Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

Ο Δημήτριος Υψηλάντης

Ο Δημήτριος
Υψηλάντης
(Κωνσταντινούπολη, 1793 -
Ναύπλιο, 1832) υπήρξε στρατιωτικός, πολιτικός
και αγωνιστής κατά την επανάσταση της
ανεξαρτησίας. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη
το 1793 και ήταν δευτερότοκος γιος του Κωνσταντίνου
Υψηλάντη και αδελφός του Αλέξανδρου.
Η οικογένειά του διακρίθηκε κατά τον
18ο αιώνα σε ανώτερα αξιώματα στην
Οθωμανική Αυτοκρατορία, στην Κων/πολη,
τις παραδουνάβιες ηγεμονίες, στη Ρωσία
και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην
επανάσταση. Αρχικά ο παππούς του Αλέξανδρος
και αργότερα ο πατέρας του Κωνσταντίνος
αναδείχθηκαν στις θέσεις του Μεγάλου
Διερμηνέας της Υψηλής Πύλης και στη συνέχεια
του ηγεμόνα της Βλαχίας και της Μολδαβίας.
Η καθαίρεση του τελευταίου από την θέση
του ηγεμόνα οδήγησε την οικογένεια στη
Ρωσία όπου ο Κωνσταντίνος ανέλαβε σύμβουλος
του τσάρου Αλέξανδρου Α΄. Ο αδελφός του
Αλέξανδρος υπήρξε στρατιωτικός του τσαρικού
στρατού και συμμετείχε στους ναπολεόντιους
πολέμους. Αποτέλεσε αρχηγός της Φιλικής
Εταιρείας, ηγήθηκε του ξεσπάσματος της
ελληνικής επανάστασης στη Μολδοβλαχία,
αλλά ηττήθηκε και συνελήφθηκε από τους
Αυστριακούς.

Ο Δημήτριος ολοκλήρωσε τις
βασικές σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη
και στις παραδουνάβιες ηγεμονίες.
Φοίτησε σε στρατιωτική σχολή
του Παρισιού και, ακολουθώντας τα βήματα
του αδερφού του, κατατάχθηκε στην
αυτοκρατορική φρουρά του Τσάρου στην
Πετρούπολη, φτάνοντας έως τον βαθμό του
λοχαγού.  Μέχρι την έναρξη του επαναστατικού
αγώνα υπηρετούσε ως υπασπιστής του στρατηγού
Ραγέφσκι στο Κίεβο. Μυήθηκε στην Φιλική
Εταιρεία το 1918. Με την κήρυξη της επανάστασης
συμμετείχε στο ένοπλο σώμα του αδελφού
του, αλλά ύστερα από πίεση πολλών Φιλικών,
κυρίως του Γρηγόρη Δικαίου ή Παπαφλέσσα,
διορίστηκε από τον Αλέξανδρο ως πληρεξούσιος
του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής της Φιλικής
Εταιρείας στην Πελοπόννησο.

Διθαφεύγοντας από το Ιάσιο
στην Τεργέστη διέμεινε με πλαστό διαβατήριο.
Από εκεί απέπλευσε με προορισμό την Ύδρα
με σκοπό να αναλάβει την ηγεσία του αγώνα.
Τον ακολουθούσαν σημαντικές προσωπικότητες,
όπως ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ο
Αντρέας Κάλβος, ο Νεόφυτος Βάμβας κ.α.
Το πλοίο που έφερε τον Υψηλάντη μετέφερε
επίσης ένα πολύ σημαντικό χρηματικό ποσό
για την εποχή εκείνη, 300 χιλιάδες γρόσια,
για τις ανάγκες της επανάστασης. Το μεγαλύτερο
μέρος των χρημάτων αυτών προερχόταν από
την ίδια την οικογένεια Υψηλάντη. Επίσης,
έφερε μαζί ένα τυπογραφείο, με το οποίο
εκδόθηκε η πρώτη εφημερίδα του αγώνα,
η «Σάλπιγξ Ελληνική», με διευθυντή τον
Θεόκλητο Φαρμακίδη. Επίσης, έφερνε μαζί
του τον Ιωσήφ Μπαλέστρα, ελληνοκορσικανικής
καταγωγής, στον οποίο σχεδίαζε να αναθέσει
την οργάνωση τακτικού στρατού. Η αποβίβασή
του στην Ύδρα έγινε με ενθουσιασμό από
τον λαό του νησιού, οι οποίοι αναγνώριζαν
στο πρόσωπό του τον αντιπρόσωπο του Γενικού
Επιτρόπου. Αμέσως απηύθυνε διακήρυξη
προς όλους τους φιλελεύθερους έλληνες.

Στις 19 Ιουνίου μετέβη στο Άστρος.
Εκεί είχαν συγκεντρωθεί οι οπλαρχηγοί
που πολιορκούσαν την Τριπολιτσά, οπλαρχηγοί
άλλων περιοχών, ανώτεροι εκκλησιαστικοί
και μέλη της Πελοποννησιακής Γερουσίας.
Εκεί ο Υψηλάντης έγινε δεκτός από τους
οπλαρχηγούς ως αντιπρόσωπος της Γενικής
Αρχής και Γενικός Πληρεξούσιος αναγνωρίζοντας
σε αυτόν την αρχιστρατηγία των επαναστατών
και την ανάγκη να οργανώσει τακτικό στρατό.
Ο ίδιος όμως αντιμετώπισε με ιδιαίτερη
ψυχρότητα και δυσπιστία τους προεστούς,
αλλά και αντίστροφα. Το γεγονός ότι ο
Υψηλάντης περιβαλλόταν από δικό του επιτελείο
συμβούλων, ότι σχημάτισε «καγκελαρία»
και ότι εξέδωσε διάφορες διαταγές ήταν
επόμενο να προκαλέσεις αντιδράσεις σε
αυτούς που φοβούνταν ότι τα όργανά του
θα εξελίσσονταν σε παράγοντες ισχύος
που θα διέφευγαν τον έλεγχό τους. Οι φόβοι
αυτοί επιβεβαιώθηκαν όταν ο Υψηλάντης
κέρδισε πολύ γρήγορα τις συμπάθειες του
«κοσμάκη», δηλαδή του λαού. Η αντιπάθεια
του Υψηλάντη και της συνοδείας του για
τις οικογένειες των αρχόντων που είχαν
ανέλθει υπό την οθωμανική κυριαρχία έβρισκε
ανταπόκριση ανάμεσα στους ενόπλους από
αγροτικό περιβάλλον, όπου βάραινε η ακτημοσύνη.
Έτσι, η αντίθεση στρατιωτικών και πολιτικών
αποκτούσε μιαν ακόμη κοινωνική διάσταση.
Οπότε το ζήτημα της νέας εξουσίας στην
Ελλάδα έφερε σε σύγκρουση τις δυνάμεις
της Φιλικής Εταιρείας και τους οπλαρχηγούς
από τη μία και τις δυνάμεις των πολιτικών
και των προκρίτων από την άλλη, πρωτοστατούντος
του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου.

Οι μεν αποζητούσαν
μια συλλογική εξουσία και
έναν καταστατικό χάρτη, στον οποίο
ο Υψηλάντης θα είχε σημαίνοντα ρόλο (καθώς
προσέβλεπαν στην υλική βοήθεια που μπορούσε
να προσφέρει), ενώ ο δε μια συγκεντρωτική
αρχή στο πρόσωπό του. Σύμφωνα με το δικό
τους σχέδιο από τη μία η γερουσία με τον
Πετρόμπεη και από την άλλη ο Υψηλάντης
ως πρόεδρός της θα έπρεπε να κυβερνούν
κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ούτε η Γερουσία
να δρα χωρίς τη συγκατάθεση του Υψηλάντη
και ούτε ο Υψηλάντης χωρίς τη συγκατάθεση
της Γερουσίας. Και οι δύο θα δεσμεύονταν
μόνο από τους νόμους, αλλά και από τα τοπικά
ήθη, εφόσον αυτά συμφωνούσαν με τις αρχές
της ανθρωπότητας και τους νόμους. Η γερουσία
θα αποφάσιζε με απλη πλειοψηφία και ο
Υψηλάντης θα είχε 2 ψήφους. Κατά το σχέδιο
όμως του Υψηλάντη θα εξέλεγαν οι προετστώτες
των πόλεων τους εκλέκτορες και αυτοί
πέντε εφόρους της περιφέρειάς τους. Ο
ένας από αυτούς θα εκπροσωπούσε την περιφέρεια
στο εθνικό κοινοβούλιο που θα προήδρευε
ο Υψηλάντης. Το εθνικό αυτό κοινοβούλιο,
και ως εκ τούτου ο ίδιος, θα είχε την εκτελεστική,
Βουλευτική και δικαστική εξουσία. Ο βαθμός
συγκέντρωσης ήταν υψηλότερος και μικρότερη
η συμμετοχή των αγροτικών στρωμάτων στην
διαμόρφωση της πολιτικής βούλησης. Την
ίδια στιγμή επιθυμούσε να επιβάλλει προληπτική
λογοκρισία στον τύπο των απελευθερωμένων
περιοχών, προκαλώντας την παραίτηση του
Φαρμακίδη από την «Ελληνική Σαλπιγγα».

Ήταν επόμενο λοιπόν η
Πελοποννησιακή Γερουσία και ο Πετρόμπεης
Μαυρομιχάλης να αρνηθούν και προσπαθήσουν
να υποβαθμίσουν την παρουσία και τον
ρόλο του. Ο Υψηλάντης επέμεινε ασυμβίβαστος.
Έτσι, ήρθαν σε ανοιχτή σύγκρουση τον Ιούλιο
του 1821 στη διάρκεια μιας συνάντησης στη
Βέρβαινα, όπου οι πρόκριτοι απέκλεισαν
τον Υψηλάντη. Τρεις χιλιάδες οργισμένοι
οπαδοί του Υψηλάντη πολιόρκησαν τους
πολιτικούς και ησύχασαν μόνο όταν έγινε
η διαβεβαίωση ότι θα καλούσαν πάλι τον
πρίγκιπα. Οι προσπάθειες από τις δυο πλευρές
να βρεθεί μέση λύση κατέδειξε το χάσμα
των θέσεων. Ο Κολοκοτρώνης σε αυτή τη
σύγκρουση τάχθηκε με το μέρος του Υψηλάντη.
Εν τω μεταξύ είχε γίνει γνωστή η ήττα
του αδελφού του Αλέξαδρου Υψηλάντη, γεγονός
που περιόρισε την διαπραγματευτική του
ισχύ.

Ο ίδιος ο πρίγκιπας, για να μην
οξύνει τις αντιθέσεις, αποχώρησε προς
την Καλαμάτα. Ουδέποτε όμως πήγε στην
Καλαμάτα, αλλά κατέφυγε στο Τρίκορφο,
όπου Φιλικοί και οπλαρχηγοί τον ανακήρυξαν
αρχιστράτηγο. Εκεί συνέχισε να εκδίδει
διακηρύξεις ως Γενικός Πληρεξούσιος.
Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος από το Μεσολόγγι
αρνήθηκε να αποδεχτεί οποιαδήποτε εξουσία
ασκούσε ο Υψηλάντης. Οι αντιδικίες αυτές
κατέδειξαν την άμεση ανάγκη συγκρότησης
εθνοσυνέλευσης. Κατά την Α΄ Εθνική Συνέλευση
στην Επίδαυρο ο Δημήτριος Υψηλάντης δεν
μπόρεσε να επιβληθεί σε κανένα σημείο.
Ψηφίστηκε κανονισμός που έδινε την πρωτοκαθεδρία
στους πολιτικούς έναντι των στρατιωτικών.
Ο ίδιος εκλέχθηκε πρόεδρος του Βουλευτικού
Σώματος, αξίωμα ουσιαστικά τυπικό. Ο Αλεξ.
Μαυροκορδάτος εκλέχτηκε πρόεδρος του
Εκτελεστικού.

Οι Φιλικοί υπέστησαν
σημαντική ήττα καθώς εκμηδενίστηκε
η ισχύς τους. Με αυτόν τον τρόπο
ο Υψηλάντης χάνει οριστικά τον κεντρικό
πολιτικό ρόλο που επεδίωκε να έχει και
μετατρέπεται σε παράγοντα ισχύος δεύτερης
κατηγορίας. Ουσιαστικά, η Φιλική Εταιρεία
δεν κατάφερε να λειτουργήσει μέσα στην
επανάσταση ως ένα ενιαίο σώμα και καταργήθηκε
στην πράξη με την εμφάνιση άλλων πολιτικών
διαδικασιών, θεσμών και δομών. Δημιουργούνται
όμως μέσα από αυτές τις αντιπαραθέσεις
οι συσπειρώσεις που θα οδηγήσουν αργότερα
στο λεγόμενο Ρωσικό Κόμμα.

Ο Δημήτριος Υψηλάντης
συνεχίζει βέβαια να συμμετέχει στις μάχες
διατηρώντας παράλληλα το κύρος του στον
λαό. Έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίο,
ενώ ο ίδιος κινήθηκε το 1822 εναντίον του
Άργους υποχρεώνοντας τον Δράμαλη να παραδώσει
την πόλη. Συμμετείχε στο πλευρό του Κολοκοτρώνη
στα Δερβενάκια και στο Αγιονόρι. Επίσης,
συμμετείχε στην εκστρατεία εναντίον
της Αθήνας. Στα 1823 απογοητευμένος από
τις έριδες αποστασιοποιείται από τα πολιτικά
πράγματα μέχρι την εισβολή του Ιμπραήμ
στην Πελοπόννησο το (1825). Τότε παραμερίζοντας
τις προσωπικές αντιδικίες ανέλαβε επικεφαλής
ολιγάριθμου στρατιωτικού σώματος και
πολέμησε με εξαιρετική ανδρεία στους
Μύλους της Λέρνας. Εκεί κατάφερε να απωθήσει
τον πολυαριθμότερο αιγυπτιακό στρατό
και να εγκαταλείψει την Αργολίδα. Λίγες
ημέρες αργότερα συγκρούστηκε με το στρατό
του Ιμπραήμ  στα Βέρβενα όπου ηττήθηκε
και κινδύνεψε να αιχμαλωτιστεί. Σημαντικό
πολιτικό πλήγμα θα δεχθεί κατά την Γ΄
Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας τον Απρίλιο
του 1826. Το σώμα της Εθνοσυνέλευσης ζήτησε
από την Βρετανία προστασία και μεσιτεία.
Ο ίδιος διαμαρτυρήθηκε για αυτήν την
απόφαση θεωρώντας την πράξη υποτέλειας
και αρχή πολλών δεινών ιδιαίτερα με τη
σύναψη του πρώτου δανείου. Ο ίδιος μαζί
με άλλους παλιούς Φιλικούς έστελναν επιστολές
για ενίσχυση της επανάστασης στην τσαρική
οικογένεια. Απογοητευμένος όμως από τη
στάση της Ρωσίας απέναντι στην επανάσταση
και ιδιαίτερα απέναντι στον αδελφό του
υποστήριζε και τη γαλλική πιθανότητα.
Την ίδια ημέρα η Εθνοσυνέλευση του στερεί
τα πολιτικά και στρατιωτικά του δικαιώματα
και μόνο ύστερα από παρέμβαση του Κολοκοτρώνη
δεν εξορίζεται. Έναν χρόνο αργότερα, τον
Μάρτιο του 1827, η ίδια Εθνοσυνέλευση στην
Τροιζήνα θα αναγνωρίσει το άδικο της
απόφασης αυτής και θα αποκαταστήσει τον
Υψηλάντη. Κατά την Καποδιστριακή περίοδο,
θα αναλάβει την αρχιστρατηγία του στρατού
της Ανατολικής Ελλάδας, ενώ η αρχιστρατηγία
του στρατού της Πελοποννήσου δόθηκε στον
Θεοδ. Κολοκοτρώνη. Από τη θέση αυτή πραγματοποίησε
νικηφόρες μάχες εναντίον των υπολειμμάτων
του Οθωμ. Στρατού και στην Πέτρα της Βοιωτίας
διήυθυνε την τελευταία μάχη του Αγώνα.
Αργότερα εντάχθηκε στην αντιπολίτευση
του Καποδίστρια και μετά την δολοφονία
του έγινε μέλος της «Διοικητικής Επιτροπής
της Ελλάδας». Αυτή ήταν η τελευταία του
συμμετοχή στα πολιτικά πράγματα. Πέθανε
στις 5 Αυγούστου 1832. H πόλη του Ypsilanti στο
Michigan των ΗΠΑ είναι αφιερωμένη στο όνομά
του (υπάρχει και σχετική προτομή-μνημείο).
Ο Δημήτριος Υψηλαντής υπήρξε από εκείνους
τους αρχοντικής καταγωγής Ρωμιούς που
δε δίστασαν να διοχετεύσουν μεγάλο μέρος
της περιουσίας τους, αλλά και να θυσιαστούν
οι ίδιοι για την δημιουργία ελληνικής
πολιτείας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: