Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

Ο Κωνσταντίνος Α

Ο Κωνσταντίνος Α΄ Γλύξμπουργκ (Αθήνα
21 Ιουλίου του 1868 – Παλέρμο 11 Ιανουαρίου
1923) διετέλεσε βασιλιάς των Ελλήνων τις
κρίσιμες περιόδους 1913-1917 και 1920-1922. Υπήρξε
ο κύριος εκπρόσωπος του αντιβενιζελικού
στρατοπέδου και της φιλογερμανικής μερίδας
στην Ελλάδα. Ήταν ο πρωτότοκος γιός του
βασιλιά Γεωργίου Α΄ του Οίκου των Γλύξμπουργκ
της Δανίας και της Βασίλισσας Όλγας, ρωσίδας
δούκισσας του κλάδου των Ρομανόφ. Έλαβε
το όνομα του παππού του, του Μεγάλου Δούκα
Κωνσταντίνου της Ρωσίας. Αλλά πολλοί
του προσέδωσαν την αυτοκρατορική αρίθμηση
ΙΒ, ώστε να καταδειχθεί η συνέχεια με
το Βυζάντιο και τον τελευταίο αυτοκράτορα
Κωνσταντίνο ΙΑ Παλαιολόγο και κατ’ επέκταση
να εκφραστεί η μεγαλοϊδεάτικη προσμονή
για την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Παρότι στην Ελλάδα απαγορεύονταν συνταγματικά
οι αριστοκρατικοί τίτλοι, έλαβε, αν και
όχι χωρίς αντιπαραθέσεις στη Βουλή –προοικονομώντας
κατά έναν τρόπο από τη γέννησή του τις
μεγαλύτερες πολιτικές έριδες --, τον τίτλο
του «Δουκός της Σπάρτης». Μέσα στο αυστηρό
περιβάλλον της αυλής μορφώθηκε πλάι σε
δασκάλους όπως ο καθηγητής Ιωάννης Παζαντζίδης,
ο Βασίλειος Λάκων, ο συνταγματολόγος
Στέφανος Στρέιτ, ο ιστορικός Κων. Παπαρρηγόπουλος.
Το 1882 γράφτηκε στη Σχολή Ευελπίδων και
αποφοίτησε στα 1886. Γρήγορα έφτασε στο
βαθμό του συνταγματάρχη συγκεντρώνοντας
έτσι στο πρόσωπό του τις ελπίδες για ανάληψη
της στρατιωτικής ηγεσία του έθνους και
την πραγμάτωση των μεγαλοϊδεατικών εθνικών
ονειρώξεων. Σπούδασε στην Ακαδημία Πολέμου
του Βερολίνου και Πολιτικές Επιστήμες
στα Πανεπιστήμια της Λιψίας και της Χαϊδελβέργης.
Οι σπουδές του στην Γερμανία και η διαμονή
του στην αυλή του Κάιζερ δημιούργησαν
μεγάλο θαυμασμό για τους γερμανικούς
θεσμούς και ιδιαίτερα για τον γερμανικό
μιλιταρισμό. Εκεί γνώρισε και την πριγκίπισσα
Σοφία, αδελφή του αυτοκράτορα Γουλιέλμου
Β΄ και κόρη του πρώην αυτοκράτορα Φρειδερίκου
Γ΄. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα τελέστηκαν
οι γάμοι τους αποκτώντας έτσι ο ίδιος
με αυτόν τον τρόπο ακόμη πιο στενούς δεσμούς
με τη Γερμανία. Με την Σοφία απέκτησαν
τρεις γιούς, τους Γεώργιο Β΄, Παύλο και
Αλέξανδρο, οι οποίοι βασίλεψαν και οι
τρεις, και τρεις κόρες, τις Ελένη, Ειρήνη
και Αικατερίνη. Στα 1890 προάγεται στο βαθμό
του αντιστρατήγου και παρεμβαίνει για
πρώτη φορά στα πολιτικά πράγματα, όταν
στα 1895 παρεμβαίνει σε συλλαλητήριο εναντίον
της φορολογικής πολιτικής των κυβερνήσεων
του Χαρ. Τρικούπη προκαλώντας την αντίδραση
της κυβέρνησης. Αποσκοπούσε συνειδητά
στην απόκτηση λαϊκού ερείσματος για την
ενίσχυση του βασιλικού στέμματος έναντι
των κοινοβουλευτικών θεσμών. Ωστόσο η
ήττα στον ελληνο-οθωμανικό πόλεμο 1897
θα ρίξει στο ναδίρ τη δημοτικότητα του
διαδόχου. Ο Κωνσταντίνος θα έρθει σε ρήξη
με την κυβέρνηση του Θ. Δηλιγιάννη η οποία
επιθυμούσε την αποφυγή της σύγκρουσης,
θα εκβιάσει τον πόλεμο στηριζόμενος στην
εθνικιστική έξαρση των αξιωματικών. Αλλά
τελικά ο ελληνικός στρατός θα υποστεί
τεράστια ήττα στον κάμπο της Θεσσαλίας.
Η ήττα θα χρεωθεί προσωπικά στον ίδιο
και στους κύκλους του, αν και φρόντισε
να δημοσιευθεί έκθεση που έριχνε το βάρος
σε άλλους αποκαθιστώντας μερικώς το κύρος
του. Η αναγνώριση της ανάγκης ουσιαστικής
αναδιοργάνωσης του ελληνικού στρατεύματος
έφερε στα 1900, με την υποστήριξη του φιλοβασιλικού
πρωθυπουργού Γ. Θεοτόκη, τον Κωνσταντίνο
στη θέση του γενικού διοικητή του στρατού.
Στη θέση αυτή διατηρήθηκε παρά τις διαφωνίες
της κριτικής στην αυλή παράταξης του
Δηλιγιάννη μέχρι το κίνημα στο Γουδί
το 1909. Κατά την εννιάχρονη αυτή παραμονή
του συνέβαλλε σημαντικά στην δημιουργία
ενός σύγχρονου πειθαρχημένου, εκπαιδευμένου
και αρτίως εξοπλισμένου στρατού. Την
περίοδο αυτή δημιουργεί γύρω από τον
εαυτό του ένα δεύτερο κύκλο αξιωματούχων
με σκοπό την άμεση επίδραση στα πολιτικά
πράγματα. Αυτή η λεγόμενη Μικρή Αυλή,
σε διαχωρισμό με την Αυλή του Γεωργίου,
οδήγησε σε πολιτική και στρατηγική απομάκρυνση
του Κωνσταντίνου από τον πατέρα του, ο
οποίος παρέμενε σταθερά φιλοάγγλος. Το
κίνημα στο Γουδί έριξε τον φιλοβασιλικό
Δημ. Ράλλη και έφερε στην κυβέρνηση τον
διάδοχο του δηλιγιαννικού κόμματος και
προγραμματικά φιλοκοινοβουλευτικό Κυριακούλη
Μαυρομιχάλη με κύριο αίτημα την αποπομπή
των βασιλοπαίδων και των φιλοβασιλικών
από την διοίκηση του στρατεύματος. Ο Κωνσταντίνος
αμέσως μετά την επιβολή του κινήματος
αποχώρησε στο εξωτερικό. Επανήλθε τον
Μάιο του 1911 ύστερα από πρόσκληση του Ελ.
Βενιζέλου με σκοπό να αναλάβει εκ νέου
καίριο πόστο στο στρατό. Συνέβαλε στην
στρατιωτική προετοιμασία για τους επερχόμενους
βαλκανικούς πολέμους. Κατά το ξέσπασμα
του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου διορίστηκε
αρχηγός του στρατού της Θεσσαλίας πετυχαίνοντας
από τη θέση αυτή πολλές νίκες ανακτώντας
το κύρος του βασιλικού θεσμού και αποκτώντας
ξεχωριστή αίγλη στο ελληνικό λαό. Το 1913
διορίστηκε από τον Βενιζέλο γενικός διοικητής
του ελληνικού στρατού πετυχαίνοντας
νέες νίκες στα επί μέρους μέτωπα. Τότε
ήρθε για πρώτη φορά σε ανοιχτή σύγκρουση
με τον Βενιζέλο. Ο Κωνσταντίνος επιθυμούσε
να πορευτεί και να καταλάβει το Μοναστήρι
με τη λογική ότι κατοικούταν στην πλειοψηφία
του από βλαχόφωνους ορθόδοξους και ότι
ήταν το εμπορικό κέντρο της ηπειρωτικής
Μακεδονίας. Ο Βενιζέλος αντίθετα υποστήριζε
την κατάληψη της Θεσσαλονίκης διαβλέποντας
την κεντρική οικονομική και πολιτική
σημασία της στο σύνολο της Βαλκανικής.
Τελικά με τηλεγράφημα ο Βενιζέλος ως
πρωθυπουργός διέταξε τον διάδοχο ο οποίος
αναγκάστηκε να υπακούσει. Αυτή η σύγκρουση
όμως δημιούργησε την πρώτη ρήξη μεταξύ
των δύο αντρών. Ο Κωνσταντίνος στις 5/18
Μαρτίου ορκίστηκε βασιλιάς ύστερα από
τη δολοφονία του Γεωργίου στη Θεσσαλονίκη.
Σύντομα φάνηκε ότι επιθυμούσε να διατηρήσει
τον έλεγχο του στρατεύματος, ενώ άρχισε
να παρεμβαίνει στα ζητήματα της εξωτερικής
πολιτικής τασσόμενος υπέρ των κεντρικών
αυτοκρατοριών και εναντίον των αγγλογάλλων.
Έτσι σύντομα προκλήθηκε αντίθεση μεταξύ
του νέου βασιλιά και του πρωθυπουργού.
Με την έκρηξη του Α Παγκοσμίου πολέμου
η αντίθεση οξύνθηκε σε χάσμα. Στην αρχή,
παρότι η ελληνοσερβική συμμαχία προέβλεπε
αλληλοϋποστήριξη σε ενδεχόμενη επίθεση
της Αυστρίας στην Σερβία, η Ελλάδα τήρησε
ουδετερότητα, κυρίως από φόβο για την
τύχη του ελληνορθόδοξου πληθυσμού της
Μικράς Ασίας. Το ζήτημα όμως μπήκε επιτακτικά
όταν οι Άγγλοι κάλεσαν την Ελλάδα για
σύμπραξη στα Δαρδανέλλια. Ο Βενιζέλος
αξίωσε την αποστολή στρατού, ενώ ο Κωνσταντίνος
έμεινε πιστός στην ουδετερότητα που εξυπηρετούσε
τις δυνάμεις του άξονα. Ο Βενιζέλος οδηγήθηκε
σε παραίτηση και ανάληψη της διακυβέρνησης
από τον φιλοβασιλικό Δημ. Γούναρη. Ύστερα
από την αποτυχία στα Δαρδανέλια η Ρωσία,
Αγγλία και Γαλλία ενέτειναν τις πιέσεις
προς την Ελλάδα επικαλούμενες την συμπόρευση
της Οθ. Τουρκίας και της Βουλγαρίας με
τις δυνάμεις του Άξονα, καθώς και τον
κίνδυνο του μικρασιατικού ελληνορθόδξου
πληθυσμού. Τελικά, οι άγγλοι διείσδυσαν
στην Μακεδονία και οι Βούλγαροι στη Θράκη
εμπλέκοντας στην πράξη την Ελλάδα στον
πόλεμο. Ο Βενιζέλος προχώρησε στο κίνημα
της Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη και 
χώρα χωρίστηκε σε δύο μέρη. Η Μακεδονία,
τα νησιά και η Κρήτη υπάγονταν στους βενιζελικούς,
ενώ η Παλαιά Ελλάδα παρέμεινε υπό τον
έλεγχο της κυβέρνησης της Αθήνας. Η στρατιωτική
παρέμβαση των δυνάμεων της Αντάντ στην
Αθήνα εξανάγκασε τον Κωνσταντίνο και
την κυβέρνησή του σε αποχώρηση. Ο ίδιος
χωρίς να δηλώσει παραίτηση άφησε το θρόνο
στον μικρότερο γιο του Αλέξανδρο. Ο Κωνσταντίνος
εγκαταστάθηκε στην Ελβετία όπου υποτροπίασε
σε μια παλιότερη αρρώστια που τον είχε
καταλάβει στο μέτωπο. Στα 1917 αναλαμβάνει
κυβέρνηση ο Ελ. Βενιζέλος και κηρύσσει
τον πόλεμο στις χώρες του άξονα στο πλευρό
των δυνάμεων της Αντάντ. Το τέλος του
πολέμου θα φέρει την χώρα από τη μεριά
των νικητών και με τη συνθήκη των Σεβρών
ο ελληνικός στρατός θα καταλάβει την
περιοχή της Σμύρνης. Στις 12/25 Οκτωβρίου
1920 ο βασιλιάς Αλέξανδρος πέθανε, ενώ το
κόμμα των Φιλελευθέρων έχασε στις εκλογές.
Η Ηνωμένη Αντιπολίτευση κέρδισε με σύνθημα
να σταματήσει ο πόλεμος καταφέρνοντας
να εκφράσει τα αντιπολεμικά αισθήματα
του ελληνικού λαού καθώς για περίπου
10 χρόνια βρισκόταν σε εμπόλεμη  κατάσταση.
Με το δημοψήφισμα που πραγματοποίησε
η νέα κυβέρνηση Ράλλη ο Κωνσταντίνος
επανήλθε στο θρόνο και η προηγούμενη
έξωσή του θεωρήθηκε απλή απομάκρυνση
που τελέστηκε υπό το κράτος της βίας χωρίς
να διαθέτει λαϊκή αποδοχή. Το γεγονός
αυτό έδωσε την αφορμή στην Αντάντ να αποσύρει
την οικονομική, στρατιωτική και διπλωματική
υποστήριξη προς τη νέα φιλογερμανική
πλέον κυβέρνηση. Σε αυτή τη δεύτερη βασιλεία
του ο Κωνσταντίνος απέφυγε τις παρεμβάσεις
στην πολιτική, κυρίως λόγω της ασθένειάς
του. Παρά τις υποσχέσεις η νέα κυβέρνηση
συνέχισε τον πόλεμο, χωρίς την έγκριση
της Αντάντ, με αποτέλεσμα την ήττα και
τον διωγμό του ελληνορθόδοξου πληθυσμού
της Μ. Ασίας. Ενώ όμως ο στρατός δεχόταν
στα βάθη της Ασίας συντριπτικά χτυπήματα
και υποχωρούσε, μοναρχικοί κύκλοι προετοίμαζαν
τη συγκρότηση έκτακτης κυβέρνησης με
πρόεδρο τον Ι. Μεταξά, ο οποίος είχε διαφωνήσει
με την Μικρασιατική εκστρατεία. Με αυτόν
τον τρόπο ευελπιστούσαν να γλυτώσουν
τον θρόνο και τον μοναρχικό θεσμό. Το
γεγονός αυτό προκάλεσε λαϊκή οργή και
εξέγερση του στρατού στη Χίο και τη Λέσβο.
Η νέα επαναστατική κυβέρνηση των Πλαστήρα,
Φωκά και Γονατά εξανάγκασε τον Κωνσταντίνο
σε παραίτηση υπέρ του Γεργίου Β΄ και απόσυρση
στο Τατόι. Στις 30 Σεπτεμβρίου 1923 αποχώρησε
για το Παλέρμο της Ιταλίας όπου και πέθανε
λίγους μήνες αργότερα από ανακοπή καρδιάς.
Ο Κωνσταντίνος υπήρξε μια αυταρχική προσωπικότητα,
εμπνευσμένη από τον γερμανικό μιλιταρισμό.
Ταυτίστηκε με την Μεγάλη Ιδέα και την
εγκατάσταση ενός συγκεντρωτικού μη δημοκρατικού
κράτους υπό την άμεση πολιτική κατεύθυνσή
του. Ωστόσο ο διχασμός και η αντιπαράθεση
Βενιζέλου και Κωνσταντίνου δεν αποτελεί
προϊόν μόνο της σύγκρουσης δύο μεγάλων
προσωπικοτήτων ούτε απορρέει κυρίως
από τα διπλωματικά παιχνίδια και τα συμφέροντα
των μεγάλων δυνάμεων. Πρόκειται για μια
βαθειά κοινωνική και ιδεολογικοπολιτική
σύγκρουση ανάμεσα σε δύο διαταξικά κοινωνικά
μπλόκα. Τα λαϊκά στρώματα της Παλαιάς
Ελλάδας, κυρίως τα στρώματα των τεχνιτών
και των μικροαστών δέχτηκαν ισχυρά πλήγματα
τόσο από τον παρατεταμένο πόλεμο όσο
και εξαιτίας της εκσυγχρονιστικής αναπτυξιακής
πολιτικής του Βενιζέλου. Αυτά επιθυμούσαν
να επιστρέψουν στην προηγούμενη κοινωνική
τους θέση και συνεπώς αρνούνταν τον καπιταλιστικό
εκμοντερνισμό. Έτσι συντάχτηκαν με το
συντηρητικό κομμάτι τα άρχουσας τάξης
που αρνούνταν την διάκριση κοινωνικών
τάξεων και επιθυμούσε ένα κορπορατιστικό
μοντέλο οργάνωσης της κοινωνίας. Αντίθετα,
απέναντι σε αυτόν τον ριζοσπαστισμό τάχθηκαν
η αστική τάξη που διέβλεπε άνοιγμα των
αγορών με την επέκταση των συνόρων και
το σύνολο των πληθυσμών της εκτός Ελλάδας
περιοχών, όπως π.χ. η Κρήτη. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: