Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

δομές λαϊκής αυτοδιοίκησης, 70 χρόνια από την ίδρυση του ΕΑΜ

 του Κώστα Παλούκη, περ. Αναιρέσεις, τ.16, Φθινόπωρο 2011,

Οι όροι «άμεση δημοκρατία», «γενική συνέλευση» ή «λαϊκή συνέλευση» επανήλθαν πολύ έντονα στο προσκήνιο την περίοδο του κινήματος των Αγαναχτισμένων Πολιτών. Εάν μέχρι τώρα απέναντι στην αμφισβήτηση και την οφθαλμφανή χρεοκοπία του μεταπολιτευτικού κοινοβουλευτισμού προβαλλόταν ένα είδος «βοναπαρτισμού», δηλαδή η λύση της αρχής ενός ενάρετου ανδρός, για πρώτη φορά από την περίοδο της έναρξης της κρίσης και ίσως για πρώτη φορά από τη μεταπολίτευση και έπειτα αναζητάται, προβάλλεται ή ακόμη και επιχειρείται να εφαρμοστεί μια άλλου τύπου δημοκρατία σε σχέση με την κοινοβουλευτική.  Στα πλαίσια αυτών των συζητήσεων και των πειραματισμών είναι ανάγκη να μελετήσουμε την ιστορία και να διδαχθούμε την από την εμπειρία του ελληνικού χειραφετητικού κινήματος. 

Την περίοδο της Κατοχής στα χωριά των βουνών της Ρούμελης, αλλά και όλης της Ελεύθερης Ελλάδας, αντικαθίσταται η παραδοσιακή αντιπροσωπευτική δημοκρατία με μια πρωτόλεια μορφή λαϊκής εξουσίας. Πρόκειται για μια πραγματικά προοδευτική επαναστατική τομή στον τρόπο οργάνωσης της καθημερινότητας των αγροτικών στρωμάτων, διαχείρισης των καθημερινών τους προβλημάτων και συλλογικής δημοκρατικής έκφρασης. Στοιχείο δυναμικής ολοκλήρωσης αυτής της διαδικασίας είναι η διενέργεια εκλογών και η συγκρότηση του Εθνικού Συμβουλίου της Ελεύθερης Ελλάδας στις 30 Απρίλη 1944.

Διαβάζοντας κανείς το βιβλίο του Γεωργούλα Μπέικου «Η λαϊκή εξουσία στην Ελεύθερη Ελλάδα» παρακολουθεί βήμα βήμα από τη γραφή ενός εκ των πρωταγωνιστών την πορεία της δημιουργίας των δομών «λαϊκής αυτοδιοίκησης». Το πρώτο ίσως και το βασικότερο ερώτημα είναι πως και γιατί κοινότητες βαθειά συντηρητικές και για δεκαετίες εξαρτημένες από τις παλαιοκομματικές κοινοβουλευτικές πελατειακές σχέσεις κατάφεραν να πετύχουν με μια ιστορική πρωτοτυπία ένα τέτοιο εγχείρημα λαϊκής αυτό-οργάνωσης. Τόσο ο Μπέικος όσο και η Ρίκα Μπουσχότεν στο βιβλίο της «Ανάποδα χρόνια, συλλογική μνήμη και ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών (1900-1950)» υποστηρίζουν ότι οι ιδέες του Αγροτικού Κόμματος και διεκδικητικά κινήματα του μεσοπολέμου μπόλιασαν με ριζοσπαστισμό τις ορεινές περιοχές και τις αγροτικές κοινότητες. Εξάλλου, μια περίηγηση στις μεσοπολεμικές εφημερίδες Ριζοσπάστης και Ελεύθερος Άνθρωπος μπορούν να πιστοποιήσουν την κινηματική δυναμική των αγροτικών στρωμάτων – αν και κυρίως πεδινών – πριν την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά. Ωστόσο, στα 1940 ένα πλειοψηφικό κομμάτι του ανδρικού αγροτικού κόσμου ήταν σε θέση να διαβάζει εφημερίδες και διέθετε εμπειρία πολιτική ζωής, δηλαδή συμμετείχε ενεργά στην πολιτική κοινότητα. Σε κάθε περίπτωση η εμπειρία της ΕΑΜικής λαϊκής εξουσίας αποτελεί παράδειγμα ότι δεν είναι η σχολική ή η πανεπιστημιακή μόρφωση ή η προϋπάρχουσα πολιτικοποίηση οι καθοριστικοί παράγοντες για τη λειτουργία μιας δημοκρατίας. 

Η κατάρρευση του αστικού κράτους με την έλευση των Ιταλών δημιούργησε ένα κενό εξουσίας το οποίο αυθόρμητα οι κάτοικοι σε κάποιες περιπτώσεις κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν μόνοι τους. Στα 1941 ο Μπέικος περιγράφει πως μέσα από μια ιδιότυπη γενική συνέλευση συστήθηκε στο χωριό του μια Επιτροπή Επίλυσης όλων των προβλημάτων υποκαθιστώντας την κοινοτική διοίκηση, αν και ο διορισμένος πρόεδρος της κοινότητας συμμετείχε σε αυτή ώστε να μετατρέπει τις αποφάσεις της Επιτροπής σε νόμιμες αποφάσεις, όπου αυτό χρειαζόταν στις σχέσεις με τις κρατικές υπηρεσίες. Η Επιτροπή αναλαμβάνοντας την επίλυση του επισιτιστικού προβλήματος συγκέντρωνε τις οικονομίες του χωριού σε εθελοντική βάση και τις μοίραζε με βάση τις ανάγκες. Πολύ σημαντική τομή ήταν η υπέρβαση πατριαρχικών εθιμικών παραδόσεων. Το συμφωνητικό της επιτροπής δεν υπογράφτηκε από τους «αρχηγούς των οικογενειών», αλλά από όλους τους άντρες άνω των 18 ετών. Το δικαίωμα των ίσων δικαιωμάτων των γυναικών τέθηκε για πρώτη φορά με οικονομικούς όρους. Προτάθηκε η υπογραφή από γυναίκες «αρχηγούς» οικογενειών, δηλαδή από όσες έλειπαν οι άντρες ενήλικες, εφόσον καλούνταν να συμβάλλουν και αυτές οικονομικά ή και να λάβουν οφέλη. Έτσι, για πρώτη φορά γυναίκες, χωρίς οι ίδιες να το διεκδικήσουν, συμμετείχαν σε μια πολιτική διαδικασία.
Σύμφωνα, με τον Μπέικο η Επιτροπή αυτή αποτέλεσε πρόδρομο της κατοπινής Λαϊκής Αυτοδιοίκησης και της Λαϊκής Δικαιοσύνης προσφέροντας πολύτιμη πείρα για τη συνέχεια. Δεν είχε προορισμό την αντικατάσταση της υπάρχουσας κρατικής μηχανής. «Η εξουσία της στηριζότανε στην πειθώ, στον συμβιβμασμό, τη διαιτησία και το κοινό συμφέρο ν’ αντιμετωπιστούνε τα κοινά προβλήματα», καθώς δεν είχανε ωριμάσει οι αυνθήκες για μια τέτοια σκέψη. Όταν πλέον ο ΕΛΑΣ είχε διαλύσει όλα τα όργανα της αστικής εξουσίας τότε μπήκε ανοιχτά το ερώτημα. Ο ίδιος ο Άρης στους λόγους του στην περιοχή της Ευρυτανίας προσέδιδε στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα κοινωνικό περιεχόμενο. Ο Μπέικος τότε ανέλαβε να συγγράψει τους κανόνες που θα ρύθμιζαν τους νέους θεσμούς της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης και της Λαϊκής Δικαιοσύνης. Πρόκειται για δύο κείμενα. Το πρώτο ήταν νονοθετικού περιεχομένου και είχε τίτλο «Εντολαί δια την Λαϊκήν Αυτοδιοίκησιν και την Λαϊκή Δικαιοσύνη» και μια εγκύκλιο για την εφαρμογή των εντολών.

Ο δικηγόρος Μπέικος προσπάθησε να συνθέσει έναν κώδικα βασισμένος στις αποφάσεις της 4ης Ολομέλειας του ΚΚΕ στα 1934, στα διαβάσματά του για τη λειτουργία της Αθηναϊκής Εκκλησίας του Δήμου και στο μοντέλο των Σοβιέτ με ουσιαστικές προσαρμογές στο παραδοσιακό εθιμικό δίκαιο των αγροτικών περιοχών, αλλά και στις δεδομένες συνθήκες του πολέμου και της μέχρι τότε εμπειρίας. Οι Εντολές έμειναν γνωστές ως «Κώδικας Ποσειδών». Σε κάθε χωριό όλοι οι ενήλικοι πολίτες αποτελούσαν την Γενική Συνέλευση που ήταν ο μοναδικός φορέας και εκφραστής της Εξουσίας του. Από την Γενική Συνέλευση εκλεγόταν η Πενταμελής Επιτροπή Λαϊκής Αυτοδιοίκησης η οποία ήταν ταυτόχρονα και Επιτροπή Λαϊκής Δικαιοσύνης. Η Επιτροπή εκλέγει τον πρόεδρο, ενώ το κάθε ένα από τα υπόλοιπα μέλη είναι πρόεδρος σε 4 υποεπιτροπές, την επισιτιστική, την σχολική, την εκκλησιαστική και την Λαϊκής Ασφάλειας. Ο Μπέικος υποστηρίζει – προφανώς εμπενυσμένος από τους πλατωνικούς διαλόγους – ότι έδωσαν στη Γενική Συνέλευση όλη την εξουσία, όχι μόνο εξαιτίας της κομματικής τους αντίληψης, αλλά και επειδή είχαν πειστεί πως ο λαός συγκρτημένος σε ενιαίο σώμα «μεταβάλλεται μέσα στο ειδικό κλίμα της ομάδας, της κοινότητας, του συνόλου, του ΕΜΕΙΣ, αν όχι σε σοφό, … οπωσδήποτε όμως σε ποιο έξυπνο … απ’ όσο είναι στην πραγματικότητα ο καθένας που παίρνει μέρος στην Γενική Συνέλευση». Θεωρεί πως, παρότι στο χωριό του ήταν ο πιο μορφωμένος και ο παραδεδειγμένα ηγέτης του, «η σκέψη της Συνέλευσης δείχτηκε πιο προωθημένη, άρα πιο έξυπνη» σε όλα τα κρίσημα ζητήματα, ακόμα και σε εκείνα που ο ίδιος θεωρούσε ότι το σώμα θα αντιδρούσε συντηρητικά ή θα διασπώταν με βάση τα επιμέρους ατομικά του συμφέροντα. Ουσιαστικό δικαίωμα της Γενικής Συνέλευσης ήταν η ανάκληση των εκλεγμένων της Επιτροπής. Όλες οι αποφάσεις των Λαϊκών Επιτροπών κυρώνονταν από τη Γενική Συνέλευση. Η Λαϊκή Επιτροπή έθετε ως κριτήριο όχι την εκδίκηση, αλλά τον συμβιβασμό στις αντιδικίες. Δεν αφορούσε ζητήματα οικογενειακά, τα οποία ανέθετε σε κλειστή ομάδα κάτι που αναεφαρμοζόταν ήδη εθιμικά στην ύπαιθρο, ώστε να μην δημοσιοποιεί οικογενιακά θέματα. Παρέπεμπε ζητήματα που αφορούσαν τον πόλεμο στο ανταρτοδικείο, ώστε να μην προκληθούν διχαστικές μνήμες εντός του χωριού. Τέλος, η Λαϊκή Δικαιοσύνη λειτουργούσε δωρεάν και χωρίς δικηγόρους, ενώ οι θέσεις στις Επιτροπές ορίζονταν ως «τιμητικές».

Οι «Εντολές» εφαρμοστήκανε στην πράξη ως τον Απρίλη του 1943 και μόνο στον περιορισμένο χώρο των μεσοπολεμικών Δήμων Κτημενίων και Δολόπων. Η Εγκύκλιος 4 της ΠΕΦΦΕ του ΚΚΕ αντικατέστησε της Ενοτλές εφαρμόζοντας τους δύο θεσμούς σ’ όλο τον απελευθερωμένο από τους Αντάρτες χώρο των νομών Φθιώτιδας, Φωκίδας και Ευρυτανίας. Στις 8 Αυγούστου συγκροτήθηκε ο «Κώδικας Αυτοδιοίκησης και Λαϊκής Δικαιοσύνης για τη Στερά Ελλάδα», ο οποίος δεν εφαρμόστηκε ουσιαστικά καθώς μπήκαν σε ισχύ τα 15 άρθρα της Απόφασης 6 του «Κοινού Γενικού Στρατηγείου Εθνικών Ομάδων Ανταρτών» που διύρυνε τους Λαϊκούς Θεσμούς σε όλη την απελευθρωμένη Ελλάδα, ακόμα και από τις δυνάμεις του ΕΔΕΣ και της ΕΚΚΑ. Οι νέοι αυτοί κώδικες, παρότι ήταν βασισμένοι στις αρχικές «Εντολές», διαφοροποιούνταν σε διάφορα σημεία κάποια από τα οποία ήταν ουσιαστικά. Το πιο αδύνατο σημείο ήταν ο περιορισμός του δικαιώματος της ανακλητότητας με την δυνατότητα παρέμβασης ενός αναθεωρητικού δικαστηρίου και η επί πληρωμή εκδίκαση στα αναθεωρητικά δικαστήρια. Το πιο δυνατό σημείο ήταν η απόδοση του διακιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις γυναίκες. Όμως στην πράξη συγκεντρώνουν την μέχρι τότε εμπειρία σε χωριά, πόλεις και κωμοπόλεις και συγκροτούν ένα ενιαίο μοντέλο λειτουργίας της λαϊκής εξουσίας. Στις πόλεις θεσπίστηκε η δυνατότητα των δημοψηφισμάτων. Η μεγαλύτερη αδυναμία όλων αυτών των κωδίκων ήταν ότι δεν κατάφεραν να συγκροτήσουν δευτεροβάθμια όργανα «Λαϊκής Εξουσίας». 

Οι θεσμοί της Λαϊκής Εξουσίας ενσάρκωσαν τέλεια την ιδέα της λαϊκής κυριαρχίας με την πλατειά σύμπραξη του λαού στη διαχείριση της τοπικής εξουσίας. Όταν λοιπόν το Φθινόπωρο του 1944 το αίτημα για «Λαοκρατία» έσειε όλη την Ελλάδα, δεν ήταν ένα απλό όραμα, αλλά μια πραγματικότητα που οι λαϊκές τάξεις δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν, αλλά να διευρύνουν. Σωστά ο Θόδωρος Κουτσουμπός στο βιβλίο του «Πόλεμος των Χωρικών και Κοινωνική Επανάσταση» συγκρίνει την Λαϊκή Εξουσία στην ελληνική ύπαιρθο με τις δομές δυαδικής εξουσίας. Όμως το ΕΑΜ του 1944 και συγκεκριμένα το ΚΚΕ δεν ήταν σε θέση εξαιτίας στρατηγικούς ελλείμματος να κάνει το επόμενο αποφασιστικό βήμα. Η «Λαϊκή Εξουσία» και η «Λαϊκή Δικαιοσύνη» εφαρμόστηκαν στην Ελέυθερη Ελλάδα μέχρι την παράδοση των όπλων του ΕΛΑΣ στην Βάρκιζα. Με αυτόν τον τρόπο η Βάρκιζα συνιστά την ήττα όλων των κατακτήσεων της λαϊκής αυτοδιοίκησης.

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

Νίκος Κουνενής, «Περί δημοκρατίας: σάτιρα ηθών και θεσμών», εκδ. Μεταίχμιο


(Απόσπασμα)

Η αερολογοκρατία

   Αερολογία, χυδαιστί παπαρολογία, (και, για τους αρχαιομαθείς, επεοπτεροντική ρητορεία ή φιλοσοφία της αμπέλου) καλείται ο λόγος ο οποίος στερείται ουσιαστικού (ή και οποιουδήποτε άλλου) περιεχομένου. Οι αντίπαλοι της πραγματιστικής δημοκρατίας προσάπτουν στους τους εκπροσώπους των κομμάτων εξουσίας (και των προθύμων συμμάχων τους),  τον χαρακτηρισμό του αερολόγου. Θα επιχειρήσω εδώ να αποδείξω με ισχυρά επιχειρήματα τη βαρύτατη πλάνη στην οποία περιπίπτουν οι εμπαθείς αυτοί άνθρωποι.

   Ο έντεχνος λόγος των ειδικευμένων ρητόρων της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ο διασυρόμενος ανευθύνως ως αερολογικός, διακρίνεται, γενικώς, σε δυο βασικές κατηγορίες: τον απλό και τον σύνθετο. Οι φορείς του απλού λόγου έχουν ως αρχή τους την ανάδειξη της αυτονόητης αλήθειας σε ολοφάνερο πυρήνα της εκάστοτε ασκούμενης, και πάντα γειωμένης, κυβερνητικής πολιτικής. Οι εκφραστές του σύνθετου λόγου, αντιθέτως, παρουσιάζουν την ίδια αλήθεια μέσα από υποδειγματικά λεκτικά φίλτρα, κατανοητά μόνον από στενούς κύκλους μυημένων ή και αποκλειστικά από τον εαυτό τους. Οι δυο αυτές εκδοχές αλληλοσυμπληρώνονται, αποδεικνύοντας τόσο τον πραγματισμό των υπεύθυνων πολιτικών όσο και το υψηλό επίπεδο του στοχασμού τους.
 
Η πλέον συνεπής και αποτελεσματική έκφραση του απλού πολιτικού λόγου είναι αυτή της ενακαινακανουνδυολογίας (εκ του «ένα κι ένα κάνουν δυο»). Βασικά της χαρακτηριστικά είναι το λιτό λεξιλόγιο, που σπανίως υπερβαίνει τις εκατό έως εκατόν σαράντα λέξεις, και η διαρκής έκπληξη η οποία είναι αποτυπωμένη στα πρόσωπα των φορέων της. Η έκφραση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι οι ρήτορες της συγκεκριμένης κατηγορίας αδυνατούν απολύτως να αντιληφθούν πώς είναι δυνατόν ορισμένοι εκ των συνομιλητών τους να μην μπορούν να κατανοήσουν μια πραγματικότητα η οποία εκτίθεται εντελώς γυμνή μπροστά στα μάτια τους και ως εκ τούτου να επιμένουν να αντιδικούν με τους εκφραστές της. Πέραν της πολιτικής, διακεκριμένους εκπροσώπους της ανωτέρω τάσης συναντάμε επίσης στα μέσα ενημέρωσης και στον μεγαλοεπιχειρηματικό χώρο.
 
Εμβληματικό παράδειγμα λεκτικής προβολής του αυτονόητου ως αυταπόδεικτης και αυτοτροφοδοτούμενης αλήθειας αποτελεί ο λόγος του κεντροδεξιού πολιτικού και επιχειρηματία Στέφανου Μάνου, πρώην υπουργού και βουλευτή του μεγάλου κεντροδεξιού κόμματος, ο οποίος εκλέχτηκε μια φορά και με το μεγάλο κεντροαριστερό κόμμα, και εν συνεχεία ηγήθηκε μερικών business plun  εξωκοινοβουλευτικών σχηματισμών. Σύμφωνα με την πολιτική αντίληψη του ανδρός, η πεποίθηση πολλών πως ζούμε σε έναν σύνθετο και βυθισμένο στην αδικία κόσμο, η γνώση του οποίου απαιτεί διαρκή και αρκούντως επίπονη ανάλυση, αποτελεί μύθευμα. Τα πάντα βρίσκονται μπροστά στα μάτια μας, απολύτως αναγνωρίσιμα και δηλωτικά της μοναδικής εφικτής- και μη επιδεχόμενης ουσιαστικών αλλαγών- πραγματικότητας.
 
Η επιχειρηματολογία του κυρίο Μάνου αναπτύσσεται κάπως έτσι: Η χώρα βυθίστηκε στο χρέος και στα ελλείμματα; Όλοι ευθυνόμαστε εξίσου γι αυτό, οπότε όλοι πρέπει να πληρώσουμε για να σωθεί.

Οι μισθωτοί, συνταξιούχοι και μικροί επαγγελματίες διαμαρτύρονται πως οι ίδιοι δεν ευθύνονται, καθώς επιβαρύνονται με το μεγαλύτερο μέρος της φορολογικής πίττας, την ίδια ώρα  που οι μεγαλοκεφαλαιούχοι το γλεντάνε ανενόχλητοι σε βάρος των ίδιων και της οικονομίας; Αστεία πράγματα. Αν δεν υπήρχαν οι μεγαλοεπιχειρηματίες, δεν θα υπήρχαν οι μισθωτοί, άρα και οι συνταξιούχοι. Στην περίπτωση που τα βάρη της κρίσης πέσουν στους πρώτους, οι δεύτεροι θα συντριβούν ολοκληρωτικά. Ναι, αλλά τελικά πληρώνουν το μάρμαρο μόνο οι φτωχοί, ενώ π.χ. οι τραπεζίτες επιδοτούνται με δεκάδες δις. Ωραία λοιπόν, να μην επιδοτούνται τα πιστωτικά ιδρύματα, να χρεοκοπήσουν, να δούμε τότε τι θα λένε οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι για τις καταθέσεις τους. Τα λεφτά των ασφαλιστικών ταμείων φαγώθηκαν σε άτοκες καταθέσεις, απαξιωμένες μετοχές και δημημένα ομόλογα. Και τι να κάνουμε τώρα, να τα αδειάσουμε τελείως, σπαταλώντας τα στις συντάξεις; Μα το ύψος των συντάξεων  καθορίζεται από τις εισφορές των ίδιων των εργαζομένων, οπότε δικαιούνται να πάρουν τα λεφτά τους πίσω. Θα τα έπαιρναν, αν υπήρχαν. Ας διαλέξουν, επιτέλους, οι άνθρωποι. Ή λιγότερα και σίγουρα λεφτά, ή καθόλου συντάξεις. Ένα κι ένα κάνουν δυο.
 
Στην ίδια με τον Μάνο ρητορική γραμμή κινούνται ο κεντροδεξιός πρώην υπουργός και βουλευτής, που εκλέχτηκε επίσης μια φορά και με το μεγάλο κεντροαριστερό κόμμα, Ανδρέας Ανδιανόπουλος, ο κεντροδεξιός υπουργός Γιώργος Σουφλιάς, ο κεντροαριστερός αντιπρόεδρος Θεόδωρος Πάγκαλος και πολλοί άλλοι. Η απλότητα της επιχειρηματολογίας αυτής της κατηγορίας των πολιτικών ρητόρων, τους καθιστά περιζήτητους από τα τηλεοπτικά κανάλια, ειδικά στις περιόδους στις οποίες πρέπει να τεκμηριωθεί η ανάγκη σκληρών θυσιών εκ μέρους των εργαζομένων και των συνταξιούχων, προκειμένου να σωθεί η πληττόμενη κερδοφορία των επιχειρήσεων και κατ’ επέκταση η εθνική οικονομία.

Η τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία των εκπροσώπων της απλής εκδοχής του έντεχνου πολιτικού λόγου ενισχύεται με ιδανικό τρόπο από τους  ταλαντούχους εκφραστές της σύνθετης τάσης του. Στη δεύτερη αυτή κατηγορία συναντάμε τρεις διακριτές υποκατηγορίες: Τη γριφολογία, την ολιγολεκτική διάλεκτο και την πλειστολεκτική διάλεκτο.
 
Πρύτανης της γριφολογικής εκδοχής πολιτικού λόγυ στη χώρα μας υπήρξε ο αείμνηστος κεντροδεξιός πρωθυπουργός και Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής ο πρεσβύτερος. Οι λιτοί, στην κυριολεξία δωρικοί, γρίφοι του εντυπωσίασαν το κοινό της εποχής, το οποίο επιδιδόταν σε επίπονες- και συνήθως ανεπιτυχείς- προσπάθειες να τους ερμηνεύσει. Το μυστήριο εντεινόταν εξαιτίας του γεγονότος ότι η βαριά προφορά του μεγάλου αυτού πολιτικού στερούσε από τις ρήσεις του την απαραίτητη άρθρωση.

Μερικοί από τους απλούστερους, και οπωσδήποτε επιδεχόμενους ερμηνείας γρίφους του Καραμανλή είναι οι εξής: «Ή εμείς ή το χάος» (Μήνυμα προσανατολισμού ενάντια στις τάσεις αυτοκαταστροφής του εκλογικού σώματος, και, κατ’ επέκταση, της χώρας). «Έξω πάμε καλά» (Ιδιοφυής ημιπρόταση που υπαινίσεται υπογείως ότι μέσα δεν πάμε καθόλου καλά). «Η Ελλάς είναι ένα απέραντο φρενοκομείο» (Ψυχιατρική διάγνωση, που μέσα από έξι μόνο λέξεις ερμηνεύει σε βάθος τα αίτια και τις κακοδαιμονίες της ελληνικής κοινωνίας). «Λατρεύω τις σπανακόπιτες» (Έμμεση προτροπή προς το λαό να επιλέγει φτηνές και υγιεινές διατροφικές λύσεις, προκειμένου να διαπαιδαγωγηθεί στην ανάγκη προσαρμογής του στις απαραίτητες πολιτικές λιτότητας).
 
Μετά τον θάνατο του μοναδικού αυτού ηγέτη και δεδομένου του υψηλού πήχυ τον οποίο ο ίδιος είχε τοποθετήσει στον χώρο της γριφολογίας, η υποκατηγορία αυτή της σύνθετης εκδοχής του έντεχνου πολιτικού λόγου περιέπεσε σε παρακμή, και στις ημέρες μας έχει σχεδόν εκλείψει.

Η ολιγολεκτική διάλεκτος είναι μια υποκατηγορία πολιτικού λόγου που υιοθετείται από πολιτικούς οι οποίοι διαθέτουν σχετικά φτωχό λεξιλόγιο, το οποίο ωστόσο αξιοποιούν ιδανικά μέσω της διατύπωσης ιδιότυπων- και συνήθως δυσανάγνωστων από τους αδαείς πολίτες- προτάσεων. Οι τελευταίες συνοδεύονται κατά κανόνα από στομφώδες και περισπούδαστο ύφος. Η ολιγολεκτική διάλεκτος εκφέρεται από στόματος αρκετών πολιτικών (ανδρών κυρίως) και άνθισε κυρίως στην περίοδο 1975- 1990. Σε αντίθεση με την γριφολογία, οι κυριότεροι εκπρόσωποι αυτού του είδους ανήκουν στην κεντροαριστερά. Ξεχωριστές εκφραστές του υπήρξαν δυο στενοί συνεργάτες του αείμνηστου κεντροαριστερού πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, ο Άκης Τσοχατζόπουλος και ο Κίμων Κουλούρης. Ο δεύτερος, εκτός των άλλων, επιδόθηκε ημιεπιτυχώς και στη διαρκή μίμηση του εκφραστικού λόγου και ύφους του ταλαντούχου ηγέτη του.
 
Για να γίνει κατανοητός ο τρόπος με τον οποίο εκφράζονταν οι εκπρόσωποι της συγκεκριμένης κατηγορίας επιχειρώ την κατασκευή δυο προτάσεων αυτού του τύπου: «Το Κίνημά μας ανασυνθέτει τη δυναμική της λαικής δυνατότητας με δυναμικό τρόπο στο πλαίσιο του εφικτού και του δυνατού, αξιοποιώντας τη δύναμη που του δίνουν με τους δυναμικούς αγώνες τους οι μη προνομιούχοι». «Η μεγάλη νίκη μας, δεν ανήκει σε μας, αλλά αποκρυσταλλώνει τη λαική απόφαση του λαού να αναδείξει εμάς στην κυβέρνηση και τον λαό στην εξουσία, εν ονόματι των διαχρονικών λαικών συμφερόντων και οραμάτων του υπερήφανου λαού μας».
 
Η πλειστολεκτική διάλεκτος, είναι, κατά γενική ομολογία, η ανώτερη ποιοτικά υποκατηγορία του έντεχνου- και εδώ πραγματικά περίτεχνου- πολιτικού λόγου. Οι πολιτικοί που την υπηρετούν διαθέτουν υψηλότατο δείκτη ευφυίας, πλούσιο λεξιλόγιο και ευδιάκριτες επικοινωνιακές ικανότητες. Και εδώ ο χώρος της κεντροαριστεράς είναι αυτός ο οποίος φιλοξενεί στους κόλπους του την πλειονότητα των εκλεκτών αυτών δημιουργών, μεταξύ των οποίων ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει στον Κώστα Λαλιώτη. Εκτός του γεγονότος ότι ο ξεχωριστός αυτός πολιτικός υπήρξε στενός συνεργάτης του Α. Παπανδρέου και συνδιαμορφωτής της φυσιογνωμίας του μεγάλου κεντροαριστερού κόμματος, διακρίθηκε και σε μια μορφή προσωπικού λόγου, που από πολλούς καταγράφηκε ως «λαλιωτική μιλιά». Ο υψηλός βαθμός περιπλοκότητας της τελευταίας καθιστά τη γλωσσολογική της ανάλυση απολύτως αδύνατη.
 
Ξεχωριστή σχολή πολιτικού (και όχι μόνο) πλειστολεκτικού λόγου έχει δημιουργήσει τα τελευταία χρόνια ο γνωστός βουλευτής και συγγραφέας Μίμης Ανδρουλάκης. Ο ευφυέστατος αυτός άνθρωπος εγκαινίασε τη συμμετοχή του στα κοινά με την παρουσία του στη συντονιστική επιτροπή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.  Στη συνέχεια έγινε σκληρός αριστερός βουλευτής, ενώ αργότερα μετεξελίχθηκε σε μαλακό αριστερό βουλευτή. Εν τέλει (ή μάλλον εν συνεχεία, διότι κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με ακρίβεια σε ποιο κόμμα θα κλείσει τον πολιτικό του κύκλο ένας τόσο ανήσυχος και υπερκινητικός πολιτικός), κατέληξε στο μεγάλο κεντροαριστερό κόμμα, με τη σημαία του οποίου πλέον εκλέγεται.
 
Ο αναγεννησιακός αυτός άνθρωπος εκφράζει την πολυγνωστική (και κατά τους αντιπάλους του ξερολική) τάση της πλειστολεκτικής διαλέκτου. Σε αντίθεση με τον  υπαινικτικό λόγο άλλων πλειστολεκτούντων ρητόρων, ο λόγος του Ανδρουλάκη, προφορικός και γραπτός, είναι χειμαρρώδης και βρίθει επιχειρημάτων, αντλημένων από τους χώρους της πολιτικής, της επιστήμης, του πολιτισμού, του έρωτα, της γευσιγνωσίας, της φυσικής, της αστρονομίας, της ιατρικής, της φιλοσοφίας, της ψυχανάλυσης, της κοινωνιολογίας, της βιολογίας,  της ιντερνετολογίας, των μαθηματικών, της μελλοντολογίας, της οικονομίας, της οινολογίας, της γευσιγνωσίας κ.λπ. και συνοδεύεται, στις ζωντανές εμφανίσεις του, από μια εμβληματικώς διδακτική κίνηση του τεταμένου δείκτη της δεξιάς του χειρός.     
 
Απαντώντας σε όσους κατηγορούν τον αιρετικό αυτό στοχαστή ότι διακατέχεται από έναν υπερφίαλο και απολύτως ναρκισιστικό θεωρητικό ξερολισμό, υπενθυμίζω ότι η στάση του στη βουλή κατά τη διάρκεια της ψήφισης του μνημονίου και όλων των λοιπών νομοθετικών ρυθμίσεων για τη διάσωση της χώρας υπήρξε απολύτως υπεύθυνη και ολιγολεκτική. Όσες φορές ο πρόεδρος του ναού της δημοκρατίας τον ρώτησε τι ψηφίζει, εισέπραξε την ίδια περήφανη απάντηση: «Ναι σε όλα!»  
 
Πέραν των κατηγοριών έντεχνου πολιτικού λόγου που αναφέρθηκαν, η ρητορική έκφραση εκάστου πολιτικού σφραγίζεται και από το ιδιαίτερο προσωπικό του στίγμα. Τα σαρδάμ ή οι κάθε είδους γλωσσικές εμπλοκές, λόγου χάριν, του αείμνηστου αρχηγού του κεντροδεξιού κόμματος Μιλτιάδη Έβερτ και των κεντροαριστερών πρωθυπουργών Κώστα Σημίτη και Γιώργου Παπανδρέου του νεότερου αποτελούν ευδιάκριτα συστατικά στοιχεία της πολιτικής, και όχι μόνον, έκφρασής τους. Παραθέτω εδώ χαρακτηριστικά παραδείγματα: «Όποιος δεν συμφωνεί, ιδού η πρότα» (= πόρτα), του Κ. Σημίτη. «Πχιότητα» (= Ποιότητα), του ίδιου, «Ραντεβού στις κάλτσες!» (=κάλπες), του Γ. Παπανδρέου. Η εκφραστική ιδιοτυπία του τελευταίου περιλαμβάνει επίσης και άλλα αξιοσημείωτα διακριτικά στοιχεία. Ένα από αυτά είναι το μπέρδεμα των άρθρων: «του πολιτικής κατάστασης της χώρας», «του κυβέρνησης», «της ελλείμματος τον κρατικού προυπολογισμού» κ.λπ. Το σημαντικότερο ωστόσο από τα εκφραστικά γνωρίσματα του ιδιοφυούς αυτού πολιτικού είναι οι περίφημες περιοδικές παύσεις του λόγου του, συνοδευόμενες από ένα αργό και αρκούντως διακριτικό  «αααααα…». Πρόκειται για ένα γνωστό αγγλοσαξωνικό ημιεπιφώνημα, αντίστοιχο του ελληνικού «εεεεεεε…» και του γαλλικού «υυυυυυυ…».                                              
 
Μια ειδική εκδοχή δημόσιας ρητορείας, που μπορεί να εκφραστεί και συνδυαστικά με τις προηγούμενες, είναι αυτή που εκφράζει ταυτόχρονα δυο ή περισσότερα αντιτιθέμενα νοήματα, στο πλαίσιο της γνωστής ρήσης «και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ». Ο σημαντικότερος εκφραστής αυτής της τάσης είναι ο Αντώνης Σαμαράς. Ο ταλαντούχος αυτός κεντροδεξιός ηγέτης καταφέρνει να συνδυάσει τον αντιπολιτευτικό λόγο με την συμπολιτευτική ουσία και τη δεξιά στόχευση με τον λαικό προσανατολισμό. Στις ομιλίες αγριεύει εναντίον των εγχωρίων αντιπάλων του, καταφέρνοντας ταυτόχρονα με υποδειγματικό τρόπο να συγκατανεύει διαρκώς σε κεντρικές πολιτικές επιλογές των τελευταίων (π.χ. στις εργασιακές σχέσεις, τις ιδιωτικοποιήσεις, την παιδεία κ.ά.) και προετοιμαζόμενος να παίξει σύντομα- και με ελάχιστες επιφανειακές παραλλαγές- τον δικό τους ρόλο.
 
Ένα ακόμη αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό του λόγου του Σαμαρά είναι το γεγονός ότι αυτός διαθέτει ένα άκρως συμβατικό στυλ, με αποτέλεσμα οι ρήσεις του να μη διατηρούνται στη μνήμη όσων τον ακούν για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δυο έως τεσσάρων ωρών. Το γεγονός αυτό του επιτρέπει να αλλάζει διαρκώς θέσεις, χωρίς να κινδυνεύει να χαρακτηριστεί ασυνεπής (χυδαιστί κωλοτούμπας), όπως άλλοι, λιγότερο προικισμένοι, συνάδελφοί του.
 
Μια ακόμη ενδιαφέρουσα διάσταση του έντεχνου πολιτικού λόγου είναι και η διαρκής επανάληψη ορισμένων προτάσεων, χαρακτηριστικών της εκφραστικής ιδιαιτερότητας του κάθε ενός πολιτικού: π. χ. «Νοιώθω βαθιά ανθρώπινη συγκίνηση», του  Ανδρέα Παπανδρέου. «Γιατί να το κρύψωμεν, άλλωστε;» του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη κ.λπ.
 
Ανάλογη είναι και η εμμονή αρκετών πολιτικών στην επανάληψη μια και μόνης λέξης, αυτής που κατά τη γνώμη τους αποτελεί το επίκεντρο της φιλοσοφίας και της ίδιας της δημόσιας ύπαρξής τους. Ο Νίκος Κωνσταντόπουλος, κεντροαριστερός πρώην πρόεδρος αριστερού κόμματος, αποτελεί εμβληματικό εκφραστή αυτής της τάσης. Σημείο κλειδί κάθε ομιλίας ή συμμετοχής του σε μια συζήτηση είναι η λέξη «θεσμός» και τα παράγωγά της. Κατά κάποιον τρόπο το προσωπικό ενδοεγγεφαλικό λεξικό του ευπρεπούς αυτού πολιτικού περιλαμβάνει τη διαρκή επανεμφάνιση αυτής της λέξης ως πέμπτης, μετά από τέσσερις που προηγούνται βάσει της λεξικογραφικής σειράς. Π.χ. (στο γράμα Α): α, αβαείο, αβαθής, αβαθμολόγητος, θεσμός, άβαθος, άβακας, αβάκιο, αβαλσάμωτος, θεσμός κ.λπ. (Παρόμοιο εσωτρικό λεξικό διαθέτει και ο κεντροαριστερός ηγέτης Φώτης Κουβέλης).
 
Ας σημειωθεί ότι ο αταλάντευτος σε ζητήματα πολιτικής συνέπειας Κωνσταντόπουλος έβαλε αρκετό νερό στο θεσμικό κρασί του, αποδεχόμενος την πρόταση που του έκανε ο όμιλος Βαρδινογιάννη να γίνει πρόεδρος της ΠΑΕ Παναθηναικός. Συνηπήρξε έτσι, για λίγο, με παράγοντες που χρησιμοποιούσαν μια γλώσσα μάλλον ακατέργαστη και, βρίθουσα ύβρεων και σεξισμών (π.χ. «Το ζήτημα, πρόεδρε, είναι να ξεσκ…με στο ντέρμπι τον γ……νο τον Ολυμπιακό. Όλα τα άλλα είναι τρίχες, με το συμπάθειο»). Ο ιστορικός συμβιβασμός του μορφωμένου αυτού ηγέτη με τον άξεστο κόσμο του ποδοσφαίρου έληξε άδοξα, με την αιφνίδια εκπαραθύρωσή του από την ΠΑΕ, λόγω εσπευσμένης αλλαγής της ιδιοκτησίας της.

   Εκτός από τις λεκτικές γλώσσες ιδιαίτερους τρόπους πολιτικής έκφρασης μπορούμε να εντοπίσουμε και στη λεγόμενη «γλώσσα του σώματος». Ο Α. Παπανδρέου, για παράδειγμα, απευθυνόταν στους παθιασμένους οπαδούς του ανοιγοκλείνοντας περήφανα τα χέρια του, κατά το υπόδειγμα του αετού. Ο διάδοχοί του Κ. Σημίτης και Γ. Παπανδρέου ακολούθησαν με σχετική επιτυχία αυτό το πρότυπο, παραπέμποντας ο ένας σε ζωηρή μπεκάτσα και ο άλλος σε ευθυτενή παπαγάλο του Ειρηνικού.   
     
   Υπόδειγμα επιμελώς προετοιμασμένης, χρήσης της γλώσσας του σώματος αποτελεί αυτή του υπουργού του μεγάλου κεντροδεξιού κόμματος, μετέπειτα δημάρχου, εν συνεχεία αρχηγού ενός βραχύβιου κόμματος και τελικώς (αν και ουδείς γνωρίζει το τέλος) εκ νέου βουλευτής, υπουργός, και αντιπρόεδρος του αρχικού του κόμματος, Δημήτρης Αβραμόπουλος. Ντυμένος και χτενισμένος άψογα, ο σύγχρονος αυτός πολιτικός, ομιλεί κουνώντας τα χέρια του κατά έναν περιοδικά επαναλαμβανόμενο τρόπο: Αρχικά κινεί τρεις φορές προς τα έξω την δεξιά παλάμη. Εν συνεχεία την κατεβάζει και ανεβάζει την αριστερή παλάμη επαναλαμβάνοντας με ακρίβεια την προηγούμενη κίνηση. Ακολούθως την κατεβάζει και αυτή και προτείνει- σε ήπιο πάντα στυλ- τον τεταμένο δείκτη του δεξιού του χεριού, δείχνοντας προς την κάμερα (ασχέτως του αν υπάρχει ή όχι τηλεοπτικό συνεργείο μπροστά του). Μετά επαναλαμβάνει την δεικτοβαρή αυτή κίνηση με το αριστερό του χέρι, κατόπιν ξαναρχίζει τη διαδικασία της εξερχόμενης δεξιάς παλάμης κ.ο.κ.

  Ειδική έκφραση της γλώσσας του σώματος είναι η οφθαλμική τοιαύτη. Στα αξιοσημείωτα πολιτικά βλέμματα μπορούν να συμπεριληφθούν, επιλεκτικώς, τα εξής: το αγέρωχο (Γ. Παπανδρέου ο πρεσβύτερος, Κ. Καραμανλής ο πρεσβύτερος και Α. Παπανδρέου), το απλανές (Κ. Σημίτης και Γ. Παπανδρέου ο νεότερος), το εξυπνοπονηροαπειλητικό (Κ. Μητσοτάκης και Ντ. Μπακογιάννη), το βαμπιρικό (οι ίδιοι), το περί άλλα τυρβάζον (Κ. Καραμανλής ο νεότερος), το καισαροπαπικό (Ε. Βενιζέλος) το γκλαμουχλιδάτο (Δ. Αβραμόπουλος, Ά. Σπηλιωτόπουλος), το κλαυθμηρό (Α. Λοβέρδος), το ζοχαδιακό (Θ. Πάγκαλος) κ.λπ.

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Ο Βόλος και η περιοχή του από τον Α’ έως το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ιστορία-οικονομία-κοινωνία-πολιτισμός

Εταιρεία  Θεσσαλικών  Ερευνών
Δήμος Βόλου - Δ.Ο.Ε.Π.Α.Π. - ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Διεύθυνση Αρχείων, Μουσείων και Βιβλιοθηκών
Τ.Ε.Ε. Ν. Μαγνησίας
Eπιστημονικό  Συνέδριο
Ο Βόλος και η περιοχή του από τον Α’ έως το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο
ιστορία-οικονομία-κοινωνία-πολιτισμός
14 - 15 - 16 Οκτωβρίου 2011
Αμφιθέατρο Τεχνικού Επιμελητηρίου Μαγνησίας
(2ας Νοεμβρίου και Ξενοφώντος)
Πρόγραμμα Εργασιών
Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011
7:00 μ.μ.   Έναρξη εργασιών συνεδρίου 7:15 μ.μ.   Χαιρετισμοί – προσφωνήσεις
1η συνεδρία. Προεδρείο: Μηλίτσα Καραθάνου
- Πολυμέρης Βόγλης, επ. καθηγητής Ιστορίας ΙΑΚΑ, του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, «Μεσοπόλεμος, η αρχή του 20ού αιώνα στην ιστορία της Ελλάδας»- Γιάννης Κουτής (επιμ.) : «Ο Βόλος στο Μεσοπόλεμο: το χρονικό μιας εποχής»- Κασσιανή Αμυγδαλίτση: Ελληνικά τραγούδια του Μεσοπολέμου
Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2011 
9:00 π.μ.   2η συνεδρία. Προεδρείο: Σωκράτης Αναγνώστου
- Ευάγγελος Πρόντζας, Καθηγητής Παντείου Πανεπιστήμιου, «Ο Βόλος μεταξύ οικονομικών κρίσεων (1893-1933). Από την κρίση του Δημοσίου Χρέους στην κρίση των Τραπεζών».- Κώστας Λιάπης, λαογράφος- συγγραφέας, «Τα χωριά του Πηλίου στα 1939 με τη ματιά του Γάλλου περιηγητή François Perilla».- Χαράλαμπος Χαρίτος, ομότ. καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, «Απηχήσεις του “Εθνικού Διχασμού” στο Βόλο και τη Μαγνησία»
Συζήτηση Διάλειμμα
11:00 π.μ.   3η συνεδρία. Προεδρείο: Απόστολος Παπαθανασίου
- Βάσα Παρασκευά, δρ. Θεολογίας, «Το ιστορικό της ανέγερσης ναών στο Βόλο κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου»- Δημήτρης Τσιλιβίδης, δρ Θεολογίας, «Ο Δημητριάδος Γερμανός στα χρόνια του Μεσοπολέμου και της Κατοχής» - Δημήτρης Κωνσταντάρας- Σταθαράς, συγγραφέας, «Η έλευση των Μικρασιατών προσφύγων στο Βόλο κατά τον Μεσοπόλεμο»
Συζήτηση
5:30 μ.μ.   4η συνεδρία. Προεδρείο: Αντώνης Σμυρναίος
- Βέρα Βασαρδάνη, φιλόλογος, «Λογοτεχνική δραστηριότητα στο Βόλο την περίοδο του Μεσοπολέμου»- Μαρία Σπανού, μουσειοπαιδαγωγός - μετ. νεότερης ιστορίας , «Όψεις της εικαστικής  "πρωτοπορίας"  του Βόλου στα χρόνια του Μεσοπολέμου»- Γιώργος Κοντομήτρος, δρ  Ιστορίας της Εκπαίδευσης, «Η εκπαίδευση στο Βόλο από το τέλος του Α’ Παγκοσμίου πολέμου ως το 1940»
Συζήτηση Διάλειμμα
7:30 μ.μ.   5η συνεδρία. Προεδρείο: Χρήστος Ξενάκης
- Γιάννης Κουτής, ιστορικός, «Βόλος, αθλητικά στιγμιότυπα του Μεσοπολέμου»- Γρηγόρης Καρταπάνης, ερευνητής, «Το ποδόσφαιρο στο Βόλο στο Μεσοπόλεμο»- Σταύρος Κατσούρας, δρ Κοινωνιολογίας, «Ο Βόλος ως κέντρο του εργατικού κινήματος του Μεσοπολέμου»
Συζήτηση
Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011
10:30 π.μ.   6η συνεδρία. Προεδρείο: Αίγλη Δημόγλου
- Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ, ιστορικός της αρχιτεκτονικής, ομότ. καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών, «Αρχιτέκτονες του Βόλου και του Πηλίου στα χρόνια του Μεσοπολέμου»- Κώστας Αδαμάκης, επ. καθηγητής Αρχιτεκτόνων Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, «Η αρχιτεκτονική των εργοστασίων στο Βόλο την περίοδο του Μεσοπολέμου»- Μηλίτσα Καραθάνου -Ζαρλή, επίτ. δρ Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, «Η Βολιώτισσα στο Μεσοπόλεμο»
Συζήτηση Σύνοψη εργασιών Λήξη εργασιών
Οργανωτική Επιτροπή Χαράλαμπος Χαρίτος, πρόεδρος Μαρία Σπανού, αντιπρόεδρος Γεώργιος Κοντομήτρος, γραμματέας Αιμίλιος Σουβατζής, ταμίας Τέλης Θεοχαρόπουλος, μέλος
Επιστημονική Επιτροπή Χαράλαμπος Χαρίτος Ευάγγελος Πρόντζας Πολυμέρης Βόγλης Αίγλη Δημόγλου Γιάννης Μουγογιάννης
Γραμματεία Σταύρος Κατσούρας Γρηγόρης Καρταπάνης Βάσα Παρασκευά

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

Μία απάντηση στην αστική ιστοριογραφία της Γαλλικής Επανάστασης σχετικά με τα πραγματικά αίτια του πραξικοπήματος της 9ης Θερμιδόρ (Thermidor) του Έτους ΙΙ[1] της Δημοκρατίας (27 Ιουλίου 1794).


του Θανάση Γάλλου


          Η 9η Θερμιδόρ είναι μία από τις ελάχιστες αυτές ημερομηνίες στην παγκόσμια ιστορία η οποία ενέχει κάτι παραπάνω από τη θέση μίας συμβατικής περιοδολόγησης. Ολοκληρώνει μία περίοδο που έχει αλλάξει αμετάκλητα ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία, με τους αμείλικτους όρους μίας ατομικής βόμβας. Έχει ήδη γεννήσει το όραμα του κάθε επαναστάτη και τον εφιάλτη κάθε εξουσίας του μέλλοντος. Έχει γεννήσει τη σύγχρονη πολιτική. Ο τρόμος που διαγράφηκε τόσο στα μάτια των ευρωπαϊκών μοναρχιών όσο και σε αυτά της αστικής πρωτοπορίας της Επανάστασης, έδωσε το όνομα του στην περίοδο που τελειώνει την 9η Θερμιδόρ: είναι η περίοδος της Τρομοκρατίας, όπως ονομάστηκε από την αστική ιστοριογραφία, που πήρε διαστάσεις μυθολογίας φρίκης ή θαυμασμού ανάλογα με την οπτική γωνία. Για τους απανταχού επαναστάτες ταυτίστηκε με το λαϊκό ριζοσπαστισμό ενώ οι αστοί συνειδητοποίησαν ότι αν ανέτειλλε ξανά ο ήλιος του 1793, θα φώτιζε πλέον ένα μη αστικό μέλλον.
         Έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε τη Γαλλική Επανάσταση ως το πρότυπο της αστικοδημοκρατικής επανάστασης. Σίγουρα, η Επανάσταση ξεκίνησε με ένα τμήμα της αστικής τάξης στην πρωτοπορία και κατέληξε αστικά, ωστόσο η ιστορική «ανωμαλία» της Τρομοκρατίας μας προκαλεί δυσκολίες στο να αποδεχτούμε συνολικά αυτό το εξελικτικό σχήμα. Μία οπτική ορίζει την Τρομοκρατία ως αστική, υπό την έννοια ότι οι μάζες χρησιμοποιήθηκαν από την αστική πρωτοπορία προκειμένου να τσακίσουν την αντεπανάσταση. Δεν έγινε ποτέ υπαρκτός ο κίνδυνος να χαθεί ο έλεγχος από τα χέρια της; Αυτό είναι το πρώτο ερώτημα πίσω από το οποίο κρύβεται ένα μέρος των αιτιών της 9η Θερμιδόρ. Και αν ήταν Τρομοκρατία του αστικού κράτους προκειμένου να διασωθεί η Επανάσταση, τότε γιατί η Τρομοκρατία δαιμονοποιήθηκε και από τις άρχουσες αστικές (πέρα από τις αριστοκρατικές) τάξεις της Ευρώπης καθ’όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα; Πίσω από το δεύτερο αυτό ερώτημα, ακόμα περισσότερο, κρύβονται τα πραγματικά αίτια της 9ης Θερμιδόρ.
             Zήτημα πρώτο: Ένα μύθος αρχίζει να οικοδομείται ήδη από τις πρώτες μέρες τις 9ης Θερμιδόρ και διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα (με φωτεινή εξαίρεση τον Francois Mignet που αντιλαμβάνεται τα στάδια ριζοσπαστικοποίησης της Επανάστασης καθώς και τα όρια της[2]): Ο Ροβεσπιέρος και η ομάδα του έπεσαν λόγω της κούρασης και της αγανάκτησης που προκάλεσαν οι ακρότητες της Τρομοκρατίας. Ωστόσο, ο ίδιος ο Ροβεσπιέρος ήταν, τόσο ανάμεσα στους Ιακωβίνους[3] όσο και μέσα στην Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας,[4] από τους μετριοπαθέστερους οπαδούς της Τρομοκρατίας και τη χρησιμοποιούσε μόνο ως έκτακτο μέτρο λόγω του πολέμου, της εισβολής και της αντεπανάστασης. Ο Saint-Just ήταν πιο παθιασμένος (ίσως και λόγω του νεότερου της ηλικίας του) οπαδός της, γιατί ο πρώτος τη χρησιμοποιούσε ως πολιτικό όπλο πρώτα και κύρια ενώ ο δεύτερος ως μέσο ασφυκτικής κοινωνικής πίεσης. Όπως και να το κάνουμε ο Ροβεσπιέρος βρισκόταν συνέχεια στο Παρίσι ενώ ο Saint-Just σχεδόν όλη  του τη θητεία στο Υπουργείο Πολέμου την πέρασε στα σύνορα ως αντιπρόσωπος της Επαναστατικής Κυβέρνησης στο μέτωπο. Έχει ειπωθεί ότι ο Ροβεσπιέρος υπήρξε η “συνείδηση της Τρομοκρατίας”, ενώ ο Saint-Just η “ψυχή της”. Ένα δεύτερο στοιχείο που πρέπει να τεθεί είναι ο σαφέστατα, αν όχι ύποπτος, τουλάχιστον “αφελής” ρόλος πολλών εξτρεμιστών σε όλα τα ζητήματα που ανέδειξε η Επανάσταση. Ο Ηebert[5] που καθοδηγούσε την Κομμούνα[6] και έβγαζε πύρινους λόγους κατά των αστών χαρακτηρίζεται πλέον ως βασιλικός πράκτορας ακόμα και από φιλελεύθερους ιστορικούς της Επανάστασης[7], πολλοί αποχριστιανιστές που κατακεραύνωναν το Ροβεσπιέρο για τις μετριοπαθείς, κατ' αυτούς, θέσεις που ο τελευταίος υιοθέτησε όσον αφορά το θρησκευτικό ζήτημα, αποδείχτηκαν κερδοσκόποι και καταχραστές (όπως ο Francois Chabot) που καταλήστευαν το δημόσιο και παραποιούσαν τα διατάγματα διάλυσης της Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών.[8] Και κυρίως αυτό που αναδεικνύει το μέγεθος της διαστρέβλωσης της αστικής ιστοριογραφίας γύρω από την περίοδο της Τρομοκρατίας, είναι το κομβικό αλλά άγνωστο γεγονός ότι η ηγετική συνωμοτική ομάδα της 9ης Θερμιδώρ που ανέτρεψε τους ροβεσπιερικούς, αυτοί που “ούρλιαζαν” κατά του “τυράννου Μαξιμιλιανού” στην Εθνοσυνέλευση την παραμονή του πραξικοπήματος, ήταν αυτοί που υπήρξαν οι πραγματικοί εξτρεμιστές τρομοκράτες, αυτοί που έδωσαν στην αστική ιστοριογραφία όλα τα εργαλεία, όλα τα όπλα προκειμένου να διαστρεβλώσει και να προσδώσει διαστάσεις τερατώδους μυθολογίας στην περίοδο της Τρομοκρατίας: ο Barras στην Τουλόν, ο Fouche και ο Collot dHerbois στη Λυών, ο Freron στην Τουλούζ, ο Τallien στη Μασσαλία, ο Carrier στη Ναντ. Και κάτι που μοιάζει με λεπτομέρεια, αλλά για τον ιστορικό έχει τεράστια αποκαλυπτική σημασία. Όλοι τους είχαν ανακληθεί στο Παρίσι, κατηγορούμενοι για ακρότητες, συνοπτικές εκτελέσεις χωρίς δίκη, διαφθορά και άλλα, λίγο πριν από την 9η Θερμιδώρ. Κάποιοι, όπως ο Carrier, θα περνούσαν από δίκη, κάποιοι άλλοι, όπως ο Fouche, κρύβονταν. Αυτοί ήταν οι επικεφαλείς του πραξικοπήματος. Οι εξτρεμιστές της ιακωβινικής ακροαριστεράς. Πως λοιπόν μπορούμε να μιλάμε για ανατροπή της Τρομοκρατίας; Ανατράπηκε η Τρομοκρατία από τους τρομοκράτες; Κάτι άλλο συμβαίνει εδώ. Διότι δεν προχώρησαν στην κίνηση αυτή από μόνοι τους. Συμμάχησαν με την μετριοπαθέστατη (έως φιλομοναρχική) αστική Δεξιά, κύριος εκφραστής της οποίας στην Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας ήταν ο Carnot. Παράλληλα, ο ηγέτης του κέντρου στην Επιτροπή Barere μαζί με τον ριζοσπάστη Billaud-Varenne ο οποίος είχε επιβληθεί στην Επιτροπή, μαζί με τον Collot dHerbois, απευθείας από τους Αβράκωτους και την Κομμούνα, οργάνωσαν το πραξικόπημα. Με ποια σκοπιμότητα συμμάχησε η ιακωβινική ακροαριστερά με τη φιλομοναρχική αστική δεξιά; Ο τυχοδιωκτισμός και η έλλειψη συγκροτημένου κοινωνικού προγράμματος των τρομοκρατών, οι οποίοι αναλώνονταν σε πράξεις στείρου ρεβανσισμού, συνάντησε τον τρόμο της μετριοπαθούς αστικής δεξιάς απέναντι στην ηγετική τριανδρία Ροβεσπιέρου, Saint-Just και Couthon και κάποιων λίγων επιπλέον που τους ακολουθούσαν. Τι τους τρομοκράτησε τόσο; Πίσω από αυτό το ερώτημα βρίσκονται τα πραγματικά αίτια της 9ης Θερμιδώρ. Το επιχείρημα των τρομοκρατικών ακροτήτων έχει ήδη απορριφθεί, πρώτον διότι όπως είπαμε οι υπεύθυνοι για τις πράξεις αυτές και οι επικεφαλείς του πραξικοπήματος ήταν οι ίδιοι άνθρωποι και, δεύτερον, γιατί η Τρομοκρατία δεν έπαψε μετά την πτώση του Ροβεσπιέρου. Απλά άλλαξε στόχους, παρέμεινε όμως το κύριο μέσο εξόντωσης των πολιτικών αντιπάλων. Από ιακωβινική Τρομοκρατία έγινε Λευκή Τρομοκρατία.[9] H αιτία ήταν  η ανακοίνωση των διαταγμάτων του Ventose.[10] Μια νομοθεσία κοινωνικού χαρακτήρα, η οποία συντάχθηκε κατά κύριο λόγο από τον Saint-Just, που απαιτούσε τη διανομή των κατασχεθέντων γαιών των εμιγκρέδων στους Αβράκωτους (sans-culottes)[11] και η οποία προοιώνιζε το πέρασμα από την πολιτική στην κοινωνική δημοκρατία, προβλέποντας ακόμα και τη σταδιακή μετατόπιση της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής από την επιχειρηματική αστική τάξη στα μικροαστικά στρώματα. Αυτό ήταν και το όραμα της τριανδρίας. Να οικοδομήσει μία δημοκρατία απείρων ελεύθερων μικροϊδιοκτητών. Η προώθηση μιας τέτοιας νομοθεσίας η οποία σήμαινε μία μαζική αναδιανομή της ιδιοκτησίας σήμανε συναγερμό στους κόλπους της αστικής τάξης. Ο κίνδυνος απώλειας του ελέγχου της ηγεσίας ήταν πλέον υπαρκτός. Ο κοινωνικός πόλεμος άρχιζε να παίρνει πλέον άλλα χαρακτηριστικά.[12] Αυτό σφράγισε τη μοίρα των τριών. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία.
                Και κάτι τελευταίο: για να καταλάβουμε ποιοι είναι οι πραγματικοί τρομοκράτες, που καλύπτονται από ένα ψευτοδημοκρατικό μανδύα, φέρνουμε το εξής παράδειγμα. Τα επίσημα θύματα της Τρομοκρατίας στη Γαλλία την περίοδο Ιουνίου 1793 - Ιούλιου 1794 ήταν περίπου 17.000 άνθρωποι. Τα ανεπίσημα ανεβάζουν το νούμερο σε 35.000-40.000. Ωστόσο, το 52% των εκτελέσεων, δηλαδή πάνω από τις μισές, έγιναν στη Βανδέα και 19% έγιναν στη Λυών.[13] Δηλαδή σχεδόν τα τρία τέταρτα των εκτελέσεων έγιναν σε περιοχές που η αντεπανάσταση είχε πάρει ανοιχτά τα όπλα. Και όλα αυτά εν μέσω πολέμου, ξένης εισβολής και ομοσπονδιακής εξέγερσης. Ακόμα και έτσι οι ακρότητες οδήγησαν σε ανάκληση των αντιπροσώπων της Συμβατικής. Το 1871, ποιος ξέρει πόσοι Κομμουνάροι σκοτώθηκαν στις μάχες; Χιλιάδες σφαγιάστηκαν μετά από αυτές: η κυβέρνηση των Βερσαλλιών παραδέχτηκε ότι δολοφονήθηκαν ή εκτελέστηκαν 17.000, αλλά ο πραγματικός αριθμός θα πρέπει να είναι πολύ μεγαλύτερος.[14] Και όλα αυτά μέσα σε μερικές μέρες όχι σε 14 μήνες! Επικεφαλής της κυβέρνησης και υπεύθυνος των σφαγών που ακολούθησαν μετά την πτώση της Κομμούνας ήταν ο Τhiers, ο οποίος στο έργο του «Iστορία της Γαλλικής Επανάστασης» (1823-1827) χαρακτηρίζει τον Ροβεσπιέρο ως “τυραννικό κτήνος”...Δε μου αρέσει η στατιστική προσέγγιση της ιστορίας και η μηχανιστική αντίληψη που μπορεί αυτή να αναδεικνύει, όμως κάποιες φορές οι αριθμοί ξεγυμνώνουν την υποκρισία. Αυτά.


[1] Το Έτος ΙΙ της Πρώτης Γαλλικής  Δημοκρατίας, το περίφημο Έτος της  Τρομοκρατίας. Η Συμβατική εγκαθίδρυσε τη Δημοκρατία στις 20 Σεπτεμβρίου 1792 και στις 22 Σεπτεμβρίου 1792 ξεκίνησε η νέα χρονολόγηση του Έτους Ι της Γαλλικής Δημοκρατίας (σε αντίθεση με την εποχή της μοναρχίας). Οι παραδοσιακοί μήνες αντικαταστάθηκαν από καινούργιους, οι οποίοι σχετίζονταν με τις αγροτικές εργασίες, τις εποχές του χρόνου, τους συμβολισμούς της φύσης (Vendemiaire, Brumaire, Frimaire, Nivose, κ.ο.κ). Κάθε νέο έτος ξεκινούσε στις 22 Σεπτεμβρίου. Κάθε μήνας είχε 30 μέρες, ενώ τον χρόνο συμπλήρωναν πέντε μέρες-γιορτές, οι λέγόμενες “Αβρακωτίδες”, ενώ αντικαταστάθηκαν οι Κυριακές από τη “Δεκάτη” (Decadi).  Η Πρώτη Γαλλική Δημοκρατία τερματίστηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1804, με την αυτοανακήρυξη του Ναπολέοντα Βοναπάρτη ως  Αυτοκράτορα (Σήμερα διανύεται η Πέμπτη Γαλλική Δημοκρατία).
[2] F. MIGNET, Ιστορία της Γαλλικής Επανάστασεως, Τόμος Α', σελ. 185: “Οι Γιρονδίνοι σαν κόμμα προστέθηκαν στον κατάλογο των νικημένων κομμάτων και, συνεπώς, των εχθρικών προς τη Δημοκρατία. Όπως μετά τις 10 Αυγούστου (1792) η δημοκρατία τσάκισε τους συνταγματικούς (μοναρχικούς), έτσι και μετά τις 31 Μαΐου (1793) η τρομοκρατία θριάμβευσε κατά των μετριοπαθών δημοκρατικών.”
[3] Ιακωβίνοι (Jacobins):  Η Λέσχη των Ιακωβίνων ιδρύθηκε επίσημα το 1790, όταν φιλελεύθεροι βουλευτές και εύποροι εξωκοινοβουλευτικοί άρχισαν να συνεδριάζουν από κοινού στο παλιό μοναστήρι των Ιακωβίνων στο Παρίσι. Η σύνθεση της Λέσχης -η οποία λειτουργούσε ως ομάδα άσκησης πολιτικής πίεσης- άλλαξε οριστικά με τη βαθμιαία εισχώρηση δημοκρατικών στοιχείων από τα μέσα του 1791. Στο απόγειο της ιακωβινικής ισχύος αριθμούσε πάνω από 2000 λέσχες σε όλη τη Γαλλία με περίπου 100.000 μέλη. Έχει χαρακτηριστεί και ως το πρώτο ένοπλο κόμμα.
[4] Η περίφημη Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας (Comite de Salut Public, συγκροτήθηκε στις 6 Απριλίου 1793, παίρνοντας τη θέση της Comite de Defense Generale. Θεωρητικά ήταν μία από τις επιτροπές της Συμβατικής, κατά τη διάρκεια της Τρομοκρατίας όμως μετατράπηκε στο πραγματικό πολεμικό συμβούλιο της Επαναστατικής Γαλλίας.
[5] Εμπέρ (Hebert), Εμπερτιστές (Ηebertists): αγωνιστές του Hebert, ριζοσπάστη επαναστάτη με μεγάλη επιρροή στην Κομμούνα και μεγάλη υποστήριξη από τους Αβράκωτους. Ο Εμπέρ εξέδιδε την εφημερίδα Ο Μπάρμπα Ντυσέν (Pere Duschesne), εμπνευσμένος από τον λαϊκό ήρωα κωμωδιών του θεάτρου, δημοφιλή ήδη από τις παραμονές της Επανάστασης, εκφραστή των μαζών, το όνομα του οποίου ενέπνευσε τίτλους επαναστατικών εντύπων, όπως αυτής του Εμπέρ, γνωστής για το άτεχνο και ωμό ύφος των άρθρων της. Η εφημερίδα Ο Μπάρμπα Ντυσέν, όργανο των Εμπερτιστών, έσβησε μαζί τους την άνοιξη του 1794.
[6] Κομμούνα (Commune): Αρχικά οργανώθηκε ως Γενικό Κοινοτικό Συμβούλιο του Παρισιού, μετά την 10η Αυγούστου 1792 όμως, αναδιαρθρώθηκε πλήρως με τη συμμετοχή λαϊκών αγωνιστών και ριζοσπαστών αστών, και  μετατράπηκε σε πραγματικό κεντρικό συμβούλιο των αντιπροσώπων των επαναστατικών επιτροπών των τομέων, μέχρι τη διάλυση της, λίγο μετά την 9η Θερμιδώρ. Ο τίτλος σταδιακά εξαφανίστηκε και επανεμφανίστηκε, για λίγο, το 1848 και το 1871. Βλέπε και G. RUDE, The Crowd in the French Revolution, σελ. 254.
[7]  F. FURET και D. RICHET, Η Γαλλική Επανάσταση, σελ. 279, Εκδόσεις Εστία, Αθήνα, 1997.
[8]   G. LEFEBVRE, Η Γαλλική Επανάσταση, σελ. 399-404, Εκδόσεις ΜΙΕΤ, Αθήνα 2003.

[9] Λευκή Τρομοκρατία: Οι διώξεις που εξαπέλυσαν οι Θερμιδοριανοί σε όλη τη χώρα με στόχο την αποσάρθρωση του Ιακωβινικού επαναστατικού μηχανισμού. Ξεκίνησε με τη σφαγή των Ιακωβίνών της Λυών στις 14 Pluviose του Έτους ΙΙΙ (2 Φεβρουαρίου 1795).
[10]        Τα διατάγματα του Ventose προτάθηκαν στις 26 Φεβρουαρίου και 3 Μαρτίου (8 και 13 του μήνα Ventose) 1794 στη Συμβατική από τον Saint-Just και υποστηρίχτηκαν από τον Ροβεσπιέρο, χωρίς όμως να βρουν μεγάλη υποστήριξη, και χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να τα εφαρμόσουν μέσα σε λίγους μήνες. Ωστόσο η πρόταση τους ταρακούνησε την αστική πρωτοπορία της Επανάστασης, καθώς βρήκε, όπως είναι λογικό, μαζική υποστήριξη από τα μικροαστικά στρώματα.
[11] Αβράκωτοι (Sans-Cullotes): Οι «χωρίς κυλόττα», αυτοί που δε φορούσαν το στενό κομψό παντελόνι των ευγενών. Αυθόρμητος αυτοορισμός του λαϊκού κινήματος που αποτελείτο από μικρούς τεχνίτες και μισθωτούς εργάτες του Παρισιού. Ο όρος μπορεί να φαίνεται αόριστος σε σχέση με το σημερινό κοινωνιολογικό λεξιλόγιο, ωστόσο ανάλογα με τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής, έχει μία ξεκάθαρη ταξική αναφορά: το κοινό μίσος για την αριστοκρατία. 
[12] Α. MATHIEZ, Ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης, σελ. 168: “Η αντίθεση των προγραμμάτων προδίδει θεμελιώδη αντίθεση συμφερόντων και σχεδόν πάλη τάξεων. Η Κομμούνα και οι Ορεινοί, που προέρχονται από αυτήν, αντιπροσωπεύουν τις λαϊκές τάξεις (τεχνίτες, εργάτες, καταναλωτές) που υποφέρουν από τον πόλεμο κι απ' τις συνέπειες του: απ'την ακρίβεια της ζωής, την ανεργία, την αστάθεια στα μεροκάματα. Η Συνέλευση και οι Γυρονδίνοι, οι κληρονόμοι της, αντιπροσωπεύουν την μπουρζουαζία των εμπόρων και των ιδιοκτητών, που εννοούν να υπερασπίσουν την ιδιοκτησία τους ενάντια στους περιορισμούς, στα εμπόδια και στις επιτάξεις που την απειλούν. Πάλη δραματική που παίρνει όλες τις μορφές και που πρέπει να την παρακολουθήσουμε στις λεπτομέρειες της για να συλλάβουμε όλη την περίπλοκη υφή της.”
[13] Albert Soboul, Η Γαλλική Επανάσταση, σελ. 86, Εκδόσεις Ι.Ν. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα, 1967.
[14] E. J. Hobsbawm, Η Εποχή του Κεφαλαίου 1848 - 1875, Aθήνα 1994, σελ. 254.

Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

Διαχωρισμός εκκλησίας-κράτους ή κοινωνικοποίηση των εκκλησιών;


του Κώστα Παλούκη
Η κομμουνιστική και επαναστατική αριστερά προέρχεται από τη σύμπηξη και το μετασχηματισμό δύο διαφορετικών ριζοσπαστικών παραδόσεων, ιδεολογικών και αξιακών ρευμάτων και καθημερινού πολιτισμού εγκαινιάζοντας ουσιαστικά μια νέα κοσμοαντίληψη και μια νέα πολιτική, ιδεολογική και συνάμα πολιτισμική πρόταση και πρακτική. Η πρώτη παράδοση συνδέεται με τον ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό, όπως αναπτύχθηκε από τους γάλλους και βρετανούς διανοούμενους. Η δεύτερη παράδοση κατάγεται από τον κοινοτισμό ή κομμουναλισμό, όπως κληρονομήθηκε από τις μεσαιωνικές συντεχνίες. Στην πράξη κομμουνισμός είναι η ιδέα και το σύγχρονο πρόταγμα που γεννιέται μέσα από την άρνηση επέκτασης και βαθέματος του καπιταλισμού και την υπεράσπιση των παλαιών συλλογικών δεδομένων ή ταξικών κεκτημένων. Η δυνατότητα ανάπτυξης και νίκης του κομμουνισμού εμφανίζεται ιστορικά κάθε φορά που η αστική τάξη μιας χώρας δεν είναι σε θέση να εφαρμόσει ή να υπερασπιστεί τις αστικές εθνικές δημοκρατικές ελευθερίες και τα εργατικά ή λαϊκά αιτήματα. Τότε είναι δυνατόν μια επαναστατική διαδικασία να φτάσει μέχρι το τέλος. Δικαίως σήμερα πολλοί εκτιμούν ότι βρισκόμαστε σε μια τέτοια εποχή. Ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός ενώ διαλύει κάθε αστικό και κοινωνικό δικαίωμα ή ελευθερία, είναι ασυμβίβαστος με τις ίδιες τις αστικές δημοκρατικές διαδικασίες, ταυτόχρονα είναι ένα μη λειτουργικό και βαθειά κρισιακό μοντέλο οργάνωσης της καπιταλιστικής οικονομίας. Με λίγα λόγια η δυνατότητα επαναθεμελίωσης του κομμουνιστικού προτάγματος αλλά  και η πιθανότητα αγγίγματος μιας νέας μεγάλης απελευθερωτικής νίκης ίσως να κρύβονται πίσω από το βαθύ μαύρο τούνελ.

Μια τέτοια κοινωνική συνθήκη υπαγορεύει στις κομμουνιστικές δυνάμεις να επανεξετάσουν και να ανανεώσουν πολλές τις από στρατηγικές και θεμελιακές πολιτικές προτάσεις τους οι οποίες στο παρελθόν δε ακολούθησαν τη διαδικασία σύμπηξης του νέου κομμουνιστικού προτάγματος, αλλά παρέμειναν καθαρά είτε φιλελεύθερες δημοκρατικές είτε παραδοσιακές συντεχνιακές. Μια τέτοια περίπτωση είναι η τοποθέτηση απέναντι στην θρησκεία και στο θρησκευτικό φαινόμενο. Συγκεκριμένα, ο παλαιός ιστορικός κομμουνισμός απέτυχε να προτείνει κάτι νέο ή διαφορετικό, δηλαδή κομμουνιστικό, με αποτέλεσμα να υιοθετεί άκριτα είτε τη μία είτε τη δεύτερη παράδοση.

Ο κομμουνισμός ως ένα πολιτικό πρόταγμα βασισμένο στον ορθό λόγο και την επιστημονική μεθοδολογία του διαλεκτικού ιστορικού υλισμού βρίσκεται θέσει και φύσει αντίθετος με κάθε τι ιδεαλιστικό και ως εκ του με την θρησκεία. Βρίσκεται σε βαθειά φιλοσοφική διαπάλη με τον βαθύ πυρήνα του θρησκευτικού φαινομένου, το θεωρεί συνέπεια των εκμεταλλευτικών σχέσεων είτε ως ιδεολογία επιβεβλημένη «εκ των άνω» είτε ως αναγκαιότητα που προκύπτει από την υποταγή των «από κάτω» ή από την αδιέξοδη κοινωνική αστάθεια ωθώντας την ελπίδα μιας άλλης ζωής πέρα από πραγματικό. Για αυτό το αντιμετωπίζει ως αντιδραστικό κοινωνικό φαινόμενο και συνεπώς, το αντιπαλεύει πολιτικά. Υπόσχεται την εξαφάνισή του με την κατάργηση των εκμεταλλευτικών σχέσεων και τη εγκαθίδρυση μιας ελεύθερης, αταξικής, ειρηνικής και ασφαλούς κοινωνίας. Στα υπερφυσικά ερωτήματα της θρησκευτικής αναζήτησης ο κομμουνισμός αντι-προτείνει εκ του αποτελέσματος ως επιστημονικός την αθεΐα, ενώ στα ζητήματα οργάνωσης της κοινωνίας παρέμενε αταλάντευτος υπέρ της κοσμικότητας.

Αυτή η σταθερή τοποθέτηση υπέρ της αθεΐας και της κοσμικότητας οδηγούσε σε μια apriori πολιτική τοποθέτηση καταγόμενη από την αστική δημοκρατική παράδοση. Δηλαδή υιοθετούσε τον απόλυτο και καθαρό διαχωρισμό του κράτους από την εκκλησία. Αυτή η πρόταση όμως κάποιες φορές αντανακλούσε στην βιωμένη εμπειρία της εργατικής τάξης ή των αγροτικών και ευρύτερα λαϊκών στρωμάτων, όπως π.χ. στην μεσοπολεμική Ισπανία, ενώ άλλες φορές δεν αντανακλούσε, όπως π.χ. στην μεσοπολεμική Ελλάδα. Στην πρώτη περίπτωση η αθεΐα ή η κοσμικότητα μπορούσε να αγγίζει και να εκφράζει υπαρκτά κοινωνικά ρεύματα και γινόταν μια πλειοψηφική και εν δυνάμει νικηφόρα πολιτική πρόταση. Όμως ακόμα και τότε έδινε ένα σοβαρό ιδεολογικό έρεισμα στον αντίπαλο να χρησιμοποιήσει την θρησκεία ως αντεπαναστατικό εργαλείο και να ξεσηκώνει τον λαό σε μια συντηρητική επανάσταση ενάντια στην κομμουνιστική επανάσταση. Στην δεύτερη περίπτωση συμμαχούσε με τη φιλελεύθερη μικροαστική διανόηση ανοίγοντας όμως ένα κοινωνικό και ιδεολογικό χάσμα με αποτέλεσμα στην πράξη να απομονώνεται από τα εργατικά και λαϊκά στρώματα ή να επιτρέπει στον αντίπαλο να εγείρει πιο εύκολα τα αντικομμουνιστικά αισθήματα.

Σε αυτήν την δεύτερη περίπτωση ο κομμουνισμός προκειμένου να εκφράσει τα ριζοσπαστικά κοινωνικά ρεύματα επέλεγε να υποχωρήσει σε μια άνευ όρων υποταγή στο θρησκευτικό φαινόμενο, δηλαδή στη συντηρητική κοινοτική παράδοση, διατηρώντας κάποια όρια στην κοσμικότητα. Ένα τέτοιο ιστορικό παράδειγμα είναι το ΕΑΜικό κίνημα και η πολιτική κληρονομιά που άφησε στις επόμενες γενιές. Ένας αντίστοιχος Μπελογιάννης στην Ισπανία ίσως να μη σκεφτόταν ποτέ να συγκρίνει την ηρωικότητα και την αυτοθυσία των κομμουνιστών με τους πρώτους χριστιανούς, όπως έπραξε κατά την απολογία της δίκης του. Με αυτόν τον τρόπο οι κομμουνιστές υιοθετούσαν τη γλώσσα της θρησκείας για να εκφράσουν το ριζοσπαστικό λαϊκό ρεύμα. Μετατρέπονταν σε πραγματικούς και αυθεντικούς χριστιανούς. Ποιες όμως θα μπορούσε να είναι οι συνέπειες αυτού του μετασχηματισμού; Οι κομμουνιστές ως χριστιανοί μάρτυρες θυσιάζονταν πιο εύκολα συνειδητά για μια μάχη από τα πριν χαμένη;  Ίσως εγκατέλειπαν πιο εύκολα την καθοδήγηση σε έναν κοσμικό θεό, δηλαδή την ΕΣΣΔ, και τον αντιπρόσωπό της στην Ελλάδα, δηλαδή το Κόμμα; Ίσως με λίγα λόγια ως χριστιανοί μάρτυρες είχαν πιο εύκολα μικρότερο ρόλο στις αποφάσεις μιας πολιτικής μάχης στην οποία άλλοι αποφάσιζαν και αυτοί εκτελούσαν; Ως εκ τούτου, ακυρωνόταν στην πράξη η εργατική δημοκρατία ως μια αναγκαία προϋπόθεση για την συλλογική νίκη…

Ο κομμουνισμός επειδή ουδέποτε κατάφερε στο επίπεδο αυτό να συμπήξει πολιτικά τις δύο παραδόσεις και να προβάλει μια κομμουνιστική εναλλακτική πρόταση στο θρησκευτικό φαινόμενο και σε μια πραγματικά ηγεμονική πρόταση, υπέκυπτε είτε στη μία είτε στην άλλη παράδοση μάλλον με καταστροφικές συνέπειες για το εκάστοτε απελευθερωτικό εγχείρημα.

Σήμερα στην Ελλάδα προτείνονται δύο μοντέλα σε σχέση με την εκκλησία. Το πρώτο προερχόμενο από την αστική διαφωτιστική παράδοση, χωρίς απαραίτητα να αρνείται την θρησκεία, θεωρεί ότι πρόκειται για μια αυστηρά ατομική υπόθεση και ως τέτοιο δεν αφορά την πολιτεία και τον δημόσιο χώρο. Άρα η εκκλησία πρέπει να είναι ένας ανεξάρτητος ιδιωτικός οργανισμός, η θρησκευτική εκδήλωση προσωπική, κλειστή και ιδιωτική. Μια ακραία εκδοχή της αντίληψης περί ιδιωτικότητας της θρησκευτικής εκδήλωσης είναι η απαγόρευση κάθε θρησκευτικού στοιχείου στους δημόσιους και κρατικούς φορείς που εφαρμόζεται στην Γαλλία. Στην πράξη το φιλελεύθερο αυτό ατομικό μοντέλο δεν είναι ούτε δημοκρατικό, αλλά ολοκληρωτικό και συνάδει απόλυτα με τον ολοκληρωτισμό του σύγχρονου νεοφιλελευθερισμού. Επίσης, σε καμία περίπτωση δεν περιορίζει την εκκλησία. Αντίθετα, η καθολική εκκλησία, αλλά και η οποιαδήποτε αίρεση, ως ένας μεγάλος ιδιωτικός θεσμός είναι περισσότερο ανεξάρτητος να επιτελεί έναν καθόλα ανεξέλεγκτο από την πολιτεία, δηλαδή από την συλλογική πολιτική βούληση, ρόλο. Και σε αυτήν την περίπτωση δηλαδή ταιριάζει με τον σύγχρονο νεοφιλελευθερισμό.

Η αριστερά διαφοροποιείται υποτίθεται σε σχέση με αυτήν την φιλελεύθερη πρόταση προτείνοντας ως ένα επιπλέον ριζοσπαστικό αίτημα την κρατικοποίηση/ κοινωνικοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας. Κατά τα άλλα συμφωνεί ότι το θρησκευτικό ζήτημα είναι μια προσωπική υπόθεση που πρέπει βεβαίως να πολεμηθεί ιδεολογικά μέσα στην κοινωνία και όχι να καταπιεστεί, ενώ ελπίζει ότι με την στέρηση της περιουσίας η εκκλησία θα γίνει πιο αδύνατη. Και σε αυτήν την περίπτωση αποδείχτηκε σε πολλά κράτη της Ανατολικής Ευρώπης που επικράτησε μια τέτοια πολιτική, ότι η εκκλησία και το θρησκευτικό αίσθημα μάλλον ενδυναμώνουν και ότι η ιδέα του κομμουνισμού μάλλον χάνει τα λαϊκά του ερείσματα.

Η άλλη αστική πρόταση είναι αυτή της θεσμικής αναγνώρισης του ορθόδοξου δόγματος ως επικρατούντος, όπως π.χ. στην Ελλάδα με ιδιαίτερα συνταγματικά πλεονεκτήματα, ενώ  ταυτόχρονα η εκκλησία υπάγεται στο κράτος ως ένας ιδιαίτερος ημικρατικός οργανισμός. Το ελληνικό έθνος θεωρείται πως εκ παραδόσεως και ιστορίας ταυτίζεται με την ορθοδοξία και συνεπώς το ελληνικό κράτος οφείλει να ταυτίζεται με την ορθόδοξη εκκλησία. Ο αστισμός κερδίζει διατηρώντας στενή συμμαχία με έναν αντιδραστικό ιδεολογικά και θεσμικά οργανισμό, που επιτελεί μεγάλο ιδεολογικό ρόλο μέσα στα λαϊκά στρώματα, ενώ χαϊδεύει τα λαϊκά αντανακλαστικά. Έτσι καταφέρνει να αναπαράγει την ηγεμονία του πιο εύκολα και διατηρεί ως εφεδρεία ένα ισχυρό όπλο. Ο θρησκευτικός φονταμελισμός μετατρέπεται σε ένα πολιτικό εργαλείο το οποίο η πολιτεία μπορεί να καταστέλλει όταν αυτό γίνεται ξεφεύγει από τα επιτρεπτά όρια. Το ελληνικό κοσμικό κράτος «εξόντωσε» πολύ εύκολα πολιτικά με τα δημοσιευμένα ροζ σκάνδαλα τον Χριστόδουλο όταν έγινε επικίνδυνος και ουσιαστικά τον ώθησε στον φυσικό θάνατο. Ο διάδοχός του Ιερώνυμος αποδέχτηκε πλήρως την προβλεπόμενη θέση της εκκλησίας στην πολιτεία και ήρθε έναν καλό συμβιβασμό με το κράτος παρουσιάζοντας επιπλέον και ένα δημοκρατικό προσωπείο που ενθουσίασε μάλιστα την αριστερά. Ταυτόχρονα, οι μεταναστευτικές μειονότητες (μουσουλμάνοι, βουδιστές κλπ), οι ελληνικές θρησκευτικές μειονότητες (μάρτυρες του Ιεχωβά), αλλά και οι εθνικές/θρησκευτικές μειονότητες (Τούρκοι της Θράκης) είτε βρίσκονται υπό διωγμώ είτε είναι απλά ανεκτές.

Κατά την άποψή μου η επαναστατική κομμουνιστική αριστερά οφείλει να υπερβεί διαλεκτικά και συνθετικά και τις δύο αστικές παραδόσεις, δηλαδή την δημοκρατική φιλελεύθερη δημοκρατική και την συντηρητική, συμπήζοντας μια πραγματικά δημοκρατική και κομμουνιστική ηγεμονική πρόταση. Πέρα από την φιλοσοφική και ιδεολογική διαπάλη με το θρησκευτικό φαινόμενο, η κομμουνιστική αριστερά οφείλει να παραδεχτεί ότι το δικαίωμα της θρησκευτικής έκφρασης δεν είναι ατομική υπόθεση, αλλά πολιτική ελευθερία και δημόσιο αγαθό, εφόσον συνιστά ανάγκη έστω και για έναν πολίτη. Είναι δηλαδή υπόθεση του συνόλου της κοινωνίας και ως τέτοιο πρέπει να προστατεύεται και να ενισχύεται, αλλά και να λειτουργεί μέσα στα δημοκρατικά πλαίσια ώστε να μην λαμβάνει φονταμελιστικά χαρακτηριστικά.

Σε αυτήν την κατεύθυνση δεν πρέπει να αποκρατικοποιηθεί η ορθόδοξη εκκλησία και να αποδεσμευτεί συνταγματικά από το κράτος, αλλά πρέπει να γίνει ακριβώς το αντίθετο. Δηλαδή όλες οι άλλες εκκλησίες να κρατικοποιηθούν και να κατοχυρωθούν συνταγματικά ως μέρος του ελληνικού έθνους. Η εκκλησιαστική περιουσία βέβαια να κρατικοποιηθεί, αλλά οι ιερείς τόσο οι ορθόδοξοι όσο και των άλλων δογμάτων να μισθοδοτούνται από την πολιτεία. Στο σχολείο ο κάθε μαθητής που ακολουθεί ένα θρησκευτικό δόγμα να παρακολουθεί εφόσον το επιθυμεί ή δεν το επιθυμεί το αντίστοιχο θρησκευτικό μάθημα και αντίστοιχα να έχει το δικαίωμα να προσεύχεται ή να μην προσεύχεται δημόσια. Τα σχολικά βιβλία να γράφονται από ανθρώπους που θα ορίζει η πολιτεία με βάση όμως τις αρχές του κάθε δόγματος, ενώ να είναι υποχρεωτικό και η με σεβασμό παρουσίαση και των άλλων επίσημων δογμάτων. 

Ο άθεος μαθητής να παρακολουθεί αντίστοιχα μάθημα θρησκειολογίας.
Ταυτόχρονα, να γίνει αριστερό πολιτικό αίτημα ο εκδημοκρατισμός της εκκλησίας και η οργανική συμμετοχή των πιστών στην εκλογή των ιερέων και των ανώτερων κληρικών. Με αυτόν τον τρόπο ο ίδιος ο οργανισμός της εκκλησίας στο βαθμό που συνεχίζει να υπάρχει παύει να είναι αποδεσμευμένος από την κοινωνία και αποστεωμένος, αλλά λογοδοτεί σε αυτή. Με αυτόν τον τρόπο είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν καλύτερα τα φαινόμενα φασιστικοποίησης του εκκλησιαστικού μηχανισμού και να μπορεί να γίνεται μέρος μιας εργατικής και λαϊκής κοινωνικής συμμαχίας.

Τέλος, είναι δυνατόν να υπάρχει τοποθέτηση και στο ίδιο το περιεχόμενο. Η Θεολογία της επανάστασης, παρότι ήταν ένα κίνημα ελιτίστικο και αφορούσε κυρίως διανοούμενους επισκόπους, λειτούργησε. Τέτοιες πλευρές όχι μόνο πρέπει να αναδεικνύονται, αλλά και να ενισχύονται και να προβάλλονται, ενώ οι λιγοστοί δημοκρατικοί και αριστεροί ιερείς, να αποκτούν μια μεγαλύτερη θέση. 

Υπάρχουν πολλά ιστορικά παραδείγματα ιερέων που έδρασαν και τιμωρήθηκαν υπέρ του επαναστατικού και λαϊκού κινήματος. Στην πραγματικότητα υπάρχουν δύο κατηγορίες χριστιανών: αυτοί που πιστεύουν στο θεό επειδή αισθάνονται τύψεις για αυτά που κάνουν καθημερινά στους άλλους ανθρώπους και αυτοί που πιστεύουν στο θεό γιατί βρίσκονται μπροστά σε τεράστια οικονομικά, κοινωνικά, ψυχολογικά, κ.α. αδιέξοδα. Συνεπώς, μια υπεφυσική δύναμη και μια πίστη σε κάτι ανώτερο και ηθικό τους κάνει να νιώθουν πιο δυνατοί και πιο ενάρετοι, αισθάνονται ότι επιτελούν ένα καθήκον υπέρ της ανθρωπότητας. Το πρώτο είδος χριστιανών είναι απλά σιχαμερό, αυτοί είναι το χυδαιότερο είδος ανθρώπων. Το δεύτερο το μπορεί να είναι καλύτεροι άνθρωποι. Με αυτούς, πολύ περισσότερο και από τους εκμαυλισμένους από την πολιτική "αριστερούς", μπορούμε να κάνουμε τον κόσμο καλύτερο, ακόμα κι αν δε συμφωνούμε επί της αρχής σε τίποτα μαζί τους. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν ανθρωπιστικές αρχές και αυτό είναι πολλυ σημαντικό.

Μια παρέμβαση με όρους θρησκευτικούς δεν είναι καθήκον μιας κομμουνιστικής οργάνωσης και ούτε πρέπει να είναι. Μπορούν όμως να εμφανιστούν ρεύματα που δρουν παράλληλα και συμμαχούν με τις κομμουνιστικές οργανώσεις και τα οποία είναι δυνατόν να συμμετέχουν στο Αντικαπιταλιστικό Εργατικό Μέτωπο. Σε κάθε περίπτωση μια τέτοια πολιτική παρέμβαση στους κόλπους του θρησκευτικού χώρου μπορεί να δώσει στις κομμουνιστικές δυνάμεις το όπλο της πολιτικής ηγεμονίας σε αυτόν τον χώρο και να μην τον χαρίζει με μια μονοκονδυλιά στον αντίπαλο.

Συνεπώς, η επαναστατική και κομμουνιστική αριστερά απέναντι στο αιτηματολόγιο για αποδέσμευση της εκκλησίας από το κράτος θα πρέπει να βρει και να προτάσει ένα άλλο αιτηματολόγιο που θα είναι πιο δημοκρατικό, πιο κομμουνιστικό και πιο ηγεμονικό. Είναι λάθος να συντάσσεται τόσο με αντιδραστικές φιλελεύθερες τοποθετήσεις όσο και να κλείνει τα μάτια στα συντηρητικά αντανακλαστικά. Αντίθετα, επιθετικά να προτάξει μια άλλη δημοκρατική ριζοσπαστική εκδοχή του θρησκευτικού φαινομένου, χωρίς βέβαια να πάψει διόλου την φιλοσοφική διαπάλη.


πόσοι μας διάβασαν: