Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

δομές λαϊκής αυτοδιοίκησης, 70 χρόνια από την ίδρυση του ΕΑΜ

 του Κώστα Παλούκη, περ. Αναιρέσεις, τ.16, Φθινόπωρο 2011,

Οι όροι «άμεση δημοκρατία», «γενική συνέλευση» ή «λαϊκή συνέλευση» επανήλθαν πολύ έντονα στο προσκήνιο την περίοδο του κινήματος των Αγαναχτισμένων Πολιτών. Εάν μέχρι τώρα απέναντι στην αμφισβήτηση και την οφθαλμφανή χρεοκοπία του μεταπολιτευτικού κοινοβουλευτισμού προβαλλόταν ένα είδος «βοναπαρτισμού», δηλαδή η λύση της αρχής ενός ενάρετου ανδρός, για πρώτη φορά από την περίοδο της έναρξης της κρίσης και ίσως για πρώτη φορά από τη μεταπολίτευση και έπειτα αναζητάται, προβάλλεται ή ακόμη και επιχειρείται να εφαρμοστεί μια άλλου τύπου δημοκρατία σε σχέση με την κοινοβουλευτική.  Στα πλαίσια αυτών των συζητήσεων και των πειραματισμών είναι ανάγκη να μελετήσουμε την ιστορία και να διδαχθούμε την από την εμπειρία του ελληνικού χειραφετητικού κινήματος. 

Την περίοδο της Κατοχής στα χωριά των βουνών της Ρούμελης, αλλά και όλης της Ελεύθερης Ελλάδας, αντικαθίσταται η παραδοσιακή αντιπροσωπευτική δημοκρατία με μια πρωτόλεια μορφή λαϊκής εξουσίας. Πρόκειται για μια πραγματικά προοδευτική επαναστατική τομή στον τρόπο οργάνωσης της καθημερινότητας των αγροτικών στρωμάτων, διαχείρισης των καθημερινών τους προβλημάτων και συλλογικής δημοκρατικής έκφρασης. Στοιχείο δυναμικής ολοκλήρωσης αυτής της διαδικασίας είναι η διενέργεια εκλογών και η συγκρότηση του Εθνικού Συμβουλίου της Ελεύθερης Ελλάδας στις 30 Απρίλη 1944.

Διαβάζοντας κανείς το βιβλίο του Γεωργούλα Μπέικου «Η λαϊκή εξουσία στην Ελεύθερη Ελλάδα» παρακολουθεί βήμα βήμα από τη γραφή ενός εκ των πρωταγωνιστών την πορεία της δημιουργίας των δομών «λαϊκής αυτοδιοίκησης». Το πρώτο ίσως και το βασικότερο ερώτημα είναι πως και γιατί κοινότητες βαθειά συντηρητικές και για δεκαετίες εξαρτημένες από τις παλαιοκομματικές κοινοβουλευτικές πελατειακές σχέσεις κατάφεραν να πετύχουν με μια ιστορική πρωτοτυπία ένα τέτοιο εγχείρημα λαϊκής αυτό-οργάνωσης. Τόσο ο Μπέικος όσο και η Ρίκα Μπουσχότεν στο βιβλίο της «Ανάποδα χρόνια, συλλογική μνήμη και ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών (1900-1950)» υποστηρίζουν ότι οι ιδέες του Αγροτικού Κόμματος και διεκδικητικά κινήματα του μεσοπολέμου μπόλιασαν με ριζοσπαστισμό τις ορεινές περιοχές και τις αγροτικές κοινότητες. Εξάλλου, μια περίηγηση στις μεσοπολεμικές εφημερίδες Ριζοσπάστης και Ελεύθερος Άνθρωπος μπορούν να πιστοποιήσουν την κινηματική δυναμική των αγροτικών στρωμάτων – αν και κυρίως πεδινών – πριν την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά. Ωστόσο, στα 1940 ένα πλειοψηφικό κομμάτι του ανδρικού αγροτικού κόσμου ήταν σε θέση να διαβάζει εφημερίδες και διέθετε εμπειρία πολιτική ζωής, δηλαδή συμμετείχε ενεργά στην πολιτική κοινότητα. Σε κάθε περίπτωση η εμπειρία της ΕΑΜικής λαϊκής εξουσίας αποτελεί παράδειγμα ότι δεν είναι η σχολική ή η πανεπιστημιακή μόρφωση ή η προϋπάρχουσα πολιτικοποίηση οι καθοριστικοί παράγοντες για τη λειτουργία μιας δημοκρατίας. 

Η κατάρρευση του αστικού κράτους με την έλευση των Ιταλών δημιούργησε ένα κενό εξουσίας το οποίο αυθόρμητα οι κάτοικοι σε κάποιες περιπτώσεις κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν μόνοι τους. Στα 1941 ο Μπέικος περιγράφει πως μέσα από μια ιδιότυπη γενική συνέλευση συστήθηκε στο χωριό του μια Επιτροπή Επίλυσης όλων των προβλημάτων υποκαθιστώντας την κοινοτική διοίκηση, αν και ο διορισμένος πρόεδρος της κοινότητας συμμετείχε σε αυτή ώστε να μετατρέπει τις αποφάσεις της Επιτροπής σε νόμιμες αποφάσεις, όπου αυτό χρειαζόταν στις σχέσεις με τις κρατικές υπηρεσίες. Η Επιτροπή αναλαμβάνοντας την επίλυση του επισιτιστικού προβλήματος συγκέντρωνε τις οικονομίες του χωριού σε εθελοντική βάση και τις μοίραζε με βάση τις ανάγκες. Πολύ σημαντική τομή ήταν η υπέρβαση πατριαρχικών εθιμικών παραδόσεων. Το συμφωνητικό της επιτροπής δεν υπογράφτηκε από τους «αρχηγούς των οικογενειών», αλλά από όλους τους άντρες άνω των 18 ετών. Το δικαίωμα των ίσων δικαιωμάτων των γυναικών τέθηκε για πρώτη φορά με οικονομικούς όρους. Προτάθηκε η υπογραφή από γυναίκες «αρχηγούς» οικογενειών, δηλαδή από όσες έλειπαν οι άντρες ενήλικες, εφόσον καλούνταν να συμβάλλουν και αυτές οικονομικά ή και να λάβουν οφέλη. Έτσι, για πρώτη φορά γυναίκες, χωρίς οι ίδιες να το διεκδικήσουν, συμμετείχαν σε μια πολιτική διαδικασία.
Σύμφωνα, με τον Μπέικο η Επιτροπή αυτή αποτέλεσε πρόδρομο της κατοπινής Λαϊκής Αυτοδιοίκησης και της Λαϊκής Δικαιοσύνης προσφέροντας πολύτιμη πείρα για τη συνέχεια. Δεν είχε προορισμό την αντικατάσταση της υπάρχουσας κρατικής μηχανής. «Η εξουσία της στηριζότανε στην πειθώ, στον συμβιβμασμό, τη διαιτησία και το κοινό συμφέρο ν’ αντιμετωπιστούνε τα κοινά προβλήματα», καθώς δεν είχανε ωριμάσει οι αυνθήκες για μια τέτοια σκέψη. Όταν πλέον ο ΕΛΑΣ είχε διαλύσει όλα τα όργανα της αστικής εξουσίας τότε μπήκε ανοιχτά το ερώτημα. Ο ίδιος ο Άρης στους λόγους του στην περιοχή της Ευρυτανίας προσέδιδε στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα κοινωνικό περιεχόμενο. Ο Μπέικος τότε ανέλαβε να συγγράψει τους κανόνες που θα ρύθμιζαν τους νέους θεσμούς της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης και της Λαϊκής Δικαιοσύνης. Πρόκειται για δύο κείμενα. Το πρώτο ήταν νονοθετικού περιεχομένου και είχε τίτλο «Εντολαί δια την Λαϊκήν Αυτοδιοίκησιν και την Λαϊκή Δικαιοσύνη» και μια εγκύκλιο για την εφαρμογή των εντολών.

Ο δικηγόρος Μπέικος προσπάθησε να συνθέσει έναν κώδικα βασισμένος στις αποφάσεις της 4ης Ολομέλειας του ΚΚΕ στα 1934, στα διαβάσματά του για τη λειτουργία της Αθηναϊκής Εκκλησίας του Δήμου και στο μοντέλο των Σοβιέτ με ουσιαστικές προσαρμογές στο παραδοσιακό εθιμικό δίκαιο των αγροτικών περιοχών, αλλά και στις δεδομένες συνθήκες του πολέμου και της μέχρι τότε εμπειρίας. Οι Εντολές έμειναν γνωστές ως «Κώδικας Ποσειδών». Σε κάθε χωριό όλοι οι ενήλικοι πολίτες αποτελούσαν την Γενική Συνέλευση που ήταν ο μοναδικός φορέας και εκφραστής της Εξουσίας του. Από την Γενική Συνέλευση εκλεγόταν η Πενταμελής Επιτροπή Λαϊκής Αυτοδιοίκησης η οποία ήταν ταυτόχρονα και Επιτροπή Λαϊκής Δικαιοσύνης. Η Επιτροπή εκλέγει τον πρόεδρο, ενώ το κάθε ένα από τα υπόλοιπα μέλη είναι πρόεδρος σε 4 υποεπιτροπές, την επισιτιστική, την σχολική, την εκκλησιαστική και την Λαϊκής Ασφάλειας. Ο Μπέικος υποστηρίζει – προφανώς εμπενυσμένος από τους πλατωνικούς διαλόγους – ότι έδωσαν στη Γενική Συνέλευση όλη την εξουσία, όχι μόνο εξαιτίας της κομματικής τους αντίληψης, αλλά και επειδή είχαν πειστεί πως ο λαός συγκρτημένος σε ενιαίο σώμα «μεταβάλλεται μέσα στο ειδικό κλίμα της ομάδας, της κοινότητας, του συνόλου, του ΕΜΕΙΣ, αν όχι σε σοφό, … οπωσδήποτε όμως σε ποιο έξυπνο … απ’ όσο είναι στην πραγματικότητα ο καθένας που παίρνει μέρος στην Γενική Συνέλευση». Θεωρεί πως, παρότι στο χωριό του ήταν ο πιο μορφωμένος και ο παραδεδειγμένα ηγέτης του, «η σκέψη της Συνέλευσης δείχτηκε πιο προωθημένη, άρα πιο έξυπνη» σε όλα τα κρίσημα ζητήματα, ακόμα και σε εκείνα που ο ίδιος θεωρούσε ότι το σώμα θα αντιδρούσε συντηρητικά ή θα διασπώταν με βάση τα επιμέρους ατομικά του συμφέροντα. Ουσιαστικό δικαίωμα της Γενικής Συνέλευσης ήταν η ανάκληση των εκλεγμένων της Επιτροπής. Όλες οι αποφάσεις των Λαϊκών Επιτροπών κυρώνονταν από τη Γενική Συνέλευση. Η Λαϊκή Επιτροπή έθετε ως κριτήριο όχι την εκδίκηση, αλλά τον συμβιβασμό στις αντιδικίες. Δεν αφορούσε ζητήματα οικογενειακά, τα οποία ανέθετε σε κλειστή ομάδα κάτι που αναεφαρμοζόταν ήδη εθιμικά στην ύπαιθρο, ώστε να μην δημοσιοποιεί οικογενιακά θέματα. Παρέπεμπε ζητήματα που αφορούσαν τον πόλεμο στο ανταρτοδικείο, ώστε να μην προκληθούν διχαστικές μνήμες εντός του χωριού. Τέλος, η Λαϊκή Δικαιοσύνη λειτουργούσε δωρεάν και χωρίς δικηγόρους, ενώ οι θέσεις στις Επιτροπές ορίζονταν ως «τιμητικές».

Οι «Εντολές» εφαρμοστήκανε στην πράξη ως τον Απρίλη του 1943 και μόνο στον περιορισμένο χώρο των μεσοπολεμικών Δήμων Κτημενίων και Δολόπων. Η Εγκύκλιος 4 της ΠΕΦΦΕ του ΚΚΕ αντικατέστησε της Ενοτλές εφαρμόζοντας τους δύο θεσμούς σ’ όλο τον απελευθερωμένο από τους Αντάρτες χώρο των νομών Φθιώτιδας, Φωκίδας και Ευρυτανίας. Στις 8 Αυγούστου συγκροτήθηκε ο «Κώδικας Αυτοδιοίκησης και Λαϊκής Δικαιοσύνης για τη Στερά Ελλάδα», ο οποίος δεν εφαρμόστηκε ουσιαστικά καθώς μπήκαν σε ισχύ τα 15 άρθρα της Απόφασης 6 του «Κοινού Γενικού Στρατηγείου Εθνικών Ομάδων Ανταρτών» που διύρυνε τους Λαϊκούς Θεσμούς σε όλη την απελευθρωμένη Ελλάδα, ακόμα και από τις δυνάμεις του ΕΔΕΣ και της ΕΚΚΑ. Οι νέοι αυτοί κώδικες, παρότι ήταν βασισμένοι στις αρχικές «Εντολές», διαφοροποιούνταν σε διάφορα σημεία κάποια από τα οποία ήταν ουσιαστικά. Το πιο αδύνατο σημείο ήταν ο περιορισμός του δικαιώματος της ανακλητότητας με την δυνατότητα παρέμβασης ενός αναθεωρητικού δικαστηρίου και η επί πληρωμή εκδίκαση στα αναθεωρητικά δικαστήρια. Το πιο δυνατό σημείο ήταν η απόδοση του διακιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις γυναίκες. Όμως στην πράξη συγκεντρώνουν την μέχρι τότε εμπειρία σε χωριά, πόλεις και κωμοπόλεις και συγκροτούν ένα ενιαίο μοντέλο λειτουργίας της λαϊκής εξουσίας. Στις πόλεις θεσπίστηκε η δυνατότητα των δημοψηφισμάτων. Η μεγαλύτερη αδυναμία όλων αυτών των κωδίκων ήταν ότι δεν κατάφεραν να συγκροτήσουν δευτεροβάθμια όργανα «Λαϊκής Εξουσίας». 

Οι θεσμοί της Λαϊκής Εξουσίας ενσάρκωσαν τέλεια την ιδέα της λαϊκής κυριαρχίας με την πλατειά σύμπραξη του λαού στη διαχείριση της τοπικής εξουσίας. Όταν λοιπόν το Φθινόπωρο του 1944 το αίτημα για «Λαοκρατία» έσειε όλη την Ελλάδα, δεν ήταν ένα απλό όραμα, αλλά μια πραγματικότητα που οι λαϊκές τάξεις δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν, αλλά να διευρύνουν. Σωστά ο Θόδωρος Κουτσουμπός στο βιβλίο του «Πόλεμος των Χωρικών και Κοινωνική Επανάσταση» συγκρίνει την Λαϊκή Εξουσία στην ελληνική ύπαιρθο με τις δομές δυαδικής εξουσίας. Όμως το ΕΑΜ του 1944 και συγκεκριμένα το ΚΚΕ δεν ήταν σε θέση εξαιτίας στρατηγικούς ελλείμματος να κάνει το επόμενο αποφασιστικό βήμα. Η «Λαϊκή Εξουσία» και η «Λαϊκή Δικαιοσύνη» εφαρμόστηκαν στην Ελέυθερη Ελλάδα μέχρι την παράδοση των όπλων του ΕΛΑΣ στην Βάρκιζα. Με αυτόν τον τρόπο η Βάρκιζα συνιστά την ήττα όλων των κατακτήσεων της λαϊκής αυτοδιοίκησης.

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

http://red-pep.blogspot.com/2011/10/blog-post_31.html
Εισαι λαικιστης και ανευθυνος

raskolnikov είπε...

πολύ πιθανόν, αλλά η παραπομπή δε με βοηθάει να καταλάβω γιατί!

πόσοι μας διάβασαν: