουνιστικών τμημάτων της Ασφάλειας, ας επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να διαπιστώσουν ότι η δράση της ΟΠΛΑ ήρθε ως συνάρτηση και απάντηση στην πανικόβλητη και τυφλά αιματηρή αντίδραση των κατακτητών μετά την ίδρυση της ΠΕΕΑ, την αποτυχία των εκκαθαριστικών τους επιχειρήσεων, ιδίως στα βουνά της Πίνδου, τον χειμώνα του 1943-44, και την επίτευξης της συμφωνίας μεταξύ των ανταρτικών οργανώσεων στο Μυρόφυλλο-Πλάκα, στα τέλη Φεβρουαρίου 1944, που ακύρωσαν τις επιδιώξεις των Γερμανών να καθυποτάξουν την αντίσταση χρησιμοποιώντας τη μια αντιστασιακή οργάνωση εναντίον της άλλης.[22]Η οικονομική κατάσταση ήταν τραγική, οι Γερμανοί διαπίστωναν ότι το ηθικό του πληθυσμού που τους υποστήριζε είχε καταρρεύσει, η Βέρμαχτ δεν ήλεγχε πλέον κανένα τμήμα της χώρας, ενώ ανέμεναν μαζική επίθεση από τους αντάρτες ακόμα και στην ίδια την Αθήνα και εξέταζαν τον τρόπο που έπρεπε να προστατευτούν τα μέλη της ελληνικής κατοχικής κυβέρνησης και οι οικογένειες τους. Στο πλαίσιο του πανικού τους ακόμα και τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό θεωρούσαν απειλή και τον έθεσαν υπό κράτηση στο σπίτι του μέχρι να τον απελευθερώσουν, στα τέλη Αυγούστου του 1944, για να τον χρησιμοποιήσουν πλέον ως συνομιλητή με τους Βρετανούς κατά την αποχώρησή τους από την Αθήνα.[23]

Για τους Γερμανούς η μόνη λύση όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα στην Ελλάδα μετά την εφαρμογή του «Σχεδίου Κιβωτός» ήταν να αξιοποιήσουν το χαρτί της υποδαύλισης (Storpolitik) των αντιθέσεων μεταξύ του ΕΑΜ και των εγχώριων αντιπάλων του και να τους εξωθήσουν σε ένα πόλεμο μέχρις εσχάτων. Δεδομένου ότι δεν διέθεταν οι ίδιοι επαρκείς δυνάμεις, αλλά και το στρατόπεδο των υποστηρικτών τους δεν είχε κατορθώσει να ενσωματώσει παρά αμελητέες δυνάμεις, επιχείρησαν να δημιουργήσουν όρους εμφύλιας σύγκρουσης, προκαλώντας τυφλές και ειδεχθείς συγκρούσεις με το επίχρισμα μιας αντικομμουνιστικής σταυροφορίας. Η πολιτική αυτή σήμαινε την προκλητική σκλήρυνση της δράσης των Ταγμάτων Ασφαλείας, που γινόταν συνεχώς πιο αποκρουστική ώστε να παρασύρει το ΕΑΜ σε ενέργειες που θα εξωθούσαν τον απρόθυμο αστικό πολιτικό κόσμο να ενταχθεί στη σύγκρουση.[24] Την ίδια στιγμή εξαπέλυσαν εκατοντάδες καταδότες για να δώσουν τις οδηγίες ώστε να περικυκλώσουν σειρά συνοικιών της Αθήνας και του Πειραιά, ιδίως σε γειτονιές που ενίσχυαν τη δράση του ΕΑΜ, συλλαμβάνοντας χιλιάδες πατριώτες, εξωθώντας τον τοπικό πληθυσμό να εγκαταλείψει τις κατοικίες του και στέλνοντας στο Χαϊδάρι χιλιάδες εαμικούς με τη συνδρομή των ταγμάτων Ασφαλείας, δυνάμεων της Χωροφυλακής αλλά και των κουκουλοφόρων που κλήθηκαν να εξασφάλιζαν ότι οι επιλεχθέντες προς εκτέλεση θα ήταν μόνο οι Αριστεροί και οι οικογένειες τους.[25]Ταυτόχρονα δεκάδες έντυπα, προκηρύξεις των Γερμανών και ανακοινώσεις της κυβέρνησης Ράλλη κατήγγειλαν τις ειδεχθείς ενέργειες των κομμουνιστών κατά αθώων εθνικοφρόνων πολιτών ή τις επιπτώσεις της άφρονης δράσης της αντίστασης εις βάρος των φιλήσυχων πολιτών.[26]

Πράγματι, δεδομένου ότι ο ΕΛΑΣ στα 1944 δύσκολα μπορούσε να αντιμετωπιστεί στην ελληνική ύπαιθρο, το κύριο βάρος πλέον της γερμανικής Κατοχής έπεσε στις πόλεις. Και αυτό για δύο επιπλέον λόγους. Αφενός, στα βιομηχανικά κέντρα έπρεπε, σε σχέση με την τροπή που έπαιρνε ο πόλεμος, να παραμείνουν πάση θυσία ανοικτά τα εργοστάσια. Ιδίως για τους Γερμανούς το μεγαλύτερο πρόβλημα βρισκόταν στα εργοστάσια του Πειραιά.[27] Αφετέρου, επειδή διαφαινόταν ότι επίκειτο η γερμανική υποχώρηση, έπρεπε οι πόλεις που διέθεταν λιμάνια και οδικούς κόμβους να οχυρωθούν και να εκκαθαριστούν από την Αντίσταση, ώστε να χρησιμοποιηθούν για τη διαφυγή των Γερμανών στρατιωτών. Ήδη από τις 7 Φεβρουαρίου η ηγεσία της Βέρμαχτ ανέμενε συμμαχική επίθεση με εκτεταμένους βομβαρδισμούς στον Πειραιά και την Αττική.[28] Το γεγονός ότι 37 γερμανικά πλοία βυθίστηκαν με δολιοφθορές την περίοδο Δεκεμβρίου-Ιανουαρίου 1944, πολλά μέσα στο λιμάνι του Πειραιά, πανικόβαλε τους Γερμανούς, ιδίως έναντι του ενδεχομένου Βρετανοί και ΕΛΑΣ να συνδυάσουν τις δυνάμεις τους.[29] Εξαιτίας αυτού γερμανικά καϊκια μετέφεραν μαζικά πολεμικό υλικό για να εξοπλιστούν Έλληνες και Γερμανοί στην Αθήνα, ώστε να προστατευθούν από μια ενδεχόμενη εξέγερση του πληθυσμού.[30]

Είναι χαρακτηριστικό του πανικού τους ότι οι Γερμανοί ακόμα και έναντι των επικείμενων διαδηλώσεων του ΕΑΜ στις 25 Μαρτίου 1944 φοβούνταν το ενδεχόμενο μιας τέτοιας μαζικής εαμικής εξέγερσης. Σχεδίαζαν δε ότι αν ξέφευγε η κατάσταση θα προχωρούσαν σε βομβαρδισμό συνοικιών της Αθήνας.[31] Για αυτό και έδωσαν εντολή να μετακινηθούν οι υπηρεσίες τους εκτός Αττικής. Ήταν δύο μήνες αργότερα που ήρθε και η επίσημη διαταγή από τον ίδιο τον αρχικά απρόθυμο Χίτλερ, μέσω του στρατάρχη Μ. Βάικς, να προετοιμάσουν την άμεση εκκένωση της επικίνδυνης Ελλάδας.[32]

Ήταν οι ίδιοι λόγοι πανικού έναντι της Αντίστασης που υποχρέωσε τους Γερμανούς να αναζητήσουν, ήδη από το φθινόπωρο του 1943, ακόμα και μυστικές διαπραγματεύσεις με τους Βρετανούς για να διασφαλίσουν τα νώτα τους, τις οποίες τελικά απέρριψε, στις 3 Μαρτίου 1944, το Foreign Office για να μην κατηγορηθεί ότι διασπούσε το αντιφασιστικό μέτωπο στην Ελλάδα.[33] Την ίδια στιγμή οι Γερμανοί επιχείρησαν με τη γενίκευση των αντιποίνων σε περιοχές που θα λειτουργούσαν ως άξονες διαφυγής των στρατευμάτων τους να τρομοκρατήσουν τον πληθυσμό και να τον στρέψουν κατά του ΕΑΜ. Για αυτό σε όλη την περιοχή της βορειοδυτικής Πελοποννήσου και της Ανατολικής Στερεάς πραγματοποιείται σειρά αντιποίνων από τον Φεβρουάριο μέχρι και το φθινόπωρο του 1944. Είναι χαρακτηριστικό ότι για σφαγές οι κατακτητές δεν επέλεγαν ανταρτοχώρια αλλά, όπως το Δίστομο, τον Ιούνιο του 1944, χωριά που ήταν από τα «ήσυχα» της εποχής. Ο λόγος εξηγείται από την ανακοίνωση των ίδιων των αρχών Κατοχής που δόθηκε στη δημοσιότητα λίγο μετά τη σφαγή για να τη δικαιολογήσει: «μια αγγλοαμερικανική εισβολή θα συνεπλήρωνε ό,τι ήρχισεν ο εμφύλιος κομμουνιστικός πόλεμος: την αυτοεξόντωσιν και την εξολόθρευσιν του ελληνισμού». Και συμπλήρωνε ότι ο λαός όφειλε να απέχει «από το να λαμβάνη οιανδήποτε πολιτικήν ή, προ παντός, στρατιωτικήν στάσιν». [34]


Έτσι, σε συνθήκες όπου ο φόβος ωθούσε τους Γερμανούς να σχεδιάζουν, τον Ιούλιο του 1944, να προβούν σε μαζικές συλλήψεις χιλιάδων Αθηναίων, πιθανόν για ορισμένες συνοικίες όλων των ανδρών, η κυβέρνηση Ράλλη διατάχθηκε να μεταφέρει στην Αθήνα μεγάλο τμήμα των δυνάμεων της Χωροφυλακής από την Κεντρική Ελλάδα και τη Μακεδονία, συγκροτώντας το Σύνταγμα Συγκεντρώσεως Χωροφυλακής Αθηνών με αιχμή του δόρατος την Ειδική Ασφάλεια Χωροφυλακής που συγκρότησε Τάγμα.[35] Τη συνολική ευθύνη είχε η Διεύθυνση Ειδικής Ασφάλειας του Κράτους υπό τον περιβόητο υποστράτηγο Αλ. Λάμπου. Ταυτόχρονα στις 5 Φεβρουαρίου 1944 η κυβέρνηση Ράλλη με εντολή της διέταξε όλους τους αξιωματικούς του ελληνικού τακτικού στρατού να καταταγούν στα Τάγματα Ασφαλείας.[36] Ακόμα και η κυβέρνηση της Μέσης Ανατολής κλήθηκε να συγκατανεύσει στα σχέδια αυτά με το πρόσχημα ότι, όπως εξήγησε στο Κάιρο ο εμπνευστής του σχεδίου Στ. Γονατάς, οι εθνικόφρονες αναγκάστηκαν να πάρουν όπλα από τους Γερμανούς ώστε να προστατεύσουν την Αθήνα από την επιβολή του κομμουνισμού.[37]

Οι εντολές για εκκαθαρίσεις δόθηκαν τόσο για την Κοκκινιά, ήδη από το Μάρτιο του 1944 και τις ίδιες μέρες για την Πλάκα, το Κουκάκι, τη Νέα Ελβετία, την Καλογρέζα, του Ζωγράφου του Γκύζη, τη Νέα Σμύρνη, την Καλλιθέα, την Νέα Ιωνία, καιν λίγο αργότερα στην Καισαριανή το Μαραθώνα κλπ, επίσης συνοικίες με έντονη αντιστασιακή παρουσία. Ενδεικτικά για τις ενέργειες αυτές στην Κοκκινιά εκτός από 2000 Γερμανούς στρατιώτες κινητοποιήθηκαν από τη Χωροφυλακή και την Αστυνομία, μετά από εντολή του Υπουργείου Εσωτερικών της κυβέρνησης Ράλλη, 5000 χωροφύλακες και ταγματασφαλίτες. Μαζί τους ήταν και άνδρες της Ειδικής Ασφάλειας με τους οποίους ο ΕΛΑΣ έδωσε μάχη από σπίτι σε σπίτι. Στην Καλογρέζα, τη νύχτα στις 16 Μαρτίου 1944 οι Γερμανοί συγκέντρωσαν όλο τον αρσενικό πληθυσμό της συνοικίας, περίπου 700 άτομα τους στοίβαξαν σε μια μάντρα και τους βασάνισαν με βούρδουλες. 26 που υποδείχθηκαν από τους καταδότες εκτελέστηκαν πάραυτα. Στις 21 Απριλίου 1944 μέσα στην ίδια την εκκλησία, όπου οι κάτοικοι γιόρταζαν την εορτή της Ζωοδόχου Πηγής οι κατακτητές και οι συνεργάτες τους συγκέντρωσαν όσους από τους κατοίκους τους υποδείχθηκαν από τους καταδότες και τους έστειλαν στο Χαϊδάρι. Στο Βύρωνα, στις 7 Αυγούστου 1944, οι κατακτητές, αφού εκτέλεσαν μετά από μπλόκο επί τόπου 11, πήραν 1100 ομήρους που υπέδειξαν οι καταδότες και τους έστειλαν στο ίδιο στρατόπεδο. Στις 9 Αυγούστου 1944 2000 κάτοικοι του Κατσιποδιού στάλθηκαν στο Χαϊδάρι και με υπόδειξη κουκουλοφόρων εκτελέστηκαν περίπου 100 και κάηκε η συνοικία Αρμένικα. Στην Κοκκινιά σε νέα γερμανική επιχείρηση στις 17 Αυγούστου 1944 στην πλατεία της Οσίας Ξένης συγκεντρώθηκαν όλοι οι κάτοικοι πάνω από 15 ετών. Περισσότεροι από 150 υποδείχθηκαν από μασκοφόρους και εκτελέστηκαν επί τόπου. 8000 κάτοικοι μεταφέρθηκαν στο Χαϊδάρι. 

Αλλά πέραν των υποδείξεων στο πλαίσιο της εφαρμογής του σχεδίου άλωσης των συνοικιών της Αθήνας, ο ρόλος των καταδοτών ήταν καταλυτικός για να μπουν οι κατακτητές στις συνοικίες, πολλές από αυτές απόρθητες, αποτελούμενες από μικρά σπίτια με αυλές, από χωματόδρομους και σοκάκια και από δημόσια κτίρια στα οποία τα πολυβόλα που έστηνε η αντίσταση είχαν τη δυνατότητα να πλήττουν στόχους σε ολόκληρη τη συνοικία. Έπρεπε για αυτό για όποιον εισέβαλε σε μια συνοικία να υπάρχει κατασκοπία εκτεταμένη και η συνδρομή των προδοτών ήταν απαραίτητη. Αλλά πέραν αυτού καταλυτικός ήταν ο ρόλος των καταδοτών και σε σχέση με την επιβολή των μέτρων τάξης στην Αθήνα, όπου ακόμα και ο ΕΔΕΣ Αθήνας διαμαρτυρόταν στην κυβέρνηση Ράλλη, ότι αν και είχε δίκιο στην αντιμετώπιση των «αναρχικών στοιχείων», οι μαζικές συλλήψεις, οι βασανισμοί συνήθως αθώων πολιτών είχαν ξεπεράσει τα όρια.[38] Να σημειωθεί ότι οι καταδότες λόγω ζήλου δεν έκαναν διακρίσεις: και η συμμαχική οργάνωση «Απόλλων» εξαρθρώθηκε τον Μάρτιο του 1944, πάλι από προδοσία.[39]

Αυτούς ακριβώς επιχείρησε να σταματήσει η ΟΠΛΑ, τρομοκρατώντας όσους είχαν αποφασίσει να εμπλακούν στον κυκλώνα καταδόσεων. Όπως έγραφε η προκήρυξή της που δόθηκε στη δημοσιότητα και έφτασε στο Κάιρο, ρόλος της οργάνωσης ήταν να εξοντώσει κάθε προδότη που δολοφονεί, προδίδει και συλλαμβάνει αγωνιστές του λαού. Έτσι, στράφηκε κατά της Εθνικής Ενώσεως Ελλάς (ΕΕΕ) που την οργάνωσαν οι γερμανικές μυστικές υπηρεσίες και τη διέλυσε το καλοκαίρι του 1944[40], στράφηκε κατά του παραρτήματος της Αθήνας του Εθνικού Αγροτικού Σύνδεσμου Αντικομμουνιστικής Δράσης (ΕΑΣΑΔ) που υπαγόταν στην Γκεστάπο, καθώς και τους εθελοντές που είχαν συστήσει οι Ομάδες Προκεχωρημένης Αναγνώρισης της Abwehr που έργο τους ήταν η ανακάλυψη αντιστασιακών, η Οργάνωση Εθνικό Μέτωπο Ελλάδος του Γ. Ριζόπουλου.[41]

Αλλά το γεγονός ότι επρόκειτο για ανορθόδοξο πόλεμο διευκόλυνε την προπαγάνδα των Γερμανών και της κυβέρνησης Ράλλη περί των σφαγέων κομμουνιστών. Όλες οι αθηναϊκές εφημερίδες της Κατοχής περιέγραφαν, με εντολή της κυβέρνησης Ράλλη, τα εγκλήματα της οργάνωσης. Αλλά και η κυβέρνηση της Μέσης Ανατολής έσπευσε να αξιοποιήσει τις «καταγγελίες» για να υλοποιήσει τη βρετανική εντολή να βρεθεί τρόπος να νομιμοποιηθεί η δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας. Έτσι, το Κάιρο κατήγγειλε τη «μυστηριώδη οργάνωση» που διεξήγαγε κρυφά εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα.[42] Το ΕΑΜ ζήτησε από την εξόριστη κυβέρνηση να ανακαλέσει και μάλιστα έστειλε τη βασική προκήρυξη της οργάνωσης στο Κάιρο χωρίς καμία ανταπόκριση.[43]

Στην κοινωνική ψυχολογία χρησιμοποιείται ο όρος «θερμή νόηση» που αφορά τις διανοητικές εκείνες λειτουργίες του ανθρώπου, στις οποίες το συναίσθημα υπερχειλίζει, καθορίζει τη διαμόρφωση της ανθρώπινης συνείδησης αλλά προσδιορίζει ακόμα και το είδος των συναισθημάτων που θα επιλεγούν ασυνείδητα για να αποτελέσουν την αντίδραση του υποκειμένου στην όχληση που δέχεται. Έτσι, μια κατάλληλα κατασκευασμένη πληροφορία προκαλεί μια αντίστοιχη συναισθηματική αντίδραση που μπορεί να υπερβεί ακόμα και τα όρια των απαιτήσεων και των προσδοκιών του παραγωγού της πληροφορίας, να γεννήσει νέες συναισθηματικές συμπεριφορές και να εξελιχθεί ακόμα και σε εμμονές. Αυτό αφορά κάλλιστα και την περίπτωση της ανακάλυψης των εγκλημάτων της Αριστεράς. Προβλήθηκαν από την κυρίαρχη ιδεολογία για να προκαλέσουν το φόβο και την απέχθεια των πολιτών. Ο φόβος αυτός, ιδιαίτερα έντονος γιατί ήταν αναίτιος, ασαφής και ρευστός, προκάλεσε με τη σειρά του ασυνείδητα το μίσος όσων τον υπέστησαν. Το αποτέλεσμα ήταν να σταθεροποιηθεί και να επεκτείνει τη δραστικότητα της η κυρίαρχη ιδεολογία αφού ο εσωτερικός εχθρός συνδέθηκε όχι μόνο με την καταστροφή του πλαισίου (κράτος) που θα εξασφάλιζε την ασφάλεια των πολιτών αλλά και του συνολικού κοινωνικού περιβάλλοντος των ανθρώπων (όπως έδειξαν οι ειδεχθείς αλύπητες δολοφονίες της ΟΠΛΑ). Η μόνη λύση που αφηνόταν στον πολίτη ήταν να μισήσει τους Αριστερούς, όχι μόνο ως πολιτικούς αντιπάλους αλλά και ως εχθρούς του ανθρώπινους είδους. Πρόθεση ήταν να μετατραπεί ο δέκτης της προπαγάνδας αυτής σε οιονεί διαρκή εκδικητή για τα εγκλήματα της ΟΠΛΑ και της Αριστεράς. Σε αυτή τη διαδικασία βοήθησαν άθελα τους και όσοι ορμώμενοι αριστεροί από μια πλημμελή γνώση των γεγονότων και μια ασαφή και προβληματική αντίληψη για το τι είναι μια επαναστατική διαδικασία, την οποία αφελώς συνέδεσαν με την τυφλή βία. Πρώτος από όλους το γνώριζε ο ίδιος ο Βελουχιώτης, τον οποίον επικαλούνται οι περισσότεροι οπαδοί της «επαναστατικής» βίας, όταν ήταν εκείνος που κατέστειλε στην Πελοπόννησο ότι όριζε ως «καπετανάτο», τμήμα των οργανώσεων του ΕΛΑΣ της περιοχής που συνέδεσαν, βλακωδώς κατά τον Βελουχιώτη, τους σκοπούς της Αριστεράς με την ατομική τρομοκρατία και την προσωπική αντεκδίκηση.[44] Ούτε η ΟΠΛΑ ήταν κάτι τέτοιο, παρά το γεγονός ότι η φύση του τρόπου που έδινε τις μάχες της επέτρεψε πιθανά και κάποιες αστοχίες. Ήταν όμως τέτοιες και όχι ένα πογκρόμ κόκκινης τρομοκρατίας, όπως η βιβλιογραφία των νικητών του εμφυλίου προσπάθησε να το εμφανίσει. Γιατί το ΕΑΜ στηρίχθηκε στον τοπικό πληθυσμό, το αίσθημα δικαιοσύνης του οποίου δεν θα τολμούσε να θίξει. Τον αν απέδωσε η τακτική μέσω της ΟΠΛΑ «τρομοκρατήστε τους τρομοκράτες» είναι ένα θέμα συζήτησης, αν δηλαδή κατόρθωσε να περιορίσει τη δράση των προδοτών, αφού αυτοί έμαθαν να θεωρούν τους εαυτούς τους ως εθνικιστές και αντιλήφθηκαν τη δράση τους (και την ενέτειναν) ως τεκμήριο μεταπολεμικής δικαίωσης ως αντικομμουνιστές. Για αυτό και «δεν ορρωδούσαν προς ουδενός».


[1] Ε.Λ.Α.Σ, Γενικο Στρατηγειο, Επιτελικό Γραφείο ιι, αριθ. ε.π.

10173, 1ην Ταξιαρχίαν, Κοινοποίησις VΙΙΙ Μεραρχίαν, Επί Ε.Π 1473/21.10.1944 σας Στοπ. Κατά συμφωνίαν Γκαζέρτας ΕΛΑΣ ουδαμού αφοπλίζεται Στοπ. Τμήματα ΕΛΑΣ Κερκύρας δεν θα αφοπλισθώσιν Στοπ. Αλλά θα υπαχθώσι τακτικώς υπό διοίκησιν στρατιωτικού διοικητού ΕΔΕΣ Στοπ. Εφόσον πρόκειται περί εφεδρικού ΕΛΑΣ επανέλθωσιν εργασίας των Στοπ. Υπό προϋπόθεσιν κρατήσωσιν οπλισμόν των συμφώνως Ε.Π 9838 διαταγήν μας Στοπ., Σ.Δ. Γεν Στρατηγείου 25.10.1944, Άρης Βελουχιώτης, Στέφανος Σαράφης, Αρχείο Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, τομ Δ, σ. 67.

[2] P. Papastratis, British Policy towards Greece during the Second World War, 1941-1945 Cambridge 1984, σ. 213.

[3] Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 145, φ 7/32/135, αρ. 45, Σιάντος προς όλες τις κομματικές επιτροπές περιοχής, 7 Σεπτεμβρίου 1944.

[4] «Διατί Αγωνιζόμεθα», Εις την Πνευματικήν Συμπαράστασιν του Εθνικού Αγώνος, Αθήνα 1949, σ. 30.

[5] Αναμετάδοση από Eλεύθερη Mεσσηνία, 9 Σεπτεμβρίου 1944.

[6] ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 494, φ 30/2/111, ΓΣ του ΕΛΑΣ, Επιτ. Γραφείο ΙΒ, Α.Π 1675, 20 Οκτωβρίου 1944.

[7] Ο ίδιος ο αρχηγός του ΕΛΑΣ Στ. Σαράφης είχε εγγυηθεί προσωπικά την ασφάλεια των ανδρών των Ταγμάτων Ασφαλείας, αν παραδίδονταν, ΓΕΣ/ΔΙΣ, Σαράφης, προκήρυξη, Αρχεία Eμφυλίου Πολέμου, τομ. 1, σ. 69-70.

[8] J. Rioux, The Fourth Pepublic 1944-1958, Cambridge 1987, σ. 28 και T. Judt, Europe Since 1945, London 2007, σ. 41-42..

[9] FO 371/43706, R 8041, PWE, Greek Directive, 22 Ιουνίου 1944.

[10] Αρχείο Δ. Σοϊμοίρη, «Υπόμνημα δια την αντιμετώπισιν και καταπολέμησιν του ελληνικού κομμουνισμού», υποφάκ. 5, 1961, ΕΛΙΑ

[11] Δ. Γληνός, Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ, Αθήνα 1943, σ. 11-12.

[12] ΚΚΕ, Εισήγηση Γ. Ζέβγου Γενάρης 1944, Επίσημα Κείμενα του ΚΚΕ 1940-1945, τομ. 5ος Αθήνα σ. 326.

[13] ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 145, Γράμμα του ΠΓ του ΚΚΕ στον Ν. Καρβούνη, 5 Ιουνίου 1942.

[14] ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 109, φ 4/1/1, Γράμμα του ΠΓ του ΚΚΕ προς τα καθοδηγητικά στελέχη, 28 Νοεμβρίου 1943.

[15] «Ο Αντάρτης του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ», Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 493, Φ 30/1/58.

[16] Τηλεγράφημα ΕΑΜ προς τον Τσώρτσιλ, αρχ. 495, φακ. 176, Τα Αρχεία των Μυστικών Σοβιετικών υπηρεσιών, Αθήνα 1993, σ. 102-103

[17] Μ. Λυμπεράτος, «ΚΚΕ και Σλαβομακεδονική μειονότητα στην κατεχόμεη Δ. Μακεδονία (1941-1944)», Μνήμων 20, Αθήνα 1998, σ. 67-108.

[18] Στην πρώτη διάλυση της ΕΚΚΑ ήταν ο ίδιος ο ΕΛΑΣ που τη βοήθησε να ανασυγκροτηθεί Στ. Σαράφης, Ο ΕΛΑΣ, Αθήνα 1984. σ. 121.

[19] Ο ΕΛΑΣ εξέδωσε ακόμα και φυλλάδιο για να δικαιολογηθεί για τη δολοφονία Ψαρρού, τον οποίο χαρακτήρισε άνθρωπο με καλές προθέσεις και την υπόθεση «θλιβερή». ΚΚΕ, Η Προδοσία της ΕΚΚΑ και του5/42, Έκθεση του ΓΣ του ΕΛΑΣ πάνω στα γεγονότα, Θεσσαλία Μάιος 1944.

[20] Στ. Κανναβός, «Η Απελευθέρωση της Μεσσηνίας», Εθνική Αντίσταση, τχ. 21, 1979, σ. 45.

[21] Δ. Ζέπος, Λαϊκή Δικαιοσύνη, Αθήνα 1986, σ. 4-5.

[22] Δήλωση του Αουγ. Βίντερ στο Στρατοδικείο της Νυρεμβέργης, 22 Σεπτεμβρίου 1947, ΚΚΑ, Πότσδαμ, αρ. φιλμ. 53312, Ντοκουμέντα από τα Γερμανικά Αρχεία, Μ. Ζέκεντορφ, Αθήνα 1991.

[23] Α. Βελλίδης, Κατοχή, Γερμανική πολιτική Διοίκηση στην Κατεχόμενη Ελλάδα 1941-1944, Αθήνα 2008, σ.179-183.

[24] C. Woodhouse, The Apple of Discord, London 1985, σ. 101.

[25] M. Mazower, Inside Hitler`s Greece, London 1995, σ. 342-352.

[26] Χ. Φλάισερ, «Η Ναζιστική προπαγάνδα στην Κατοχή» στο Η Ελλάδα 1936-1944, Πρακτικά Α Διεθνούς Συνεδρίου σύγχρονης Ιστορίας, Αθήνα 1989, σ. 362-388. 

[27] Έκθεση αριθμ. 4275/1944, Ανώτατο Στρατηγείο της Ομάδας Στρατιών Ε, 31 Μαρτίου 1944, Επτά Απόρρητες Εκθέσεις των Ναζί για την Ελλάδα, Αθήνα 2012 σ. 25.

[28] FO 371/43678/R 2434, Talbot-Rice to Howard, 9 Φεβρουαρίου 1944.

[29] FO 371/43680/R 3103, Talbot-Rice to Howard, 23 Φεβρουαρίου 1944

[30] FO 371/43682/R 3858, Boxhall to Howard, 7 Μαρτίου 1944.

[31] FO 371/43685/R 6178, Boxshall to Howard, 27 Μαρτίου 1944

[32] MA, WF 10/2971 Χίτλερ προς Βάικς, 26 Αυγούστου 1944. Ντοκουμέντα από τα Γερμανικά Αρχεία, Μ. Ζέκεντορφ, οπ. σ. 241.

[33] Τηλεγράφημα στον D S.L Dodson να μην συναντήσει το στρατηγό H. Felmy, 4 Μαρτίου 1944, FO 371/43678/R 2434, Talbot-Rice to Howard, 9 Φεβρουαρίου 1944, FO 371/43694/R 16506, Boxshall προς Laskey, 13 Οκτωβρίου 1944.

[34] «Η δημοκοπία περί ωμοτήτων στο Δίστομον», Δίστομο, Το ολοκαύτωμα (επιμ. Γ. Θεοχάρη), Λιβαδειά Αθήνα 2010, σ. 141-142.

[35] Απ. Δασκαλάκης, Ιστορία της Ελληνικής Χωροφυλακής, τομ. Α, Αθήνα 1971, σ. 174-175.

[36] FO 371/43681/R 3818, Periodical Summary, αρ.12, 22 Φεβρουαρίου 1944.

[37] FO 371/43683/R 4595, Γονατάς προς Ελληνική Κυβέρνηση, Φεβρουαρίος 1944.

[38] FO 371/43732, R9429, Waterhouse to Laskey, 6 Ιουνίου 1944.

[39] FO 371/43685,, R6319, Talbot- Rice to Howard, 8 Απριλίου 1944.

[40] Αρχεία Εθνικής Αντίστασης τομ. 7 ΔΙΣ, Αθήνα 1998, σ. 60-64.

[41] Π. Δημητράκης, Οι Γερμανικές Μυστικές Υπηρεσίες στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου και της Κατοχής, Αθήνα 2009, σ. 112-114.

[42] FO 371/43680/ R 3102, ΚΕ ΕΑΜ προς Τσουδερό, 20 Φεβρουαρίου 1944.

[43] FO 371/43681/R 3417, KE EAM προς Τρουδερό, 28 Φεβρουαρίου 1944

[44] Μ. Λυμπεράτος, «Τα Γερμανικά Αντίποινα, τα Τάγματα Ασφαλείας και ο ΕΛΑΣ», Νότια Πελοπόννησος 1935-1950, Αθήνα 2009, σ. 34-47.

πόσοι μας διάβασαν: