Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

το συνδικαλιστικό κίνημα, η κρίση του 1932 και το κίνημα του 36

Από τις απαρχές της συγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος τέθηκε το ζήτημα της πολιτικής και
οργανωτικής ενότητας. Στα τέλη του 19ου αιώνα δημιουργείται στην Αθήνα και σε  στην Ελλάδα ο συντεχνιακός συνδικαλισμός που διέπεται με όρους ηθικής της εργασίας. Καπνοπώλες, καφεπώλες, κουρείς, ζαχαροπλάστες, ιχθυοπώλες, κλπ. οργανώνονται σε σωματεία. Στον Πειραιά παρότι υπάρχουν
βιομηχανοποιημένες δομές, και εκεί ο συνδικαλιστικός λόγος κυριαρχείται καιηγεμονεύεται από προβιομηχανικούς όρους. Στις αρχές του 20ου αιώνα το κίνημααυτό αποκτά Παμπειραϊκή και Παναθηναϊκή οργάνωση. Συνδέεται άρρηκτα με το ΔηλιγιαννικόΚόμμα και οι πιο σημαντικές πολιτικές παρεμβάσεις του κινήματος είναι στα Ευαγγελικά– Ορεστιακά, στα Σανιδικά και φυσικά στις απεργίες που ακολούθησαν το κίνημαστο Γουδί. Από αυτό το προβιομηχανικό συνδικαλιστικό κίνημα ξεσπούν δυναμικές απεργίες τη δεκαετία του 1890 σε Αθήνα και νησιά, ενώ τη δεκαετία του 1910 υπάρχουν σημαντικές απεργίες, αλλά και εξεγέρσεις, όπως π.χ. στη Σέριφο. Η Φεντερασιόν είναι μια άλλη οργάνωση στη Θεσσαλονίκη που ιδρύεται στα 1908. Δημιουργείται όμως σε εντελώς διαφορετικό πολιτισμικό και πολιτικό περιβάλλον, αυτό το πολυπολιτισμικό της Θεσσαλονίκης Έχει διεθνιστικό και σοσιαλιστικό χαρακτήρα και εκφράζει κυρίως το εβραϊκό στοιχείο, ενώ οι προκηρύξεις της κυκλοφορούν σε 4 γλώσσες. Συσπειρώνει εξίσου εργάτες προβιομηχανικής παραγωγικής δομής, αλλά δεν είναι ο κόσμος του μικροεργαστηρίου. Είναι εργάτες σε μεγάλα εργαστήρια ή εργοστάσια κεραμοποιίας, καπνεργασίας, κλωστοϋφαντουργίας, υποδηματοποιίας. Μια τρίτη συνδικαλιστική παράδοση, καθαρά συντεχνιακή και προερχόμενη απευθείας από τις μεσαιωνικές συντεχνίες διατηρείται σε όλες τις μεγάλες βιοτεχνικές πόλεις της Μακεδονίας, όπως για παράδειγμα στην Έδεσσα. Το αθηναϊκό παλαιοελλαδίτικο κίνημα των συντεχνιών, όπως αυτό εξελίσσεται την περίοδο μετά το 1916, η διεθνιστική παράδοση της Φεντερασιόν και ο πολιτισμός των συντεχνιών στην ύπαιθρο είναι οι παραδόσεις που θα συνθέσουν στα 1918 το νέο συνδικαλιστικό κίνημα της ΓΣΕΕ.


Η περίοδος στη οποία ιδρύεται η ΓΣΕΕ σχετίζεται άμεσα με την κατάσταση του Εθνικού Διχασμού και του πολέμου που αντιμετωπίζει η χώρα. Ταυτόχρονα, συνδεόταν με τις γενικότερες αναδιαμορφώσεις στην κοινωνική δομή που σχεδίαζε ο Βενιζέλος με την εργατική πολιτική και εργατική νομοθεσία που εγκαινίασε ήδη από το 1911. Στην Αθήνα επικρατούν στα σωματεία αντιβενιζελικοί και αρκετοί αντιβενιζελικοί σοσιαλιστές, στον Πειραιά βενιζελικοί, ενώ στη Θεσσαλονίκη η Φεντερασιόν παρά τις ταλαντεύσεις τοποθετείται στο ζήτημα του πολέμου με το αντιβενιζελικό στρατόπεδο. Οι πρώτοι σοσιαλιστές βουλευτές έχουν εκλεγεί με το αντιβενιζελικό ψηφοδέλτιο συσπειρωμένοι πίσω από την ουδετερότητα στο ζήτημα του πολέμου. Με την ίδρυση του ΣΕΚΕ και της ΓΣΕΕ ο Βενιζέλος επιδιώκει
να κερδίσει το συνδικαλιστικό κίνημα, να αποκτήσει νέους συμμάχους και να δημιουργήσει ένα συναινετικό κλίμα στα επεκτατικά του σχέδια. Ως εκ τούτου, η συγκρότηση της τριτοβάθμιας οργάνωσης σε επίπεδο συνομοσπονδίας δεν προέκυψε μέσα από διαδικασίες κινηματικές, ούτε ήταν η φυσική εξέλιξη ενός κινήματος ισχυρών ομοσπονδιών. Υπήρχαν τα Εργατικά Κέντρα, υπήρχαν κάποιες Ομοσπονδίες, υπήρχαν πολλά σωματεία, αλλά σε κάθε περίπτωση η ΓΣΕΕ συγκροτείται «από τα πάνω» υπηρετώντας το αποτυχημένο αρχικά σχέδιο του Βενιζελισμού για έναν «προληπτικό» έλεγχο του εργατικού κινήματος. Αρκετά αυτονομημένες οι διαδικασίες από την εργατική βάση, αμέσως έλαβαν έντονα κομματική διάσταση. Οι σοσιαλιστές όντας οι πιο ισχυροί λόγω Φεντερασιόν και σε συμμαχία με αντιβενιζελικούς κατακτούν την ηγεσία και συνδέουν τη νέα Συνομοσπονδία οργανικά με το ΣΕΚΕ. Στα 1920, οι βενιζελικοί υπό τον Μαχαίρα από τον Πειραιά διασπούν την ΓΣΕΕ καλώντας δεύτερο Συνέδριο, ενώ τον ίδιο μήνα καλεί επίσης σε δεύτερο συνέδριο η Επιτροπή των Αθηνών. Η μετεξέλιξη του ΣΕΚΕ σε ΚΚΕ θα αναδιατάξει τις συμμαχίες εντός του συνδικαλιστικού κινήματος, καθώς δημιουργούνται τρία διακριτά συνδικαλιστικά ρεύματα, το κομμουνιστικό, το σοσιαλδημοκρατικό και το συνδεμένο με τον βενιζελισμό. Το σοσιαλδημοκρατικό παραμένει διασπασμένο σε δύο παρατάξεις, ενώ σύντομα θα αναδειχθούν και οι αρχειομαρξιστές. Στα 1925 η αποσύνδεση της ΓΣΕΕ από το ΣΕΚΕ θα σημάνει αυτή την αναδιάταξη συμμαχιών. Στο 3ο Συνέδριο αντιπροσωπεύονται 400 σωματεία, πολλά όμως είναι ψεύτικα ή με ελάχιστα μέλη. Σε αυτό υπερισχύει με μικρή πλειοψηφία η αριστερή παράταξη.

Σύντομα, στα 1928 οι σοσιαλιστές και οι αντιδραστικοί υπερισχύουν με αποτέλεσμα την διαγραφή των αριστερών συνέδρων. Στα 1929, οι ομοσπονδίες που έλεγχε το ΚΚΕ, ιδρύουν την Ενωτική ΓΣΕΕ, αλλά με τη σειρά τους αποκλείουν τους Αρχειομαρξιστές. Στο συνέδριο της ΓΣΕΕ στα 1930, ήρθε η σειρά των σοσιαλιστών να αποκλειστούν από τους αντιδραστικούς φιλοβενιζελικούς. Για άλλη μια φορά ο Βενιζέλος σχεδιασμένα επιδιώκει να ελέγξει το συνδικαλιστικό κίνημα και, αν δεν μπορεί, να το διαλύσει, να φυλακίσει και να εξοντώσει κάθε αγωνιστή. Η ΓΣΕΕ λειτουργεί περισσότερο ως κυβερνητικό φερέφωνο παρά ως εργατική οργάνωση. Η εφαρμογή του ιδιώνυμου στα 1929 σηματοδοτεί κυρίως και πρωτίστως επίθεση στις εργατικές πρωτοπορίες που οργανώνουν συνδικαλιστικά τον κόσμο της εργασίας, αποσπούν νίκες και ταράζουν τη χώρα με απεργιακές κινητοποιήσεις από τα 1928. Η ελληνική οικονομία και η βιομηχανική παραγωγή βασισμένη λιγότερο στην σχετική και περισσότερο στην απόλυτη υπεραξία αδυνατεί να ενσωματώσει τις αρχικές υποσχέσεις του αστισμού για κοινωνικό κράτος. Μόνος δρόμος για το κεφάλαιο είναι η επίθεση στις δυνάμεις της εργασίας, καθώς η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης παρουσιάζεται ιδιαίτερα ανελαστική.

Η κρίση του 1929 έρχεται στην Ελλάδα καθυστερημένα στα 1930-31. Ο Βενιζέλος υιοθετώντας τα κυρίαρχα οικονομικά δόγματα για τον χρυσό κανόνα, δηλαδή την ελεύθερη μετατρεψιμότητα του νομίσματος σε χρυσό, θεωρούσε το σκληρό νόμισμα εκ  των ων ουκ άνευ για την αποκατάσταση της  ελληνικής αξιοπιστίας. Έτσι, εφαρμόζει πεισματικά την πολιτική της σκληρής δραχμής, την  οποία αποσυνδέει από τη λίρα και συνδέει τώρα με το δολάριο, που συμμετείχε ακόμη  στον κανόνα του χρυσού. Το αποτέλεσμα ήταν να οδηγηθεί η χώρα στην πτώχευση.  Στις 27 Απριλίου 1932, ο Βενιζέλος αναγκάστηκε επιτέλους να βγάλει τη δραχμή από τον  κανόνα του χρυσού και να την υποτιμήσει έναντι της λίρας, ενώ λίγο αργότερα η  Ελλάδα κήρυξε επίσημα παύση πληρωμών.

Στα 1931 υπάρχουν 4 δευτεροβάθμιες συσσωματώσεις που λειτουργούν ανεξάρτητα. Η ΓΣΕΕ του Ιωάννη Καλομοίρη, η Ενωτική ΓΣΕΕ του ΚΚΕ, τα Ανεξάρτητα Εργατικά Σωματεία του σοσιαλιστή Δημήτρη Στρατή, το Εργατικό Κέντρο Αθηνών του εργοπατέρα Καλύβα και τα Συνεργαζόμενα Συνδικάτα των Αρχειομαρξιστών. Το κλίμα στο συνδικαλιστικό κίνημα αρχίζει να αλλάζει. Οι αρχειομαρξιστές επιχειρούν να εφαρμόσουν ενιαίο μέτωπο με τους σοσιαλιστές που εκφράζοντας ανησυχίες των εργαζομένων αναζητούν μια απάντηση στην επίθεση της κυβέρνησης Βενιζέλου ενισχύοντας σημαντικά τη θέση τους. Το ΚΚΕ το οποίο ακολουθούσε μέχρι τότε εντελώς διασπαστική-απομονωτική τακτική αρχίζει να μετατοπίζεται σταδιακά.  Τομή είναι η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία στις 30 Ιανουαρίου 1933, που μετατοπίζει άρδην την πολιτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς και του ΚΚΕ. Το πολιτικό και ιδεολογικό χάσμα ανάμεσα στους «από πάνω» και τους «από κάτω» αρχίζει να διευρύνεται ολοένα και πιο επικίνδυνα. Οι τέσσερις ουσιαστικά πολιτικές παρατάξεις αρχίζουν διαβουλεύσεις τη σύμπηξη Ενιαίου Μετώπου, το οποίο τελικά δεν επιτυγχάνεται. Ένα μεγάλο απεργιακό κύμα συγκλονίζει παράλληλα τη χώρα, ενώ ο Βενιζέλος, το κύρος του οποίου είχε τρωθεί ανεπανόρθωτα, παραιτείται από πρωθυπουργός. Η κοινωνική κρίση διαθλάται στα δύο αστικά στρατόπεδα οξύνοντας τον Εθνικό Διχασμό. Ο αστικός κόσμος αποδέχεται την έλευση του βασιλιά μπροστά στο φόβο της κατάλυσης του κοινωνικού καθεστώτος, ενώ διαφαίνεται με τα απανωτά πραξικοπήματα της μίας ή της άλλη παράταξης η προσπάθεια για υπέρβαση του κοινωνικού, πολιτικού και οικονομικού προβλήματος με την κατάλυση του κοινοβουλευτισμού.

Η αντιδραστική πολιτική ενοποίηση του αστισμού εντείνει την πόλωση και πιέζει για την πολιτική ενοποίηση των εργατικών σωματείων. Πολλοί συνδικαλιστές του σοσιαλιστικού χώρου μετατοπίζονται προς αριστερότερες θέσεις. Παράλληλα, η αποσεχταροποίηση του ΚΚΕ και το σύνθημα για αντιφασιστικό μέτωπο ενοποιεί πολύ συχνά τους συνδικαλιστές όλων των παρατάξεων στη βάση. Η ηγεμονία του κομμουνισμού ολοένα και γίνεται σαφέστερη μέσα στο εργαζόμενο κόμο. Έτσι, στα 1936 η χώρα αντιμετωπίζει μεγάλο κύμα απεργιών οργανωμένο από όλες τις εργατικές παρατάξεις. Συγκεκριμένα, στις 29 Απριλίου είχε ξεκινήσει η μεγάλη απεργία των καπνεργατών, η οποία επεκτάθηκε σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας όπου υπήρχαν κέντρα επεξεργασίας του καπνού.

Η αρχική πρόθεση από όλες τις Συνομοσπονδίες για κοινή συγκέντρωση την πρωτομαγιά του 36 απέτυχε, έτσι στην περιοχή Αθήνας - Πειραιά πραγματοποιήθηκαν τρείςσυγκεντρώσεις της ΓΣΕΕ στου Ρέντη, της 
Πανελλαδικής Συνομοσπονδίας στον Πειραιά και της Ενωτικής στην Καλλιθέα. Όμως στη Θεσσαλονίκη το απεργιακό κλίμα και η δυναμική ξεπερνάει όλες τις οργανώσεις, ακόμα και το ΚΚΕ.
Μια αρχική απεργία των καπνεργατών πήρε διαστάσεις και έγινε πανεργατική. Μέσα σε λίγες μέρες το απεργιακό κύμα είχε εξαπλωθεί σε Ξάνθη, Αγρίνιο, Κομοτηνή, Σέρρες και Ελευσίνα. Ο Ι. Μεταξάς σε επίσκεψή του στη Θεσσαλονίκη είναι απόλυτος: οι Αρχές πρέπει να χτυπήσουν τους διαδηλωτές στο ψαχνό.

Στις 9 Μάη, στη διασταύρωση Εγνατίας και Βενιζέλου από τις σφαίρες των οργάνων της τάξης πέφτει νεκρός ο οδηγός Τάσος Τούσης. Οι διαδηλωτές εξοργισμένοι τοποθετούν το νεκρό πάνω σε μια πόρτα και τον περιφέρουν στους δρόμους της πόλης σε μια ιδιότυπη «λιτανεία» καταγγελίας, διαμαρτυρίας και αντίστασης. Οι νεκροί θα φτάσουν τους 12 και οι τραυματίες τους 300. Στο σημείο της συμπλοκής θα στηθεί αργότερα το Μνημείο του Καπνεργάτη. Η μάνα του νεκρού Τάσου Τούση, που πληροφορήθηκε τα γεγονότα, τρέχει, πέφτει πάνω στο νεκρό παιδί της και μοιρολογεί.

Ο επόμενος γύρος της σύγκρουσης μεταφέρεται στον Αύγουστο, όπου τα Συνδικάτα ετοιμάζουν μεγάλη απεργιακή συγκέντρωση. Ο πρωθυπουργός Ι. Μεταξάς έχοντας τη συναίνεση του βασιλιά και των δύο μεγάλων κοινοβουλευτικών κομμάτων επιβάλλει δικτατορία και προλαβαίνει την εξέγερση των κομμουνιστών. Όμως η επαγγελλόμενηεπανάσταση της αριστεράς του μεσοπολέμου σύντομα θα αποδείξει ότι δεν ήταν αδύνατη στην Ελλάδα. Οι μεσοπολεμικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, οι μεσοπολεμικές κομμουνιστικές και σοσιαλιστικές οργανώσεις θα κληροδοτήσουν το όραμα αυτό στην επόμενη δεκαετία του 40, το οποίο και θα εκφραστεί με την ΕΑΜική εξέγερση.Η ιστορία του εργατικού κινήματος του μεσοπολέμου καταδεικνύει  ότι η διάσπαση και η ενότητα δεν είναι στρατηγικό ζήτημα, αλλά τακτική που ανάλογα την περίπτωση χρειάζεται να επιλέγεται από τις επαναστατικές δυνάμεις.



Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

Ο Ιωάννης (Μιχαήλ) Μεταξάς (Ιθάκη 12 ...

Ο Ιωάννης (Μιχαήλ) Μεταξάς (Ιθάκη 12 Απριλίου 1871 – Αθήνα 29 Ιανουαρίου 1941) υπήρξε ανώτατος αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, στη συνέχεια αρχηγός του Κόμματος των Ελευθεροφρόνων, πρωθυπουργός και δικτάτορας του φασιστόμορφου καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Παρά τη στενή επαφή που διατηρούσε με τις δυνάμεις του Άξονα τελικά η παραδοσιακή σχέση του ελληνικού πολιτικού κόσμου με την Βρετανία καθορίσε την τελική επιλογή του καθεστώτος να έρθει σε πόλεμο με την Φασιστική Ιταλία. Γιος του Παναγή Μεταξά και της Ελένης Τριγώνη από το Αγρίνιο, ήταν γόνος του οικονομικά ξεπεσμένου Κεφαλληνιακού κλάδου των Αντζουλακάτων της παλαιάς Βυζαντινής οικογένειας των Μεταξάδων ενώ η οικογένεια του διατηρούσε τον τίτλο του Κόμη. Στις 24 Σεπτεμβρίου του 1885, σε ηλικία 14 ετών, εισήλθε στην στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων επιλέγοντας το Σώμα Μηχανικών, για να εξέλθει το 1890 ως ανθυπολοχαγός. Το 1897 μετατέθηκε στο υπουργείο Στρατιωτικών, δίπλα στον θείο του, τον υπουργό Νικόλαο Μεταξά. Ο Ι. Μεταξάς, νεαρός αξιωματικός, γαλουχήθηκε τότε στο στρατοκρατικό κλίμα της Εθνικής Εταιρείας σύμφωνα με την οποία ο στρατός θα έπρεπε να διευθύνει τα πάντα και να χρησιμοποιεί τις κοινωνικές ομάδες ως όργανά του. Ύστερα από πιέσεις του ίδιου μετατέθηκε στο επιτελείο του τότε Αντιστράτηγου, στη θέση του υπευθύνου των εμπιστευτικών αρχείων του επιτελείου. Εκεί είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνου και να συνδεθεί φιλικά. Συμμετέχοντας στον πόλεμο του 1897 κατάφερε να αποκτήσει την εύνοια του βασιλιά Γεωργίου και έλαβε από αυτόν υποτροφία για σπουδές στην Πολεμική Ακαδημία του Βερολίνου, από την οποία και αποφοίτησε, το 1902. Η μετεκπαίδευσή στη Γερμανία θα τον γαλουχήσει με το πρωσσικό μιλιταριστικό πνεύμα, ενώ η στενή του φιλία με τον διάδοχο Κωνσταντίνο θα του εμφυσήσει τα αντικοινοβουλευτικά σχέδια της Μικρής Αυλής. Έτσι ο Μεταξάς διαμορφώνει την προσωπική του ιδεολογία φιλομοναρχική και καθαρά μιλιταριστική, ενάντια στις ιδέες της γαλλικής επανάστασης, βασισμένη στην πίστη σε έναν εξιδανικευμένο ηγέτη, τότε τον Κωνσταντίνο. Με την επιστροφή του εντάχθηκε στο Γενικό Επιτελείο Στρατού συμβάλλοντας στην αναδιοργάνωση του Στρατού και στη σύνταξη των νέων στρατιωτικών κανονισμών, οι οποίοι ψηφίστηκαν στην Βουλή 1904. Το 1906, προήχθη σε Λοχαγό πρώτης τάξεως. Ως μέλος του επιτελείου ανέπτυξε στενή φιλία με τους πρίγκιπες και ιδιαίτερα με τον μετέπειτα Γεώργιο Β, του οποίου ανέλαβε την εκπαίδευση. Το 1909 παντρεύτηκε την Λέλα Χατζηϊωάννου και απέκτησε δύο κόρες. Με το ξέσπασμα του Κινήματος στο Γουδί μετατέθηκε στη Λάρισα. Στη συνέχεια όμως ανέλαβε υπασπιστής του Βενιζέλου,προκαλώντας τη δυσαρέσκεια πολλών Κινηματιών. Ουσιαστικά με τη θέση αυτή ανέλαβε το ρόλο του μεσολαβητή μεταξύ Βασιλιά και πρωθυπουργού. Η συμβολή του στον πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο υπήρξε καθοριστική και πρωτοστάτησε σε όλες τις μεγάλες επιτυχίες. Το 1913 συμμετείχε στον Β Βαλκανικό Πόλεμο με το βαθμό του ταγματάρχη. Με το τέλος των πολέμων προήχθη σε αντισυνταγματάρχη και τοποθετήθηκε ως διευθυντής των Επιχειρήσεων του Γενικού Επιτελείου Στρατού καθώς και ως διευθυντής της Ανώτερης Στρατιωτικής Ακαδημίας. Λίγο αργότερα, παρασημοφορήθηκε απο τον Βασιλιά με τον Χρυσόν Σταυρόν του Σωτήρος. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους το καταρρακωμένο κύρος του Στέμματος μετά το 1897 και το 1909 είχε επανέλθει, αλλά το φιλελεύθερο καθεστώς παρέμενε ξένο στον Κωνσταντίνο και στους επιτελάρχες του, ανάμεσα στους οποίους και ο Μεταξάς.
Στα 1915 ανέλαβε την αρχηγεία του Γενικού Επιτελείου και από αυτή τη θέση συμμετείχε ως θιασώτης του "Γερμανισμού" στις μυστικές επικοινωνίες του Κωνσταντίνου και της Σοφίας με το Βερολίνο ενημερώνοντας για τις συμφωνίες της Ελλάδας με την Ανταντ και προσπαθώντας να δημιουργήσει προϋποθέσεις για τη σύνταξη με τη Γερμανία. Έτσι, ήρθε σε σύγκρουση με τον Βενιζέλο και παραιτήθηκε, καθώς, με την αποτυχία αυτών των σχεδίων, θα ταχθεί με το μέρος των ουδετερόφιλων και του βασιλιά Κωνσταντίνου. Όταν ο Βενιζέλος διώχθηκε από την πρωθυπουργία, θα επανέλθει στην ηγεσία του Επιτελείου και θα αναλάβει κομβικό ρόλο στα πράγματα και ιδιαίτερα στις αντι-Ανταντικές κινήσεις της Ελλάδας. Στις 27 Ιουνίου, ύστερα από τελεσίγραφο των Μεγάλων Δυνάμεων, δημοσιεύτηκε το διάταγμα της γενικής αποστράτευσης. Με την αποστράτευσή του ο Μεταξάς προήχθη σε συνταγματάρχη. Αμέσως μετά οι απόστρατοι οργανώθηκαν σε ομάδες εφέδρων και έγιναν γνωστοί ως «οι Επίστρατοι». Ανεπίσημος αρχηγός των επιστράτων ήταν ο Ιωάννης Μεταξάς. Οι επίστρατοι κατάφεραν με την χρήση της βίας να επιβληθούν στην πολιτική ζωή της χώρας. Από το 1916 έως το 1917 ασκούσαν ουσιαστικά την εξουσία. Ο ίδιος ο Μεταξάς είχε προετοιμάσει την αντίσταση σε περαιτέρω αντίποινα της Ανταντ, εναντίον των φιλοβασιλικών. Η δράση των επιστράτων όμως συνεχίστηκε μέχρι το 1920 οπότε και επανήλθαν στην εξουσία οι Βασιλικοί. Το 1921 ο Ιωάννης Μεταξάς ανακλήθηκε στον στρατό, προήχθη σε αντιστράτηγο και αποστρατεύθηκε αμέσως. Στη συνέχεια ακολούθησε την εξορία μαζί με άλλους φιλοβασιλικούς πολιτικούς. Στην Κορσική προσπάθησε να αποδράσει μαζί με τον Γεώργιο Πεσαζόγλου και τον Δημήτριο Γούναρη, αλλά συνελήφθησαν από τις Ιταλικές δυνάμεις, χωρίς όμως να εκδοθούν στην Ελλάδα για να δικαστούν. Το Στρατιωτικό Δικαστήριο όμως τους καταδίκασε με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας σε θάνατο. Παραμένοντας όλο αυτό το διάστημα στην Ιταλία διατηρούσε επικοινωνία και επαφή με τη βασιλική οικογένεια.
Ο Γούναρης, μετά την επιστροφή του από την εκτόπιση δεν είχε δώσει στον Μεταξά καμιά δυνατότητα να ανέλθει στο Λαϊκό Κόμμα, ούτε όμως και ο βασιλιάς ικανοποίησε τις φιλοδοξίες του. Τότε ο Μεταξάς διαφώνησε με το σχέδιο της Μικρασιατικής Εκστρατείας εκτιμώντας ως βέβαιη την καταστροφή και για αυτό δε δέχτηκε καμία υπεύθυνη θέση στο Μέτωπο. Με αφετηρία την ιδέα του οικουμενικού ελληνισμού ανέπτυξε κατά τη διάρκεια του πολέμου απόψεις τις οποίες υποστήριζαν μόνο οι σοσιαλιστές τότε. Καταδίκαζε το σοβινισμό των υπουργών και προειδοποιούσε την κυβέρνηση ότι οι Τούρκοι ήταν ακόμη και στην περιοχή της Σμύρνης η πλειονότητα και ότι είναι διατεθειμένοι να πολεμήσουν για την ανεξαρτησία τους, με τον ίδιο τρόπο που πολέμησαν το 1821 οι Έλληνες εναντίον τους. Έτσι καταδίκασε την ελληνική εκστρατεία ως κατακτητική πολιτική.
Το Μάρτιο του 1921 ο Μεταξάς ίδρυσε στην Κεφαλλονιά και την Ιθάκη μια πολιτική λέσχη με τον τίτλο Μεταρρυθμιστές που εξελίχθηκε σε πολιτικό κόμμα, τους Ελευθερόφρονες.Η ονομασία εκφράζει τόσο την απόσταση από τα αντιβενιζελικά κόμματα όσο και την αντίσταση κατά των δικτατορικών καθεστώτων των βενιζελικών. Όμως ο Μεταξάς δήλωσε αντιβενιζελικός, τηρώντας όμως αποστάσεις από τα άλλα χρεωκοπημένα αντιβενιζελικά κόμματα.Δήλωνε πίστη στη Δυναστεία, ήθελε όμως να αποκτήσει ο "λαϊκός παράγοντας"μεγαλύτερη ισχύ και ότι εξέφραζε ομαδικά συμφέρονταν τωνμικροαστικών στρωμάτωνκαι των αγροτικών τάξεων. Θεωρούσε την αγροτική πολιτική ως βάση για την ανάπτυξη της οικονομίας. Για τους εργάτες πρότεινε να αποκτείσουν περιουσία ώστε να γίνουν μικροαστοί, αλλά τα συμφέροντά τους δε θα έπρεπε να έρθουν σε αντίθεση με εκείνα των πλειοψηφούντων τάξεων, δηλ. αγροτών και μικροαστών. Υποσχόταν όμως εφαρμογή των προστατευτικών νόμων κ.α. Μετά την κατάρρευση και την επικράτηση της τριανδρία ίδρυσε το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων ως ενδιάμεσο στου βενιζελικούς και βασιλικούς. Στήριξε το στρατιωτικό φιλομοναρχικό κίνημα των Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη το οποίο απέτυχε και για αυτό ο ίδιος ακολούθησε για ακόμη μια φορά την εξορία στην Ιταλία.
Το 1924 επιστρέφει αναγνωρίζοντας τη νέα κατάσταση και προσπαθεί να ανασυγκροτήσει το Κόμμα του. Στο δημοψήφισμα του 1924 για την αβασίλευτη δημοκρατία ο Μεταξάς και ο Παναγής Τσαλδάρης θα εκπροσωπήσουν τον Βασιλικό κόσμο. Με τη δικτατορία του Παγκάλου εκτοπίζεται και φυλακίζεται. Με την πτώση της δικτατορίας επιστρέφει και συμμετέχει με το Κόμμα του στις εκλογές το οποίο και καταλαμβάνει 51 έδρες. Ο ίδιος συμμετέχει στην οικουμενική Κυβέρνηση στη θέση του Υπουργού Συγκοινωνιώ, αλλά στις επόμενες εκλογικές μάχες το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων καταλαμβάνει συνεχώς λίγες έδρες. Το 1936 λίγο πριν αναλάβει την εξουσία το Κόμμα του είχε μόνο 7 βουλευτές.Στις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου του 1936 οι Βενιζελικοί και οι Αντι-Βενιζελικοί ισοψήφισαν, με αποτέλεσμα ο Γεώργιος Β΄ να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού. Ο βασιλιάς διόρισε υπουργό στρατιωτικών τον Ιωάννη Μεταξά. Η αρχή για την δικτατορία της 4ης Αυγούστου είχε αρχίσει ήδη. Κανένα κόμμα, εκτός από το ΚΚΕ, δεν αποδοκίμασε τον συγκεκριμένο διορισμό. Στη συνέχεια ορκίστηκε η κυβέρνηση Δεμερτζή, με αντιπρόεδρο και υπουργό στρατιωτικών τον Ιωάννη Μεταξά. Έναν μήνα μετά πέθανε αιφνιδίως από ανακοπή καρδιάς ο πρωθυπουργός. Το τραγικό συμβάν έδωσε την ευκαιρία στον Μεταξά να αναρριχηθεί στην εξουσία. Έτσι ο βασιλιάς διόρισε τον ίδιο πρωθυπουργό, αφού έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης απο τη Βουλή, παρά το γεγονός ότι τα άλλα κόμματα διαμαρτυρήθηκαν έντονα. Διάφορες πολιτικές δυνάμεις και ομάδες συμφερόντων πήρν το λόγο και πίεζαν για δικτατορία. Ο Μεταξάς υιοθέτησε κάθε πρόταση για μέτρα καταπίεσης, τόνιζε όμως στους συνομιλητές ότι η αστική τάξη θα έπρεπε να υποβληθεί σε θυσίες, για να ανυψωθεί το βιοτικό επίπεδο των εργατών. Επίσης,μπορούσε να υπολογίζει στην υποστήριξη του στρατού. Οι Φιλελεύθεροι αποδέχτηκαν την κατάσταση και μάλιστα ο ίδιος ο βενιζέλος διαπραγματευόταν μια θέση αντιπροέδρου στην κυβέρνηση. Επικαλούμενος τον κίνδυνο εσωτερικών ταραχών και την ασταθή διεθνή κατάσταση, στις 4 Αυγούστου 1936 ο Μεταξάς καταργεί τον κοινοβουλευτισμό με τη συγκατάθεση του Γεωργίου Β', ο οποίος διαλύει τη Βουλή χωρίς να προκηρύξει εκλογές και αναστέλλει πολλά άρθρα του Συντάγματος.
Το δικτατορικό καθεστώς – το οποίο τυπικά τερματίζεται με τη γερμανική εισβολή τον Απρίλιο του 1941, δηλαδή και μετά τον θάνατο του Μεταξά τον Ιανουάριο του ίδιου χρόνου – συγκροτεί ένα αστυνομικό κράτος, το οποίο επιδίδεται σε διώξεις αντιφρονούντων, ρίχνοντας το βάρος στη διάλυση του Κομουνιστικού Κόμματος Ελλάδας με συλλήψεις των περισσότερων μελών του. Παράλληλα προάγει την ταξική ειρήνη με μέτρα όπως την υποχρεωτική υπογραφή συλλογικών συμβάσεων εργασίας μεταξύ εργοδοσίας και εργατών και τη λειτουργία του ΙΚΑ. Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, προσπαθώντας να κατευνάσει την κοινωνική αναταραχή, προώθησε κάποια φιλολαϊκά μέτρα, όπως το 8ωρο και κάποιες υποχρεωτικές βελτιώσεις στο εργατικό περιβάλλον, ενώ επένδυσε στην άμυνα, όσο αυτό του επιτρεπόταν από τις μεγάλες δυνάμεις. Τέλος τα αγροτικά προϊόντα άρχισαν να πωλούνται ακριβότερα και ελευθερώθηκαν τα χρέη πάνω στη γη. Από πλευράς επενδύσεων η περίοδος της 4ης Αυγούστου μπορεί να θεωρηθεί ευνοϊκή, αφού την περίοδο 1936-1939 ιδρύθηκαν 567 εργοστάσια. Ο προϋπολογισμός έδινε βάση στην στρατιωτική οργάνωση γι' αυτό ήταν και ιδιαίτερα αυξημένος.
Ο Μεταξάς δημιούργησε και διέδωσε την ιδεολογία του «Γ΄ Ελληνικού Πολιτισμού», στην οποία στηρίχτηκε το καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Οι οπαδοί του καθεστώτος θεωρούσαν οτι είναι οι συνεχιστές του Αρχαίου (Α΄) και Βυζαντινού (Β΄) Πολιτισμού και οτι είχαν ως στόχο την φυλετική ενότητα του έθνους καθώς και την διατήρηση των παραδόσεων. Tο ιδανικό πολίτευμα κατα τον Μεταξά δεν ήταν η Αθηναϊκή Δημοκρατία αλλα η στρατοκρατική Σπάρτη. Ουσιαστικά ο Μεταξάς προσπαθούσε να προβάλει τον εαυτό του ως την μοναδική ελπίδα σωτηρίας για το Ελληνικό Έθνος γι'αυτό καθώς και την μοναδικότητα του Ελληνικού πολιτισμού απέναντι στα ξένα πρότυπα. Το καθεστώς χρησιμοποιούσε το φασιστικό χαιρετισμό και μερικές φορές τον όρο ολοκληρωτικός, δεν ήταν ούτε τυπικά φασιστικό, ούτε δομικά ολοκληρωτικό. Η απουσία κάθε επαναστατικού δόγματος ή δυναμικού ή μαζικής πολιτικής κινητοποίησης, το καθιστούσαν περισσότερο ένα γραφειοκρατικό αυταρχικό καθεστώς που ιδεολογικά βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στη θρησκεία. Η μεγαλύτερη επιτυχία του Μεταξά εντοπίζεται στην ενδυνάμωση του στρατού και στην ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού αστυνομικού ελέγχου.
Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, ο Μεταξάς προσπάθησε να ισορροπήσει μεταξύ της Βρετανίας, η οποία ήταν η κυρίαρχη ναυτική δύναμη της Μεσογείου, και προς την οποία άλλωστε στρέφονταν οι συμπάθειες του βασιλιά, και της Γερμανίας, με το ολοκληρωτικό καθεστώς της οποίας υπήρχε ιδεολογική συνάφεια, αλλά και στενότατοι οικονομικοί δεσμοί αφού εκτός των άλλων η γερμανική κυβέρνηση είχε αγοράσει το 40% των ελληνικών καπνών. Ο Μεταξάς αρχικά επέδειξε καρτερικότητα απέναντι στις ιταλικές προκλήσεις, προετοιμαζόμενος όμως ταυτοχρόνως για μια στρατιωτική αναμέτρηση στο πλευρό των Συμμάχων. Η παραδοσιακή σύμπλευση του ελληνικού πολιτικού κόσμου με την Βρετανία τελικά επιβλήθηκε στον πλέον γερμανόφιλο πολιτικό στην Ελλάδα και στο φασιστόμορφο καθεστώς του. Το γεγονός ότι ο πόλεμος διεξαγόταν με την Ιταλία και όχι με τη Γερμανία διευκόλυνε σίγουρα στο ΟΧΙ. Αντίστοιχα, οι άνθρωποι του ίδιου του καθεστώτος θα επιδείξουν λιγότερο πάθος απέναντι στην εισβολή των Γερμανών. Ο Ιωάννης Μεταξάς απεβίωσε αιφνιδίως από βαρειά φλεγμονή του φάρυγγος στις 29 Ιανουαρίου του 1941 και την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Αλέξανδρος Κορυζής.

Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Κώστας Κολιγιάννης

Ο Κώστας Κολιγιάννης (Ελλοπία Βοιωτίας, 1909; – Βουδαπέστη, 5 Σεπτεμβρίου 
1979) υπήρξε στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ) και γραμματέας 
του την περίοδο 1957 - 1972. Σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο  Αθηνών. Εντάχθηκε στην ΟΚΝΕ την δεκαετία του 1930. Κατά τη διάρκεια της μεταξικής  δικτατορίας συνελήφθη και φυλακίστηκε  στις φυλακές της Ακροναυπλίας μαζί με άλλους κομμουνιστές. Μεταφέρθηκε στις 
φυλακές της Πύλου, απ’ όπου δραπέτευσε  το 1943. Ανέλαβε την καθοδήγηση της Κομματικής 
Οργάνωσης Ηπείρου και έγινε στέλεχος  του ΕΛΑΣ, με το ψευδώνυμο Παύλος Αρβανίτης. 
Το 1945 εκλέχθηκε αναπληρωματικό μέλος και το 1949 τακτικό μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ. 
Έλαβε ενεργά μέρος στον Εμφύλιο Πόλεμο.  Ανέλαβε Πολιτικός Επίτροπος του Δημοκρατικού 
Στρατού της Ελλάδας (ΔΣΕ) Ηπείρου και  το 1948 υποστράτηγος και Πολιτικός Επίτροπος 
του ΔΣΕ Νότιας Ελλάδας. Με την υποχώρηση  εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι. Το ΚΚΕ 
στην Ελλάδα συνεχίζει να βρίσκεται σε  παρανομία και υπό διωγμό. Χιλιάδες μέλη 
του βρίσκονται στις φυλακές ή στην εξορία,  όπως στο Μακρονήσι ή στον Αη Στράτη. Ωστόσο 
συνεχίζει την παράνομη δράση του. Χιλιάδες  είναι επίσης τα μέλη και τα στελέχη του 
που βρίσκονται στη Σοβιετική Ενωση, ιδιαίτερα  στην Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν και στις 
άλλες Λαϊκές Δημοκρατίες. Η έδρα της ΚΕ  του ΚΚΕ βρίσκεται στο Βουκουρέστι. Η ηγεσία 
του Ζαχαριάδη δεν αποδέχεται τις ευθύνες  και το βάρος της ήττας, τις μεταφέρει 
με ειδική δίκη σε άλλα στελέχη, όπως οι  Βαφειάδης, Παρτσαλίδης κ.α., και καλεί 
τα μέλη του Κόμματος να βρίσκονται με  το «όπλο παρά πόδας». Τον Οκτώβριο του 
1952 ο Κ. Κολιγιάννης εξελέγη μέλος του  Πολιτικού Γραφείου της ΚΕ. Το 1955 οι αλλαγές 
στη Σοβιετική Ένωση, με την επικράτηση  του Ν. Χρουτσόφ και την αποσταλινοποίηση 
μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, αλλά και  η ανάγκη προσαρμογής του ΚΚΕ σε μια νέα 
πολιτική γραμμή προσαρμοσμένη στα νέα  δεδομένα της ήττας, προκαλεί νέες περιπέτειες 
στο ΚΚΕ, καθώς έρχεται σε πλήρη αντίθεση  με την γραμμή του Ζαχαριάδη. Έτσι προκαλείται 
η λεγόμενη εξέγερση στην Τασκένδη, πόλη  που φιλοξενούσε χιλιάδες πολιτικούς 
πρόσφυγες, ανάμεσα στους οποίους και  βασικά καθοδηγητικά στελέχη του ΚΚΕ. 
Εκεί στελέχη και μέλη του ΚΚΕ αρνούνται  την αλλαγή πλεύσης του Διεθνούς και του Ελληνικού Κομμουνιστικού Κινήματος καταγγέλλοντας  την ηγεσία του ΚΚΣΕ για αναθεωρητισμό-«ρεβιζιονισμό».  Το Φλεβάρη του 1956 έγινε το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ. Εκ μέρους του ΚΚΕ στο Συνέδριο  ήταν οι Ζαχαριάδης και Γκρόζος. Στη Μόσχα καταφτάνει και ο Μπαρζιώτας, μέλος της  Κ.Ε. Οι φιλοχρουστσοφικοί συστήνουν "Διεθνή Επιτροπή" αποτελούμενη από 6 ΚΚ, με επικεφαλής τον Κοουσίνεν (ΚΚΣΕ) και τον Γκεόργκι Γκεοργκίου-Ντεζ (ΚΚ Ρουμανίας),  για να "δικάσουν" κατά κάποιον τρόπο το ΚΚΕ και να ερευνήσουν τα "λάθη σεχταριστικού  χαραχτήρα" στα οποία είχε υποπέσει.  Ο Ζαχαριάδης δεν αναγνωρίζει την επιτροπή  αυτή και τίθεται "υπό περιορισμό" μαζί με τα άλλα στελέχη. Το Μάρτη του '56  γίνεται στο Βουκουρέστι η 6η Ολομέλεια εν απουσία του Ζαχαριάδη. Σ' αυτή συμμετείχαν  και μια σειρά διαγραμμένα μέλη της Κ.Ε., οι οποίοι είχαν καθαιρεθεί από τον Ζαχαριάδη  το 1951. Ο Κολιγιάννης υπήρξε από τους πρωτεργάτες και κύριος εκπρόσωπος της αναθεώρησης.  Στην ολομέλεια ασκήθηκε δριμύτατη κριτική στη ζαχαριαδική ηγεσία, για τη μέχρι τότε  γραμμή του ΚΚΕ, η οποία χαρακτηρίστηκε ως "σεχταριστική" και "τυχοδιωκτική".  Ασκήθηκε κριτική στην "απομονωτική" 
στάση του ΚΚΕ απέναντι στα κόμματα του  "κέντρου" , την αποχή στις εκλογές του '46, τονίστηκε ξανά η θέση του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ για τις δυνατότητες "ειρηνικού περάσματος στο σοσιαλισμό", αποκαταστάθηκε  ο Τίτο. Η νέα ομάδα με αρχηγό τον Κολιγιάννη αναλαμβάνει ουσιαστικά τη διοίκηση του  Κόμματος ως Προσωρινό Γραφείο της ΚΕ του ΚΚΕ και προσπαθεί να επιβληθεί στο  Κόμμα και ιδιαίτερα στην Τασκένδη. Κατά την 7η Ολομέλεια της Κ.Ε. το Φλεβάρη του 1957 ορίζεται και επίσημα πλέον γραμματέας. Η νέα ηγεσία, αποδεχόμενη πια την ήττα, αναζητά στα πλαίσια της νέας στρατηγικής της ειρηνικής συνύπαρξης και της «εθνικής δημοκρατικής αλλαγής», προσαρμοσμένης στους δεδομένους πολιτικούς και ιδεολογικούς συσχετισμούς δύναμης, μια νέα πολιτική πρόταση. Η νέα γραμμή βοηθά το αριστερό κίνημα στην Ελλάδα να αναπτυχθεί κυρίως μέσα από την ΕΔΑ, ενώ το ΚΚΕ παραμένει παράνομο. Αυτό όμως έχει την κύρια ευθύνη της χάραξης της πολιτικής γραμμής. Ουσιαστικά, λειτουργούν δύο Κεντρικές Επιτροπές, μία στην Ελλάδα, του «Εσωτερικού», και μία στο Βουκουρέστι, του «Εξωτερικού». Δημιουργούνται δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τον τρόπο σύναψης συμμαχίας με το Κέντρο. Για την πλειοψηφία του Εξωτερικού προείχε η αυτονομία της Αριστεράς μέσα στο κοινό μέτωπο. Στη μειοψηφία και στο εσωτερικό προείχε η στήριξη των δημοκρατικών διαδικασιών που είχαν δρομολογηθεί το 1963, έστω και εάν ηγεμόνευε προσωρινά το Κέντρο. Επίσης, οι του «Εσωτερικού» διαφωνούσαν με την πρόταση για ίδρυση αυτόνομων πυρήνων του ΚΚΕ υποστηρίζοντας την ανάγκη αποδέσμευσης της ΕΔΑ από το ΚΚΕ. Επίσης, διέβλεπαν την ανάγκη αποδέσμευσης του ΚΚΕ από το ΚΚΣΕ. Έτσι, Το 1965, ο Κολιγιάννης ήρθε σε ρήξη με τον Μήτσο Παρτσαλίδη και άλλα στελέχη του ΚΚΕ για το θέμα της σύνθεσης της ΚΕ από εκπροσώπους του «εσωτερικού» (τα μέλη του εκτός νόμου ΚΚΕ που δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα, κυρίως μέσω της ΕΔΑ) και εκπροσώπους του «εξωτερικού» (τους πολιτικούς προσφύγες στην Ανατολική Ευρώπη). Η επέμβαση της ΕΣΣΔ στην Ουγγαρία το 1968 αποτελεί τη βάση για την οξύτερη ανάδειξη των διαφωνιών. Οπότε κατά την 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, στο Βουκουρέστι τον Φεβρουάριο του 1968, ο φιλοσοβιετικός Κολιγιάννης και η ομάδα του κατάφεραν να επικρατήσουν, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί το κόμμα σε διάσπαση και να δημιουργηθεί τελικά το ΚΚΕ Εσωτερικού από τους διαφωνούντες. Κώστας Κολιγιάννης χάνει μετά το '68, κάθε απήχηση εντός κόμματος. Ο ίδιος όμως παρέμενε αγκιστρωμένος στη θέση του. Ο ρόλος του είχε αποδυναμωθεί σοβαρά δημιουργώντας στην καθοδήγηση του ΚΚΕ παραλυτικά φαινόμενα. Κάποια μέλη του τότε Πολιτικού Γραφείου είχαν θέσει το θέμα στο ΚΚΣΕ. Σύμφωνα με κάποιες πηγές, οι Σοβιετικοί είχαν βολιδοσκοπήσει για τη θέση του ηγέτη του ΚΚΕ στελέχη της Αριστεράς όπως ο κ. Μ. Γλέζος, ο κ. Μ. Θεοδωράκης και ο Ηλίας Ηλιού, αλλά δεν συμφώνησαν. Η προσοχή τους περιήλθε στο νέο τότε μέλος του ΠΓ (εντάχθηκε σε αυτό στη 16η Ολομέλεια που έγινε τον Ιούνιο του 1972 στη Βουδαπέστη και ενώ αυτός βρισκόταν στην Ελλάδα, αποφυλακισμένος από τη Λέρο μετά την αμνηστία, να ανασυγκροτεί τον παράνομο μηχανισμό του ΚΚΕ) και άφθαρτο από τις εσωκομματικές διαμάχες Χ. Φλωράκη. Σε σύσκεψη του ΠΓ που πραγματοποιήθηκε στη Μόσχα μεταξύ Οκτωβρίου (που διέφυγε στο εξωτερικό) και Δεκεμβρίου (που συνήλθε η 17η Ολομέλεια), παρουσία των πανίσχυρων Μιχαήλ Σουσλόφ και Μιχαήλ Πονομαριόφ από το ΚΚΣΕ και από την πλευρά του ΚΚΕ των Κώστα Κολιγιάννη, Κώστα Λουλέ, Απόστολου Γκρόζου, Κώστα Τσολάκη, Λεωνίδα Στρίγγου, Γεράσιμου Στεφανάτου, Παναγιώτη Υφαντή και του ίδιου του Φλωράκη, ετέθη το θέμα ευθέως από τους Σοβιετικούς. Ο Κολιγιάννης αντιλήφθηκε ότι δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια και αποδέχθηκε τη μοίρα του. Οταν τον ρώτησαν ποιον θα έβλεπε για αντικαταστάτη του, εκείνος πρότεινε τον Γρηγόρη Φαράκο. Αλλά ο Φαράκος παρέμενε φυλακισμένος και άρα το κόμμα θα έμενε ακέφαλο. Ο «κλήρος» έτσι έπεσε στον Φλωράκη, ο οποίος, εκτός από επιφανές στέλεχος του ΔΣΕ, εθεωρείτο «άφθαρτος» καθώς δεν είχε συνδέσει το όνομά του ούτε με την κρίση του 1956 (καθαίρεση Ζαχαριάδη, γεγονότα Τασκένδης κτλ.) ούτε με τη διάλυση των οργανώσεων του ΚΚΕ την περίοδο 1958-1960 ούτε με τη διάσπαση του 1968. Η αντίστροφη μέτρηση για τον Κολιγιάννη είχε αρχίσει. Απαλλάχθηκε «για λόγους υγείας» ώστε να φανεί ως ομαλή η διαδοχή στο τιμόνι του κόμματος (στην πραγματικότητα υπέβαλε παραίτηση... προτού τον παραιτήσουν). Σε αυτές τις συνθήκες συνήλθε η 17η Ολομέλεια της ΚΕ στη Βουδαπέστη, με τον Φλωράκη παρόντα, καθώς κατάφερε να διαφύγει κάτω από τη μύτη των αρχών ασφαλείας της χούντας, με μουστάκι πλέον, μέσω Παρισιού. Ο Κολιγιάννης έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του στην Ουγγαρία, όπου και πέθανε στις 5 Σεπτεμβρίου 1979. Η κηδεία του και η ταφή της σωρού του έγιναν λίγες ημέρες μετά στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Ελλοπία Βοιωτίας.

Ο Γιάννης Πετσόπουλος

Ο Γιάννης Πετσόπουλος (Κωνσταντινούπολη 1891 – Αθήνα 1965) υπήρξε σημαντική προσωπικότητα του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος. Γιος Κωνσταντινουπολίτη δασκάλου, που συμμετείχε στο δημοτικιστικό κίνημα στην Πόλη και δέχθηκε διώξεις από το Πατριαρχείο, τελείωσε το Γερμανικό Γυμνάσιο. Στα 1912 ήρθε εθελοντής στους Βαλκανικούς πολέμους. Πολέμησε στην Ήπειρο στο ανεξάρτητο Σύνταγμα Κρητών, όπου και τραυματίστηκε 2 φορές. Στα 1915 βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί στήριξε την αριστερά του βενιζελικού μπλοκ και εξέδωσε στα 1916 την εφημερίδα Ριζοσπάστης. Η εφημερίδα ξεκίνησε ως εβδομαδιαία προσφυγική και ριζοσπαστική. Ακολούθησε το κίνημα της «Εθνικής Αμύνης» στη Θεσσαλονίκη και με την επανεγκατάσταση στην Αθήνα των Βενιζελικών έγινε καθημερινή ως «εφημερίς δημοκρατικών αρχών». Η εφημερίδα και ο ίδιος ο Πετσόπουλος ήταν θιασώτες της δημοκρατικής ανατροπής των μοναρχικών καθεστώτων μέσα από τον πόλεμο και εξεγέρσεων σε όλη την Ευρώπη και την Ελλάδα. Ήταν εναντίον του βασιλιά Κωνσταντίνου και εν γένει του βασιλικού θεσμού. Υποστήριζε τη συμμετοχή της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μετέφερε ανταποκρίσεις από τα μέτωπα. Αρχισυντάκτης της εφημερίδας ήταν την περίοδο εκείνη ο Νικόλαος Γιαννιός. Στόχος είναι η ίδρυση ενός αντιπολιτευτικού ριζοσπαστικού – δημοκρατικού κόμματος. Έτσι γύρω από τον Ριζοσπάστη συγκροτείται μια ομάδα ως «ένωσις των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτου» με τους Γ. Πετσόπουλου, Ν. Γιαννιόν, Λ. Νάκο, Γ. Γεωργιάδη, Α. Σίδερη. Η ομάδα αυτή έχει την υποστήριξη του Εμπειρίκου και του Καφαντάρη. Η υπουργοποίηση όμως του τελευταίου βάζει τέλος σε αυτές τις κατευθύνσεις. Η αστικοδημοκρατική Φεβρουαριανή επανάσταση του 1917 θα ενθουσιάσει τον Πετσόπουλο, ενώ θα δεχτεί με αρκετές επιφυλάξεις την Οκτωβριανή επανάσταση χαρακτηρίζοντας τους «μπολσεβίκους» μαξιμαλιστές. Παρακολουθεί τις εξελίξεις του σοσιαλιστικού κινήματος και στηρίζει την ίδρυση του ΣΕΚΕ και της ΓΣΕΕ. Σταδιακά ο Ριζοσπάστης εξελίσσεται σε φιλεργατικό και φιλοσοσιαλιστικό φύλλο. Η στάση του απέναντι στην Ουκρανική εκστρατεία προκαλεί τις πρώτες διώξεις στον Πετσόπουλο από τους πρώην συμμάχους του βενιζελικούς. Το 1919 ο Πετσόπουλος ζητάει να ενταχθεί στο ΣΕΚΕ και το 1920 παραχωρεί την εφημερίδα στο Κόμμα κρατώντας ο ίδιος τη διεύθυνση. Το 1921 σταματάει να εκδίδεται ο Εργατικώς Αγών και ο Ριζοσπάστης γίνεται η μοναδική επίσημη εφημερίδα του ΣΕΚΕ. Στις 2 Ιουνίου ο Πετσόπουλος συλλαμβάνεται και φυλακίζεται για αντιπολεμικά δημοσιεύματα του Ριζοσπάστη, τα οποία σύμφωνα με το κατηγορητήριο εκμεταλλευόταν ο Κεμάλ με αποτέλεσμα να υπονομεύεται το ηθικό των στρατιωτών στο μέτωπο. Το 1922 εκλέγεται από τη Συνδιάσκεψη του Φλεβάρη μέλος της ΚΕ του ΣΕΚΕ(Κ). Σε αυτή αναιρέθηκε η μπολσεβίκικη κατεύθυνση του κόμματος και επικράτησαν οι σοσιαλδημοκρατικές θέσεις «περί μακράς νομίμου υπάρξεως» εκλέχτηκε. Ο ίδιος μαζί με τους Κορδάτο και Σίδερη προτείνει τη συνεργασία με αστικά κόμματα. Παρόλα αυτά ο Πετσόπουλος στηρίζοντας τη νέα ηγεσία Κορδάτου συμβάλλει στην αποκήρυξη των αποφάσεων της Φεβρουαριανής Συνδιάσκεψης. Εκπροσωπεί το Κόμμα στο Συνέδριο της Σοσιαλιστικής Βαλκανικής Ομοσπονδίας στη Σόφια, όπου παρουσιάζει μια υπερεπαναστατική κατάσταση στην Ελλάδα. Εκεί, τάχθηκε εναντίον της θέσης για Ανεξαρτησία της Μακεδονίας και της Θράκης, θέμα που ταλάνισε το Κομμουνιστικό Κίνημα στην Ελλάδα. Με την επιστροφή του συλλαμβάνεται όλη η ΚΕ του ΣΕΚΕ και ο ίδιος με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Με την επανάσταση τον Βενιζελικών στρατηγών τίθεται το ζήτημα της απελευθέρωσης της ΚΕ με την προϋπόθεση ότι το ΣΕΚΕ θα υποστήριζε τον πόλεμο στη Θράκη. Οι Πετσόπουλος, Σίδερης και Κορδάτος συμφωνούν χαρακτηρίζοντας το μέτωπο της Θράκης ως «αμυντικό». Μετά την αποφυλάκιση της ΚΕ ο Πετσόπουλος συνεχίζει να υποστηρίζει τη θέση αυτή σε αντίθεση όμως πλέον με την ΚΕ. Για αυτό η ΚΕ δηλώνει ότι δεν είναι υπεύθυνη για την τακτική της εφημερίδας. Σύντομα στο Έκτακτο Συνέδριο του 1922 διαγράφεται με εισήγηση του Γ. Γεωργιάδη, Α. και Μ. Σίδερη με την κατηγορία ότι η τακτική του αποτελούσε κράμα αλλοπρόσαλου υπερκομμουνισμού, σωβινισμού και μεταρρυθμισμού». Η τελική όμως απόφαση της διαγραφής δεν δέχτηκε αυτές τις εκφράσεις, αλλά θεωρεί ότι έβλαψε το Κόμμα λόγω αδυναμίας χαρακτήρος, ορμών ψυχικών και άκαιρων ενθουσιασμών. Με αυτόν τον τρόπο χάνει και τον έλεγχο της εφημερίδας, την οποία αναλαμβάνει ο Γ. Κορδάτος. Με την διαγραφή του και την απώλεια του Ριζοσπάστη, ο Πετσόπουλος φεύγει από την Ελλάδα και μεταβαίνει στη Γερμανία. Ασχολείται με το εμπόριο. Εκεί μένει από το 1923 έως το 1926, οπότε και επιστρέφει. Σταδιακά εξελίχθηκε σε ένα από τους πιο σημαντικούς έλληνες εμπόρους χαρτιού και σχεδόν έχει το μονοπώλιο της εισαγωγής δημοσιογραφικού χαρτιού από τη Γερμανία. Συνεχίζει να δηλώνει κομμουνιστής και να παρακολουθεί τις εξελίξεις στο ελληνικό και διεθνές κίνημα. Στηρίζει οικονομικά το ΚΚΕ σε όλο τον μεσοπόλεμο. Στα 1932, με την άρση της ανταλλαξιμότητας του χρυσού σε δραχμές η επιχείρησή του βρέθηκε χρεωμένη από τη μια μέρα στην άλλη. Για να αντιμετωπίσει την κρίση αναγκάστηκε να πουλήσει μεγάλο μέρος της περιουσίας του. Συνεχίζει να έχει εμπορικές επαφές με τη Γερμανία. Το 1939 την επισκέπτεται για δεύτερη φορά με σκοπό να σώσει παραγγελίες χαρτιού που κινδύνευαν χαθούν εξαιτίας της κήρυξης του πολέμου. Αυτή η εμπορική του δράση θα στηλιτευτεί από την ηγεσία του ΚΚΕ αργότερα ως συνέργεια με το ναζιστικό καθεστώς. Την περίοδο της διάλυσης του ΚΚΕ από την δικτατορία Μεταξά υποστηρίζει την ΚΕ των Χτιστάκη-Παπαγιάννη, η οποία τοποθετήθηκε εναντίον της στήριξης του καθεστώτος Μεταξά κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, σε πλήρη αντίθεση με το γράμμα Ζαχαριάδη. Το 1940 ιδρύει με την ομάδα αυτή το Μέτωπο Εθνικής Σωτηρίας που είχε αντιφασιστική κατεύθυνση. Στη συνέχεια εντάχθηκε στο ΕΑΜ και το 1943 στο ΚΚΕ ανεπίσημα. Μέχρι τον Ιούνιο του 1944 εργαζόταν για το Κόμμα στην Αθήνα, οπότε και ανέβηκε στο βουνό. Οι κατοχικές δυνάμεις κατέσχεσαν την εταιρεία του, αλλά ο ίδιος αποτέλεσε τον βασικό προμηθευτή χαρτιού για τον αντιστασιακό τύπο. Τον Αύγουστο του 1944 ήταν μέλος της Διοικητικής Επιτροπής Αθήνας, Πειραιά, Αττικής και συμμετείχε στα Δεκεμβριανά. Με την ήττα υποχώρησε στα Τρίκαλα. Διαφώνησε με την υπογραφή της Βάρκιζας, την αποκήρυξη του Άρη, ζητούσε ενότητα του Δημοκρατικού κόσμου και απομόνωση της Δεξιάς. Τότε διαγράφτηκε για ακόμη μια αφορά από το Κόμμα με πολύ βαρείς ισχυρισμούς εναντίον του. Αποχώρησε από το ΕΑΜ και ίδρυσε την εφήμερη Εθνική Αντίσταση. Τις πολιτικές θέσεις του και τις απαντήσεις του στις κατηγορίες δημοσίευσε σε βιβλίο το 1946 με τίτλο Τα πραγματικά αίτια της διαγραφής μου. Επίσης, έχει γράψει το βιβλίο Τα εθνικά ζητήματα και οι έλληνες κομμουνιστές. Πέθανε το 1965.

Ο Γεώργιος Β

Ο Γεώργιος Β΄ Γλύξμπουργκ (Τατόι 1890 – Αθήνα 1947) υπήρξε βασιλιάς της Ελλάδας τις πιο κρίσιμες περιόδους για την ελληνική ιστορία και τον ελληνικό βασιλικό οίκο. Γεννήθηκε στις 20 Ιουλίου του 1890 στην θερινή βασιλική έπαυλη στο Τατόι. Ως πρωτότοκος γιος του Διαδόχου και μετέπειτα Βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ και της Σοφίας, αδελφής του Γουλιέλμου της Γερμανίας, τέθηκε πρώτος στη σειρά διαδοχής. Σπούδασε στη Νομική Σχολή και στη σχολή των Ευελπίδων απ' όπου αποφοίτησε το 1909 με το βαθμό του ανθυπολοχαγού. Όταν άρχισαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι, πολέμησε ως υπασπιστής του πατέρα του, 1912 - 1913, στη Μακεδονία και Ήπειρο και πήρε το βαθμό του λοχαγού. Κατά τη διάρκεια του Κινήματος της Εθνικής Αμύνης το 1917 ακολούθησε τον πατέρα του στην εξορία στην Ελβετία. Έτσι, παραμερίστηκε στη σειρά διαδοχής από το μικρότερο αδελφό του Αλέξανδρο, κατόπιν απαίτησης της Αντάντ και του Βενιζέλου. Παρακάμφθηκε ακόμη μια φορά από την διαδοχή καθώς ο Παύλος Κουντουριώτης ανέλαβε την Αντιβασιλεία. Επέστρεψε από την εξορία το 1920, μετά την ήττα του Βενιζέλου και την επαναφορά του Κωνσταντίνου στο θρόνο. Στις 27 Φεβρουαρίου 1921 παντρεύτηκε την πριγκίπισσα της Ρουμανίας Ελισάβετ (1894-1956). Ο γάμος κράτησε 14 χρόνια και διαλύθηκε με διαζύγιο λίγους μήνες πριν την επάνοδο του Γεωργίου στον θρόνο το 1935. Η ατεκνία, πολύ σημαντικό πρόβλημα σε ένα βασιλικό οίκο, φαίνεται ότι υπήρξε η βάση της κρίσης. Από τα 1921 το καθεστώς των αντιβενιζελικών και ο ίδιος ο θρόνος βρίσκονται σε κρίση. Ο ίδιος ο Γεώργιος έγινε δεκτός με αγανάκτηση από τους στρατιώτες της Μικράς Ασίας με αίτημα να απολυθούν. Ανέβηκε στο θρόνο για πρώτη φορά το 1922, όταν μετά την ήττα η επαναστατική κυβέρνηση Πλαστήρα – Γονατά επέβαλε την παραίτηση του Κωνστανττίνου. Θεωρήθηκε ένοχος για το στρατιωτικό πραξικόπημα των στρατηγών Λεοναρδόπουλου – Γαργαλίδη, διότι κράτησε ουδέτερη στάση προκαλώντας έτσι προκαλώντας τη λαϊκή δυσφορία και εκθέτοντας το στέμμα. Η νέα Βουλή ορκίζεται τον Δεκέμβριο του 1923 και η κυβέρνηση Γονατά συνέστησε στον Γεώργιο να αποχωρήσει από την χώρα, ώσπου να αποφασιστεί η τύχη του πολιτεύματος. Έτσι στις 19 Δεκεμβρίου ο βασιλιάς εγκατέλειψε τη χώρα. Αντιβασιλιάς ορίστηκε για ακόμη μια φορά ο Παύλος Κουντουριώτης. Όλα τα μέλη της βασιλικής οικογένειας άρχισαν να αναχωρούν από την Ελλάδα. Ο ίδιος με τη σύζυγό του εγκαταστάθηκαν στη Ρουμανία. Λίγο αργότερα αυτός αναχώρησε για τη Μεγάλη Βρετανία, όπου και εγκαταστάθηκε μόνιμα κάτω από την προστασία του εκεί Βασιλιά Γεωργίου Ε΄. Λίγους μήνες αργότερα, στις 25 Μαρτίου 1924, ανακηρύχθηκε Αβασίλευτη Δημοκρατία με απόφαση της εθνοσυνέλευσης. Ο ίδιος και ολόκληρη η δυναστεία κηρύχθηκαν έκπτωτοι. Το ψήφισμα τέθηκε στο Δημοψήφισμα της 13η Απριλίου 1924 και εγκρίθηκε με το 69% της λαϊκής ψήφου. Ο Γεώργιος ουδέποτε αναγνώρισε το νέο καθεστώς θεωρώντας το προϊόν βίας. Το αντιβενιζελικό Λαϊκό Κόμμα αναγνωρίζει τη νέα κατάσταση, ενώ πολλοί φιλοβασιλικοί δε δείχνουν ιδιαίτερη συμπάθεια στο πρόσωπο του Γεωργίου διότι δεν ενήργησε ώστε να αποφευχθεί η εκτέλεση των Έξι. Το 1933 οι συνθήκες όμως αρχίζουν να αλλάζουν στην Ελλάδα με την επάνοδο στην εξουσία του Λαϊκού Κόμματος. Το 1934 αλαζονικές συνεντεύξεις του τέως βασιλιά με αντικοινοβουλευτικούς υπαινιγμούς, δηλώσεις του πρίγκιπα Νικολάου και η ίδρυση φιλοβασιλικού συλλόγου υπέρ της εκλογής του τελευταίου στη θέση του προέδρου της Δημοκρατίας προκάλεσαν τους Φιλελεύθερους και καταδείκνυαν τις διαθέσεις μερίδας του αντιβενιζελικού πολιτικού κόσμου, αλλά και του έκπτωτου οίκου για το πολίτευμα. Στα 1935 οι αντιβενιζελικοί έχουν επικρατήσει μέσα σε ένα καθεστώς σχεδόν εμφυλιοπολεμικό ανάμεσα στις δύο παρατάξεις. Το αποτυχημένο φιλοβενιζελικό πραξικόπημα  του στρατηγού Οθωναίου με την υποστήριξη του ίδιου του Βενιζέλου αντιστρέφει οριστικά το κλίμα για τη Δημοκρατία. Η κυβέρνηση των Λαϊκών του Π. Τσαλδάρη κάτω από τις πιέσεις της βάσης του κόμματος επικοινωνεί με τον έκπτωτο μονάρχη και διαπραγματεύεται μαζί του την επιστροφή. Ο Γεώργιος θέτει όρους. Πολλά κόμματα όμως Ελευθερόφρονες του Μεταξά, Βασιλόφρονες, ο Κονδύλης κ.α., καθώς και στρατιωτικοί επεξεργάζονται όμως τη βίαιη ανατροπή της Δημοκρατίας. Έτσι, μετά το Στρατιωτικό Κίνημα των Παπάγου, Ρέπα, Οικονόμου στις 10 Οκτωβρίου που οργανώθηκε από τον Γ. Κονδύλη, καταργήθηκε η Αβασίλευτη Δημοκρατία και επαναφέρθηκε προσωρινά σε ισχύ το Σύνταγμα του 1911 και ορίστηκε νέο Δημοψήφισμα για την επαναφορά της Βασιλείας. Ο Βενιζέλος διεμήνυσε ότι θα αναγνώριζε το αποτέλεσμα ενός τίμιου δημοψηφίσματος. Η διαδικασία τελικά σφραγίστηκε από τη νοθεία και τη βία. Έτσι, ο Γεώργιος επανήλθε στις 25 Νοεμβρίου 1935 και η κρίση της νομιμοποίησής του ξεπεράστηκε γρήγορα. Αντιλαμβανόμενος τα λάθη του θρόνου, να συμμετέχει δηλαδή ενεργά στην παραταξιακή διαπάλη, ο Γεώργιος χαράσσει νέα στρατηγική. Προσπαθεί να συμφιλιώσει τις δύο παρατάξεις, ώστε να φανεί υπερκομματικός εγγυητής του έθνους, όπως πίστευε ότι ταιριάζει σε έναν βασιλιά. Στην πραγματικότητα επιθυμούσε μια πιο ουσιαστική και κοινά αποδεκτή παρέμβαση στα πολιτικά πράγματα. Έτσι, προχώρησε στη συγκρότηση υπηρεσιακής κυβέρνησης υπό τον καθηγητή της νομικής σχολής Κωνσταντίνο Δεμερτζή και διενήργησε τις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936 με απλή αναλογική, στην οποία καμία παράταξη δεν κατάφερε να εξασφαλίσει αυτοδυναμία. Με αυτόν τον τρόπο αποκτά σημαντικά πλεονεκτήματα παρέμβασης του θρόνου. Για την αποφυγή αντιμοναρχικής κυβέρνησης ΚΚΕ-Φιλελευθέρων, ύστερα από το συμφωνητικό Σοφούλη-Σκλάβαινα, και σε μια περίοδο έντονων κοινωνικών αναταραχών με το εργατικό κίνημα και τον λαό να βρίσκονται σε συνεχείς κινητοποιήσεις, διορίζει τον Ιωάννη Μεταξά πρωθυπουργό. Η αντικομουνιστική ρητορεία και η εξέγερση του 1936 στη Θεσσαλονίκη επιτρέπει τη συναίνεση όλων των κομμάτων στην κήρυξη της δικτατορίας στις 4 Αυγούστου, λίγες μέρες πριν από την μεγάλη συγκέντρωση των συνδικάτων. Ο Γεώργιος όχι μόνο ανέχθηκε, αλλά και υποστήριξε τις φασιστικές κατευθύνσεις του καθεστώτος. Τελικά, η σύνταξη με τους συμμάχους στον επερχόμενο πόλεμο καθορίστηκε σίγουρα από τις οικονομικές δεσμεύσεις με την Βρετανία και την παραδοσιακή σύνδεση της Ελλάδας με αυτήν, αλλά συνέβαλε και ο ίδιος με την φιλοβρετανική του πολιτική. Ο ίδιος κατάφερε να διατηρήσει τον έλεγχο των ενόπλων δυνάμεων. Όταν πέθανε ο Μεταξάς στις 29/1/1941, ο Γεώργιος διόρισε πρωθυπουργό τον τραπεζίτη Αλ. Κορυζή, ενώ το υπάρχον υπουργικό συμβούλιο παρέμεινε όπως είχε. Όταν η γερμανική απειλή είχε αρχίσει να γίνεται πλέον ορατή πέτυχε την ενίσχυση της Ελλάδας από περιορισμένο αριθμό αγγλικών στρατευμάτων. Με την είσοδο των Γερμανών ο πρωθυπουργός Κορυζής αυτοκτόνησε και ο στρατηγός Τσολάκογλου συνθηκολόγησε. Τέσσερις ημέρες πριν εισέλθουν οι Γερμανοί στην Αθήνα ο Γεώργιος κατέφυγε μαζί με την Κυβέρνηση και δυνάμεις του ναυτικού και της αεροπορίας μέσω Κρήτης στην Αίγυπτο. Στο Κάιρο οι μεταξικοί υπουργοί παύθηκαν και ο Γεώργιος με τον Τσουδερό πρωθυπουργό ανασχημάτισαν την κυβέρνηση με φιλοβενιζελικούς υπουργούς και πρόσωπα που συμμετείχαν σε αντιδικτατορικές κινήσεις. Ενώ η ελληνική εξόριστη κυβέρνηση παρέμεινε στο Κάιρο, ο ίδιος έφυγε στο Λονδίνο. Εκεί κήρυξε την παύση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Στο Λονδίνο διέμεινε όλο τον καιρό του πολέμου. Η ανάπτυξη του ΕΑΜικού κινήματος ανέτρεψε πλήρως τις προπολεμικές συνθήκες και παραδόσεις, οπότε φαινόταν πως το μεταπολεμικό κλίμα θα ήταν σχεδόν δεδομένα αρνητικό για τον θρόνο. Το 1943 ο Γεώργιος δήλωσε ύστερα από παρότρυνση του Τσουδερού ότι μετά την απελευθέρωση «θα επανεξετάσει μαζί με την κυβέρνηση το ζήτημα της επιστροφής του στην Ελλάδα». Παρά τη δήλωση αυτή το κλίμα δεν έγινε πιο ευνοϊκό για αυτόν. Την άνοιξη του 1944 σχηματίστηκε η Κυβέρνηση του Βουνού, ενώ στη Μέση Ανατολή εκδηλώθηκαν αλλεπάλληλα κινήματα εναντίον της επιστροφής του Γεωργίου και της Βασιλείας. Μπροστά στην κρισιμότητα της κατάστασης ο Γεώργιος επέστρεψε στο Κάιρο. Ο Τσουδερός παραιτήθηκε και την κυβέρνηση ανέλαβε ο Σοφ. Βενιζέλος με την βοήθεια του υποναυάρχου Βούλγαρη, που κατέστειλε τελικά το δημοκρατικό κίνημα των αξιωματιοκών. Τρεις ημέρες αργότερα εντολή διακυβέρνησης έλαβε ο Γ. Παπανδρέου. Με τη συνθήκη του Λιβάνου σχημάτισε κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας και έπεισε το Γεώργιο να παραμείνει στο εξωτερικό. Ο Γεώργιος δέχτηκε, αλλά διαφώνησε στον διορισμό αντιβασιλέα. Η εξέγερση των Δεκεμβριανών και η ήττα του ΕΑΜ καθόρισε τελικά τις εξελίξεις. Οι Βρετανοί προκειμένου να διαφυλάξουν την ενότητα του αστικού κόσμου αναγκάστηκαν να διορίσουν Αντιβασιλέα και προσωρινό αρχηγό του κράτους τον συμπαθή στους Βενιζελικούς Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Δαμασκηνό. Το συντηρητικό στρατόπεδο βγήκε ενισχυμένο και τελικά, συμφωνήθηκε και έγινε αποδεκτό το πολίτευμα να κριθεί από δημοψήφισμα. Έτσι στο αμφιλεγόμενο Δημοψήφισμα της 1ης Σεπτεμβρίου 1946 επικράτησαν οι οπαδοί της Βασιλείας (69% υπέρ της επανόδου του Γεωργίου Β΄). Ο Γεώργιος επέστρεψε στις 27 Σεπτεμβρίου 1946 για να πεθάνει αιφνίδια την 1η Απριλίου 1947 από καρδιακή ανακοπή. Αρχικά μάλιστα, λόγω της ημέρας, δεν έγινε πιστευτή η είδηση του θανάτου του. Ετάφη στο βασιλικό κοιμητήριο, στο Τατόι. Ήταν ηλικίας 57 ετών. Επειδή από το γάμο του με την Ελισάβετ δεν είχε αποκτήσει παιδιά τον διαδέχτηκε ο αδελφός του και μέχρι τότε διάδοχος Παύλος. Ο Γεώργιος ακολούθησε την παράδοση του οίκου των Γλύξμπουργκ να παρεμβαίνει ουσιαστικά στα πολιτικά πράγματα και να τείνει προς τον πολιτειακό συγκεντρωτισμό. Η στάση αυτή κόστισε εξορίες και την πιο πρόσφατη τελική έξωση του στέμματος. Ωστόσο, ο ίδιος υπήρξε ισχυρή προσωπικότητα, ικανός να χειριστεί με επιδεξιότητα καταστάσεις. Όμως το βασιλικό πολίτευμα στην Ελλάδα είχε κλονιστεί σημαντικά από τον Εθνικό Διχασμό. Η ομαλοποίηση της πολιτικής ζωής προϋπέθετε συμβιβασμούς που οι Γλύξμπουργκ δεν ήταν ποτέ διατεθειμένη να αποδεχτούν.

Ο Μαρίνος Αντύπας

Ο Μαρίνος Αντύπας (Φερεντινάτα, Κεφαλονιά,
1872 - Πυργετό Λάρισας, 8 Μαρτίου 1907) υπήρξε
μία από τις πιο σημαντικές πρωτοπόρες
φυσιογνωμίες του ουτοπιστικού σοσιαλιστικού
και αγροτικού κινήματος στην Ελλάδα.
Η δολοφονία του υπήρξε για πολλές δεκαετίες
σύμβολο των κοινωνικών αγώνων, κυρίως
των αγροτών. Ήταν ο μεγαλύτερος γιος του
Σπύρου Αντύπα και της Αγγελίνας το γένος
Κλαδά από το Αργοστόλι. Αδέλφια του ήταν
ο Μπάμπης ή (Μπαούτας) και η Αδελαίς. Γιος
γλύπτη και από φτωχή οικογένεια φοίτησε
στο Γυμνάσιο Αργοστολίου και γράφτηκε
στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Εκεί συνδέεται με τους σοσιαλιστικούς
κύκλους των συμπατριωτών του και συμμετέχει
στον Κεντρικό Σοσιαλιστικό Σύλλογο του
Καλλέργη. Ο Σύλλογος εξέδιδε την εφημερίδα
Σοσιαλιστής και είχε στο ενεργητικό του
εκδηλώσεις και διώξεις. Όταν ξέσπασε
η κρητική επανάσταση ο Αντύπας ακολούθησε
τον Καλλέργη στην Κρήτη και συμμετείχε
σε αυτή. Μάλιστα, τραυματίστηκε και για
αυτό επέστρεψε στην Αθήνα. Το 1897 ήταν
από τους διοργανωτές διαδήλωσης στην
Ομόνοια, στην οποία καταγγέλλονταν ο
Θρόνος και οι Μεγάλες Δυνάμεις για την
ήττα από τους Οθωμανούς στον αποκαλούμενο
«ατυχή πόλεμο». Για τη δράση του αυτή
συνελήφθη, δικάστηκε και καταδικάστηκε
στις 8 Ιανουαρίου 1898 σε ενός χρόνου φυλάκιση.
Η υπ΄αριθ. 4176 διαταγή του Υπουργείου Δικαιοσύνης
δίνει αυστηρή εντολή «Να μπει ο Αντύπας
στην απομόνωση και να μην συνδιαλέγεται
κανένας μαζί του. Σε περίπτωση μη συμμορφώσεως
του Αντύπα προς τα παραπάνω να τον δέσουν
μέσα στο κελί και να τον θέσουν «υπό άναλον
δίαιτα». Το επίσημο κράτος με λίγα λόγια
διέταξε εγγράφως τον βασανισμό του Αντύπα.
Με την αποφυλάκισή του επέστρεψε στην
Κεφαλονιά, χωρίς το πτυχίο της Νομικής στα χέρια
του,
. Την ίδια εποχή τον βρίσκουμε
να βοηθάει τον πατέρα του, ο οποίος ήταν
μαραγκός αλλά και ξυλογλύπτης, ένα από
τα τέμπλα του είναι του Αγίου Γρηγορίου
στο Χαμόλακο Πυλάρου. Τότε γνώρισε την
Βασιλικούλα Καλομοίρη κόρη σταφιδέμπορα
από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Εκεί
εξέδωσε στα 1900 την εφημερίδα Ανάστασις,
η οποία προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις
και ως εκ τούτου διακόπηκε η έκδοσή της
από το πρώτο φύλλο. Το 1903 επισκέφθηκε
στο Βουκουρέστι τον θείο του Γεώργιο
Σκιαδαρέση. Του πρότεινε να αγοράσει
γη στον Θεσσαλικό κάμπο και αυτός μαζί
με τον συμπατριώτη του Αριστείδη Μεταξά
αγόρασε 300.000 στρ. Με την επιστροφή του
στην Κεφαλλονιά επανεκδίδει την εφ. Ανάστασις.
Την γράφει σχεδόν εξ ολοκλήρου μόνος
του. Αποσκοπεί στην ίδρυση Λαϊκών Αναγνωστηρίων
ως πυρήνων που θα μπορούσαν να μετεξελιχθούν
σε ένα Ριζοσπαστικό Κόμμα. Καταφέρνει
να ιδρύσει το Λαϊκό Αναγνωστήριο η «Ισότης».
Ο ίδιος ο Αντύπας το διήυθυνε δημιουργώντας και νέα προβλήματα
στις αρχές, που τον οδηγούν σε δίκη, η
οποία όμως είχε ως αποτέλεσμα την αθώωσή
του
. Το 1906 έθεσε υποψήφιος βουλευτής
και το λαϊκό αναγνωστήριο έγινε το εκλογικό
του κέντρο. Την ίδια χρονιά βαφτίζει στην
Κεφαλλονιά τα παιδιά ενός φίλου του και
ενός βοηθού του πατέρα του δίνοντάς τους
τα ονόματα... Αναρχία και Επανάσταση. Οι
γονείς των παιδιών, αλλάζουν ύστερα από
χρόνια τα ονόματα και μετατρέπουν το
Αναρχία σε Αννα και το Επανάσταση σε...
Ανάσταση.
Προκάλεσε την αντίδραση
των συντηρητικών του νησιού και με πολλούς
τρόπους η δράση του παρεμποδίστηκε. Κατάφερε
να συγκεντρώσει 25000 ψήφους, αλλά απέτυχε
να εκλεγεί. Τότε αναχώρησε για τη Θεσσαλία.
Ο διάδοχός του Σπύρος Αρσένης ίδρυσε
παραρτήματα σε όλα τα χωριά και τις κωμοπόλεις
της Κεφαλλονιάς. Ο κύκλος του Αντύπα κατάφερε
να δημιουργήσει μια νέα παράδοση ριζοσπαστισμού
στο νησί, η οποία θα προσφέρει νέες γενιές
αγωνιστών τις επόμενες δεκαετίες. Το
ιδεολογικό του στίγμα είναι διαμορφωμένο
από ένα μείγμα σοσιαλιστικών ιδεών επηρεασμένο
από διαβάσματα στον Τολστόι, Κροπότκιν,
Μπέμπελ, Ζολά, τις διάφορες σοσιαλιστικές
και αναρχικές ομάδες της Πάτρας και της
Αθήνας. Βάση όμως της σκέψης του αποτελεί
ο γιακωβίνικος επαναστατικός ριζοσπαστισμός,
όπως αυτός αποκρυσταλλώθηκε στα Επτάνησα
τον 19ο αι.. Τα σχέδια για Αναγνωστήρια
που θα μετεξελιχθούν σε Κόμμα και τα χαρακτηριστικά
τους παραπέμπουν ακριβώς στις Γιακωβίνικες
Λέσχες. Τα συνθήματα για Ελευθερία –
Ισότητα – Αδελφότητα κυριαρχούν στα
κείμενά του, ο ριζοσπαστικός πατριωτισμός
του παραπέμπουν στη Γαλλική επανάσταση,
ενώ τα συνθήματα για «ηθική επανάσταση»
στους σύγχρονους γάλλους κληρονόμους
της. Η αναφορά στην ορθόδοξη θρησκεία
και τον ελληνισμό στους επτανήσιους.
Η άρνηση του στρατού στους αναρχικούς
και το κοινωνιστικό του πρόγραμμα στους
σύγχρονούς του έλληνες σοσιαλιστές.

Στη Θεσσαλία αναλαμβάνει την επιστασία 
του κτήματος και αναπτύσσει έντονη δράση
εναντίον των τσιφλικάδων. Σύμμαχος σε αυτές του τις ενέργειες
βρίσκει τον θείο του, που, παρ’ ότι μεγαλοϊδιοκτήτης,
συναινεί στις ενέργειες του Αντύπα για
περισσότερες παροχές στους κολίγους.

Κάθε μέρα έκανε περιοδεία στα τσιφλίκια
και προπαγάνδιζε την απαλλοτρίωσή τους. Ο Γ. Καψάλης στο βιβλίο του
«Μαρίνος Αντύπας» αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Είναι Κυριακή απόγευμα,
ένας τελάλης φωνάζει στους δρόμους
του χωριού για τη σύναξη των κατοίκων
στην πλατεία. Και είναι εκεί συνταγμένοι
άντρες - γυναίκες. Τους μιλάει πως ο
Σκιαδαρέσης, ο ιδιοκτήτης, τους χαρίζει
τα χρέη, αφού κι αυτός μεσολάβησε. Πως
από φέτος (1906) και κάθε χρόνο θα παραδίνουν
μόνο το 25% της σοδειάς τους στον ιδιοκτήτη
– και όχι το 75%, όπως έκαναν ώς τότε. Και
πως, όσοι θέλουν, μπορούν – με λογική
τιμή – να αγοράσουν όσα στρέμματα θέλουν
και να γίνουν ιδιοκτήτες οι ίδιοι. Πανζουρλισμός
από εκδηλώσεις χάρης κι ευγνωμοσύνης.
Τον θεωρούν “θεό” τους. Δεν προφταίνουν
να τον αγκαλιάζουν και να τον φιλούν άντρες,
γυναίκες, γεροντάκια, κοπέλες και παιδιά.
Τους αναγγέλλει επίσης ότι στο Λασποχώρι
θα ιδρύσει Γεωργική Σχολή...».

Αποκορύφωμα της προσπάθειάς του
ήταν το συλλαλητήριο στο Λασποχώρι
αρχές του 1907. Η αναστάτωση αυτή προκάλεσε
την αντίδραση των τσιφλικάδων.
Πρώτα δέχτηκε παρενοχλήσεις
από την αστυνομία και στη
συνέχεια
από τη χωροφυλακή. Συνελήφθη
και σε έναν γαιοκτήμονα της περιοχής,
που ήταν ταυτόχρονα και βουλευτής, τον
Αγαμέμνωνα Σλήμαν, γιο του Ερρίκου Σλήμαν.
Στις 9 Μαρτίου 1907 ο Ιωάννης Κυριάκος, επιστάτης
του Σλήμαν, τον δολοφόνησε μετά από έντονη
λογομαχία.  Ο δολοφόνος παίρνει γι’ αυτή
την πράξη την αμοιβή των 12.200 δραχμών.

Ο θάνατός του προκάλεσε πανελλήνια συγκίνηση.
Τάφηκε στο χώρο εκείνο που αγωνίστηκε.
Οι αρχές κάλυψαν τον δολοφόνο του. Ο θείος
του Σκιαδαρέσης, πικραμένος για το χαμό
του ανιψιού του πούλησε το τσιφλίκι κι
έφυγε. Οργή που συσσωρευόταν όμως για
χρόνια στην Θεσσαλία κάρπισε 3 χρόνια
αργότερα στην εξέγερση του Κιλελέρ. Ο
Αντύπας ήταν ο μεγάλος πρόδρομός του.

Ο Ανδρόνικος Χαϊτάς

Ο Ανδρόνικος Χαϊτάς (1894 – 1935) υπήρξε
στέλεχος και γενικός γραμματέας
του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας.

Κατά τις εκκαθαρίσεις των δικών της Μόσχας
κατηγορείται ως μπουχαρινικός και εκτελείται.
Γεννήθηκε στο Σοχούμ της Γεωργίας και
συμμετείχε στην επανάσταση του 1917. Φοίτησε
στην «Κομμουνιστιτσέσκαγια Ουνιβερσιτάτ
Τραβαγιέρσκι Βαστόκ» [«Κομμουνιστικό
Πανεπιστήμιο των Εργαζομένων της Ανατολής»],
γνωστή ως ΚΟΥΤΒ, η οποία ήταν σοβιετική
σχολή κατάρτισης στελεχών για τα κομμουνιστικά
κόμματα της Ανατολής.  Στην ίδια Σχολή
σπουδάζουν αργότερα και άλλοι έλληνες
κομμουνιστές. Το 1922 έρχεται στην Ελλάδα
και γράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου
Αθηνών. Γίνεται μέλος του ΣΕΚΕ(Κ) και το
1923 αναλαμβάνει γραμματέας του Τμήματος
Αθηνών  και υπεύθυνος για τη διδασκαλία
του ιστορικού υλισμού στην Μαρξιστική
Σχολή. Το 1924 έρχεται στην Ελλάδα μια ομάδα
νεολαίων φοιτησάντων στο ΚΟΥΤΒ με αρχηγό
τον Νίκο Ζαχαριάδη. Οι «Κούτβιδες αυτοί,
ανάμεσά τους και ο Χαϊτάς, λειτουργούν
ως ιδιαίτερη ομάδα ενισχυμένη από την
Κομμουνιστική Διεθνή και ανελίσσονται
γρήγορα σε κομματικά πόστα. Συμβάλλουν
έτσι ενεργά στην λεγόμενη «μπολσεβικοποίηση»
του ΣΕΚΕ(Κ), τη μετατροπή του δηλαδή σε
Κομμουνιστικό Κόμμα, και σταθεροποιούν
τους πολιτικούς δεσμούς του ΚΚΕ με την
Κομμουνιστική Διεθνή. Συγκεκριμένα ο
Χαϊτάς αποτελεί μαζί με τον Παντελή Πουλιόπουλο
βασικός εισηγητής του σχεδίου αυτού στο
3ο Έκτακτο Συνέδριο (1924).  Εισηγήθηκαν
την μετατροπή της οργανωτικής δομής πάνω
στα πρότυπα του μπολσεβικισμού, δηλαδή
το σχήμα Ακτιδωτές Οργανώσεις Εργατοπαραγωγικής
Βάσης και το σύνθημα για Ανεξαρτησία
της Μακεδονίας και της Θράκης στα πλαίσια
μιας Σοσιαλιστικής Βαλκανικής Δημοκρατίας.
Το σχέδιο όμως αυτό κατά ένα τρόπο δε
θα λειτουργήσει καθώς το Κόμμα θα 
διαλυθεί ουσιαστικά κατά δικτατορία
του Παγκάλου, ενώ το σύνθημα για την Ανεξαρτησία
της Μακεδονίας δε θα βρει ανταπόκριση
και θα προκαλέσει διώξεις. Με τις συλλήψεις
της ηγεσίας του Κόμματος και του γραμματέα
Πουλιόπουλου, ο Ελ. Σταυρίδης αναλαμβάνει
προσωρινός γραμματέας έχοντας τη στήριξη
των Χαϊτά και Ζαχαριάδη. Θα στηρίξουν
τον Πάγκαλο αρχικά, ενώ στη συνέχεια θα
προτάξουν το σύνθημα για «μια Αριστερή
ή πραγματική Δημοκρατία», ως ενδιαμεσο
στάδιο για το σοσιαλισμό. Το σύνθημα αυτό
διαφέρει από την «δικτατορία του προλεταριάτου».
Οι θέσεις αυτές θα προκαλέσουν την αντίδραση
των Πουλιόπουλου, Μάξιμου και Γιατσόπουλου
με την αποφυλάκισή τους, οι οποίοι αντιλαμβάνονται
ότι το Κόμμα ουσιαστικά δεν ελέγχεται
από τους ίδιους, αλλά από τους Κούτβιδες.
Η ηγεσία της Κομμουνιστικής Διεθνής ελεγχόμενη
από τους Μπουχάριν-Στάλιν συντάσσεται
στο 3ο Τακτικό Συνέδριο του ΚΚΕ
(1927) με τους Κούτβιδες εναντίον των Πουλιόπουλου
Γιατσόπουλου που ακολουθούν την ομάδα
Τρότσκι-Ζηνόβιεφ. Νέος γραμματέας αναδεικνύεται
ο Χαϊτάς. Αλλά μια καινούργια εσωκομματική
κρίση όμως ξεσπά στο εσωτερικό του ΚΚΕ.
Στο 4ο Συνέδριο του Κόμματος (1928)
αποφασίζεται η γραμμή της «Τρίτης Περιόδου»
του Καπιταλισμού, όπου τίθεται το ζήτημα
της άμεσης κατάληψης της εξουσίας. Το
ανεφάρμοστο αυτής της γραμμής θα δημιουργήσει
νέες εντάσεις, καθώς προκαλεί την απομαζικοποίηση
του Κόμματος. Οι δύο αντίπαλες τάσεις
ήταν τώρα από τη μία των Χαϊτά – Ευτυχιάδη
– Κολοζώφ και από την άλλη των Θέου –
Σιάντου – Πυλιώτη. Η πρώτη ονομάστηκε
«δεξιά» και η δεύτερη «αριστερή». Η σύγκρουση
δεν τερματίστηκε με τη νίκη καμιάς ομάδας,
αλλά με το διοικητικό τους παραμερισμό.
Παρόλα αυτά αντανακλά τη σύγκρουση Στάλιν-Μπουχάριν.
Ο Χαϊτάς συντάσσεται με τον δεύτερο. Η
ομάδα του υποστήριζε ότι μέσα στις συνθήκες
του τέλους της σταθεροποίησης του καπιταλισμού
τα πρωτεία στην προσπάθεια του κόμματος
έπρεπε να δοθούν στην οργανωτική προσπάθεια:
«πρώτα οργάνωση και ύστερα επανάσταση».
Στο συμπέρασμα αυτό κατέληγε γιατί διαπίστωνε
ότι οι μάζες δεν ακολουθούσαν τα επαναστατικά
συνθήματα της πολιτικής απεργίας. Επίσης
θεωρούσε ότι η επικείμενη επανάσταση
δε θα είχε προλεταριακό χαρακτήρα, όπως
είχε αποφασίσει το 4ο Συνέδριο,
αλλά αστικοδημοκρατικό. Οι απόψεις της
ομάδας αυτής είναι συνεπείς στη θέση
περί «Αριστερής Δημοκρατίας» που είχαν
υποστηρίξει το 1925. Η συγγένεια με τις
απόψεις των «μπουχαρινικών» στο ΚΚΣΕ
ήταν ολοφάνερη. Οι Χαϊτάς-Ευτχιάδης συλλαμβάνονται
το 1930 και φυλακίζονται. Με αυτόν τον τρόπο
η τάση τους γίνεται μειοψηφία στο Πολιτικό
Γραφείο και γραμματέας αναλαμβάνει ο
Σιάντος. Ο Χαϊτάς καταφέρνει όμως να αποδράσει
με άλλα 7 μέλη ton Απρίλιο του 1931, καθώς
ο δεκανέας της αλλαγής στη φρουρά της
φυλακής ήταν μέλος της Κομμουνιστικής
Νεολαίας. Κρυφά καταφέρνει να διαφύγει
στην ΕΣΣΔ. Στη Ρωσία ο Α. Χαϊτάς δραστηριοποιείται
στην ελληνική ποντιακή κοινότητα και
αναλαμβάνει να δώσει μαθήματα για το
εργατικό κίνημα στους έλληνες φοιτητές
του Κομμουνιστικού Πανεπιστημίου των
Εθνικών Μειονοτήτων της Δύσης. Συλλαμβάνεται
το 1936 ή το 1937 και εκτελείται ως «εχθρός
του λαού». Η ακριβής ημερομηνία σύλληψής
του και οι συνθήκες του θανάτου του αγνοούνται.
Η μνήμη του αποκαταστάθηκε το 1988 από την
«ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
ΤΗΣ  ΜΝΗΜΗΣ ΤΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ
ΠΟΥ  ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΘΗΚΑΝ ΚΑΙ  ΕΞΟΝΤΩΘΗΚΑΝ
ΑΠΟ ΤΜΗΜΑ ΤΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ΤΗΣ»

Ο Γρηγόρης Λαμπράκης

Ο Γρηγόρης Λαμπράκης (1912 - 22 Μαΐου 1963) υπήρξε γιατρός, αθλητής και πολιτικός της αριστεράς. Μια από τις πιο δυναμικές και σημαντικές προσωπικότητες του ελληνικού αριστερού κινήματος, πρωταγωνίστησε στους αγώνες για την Διεθνή Ύφεση και δολοφονήθηκε για αυτή τη δράση του από παρακρατικούς. Η δολοφονία του υπήρξε ορόσημο και ο ίδιος σύμβολο στους μετέπειτα πολιτικούς αγώνες για την εμπέδωση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στην Ελλάδα. Γεννήθηκε στην Κερασίτσα Αρκαδίας, ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στην Τρίπολη και ύστερα από εξετάσεις γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ειδικεύτηκε στη Γυναικολογία – Μαιευτική και το 1950 αναγορεύτηκε Υφηγητής στην Έδρα της Γυναικολογίας Μαιευτικής. Με τον αθλητισμό ασχολήθηκε από την εφηβική του ηλικία. Μέλος της Εθνικής Ομάδας Στίβου κατά τον μεσοπόλεμο κατέκτησε πολλές πανελλήνιες και βαλκανικές νίκες και κατείχε για 23 χρόνια, από το 1936 ως το 1959, το πανελλήνιο ρεκόρ στο μήκος με επίδοση 7,37 μ. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής εντάχθηκε στο ΕΑΜ. Το 1943 μαζί με άλλους συναθλητές του ίδρυσε την «Ένωση Ελλήνων Αθλητών», η οποία διοργάνωσε αγώνες και με τα έσοδα ενίσχυσε τα συσσίτια. Το 1961 πολιτεύτηκε με την ΕΔΑ ως συνεργαζόμενος υποψήφιος και εκλέχτηκε βουλευτής Πειραιά. Υπήρξε ιδρυτικό και ηγετικό μέλος του Ελληνικού Κινήματος για την Ειρήνη. Το Διεθνές Κίνημα για την Ειρήνη αναπτύχθηκε αμέσως μετά την καταστροφή της Χιροσίμα από την πρώτη ατομική βόμβα. Έτσι, το 1949 ιδρύθηκε το Παγκόσμιο Συμβούλιο Ειρήνης με τη συμμετοχή πολλών διανοουμένων. Βασικό αίτημα ο αφοπλισμός. Στις 15 Μάη 1955 δημοσιεύεται ιδρυτική διακήρυξη της Ελληνικής Επιτροπής για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη (ΕΕΔΥΕ) που υπογράφουν 77 προσωπικότητες της δημόσιας ζωής. Στις 24 Ιούνη του 1962, πραγματοποιείται το Α' Εθνικό Συνέδριο της ΕΕΔΥΕ για την ειρήνη και τον αφοπλισμό με θέματα το  Ελληνικό και διεθνές φιλειρηνικό κίνημα, τον αφοπλισμό και την ειρήνη και την απύραυλη Βαλκανική. Το Συνέδριο επανεκλέγει Πρόεδρο της ΕΕΔΥΕ τον Ανδρέα Ζάκκα και αντιπρόεδρο το βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη. Στις 4-7 Γενάρη 1963 η ΕΕΔΥΕ παίρνει μέρος στη Διεθνή Διάσκεψη των κινημάτων για τον αφοπλισμό στην Οξφόρδη. Μετά από προτάσεις του Λαμπράκη, η Διάσκεψη ασχολείται με τα ζητήματα αποπυρηνικοποιημένης ζώνης στα Βαλκάνια, της αντίθεσης του ελληνικού λαού για τη δημιουργία πυραυλικών βάσεων στην Κρήτη και με το ζήτημα των ελλήνων πολιτικών κρατουμένων. Στις 12-15 Απρίλη του 1963 αντιπροσωπεία της ΕΕΔΥΕ με επικεφαλής το Λαμπράκη παίρνει μέρος στην πορεία ειρήνης από το Ολντερμάστον στο Λονδίνο. Ήδη από τις αρχές του 1963, με την καθοδήγηση της ΕΔΑ, συγκροτήθηκε μια επιτροπή που σκοπό είχε να προετοιμάσει των πρώτη Πορεία Ειρήνης που θα ξεκινούσε από το Μαραθώνα και θα κατέληγε στην Πνύκα και ακριβώς γι' αυτό το λόγο ονομάστηκε «Μαραθώνια». Στην επιτροπή συμμετείχε η Ελληνική Επιτροπή για τη Διεθνή Υφεση και Ειρήνη (ΕΕΔΥΕ). Η πορεία ορίστηκε να γίνει στις 21 Απριλίου 1963 αλλά η τότε κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή φρόντισε να την απαγορεύσει, παρά το γεγονός ότι τέτοιες εκδηλώσεις γίνονταν σε ολόκληρη την Ευρώπη και το αντιπυρηνικό κίνημα λάμβανε τεράστιες διαστάσεις. Στην Ελλάδα, η λέξη «Ειρήνη» παρέμενε απαγορευμένη. Παρόλα αυτά η Α' μαραθώνια πορεία ειρήνης πραγματοποιείται. Όλος ο κρατικός και πα­ρακρατικός μηχανισμός είχε κινητοποιηθεί με σκοπό να εμποδίσει τις χιλιάδες που εισρέουν από κάθε γωνιά της χώρας. Η περιφρόνηση της απαγόρευσης από τον λαό προκάλεσε παρατεταμένες συμπλοκές με 2000 συλλήψεις και 300 τραυματίες. Ο Γρ. Λαμπράκης κατεβαίνει στο αυτοκίνητό του όπου τοποθετεί ένα μαύρο πανί με το σήμα του πυρηνικού αφοπλισμού και τη λέξη ΕΛΛΑΣ. Το ίδιο πανί κρατούσε πριν από 11 στην πασχαλινή πορεία ειρήνης του Ολντερμάστον. Καταφέρνει να περάσει όλα τα μπλόκα που ήταν στημένο σε όλη τη διαδρομή για τον Μαραθώνα. Τελικά, ύστερα από πλήθος εμποδίων, προκλήσεων και απαγορεύσεων, ο Λαμπράκης κατάφερε να υψώσει στον τύμβο του Μαραθώνα το λάβαρο του αγώνα για τον αφοπλισμό, που κουβαλούσε μαζί του. Ξεκίνησε συμβολικά την πορεία από τον Μαραθώνα προς την Πνύκα. Άλλοτε τρέχοντας και άλλοτε περπατώντας με το πανό στα χέρια του και κάτω από τις απειλές χωροφυλάκων και παρακρατικών, με συχνές στάσεις και συμπλοκές κατάφερε να φτάσει ως τη διασταύρωση της Ραφήνας.
Εκεί οι αρχές ασφαλείας και οι τραμπούκοι θα επιχειρήσουν να τον σταματήσουν, αλλά η προσπάθειά τους θα αποτύχει χάρη στην επέμβαση όσων τον συνοδεύουν, των δημοσιογράφων και κατοίκων της περιοχής. Ο Λαμπράκης και οι συνοδοί του θα συνεχίσουν. Κοντά στο Πικέρμι θα συλληφθούν όλοι όσοι τον ακολουθούν, πλην του ιδίου και της Γ. Λιναρδάτου. Κοντά στο Χαρβάτι θα συλληφθεί και ο Λαμπράκης και θα εγκαταλειφθεί στη Νέα Ιωνία. Η φωτογραφία του έκανε το γύρο του κόσμου και τον έκανε διεθνώς γνωστό. Αμέσως μετά μετέβη στο Λονδίνο για να συμπαρασταθεί στους Έλληνες και Άγγλους διαδηλωτές που ζητούσαν την απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων στην Ελλάδα. Στόχος των διαδηλωτών ήταν η βασίλισσα Φρειδερίκη, η οποία βρισκόταν στην αγγλική πρωτεύουσα προκειμένου να παραστεί σε βασιλικούς γάμους. Ο Γρηγόρης Λαμπράκης με όλη αυτήν τη δράση του αναδείχθηκε στον πιο λαμπρό πολιτικό του δημοκρατικού και αριστερού κινήματος της εποχής. Σύντομα όμως θα δεχθεί την εκδικητικότητα του καθεστώτος. Το βράδυ της 22 Μαΐου 1963 ο Λαμπράκης μίλησε σε εκδήλωση που διοργάνωσε στη Θεσσαλονίκη η Επιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη. Πριν ακόμα η εκδήλωση ξεκινήσει, πλήθος παρακρατικών και αστυνομικών με πολιτικά είχαν καταλάβει τα γειτονικά πεζοδρόμια, κραυγάζοντας συνθήματα και προπηλακίζοντας όσους προσέρχονταν στην αίθουσα για να πάρουν μέρος σε αυτή. Άλλοι αστυνομικοί, ένστολοι, αν και παρόντες σε μεγάλο αριθμό δεν λάμβαναν κανένα μέτρο για την απώθηση των παρακρατικών, παρά τις διαμαρτυρίες των οργανωτών και του ίδιου του Λαμπράκη. Μάλιστα, ένας παρακρατικός κατόρθωσε να χτυπήσει το Λαμπράκη στο κεφάλι με ρόπαλο κατά την είσοδό του στην αίθουσα της εκδήλωσης, τραυματίζοντάς τον ελαφρά. Σοβαρά, αντίθετα, τραυματίστηκε ένας άλλος αριστερός βουλευτής, ο Γιώργος Τσαρουχάς. Κατά την έξοδο από την αίθουσα μετά το τέλος της εκδήλωσης στο χώρο βρίσκονταν μόνο αστυνομικοί και παρακρατικοί. Τότε εμφανίστηκε ένα τρίκυκλο από το πουθενά, πλησίασε το Λαμπράκη με ιλιγγιώδη ταχύτητα και τον έριξε στο έδαφος. Κανείς αστυνομικός δεν κινήθηκε για να εμποδίσει το τρίκυκλο πριν το χτύπημα, να συλλάβει τον οδηγό του μετά, ή ακόμα και να βοηθήσει τον αιμόφυρτο Λαμπράκη. Τους δολοφόνους συνέλαβε ένας πλασιέ, ο Μανόλης Χατζηαποστόλου, που πήδησε αστραπιαία στην καρότσα του τρίκυκλου, χτυπήθηκε μαζί τους και τους παρέδωσε σε έναν αστυνομικό που δεν γνώριζε το συμβάν. Ο οδηγός ήταν ο Σπύρος Γκοτζαμάνης και ο δολοφόνος ο Μανώλης Εμμανουηλίδης. Ο Λαμπράκης μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο σε κωματώδη κατάσταση. Πέθανε τέσσερις μέρες αργότερα. Η δολοφονία του προκάλεσε τεράστια πολιτική κρίση. Ο κεντρώος και αριστερός τύπος έγραφε για οργανωμένο σχέδιο δολοφονίας φόνο κατηγορούσε την κυβέρνηση. Την κηδεία του Λαμπράκη παρακολούθησε πλήθος 500.000 ανθρώπων, μέσα σε τεταμένο κλίμα. Η επίσημη εκδοχή της χωροφυλακής ήταν ότι επρόκειτο για τροχαίο ατύχημα και αυτήν υιοθέτησε αρχικά και η κυβέρνηση. Ακολούθησαν ανακρίσεις από τον ανακριτή Χρήστο Σαρτζετάκη και τον αντιεισαγγελέα Δημήτριο Παπαντωνίου. Και οι δύο αντιμετώπισαν την προκλητική παρέμβαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και μετέπειτα πρωθυπουργού της Χούντας Κ. Κόλλια και την παρελκυστική τακτική της χωροφυλακής η οποία απέκρυβε κρίσιμα στοιχεία. Παρόλα αυτά η ανακριτική επιτροπή επέμεινε στο έργο της. Αποκάλυψε το τεράστιο δίκτυο παρακρατικών αποτελούμενο από σημαντικά στελέχη της χωροφυλακής και το προσχεδιασμένο της δολοφονίας. Η κυβέρνηση Καραμανλή παραιτείται κάτω από τη λαϊκή κατακραυγή και όλοι οι κατηγορούμενοι για τη δολοφονία συλλαμβάνονται. Ακολουθούν εκλογές στις οποίες αναδεικνύεται κυβέρνηση η Ένωση Κέντρου. Ιδρύεται η Δημοκρατική Κίνηση Νέων Γρηγόρης Λαμπράκης και σύντομα μαζί με τη νεολαία της ΕΔΑ ιδρύεται η Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκης με ηγέτη τον Μίκη Θεοδωράκη. Ο Γρηγόρης Λαμπράκης αποτέλεσε έτσι ένα ηρωικό και ηθικό παράδειγμα για τον δημοκρατικό κόσμο. Το όνομά του ακούγεται σχεδόν πάντα σε κάθε νεολαιϊστική κινητοποίηση. Η ιστορία του έγινε βιβλίο από τον Βασίλη Βασιλικό, το Ζήτα, και αμέσως γυρίστηκε ταινία στη Γαλλία από τον Κώστα Γαβρά.




πόσοι μας διάβασαν: