Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

Ο Εμμανουήλ Τσουδερός (Ρέθυμνο, 1882 ...

Ο Εμμανουήλ Τσουδερός (Ρέθυμνο, 1882 – Αθήνα, 1956) ήταν νομικός, οικονομολόγος και πρωθυπουργός της ελληνικής κυβέρνησης στην Αίγυπτο στα χρόνια της Κατοχής (1941–1944). Ο Εμμανουήλ Τσουδερός ήταν γόνος επιφανούς κρητικής οικογένειας που κατάγεται από την βυζαντινή οικογένεια των Καλλέργηδων. Με μεγάλη παρουσία στην σύγχρονη ιστορία του νησιού μέλη της διακρίθηκαν στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα της Κρήτης, στην κρητική πολιτική σκηνή και στις επιστήμες. Ο πατέρας του Ιωάννης Τσουδερός συμμετείχε στην Επανάσταση του 1878 και σε όλα τα κρίσιμα πολιτικά θέματα της κρητικής ιστορίας. Ο Εμμανουήλ Τσουδερός σπούδασε  νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και οικονομικές επιστήμες στο Παρίσι και το Λονδίνο. Το 1905 εμπλέκεται στο κίνημα του Θερίσου. Από το Ρέθυμνο ο πατέρας του Ιωάννης με ψηφίσματα συμπαράστασης στήριξε τον Ελ. Βενιζέλο απέναντι στον Ύπατο Αρμοστή Πρίγκιπα Γεώργιο. Με αυτόν τον τρόπο συνέβαλε στην εγκαθίδρυση ενός αστικού δημοκρατικού καθεστώτος προτάσσοντας ένα μεγαλόπνοο αναπτυξιακό εκσυγχρονιστικό σχέδιο για την Κρήτη που θα την έβγαζε από την Οθωμανική εποχή και θα την ενέτασσε στον Ευρωπαϊκό κόσμο. Αυτό το σχέδιο προσέβλεπε σε μια σταδιακή ενσωμάτωση της Κρήτης στην Ελλάδα με τη σύμφωνη γνώμη της Βρετανίας και των μεγάλων Δυνάμεων. Σε αυτήν την πολιτική μερίδα εντάχθηκε και ο Εμμανουήλ ως συνεχιστής του πατέρα του. Εκλέχθηκε για πρώτη φορά βουλευτής στην Κρητική Βουλή με το κόμμα του Βενιζέλου το 1906 μέχρι το 1912 με το κόμμα των Φιλελευθέρων. Την περίοδο 1911-12 υπήρξε αντιπρόσωπος της κρητικής Βουλής στην Ελληνική Βουλή. Το 1912 ανέλαβε επίτροπος Δημοσίας Ασφαλείας και Δημοσίων Έργων στην Διοικητική Επιτροπή Κρήτης.  Το 1915 εκλέχθηκε φια πρώτη φορά βουλευτής με το Κόμμα των Φιλελευθέρων συνεχίζοντας να στηρίζει τον Βενιζελισμό και επανεκλέχθηκε με το ίδιο κόμμα το 1920. Στην Κρήτη δημιουργήθηκε κατά την περίοδο του Θερίσου μια δυναμική στον αστικό κόσμο με αίτημα τον εκσυγχρονισμό. Αυτή η δυναμική με των Βενιζέλο και τον Τσουδερό στενό του σύμμαχο θα περάσει και στην Ελλάδα, καθώς απουσίαζε στο ελληνικό κράτος ένα κόμμα με αντίστοιχο ριζοσπαστικό σχέδιο. Το 1918 συμμετείχε ως τεχνικός σύμβουλος της ελληνικής αντιπροσωπείας στο Συνέδριο Ειρήνης του Παρισιού. Από το 1918 και για μια δεκαετία ο Εμμανουήλ Τσουδερός εκπροσώπησε την Ελλάδα επανειλημμένως σε διεθνείς συναντήσεις, συνέδρια, συνδιασκέψεις, διασυμμαχικές επιτροπές, οικονομικές και δημοσιονομικές επιτροπές, ως αντιπρόσωπος της Ελλάδας, της κυβέρνησης, της Βουλής, της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας και άλλων οικονομικών οργανισμών.

Το 1924 εκλέχτηκε πληρεξούσιος Ρεθύμνης στην Δ΄ Συντακτική Συνέλευση. Στη συνέχεια ανέλαβε το Υπουργείο Συγκοινωνιών στην κυβέρνηση Βενιζέλου και την ίδια χρονιά ανέλαβε το Υπουργείο Οικονομικών στην κυβέρνηση Καφαντάρη, στη συνέχεια Παπαναστασίου και μετά Θ. Σοφούλη. Την ίδια χρονιά αντιπροσώπευσε την Ελλάδα στην Συνέλευση της Κοινωνίας των Εθνών. Το 1925 διορίσθηκε υποδιοικητής της Εθνικής Τράπεζας. Από την θέση αυτή, το 1927 πρότεινε και διαπραγματεύθηκε με τους εκπροσώπους της Κοινωνίας των Εθνών την δημιουργία της Τραπέζης της Ελλάδος. Αναλαμβάνει υποδιοικητής της νεοσύστατης Τράπεζας της Ελλάδας το 1928. Το 1931, σε μια δύσκολη στιγμή για την ελληνική οικονομία, ο Τσουδερός ανέλαβε την διοίκηση της Τραπέζης της Ελλάδος. Σε αυτήν τη θέση παρέμεινε μέχρι το 1939. Τότε ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Μανιαδάκης παρουσίασε στον δικτάτορα μια κομματιασμένη επιστολή του Εμμ. Τσουδερού. Από το περιεχόμενο της επιστολής θεμελιώθηκε κατηγορητήριο συνωμοσίας εναντίον του καθεστώτος, με συνέπεια ο Τσουδερός να υποβάλλει την παραίτησή του.  Από αυτήν τη θέση συνέβαλε σημαντικά στην οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας, σε μια οικονομική περίοδο πολύ κρίσιμη, όπως μετά την κρίση του 1929. Στις 21 Απριλίου του 1941, και ενώ οι Γερμανοί είχαν καταλάβει την μισή Ελλάδα, ο Τσουδερός αποδέχθηκε πρόταση του βασιλιά Γεωργίου να αναλάβει την πρωθυπουργία της χώρας σε αντικατάσταση του Αλεξάνδρου Κορυζή, ο οποίος είχε αυτοκτονήσει τρεις ημέρες νωρίτερα. Ο Τσουδερός επεδίωξε η σύνθεση της κυβέρνησης να είναι αντιπροσωπευτική των κομμάτων, αλλά μετά από παρέμβαση των Βρετανών, ο Τσουδερός να σχηματίσει φιλομεταξική κυβέρνηση. Στη σύνθεσή της περιλήφθηκαν τα πιο εκτεθειμένα υπέρ του Μεταξικού καθεστώτος στοιχεία: Ο ναύαρχος Σακελλαρίου, ο Μανιαδάκης, ο Κοτζιάς, ο Νικολούδης και ο Δημητράτος! Στις 23 Απριλίου, η κυβέρνηση Τσουδερού μεταφέρθηκε στην Κρήτη. Φεύγοντας άφησε πίσω της κυβερνητικό κλιμάκιο με επικεφαλής τον Κ. Μανιαδάκη που απέτρεψε την απελευθέρωση των φυλακισμένων. Έτσι, πολλοί φυλακισμένοι και εξόριστοι παραδόθηκαν στον κατακτητή και Κρητικοί που ήθελαν να μεταβούν στο νησί τους ώστε να πολεμήσουν, εμποδίστηκαν. Έναν μήνα αργότερα η κυβέρνηση Τσουδερού μεταφέρθηκε στην Αίγυπτο, στην Αλεξάνδρεια. Την ίδια κατεύθυνση, προς την Αίγυπτο, είχαν επίσης ακολουθήσει όσα τμήματα του στρατού και του στόλου είχαν διασωθεί από τις πολεμικές επιχειρήσεις. Εκεί αποτέλεσε τον αναγνωρισμένο και επίσημο φορέα της ελληνικής πολιτείας στους συμμάχους. Και σήμερα η επίσημη πολιτεία αναγνωρίζει την πολιτική συνέχεια της από αυτήν την κυβέρνηση. Το 1942, ο Τσουδερός μαζί με τον βασιλιά Γεώργιο, διατύπωσε υπόμνημα προς την κυβέρνηση της Βρετανίας ορίζοντας την Κύπρο ως μεταπολεμική διεκδίκηση της Ελλάδας για τις θυσίες της κατά τον πόλεμο. Το 1943 ξεκινάνε οι συζητήσεις για τον τρόπο με τον οποίο θα καθορισθεί η μεταπολεμική εξουσία. Στο εσωτερικό της Ελλάδας, οι συγκρούσεις μεταξύ Ε.Α.Μ. και Ε.Δ.Ε.Σ., αποτελούσαν πλέον συνηθισμένο φαινόμενο. Την ίδια περίοδο, εκδηλώθηκε η επιθυμία του Ε.Α.Μ. να μεταβεί στο Κάιρο αντιπροσωπεία του για διαπραγματεύσεις. Στη συνάντηση του Καΐρου, οι αντιπρόσωποι αναφέρθηκαν αρχικά σε στρατιωτικά ζητήματα, ενώ αμέσως μετά έθιξαν το επίμαχο ζήτημα: ο βασιλιάς δεν έπρεπε να επιστρέψει στη χώρα, αν δεν διεξαγόταν δημοψήφισμα σχετικά με το πολιτειακό. Αν και αρχικά οι συνομιλίες έδειχναν ν να καταλήγουν σε μια ταύτιση απόψεων, η ελληνική αντιπροσωπεία επέστρεψε από το Κάιρο άπραχτη. Το Ε.Α.Μ., κατόπιν της αποτυχίας αυτής, πείστηκε πως οι Βρετανοί θα προσπαθήσουν να επιβάλλουν τον Γεώργιο στη χώρα, άνευ δημοψηφίσματος, χρησιμοποιώντας τον Ε.Δ.Ε.Σ. και την Ε.Κ.Κ.Α. παρόλα αυτά, στις 18 Μαρτίου του 1944, η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), γνωστή και ως «Κυβέρνηση του Βουνού», έκανε γνωστή την ύπαρξή της και λίγες ημέρες αργότερα ζήτησε την παραίτηση της εξόριστης κυβέρνησης Τσουδερού και τον σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας με βάση την ΠΕΕΑ. Η είδηση για τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης ελληνικής Κυβέρνησης στην ελεύθερη Ελλάδα, έφτασε γρήγορα στη Μέση Ανατολή, με αποτέλεσμα την εκδήλωση φίλο- Ε.Α.Μικού κινήματος στις ένοπλες δυνάμεις που βρίσκονταν εκεί, με αίτημα την συνεργασία της εξόριστης Κυβέρνησης με την Π.Ε.Ε.Α. Ο Τσουδερός — αντικομμουνιστής ο ίδιος αλλά και υπό την πίεση των Βρετανών που δεν διέβλεπαν με φιλικό μάτι μία ελληνική κυβέρνηση που δεν θα ήλεγχαν οι ίδιοι — δεν δέχθηκε να παραιτηθεί. Έτσι, ακολούθησε το κίνημα των εξόριστων ελλήνων στρατιωτών (Απρίλιος 1944). Ο βασιλιάς ζήτησε από τους βρετανούς να αφοπλίσουν την ελληνική ταξιαρχία της Μέσης Ανατολής. Έχοντας χάσει τον βασιλιά έλληνες στρατιωτικοί, σε συνεργασία με τους Βρετανούς, κατέστειλαν βίαια το κίνημα των ελλήνων στρατιωτών. Μια ανταρσία κατεστάλη στο καταδρομικό «Ιέραξ» και πέντε ναύτες καταδικάστηκαν σε θάνατο. Τον Τσουδερό διαδέχτηκε ο Σοφοκλής Βενιζέλος. Στα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση, ο Τσουδερός χρημάτισε αντιπρόεδρος και υπουργός Συντονισμού στην πρώτη κυβέρνηση Σοφούλη (22 Νοεμβρίου 1945 – 4 Απριλίου 1946) και υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην κυβέρνηση Παπάγου (19 Νοεμβρίου 1952 – 6 Οκτωβρίου 1955. Ο παλαίμαχος Εμμανουήλ Τσουδερός πέθανε στην Αθήνα τον επόμενο χρόνο. Ο γιος του, Ιωάννης (Γιάννης) Τσουδερός, ο οποίος απεβίωσε το 1997, συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση με ομάδα αμερικανοβρετανών δολιοφθορέων που κατέπεσαν με αλεξίπτωτα στην κατεχόμενη Ελλάδα. Η κόρη του Βιργινία Τσουδερού υπήρξε πολιτικός της ΕΔΗΚ και της ΝΔ. Το γραφείο που χρησιμοποίησε ο Εμμανουήλ Τσουδερός ως πρωθυπουργός στην Κρήτη φυλάσσεται στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης στο Ηράκλειο. Το αρχείο του από το 1948 έως το 1954 φυλάσσεται στην Γεννάδιο Βιβλιοθήκη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: