Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

"H επανελλήνιση της Παιδείας" από την ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Είναι εντυπωσιακό.... είναι από τα κείμενα που δεν έχεις να σχολιάσεις τίποτε.... ο άνθρωπος τα είπε όλα.... διαβάζεις τον Καλύβα, ακούς τον Βερέμη και έχεις να πεις... να εκεί το πάνε.... διαβάζεις τον Βαρουφάκη και αναρρωτιέσαι που ζει αυτός ο άνθρωπος.... όμως ο Φαΐλος είναι καθαρός.... θα τους ταράξουμε στην εξόντωση.... εάν ο μισός κίνδυνος προέρχεται από την ΧΑ, όλος ο κίνδυνος προέρχεται από την χρυσή τριάδα της σημερινής κυβέρνησης που κάθε μέρα μετατρέπεται όλο και πιο πολύ σε ΧΑ... Η φασιστικοποίηση του κράτους είναι ένα σταθερό και συνεπές σχέδιο της κλίκας Σαμαρά.....

από την εφημερίδα Κυριακάτικη Δημοκρατία, 2/9/2012

Failos

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

ΤΟ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΟ «ΟΧΙ» ΤΟΥ 1940


του Κώστα Παλούκη, εφημ. Πριν, 28/10/2012
Αν και ο ελληνικός αστισμός αντιστάθηκε στον ιταλικό επεκτατισμό (κάτω και από τον πατριωτικό αντιφασιστικό ξεσηκωμό του λαού), δεν ήταν σε καμία περίπτωση διατεθειμένος να πολεμήσει τους Γερμανούς ναζί. Το 1940 και στην αντίσταση ο ελληνικός λαός διαπίστωσε ότι οι κομμουνιστές ήταν οι μόνοι συνεπείς και αποφασισμένοι να δώσουν και να φτάσουν τον αγώνα ενάντια στον φασισμό μέχρι τέλους.


Ιταλικός επεκτατισμός
και βρετανική επιρροή
Η Αριστερά βρίσκεται από μια πρώτη άποψη σε μια δύσκολη θέση σε συμβολικό επίπεδο απέναντι στο «Όχι» της 28ης Οκτωβρίου 1940, αφού αισθάνεται την ανάγκη να ξεκαθαρίσει τη στάση της απέναντι στο ελληνικό φασιστικό καθεστώς. Μάλιστα, συνήθως οι αριστεροί προτάσσουν γενικά ως δικό τους στοιχείο την εποποιία του εαμικού αντιστασιακού κινήματος, ενώ οι δεξιοί την εποποιία των βουνών της Αλβανίας. Πράγματι, πάντως το «Όχι στον ιταλικό φασισμό είναι από τις λίγες περιπτώσεις που εκφράζεται από όλες τις συνιστώσες του ελληνικού «έθνους», δηλαδή και από την αστική τάξη, το αστικό κράτος και τους αστικούς φορείς, αλλά και από την εργατική τάξη, τα λαϊκά στρώματα και τις αριστερές εργατικές οργανώσεις. Ο Ιωάννης Μεταξάς αντιτάχθηκε όχι στον ιταλικό φασισμό, αλλά στην ιταλική επεκτατικότητα, ενώ παράλληλα εξέφρασε την ιστορική σύμπλευση του ελληνικού αστισμού με τον βρετανικό ιμπεριαλισμό.
Ο ιταλικός ιμπεριαλισμός σε όλο τον ελληνικό μεσοπόλεμο συνιστούσε ίσως τη μεγαλύτερη απειλή για την ελληνική αστική τάξη, εφόσον μετά το 1922 τα ζητήματα εξ ανατολής είχαν οριστικά επιλυθεί. Η κατάληψη της Κέρκυρας στις 31 Αυγούστου 1923 από τους Ιταλούς ήταν μια από τις πρώτες ενέργειες επίδειξης ισχύος του φασιστικού καθεστώτος του Μπενίτο Μουσολίνι προς τις διεθνείς δυνάμεις, ενώ αποτέλεσε την αρχή της ιταλικής επιρροής στην περιοχή, η οποία έληξε με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Ελλάδα παραμένοντας στενά δεμένη στο άρμα του βρετανικού ιμπεριαλισμού δε θα μπορούσε να έχει απέναντι στον ιταλικό φασισμό άλλη στάση, παρά το γεγονός ότι ο ιταλικός φασισμός, όπως καταδεικνύει ο Σπύρος Μαρκέτος στο βιβλίο «Πως φίλησα τον Μουσολίνι» ενέπνεε τα μικροαστικά και μεσοαστικά ελληνικά στρώματα και γενικά την ελληνική μεσοπολεμική Δεξιά.
Το γράμμα του ηγέτη του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη από την άλλη πλευρά – αν και είναι δύσκολο να αποσαφηνιστεί ο ρόλος των μυστικών υπηρεσιών στην παγίδευση του Ζαχαριάδη – αποτυπώνει το περιεχόμενο του αριστερού «Όχι». Ο χαρακτήρας είναι καθαρά αντιφασιστικός και εθνικοαπελευθερωτικός, έστω και εάν υποτάσσεται χωρίς καμία επιφύλαξη στην κυβέρνηση του Μεταξά, ενώ συνδέεται με το όραμα για μια «μια καινούργια Ελλάδα της δουλιάς, της λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική εξάρτηση». Η ηγεσία του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος δίνει μέσα από τις φυλακές του φασιστικού μεταξικού κράτους το δικό της σύνθημα παλλαϊκού ξεσηκωμού: «Δίπλα στο κύριο μέτωπο και ο κάθε βράχος, η κάθε ρεματιά, το κάθε χωριό, καλύβα με καλύβα, η κάθε πόλη, σπίτι με σπίτι, πρέπει να γίνει φρούριο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα». 



Απρόθυμη η ελληνική αστική τάξη
να πολεμήσει τους ναζί του Γ’ Ράιχ

Το «Όχι» του 1940 συνέχισε να εμπνέει τον αγωνιζόμενο ελληνικό λαό όλη την περίοδο της κατοχής σε μια στενή συνέχεια και συνέπεια

Εάν όμως απέναντι τον ιταλικό επεκτατισμό το «ελληνικό έθνος» στάθηκε ενιαίο, δε συνέβη το ίδιο απέναντι στον γερμανικό επεκτατισμό. Η Μάχη της Κρήτης έδειξε ότι η μάχη απέναντι στο εχθρό δεν ήταν απαραίτητο να κριθεί στα σύνορα. Συνεπώς, ακόμα και εάν ήταν εύκολο για τις γερμανικές δυνάμεις να περάσουν την οχυρογραμμή Ρούπελ, αυτό δε σήμαινε πως ο πόλεμος μπορούσε να τελειώσει εκεί. Αντίθετα, θα μπορούσε η κυβέρνηση να είχε ακολουθήσει έναν στρατιωτικό σχεδιασμό όπου θα διεξάγονταν μάχες σε πολλά και διαφορετικά σημεία της χώρας. Η συνθηκολόγηση του στρατηγού Τσολάκογλου προφανώς και συνδέεται με την επιλογή του να αναλάβει την πρωθυπουργία. Ένα μεγάλο κομμάτι του στρατιωτικού μηχανισμού συνδεόταν ιδεολογικά με την Γερμανία, ενώ και ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής αστικής τάξης διατηρούσε ανοιχτή μια εμπορική και οικονομική σχέση με το Βερολίνο σε όλο τον μεσοπόλεμο. Μάλιστα, ο Γκέρινγκ είχε επισκεφτεί ιδιωτικά την Ελλάδα το 1934, ενώ ο Γιόζεφ Γκέμπελς, Υπουργός Προπαγάνδας του Ράιχ, χαρακτήρισε την επιβολή του μεταξικού καθεστώτος ως παράδειγμα προσαρμογής στη νέα τάξη πραγμάτων. Κατά τη διάρκεια της μεταξικής περιόδου υπεγράφησαν συμφωνίες εμπορικής φύσεως μεταξύ των δύο κρατών. Η Ελλάδα εξήγαγε στη Γερμανία αγροτικά προϊόντα, όπως σιτάρι και καπνό, και πετρώματα, όπως βωξίτη, και εισήγαγε βιομηχανικά προϊόντα και όπλα. Ως το 1938, το ποσοστό των ελληνικών εξαγωγών στη Γερμανία είχε φτάσει το 38,8% και οι εισαγωγές από τη Γερμανία ανήλθαν στο 28,8%. Οι σχέσεις των δύο κρατών παρέμειναν σε εξαιρετικό επίπεδο μέχρι και την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, στις 28 Οκτωβρίου 1940. Με λίγα λόγια ο ελληνικός αστισμός δεν ήταν στο σύνολό του έτοιμος και αποφασισμένος να δώσει μια τέτοια μάχη στα 1941, ενώ φάνηκε περισσότερο έτοιμος να υποταχθεί στους συσχετισμούς.
Η ενδεχόμενη επιλογή του μεταξικού καθεστώτος να δώσει μια μάχη οπισθοφυλακής σήμαινε ουσιαστικά ότι θα εξόπλιζε τον λαό, ενώ σχεδιασμένα θα οργάνωνε την πάλη με βάση τους ένοπλους υποχωρούντες φαντάρους από το Αλβανικό Μέτωπο. Με λίγα λόγια το μοντέλο του παλλαϊκού κρητικού αγώνα θα μπορούσε να είχε γενικευτεί. Αυτό ουσιαστικά περίμενε και ο λαός και γι’ αυτό κυριάρχησε το αίσθημα της προδοσίας σε όλα τα λαϊκά στρώματα μετά την υπογραφή της συνθηκολόγησης και της εγκατάλειψης της Αθήνας από την πολιτική ηγεσία. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα ανέτρεπε βέβαια όλη την φυσιογνωμία του αστικού καθεστώτος ή με άλλα λόγια μια τέτοια παλλαϊκή μάχη δεν ήταν δυνατό ποτέ να καθοδηγηθεί από ένα αμιγώς αστικό φασιστικό καθεστώς. Θα έπρεπε για παράδειγμα να απελευθερώσει τους κομμουνιστές και να τους εξοπλίσει. Αντίθετα, το μεταξικό καθεστώς παρέδωσε τους φυλακισμένους πολιτικούς κρατούμενους στη νέα διάδοχη κυβέρνηση Τσολάκογλου.
Στο σημείο αυτό ενδεχομένως αξίζει να συγκριθεί ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε η γραφειοκρατικοποιημένη σοβιετική ηγεσία την είσοδο των γερμανικών δυνάμεων στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ. Δεν εγκατέλειψε τις πόλεις, αλλά έδωσε τη μάχη μαζί με τον λαό. Για παράδειγμα τρία εκατομμύρια κάτοικοι μαζί με μονάδες του στρατού υπερασπίσθηκαν το Λένινγκραντ επί σχεδόν 900 μέρες παρά το λιμό, τις κακές συνθήκες διαβίωσης και την τεχνολογική υπεροπλία των επιτιθεμένων. Η Σοβιετική ηγεσία οργάνωσε στα μετόπισθεν την αντεπίθεση με τον Κόκκινο Στρατό και έδωσε με κορυφαία σκηνή του πολέμου τη μάχη του Στάλιγκραντ ουσιαστικά τη νίκη στον αντιφασιστικό πόλεμο. Καμία άλλη ευρωπαϊκή αστική κυβέρνηση δε συνέχισε τη μάχη με έναν τέτοιο τρόπο. Σημειώνουμε ότι στη Γαλλία δημιουργήθηκε ουσιαστικά ένα γαλλικό δοσιλογικό κρατίδιο με αρχηγό τον στρατάρχη Φιλίπ Πετέν.
Και στο σημείο αυτό τα ηνία του αντιφασιστικού αγώνα περνάνε εκ των πραγμάτων στην Αριστερά γιατί ήταν ο μόνος πολιτικός χώρος ο οποίος είχε ήδη θέσει με το γράμμα του Ζαχαριάδη το σχέδιο ενός «παλλαϊκού αγώνα» και μπορούσε να το κάνει πράξη. Έτσι, ο κάθε βράχος, η κάθε ρεματιά, το κάθε χωριό, καλύβα με καλύβα, η κάθε πόλη, σπίτι με σπίτι, έγιναν πράγματι και συνέχισαν να είναι φρούριο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα με το ΕΑΜ, τον ΕΛΑΣ, την ΕΠΟΝ, την Εθνική Αλληλεγγύη και την ΟΠΛΑ στην πρωτοπορία. Ο ελληνικός λαός διαπίστωσε ότι οι κομμουνιστές ήταν οι μόνοι συνεπείς, πιστοί και ειλικρινείς, αλλά και αποφασισμένοι να δώσουν την μάχη της επιβίωσης, τη μάχη της αντίστασης και συνολικά να φτάσουν τον αγώνα ενάντια στον φασισμό μέχρι τέλους. Όλες οι άλλες αντιστασιακές ομάδες που συγκροτήθηκαν, ακόμα και ο ΕΔΕΣ, περισσότερο ή λιγότερο διατήρησαν ένα αστικό, αντικομμουνιστικό χαρακτήρα που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τους έφερνε σταδιακά πιο κοντά στην τρίτη δοσιλογική κυβέρνηση του Ράλλη.
Το «Όχι» του 1940 συνέχισε να εμπνέει τον αγωνιζόμενο ελληνικό λαό όλη την περίοδο της κατοχής σε μια στενή συνέχεια και συνέπεια. Τα εαμικά κείμενα ήταν γεμάτα αναγωγές και εθνικά σύμβολα με επίκεντρο το 1821 και την 28η Οκτωβρίου θέτοντας με σαφήνεια εθνικοαπελευθερωτικούς και κοινωνικούς στόχους, βάζοντας στη θέση του αντιπάλου όχι μόνο τους κατακτητές, αλλά και την κυβέρνηση των λακέδων τους. Όπως σημειώνει ο Ιάσων Χανδρινός στο βιβλίο του για την ΟΠΛΑ «η σταθερά επαναλαμβανόμενη επίκληση των πεσόντων της Αλβανίας απηχούσε με ξεκάθαρο τρόπο καθημερινές ανάγκες και αιτήματα του παρόντος», ενώ οι ανάπηροι πολέμου βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή του αντικατοχικού αντιφασιστικού αγώνα.

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

Η προϊστορία της σύγχρονης ελληνικής άκρας δεξιάς



του Σπύρου Μαρκέτου
Το παρακάτω κείμενο συμπεριλαμβάνεται (με τον τίτλο, “Η άκρα Δεξιά στην Ελλάδα της κρίσης”) στα Τετράδια Ανυπότακτης Θεωρίας #1 που εκδόθηκαν το καλοκαίρι.  Το δημοσιεύουν στο blog Η Λέσχη με αφορμή τη συζήτηση για τον ελληνικό φασισμό , την ιστορική εξέλιξή του, το ρόλο του Μεταξά κ.α.    
πηγή: http://ilesxi.wordpress.com/
Εισαγωγή
Η άκρα δεξιά έχει αρκετά μελετηθεί σε πανευρωπαϊκή κλίμακα, από τον Μεσοπόλεμο και μετά, αλλά στη χώρα μας δεν έχει συγκεντρώσει το επιστημονικό ενδιαφέρον ως τώρα, και σπάνια αντιμετωπίζεται ως ενιαίο ιστορικό φαινόμενο στο πλαίσιο μιας ιστορικής και συγκριτικής προσέγγισης.1 Αυτό βεβαίως διευκόλυνε την πρόσφατη επανεμφάνιση εδώ του ναζισμού, καθώς «η ανάδειξη του παρελθόντος και η ιστορική μνήμη είναι ουσιώδη στοιχεία για την πολιτική νοηματοδότηση και δράση».2 Στις σημερινές συνθήκες οικονομικής κρίσης και πολιτισμικής αβεβαιότητας είναι πιο επίκαιρη από ποτέ η αναζωογόνηση της δημόσιας μνήμης, η συμπύκνωση των πορισμάτων της ιστορικής έρευνας και η παρουσίασή τους με τρόπο παραστατικό κι εύληπτο. Επείγει να παρουσιάσουμε την ιστορία της ελληνικής άκρας δεξιάς κριτικά και συγκριτικά, και κατεξοχήν να συνδέσουμε τις εξελίξεις στην Ελλάδα με αντίστοιχα φαινόμενα της Ευρώπης και των Βαλκανίων. Το κείμενο που ακολουθεί δεν μπορεί φυσικά να τα κάνει όλα αυτά, αλλά θέλει απλώς να συνοψίσει κάποια στοιχειώδη ιστορικά δεδομένα, για τις καταβολές της ελληνικής ακροδεξιάς από την εποχή της Εθνικής Εταιρείας ως τη χούντα των συνταγματαρχών, του 1967-1974, με την ελπίδα ότι θα μπορούσε να συμβάλει στον κριτικό στοχασμό και τη δράση για την αντιμετώπιση του φασισμού στη σημερινή Ελλάδα.
Ας πούμε εξαρχής πως τον περασμένο αιώνα η άκρα δεξιά διαδραμάτισε έναν κάθε άλλο παρά περιθωριακό ρόλο σ’ όλη την Ευρώπη, και ήταν μια από τις δυνάμεις που έπλασαν τον καπιταλισμό του εικοστού αιώνα. Στη χώρα μας επηρέασε καίρια την εθνική ιδεολογία και, στις δεκαετίες που κύλησαν από τον Ίωνα Δραγούμη ως τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, συχνά κατεύθυνε τις τύχες του κράτους. Στήριξε δικτατορίες και άλλα έκρυθμα καθεστώτα, οργάνωσε αναρίθμητα κινήματα και πραξικοπήματα, ρίζωσε στον κρατικό μηχανισμό, το στρατό, τη διανόηση και την εκκλησία, επηρέασε κατά καιρούς καθοριστικά τη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής, συνεργάστηκε με τον κατακτητή για να συντρίψει την κοινωνική αμφισβήτηση που έφερε η Κατοχή, απέκτησε μαζική βάση και οργάνωση τη δεκαετία του 1940, πρόσφερε κοινωνική άνοδο στα στελέχη και τους απλούς υποστηρικτές της και, τέλος, εξασφάλισε μακροπρόθεσμα νομιμοποίηση αναπτύσσοντας μια ισχυρή εκδοχή της εθνικοφροσύνης, που ήταν ο ηγεμονικός από τον Εμφύλιο ως το 1974 δημόσιος λόγος.
Με δυο λόγια, για παραπάνω από μισό αιώνα, χονδρικά από τον Διχασμό ως την πτώση της Χούντας το 1974, η άκρα δεξιά είτε πρωταγωνίστησε στην πολιτική ζωή της χώρας είτε έδρασε στο προσκήνιό της. Από την άλλη πλευρά σ’ όλο αυτό το διάστημα, και τούτες ήταν οι μεγάλες της αποτυχίες, ούτε πολιτική ή ιδεολογική ενότητα κατόρθωσε ποτέ να εξασφαλίσει ούτε ευρύτερη νομιμοποίηση. Αυτά οφείλονταν βέβαια στην άμεση σύνδεσή της με τις καταστροφές και τις τραγωδίες του 1897, του 1922, του 1941-49 και του 1974. Είναι αδύνατο να κατανοήσει κανείς τις δοκιμασίες που πέρασε η χώρα μας τον εικοστό αιώνα αν παραβλέψει τον ιδεολογικό και πολιτικό αυτό χώρο, ο οποίος σήμερα επέστρεψε πλέον στο πολιτικό προσκήνιο. Στις σελίδες που ακολουθούν θ’ ανιχνεύσουμε την ιστορία του και θα προσπαθήσουμε να δούμε με ποιούς τρόπους μπορούμε σήμερα να του αντιταχθούμε.
1. Το ιστορικό υπόβαθρο: ο Διχασμός
Στην Ελλάδα, όπως και στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη, η άκρα δεξιά συγκροτείται πολιτικά και ιδεολογικά στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα. Μετά την πτώση του Όθωνα το 1862, και καθώς σιγά σιγά ριζώνει ο κοινοβουλευτισμός, οι αντίπαλοι του εκδημοκρατισμού προσπαθούν, όπως έκαναν νωρίτερα και σ’ άλλες χώρες, με χαρακτηριστικό παράδειγμά τους τη Γαλλία3, να αποκτήσουν και αυτοί μαζική επιρροή. Έτσι λοιπόν βαθμιαία, και με πολλές αντιφάσεις, οργανώνουν έναν αντιδημοκρατικό χώρο που εκδηλώνει ακραία εχθρότητα κατά της αριστεράς και των φιλελευθέρων4. Οι ρίζες του είναι πολλαπλές. Μπορούμε χονδρικά να διακρίνουμε πέντε διακριτές τάσεις του. Πρώτα πρώτα την απολυταρχική ακροδεξιά που συσπειρώνεται τότε γύρω από τον χαρισματικό διάδοχο Κωνσταντίνο· ομοϊδεάτη, φίλο και μιμητή του γερμανού κάιζερ Γουλιέλμου5.  Έπειτα τη μιλιταριστική ακροδεξιά, που σιγά σιγά συνέρχεται από τη γελοιοποίησή της στον πόλεμο του 1897· το 1909 νιώθει ανήμπορη να κυβερνήσει η ίδια, αλλά το 1922 επιβάλλει την πρώτη στρατιωτική κυβέρνηση της χώρας, την κυβέρνηση Πλαστήρα, κι έκτοτε μένει στο προσκήνιο ως το 19746. Τρίτον, τη σωβινιστική ακροδεξιά που ενισχύεται συστηματικά από το εκπαιδευτικό σύστημα και αναπτύσσει πολλαπλές εκδοχές ενός κοινωνικά υπερσυντηρητικού και επιθετικού εθνικισμού, συντονισμένου με ανάλογα ρεύματα που εξαπλώνονται τον ίδιο καιρό σ’ όλη την Ευρώπη7. Τέταρτον, τη συντηρητική ακροδεξιά που τότε επιδιώκει κυρίως τον περιορισμό του εκλογικού δικαιώματος και αναθαρρεί μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους8. Τέλος, τη φονταμενταλιστική ακροδεξιά που επικαλείται τα ιερά νάματα μιας υπερσυντηρητικής εκδοχής της Ορθοδοξίας9.
Αυτές οι τάσεις συχνά συνεργάζονταν μεταξύ τους. Για παράδειγμα, ιδέες της απολυταρχικής, της σωβινιστικής και της φονταμενταλιστικής άκρας δεξιάς συναντούμε στο πιο συστηματικό εγχείρημα, αρχές του εικοστού αιώνα, να εμποτιστούν με ακροδεξιές ιδέες τα λαϊκά στρώματα, στα Πάτρια. Το εβδομαδιαίο αυτό φυλλάδιο ξεκίνησε, όπως και όλα σχεδόν τα παρόμοια σχέδια, από αστούς· στην πραγματικότητα, από ισχυρούς καπιταλιστές και στελέχη της βασιλικής αυλής που συγκρότησαν την Εταιρεία της υπέρ των Πατρίων Αμύνης, με έδρα στο κτήριο της Ακαδημίας. Διαφημίζονται την άνοιξη του 1902 με μια πανηγυρική τελετή στη μεγάλη αίθουσα τελετών του πανεπιστημίου, υπό τον επίτιμο πρόεδρό της Εταιρείας Πρίγκιπα Νικόλαο και με την παρουσία του μητροπολίτη –όχι ακόμη αρχιεπίσκοπου- Αθηνών, των περισσότερων μελών της κυβέρνησης, του πρύτανη, των συγκλητικών και των περισσότερων καθηγητών του πανεπιστημίου10.
Ωστόσο οι μερίδες της άκρας δεξιάς απέτυχαν να ενωθούν πολιτικά εκείνη την περίοδο και άλλωστε, με εξαίρεση τη φονταμενταλιστική και τη σωβινιστική, μικρό λαϊκό έρεισμα είχαν. Συνυπήρχαν στον ίδιο αντιδημοκρατικό χώρο και συχνά αλληλεπικαλύπτονταν, κάποτε όμως είχαν μεταξύ τους σχέσεις χείριστες· για παράδειγμα, το κίνημα στο Γουδί θα μπορούσε να διαβαστεί και ως μια σύγκρουση μεταξύ μιλιταριστικής και απολυταρχικής άκρας δεξιάς.
Οι συνθήκες που θα επέτρεπαν ν’ απογειωθεί η επιρροή της άκρας δεξιάς, καταρχάς ανάμεσα στα αστικά και τα μικροαστικά στρώματα των πόλεων, δημιουργήθηκαν την πολεμική δεκαετία από το 1912 ως το 1922. Όσο επικρατούσε ομαλότητα, αντίθετα, δεν έβρισκε πολιτικό χώρο για ν’ αναπτυχθεί. Οι πολιτικές ιδέες και τα οργανωτικά μορφώματά της πλάστηκαν ψηλαφητά, μέσα από διαδικασίες δοκιμής και λάθους, και το έργο που είχε μπροστά της ήταν δύσκολο. Προκειμένου να εξαπλωθεί στην ελληνική δεξιά έπρεπε πρώτα πρώτα να εκτοπίσει ή να μετασχηματίσει τον κυρίαρχο συντηρητισμό, μια πολιτική στάση με δυσανάγνωστες ιδεολογικές αναφορές, που έδινε έμφαση στην κυρίαρχη παραδοσιοκρατική εκδοχή της Ορθοδοξίας, την προάσπιση της κατεστημένης εξουσίας και κατά κανόνα της μοναρχίας και, από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, στο θεσμό της ιδιοκτησίας κι έναν λιγότερο ή περισσότερο σωβινιστικό εθνικισμό.
Ο κορμός της συντηρητικής αυτής δεξιάς ήταν προσανατολισμένος στον κοινοβουλευτισμό και συνήθως στήριζε πολιτευτές παραδοσιακού τύπου. Ωστόσο κυριαρχούνταν από κοινωνικές κατηγορίες οι οποίες δυσκολεύονταν να παρακολουθήσουν τις οικονομικές και πολιτισμικές εξελίξεις όταν το σύστημα βρέθηκε σε κρίση μετά το 1908 και κατεξοχήν στην πολεμική δεκαετία. Αυτές τροφοδότησαν το πρώτο φασιστικού τύπου κίνημα στη χώρα, το κίνημα των Επιστράτων, τον καιρό του Διχασμού11. Τότε εμφανίζονται επίσης ο πρώτος αξιόλογος πολιτικοποιημένος διανοούμενος αυτού του χώρου, ο Ίων Δραγούμης, και οι πρώτοι σημαντικοί πολιτικοί εκπρόσωποί του, ο Δημήτριος Γούναρης και ο Ιωάννης Μεταξάς12. Σημείωσε βραχύβιες επιτυχίες αυτό το διάστημα (κυβερνήσεις Γούναρη το 1920-1922, στρατιωτικά κινήματα), και κατόπιν κυριάρχησε στην πολιτική σκηνή τη δεκαετία του 1930, όταν η κρίση του καπιταλισμού δυσχέρανε την κοινοβουλευτική διακυβέρνηση και ο αντικομμουνισμός συσπείρωσε τους αστούς. Τη δεκαετία του 1940 έφτασε να περιλαμβάνει τον κορμό του Λαϊκού Κόμματος, τους επιγόνους του Μεταξά που κυριαρχούσαν στο στρατό και τις δυνάμεις ασφαλείας, και την Αυλή. Με την παγίωση, τότε, της εθνικοφροσύνης συντονίστηκαν ή και περιστασιακά ενώθηκαν πολιτικά οι πέντε τάσεις που αναφέραμε παραπάνω.
Άλλες όμως εξελίξεις της ίδιας περιόδου ωθούσαν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ενώ οι νέες συνθήκες ευνόησαν ιδίως τη μοναρχική και τη μιλιταριστική ακροδεξιά, η συντηρητική ακροδεξιά γνώρισε σημαντικές ήττες. Τέτοια ήταν η αναγνώριση του εκλογικού δικαιώματος στους «αλλογενείς» και τους πρόσφυγες, που οριστικοποιήθηκε το 1923. Επιπλέον ο Διχασμός διέσπασε την πολιτική έκφραση της άκρας δεξιάς, οδηγώντας άλλα στελέχη της στο αντιβενιζελικό στρατόπεδο και άλλα στο βενιζελικό. Το πιο σημαντικό πλήγμα όμως της κατάφερε η αγροτική μεταρρύθμιση, δηλαδή η διανομή των μεγάλων κτημάτων στους φτωχούς αγρότες, η πιο ριζοσπαστική σ’ όλη την Ευρώπη. Άμεσα κατέστρεψε μια ηγεμονική ομάδα της άκρας δεξιάς, τους γαιοκτήμονες, κι έμμεσα εκτόνωσε τις κοινωνικές πιέσεις που σ’ άλλες χώρες ευνόησαν την εξάπλωση της ριζοσπαστικής αριστεράς, η οποία με τη σειρά της συχνά διευκόλυνε την άνοδο της άκρας δεξιάς.
Ανάμεσα στους διανοούμενούς της άκρας δεξιάς τον Μεσοπόλεμο ξεχώριζαν, στους αντιβενιζελικούς, ο κοινοτιστής Κωστής Καραβίδας και οι πανεπιστημιακοί που συνδέονταν με το Αρχείον Φιλοσοφίας. Αυταρχικές τάσεις εξαπλώθηκαν και στον χώρο των αντιμοναρχικών βενιζελικών, που περιλάμβανε δίπλα σε ισχυρούς πολιτικούς και δημόσιους διανοούμενους που υπερασπίζονταν τον αυταρχισμό ή και τον ίδιο τον φασισμό (Νικόλαος Πλαστήρας, Γεώργιος Κονδύλης, Θεόδωρος Πάγκαλος, Στυλιανός Γονατάς, Γεώργιος Φραγκούδης, Σπύρος Μελάς, αρκετοί συνεργάτες του Αρχείου Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών) και φασιστικές μαζικές οργανώσεις· για παράδειγμα, η εθνικοσοσιαλιστική Εθνική Ένωσις Ελλάς με βενιζελικούς συνδεόταν κυρίως.
Μια σημαντική διαφορά μεταξύ του βενιζελικού και του αντιβενιζελικού χώρου ήταν ότι ο πρώτος στο σύνολό του υπερασπιζόταν τη βασική δημοκρατικής κατεύθυνσης αλλαγή εκείνης της εποχής, δηλαδή την αγροτική μεταρρύθμιση. Κάποιες αναλύσεις παρουσιάζουν ωστόσο τον Μεσοπόλεμο σαν να ήταν μια μάχη μεταξύ φωτός (το «εκσυγχρονιστικό» και αστικό Κόμμα Φιλελευθέρων) και σκότους (δηλαδή οι αντιεκσυγχρονιστές και κρατικοδίαιτοι μικροαστοί που θυμιάτιζαν τον αντιβενιζελισμό)13. Δεν αποδίδουν, νομίζω, την πραγματικότητα. Τα δυο πολιτικά στρατόπεδα του Διχασμού, διαμορφωμένα σε συγκυριακή βάση, δεν είχαν ούτε ιδεολογική συνοχή στο εσωτερικό τους ούτε σαφείς ιδεολογικές διαφορές μεταξύ τους. Και τα δυο περιλάμβαναν φιλελεύθερες, αυταρχικές και ακροδεξιές πτέρυγες, αν και άνισα μοιρασμένες. Για παράδειγμα, η βενιζελική παράταξη πρωτοστάτησε όχι μόνο στις ανεπαρκέστατες φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις, αλλά και στις επιθέσεις εναντίον των δημοκρατικών θεσμών· οργάνωσε τα επτά από τα οχτώ σημαντικά στρατιωτικά κινήματα ανάμεσα στην Επανάσταση του 1922 και το φιάσκο του Βενιζέλου και του Πλαστήρα το 193514. Η αυταρχική της ροπή όμως δεν αποτύπωνε κάποιες αχαλίνωτες εξουσιαστικές κλίσεις των Φιλελευθέρων, αλλ’ απλώς την κυριαρχία τους στο στράτευμα· τα ίδια έκαναν, με τη σειρά τους όταν επικράτησαν, και οι αντίπαλοί τους –πρώτα οι τέως βενιζελικοί Κονδύλης και Χατζηκυριάκος, κι έπειτα ο Γεώργιος και ο Μεταξάς. Όλοι αυτοί, καθώς και τα αστικά συμφέροντα τα οποία εξέφραζαν, με τις επιλογές τους εμπόδισαν την Ελλάδα να μπει στη μοιραία δεκαετία του 1940 μ’ έναν ανεκτό βαθμό πολιτικής νομιμοποίησης και κοινωνικής προόδου.
Η ευρωπαϊκή διάσταση της ανάπτυξης του ελληνικού φασισμού αποτυπώνεται σ’ ένα ζήτημα περιοδολόγησης. Συνήθως όταν μιλάμε για ακροδεξιά στον Μεσοπόλεμο αναφερόμαστε στον Μεταξά και στη δικτατορία της 4ης Αυγούστου του 1936. Ωστόσο η κρίσιμη χρονιά, στην οποία οι ακροδεξιοί και των δυο στρατοπέδων απέσπασαν την πρωτοβουλία κινήσεων από τους οπαδούς του κοινοβουλευτισμού, ήταν το 1933. Το πολιτικό σύστημα είχε αποσταθεροποιηθεί από την προηγούμενη χρονιά, με τη μεγάλη οικονομική κρίση που εκτροχίασε το αναπτυξιακό πρόγραμμα των Φιλελευθέρων. Κατόπιν η λαϊκή δυσφορία ενίσχυσε αφενός την αριστερά και αφετέρου τους αντιβενιζελικούς, με αποτέλεσμα να κυριαρχήσει στη βενιζελική παράταξη έντονος φόβος για την απώλεια της εξουσίας. Σύντομα επικράτησαν οι αυταρχικές της τάσεις, που εκφράζονταν από στρατιωτικούς όπως ο Γονατάς και ο Πλαστήρας, αλλά και από ισχυρούς πολιτικούς και διανοούμενους όπως ο Μαρής και ο Φραγκούδης. Το 1933 ο Βενιζέλος έδωσε αλλεπάλληλα δείγματα ωμού κυβερνητικού αυταρχισμού, και το βράδυ των εκλογών, μόλις αντιλήφθηκε πως θα τις έχανε, στήριξε ένα ανοργάνωτο πραξικόπημα του Πλαστήρα. Ακολούθησε η απόπειρα δολοφονίας του από μια δυναμική ομάδα ακροδεξιών αντιπάλων που είχαν την κάλυψη κυβερνητικών κέντρων.
Οι εξελίξεις αυτές διευκολύνθηκαν από την άνοδο του Χίτλερ στην Γερμανία το 1933 και την εξάπλωση σ’ ολόκληρη την Ευρώπη του φασισμού, ο οποίος έμοιαζε να δικαιώνει τους αστούς που ήθελαν δυναμική αντιμετώπιση της κοινωνικής αμφισβήτησης. Παρ’ όλη την αντικαπιταλιστική ρητορική τους, μια σταθερά των φασιστικών κινημάτων και καθεστώτων ήταν η πάταξη της αριστεράς, που συχνά συνοδευόταν από μέτρα για την ενσωμάτωση ενός μέρους των λαϊκών τάξεων. Στην Ιταλία η επικράτηση του φασισμού συνοδεύτηκε από την απαγόρευση της δράσης όλων των κομμάτων της αριστεράς, την απομάκρυνση των οπαδών της από τους κρατικούς θεσμούς και την καταστροφή του ανεξάρτητου συνδικαλισμού· αποτέλεσμα ήταν η ραγδαία πτώση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων, και η κατάργηση των προηγούμενων συνδικαλιστικών κατακτήσεων, όπως ήταν το οκτάωρο. Στη Γερμανία ο Χίτλερ αμέσως μετά τις εκλογές του 1933 συνέλαβε σύσσωμη τη συνδικαλιστική ηγεσία, κατάργησε τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και απαγόρευσε τις απεργίες. Και τα δυο καθεστώτα έδωσαν στους επιχειρηματίες τα προνόμια που αυτοί απολάμβαναν προτού αρχίσει να εφαρμόζεται η προστατευτική εργατική νομοθεσία, με αποτέλεσμα να εξασφαλίσουν την υποστήριξη των συντηρητικών και των αστών, μολονότι τούς αφαίρεσαν την πολιτική εξουσία.
Στην Ελλάδα μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, το 1932, οι φασίζουσες μερίδες των δυο αστικών στρατοπέδων δυνάμωσαν, ώσπου η αντιβενιζελική προχώρησε στην κατάλυση της πολιτικής δημοκρατίας και την οικοδόμηση αυταρχικών καθεστώτων προσανατολισμένων στο πρότυπο του ιταλικού φασισμού, μολονότι δεν κατόρθωσαν πάντοτε να το μιμηθούν. Αυτό είχε αλυσιδωτές συνέπειες. Οι κυβερνήσεις του Κονδύλη το 1935 και του Μεταξά το 1936-1941 σήμαναν έναν θρίαμβο της ακροδεξιάς που οδήγησε κατευθείαν στην κοινωνική πόλωση και την κατάρρευση του κράτους τον καιρό της Κατοχής. Η μοναρχία παλινορθώθηκε. Το κοινοβούλιο περιθωριοποιήθηκε, γελοιοποιήθηκε και σύντομα καταργήθηκε. Ο στρατός, ο κυριότερος πλέον μηχανισμός εξουσίας, πέρασε στα χέρια της αντιβενιζελικής άκρας δεξιάς· το ίδιο συνέβη, αλλά με πιο αργούς ρυθμούς, με τη χωροφυλακή και την αστυνομία. Η δικαστική εξουσία, που μετά τις αντιβενιζελικές εκκαθαρίσεις του 1935 είχε και αυτή γίνει προπύργιο της δεξιάς, το 1939 πέρασε στον άμεσο έλεγχο του μεταξικού καθεστώτος15. Ο αυταρχικός και καταπιεστικός κρατικός μηχανισμός της μεταξικής δικτατορίας διατηρήθηκε, με ελάχιστες αλλαγές στην κορυφή, τον καιρό της Κατοχής16. Αλλά η άκρα δεξιά κυριάρχησε μεταξύ των αστών και ιδεολογικά. Ακόμη και στελέχη που αργότερα παρουσιάζονταν σαν φάροι της δημοκρατίας, όπως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, εκείνη την εποχή ερωτοτροπούσαν μ’ έναν ακραίο αντιδημοκρατικό συντηρητισμό που πρακτικά επαγόταν ακροδεξιές προτάσεις.
Οι μεσοπολεμικές κυβερνήσεις της άκρας δεξιάς, ακόμη και το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, δεν δημιούργησαν καμιά σχετικά ολοκληρωμένη μορφή φασισμού, επειδή δεν μπόρεσαν μάλλον παρά επειδή δεν το θέλησαν17. Από την άλλη πλευρά όμως βοήθησαν να ριζώσει ο φασισμός μεταξύ των αστών τον Μεσοπόλεμο κι έπειτα να μετατραπεί σε μαζικό κίνημα τη δεκαετία του 1940, το οποίο άφησε τη σφραγίδα του με ποικίλους τρόπους και σε πολλά πεδία. Η κληρονομιά του μάλιστα εκφράστηκε ιδεολογικά με την περιβόητη εθνικοφροσύνη, κοινό δημιούργημα της συντηρητικής και της φασιστικής μερίδας της ελληνικής δεξιάς, που κυριάρχησε ως το 1974 κι εξακολουθεί ως σήμερα να επηρεάζει ιδίως τις βόρειες περιοχές της χώρας.
2. Η Κατοχή και ο Εμφύλιος
Στη δικτατορία της Τετάρτης Αυγούστου οι εσωτερικές ανακατατάξεις στην άκρα δεξιά συνεχίστηκαν. H αποτυχία του καθεστώτος να βελτιώσει τη δημόσια διοίκηση ή το βιοτικό επίπεδο των μαζών, καθώς και η αδυναμία του ν’ αντιμετωπίσει τις οικονομικές δυσκολίες της πολεμικής προσπάθειας το 1940-41, σήμαναν την κατάρρευση του φιλομοναρχικού παραδοσιακού συντηρητισμού, που ενίσχυσε την άνοδο του φασισμού. Στην ίδια κατεύθυνση ωθούσε και ο συναγερμός που κήρυξαν οι αστοί εναντίον της αριστεράς. Με τη δημιουργία της εθνικοφροσύνης, όπως είπαμε, συντονίστηκαν ή και ενώθηκαν πολιτικά οι πέντε ακροδεξιές τάσεις που αναφέραμε παραπάνω, οι οποίες ως το 1940 έμεναν χωριστές και περιστασιακά ανταγωνιστικές μεταξύ τους. Πολύ σχηματικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η κατάρρευση του παραδοσιακού συντηρητισμού μέσα στην κοινωνική πόλωση της Κατοχής βοήθησε την άνοδο του φασισμού.
Το αστικό στρατόπεδο, που τη δεκαετία του 1940 κάλυπτε όλο το χώρο από τους επιγόνους των Φιλελευθέρων ως την άκρα δεξιά, ήταν εντελώς ανομοιογενές. Οι μερίδες του είχαν συνταχθεί με αντίθετες πλευρές σε μια παγκόσμια σύρραξη με διακηρυγμένη και ισχυρή ιδεολογική διάσταση –φασισμός εναντίον δημοκρατίας. Έπειτα, συγκρούονταν και στο φλέγον εγχώριο πολιτειακό ζήτημα -μοναρχία εναντίον αβασίλευτης δημοκρατίας. Τέλος, διαφωνούσαν για τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να κατασταλεί η αριστερά, δηλαδή η απειλή που τις κρατούσε ενωμένες. Οι μόνες πάγιες κοινές αναφορές τους, που όσο ανεπαρκείς και αν ήταν τελικά στήριξαν μια κοινή ιδεολογική ταυτότητα, ήταν στον αστικό κόσμο, στο έθνος και την πατροπαράδοτη θρησκεία και στον πολυθρύλητο αντικομμουνισμό. Ο τελευταίος, βέβαια, στην πραγματικότητα σήμαινε γενικότερη εναντίωση στις μεταρρυθμίσεις που επαγγελλόταν το ΕΑΜ και πρακτικά στις συγκεκριμένες συνθήκες απέκλειε τη δημοκρατία.
Η άκρα δεξιά δεν είχε πρόβλημα να το παραδεχτεί αυτό, αλλά άλλες μερίδες του εθνικόφρονος στρατοπέδου είχαν, το ίδιο και οι ξένοι προστάτες του. Έτσι κυριάρχησε μεταπολεμικά σε μια διπλή λαθροχειρία, γενεσιουργός σύγχυσης. Από τη μια μεριά φιλελεύθερων καταβολών πολιτικοί, όπως ο Γεώργιος Παπανδρέου και ο Νικόλαος Πλαστήρας, καλλιεργούσαν ψευδαισθήσεις συναινετικών προθέσεων κι επικαλούνταν τις δημοκρατικές αξίες, ενώ συγχρόνως υπονόμευαν τη δημοκρατική προοπτική και μεθόδευαν την εσωτερική ρήξη· από την άλλη, φασίστες και συντηρητικοί ακροδεξιοί που είχαν στελεχώσει τα καθεστώτα του Μεταξά και των δωσιλόγων, από τον Κωνσταντίνο Μανιαδάκη ως τον Γεώργιο Γρίβα, και στη διάρκεια της Κατοχής οργανώθηκαν σε τοπικής εμβέλειας ομάδες, στην πρωτεύουσα όσο και στην επαρχία, επέμεναν στους προηγούμενους λόγους και πρακτικές τους. Πάνω απ’ όλα συνέχιζαν να καταδιώκουν απηνώς την αριστερά, προσέχοντας απλώς να προσαρμόζουν περιστασιακά την εικόνα τους στα νέα δεδομένα18. Τη σύγχυση επέτειναν συντηρητικοί διανοούμενοι, όπως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, που κατάγγελλε συλλήβδην τα «πολιτικά κινήματα βασισμένα στην οχλοκρατική ψύχωση που διείπε τον εθνικοσοσιαλισμό, τον φασισμό της Δεξιάς και τον φασισμό της Αριστεράς»19. Επιβάλλεται λοιπόν η αδιάκοπη αντιπαραβολή λόγων και έργων, ρητορείας και πρακτικής, πολιτικών δηλώσεων και πλαισίου αναφοράς τους, προκειμένου να χαρακτηριστούν σωστά οι δυνάμεις που συνέπηξαν το αστικό στρατόπεδο.
Σε μεγάλο βαθμό η συνοχή του αντιδραστικού στρατοπέδου εξασφαλίστηκε από το ιδεολόγημα της εθνικοφροσύνης. Ο εθνικισμός ήταν η κοινή ιδεολογική σταθερά των συντηρητικών και των φασιστών. Ήταν ιδεολόγημα με την έννοια ότι χρησιμοποιούνταν για να συσκοτίζει μάλλον παρά για να διαυγάζει την πραγματικότητα. Όπως εύστοχα επισημάνθηκε, “η αφηρημένη επίκληση του έθνους ταίριαζε με την προστασία τοπικών κοινωνικών ιεραρχιών και δομών στην ύπαιθρο και τις μικρές πόλεις, ακόμη και σε συνεργασία με τους κατακτητές και τα όργανά τους”20. Φυσικά η σημασία του ιδεολογήματος αυτού υποβαθμίζεται από την «μεταναθεωρητική», όπως την χαρακτηρίζει ο Τάσος Κωστόπουλος, βιβλιογραφία, η οποία αποδίδει τη συνεργασία με τους κατακτητές σε ευκαιριακά αίτια και δέχεται εκ προοιμίου πως στην Ελλάδα δεν υπήρξε φασιστικό κίνημα21. Ωστόσο αυτό το κίνημα υπήρξε, με κυριότερους φορείς την οργάνωση Χ του Γεώργιου Γρίβα, κάτι δηλαδή σαν τη Χρυσή Αυγή της Κατοχής, κι έπειτα τα διαβόητα Τάγματα Ασφαλείας. Βασικός λόγος για την ανάπτυξή του ήταν η παράλληλη άνοδος της αριστεράς, η οποία, σε συνδυασμό με τις νίκες του Κόκκινου Στρατού, δημιούργησε σε αστούς και μικροαστούς φόβους ανάλογους εκείνων που είχαν παλιότερα γεννήσει η ανάπτυξη των σοσιαλιστικών κινημάτων και η Ρωσική Επανάσταση. Η βραχύβια κυριαρχία του ΕΑΜ στις επαρχίες, αμέσως μετά την απελευθέρωση, πυροδότησε ακόμη πιο αντιδραστικές ψυχώσεις.
Η ιδεολογική ομοφωνία ανάμεσα στο πλέγμα εξουσίας και την κυρίαρχη μερίδα των ελλήνων αστών, με άξονα την εθνικοφροσύνη, δεν συνεπαγόταν όμως πως είχαν και κάποια κοινή στρατηγική για ν’ αντιμετωπίσουν την κρίση της δεκαετίας του 1940. Ταλαντεύτηκαν ανάμεσα σε δυο διαφορετικές στρατηγικές αποκατάστασης της απειλούμενης από το ΕΑΜ κυριαρχίας τους, τις οποίες μπορούμε συντομογραφικά να ονομάσουμε -η συντηρητική και η φασιστική. Και οι δυο αναγνώριζαν ότι στις νέες συνθήκες κοινωνικής πόλωσης και πολιτικής κινητοποίησης ήταν αδύνατο να νικήσουν την αριστερά με τα σχετικά απλά μέσα που είχαν χρησιμοποιήσει στο Μεσοπόλεμο, αλλά εκτιμούσαν διαφορετικά τους τρόπους με τους οποίους θα την αντιμετώπιζαν. Η συντηρητική στρατηγική επιδίωκε την αποκινητοποίηση του λαού κι έδινε προτεραιότητα στη σύμπλευση με τις αγγλοσαξωνικές δυνάμεις· στηριζόταν, χονδρικά, στην ξένη στρατιωτική και οικονομική βοήθεια. Αντίθετα η φασιστική στρατηγική ήθελε να στηριχθεί κυρίως σ’ εγχώριες δυνάμεις και να κινητοποιήσει ενάντια στην αριστερά, προβάλλοντας συνθήματα για την προάσπιση της ιδιοκτησίας και τη Μεγάλη Ελλάδα, τα κοινωνικά στρώματα των προνομιούχων και όσων άλλων είχαν επωφεληθεί από την Κατοχή. Ο Παπάγος και ο Γρίβας ήταν οι εμβληματικές μορφές των δυο αυτών στρατηγικών. Εννοείται πως εκείνη που εκτίμησε πιο σωστά τις περιστάσεις, και τελικά επικράτησε, ήταν η πρώτη22.
Αυτές οι δυο στρατηγικές ήταν συμπληρωματικές μεταξύ τους μάλλον παρά αντίπαλες. Η φασιστική τρομοκρατία, που εξαπέλυαν οι υποστηρικτές των Ταγμάτων Ασφαλείας και της Χ, λύση ανάγκης το 1944-1946, ήταν φτηνή και πρόχειρη, αλλά από την άλλη μεριά περιορισμένων προοπτικών· ριψοκίνδυνη, αβέβαιης έκβασης, ελάχιστες υποσχέσεις σταθερότητας έδινε, και η τρέχουσα Δυτική ρητορεία του αντιφασισμού δεν την ευνοούσε. Χρήσιμη στην αρχή μιας γενικής επίθεσης κατά της αριστεράς, ώστε να τσακίσει τις δυνάμεις της είτε να τις αναγκάσει να βγουν στην παρανομία, είχε μειωμένη αποδοτικότητα όσο πλησίαζε το τέλος της παρτίδας και το κυρίαρχο συγκρότημα εξασφάλιζε τους αμερικανικούς πόρους που δεν διαφαίνονταν στην αρχή. Γιατί ο άλλος δρόμος, να τσακιστεί η αριστερά από το συντεταγμένο κράτος, αφενός δεν έδινε λύση στο πρόβλημα του εξοβελισμού της από την εθνική πολιτική, που ήταν αναγκαία προκαταρκτική διαδικασία, και αφετέρου απαιτούσε ισχυρή και σταθερή εξωτερική υποστήριξη, που οι βρετανοί δεν μπορούσαν να δώσουν και τελικά εξασφαλίστηκε μόνο χάρη στις ευρύτερες στρατηγικές επιλογές της πανίσχυρης υπερατλαντικής αυτοκρατορίας.
Η πρώτη πραγματική μαζικοποίηση του φασισμού στην Ελλάδα σημειώθηκε το 1944, με τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας από τους γερμανούς και την κυβέρνηση Ράλλη. Μολονότι στον τρέχοντα πολιτικό ρόλο αυτά τα ημιάτακτα σώματα, διαβόητα για τις αγριότητές τους, συχνά χαρακτηρίζονταν φασιστικά, η σύγχρονη έρευνα συνήθως αποφεύγει να τα επιβαρύνει με τέτοια επίθετα. Για να σταθώ σε ένα μόνο παράδειγμα, σε περισσότερες από τετρακόσιες σελίδες ένας πρόσφατος μελετητής τους αποφεύγει να ερευνήσει συστηματικά την πολιτική φυσιογνωμία τους· αναφέρεται στην παρουσία «εθνικοσοσιαλιστών» στις τάξεις τους, αλλά περισσότερο τονίζει την ανομοιογενή προέλευση των μελών τους23.
Ωστόσο το ερώτημα που πρέπει ν’ απαντηθεί όσον αφορά την πολιτική τους ταυτότητα δεν είναι το αν τα Τάγματα Ασφαλείας ήταν φασιστικά, αλλά το αν και γιατί ενδεχομένως θα μπορούσαν να μην ήταν φασιστικά. Πολύ απλά, το βάρος της απόδειξης δεν πέφτει σ’ αυτούς που δέχονται ότι ήταν πράγματι φασιστικές τούτες οι παραστρατιωτικές οργανώσεις –δημιουργημένες με πρότυπο τις φασιστικές ομάδες κρούσης, εξαρχής στρατευμένες στον αγώνα του ναζισμού, εξοπλισμένες από τις ναζιστικές δυνάμεις κατοχής και πάγιοι συνεργάτες τους στην εξόντωση των κοινών εχθρών, ομάδες δηλαδή που εφάρμοζαν τη φασιστική στρατηγική, δρούσαν με χαρακτηριστικούς τρόπους των φασιστικών ομάδων και, έχοντας υιοθετήσει τους συμβολισμούς και τη φρασεολογία του φασισμού, ως φασιστικές καταγγέλθηκαν τον καιρό της δόξας τους. Πέφτει μάλλον σ’ εκείνους που θέλουν να υποστηρίξουν ότι όλα αυτά ήταν απλώς παραπλανητικά επιφαινόμενα, τα οποία συγκάλυπταν μια διαφορετική ουσιαστική ταυτότητα των ταγματασφαλιτών.
Όσοι επιδιώκουν κάτι τέτοιο συνήθως χρησιμοποιούν ορισμούς του φασισμού εστιασμένους σε πολιτισμικά ή ουσιοκρατικά ή ιδεολογικά χαρακτηριστικά του, τα οποία δεν μπορούν άμεσα να συνδεθούν με το φαινόμενο του ταγματασφαλιτισμού, ή ανάγουν τη στράτευση των ταγματασφαλιτών κατεξοχήν σε συγκυριακά ή προσωπικά αίτια24. Η πιο συνηθισμένη τακτική τους πάντως είναι να παρασιωπούν την πολιτική ταυτότητα αυτών των σχηματισμών, και να εστιάζουν την προσοχή τους σε ανθρώπινες πλευρές της ιστορίας τους.
Στην πραγματικότητα όμως τα αίτια της ακροδεξιάς βίας στην Κατοχή ήταν πολιτικά. Οι καπιταλιστές και οι ωφελημένοι της Κατοχής δρομολόγησαν τη ματαίωση του δημοκρατικού προγράμματος της αριστεράς μέσα από μια προληπτική αντεπανάσταση. Δεν διέθεταν όμως τη βασική δύναμη που θα μπορούσε να φέρει σε πέρας ένα τέτοιο έργο με τις μεθόδους των συντηρητικών καθεστώτων –τον τακτικό στρατό. Επομένως, ήταν μονόδρομος γι’ αυτούς η χρήση μεθόδων μαζικής κινητοποίησης που ήταν χαρακτηριστικές του φασισμού, και συχνά ακόμη και των ιδεολογημάτων του. Συνοπτικά, στο μέτρο που η δεξιά το 1943-44 αντιτασσόταν στην αποκατάσταση της δημοκρατίας δεν μπορούσε παρά να είναι άκρα δεξιά, και στο μέτρο που προσπαθούσε να το κάνει αυτό με μεθόδους όχι κρατικής επιβολής αλλά μαζικής κινητοποίησης δεν μπορούσε παρά να είναι φασιστική και όχι συντηρητική άκρα δεξιά. Ένα κομμάτι της δεν είχε δυσκολία να το παραδεχτεί αυτό. Όργανά τούτης της προληπτικής αντεπανάστασης έγιναν τελικά μαζικές οργανώσεις όπως τα Τάγματα Ασφαλείας και τα αντιεαμικά αντάρτικα σώματα του ΕΔΕΣ, καθώς και παραστρατιωτικές ομάδες όπως η Χ και η ΡΑΝ· η αντίσταση όλων αυτών στον κατακτητή, ακόμη και όταν διακηρυσσόταν, ήταν απλώς προσχηματική.
Τον καιρό της Κατοχής αναδιοργανώθηκε και η μιλιταριστική ακροδεξιά. Ο Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών (ΙΔΕΑ) ήταν η γνωστότερη μεταπολεμικά μυστική οργάνωση στρατιωτικών, αλλά δεν ήταν η πρώτη που φτιάχτηκε. Πρόδρομός του ήταν ο Σύνδεσμος Αξιωματικών Νέων (ΣΑΝ), ο οποίος είχε στηθεί στα στρατόπεδα της Μέσης Ανατολής από νεαρούς μοναρχικούς απόφοιτους της Σχολής Ευελπίδων. Μολονότι συνδεόταν με υψηλόβαθμους, διοικούνταν από μια επιτροπή παιδιών της Τετάρτης Αυγούστου η οποία λειτουργούσε συλλογικά. Η δράση του ήταν γνωστή στους βρετανούς, οι οποίοι άλλοτε την βοηθούσαν και άλλοτε απλώς την ανέχονταν.
Μετά την απελευθέρωση, στελέχη του ΣΑΝ σχημάτισαν τον ΙΔΕΑ. Οι σκοποί του νέου μυστικού φορέα λίγο πολύ ταυτίζονταν με του ΣΑΝ, ενώ οι οργανωτικές μέθοδοί του έγιναν ακόμη πιο συνωμοτικές. Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας προσχώρησαν σ’ αυτόν εκατοντάδες αξιωματικοί, και στήθηκαν «δέσμες» σ’ όλα σχεδόν τα στρατιωτικά συγκροτήματα που βρίσκονταν στην Αθήνα25. Μετά τις εκλογές του 1946 ο ΙΔΕΑ έφτασε τα χίλια μέλη και η επιρροή του αυξήθηκε κατακόρυφα καθώς ο νέος υπουργός Στρατιωτικών, που συνδεόταν μαζί του 26, τοποθέτησε μέλη του σ’ όλες τις καίριες θέσεις του υπουργείου.
Οι ιδεολογικές και πολιτισμικές αξίες του ΣΑΝ και του ΙΔΕΑ γενικά δεν διέφεραν από εκείνες της υπόλοιπης ελληνικής ακροδεξιάς, πέρα από την αναμενόμενή τους έμφαση στις στρατιωτικές αρετές. Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια, φυλή, αίμα και δόξα 27. Κεντρικό στοιχείο πάντως των αντιλήψεών τους ήταν η άρνηση της δημοκρατίας, η οποία πρακτικά μεταφραζόταν στην απόρριψη κάθε καθεστώτος που άφηνε έστω κι ελάχιστο χώρο στην αριστερά. Τα στελέχη του ΙΔΕΑ προετοιμάζονταν για τη σύγκρουση με το ΕΑΜ ήδη από τον καιρό της Κατοχής.
Όσο και αν φαίνεται περίεργο, αφού μιλάμε για την επαύριο της συντριπτικής ήττας του Άξονα, ισχυροί παράγοντες ευνοούσαν τότε στην Ελλάδα την άνοδο του φασισμού. Από τη σκοπιά των δεξιών πρώτα πρώτα, η συντηρητική στρατηγική για τη διατήρηση της κυριαρχίας τους, που επαγόταν τη στήριξη στους βρετανούς –και κατόπιν στις ΗΠΑ- είχε πρακτικά μειονεκτήματα: ματαίωση των αλυτρωτικών αξιώσεων στην Κύπρο, και περιορισμούς στον πόλεμο εξόντωσης της αριστεράς οι οποίοι αποτύπωναν την ανάγκη προστασίας της διεθνούς εικόνας της Δύσης. Η κατάσταση αυτή διευκόλυνε την ανάδυση πανίσχυρων πολιτικών παθών, τα οποία σύντομα κρυσταλλώθηκαν στην εθνικοφροσύνη κι έτρεφαν και αυτά με τη σειρά τους την άνοδο του φασισμού: μια γενική αίσθηση δυσφορίας γεννημένη από τα τραύματα που έπληξαν την εθνική υπερηφάνεια τη δεκαετία του 1940, με τη Μεγάλη Ιδέα πια εντελώς ανεδαφική, καθώς η Ελλάδα από επίδοξος πυρήνας μιας αυριανής αυτοκρατορίας είχε οριστικά γίνει μια τρίτης τάξης δύναμη· οργή μπροστά στον σποραδικό περιορισμό, από τους ξένους πάτρωνες, της βίαιης καθυπόταξης των αριστερών που είχαν τόσο πρόσφατα απειλήσει την κοινωνική τάξη πραγμάτων· περιδεής αναλογισμός των ορίων της αγγλοσαξωνικής γενναιοδωρίας και των μελλοντικών σχεδίων της ύπουλης Αλβιόνας και, τελικά, οι κάθε λογής ανασφάλειες τις οποίες επαγόταν η εξάρτηση. Ωστόσο η προσπάθεια των φασιστών να πάρουν την εξουσία απέτυχε. Δεν την ευνοούσε το διεθνές πλαίσιο, και την υπονόμευσαν δυο σημαντικοί παράγοντες. Αφενός η πολυδιάσπασή τους και οι περιορισμένες πολιτικές δεξιότητες του κυριότερου ηγέτη τους, του Γρίβα, και αφετέρου η αμφίρροπη πολιτική των εξωτερικών συμμάχων, η οποία ενίσχυσε τους συντηρητικούς στρατοκράτες και τελικά πόνταρε στον Παπάγο.
Αφού όμως οι έλληνες αστοί, που είχαν συσπειρωθεί στην άκρα δεξιά, τσάκισαν με τους Χίτες την αριστερά το 1945, το 1946 την είδαν να ξαναγεννιέται μέσα από την αντίδραση στην κοινωνική πόλωση και τη Λευκή Τρομοκρατία. Τελικά ολοκλήρωσαν την παλινόρθωση με τα συντηρητικά μέσα του τακτικού πολέμου και της σταθεροποίησης ενός αυταρχικού καθεστώτος, και όχι με τη μαζική κινητοποίηση, τη ριζική εξολόθρευση της αριστεράς και το φασιστικό καθεστώς που προτιμούσε ο Γρίβας. Ωστόσο η τακτική επιλογή πιο συντηρητικών μέσων για να επιβληθεί το αντιδημοκρατικό πρόγραμμα της άκρας δεξιάς οφειλόταν στην αποτυχία της μαζικής κινητοποίησής της και στις εξωτερικές πιέσεις, και δεν επαγόταν οποιαδήποτε σαφή αποκήρυξη της εναλλακτικής λύσης του φασισμού ή την απομάκρυνση από το πνεύμα της ακραίας εθνικοφροσύνης.
Ο Εμφύλιος του 1946-194928 διεξάχθηκε κυρίως από τον τακτικό στρατό, τη στρατιωτικοποιημένη χωροφυλακή, τη λεγόμενη δικαιοσύνη και τους άλλους μηχανισμούς του συντεταγμένου κράτους. Και διεξάχθηκε με σχετικά συγκρατημένο τρόπο, τον οποίο υπαγόρευε η ευρύτερη ανάγκη της Δύσης στις αρχές του Ψυχρού Πολέμου, να μη δίνονται ερείσματα στη διεθνή αριστερά. Τούτη η επιλογή προκάλεσε δυσφορία στους έλληνες φασίστες, αλλά και σε πολλούς συντηρητικούς, που την οίκτιραν, μαζί με την προσωρινή υποστολή των επεκτατικών σχεδίων, σαν ανεύθυνη αυτοσυγκράτηση κι επίδειξη δουλοπρέπειας στους «ξένους».
Στο μεταξύ το πλαίσιο της πολιτικής αντιπαράθεσης μεταβλήθηκε. Οι αμερικανοί, που από το 1947 χρηματοδοτούσαν πλέον το κράτος και πρακτικά το έλεγχαν, αντιλαμβάνονται την Ελλάδα ως πεδίο δοκιμών για τις παγκόσμιας χρήσης τακτικές αντεπανάστασης τις οποίες απαιτεί πλέον ο αυτοκρατορικός τους ρόλος. Με τα τεράστια μέσα που διαθέτουν αφενός κατορθώνουν ν’ ασκήσουν αποτελεσματική πίεση στο κυβερνητικό στρατόπεδο, αφετέρου δίνουν ισχυρή ώθηση στο συντηρητικό σχέδιο κι εκ των πραγμάτων κάνουν να παραγκωνιστεί το φασιστικό.
Ακόμη και τότε η άκρα δεξιά πάντως δεν βρέθηκε ακριβώς στο περιθώριο. Στο σύστημα που λειτούργησε από το 1946 ως τη δεκαετία του 1960 οι εκλεγμένοι πολιτικοί αποτελούσαν έναν μόνον από τους πόλους της εξουσίας και όχι τον κυριότερο –οι «σύμμαχοι», ο θρόνος και ο στρατός έπαιζαν σαφώς σημαντικότερο ρόλο. Η ενσωμάτωση των φασιστών στον κρατικό μηχανισμό συνεχίστηκε29. Ωστόσο οι παραστρατιωτικές και παρακρατικές ομάδες δεν διώχτηκαν· αντίθετα συνέχισαν τις αγριότητές τους, αναλαμβάνοντας επίσης επικουρικούς ρόλους στις στρατιωτικές επιχειρήσεις30.
3. Η άκρα δεξιά τις δεκαετίες του αυταρχισμού, 1950-1974
Η συντριβή της αριστεράς στον Εμφύλιο και, σε διεθνές επίπεδο, η παγίωση των στρατοπέδων του Ψυχρού Πολέμου, σηματοδοτούν καθώς περνά η δεκαετία του 1950 τη βαθμιαία υποκατάσταση της άκρας από τη μετριοπαθή δεξιά στους κρατικούς θεσμούς, και την αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων με λιγότερο αυταρχικούς όρους. Η άκρα δεξιά όμως δεν απομακρύνεται από το πλέγμα εξουσίας, απλά περνά στο παρασκήνιο, και η πραγματική της ισχύς μετριέται όχι με ψήφους, αλλά με την ευκολία με την οποία προωθεί το πρόγραμμά της. Συνεχίζει να ελέγχει το στρατό και το παλάτι, ενώ διατηρεί άριστες σχέσεις και με τον εξωτερικό παράγοντα· μόνο στο κοινοβούλιο η σημασία της μένει περιορισμένη, αλλά και πάλι όχι ασήμαντη. Σε σημαντικά ζητήματα εσωτερικής κι εξωτερικής πολιτικής –από το Κυπριακό ως τα όρια της θεμιτής αντιπολίτευσης, που υπογραμμίζονται με τη δολοφονία του Λαμπράκη- κατορθώνει να επιβάλει τις δικές της προτεραιότητες. Όταν η αναπαραγωγή της συντηρητικής κυριαρχίας δυσκολεύει, για παράδειγμα με την εκλογική άνοδο της ΕΔΑ στα τέλη της δεκαετίας του 1950, ή τη νίκη της Ένωσης Κέντρου και τις μαζικές κινητοποιήσεις του 1963, ένα σημαντικό κομμάτι του πλέγματος εξουσίας στηρίζει ξανά ακροδεξιές λύσεις.
Η χουντική επταετία 1967-1974 σημαίνει την κορύφωση της μεταπολεμικής επιρροής της άκρας δεξιάς και συνάμα την πολιτική αυτοκαταστροφή της. Όταν αισθάνεται ότι ελέγχει τις εξελίξεις και μπορεί να κινηθεί όπως η ίδια θέλει, η χούντα κάνει αλλεπάλληλα λάθη, που αποδεικνύονται εξίσου μοιραία με τις εσωτερικές της συγκρούσεις. Ως το 1974 λοιπόν αυτοκαταστρέφεται η επιρροή των τριών βασικών ερεισμάτων της άκρας δεξιάς –παλάτι, στρατός, αμερικανοί- και, μετά την τέταρτη εθνική καταστροφή που προκαλεί μέσα σε διάστημα μικρότερο του αιώνα, αναγκάζεται να επιστρέψει την κρατική εξουσία στους πολιτικούς.
Ήταν η χούντα των συνταγματαρχών φασιστική; Για ν’ απαντήσουμε σ’ αυτό το ερώτημα, το οποίο επανέρχεται τακτικά στον δημόσιο λόγο, βρίσκω πιο πρόσφορη την προσέγγιση του Ρόμπερτ Πάξτον, στην οποία αναφερθήκαμε νωρίτερα. Αυτή δεν εστιάζει την προσοχή της στα πολιτισμικά ή ιδεολογικά χαρακτηριστικά του φασισμού, αλλά στις ιστορικές διαδικασίες και τις πολιτικές επιλογές οι οποίες τον διαμορφώνουν. Εξετάζοντας συγκριτικά την ιστορική τροχιά των φασιστικών κινημάτων και καθεστώτων προσπαθεί να δει «τον φασισμό σε δράση», ως μια σειρά διαδικασιών που εκτυλίσσονται ιστορικά, και παρακολουθεί τις πρωτεϊκές του μεταλλάξεις καθώς αυτός προσαρμόζεται – ή άλλοτε αποτυχαίνει να προσαρμοστεί – για να καταλάβει τον διαθέσιμο πολιτικό χώρο. Γι’ αυτή την προσέγγιση ο φασισμός δεν είναι ιδεολογία, επειδή τροποποιεί ή παραβιάζει κατά βούληση τις ιδέες τις οποίες επαγγέλλεται. Ο Πάξτον ορίζει τον φασισμό ως μια μορφή πολιτικής συμπεριφοράς, η οποία χαρακτηρίζεται από εμμονή στα μοτίβα της παρακμής, της ταπείνωσης ή της θυματοποίησης της εθνικής κοινότητας, και από την αντισταθμιστική λατρεία της ενότητας, της ενεργητικότητας και της καθαρότητας. Στα φασιστικά καθεστώτα ένα κόμμα με μαζική βάση στρατευμένων εθνικιστών και το οποίο συνεργάζεται με τις παραδοσιακές ελίτ, καταλύει τις δημοκρατικές ελευθερίες και προωθεί, χρησιμοποιώντας βία χωρίς ηθικούς ή νομικούς φραγμούς, τους στόχους της εσωτερικής εκκαθάρισης και της εξωτερικής επέκτασης 31. Αυτός ο ορισμός μας δίνει μια βάση για να κρίνουμε αν το απριλιανό καθεστώς ήταν ή όχι φασιστικό.
Αρκετά από τα χαρακτηριστικά των φασιστικών καθεστώτων που διακρίνει ο Πάξτον παρουσιάζονται στοκαθεστώς της χούντας, αν και όχι πάντοτε σε καθαρή μορφή: κατάλυση του κράτους δικαίου και των μηχανισμών αντιπροσώπευσης του πολιτικού σώματος, προσπάθεια δημιουργίας «νέων» ανθρώπων που να είναι πολεμιστές και συνάμα πειθήνιοι υπήκοοι, έμφαση στον αθλητισμό και στη στρατιωτική εκπαίδευση των ανδρών, περιστολή της ιδιωτικής σφαίρας, της ελεύθερης σκέψης και των αυτόνομων ενώσεων της πολιτικής κοινωνίας, απαγόρευση των ελεύθερων συνδικάτων και των αριστερών κομμάτων, προβολή φόβων πολιτισμικού εκφυλισμού. Τα κινητήρια πάθη της σε μεγάλο βαθμό συμπίπτουν με κείνα του φασισμού. Στην οικονομική σφαίρα έχουμε βίαιη επιβολή των συμφερόντων των εργοδοτών, μολονότι κατά τα λοιπά η χούντα απλώς συνέχισε την προηγούμενη οικονομική πολιτική που επιδίωκε μια γοργή βιομηχανική ανάπτυξη στηριγμένη σε ξένα κεφάλαια. Ενώ όμως όλα αυτά τα χαρακτηριστικά ανακαλούν μια κατάσταση γνωστή, στην Ελλάδα της χούντας δεν προωθήθηκαν με τον ζήλο που έδειξαν τα φασιστικά καθεστώτα κι εντέλει δεν δημιουργήθηκε καμιά ολοκληρωμένη μορφή φασισμού.
Σημαντικότερο όμως είναι ότι η χούντα στηρίχθηκε αποκλειστικά στο στρατό και στους πολιτικούς που θέλησαν να τη συνδράμουν, για λίγο καιρό και στο παλάτι, χωρίς ποτέ να δημιουργήσει μαζικό κόμμα, σαν τα φασιστικά κόμματα, το οποίο θα εξασφάλιζε στενότερο έλεγχο της πολιτικής διαδικασίας. Πρώτα πρώτα δεν χρειαζόταν να κάνει τίποτε τέτοιο, καθώς δεν αντιμετώπιζε μαζική και δυναμική αντίσταση η οποία θ’ απαιτούσε, για ν’ αντιμετωπιστεί, μαζική κινητοποίηση και από τη δική της πλευρά. Είναι άλλωστε αμφίβολο αν θα μπορούσε να φτιάξει κόμμα, ακόμη και αν θα το ήθελε.  Ο ίδιος ο στρατός, πάλι, δεν είχε τα μέσα να διαμορφώσει συγκροτημένη πολιτική, πόσο μάλλον να την επιβάλει στο πολιτικό σώμα με τρόπους ανάλογους ενός φασιστικού κόμματος. Ιδίως μετά τη ρήξη της με τον Κωνσταντίνο, που σήμανε και την απομάκρυνση πολλών παραδοσιακών πολιτικών, η χούντα αντιμετώπισε έλλειμμα νομιμοποίησης ακόμη και στον συντηρητικό αστικό χώρο. Μπορούσε να σταθεί όσο εξασφάλιζε οικονομική ανάπτυξη, αλλά η οικονομική κρίση το 1973 έκανε τη θέση της πολύ δύσκολη.
Δεύτερον, το απριλιανό καθεστώς βασίστηκε από αρχής μέχρι τέλους στη θερμή αμερικανική στήριξη, η οποία επίσης δεν ήθελε να ξεπεράσει κάποια όρια η εθνικιστική κινητοποίηση του πληθυσμού, που τείνει να γίνει ανεξέλεγκτη στον φασισμό. Μολονότι αλλού οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν δυσκολεύτηκαν να στηρίξουν φασιστικά καθεστώτα, πάντως στην περίπτωση της Ελλάδας, δεδομένης της γειτνίασης με τη δυτική Ευρώπη όσο και με το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, αλλά και των ανταγωνισμών με τη νατοϊκή σύμμαχο εξ ανατολών, χρειάζονταν ένα καθεστώς όχι απρόβλεπτο αλλά υποτακτικό, το οποίο δεν θα τις εξέθετε με επιδείξεις αυταρχισμού και αδιαλλαξίας, ούτε θα δημιουργούσε αχρείαστα διεθνή προβλήματα· με δυο λόγια, ένα συντηρητικό καθεστώς.
Όσον αφορά τώρα τον ιδεολογικό λόγο της χούντας. Αυτός στοιχειοθετούσε μια εκδοχή της περιβόητης εθνικοφροσύνης, την οποία δημιούργησαν από κοινού η συντηρητική και η φασιστική μερίδα της ελληνικής δεξιάς τη δεκαετία του 1940. Γενικότερα η ανάπτυξή της δεν αποτύπωνε τόσο εσωτερικές διεργασίες του ελληνικού χώρου, όπως οι προηγούμενες μορφές εθνικής ιδεολογίας, από τη Μεγάλη Ιδέα ως τον κωνσταντινισμό και τον βενιζελισμό, όσο τις ανάγκες της Ατλαντικής Συμμαχίας τον καιρό του Ψυχρού Πολέμου. Η εθνικοφροσύνη εξαγγέλλεται από ομάδες που επικρατούν στηριγμένες σε ξένους πάτρωνες και καταστατικά θεμελιώνεται στην ένταξη της χώρας σε μια υπερεθνική συμμαχία. Επομένως ο εθνικισμός που επαγγέλλεται είναι ιδιαίτερου τύπου, κυριολεκτικά κάλπικος, στο μέτρο που ενώ επικαλείται το έθνος για ν’ αποκλείσει την αριστερά, ταυτόχρονα επικεντρώνει στην επίκληση όχι του έθνους, αλλά της «Ευρώπης» ή του «ελεύθερου κόσμου» (επί Κατοχής και Ψυχρού Πολέμου αντίστοιχα), ή ακόμη και της ίδιας της Αμερικής. Ο Παπαδόπουλος τουλάχιστον δεν το κρύβει: στην πρώτη του δημόσια εμφάνιση, τον Μάιο του 1967, σ’ ένα θέατρο του Πειραιά, δίνοντας το στίγμα της πολιτικής που θ’ ακολουθήσει, εξηγεί ότι ο αμερικανός πρόεδρος Τρούμαν είχε διαπιστώσει «την ανάγκην, να κηρύξη την επανάστασιν εις την εξωτερικήν πολιτικήν της Αμερικής και να σώση και την Ευρώπην και το Έθνος μας»32. Η κήρυξη της δικτατορίας δικαιολογείται λοιπόν, επίσημα και αμέσως, ως εξειδίκευση του Δόγματος Τρούμαν: “Υπάρχει ταυτότης σκοπών και ιδανικών μεταξύ του δόγματος Τρούμαν και της ιδικής μας Επαναστάσεως. Και εάν η Επανάστασις δεν εγένετο, θα επροδίδετο το δόγμα Τρούμαν και οι μεγάλες θυσίες του Αμερικανικού Λαού”33.
Η εθνικοφροσύνη μπορούσε βέβαια επίσης να χρησιμοποιηθεί από τον φασισμό, στον οποίο ήταν ευθύς εξαρχής και καταστατικά ανοιχτή, καθώς δημιουργήθηκε για να ενώσει εναντίον του ΕΑΜ τους συνεργάτες των γερμανών και τους αστούς που αντιτάσσονταν σε κάθε ιδέα αναδιανομής του πλούτου. Κρυσταλλώνοντας ένα σώμα συμβολικών αναφορών και ισχυρών πολιτικών συναισθημάτων που είχαν αναπτυχθεί στην προηγούμενη διαδρομή του ελληνικού κράτους, κι επιβάλλοντας στρατηγικές σιωπές σε ζητήματα κοινωνικής τάξης και φύλου, τελικά αποφάσιζε ποιοί θα συνέχιζαν να μετέχουν στο πολιτικό σώμα και ποιοί θ’ αποκλείονταν από αυτό, κι επομένως θα στερούνταν κάθε δικαίωμα. Εντυπώθηκε στον πληθυσμό όχι μόνο μέσα από τον επίσημο λόγο, το εκπαιδευτικό σύστημα και με την αδιάκοπη ραδιοφωνική, τηλεοπτική και κινηματογραφική προπαγάνδα, αλλά και μέσα από συνεχείς κρατικές τελετές, από τις μεγάλες παρελάσεις των εθνικών επετείων ως τις σχολικές γιορτές και τις συνεστιάσεις των γεωργικών συνεταιρισμών. Σ’ αυτό το πεδίο, η χούντα απλώς συστηματοποίησε κι ενέτεινε πρακτικές γνωστές σε ολόκληρη τη μεταπολεμική περίοδο.
Η χουντική εθνικοφροσύνη διαφοροποιήθηκε από την προηγούμενη επίσημη ιδεολογία κυρίως στο ζήτημα του κοινοβουλευτισμού, αλλά ακόμη κι εδώ όχι απόλυτα, και μετά το 1968 στο ζήτημα της μοναρχίας. Δεν ήταν περιεκτική ούτε ενιαία: είχε διάφορες τάσεις κι εξελίχτηκε σπασμωδικά στην πορεία της επταετίας, μπορούμε όμως, σχηματοποιώντας κάπως τα πράγματα, να θεωρήσουμε ότι διερμηνευόταν αυθεντικά αφενός από τον ίδιο τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, τον μόνο από τους ηγέτες της χούντας που είχε σχετικά συγκροτημένο δημόσιο λόγο, παρ’ όλη την ημιμάθεια και τους σολοικισμούς του, και αφετέρου από πάγιους οργανικούς διανοούμενους του αντικομμουνισμού όπως ήταν ο Σάββας Κωνσταντόπουλος, ο Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου και ο Γεώργιος Γεωργαλάς. Οι τελευταίοι απολάμβαναν ευρύτερο κύρος και αναδείκνυαν τις συγγένειες και τις συνέχειες του νέου καθεστώτος με τη λοιπή δεξιά· παρά τις περιστασιακές αμετροέπειές τους προβάλλονταν σαν μέντορες όχι ενός φασιστικού κινήματος, αλλά ολόκληρης της συντηρητικής παράταξης. Με δυο λόγια, η χούντα δεν ανέπτυξε κάποια δική της ιδεολογία, αλλά οικειοποιήθηκε τον κυρίαρχο τότε εθνικιστικό λόγο, χωρίς να τον αλλάξει ιδιαίτερα. Ήταν κι αυτός ένας από τους λόγους που ανάγκασαν τη μεταπολιτευτική δεξιά ν’ αναζητήσει, εγκαταλείποντας σιγά σιγά την εθνικοφροσύνη, άλλες ιδεολογικές αναφορές.
Κεντρικό στοιχείο της εθνικοφροσύνης, χουντικής και μη, είναι ο αντικομμουνισμός, ο οποίος συμπυκνώνει σε ιδεολογικούς όρους αφενός τη στρατηγική μέριμνα των Ηνωμένων Πολιτειών για ανάσχεση της Σοβιετικής Ένωσης, και αφετέρου την προσπάθεια των ελλήνων αστών να αποκλείσουν δημοκρατικές εξελίξεις οι οποίες ενδεχομένως θ’ απειλούσαν τις νεοαποκτηθείσες περιουσίες τους. Μεταφρασμένος μάλιστα στην τρέχουσα ρατσιστική ορολογία, η οποία βλέπει τους βόρειους γείτονες σαν προαιώνιους εχθρούς, και απορρίπτοντας την ελληνικότητα των αριστερών, ορίζει ως κεντρικό του αντίπαλο τον λεγόμενο «σλαβοκομμουνισμό». Στη διατύπωση του Γεωργαλά, η «Επανάστασις» πρόσφερε την «εθνική-ελληνοχριστιανική και προοδευτική Ιδεολογία» που ζητούσαν οι σύγχρονοι έλληνες. Στην πραγματικότητα, ο «εκσυγχρονισμός» ήταν κεντρικής σημασίας μοτίβο: «η Επανάστασις θέλει με ένα αποφασιστικό ‘άνοιγμα’ προς τους νέους και τους τεχνοκράτες να εισάγη την χώρα μας στον αιώνα μας, στην σύγχρονη εποχή και στην σύγχρονη σκέψι»34. Άλλα τέτοια μοτίβα είναι η υπέρβαση των ταξικών διαφορών και η συνεργασία των τάξεων υπό τη δίκαιη επιδιαιτησία του κράτους35. Και διάφορα άλλα ιδανικά, προσκοπικού τύπου, τα οποία δεν προλαβαίνουμε εδώ ν’ αναφέρουμε.
Κλείνοντας τούτη τη σύντομη εισαγωγή στην προϊστορία της σύγχρονης ελληνικής άκρας δεξιάς ας σταθώ όμως σε μια λιγότερο γραφική όψη της 21ης Απριλίου, που εξειδικεύει τις φασιστικές τάσεις για τις οποίες μιλήσαμε στην αρχή. Το καθεστώς μπορεί να μην ήταν φασιστικό, έβλεπε όμως τους φασίστες σαν πολύτιμους συμμάχους και τους ενίσχυε με όποιον τρόπο μπορούσε. Όχι μόνον τους εγχώριους, τύπου Κωνταντίνου Πλεύρη, αλλά και άλλους. Ο ρόλος της απριλιανής Ελλάδας ως κέντρου του διεθνούς φασισμού, της Μαύρης Διεθνούς όπως ονομαζόταν παραστατικά, δεν έχει ακόμη ερευνηθεί συστηματικά. Προσπάθειες σαν αυτή του δημοσιογράφου Νίκου Κλείτσικα και του νομικού Αντρέα Σπεραντζόνι36. δείχνουν ότι η ελληνική δικτατορία έθεσε σε εφαρμογή σχέδια για την αποσταθεροποίηση της ιταλικής δημοκρατίας, στα οποία πρωταγωνιστούσε η φασιστική οργάνωση Ordine Nuovo, ενώ είναι γνωστή η τραγική κατάληξη του πραξικοπήματος της επίσης φασιστικής ΕΟΚΑ Β στην Κύπρο. Μολονότι ο κύριος όγκος των σχετικών τεκμηρίων παραμένει απόρρητος, φαίνεται ότι αυτές οι οργανώσεις συνεργάζονταν, στο δίκτυο Stay Behind, με το ‘βαθύ κράτος’ των ελληνικών και των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, με το οποίο συνδέονταν επίσης οι έλληνες πραξικοπηματίες.37
Σαράντα πέντε χρόνια μετά το πραξικόπημα, επείγει όσο ποτέ άλλοτε να ανοίξουν τα κρατικά αρχεία ώστε να μπορέσει να μελετηθεί και αυτή η πλευρά της χούντας. Το ότι εξακολουθεί να καλύπτεται από μυστικότητα, ενώ γενικότερα η περίοδος αυτή δεν διδάσκεται όπως πρέπει στα σχολεία και το κράτος συνεχίζει να εμποδίζει τη μελέτη της, αποτελεί αληθινό σκάνδαλο, προσβολή της μνήμης των θυμάτων της δικτατορίας και επίσης, σε τελική ανάλυση, πλήγμα κατά της σημερινής μας, ατελέστατης, έστω, δημοκρατίας. Το Λάος και η Χρυσή Αυγή θα είχαν σήμερα πολύ λιγότερους οπαδούς αν όλες αυτές τις δεκαετίες οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας δεν συσκότιζαν συστηματικά την ιστορική μνήμη, και αν η αριστερά έδειχνε μεγαλύτερη έφεση στην υπεράσπισή της.
—————————————————————————————————————————————————-
[1] Μια συνοπτική εισαγωγή στη μελέτη της άκρας δεξιάς, στις σύγχρονες φασιστικές σπουδές, και στη μελέτη του φαινομένου στην Ελλάδα βλ. στο Σπύρος Μαρκέτος, Πώς φίλησα τον Μουσολίνι. Τα πρώτα βήματα του ελληνικού φασισμού, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2006. Η καλύτερη σύγχρονη εισαγωγή στο φασιστικό φαινόμενο παραμένει το συνθετικό έργο του Robert O. Paxton, The Anatomy of Fascism, Penguin Books, Harmondsworth 2005· και στα ελληνικά, Ρόμπερτ Πάξτον, Η ανατομία του φασισμού, μετάφραση Κατερίνα Χαλμούκου, Κέδρος, Αθήνα 2007.
2 Sergio Bologna, Ναζισμός και εργατική τάξη. Κρίση, κράτος πρόνοιας και αντιφασιστική βία στη Γερμανία του Μεσοπολέμου, antifa scripta, Αθήνα 2011, σ. 57.
3 Για την άνοδο της άκρας δεξιάς στη Γαλλία εκείνη την εποχή, και την ευρύτερη σημασία αυτού του φαινομένου για την Ευρώπη, βλ. πρόχειρα το σχετικό κεφάλαιο στο John Weiss, Conservatism in Europe. 1770-1945. Traditionalism, Reaction and Counter-Revolution, Thames and Hudson, Λονδίνο 1977. Και στα ελληνικά, John Weiss, ΟσυντηρητισμόςστηνΕυρώπη, 1770-1945. Παραδοσιοκρατία, αντίδραση και αντεπανάσταση, μετάφραση Μαρίας Μυλωνά, επιστημονική θεώρηση Σπύρος Μαρκέτος, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη 2010.
4 Έτσι ορίζει την άκρα δεξιά στο πολύ καλό βιβλίο του ο Κevin Passmore, Fascism. A Very Short Introduction, Oxford University Press, Οξφόρδη 2002, σ. 24. Η άκρα δεξιά είναι αντιδημοκρατική, καθώς αρνείται το δικαίωμα πολιτικής έκφρασης σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού, αλλά δεν είναι κατ’ ανάγκην αντικοινοβουλευτική· μπορεί να δέχεται έναν περιορισμένο κοινοβουλευτισμό. Βλέπε και τις παρατηρήσεις για την άκρα δεξιά του Norberto Bobbio, Δεξιά και αριστερά. Σημασία και αίτια μιας πολιτικής διάκρισης, προλεγόμενα Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, μετάφραση Ελεονόρα Ανδρεαδάκη, Πόλις, Αθήνα 1995 [1995], σ. 106-114.
5 Για τις ιδέες του Κωνσταντίνου και τους τρόπους που τις εκδήλωσε στη σύγκρουσή του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο βλ. αναλυτικά σε George B. Leontaritis, Greece and the First World War: From Neutrality to Intervention, 1917-1918, Boulder 1990· και στα ελληνικά, Γεώργιος Β. Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1917-1918, μετάφραση Βασίλης Οικονομίδης, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2000.
6 Για την ενεργοποίηση της μιλιταριστικής ακροδεξιάς στην Εθνική Εταιρεία και το ρόλο της στον πόλεμο του 1897, βλ. Γιάννης Γιαννουλόπουλος, “H ευγενής μας τύφλωσις…” Eξωτερική πολιτική και “εθνικά θέματα “από την ήττα του 1897 έως τη Mικρασιατική Kαταστροφή, Bιβλιόραμα, Aθήνα 1999.
7 Για τα πολιτικά πάθη που βρίσκονταν στην αφετηρία τους βλ. Peter Gay, The Cultivation of Hatred, τ. Γ’ του The Bourgeois Experience, Victoria to Freud, Norton, Νέα Υόρκη, Λονδίνο 1993.
8 Για αυτή την τάση της άκρας δεξιάς βλ. Αθανάσιος Μποχώτης, Η ριζοσπαστική δεξιά. Αντικοινοβουλευτισμός, συντηρητισμός και ανολοκλήρωτος φασισμός στην Ελλάδα 1864-1911, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2003. Βλ. επίσης, όσον αφορά την κοινωνική ιστορία των ιδεών της, Eλλη Σκοπετέα, Tο “Πρότυπο Bασίλειο” και η Mεγάλη Iδέα. Oψεις του εθνικού προβλήματος στην Eλλάδα (1830-1880), Πολύτυπο, Aθήνα 1988· και της ίδιας, H Δύση της Aνατολής. Eθνικισμός κι εθνοτικά στερεότυπα, στη δύση της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας, Γνώση, Αθήνα 1992.
9 Βλ. Νίκη Μαρωνίτη, Πολιτική εξουσία και εθνικό ζήτημα στην Ελλάδα 1880-1910, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2009· Έφη Γαζή, «Πατρίς θρησκεία, οικογένεια». Ιστορία ενός συνθήματος. 1880-1930, Πόλις, Αθήνα 2011· Θανάσης Καλαφάτης, «Θρησκευτικότητα και κοινωνική διαμαρτυρία: οι οπαδοί του Απόστολου Μακράκη στη βορειδυτική Πελοπόννησο (1890-1900)», Τα Ιστορικά, 18-19 [Ιούνιος-Δεκέμβριος 1993], σ. 113-142·  Κώστας Παλούκης, «Τα Ευαγγελικά, η έκρηξη που συντάραξε την Αθήνα του 1901», σεμιναριακή εργασία στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Ιστορίας Νεοτέρων Χρόνων, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
10 «Εταιρεία της Υπέρ των Πατρίων Αμύνης. Έργα και ημέραι. Η επίσημος έναρξις», Πάτρια, τ. Α΄, τ. 1 [Σαβάττο, 16 Μαρτίου του 1902], σ. 4.
11 Αναλυτικά για τους Επιστράτους βλ. Γιώργος Θ. Mαυρογορδάτος, Eθνικός Διχασμός και μαζική οργάνωση, Aλεξάνδρεια, Aθήνα 1996. Για το πογκρόμ που οργάνωσαν τον Νοέμβριο του 1916 βλ. Σπύρος Μαρκέτος, «Τα Νοεμβριανά», Ιστορικά Ελευθεροτυπίας 57 [17 Νοεμβρίου 2000], σ. 6-18. Πολύτιμο πρωτογενές υλικό στο Χρ. Σ. Χουρμούζιος, Τα κατά την 18ην και 19ην Νοεμβρίου 1916 και επέκεινα. Μετά ιστορικής προεισαγωγής και επί τη βάσει των γενομένων εν τη Βουλή και δι’ επισήμων εγγράφων αποκαλύψεων, Εκ των Τυπογραφείων της “Εσπερίας”, Λονδίνο 1919.
12 Βλ. σχετικά στο Σπ. Μαρκέτος, Πώς φίλησα τον Μουσολίνι. Τα πρώτα βήματα του ελληνικού φασισμού, ό.π..
13 Bλ. την ισχυρότερη σύγχρονη διατύπωση αυτής της θέσης στο Γιώργος Mαυρογορδάτος, “Bενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός”, σε Γιώργος Θ. Mαυρογορδάτος – Xρήστος Xατζηϊωσήφ (επιμ.), Bενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, Πανεπιστημιακές Eκδόσεις Kρήτης, Pέθυμνο 1988.
14 Την Επανάσταση του Σεπτεμβρίου του 1922, τα δυο κινήματα του ναυτικού το καλοκαίρι του 1924,  το κίνημα του Πάγκαλου το 1925 κι εκείνο με το οποίο τόν ανέτρεψε ο Κονδύλης το 1926, και τέλος τα δυο κινήματα του Πλαστήρα και του Βενιζέλου το 1933 και το 1935. Οπαδοί των Φιλελευθέρων έπαιξαν σημαντικό ρόλο, βέβαια, και στο κίνημα των Μεταξά – Λεοναρδόπουλου – Γαργαλίδη τον Οκτώβριο του 1923. Οι μιλιταριστικές τάσεις των Φιλελευθέρων θα ξεχώριζαν ακόμη πιο έντονα αν υπολογίζαμε και τις δευτερεύουσας σημασίας μικροανταρσίες και στάσεις.
15 Michael N. Pikramenos, «The Independence of the Judiciary», στο  Robin Higham, Thanos N. Veremis, The Metaxas Dictatorship. Aspects of Greece 1936-1940, ELIAMEP-Speros Basil Vryonis Center for the Study of Hellenism, Αθήνα 1993, σ. 137.
16  Hagen Fleischer, «The National Liberation Front» (EAM), 1941-47. A Reassessment», στο John O. Iatrides, Linda Wrigley, Greece at the Crossroads. The Civil War and its Legacy, The Pennsylvania State University Press, University Park 1995, σ. 48.
17 Ένας οξυδερκής παρατηρητής χαρακτηρίζει τους μεσοπολεμικούς μεταξικούς και φασίστες «μικροαγύρτες, γιατί η Ελλάδα δεν είχε κανένα από πεποίθηση μεταξικό ή φασίστα» (Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, Ο χειμώνας του 1941-42. Χρονικό της Κατοχής, Κέδρος, Αθήνα 1980, σ. 192). Από την άλλη μεριά, για να δρας ως φασίστας δεν χρειάζεσαι στέρεες πεποιθήσεις ούτε να έχεις διδακτορικό στον φασισμό· οι περισσότεροι φασίστες ήταν και μικροαγύρτες, και το ίδιο ισχύει βέβαια και σήμερα.
18  Μόνον όσο ήταν απολύτως αναγκαίο· ο Γρίβας, που δεν ήταν και ο πλέον εύστροφος ανάμεσά τους, συνέχιζε ως το 1947 να προβάλλει στις πολιτικές του φωτογραφίες το χιτλερικό μουστάκι του.
19 Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Θα πω την αλήθεια. Μια ιδεολογική πολιτική ομολογία, Αθήναι 1945, σ. 9, όπως αναδημοσιεύεται στο Βασίλης Κ. Λάζαρης, Ο Εμφύλιος Πόλεμος στην Αχαΐα, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2006, σ. 16. Ωστόσο ο ίδιος είχε φλερτάρει προπολεμικά με τον φασισμό, και στη διάρκεια της Κατοχής με το ΕΑΜ.
20  Χρήστος Χατζηιωσήφ, “Δεκέμβρης 1944, τέλος και αρχή”, στο Χρήστος Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα. Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Κατοχή-Αντίσταση 1940-1945, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σ. 367.
21  Χρ. Χατζηιωσήφ, στο ίδιο, σ. 370.
22 Βλ. ανεπτυγμένο το σχετικό επιχείρημα στο Σπύρος Μαρκέτος, “Η ελληνική άκρα δεξιά τη δεκαετία του 1940”, στο Χρήστος Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα. Ο Εμφύλιος 1945-1952, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2009. Η βασική ανάλυση της Κατοχής από τη σκοπιά της κοινωνικής ιστορίας βρίσκεται στο Γιώργος Μαργαρίτης, Προαγγελία θυελλωδών ανέμων… Ο πόλεμος στην Αλβανία και η πρώτη περίοδος της Κατοχής, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2009.
23 Στράτος Δορδανάς, Έλληνες εναντίον Ελλήνων. Ο κόσμος των Ταγμάτων Ασφαλείας στην κατοχική Θεσσαλονίκη 1941-1944, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 43 και passim. Μια άλλη, και εγκυρότερη, κατά τη γνώμη μου, σκοπιά, βλ. στο Τάσος Κωστόπουλος, Η αυτολογοκριμένη μνήμη. Τα Τάγματα Ασφαλείας και η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη, Φιλίστωρ, Αθήνα 2005.
24 Τυπική του δεύτερου χειρισμού είναι η παρουσίαση, από τον Στάθη Καλύβα, των ταγματασφαλιτών ως ταλαίπωρων κακοποιών, άνεργων χωροφυλάκων και θυμάτων ή συγγενών θυμάτων του ΕΑΜ: Στάθης Ν. Καλύβας, «Κόκκινη τρομοκρατία: η βία της Αριστεράς στην Κατοχή», στο Mark Mazower (επιμ.), Μετά τον Πόλεμο. Η ανασυγκρότηση της οικογένειας του έθνους και του κράτους στην Ελλάδα, 1943-1960, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2 2004 [2000], σ. 161-204.
25 «Το απόρρητον αρχείον του ΙΔΕΑ. Επεξεργασία των πρωτοτύπων εγγράφων υπό Κώστα Τριανταφυλλίδη», Ακρόπολις, φ. 7734 της 11ης Ιουλίου 1952, σ. 3, και φ. 7735 της 12ης Ιουλίου 1952, σ. 1.
26 Επιστολή Πέτρου Μαυρομιχάλη,  Ακρόπολις, φ. της 18ης Ιουλίου 1952, σ. 4.
27 «Πότε, πώς και διατί συνεκροτήθη ο ΙΔΕΑ» Ακρόπολις, φ. της 25ης Ιανουαρίου 1952, σ. 3.
28 Βασικής σημασίας παραμένει η ιστορική ανάλυση που περιέχεται στο Γιώργος Μαργαρίτης, Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946 – 1949, Βιβλιόραμα, Αθήνα 5 2005.
29 Ακόμη και ο  Έκτωρ Τσιρονίκος,  καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και βασικό στέλεχος όχι μόνο των δωσιλογικών κυβερνήσεων αλλά και της εξόριστης φασιστικής κυβέρνησης της Βιέννης μετά τη λήξη της Κατοχής, φαίνεται ότι αμέσως ανακυκλώθηκε από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες κι επέστρεψε ως στέλεχός τους στην Ελλάδα, με κρατικό αεροπλάνο των ΗΠΑ: Νίκος Καρκάνης, Οι δοσίλογοι της Κατοχής. Δίκες – παρωδία. Ντοκουμέντα-αποκαλύψεις, μαρτυρίες, Αθήνα 1981, σ. 130-131.
30 Λόγου χάρη στην Επιχείρηση Πελαργός στη Στερεά, Ιούνη του 1947· βλ. σχετικά  Γ. Μαργαρίτης, Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946 – 1949, ό.π., τ. Α΄, σ. 300 και passim.
31 Robert O. Paxton, The Anatomy of Fascism, Penguin Books, Harmondsworth 2005, σ. 218.
32 «Επανάστασιν εις την διεθνή πολιτικήν δια την αντιμετώπισιν του κομμουνισμού, εσημείωσεν το δόγμα Τρούμαν. Παρομοίαν Επανάστασιν απετέλεσεν και η εθνική αλλαγή της 21ης Απριλίου 1967, δια να αντιμετωπίση τον επερχόμενον νέον εναντίον της Ελλάδος κομμουνιστικόν κίνδυνον. Εάν ο κομμουνισμός κατελάμβανεν την Ελλάδα –και θα το επετύγχανεν εάν δεν παρενέβαινον αι Ένοπλοι Δυνάμεις της Χώρας- θα επροδίδετο το Δόγμα Τρούμαν και ο σκοπός του. Τους ιδίους στόχους είχε το Δόγμα Τρούμαν και η Επανάστασις της 21ης Απριλίου. Και το ίδιον αποτέλεσμα: έσωσαν την Ελλάδα από τον κομμουνισμόν». Εισαγωγή στο Γεώργιος Παπαδόπουλος, Το δόγμα Τρούμαν και η επανάστασις των εθνικών ενόπλων δυνάμεων, Αθήναι Μάιος 1967, σ. 15.
33 Γεώργιος Παπαδόπουλος, Το δόγμα Τρούμαν και η επανάστασις των εθνικών ενόπλων δυνάμεων, Αθήναι Μάιος 1967, σ. 30.
34 Γεώργιος Γεωργαλάς, Η ιδεολογία της Επαναστάσεως. Όχι δόγματα, αλλά ιδεώδη, χ.τ.ε., χ.χ., σ. 6.
35 Γ. Γεωργαλάς, Η ιδεολογία της Επαναστάσεως. Όχι δόγματα, αλλά ιδεώδη, ό.π., σ. 19, 7-8· βλ. και σ. 57.
36 Νίκος Κλείτσικας, Andrea Speranzoni, Φαινόμενα τρομοκρατίας. Ο ελληνικός νεοφασισμός μέσα από τα απόρρητα έγγραφα των Μυστικών Υπηρεσιών, Προσκήνιο, Αθήνα 2003.
37 Βλ. Eric Wilson (επιμ.), Government of the Shadows. Parapolitics and Criminal Sovereignty, Pluto Press, Λονδίνο, Νέα Υόρκη 2009· Daniele Ganser, NATO’s Secret Armies. Opertation Gladio and Terrorism in Western Europe. An Approach to NATO’s Secret Stay-Behind Armies, πρόλογος John Prados, Frank Cass, Λονδίνο 2005· και στα ελληνικά, Ντανιέλε Γκάνσερ, Οι μυστικοί στρατοί του ΝΑΤΟ: Η επιχείρηση Gladio και η τρομοκρατία στη Δυτική Ευρώπη, μετάφραση Κωνσταντίνος Φασούλης, πρόλογος-επιμέλεια Κλεάνθης Γρίβας, Antilogos, Αθήνα 2007
—————————————————————————————————————————————————-
Ο Σπύρος  Μαρκέτος είναι νομικός και ιστορικός. Διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ. 

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας και ο πόλεμος


( δημοσιεύτηκε στον τόμο των Ε-Ιστορικών "28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 - Η Ελλάδα στη δίνη του πολέμου" τον Οκτώβριο του 2011 ) πηγή: http://istoriologio.blogspot.gr
του Γιάννη Σκαλιδάκη



Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας στάθηκε συνεπές στην πάλη του ενάντια στο φασισμό και τον πόλεμο από την αρχή της εμφάνισης του φασιστικού φαινομένου μέχρι την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου και φυσικά κατά τη διάρκεια της τριπλής κατοχής της χώρας. Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου συντάχθηκε με τη γραμμή της Κομμουνιστικής Διεθνούς για τη μετωπική δράση ενάντια στο φασισμό και σταδιακά προσάρμοσε τη γραμμή του και τη δράση του προς αυτήν την κατεύθυνση κάνοντας βασικό στοιχείο της πολιτικής του τη δημιουργία ενός παλλαϊκού μετώπου. Η έλευση της δικτατορίας Μεταξά απέβη σκληρό χτύπημα για το ΚΚΕ με αποδιοργάνωση των οργανώσεών του σε όλα τα επίπεδα, πολιτικά όμως κατάφερε να παραμείνει σε μια σωστή γραμμή υπεράσπισης της ανεξαρτησίας και της ακεραιότητας της χώρας, με απόληξη την κατεύθυνση που έδινε το γράμμα Ζαχαριάδη για τη στάση απέναντι στην ιταλική επίθεση, στάση που οδήγησε και στη δημιουργία του ΕΑΜ στην Κατοχή. Και αυτό παρά τις απίστευτες αντιξοότητες που προκάλεσε η διάβρωση του κόμματος από τις υπηρεσίες ασφαλείας της δικτατορίας αλλά και τις στροφές στην πολιτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς, της οποίας τμήμα παρέμενε το ΚΚΕ, στροφές που οφείλονταν στην επιλογή της Σοβιετικής Ένωσης να συνάψει σύμφωνο μη επίθεσης με τη χιτλερική Γερμανία το καλοκαίρι του 1939. Κατά κάποιο τρόπο, η εσωτερική κρίση του ΚΚΕ και το βραχυκύκλωμα των διαύλων επικοινωνίας του με την Διεθνή το προστάτευσε πολιτικά, αν μπορούμε να το θέσουμε έτσι, από την γενικότερη κρίση που μάστισε τα κομμουνιστικά κόμματα παγκοσμίως την περίοδο 1939-1941.

Στηριγμένο στις πρότερες εκτιμήσεις της Διεθνούς εναντίον του φασισμού, που είχαν γίνει για χρόνια κτήμα των στελεχών του, το ΚΚΕ και ειδικά ο γενικός του γραμματέας Νίκος Ζαχαριάδης κατάφεραν να προσανατολιστούν σωστά στη θυελλώδη πρώτη περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και αυτό παρά τις αντιφάσεις και τις διαφορετικές αποχρώσεις στις εκτιμήσεις που έβγαιναν από τα διάφορα κατακερματισμένα καθοδηγητικά κέντρα του κόμματος. Στο κείμενο που ακολουθεί θα προσπαθήσουμε να εξιστορήσουμε την πορεία αυτή του ΚΚΕ κυρίως από τα επίσημα κείμενά του και τη στάση των καθοδηγητικών στελεχών του. Δεν θα πρέπει όμως να διαφύγει στον αναγνώστη πως πέρα από την «επίσημη» αυτή ιστορία, υπήρχε η ζωντανή ιστορία των αγώνων και θυσιών των μελών και οπαδών του κόμματος που κράτησαν ψηλά τη σημαία της αντίστασης στο φασισμό και στην εγχώρια εκδοχή του δικτατορικού καθεστώτος Μεταξά-Γεωργίου Β΄, συνέπλευσαν και στήριξαν το λαϊκό αίσθημα απόκρουσης της επίθεσης του ιταλικού φασισμού και εντέλει πρωτοστάτησαν στη δημιουργία του μεγαλειώδους κινήματος Αντίστασης ενάντια στην κατοχή της χώρας από τον Άξονα.

Η πολιτική του ΚΚΕ στο μεσοπόλεμο ενάντια στο φασισμό και τον πόλεμο

Το ξετύλιγμα του μίτου της μετωπικής πολιτικής του ΚΚΕ ξεκινά από την 6η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1934. Σε αυτήν πήραν μέρος, εκτός από τον Νίκο Ζαχαριάδη, και οι σημαντικότεροι πρωταγωνιστές του μετέπειτα εαμικού εγχειρήματος, μεταξύ άλλων οι Γιάννης Ζέβγος, Γιάννης Ιωαννίδης, Μήτσος Παρτσαλίδης, Μιλτιάδης Πορφυρογένης, Πέτρος Ρούσος, Γιώργης Σιάντος, Χρύσα Χατζηβασιλείου. Το σώμα αυτό έμεινε γνωστό για την ανάλυση της ελληνικής κοινωνίας και τον καθορισμό του χαρακτήρα της επικείμενης επανάστασης στην Ελλάδα ως «αστικοδημοκρατικού χαραχτήρα με τάσεις γρήγορης μετατροπής σε προλεταριακή σοσιαλιστική επανάσταση». Έμπαινε δε ως καθήκον της πολιτικής δράσης του κόμματος η πάλη ενάντια στο φασισμό και τον πόλεμο.[1]
Ο Χίτλερ βρισκόταν ήδη στην εξουσία από τις αρχές του 1933 και ο φασισμός σε άνοδο στην Ευρώπη, όταν προσδιορίστηκε ως «ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία των πιο σωβινιστικών, πιο αντιδραστικών και πιο ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου» από την 13η Ολομέλεια της Κομμουνιστικής Διεθνούς το φθινόπωρο του 1933. Στο 14ο συνέδριο του ΚΚΣΕ τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο 1934 επισημάνθηκε ο κίνδυνος για την ειρήνη από την άνοδο του φασισμού ενώ στις αρχές Φεβρουαρίου μαζικές συγκρούσεις έλαβαν χώρα σε Παρίσι και Βιέννη ανάμεσα σε σοσιαλιστές και κομμουνιστές εργάτες ενάντια στις προσπάθειες φασιστικού πραξικοπήματος και στις δυνάμεις του Ντόλφους αντίστοιχα.[2]
Μέσα σε αυτό το κλίμα πραγματοποιήθηκε η 6η Ολομέλεια του ΚΚΕ. Το ΚΚΕ βαθμιαία και με αντιφάσεις θα προσπαθήσει να εφαρμόσει στην πράξη τακτικές μετωπικής πολιτικής, που αρχικά θα έρθουν σε αντίθεση με τη στρατηγική του, που παρέμενε η εργατοαγροτική επανάσταση στην Ελλάδα και η δημιουργία εργατοαγροτικής κυβέρνησης, σύμφωνα με το σύνθημα του 5ου συνεδρίου του ΚΚΕ που πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 1934.[3] Η πορεία προς τον φασισμό στην Ελλάδα και η ανάγκη οργάνωσης ενιαίου αντιφασιστικού μετώπου τονίζονταν στις αποφάσεις του συνεδρίου.[4] Η τακτική του ενιαίου μετώπου έπρεπε να γίνει «από τα κάτω», μέσα στα συνδικάτα και με τη διάλυση «της μαζικής βάσης του σοσιαλφασισμού».[5] Μέσα στο πλαίσιο αυτό μπορεί να ερμηνευτεί και η καθαρή αλλαγή της θέσης του ΚΚΕ όσον αφορά τα εθνικά ζητήματα, κυρίως με την εγκατάλειψη του συνθήματος περί ανεξάρτητης Μακεδονίας και την προβολή της θέσης για εθνική ισοτιμία των μειονοτήτων. Το εθνικό ζήτημα θα γινόταν έκτοτε βασική παράμετρος της πολιτικής του ΚΚΕ μέσα από την προβολή της εθνικής ανεξαρτησίας. Ο δε Νίκος Ζαχαριάδης στις Θέσεις του για την ιστορία του ΚΚΕ, το 1939, δεν θα διστάσει να κάνει λόγο για την ανάγκη Εθνικού Μετώπου.
Το ΚΚΕ, έχοντας υπόψη του και το σύμφωνο ενότητας δράσης του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας με το Σοσιαλιστικό Κόμμα Γαλλίας που υπογράφηκε τον Ιούλιο του 1934, άρχισε σταδιακά να αλλάζει τη ρητορική του που μέχρι τότε καθοριζόταν από την αντιπαράθεση με τη σοσιαλδημοκρατία («σοσιαλφασισμός») και τις μεταρρυθμιστικές συνδικαλιστικές ηγεσίες. Ήδη, πριν το 7ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, η Εκτελεστική της Επιτροπή είχε επικροτήσει την πολιτική του ΚΚ Γαλλίας και προσανατόλιζε τα κομμουνιστικά κόμματα προς μια διεύρυνση της πολιτικής του ενιαίου μετώπου. Μια αρχική συμφωνία ανάμεσα στο ΚΚΕ (Μ. Τατασόπουλος), το Αγροτικό Κόμμα (Α. Τανούλας, Α. Βογιατζής, Ε. Παγούρας), το Σοσιαλιστικό Κόμμα (Στρ. Σωμερίτης), το Εργατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (Γ. Πυρπασόπουλος), τη ΓΣΕΕ (Ι. Καλομοίρης), την Ενωτική ΓΣΕΕ (Γ. Σιάντος) και τα Ανεξάρτητα Εργατικά Συνδικάτα (Γ. Λάσκαρης) επιτεύχθηκε στις 5 Οκτωβρίου 1934. Προέβλεπε δε κοινό αγώνα μέσω κοινών συγκεντρώσεων ενάντια σε κάθε φασιστικό πραξικόπημα, αλληλοβοήθεια μεταξύ των μελών τους σε περίπτωση φασιστικής επίθεσης αλλά και την προετοιμασία μιας γενικής απεργίας.
Την 1η Μαρτίου 1935 θα εκδηλωθεί το στρατιωτικό πραξικόπημα Πλαστήρα. Το ΚΚΕ, που είχε καταγγείλει το πραξικόπημα μέσω του Ριζοσπάστη, με απόφαση της 3ης Ολομέλειας στις 23 Μαρτίου, επέμενε στην αναγκαιότητα του ενιαίου αντιφασιστικού μετώπου αλλά κατήγγειλε τους μέχρι τότε συμμάχους του ότι υποστήριξαν άλλοι το κίνημα Πλαστήρα και άλλοι τη «φασιστική τριανδρία Κονδύλη, Μεταξά, Δουσμάνη».[6] Μετά την κατάπνιξη του κινήματος, η κυβέρνηση των Λαϊκών προέβη σε μεγάλης έκτασης διώξεις που περιλάμβαναν τα μέλη και στελέχη του ΚΚΕ καθώς και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Μέσα σε αυτό το κλίμα, το ΚΚΕ περιχαρακώθηκε και πάλι. Ενόψει των εκλογών της 9ης Ιουνίου 1935, προέβαλε το «Ενιαίο Μέτωπο Εργατών και Αγροτών» (ΕΜΕΑ) με σύνθημα όμως τη «Σοβιετική Ελλάδα» και απέρριψε αυτή τη φορά το ίδιο προτάσεις προεκλογικής συνεργασίας τόσο από τον Κώστα Γαβριηλίδη του ΑΚΕ όσο και από τον Γεώργιο Παπανδρέου.[7] Στις εκλογές αυτές, από τις οποίες απείχαν τα βενιζελικά και δημοκρατικά κόμματα, το ΕΜΕΑ πήρε 98.699 ψήφους (9,59%) αλλά λόγω εκλογικού συστήματος δεν εξέλεξε βουλευτές.
Μετά τις εκλογές αυτές, το ΚΚΕ έθεσε το ζήτημα δημιουργίας αντιφασιστικού-δημοκρατικού συνασπισμού. Η Κεντρική Επιτροπή στη σχετική απόφαση ανέφερε πως «το Κόμμα πρέπει θαρραλέα να προχωρήσει στην πραγματοποίηση [του συνασπισμού] χτυπώντας κάθε σεχταρισμό που στο όνομα της “αριστερής” αδιαλλαξίας και με πρόσχημα της προφύλαξης του Κόμματος από τον οπορτουνισμό το εμποδίζει να σταθεί η πρωτόβουλη και ηγεμόνα δύναμη στην αντιφασιστική-δημοκρατική συγκέντρωση των δυνάμεων του λαού».[8] Στις 5 Ιουλίου με ανοιχτό γράμμα προς τις συνδικαλιστικές ομοσπονδίες, το Σοσιαλιστικό και το Αγροτικό Κόμμα, άλλες συνδικαλιστικές οργανώσεις και επιτροπές, το ΚΚΕ ζήτησε την άμεση συγκρότηση πανελλαδικού Δημοκρατικού Συνασπισμού ενάντια στον φασισμό και τη μοναρχική παλινόρθωση.[9]

Το έβδομο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς

Το έβδομο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς πραγματοποιήθηκε στη Μόσχα από τις 25 Ιουλίου έως τις 21 Αυγούστου 1935 με 510 αντιπροσώπους, 371 με αποφασιστική ψήφο και 139 με συμβουλευτική ψήφο.[10] Η αντιπροσωπεία του ΚΚΕ αποτελέστηκε από τους Στυλιανό Σκλάβαινα (επικεφαλής), Γιάννη Ιωαννίδη, Γιάννη Μιχαηλίδη, Μιχάλη Τυρίμο, Μιχάλη Σινάκο, Δημήτρη Σακαρέλο, Νίκο Πλουμπίδη και Ανδρέα Τσίπα.[11] Το συνέδριο αυτό ασχολήθηκε με το φαινόμενο του φασισμού και έδωσε την κλασική διατύπωση για τη φύση του:
Ο φασισμός είναι η ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία των πιο αντιδραστικών, των πιο σοβινιστικών και των πιο ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου […] Ο γερμανικός φασισμός παρουσιάζεται σαν η πολεμική γροθιά της διεθνούς αντεπανάστασης, σαν ο κύριος εμπρηστής του ιμπεριαλιστικού πολέμου.
Το Συνέδριο προώθησε τη δημιουργία Λαϊκών Αντιφασιστικών Μετώπων, που ήταν πιθανό σε ορισμένες χώρες να φτάσουν στην εξουσία. Αναπτύχθηκε η αντίληψη της «αμοιβαίας σχέσης της πάλης υπέρ της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού» και γινόταν η εκτίμηση ότι η επαναστατική διαδικασία στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες δεν θα προχωρούσε με άμεση σοσιαλιστική επανάσταση αλλά μέσω του σταδίου της αντιφασιστικής πανδημοκρατικής πάλης.[12]
Όσον αφορά τον πόλεμο, τονίστηκε ότι αυτός από τον χαρακτήρα του θα ήταν ιμπεριαλιστικός και λόγω της ύπαρξης της Σοβιετικής Ένωσης θα μετατρεπόταν σε αντεπαναστατικό, αντισοβιετικό πόλεμο:
Για κανένα δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ότι ο ετοιμαζόμενος πόλεμος ακόμα και αν αρχίσει σαν πόλεμος μεταξύ δύο ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, είτε σαν πόλεμος κάποιας μεγάλης δύναμης εναντίον μιας μικρής χώρας, αναπότρεπτα θα έχει την τάση να οδηγηθεί και αναπότρεπτα θα εξελιχθεί σε πόλεμο κατά της Σοβιετικής Ένωσης.[13]
Η ανάλυση της κατάστασης στην Ευρώπη καθόριζε την τακτική του κομμουνιστικού κινήματος και, όπως σημείωνε ο Αλέκος Παπαπαναγιώτου, για τις μικρές χώρες αλλά και υπό ορισμένες συνθήκες και για μεγάλες δυνάμεις όπως η Γαλλία, «το καθήκον της υπεράσπισης της εθνικής ανεξαρτησίας ενάντια στη φασιστική επιδρομή προτάσσεται του καθήκοντος της χρησιμοποίησης της πολεμικής κρίσης για την πραγματοποίηση της προλεταριακής επανάστασης». Όπως το διατύπωνε η Διεθνής:
Συγκεντρώνουμε τα πυρά μας ενάντια στο γερμανικό φασισμό που αποτελεί τον κύριο εμπρηστή του πολέμου στην Ευρώπη. Προσπαθούμε να χρησιμοποιήσουμε όλες τις διαφορές που υπάρχουν στις θέσεις ορισμένων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Οφείλουμε να τις χρησιμοποιήσουμε έντεχνα προς το συμφέρον της ειρήνης, χωρίς να ξεχνούμε ούτε λεπτό την αναγκαιότητα να κατευθύνουμε το χτύπημα ενάντια στον εχθρό στη δική μας χώρα, ενάντια στο «δικό μας» ιμπεριαλισμό.[14]

Οι προσπάθειες για Παλλαϊκό Μέτωπο

Μετά την ολοκλήρωση του 7ου συνεδρίου της Διεθνούς, συνήλθε η 4η ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ στις 27 και 28 Σεπτεμβρίου 1935. Το σώμα αυτό ενέκρινε τις θέσεις του 7ου συνεδρίου και προσάρμοσε τις θέσεις του όσον αφορά την αντιμετώπιση του φασισμού. Προκρίθηκε η αποκατάσταση του ενιαίου μετώπου όλων των πολιτικών και συνδικαλιστικών εργατικών οργανώσεων. Το φασισμό και τη μοναρχία θα απέτρεπε η δημιουργία ενός παλλαϊκού μετώπου «της ελευθερίας και δημοκρατίας», στο οποίο χωρούσαν πλέον όχι μόνο τα σοσιαλιστικά και αγροτικά κόμματα και οργανώσεις αλλά και όλα τα άλλα κόμματα, όπως οι Φιλελεύθεροι, που αναφέρονται συγκεκριμένα, σε μια «ελάχιστη δημοκρατική-αντιφασιστική βάση». Το ΚΚΕ θα υποστήριζε μια δημοκρατική-αντιφασιστική κυβέρνηση στην ελάχιστη βάση της αποκατάστασης όλων των λαϊκών δημοκρατικών ελευθεριών, του χτυπήματος του φασισμού και μοναρχισμού, της γενικής αμνηστίας και της προκήρυξης ελεύθερων εκλογών με αναλογική.[15]
Όσον αφορά το ζήτημα της φασιστικής απειλής, το ΚΚΕ διακήρυττε πως «μπροστά στον άμεσο κίνδυνο φασιστικής ιταλικής επιδρομής, είτε άλλης μεγαλοϊμπεριαλιστικής (λ.χ. από την πλευρά της χιτλερικής Γερμανίας), απειλής κατά της εθνικής ακεραιότητας και ανεξαρτησίας, θέτει σαν υπέρτατο καθήκον του την υπεράσπιση της εθνικής ελευθερίας και θα παλέψει με όλες του τις δυνάμεις, για να κατακτήσει αυτό την ηγεμονία της πάλης […]. Το ΚΚΕ στον αγώνα αυτόν θα συνεργαστεί με όλες τις οργανώσεις και κόμματα, που θα παλαίψουν πραγματικά για την εθνική ακεραιότητα και ανεξαρτησία».[16]
Πράγματι, το ΚΚΕ απευθύνθηκε σε όλα τα δημοκρατικά κόμματα πριν το δημοψήφισμα-παρωδία του Κονδύλη προτείνοντας τη μεταξύ τους συνεννόηση και τη συγκρότηση κοινής πανελλαδικής επιτροπής αγώνα.[17] Μάλιστα, μετά και τις εξελίξεις του Σεπτεμβρίου οπότε η χώρα κυβερνιόταν ουσιαστικά δικτατορικά από τον Κονδύλη με παραμερισμό του πρωθυπουργού Τσαλδάρη και η παλινόρθωση φαινόταν να είναι επί θύραις, οι αρχηγοί των δημοκρατικών κομμάτων αποφάσισαν να προχωρήσουν σε αντιμοναρχικό μέτωπο με τον τίτλο Πανδημοκρατική Ένωση. Ωστόσο τα γεγονότα πρόλαβαν το υπό σχηματισμό μέτωπο αυτό καθώς στις 10 Οκτωβρίου ο Τσαλδάρης ανατράπηκε και σχηματίστηκε κυβέρνηση Κονδύλη με πραξικοπηματική κατάργηση της Δημοκρατίας, επαναφορά του Συντάγματος του 1911 και προκήρυξη δημοψηφίσματος για την παλινόρθωση στις 3 Νοεμβρίου.[18]
Τις εξελίξεις στον ευρύτερο δημοκρατικό χώρο ερμήνευε από τη σκοπιά του ο «αντιβασιλιάς» Κονδύλης στο όνομα του «βενιζελοκομμουνισμού», προχωρώντας σε ευρείας κλίμακας καταστολή με διώξεις και εκτοπίσεις, εκβιάζοντας την αποχή των δημοκρατικών κομμάτων από το δημοψήφισμα της 3ης Νοεμβρίου, το οποίο με εξόφθαλμη νοθεία επανέφερε το Γεώργιο με ποσοστό 98%.[19] Στο ενδιάμεσο διάστημα όμως προχώρησαν οι μετωπικές πολιτικές του ΚΚΕ που δεν απέτρεψαν μεν την παλινόρθωση αλλά το έφεραν πιο κοντά πολιτικά με τα αστικά δημοκρατικά κόμματα διαμορφώνοντας και τα όρια που θα καθορίσουν και τις πολιτικές συνεργασίες που θα αποτυπωθούν στην Κατοχή με το ΕΑΜ και την ΠΕΕΑ. Το ΚΚΕ πρότεινε τη δημιουργία αντιδικτατορικού μετώπου που θα συμπεριλάμβανε και το τμήμα του Λαϊκού Κόμματος που ακολουθούσε τον Τσαλδάρη και τους 22 βουλευτές του που τάσσονταν κατά της μοναρχίας. Έγιναν διαπραγματεύσεις με το Φιλελεύθερο και το Προοδευτικό Κόμμα και σχηματίστηκε συντονιστική επιτροπή με τη συμμετοχή του Καφαντάρη για το Προοδευτικό Κόμμα και του Ν. Ασκούτση, που θα στελεχώσει αργότερα την ΠΕΕΑ, για τους Φιλελεύθερους. Συμμετείχαν επίσης ο Γ. Παπανδρέου και ο Παπαναστασίου καθώς και το Σοσιαλιστικό Κόμμα και τα δύο Αγροτικά Κόμματα (Τανούλα-Βογιατζή και Σοφιανόπουλου-Γαβριηλίδη).[20] Το ΚΚΕ, κατά την εφαρμογή της πολιτικής αυτής, είχε να αντιμετωπίσει τις συνεχείς υπαναχωρήσεις των συμμάχων του, ειδικά εκείνων από το χώρο των Φιλελευθέρων που όψιμα είχαν αποκτήσει επικοινωνία με το ΚΚΕ. Αυτοί δέχονταν και τις πιο έντονες πιέσεις από τον υπόλοιπο αστικό κόσμο που έπαιζαν το χαρτί του αντικομμουνισμού. Με βάση αυτή τη ρητορική, η συνεργασία με το ΚΚΕ ήταν εθνική προδοσία, «βενιζελοκομμουνιστική συνομωσία».
Το ΚΚΕ επέμεινε στη νέα γραμμή του, την οποία επαναβεβαίωσε και στο 6ο Συνέδριο του που έλαβε χώρα τον Δεκέμβριο του 1935. Στο συνέδριο αυτό τονιζόταν ο άμεσος κίνδυνος του πολέμου που απειλούσε την Ελλάδα, κυρίως από την Ιταλία και τονιζόταν πως:
Το Κόμμα μας αν και πιστεύει ότι μια τελική εξάλειψη κάθε κινδύνου πολέμου μπορεί να γίνει μόνο με τη συντριβή της εξουσίας του κεφαλαίου, που αποτελεί την πηγή των πολέμων, εν τούτοις πάνω στη βάση της πάλης για την ειρήνη και την υπεράσπιση της χώρας από κάθε ιμπεριαλιστική επέμβαση και κατάχτηση, πρωτοστατεί στην πραγματοποίηση ενιαίου μετώπου με όλα τα κόμματα και οργανώσεις που δέχονται τη βάση της πάλης αυτής.[21]
Λίγες ημέρες πριν την κήρυξη της δικτατορίας Μεταξά, στις 22 Ιουλίου 1936 υπογράφηκε συμφωνητικό για τη δημιουργία Λαϊκού Μετώπου πάλης εναντίον του φασισμού, για την υπεράσπιση και ανάπτυξη της δημοκρατίας, ανάμεσα στο ΚΚΕ και στο Αγροτικό Κόμμα υπό τον Ιωάννη Σοφιανόπουλο.[22] Η δικτατορία Μεταξά θα ανέκοπτε βίαια την πολιτική ζωή και θα καταδίωκε ιδιαίτερα τον προοδευτικό χώρο και ειδικά τους κομμουνιστές. Οι μετέπειτα συναγωνιστές στο ΕΑΜ θα συνευρίσκονταν πλέον στις εξορίες και τις φυλακές μέχρι την κήρυξη του πολέμου.

Η δικτατορία Μεταξά και η πρόσληψη του πολέμου από το ΚΚΕ

Η δικτατορία Μεταξά προέβη σε πρωτοφανείς, ακόμα και για την Ελλάδα του μεσοπολέμου, πολιτικές διώξεις που εκτείνονταν σε όλο το πολιτικό φάσμα. Την τιμητική του είχε φυσικά το ΚΚΕ. Με τις διαβόητες μεθόδους του Μανιαδάκη, – φυλακές και εξορίες, ψυχολογικά και σωματικά βασανιστήρια, ρετσινόλαδο και πάγος– εξαπολύθηκε ένα πογκρόμ όχι μόνο ενάντια στα στελέχη και τα μέλη του κόμματος με τις οικογένειες τους αλλά και στους οπαδούς, φίλους και συμπαθούντες. Το περίφημο εύρημα του πολυμήχανου υπουργού Ασφαλείας ήταν οι δηλώσεις μετανοίας, με τις οποίες προσδοκούσε να διαλύσει τον οργανωτικό ιστό του ΚΚΕ και να εξευτελίσει τα θύματά του. Ο υπερβάλλων ζήλος βέβαια των οργάνων του καθεστώτος οδήγησε σε μια βιομηχανία δηλώσεων, που παρουσίαζε ένα ΚΚΕ στελεχωμένο με δεκάδες χιλιάδες μέλη, πράγμα που δεν ήταν στις αρχικές επιδιώξεις του εμπνευστή τους. Το αποτέλεσμα πάντως ήταν μια πραγματική λαίλαπα για το ΚΚΕ με το σύνολο σχεδόν των στελεχών του στα χέρια της δικτατορίας. Η καρδιά του κόμματος θα χτύπαγε πλέον στην Ακροναυπλία, στον Άη Στράτη, στις φυλακές και τους υπόλοιπους τόπους εξορίας.
Ως τον Νοέμβριο του 1936 είχαν συλληφθεί πάνω από 1.000 μέλη και στελέχη και ανάμεσά τους ο Νίκος Ζαχαριάδης, ο Γιώργος Σιάντος (που θα δραπετεύσει και θα ξανασυλληφθεί), ο Γιάννης Ιωαννίδης, ο Κώστας Θέος. Άλλα στελέχη που κατόρθωσαν να διαφύγουν, συνελήφθησαν τον Απρίλιο του 1938 –ο Μήτσος Παρτσαλίδης, ο Βασίλης Νεφελούδης, ο Στυλιανός Σκλάβαινας και άλλα 80 μέλη και στελέχη, ανάμεσά τους και ο γραμματέας της ΟΚΝΕ Χρήστος Μαλτέζος που θα πεθάνει από τα βασανιστήρια στη φυλακή της Κέρκυρας. Με το τελευταίο αυτό χτύπημα άρχισε και η πλήρης αποδιοργάνωση του ανώτερου επιπέδου του κόμματος που θα καταλήξει σε δύο διαφορετικές καθοδηγήσεις με διαφορετικές γραμμές σκορπίζοντας σύγχυση στη βάση. Από την καθοδήγηση που απέμεινε και αποτελούνταν από ένα μόνο μέλος του Πολιτικού Γραφείου, τον Σιάντο και τρία μέλη της Κεντρικής Επιτροπής, τους Νίκο Πλουμπίδη, Γρηγόρη Σκαφίδα και Δημήτρη Παπαγιάννη, θα συλληφθούν επίσης όλοι εκτός από τον τελευταίο, ο Πλουμπίδης τον Μάιο και οι Σιάντος-Σκαφίδας τον Νοέμβριο του 1939. Οι εποχές όμως είχαν αλλάξει επίσης. Στις 23 Αυγούστου 1939 είχε υπογραφεί το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο μη επίθεσης και την 1η Σεπτεμβρίου είχε ξεκινήσει ο πόλεμος στην Ευρώπη με την εισβολή των Γερμανών στην Πολωνία.
Μέσα στη δικτατορία πραγματοποιήθηκαν τρεις ολομέλειες της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, η 3η τον Φεβρουάριο του 1937, η 4η τον Αύγουστο του 1937 και η 5η τον Φεβρουάριο του 1939. Ανάμεσα στα σώματα αυτά και ειδικά ανάμεσα στα δύο πρώτα και στο τρίτο η πορεία προς τον πόλεμο ήταν ραγδαία στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Τον Μάρτιο του 1938 θα πραγματοποιηθεί η βίαιη προσάρτηση της Αυστρίας στη ναζιστική Γερμανία ενώ τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους θα υπογραφεί η Συμφωνία του Μονάχου ανάμεσα στη Γερμανία και τις Μεγάλη Βρετανία και Γαλλία, με την οποία οι δεύτερες έδιναν τη συγκατάθεσή τους για την κατάληψη μέρους της Τσεχοσλοβακίας από τον Χίτλερ. Τον Φεβρουάριο του 1939 οι κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας θα αναγνωρίσουν το φασιστικό καθεστώς του Φράνκο και θα διακόψουν τις διπλωματικές τους σχέσεις με τη δημοκρατική κυβέρνηση της Ισπανίας.
Από την εγκαθίδρυση της δικτατορίας Μεταξά, το ΚΚΕ συμπέραινε πως η Ελλάδα είχε προσδεθεί στο άρμα του γερμανικού φασισμού. Η 3η Ολομέλεια ανέφερε πως η δικτατορία είχε μετατρέψει τη χώρα σε στρατηγικό στήριγμα του φασισμού και είχε αναλάβει να παίξει το ρόλο του χιτλερικού χωροφύλακα στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο.[23] Προέτασσε δε την ανάγκη συγκρότησης Λαϊκού Μετώπου για το διώξιμο της δικτατορίας Μεταξά και πρότεινε το σχηματισμό προσωρινής αντιδικτατορικής κυβέρνησης για την αποκατάσταση των λαϊκών ελευθεριών και τη διενέργεια ελεύθερων εκλογών. Λίγους μήνες μετά, η 4η Ολομέλεια ήταν στην ίδια γραμμή αλλά σε αυτήν έμπαινε πιο επιτακτικά το πρόβλημα του πολέμου. Το διώξιμο του Μεταξά και η αποκατάσταση της λαϊκής κυριαρχίας ήταν επίσης «εγγύηση για την ακεραιότητα και ανεξαρτησία της Ελλάδας». Όπως σημειώνει ο Θανάσης Χατζής, οι αναλύσεις της εποχής επηρεασμένες από το εξωτερικό τυπικό της δικτατορίας και τις οικονομικές σχέσεις του καθεστώτος με τη Γερμανία, τοποθετούσαν μονόπλευρα τον Μεταξά στο πλευρό του Χίτλερ και του Μουσολίνι παραβλέποντας τις σχέσεις με τον βρετανικό παράγοντα.[24] Πράγματι στο Μανιφέστο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ μετά την 4η Ολομέλεια αναλυόταν με τον τρόπο αυτό η στάση «ουδετερότητας» που διατυμπάνιζε το καθεστώς Μεταξα:
Πρέπει να πάσχει κανείς από αθεράπευτη πολιτκή μυωπία είτε από πλήρη άγνοια των πραγματικών γεγονότων για να μη δει το ξεπούλημα και το οριστικό δέσιμο της Ελλάδας στον άξονα Βερολίνου-Ρώμης και το γκρεμό όπου σέρνεται με μαθηματική ακρίβεια ο τόπος. Οι διαβεβαιώσεις του Μεταξά ότι η Ελλάδα δεν απομακρύνεται απ’ τις πατροπαράδοτες φιλίες της, έχουν τόση αξία, όση αξία είχαν και οι δηλώσεις του ότι δε θα παρεκλίνει απ’ τον κοινοβουλευτισμό στις παραμονές του πραξικοπήματός του κατά της λαϊκής κυριαρχίας. Ούτε η πολιτική της ουδετερότητας που ετοιμάζεται να λανσάρει η δικτατορία είναι δυνατό ν’ απατήσει κανένα. Κάτω από τη μάσκα της “ουδετερότητας” κρύβεται η ίδια χιτλερομουσσολινική πολιτική του Μεταξά, που σήμερα ακόμα δεν τολμάει ανοιχτά να εκδηλωθεί κατά της Αγγλίας και της Γαλλίας.[25]
Όταν συνήλθε η 5η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος, τον Φεβρουάριο του 1939, η απειλή του πολέμου ήταν πολύ πιο άμεση. Στην απόφαση της Ολομέλειας καταδικαζόταν η Συμφωνία του Μονάχου, ότι «εκφράζει τη θέληση του μεγάλου αγγλογαλλλικού κεφαλαίου να συμβιβαστεί με το φασιστικό άξονα αφίνοντας σ’ αυτόν ελεύθερο πεδίο δράσης σε βάρος των μικρών κρατών και της Σοβιετικής Ένωσης». Μπροστά στη γενικευμένη απειλή του παγκοσμίου πολέμου, το ΚΚΕ διακήρυττε πως αγωνιζόταν για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας και της ακεραιότητας της χώρας. Έβαζε όμως μια παράμετρο, που θα προκαλούσε την αντίδραση της Κομμουνιστικής Διεθνούς –διακήρυττε πως ο μεγαλύτερος εχθρός της ανεξαρτησίας και ακεραιότητας της χώρας βρισκόταν στην Αθήνα και ήταν η «μοναρχοφασιστική δικτατορία».[26]
Ο άμεσος όμως κίνδυνος του πολέμου που έγινε χειροπιαστός με την εισβολή της Ιταλίας στην Αλβανία τον Απρίλιο του 1939 έκανε πιο επιτακτική την ανάγκη του ΚΚΕ για συγκεκριμένες θέσεις και έδειξε τα κενά στα συμπεράσματα της 5ης Ολομέλειας. Στις 10 Απριλίου, η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ εξέδωσε προκήρυξη προς τον ελληνικό λαό και το στρατό. Σε αυτήν τονιζόταν πως η ανεξαρτησία και η ακεραιότητα της χώρας κινδύνευαν άμεσα, αλλά επέμενε πως ο μεγαλύτερος εχθρός ήταν η «βασιλομεταξική δικτατορία» και καλούσε τους εφέδρους να χρησιμοποιήσουν τα όπλα τους εναντίον της. Ο Σιάντος στην 2η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ τον Δεκέμβριο του 1942 αποκάλυψε πως ο Ζαχαριάδης είχε στείλει μήνυμα από τις φυλακές της Κέρκυρας στην καθοδήγηση του κόμματος παρατηρώντας πως για την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας το ΚΚΕ μπορούσε να συμπράξει και με αυτόν ακόμα τον Μεταξά ζητώντας ορισμένες προϋποθέσεις (λαϊκές ελευθερίες) που θα βοηθούσαν στην ενότητα και μαχητικότητα του λαού. Αλλά, σύμφωνα με ένα άλλο μέλος του Πολιτικού Γραφείου, τον Δημήτρη Παπαγιάννη, και ο ίδιος ο Σιάντος, πριν την υπόδειξη του Ζαχαριάδη και τις οδηγίες της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που θα δούμε παρακάτω, είχε αποφασίσει πως έπρεπε να αλλάξει η γραμμή του κόμματος. Όπως παρατήρησε ο Αλέκος Παπαπαναγιώτου, αυτήν την αντίληψη ανέπτυξε περαιτέρω ο Ζαχαριάδης στις «Θέσεις για την ιστορία του ΚΚΕ» που συνέταξε τον Ιούνιο του 1939, στον πρόλογο των οποίων ανέφερε:
Ο φασισμός είναι άμεσος εχθρός μας εξωτερικά, γιατί απειλεί την ακεραιότητα και ανεξαρτησία, και εσωτερικά, γιατί μας θέλει είλωτες, δηλαδή μας θέλει και μας κάνει ανίκανους να υπερασπίσουμε τη λευτεριά μας εσωτερικά και εξωτερικά.
Και ο λαός θα είχε σαρώσει την πανούκλα της τετάρτης Αυγούστου, αν η απειλή του Μουσολίνι-Χίτλερ δε συγκέντρωνε όλη την προσοχή του. Περνάμε στιγμές δύσκολες. Και τις δυσκολίες αυτές μπορεί να τις αντιμετωπίσει αποτελεσματικά μόνο ένα εθνικό μέτωπο.
Το εθνικό μέτωπο θα συγκεντρώσει όλους που καταλαβαίνουν ότι μόνο μια πραγματική εσωτερική ενότητα θα επιτρέψει την πανελλαδική παλλαϊκή πανστρατιά, που με τη βοήθεια του παγκόσμιου αντιφασισμού, θα χαλάσει τα σχέδια του Μουσολίνι και του Χίτλερ. Μια τέτοια εσωτερική ενότητα είναι δυνατή μονάχα αν αποκατασταθεί εσωτερικά η λαϊκή λευτεριά και αν εξυπηρετηθεί το πραγματικό λαϊκό συμφέρον.
Σύμφωνα με τον Παπαπαναγιώτου, αυτές οι διατυπώσεις ήταν το προανάκρουσμα του γράμματος Ζαχαριάδη και κατέτασσαν το ΚΚΕ στις πιο προωθημένες δυνάμεις του κομμουνιστικού κινήματος ως προς την αντίληψη του εθνικού μετώπου για την αντιμετώπιση του φασισμού.[27]

Οι σχέσεις Κομμουνιστικής Διεθνούς και ΚΚΕ

Το ΚΚΕ από τα πρώτα βήματά του συνδέθηκε με την Κομμουνιστική Διεθνή και από το 1924, στο 3ο (έκτακτο) συνέδριό του μετονομάστηκε από «Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας (Κομμουνιστικό)» σε «Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας – Ελληνικό Τμήμα Κομμουνιστικής Διεθνούς» (ΚΚΕ – ΕΤΚΔ). Όντως η Διεθνής έλεγχε και καθοδηγούσε το κόμμα, με πιο γνωστή περίπτωση παρέμβασης την Έκκληση της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΚΔ τον Νοέμβριο του 1931 «Προς τα μέλη του ΚΚΕ» για το σταμάτημα της εσωκομματικής κρίσης και τον ορισμό νέου Πολιτικού Γραφείου με τριμελή γραμματεία από τους Νίκο Ζαχαριάδη, Νίκο Κωνσταντινίδη-Ασημίδη και Γιάννη Μιχαηλίδη. Οι σχέσεις όμως της Κομμουνιστικής Διεθνούς με το ελληνικό τμήμα της δεν ήταν γενικά και τόσο στενές, αν συγκριθούν π.χ. με τα αντίστοιχα βαλκανικά κόμματα. Οικοδομήθηκε σταδιακά μια αντίληψη ότι το ελληνικό κόμμα ήταν υποδεέστερο και υποτιμήθηκε ο ρόλος του στα πλαίσια των οργάνων της Διεθνούς. Η επικοινωνία μεταξύ της Διεθνούς και του ελληνικού της τμήματος δεν ήταν άμεση αλλά περνούσε μέσα από τη διαμεσολάβηση της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας και αργότερα των υπόλοιπων βαλκανικών κομμουνιστικών κομμάτων. Στα καθοδηγητικά όργανα της Διεθνούς (Εκτελεστική Επιτροπή, Γραμματεία, Προεδρείο) δεν συμμετείχαν ποτέ Έλληνες ως μόνιμα μέλη αλλά μέλη του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ έπαιρναν μέρος διαδοχικά ως αντιπρόσωποι του ΚΚΕ στην Εκτελεστική Επιτροπή της ΚΔ.[28]
Η επιβολή της δικτατορίας Μεταξά και τα απανωτά χτυπήματα στο καθοδηγητικό επίπεδο του ΚΚΕ έκαναν ακόμη πιο δύσκολη, έως απαγορευτική, την επαφή του κόμματος με τη Διεθνή και γενικότερα με το εξωτερικό. Η επαφή του ΚΚΕ με την Διεθνή την περίοδο εκείνη γινόταν μέσω της αντιπροσωπεία της Διεθνούς στο Παρίσι. Το μέλος του ΚΚΕ Δημήτρης Σακαρέλος (Ζωγράφος), που βρισκόταν στο Παρίσι από το 1934, αφότου δραπέτευσε από τις ελληνικές φυλακές, ορίστηκε στα τέλη του 1938 από την ΚΔ προσωρινός εκπρόσωπος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ για την επαφή μεταξύ των δύο μερών.
Το καλοκαίρι του 1939 η ανασυγκροτημένη Κεντρική Επιτροπή από τους Σιάντο-Θέο πήρε ένα έγγραφο με οδηγίες της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Με ημερομηνία αποστολής 29 Ιουλίου 1939 (ένα περίπου μήνα πριν το γερμανικοσοβιετικό σύμφωνο) στάλθηκαν στον Σακαρέλο οι υποδείξεις της Διεθνούς. Σε αυτό το κείμενο, που λάμβανε υπόψη του τις αποφάσεις της 5ης Ολομέλειας, γινόταν κριτική διότι «τα συνθήματα του ΚΚΕ που προβάλλονται στην τωρινή κατάσταση, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΑΦΗ, δεν συμβάλλουν στην κινητοποίηση ενός πλατιού εθνικού μετώπου άμυνας εναντίον της ενισχυμένης απειλής επίθεσης εκ μέρους της Ιταλίας και μπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρά λάθη». Η Διεθνής προσπάθησε να μετατοπίσει το κύριο βάρος των πυρών του ΚΚΕ από το καθεστώς Μεταξά στην φασιστική Ιταλία: «Ο βασικός εχθρός είναι ο άξονας Βερολίνο-Ρώμη, που στην Ελλάδα δρα κυρίως με την ιταλική πτέρυγα. Ο Μουσολίνι είναι ο σπουδαιότατος εχθρός, εναντίον του οποίου πρέπει να κινητοποιηθεί ο ελληνικός λαός. Αλλά από το κομμάτι της απόφασης του ΚΚΕ, όπου τίθεται το ζήτημα της συμπεριφοράς των κομμουνιστών σε περίπτωση επιστράτευσης, προκύπτει ότι το ΚΚΕ θεωρεί “κύριο εχθρό της χώρας” τη δικτατορία, χωρίς να παίρνει υπόψη του την εξωτερική πολιτική του Μεταξά, τη στάση του προς τον Μουσολίνι και τον Χίτλερ». Η κατάληξη των υποδείξεων προοιωνίζονταν το γράμμα Ζαχαριάδη: «Αν συμβεί να επιτεθούν κατά της Ελλάδας οι φασίστες επιδρομείς (Μουσολίνι, Χίτλερ) ενώ στην εξουσία βρίσκεται η δικτατορική κυβέρνηση του Μεταξά, δεν μπορεί ούτε λόγος να γίνει για να στρέψουμε εναντίον της τα όπλα, εάν αυτή θα αντισταθεί στους επιδρομείς. Εμείς θα μαχόμαστε με όλες τις δυνάμεις εναντίον του κύριου εχθρού, των φασιστικών στρατευμάτων που εισέβαλλαν στην Ελλάδα».[29] Όταν όμως συνέβη το ενδεχόμενο που αναφερόταν στις οδηγίες, είχε προηγηθεί το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο και είχε αλλάξει η γραμμή της Διεθνούς.

Το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο μη επίθεσης και το κομμουνιστικό κίνημα

Το Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ, συνθήκη μη επίθεσης ανάμεσα στη ναζιστική Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση ήταν ένα γεγονός που συντάραξε την Ευρώπη, παρά τις επαφές των δύο κρατών και τις έμμεσες προειδοποιήσεις των Σοβιετικών προς τους Δυτικούς για το ενδεχόμενο αυτό. Το κύριο ζήτημα για τη Σοβιετική Ένωση ήταν η πάση θυσία αποφυγή σύναψης μιας οποιασδήποτε μορφής συμμαχίας μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών της Ευρώπης εναντίον της. Δεν ήταν αυτό ένα απίθανο ενδεχόμενο, αντιθέτως σε πολλές ευκαιρίες εκπρόσωποι των αρχουσών τάξεων των αστικών δημοκρατιών έδειχναν πως προτιμούσαν τη συνεννόηση με τη ναζιστική Γερμανία παρά με τους επάρατους μπολσεβίκους. Το ιδανικό σενάριο για αυτούς τους κύκλους ήταν μια επίθεση του Χίτλερ ενάντια στη Σοβιετική Ένωση.
Η Σοβιετική Ένωση είχε προσπαθήσει μάταια για μεγάλο χρονικό διάστημα να συνάψει συμμαχία με τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία εναντίον του Χίτλερ. Ακόμα όμως και μετά την παραβίαση της Συμφωνίας του Μονάχου από τους Γερμανούς, με την κατάληψη ολόκληρης της Τσεχίας και την ανεξαρτητοποίηση της Σλοβακίας, οι Αγγλογάλλοι δεν φαίνονταν διατεθειμένοι να συγκρουστούν με τον Χίτλερ, τον οποίο ακόμα έβλεπαν σαν ένα αποδεκτό ανάχωμα στον κομμουνισμό. Σταθμίζοντας τα δεδομένα αυτά, οι Σοβιετικοί προχώρησαν σε συμφωνία με τους Γερμανούς καταφέρνοντας τουλάχιστον να καθυστερήσουν την εμπλοκή τους στον πόλεμο. Επιτρέποντας δε στον Χίτλερ να επιτεθεί στην Πολωνία, ενέπλεκαν αμετάκλητα τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία σε έναν πόλεμο που εκείνες ήθελαν να στραφεί αποκλειστικά στην Ανατολή.[30] Η απόφαση αυτή των Σοβιετικών δεν ήταν χωρίς κόστος. Αλλά με βάση τις εκτιμήσεις τους για τις πιθανές εξελίξεις του πολέμου, ήταν διατεθειμένοι για να πετύχουν το βασικό τους στόχο, να υποστούν τις –δευτερεύουσες για εκείνους– συνέπειες.
Ένα μεγάλο ζήτημα που ανέκυψε ήταν η στάση της Κομμουνιστικής Διεθνούς σε σχέση με τις κρατικές επιλογές της Σοβιετικής Ένωσης. Εξαρχής ήταν δεδομένο πως η υπεράσπιση του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους, του κέντρου του κομμουνιστικού κινήματος ήταν η προτεραιότητα του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος και φυσικά της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Η υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης ήταν κεντρικό σύνθημα των κομμουνιστικών κομμάτων όλου του κόσμου. Αυτή η αντίληψη όμως συνεπαγόταν την απόλυτη συμφωνία της Διεθνούς με τις επιλογές της Σοβιετικής Ένωσης και συνέπλεκε με αυτόν τον τρόπο τα καθήκοντα του κομμουνιστικού κινήματος παγκόσμια με τις επιλογές ενός συγκεκριμένου κράτους. Όπως ανέλυσε ο Γιάννης Χοντζέας, σταδιακά δημιουργήθηκε ένα «σύστημα», δηλαδή ένα σύνολο, άγραφων κατά κύριο λόγο, κανόνων και παραδόσεων που ρύθμιζαν τις σχέσεις ανάμεσα στα τμήματα της Διεθνούς και στο ουσιαστικό κέντρο που ήταν το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης. Το «σύστημα» αυτό, που αρχικά βοήθησε την ανάπτυξη του κομμουνιστικού κινήματος παγκόσμια, εξελίχτηκε σε μια παραμόρφωση της έννοιας της μονολιθικότητας σε υποταγή άνευ όρων σε ένα κέντρο, με οργανωτικές και πολιτικές παρενέργειες.[31]
Στην περίπτωση του γερμανοσοβιετικού συμφώνου το αποτέλεσμα ήταν ότι μια αλλαγή στην πολιτική της Σοβιετικής, αλλαγή που σαφώς έπρεπε να έχει τα στοιχεία της πρωτοβουλίας άρα και του αιφνιδιασμού, έπρεπε να αλλάξει την πολιτική γραμμή και συνθηματολογία όλων των κομμουνιστικών κομμάτων. Και αυτό σε συνθήκες ουσιαστικά πολέμου, με ανοιχτά τα ζητήματα τακτικής και συμμαχιών. Οπωσδήποτε επρόκειτο για μια εξαιρετική δύσκολη κατάσταση, που θα περιπλεκόταν ακόμη περισσότερο με την επίσημη κήρυξη του πολέμου. Η ευθυγράμμιση των κομμουνιστικών κομμάτων δεν θα γινόταν δίχως απώλειες και αποπροσανατολισμούς.
Μέχρι το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο ακολουθείτο η γραμμή του 7ου συνεδρίου της Διεθνούς δηλαδή υποστηριζόταν η δημιουργία ενός μετώπου ειρήνης ενάντια στη χιτλερική Γερμανία και για την υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης. Ο τόνος ήταν ξεκάθαρα εναντίον του φασισμού ως εμπρηστή του πολέμου, της ναζιστικής Γερμανίας ενώ υπήρχε η εκτίμηση πως ο πόλεμος των μικρών ευρωπαϊκών χωρών θα είχε εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα. Στις 15 Ιουλίου 1939, με αφορμή την επικείμενη επέτειο των 25 χρόνων από τη κήρυξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Γραμματεία της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΕΕΚΔ) έστειλε οδηγίες με αυτό το πνεύμα προς τα κομμουνιστικά κόμματα:
Είναι απαραίτητο να αξιοποιηθεί η 1η Αυγούστου, 25η επέτειος του πρώτου ιμπεριαλιστικού πολέμου, για μια εκστρατεία κατά των φασιστών επιδρομέων, για την καταγγελία της διπρόσωπης πολιτικής της αγγλικής και της γαλλικής κυβέρνησης, οι οποίες παρατείνουν τις συνομιλίες με την ΕΣΣΔ, με στόχο την προετοιμασία νέας συνθηκολόγησης, ενός δευτέρου Μονάχου. Είναι αναγκαίο να ξεδιπλωθεί μια ανελέητη κριτική κατά των συνθηκολόγων από τη Β΄ και τη Διεθνή του Αμστερνταμ, που βοηθούν το φασισμό να στραγγαλίσει την Ισπανική Δημοκρατία, να διαμελίσει και να καταλάβει την Τσεχοσλοβακία, που διεξάγουν αντισοβιετική εκστρατεία και διασπούν το ενιαίο μέτωπο της εργατικής τάξης και την ενότητα του αντιφασιστικού κινήματος. Είναι αναγκαίο με κάθε δύναμη να υπογραμμισθεί η σημασία της παραπέρα πάλης για τη δημιουργία ενιαίου εργατικού και λαϊκού μετώπου για μια παγκόσμια εργατική συνδιάσκεψη. Είναι αναγκαίο να ξεκαθαριστεί στις μάζες η θέση της εργατικής τάξης απέναντι στο σημερινό πόλεμο σε διάκριση προς εκείνον του 1914-18. Είναι αναγκαίο να τονισθούν οι ιδέες του προλεταριακού διεθνισμού, η υπεράσπιση της ΕΣΣΔ, της πατρίδας των εργαζομένων όλων των χωρών.[32]
Ακόμα και τις παραμονές της σύναψης του συμφώνου, στις 22 Αυγούστου, η Γραμματεία της ΕΕΚΔ, μη γνωρίζοντας προφανώς ποια έκβαση θα είχαν οι γερμανοσοβιετικές συνομιλίες, δεν είχε αλλάξει τη γραμμή της προσπαθώντας όμως παράλληλα να προβάλλει θετικά μια ενδεχόμενη συμφωνία. Έτσι, χωρίς να αποκλείει ακόμη τη συμφωνία της Σοβιετικής Ένωσης με τη Βρετανία και τη Γαλλία εναντίον της Γερμανίας υποδείκνυε στα κομμουνιστικά κόμματα «να συνεχίσουν με ακόμη μεγαλύτερη ενεργητικότητα τη μάχη κατά των επιδρομέων, ιδίως εναντίον του γερμανικού φασισμού». Από την άλλη, υποστήριζε ότι η ενδεχόμενη συμφωνία μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης και Γερμανίας θα ακύρωνε τα σχέδια των Δυτικών να στραφεί η επίθεση εναντίον της πρώτης, θα διαιρούσε τους εισβολείς (Γερμανούς και Ιάπωνες) και θα ενεργούσε με αυτόν τον τρόπο υπέρ της γενικής ειρήνης. Αλλά ακόμα και η σύναψη συμφώνου μη επίθεσης μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και της Γερμανίας δεν απέκλειε «τη δυνατότητα και την αναγκαιότητα της συμφωνίας μεταξύ της Αγγλίας, της Γαλλίας και της ΕΣΣΔ για κοινή απόκρουση των εισβολέων». [33]
Το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο, παρά τα αναμφισβήτητα οφέλη για τη Σοβιετική Ένωση, είχε τρομερό αντίκτυπο στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, στις οποίες διαμορφωνόταν η αντιφασιστική ιδεολογία και είχε ανέβει το κύρος της Σοβιετικής Ένωσης και ακόμα μεγαλύτερο στα ίδια τα κομμουνιστικά κόμματα. Πανευρωπαϊκά το σύμφωνο έγινε καταλύτης για μια μεγάλη πολιτική επίθεση εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης και των κομμουνιστικών κομμάτων σε κάθε χώρα. Στη Γαλλία, ελάχιστο διάστημα μετά τη διακυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου, το Κομμουνιστικό Κόμμα συνταραζόταν από εσωτερικές συγκρούσεις λόγω του συμφώνου ενώ μετά την εισβολή των Σοβιετικών στην Πολωνία, κηρύχτηκε παράνομο και τα στελέχη του κυνηγήθηκαν και φυλακίστηκαν. Σε πολλές χώρες η αποδοχή του συμφώνου από τα κομμουνιστικά κόμματα δεν ήταν χωρίς αντιδράσεις σε κάθε επίπεδο. Η κατάσταση αυτή περιπλέχτηκε περαιτέρω με την κήρυξη του πολέμου την 1η Σεπτεμβρίου 1939.
Τα κομμουνιστικά κόμματα, ακολουθώντας τις προγενέστερες γενικές οδηγίες της Διεθνούς τάχθηκαν υπέρ της υπεράσπισης της Πολωνίας και της αποφασιστικής αντίστασης στους φασίστες εισβολείς. Σε Γαλλία και Βρετανία, τα κομμουνιστικά κόμματα υπερθεμάτιζαν στις πολεμικές προετοιμασίες των χωρών τους εναντίον της Γερμανίας. Την κατάσταση αυτή θα προσπαθούσε να αλλάξει η Σοβιετική Ένωση για να ευθυγραμμίσει την πολιτική των κομμάτων αυτών με τη νέα τακτική της που οριζόταν από το σύμφωνο μη επίθεσης. Στις 7 Σεπτεμβρίου, σε συζήτηση του Στάλιν με τους Μόλοτοφ και Ζντάνοφ και του Δημητρόφ εκ μέρους της Διεθνούς, η τοποθέτηση του πρώτου ήταν πως με την έναρξη του πολέμου στη συγκεκριμένη του μορφή, δεν ίσχυε πλέον η διάκριση μεταξύ δημοκρατίας και φασισμού: «Κατά τη διάρκεια του μεταξύ των ιμπεριαλιστικών κρατών πόλεμου αυτό δεν είναι πια σωστό. Η διάκριση των καπιταλιστικών χώρων σε φασιστικές και δημοκρατικές έχασε την προηγούμενη σημασία της».[34]
Με βάση τη στάση αυτή της σοβιετικής ηγεσίας και τη σχέση Σοβιετικής Ένωσης και Κομμουνιστικής Διεθνούς, άλλαξε και η γραμμή της τελευταίας για τον πόλεμο, σύμφωνα με τις οδηγίες που διαμορφώθηκαν από την προηγούμενη συζήτηση:
Η τακτική των κομμουνιστικών κομμάτων κατά το παρόν στάδιο του πολέμου σε όλες τις εμπόλεμες χώρες συνίσταται στο να πάρουν θέση κατά του πολέμου, να αποκαλύψουν τον ιμπεριαλιστικό του χαρακτήρα, να ψηφίσουν, εκεί όπου υπάρχουν κομμουνιστές βουλευτές, κατά των πολεμικών δαπανών, να πουν στις μάζες ότι ο πόλεμος δεν θα τους προσφέρει τίποτε, εκτός από βάσανα και καταστροφές. Στις ουδέτερες χώρες να ξεσκεπασθούν οι κυβερνήσεις, που υπερασπίζονται την ουδετερότητα για τις δικές τους χώρες, αλλά στηρίζουν τον πόλεμο σε άλλες χώρες, με σκοπό το κέρδος, όπως κάνει η κυβέρνηση των ΗΠΑ, ως προς την Ιαπωνία και την Κίνα. Τα κομμουνιστικά κόμματα πρέπει παντού να περάσουν σε αποφασιστική επίθεση κατά της προδοτικής πολιτικής της σοσιαλδημοκρατίας.[35]
Πλέον δεν ήταν ο φασισμός και ο Άξονας ο κύριος εχθρός αλλά ο πόλεμος αντιμετωπιζόταν ως ενδοϊμπεριαλιστικός και στηλιτεύονταν οι Δυτικοί ως εμπρηστές του πολέμου εξίσου αν όχι παραπάνω από τους Γερμανούς.[36] Στο επίσημο όργανο της Κομμουνιστικής Διεθνούς αναφερόταν πως η Βρετανία και η Γαλλία είχαν κηρύξει τον πόλεμο στον Χίτλερ γιατί αυτός είχε αθετήσει την υπόσχεσή του να επιτεθεί στη Σοβιετική Ένωση. Οι αστικές τάξεις των χωρών αυτών ήθελαν να καταστρέψουν τους ανταγωνιστές τους στην Ιταλία και τη Γερμανία. Η εργατική τάξη δεν έπρεπε να πάρει μέρος αλλά να βάλει τέλος «σε αυτόν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο».[37] Είναι προφανές πως αυτή η γραμμή συντάραξε τα κομμουνιστικά κόμματα ανά τον κόσμο. Τη νέα πολιτική γραμμή δεν αποδέχτηκαν αρχικά τα κομμουνιστικά κόμματα των ΗΠΑ, του Καναδά, του Βελγίου, της Νορβηγίας. Το ΚΚ Μεγάλης Βρετανίας συνέχισε για αρκετό διάστημα την προηγούμενη γραμμή του για διμέτωπο πόλεμο –εναντίον του γερμανικού φασισμού και εναντίον της κυβέρνησης Τσάμπερλεν.

Από το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο στον ελληνοϊταλικό πόλεμο

Στην Ελλάδα επίσης το σύμφωνο και η ερμηνεία του έγιναν δυσεπίλυτο πρόβλημα για τους κυνηγημένους κομμουνιστές. Ο Παπαγιάννης, μόνος από τον παλιό ηγετικό πυρήνα που ήταν ασύλληπτος στα τέλη του 1939 συγκρότησε ένα νέο καθοδηγητικό κέντρο μαζί με τους Βαγγέλη Κτιστάκη, Χρήστο Κανάκη, Σταματίνα Βιτσαρά και άλλους. Το όργανο αυτό θα μείνει γνωστό ως η «Παλαιά Κεντρική Επιτροπή» (ΠΚΕ). Έχοντας επαφή με τον κρατούμενο στο σανατόριο «Σωτηρία» Νίκο Πλουμπίδη θα προσπαθήσει να αποτελέσει τη συνέχεια της νόμιμης καθοδήγησης του κόμματος. Η ΠΚΕ κρατούσε επαφή με διάσπαρτες κομμουνιστικές ομάδες που δρούσαν πλέον ανεξάρτητα ελλείψει καθοδήγησης, όπως η «Ανεξάρτητη Κομμουνιστική Ομάδα Αθήνας» και το «Μακεδονικό Γραφείο».
Η ΠΚΕ, με βάση το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο, ερμήνευε τον πόλεμο ως ιμπεριαλιστικό και μάλιστα έστρεφε τα βέλη της κυρίως ενάντια στη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία που ήταν οι κύριοι εχθροί της Ελλάδας. Τα καθήκοντα ήταν η ανατροπή της βασιλομεταξικής δικτατορίας που έσπρωχνε τη χώρα στον πόλεμο στο πλευρό των Αγγλογάλλων, η συγκρότηση ενός Μετώπου Εθνικής Σωτηρίας που θα οδηγούσε σε συνεργασία με τα άλλα βαλκανικά κράτη για την τήρηση ουδέτερης στάσης υπό την εγγύηση της Σοβιετικής Ένωσης.
Μάλιστα, σύμφωνα με μεταγενέστερη έκθεση του Βαγγέλη Κτιστάκη, που συμμετείχε στην Παλαιά Κεντρική Επιτροπή, τον Οκτώβριο του 1939 έφτασαν στην Ελλάδα, με την άφιξη μιας ομάδας στελεχών με επικεφαλής τον Μιλτιάδη Τιμογιαννάκη από τη Σοβιετική Ένωση μέσω Γαλλίας, νέες οδηγίες της Διεθνούς που απηχούσαν το πνεύμα μετά το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο. Με βάση αυτές, το ΚΚΕ έπρεπε να παλέψει για τη δημιουργία ενός ειρηνικού συνασπισμού των βαλκανικών κρατών με την υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης, πράγμα που θα επέτρεπε και την αντίσταση κατά της επιβολής της Ιταλίας στα Βαλκάνια και την πάλη εναντίον του ιμπεριαλιστικού πολέμου.[38]
Αυτή τη στάση θα κρατήσει η ΠΚΕ για το επόμενο διάστημα και μέχρι την ιταλική εισβολή στην Ελλάδα. Αναπαράγοντας τις θέσεις της Διεθνούς για έναν υποτιθέμενο βαλκανικό συνασπισμό υπό τη Σοβιετική Ένωση απομακρυνόταν από την πραγματικότητα του πολέμου και των καθηκόντων που αυτός έβαζε. Η «Προκήρυξη του ΚΚΕ» που δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη της 30ης Αυγούστου 1940 ήταν χαρακτηριστική του λαθεμένου προσανατολισμού που οδηγούσε σε τερατολογίες:
Λαέ της Ελλάδας, […] ο πόλεμος όπου η δικτατορία ετοιμάζεται να σκοτώσει τα παιδιά σου […] δεν είναι αγώνας για την πατρίδα μας. Είναι μια άδικη και μάταιη ανθρωποσφαγή για το χατίρι των άγγλων πλουτοκρατών […] Δεν έχει σημασία αν ο πόλεμος αυτός αρχίσει με μια εισβολή των ιταλών φασιστών […] γιατί την ιταλική εισβολή την προκαλεί αυτή τη φορά η τυχοδιωκτική πολιτική της βασιλομεταξικής δικτατορίας που δημιουργεί στη φασιστική Ιταλία ανησυχίες για την ασφάλεια των νώτων της […][39]
Ήταν επόμενο πως αυτές οι θέσεις οδήγησαν την ΠΚΕ στην πλήρη απομόνωσή της από το σώμα των μελών και οπαδών του ΚΚΕ, που από ειρωνεία της τύχης την θεωρούσαν «ασφαλίτικη» και προσέγγιζαν την πραγματικά διαβρωμένη από την Ασφάλεια «Προσωρινή Διοίκηση». Με μεγάλη καθυστέρηση από την κήρυξη του πολέμου, που έδειχνε και την αβεβαιότητα για την ορθότητα των απόψεων της, η ΠΚΕ στις 7 Δεκεμβρίου θα δημοσιεύσει μανιφέστο όπου θα εξαγγείλει ότι «τον πόλεμο τον διέταξαν οι εμπόλεμοι εγγλέζοι πλουτοκράτες» ενώ παρακάτω δηλωνόταν ότι «ο πόλεμος αυτός […] δεν μπορεί να έχει την παραμικρή σχέση με την υπεράσπιση της πατρίδας μας». Με βάση αυτές τις τραγικά εκτός τόπου και χρόνου σε σχέση με το λαϊκό αίσθημα εκτιμήσεις, η ΠΚΕ καλούσε τους στρατιώτες να αρνηθούν να πολεμήσουν πέρα από τα σύνορα αλλά να ανατρέψουν τη βασιλομεταξική δικτατορία και να επιδιώξουν την ουδετερότητα της χώρας υπό την εγγύηση της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτή η γραμμή δεν θα άλλαζε μέχρι τη γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση.[40]
Εκτός από την Παλαιά Κεντρική Επιτροπή, από τις αρχές του 1940 εμφανίστηκε και ένα δεύτερο καθοδηγητικό κέντρο του ΚΚΕ. Αυτό ήταν άλλη μια έμπνευση και δολοπλοκία της Ασφάλειας του Μανιαδάκη, που είχε κατορθώσει να χρησιμοποιήσει ανώτατα στελέχη του ΚΚΕ που είχαν υπογράψει σταδιακά δήλωση (Τυρίμος, Μανωλέας, Μιχελίδης, Τιμογιαννάκης, κ.ά.) για να δημιουργήσει μια ψεύτικη Κεντρική Επιτροπή, γνωστή ως «Προσωρινή Διοίκηση». Αυτή η ψεύτικη ΚΕ είχε τον δικό της Ριζοσπάστη, δικό της «Εσωτερικό Δελτίο» και καθοδηγούσε οργανώσεις διαβρωμένες από την Ασφάλεια. Αποτέλεσμα και αυτό της οργανωτικής διάλυσης αλλά και της πολιτικής σύγχυσης που επικρατούσε στο ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα εκείνη την εποχή.
Με απόφαση του έγκλειστου στις φυλακές της Κέρκυρας Νίκου Ζαχαριάδη, και τη σύμφωνη γνώμη των επίσης έγκλειστων μελών του Πολιτικού Γραφείου Μήτσου Παρτσαλίδη και Βασίλη Νεφελούδη, ο συγκρατούμενος τους επίσης μέλος του ΠΓ του ΚΚΕ Γιάννης Μιχαηλίδης έκανε δήλωση για να βγει από τη φυλακή το καλοκαίρι του 1939 και να ξεκαθαρίσει την κατάσταση στο κόμμα. Πολύ σύντομα όμως ο Μιχαηλίδης έπεσε και ο ίδιος στην παγίδα της «Προσωρινής Διοίκησης». Τον Μιχαηλίδη κατήγγειλαν ως όργανο της Ασφάλειας τα μέλη της καθοδήγησης του ΚΚΕ μετά τη σύλληψη του Νίκου Πλουμπίδη, ο οποίος είχε ραντεβού μαζί του. Στις 22 Νοεμβρίου θα συλληφθούν ο Γιώργης Σιάντος και ο Γρηγόρης Σκαφίδας και θα σχηματιστεί η Παλαιά Κεντρική Επιτροπή από τον Παπαγιάννη.
Στις αρχές του 1940 μεταφέρθηκε ο Νίκος Ζαχαριάδης από τις φυλακές της Κέρκυρας στην Αθήνα, σε μια προσπάθεια του Μανιαδάκη να τον φέρει σε επαφή με την «Προσωρινή Διοίκηση» ώστε να της δώσει την υποστήριξή του. Όντως ο Ζαχαριάδης ήταν πεπεισμένος πως η Ασφάλεια κρυβόταν πίσω από την ΠΚΕ με τη μορφή του Δαμιανού Μάθεση, υπεύθυνου για τις στρατιωτικές επαφές του κόμματος. Η «Προσωρινή Διοίκηση», έχοντας στα χέρια της και τα υλικά της Κομμουνιστικής Διεθνούς μετά από τη σύλληψη του Σιάντου, προωθούσε μια γραμμή υπεράσπισης της χώρας χωρίς να κάνει κριτική στο καθεστώς ούτε να επιζητά τη συνεννόηση με τα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη και την Σοβιετική Ένωση. Σταδιακά κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη πολλών κομματικών οργανώσεων πριν την καταγγείλει ως όργανο της δικτατορίας ο Ζαχαριάδης τον Ιανουάριο του 1941.
Αυτό που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι εκτός από τα βραχυκυκλώματα της κορυφής και τις αλλαγές γραμμής που μικρό αντίκτυπο είχαν σε συνθήκες οργανωτικής διάλυσης, σε όλη την Ελλάδα μέλη και οργανώσεις του κόμματος που δεν είχαν χτυπηθεί από το καθεστώς συνέχιζαν με κάθε τρόπο τη δράση τους. Σε αυτόν τον κόσμο δεν μπορούσαν να ριζώσουν οι απότομες αλλαγές γραμμής με το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο, που συνοδεύονταν μάλιστα από εκατέρωθεν καταγγελίες των καθοδηγητικών οργάνων για χαφιεδισμό. Με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να πούμε ότι η κρίση του ελληνικού κομμουνιστικού κόμματος επικάλυψε τη γενικότερη κρίση που δημιούργησε το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο. Η ΠΚΕ που υποστήριζε τη νέα πολιτική, έχασε κάθε κύρος σε μια βάση που είχε ταυτιστεί για χρόνια με τα συνθήματα της υπεράσπισης της ανεξαρτησίας και ακεραιότητας της πατρίδας και έβλεπε τον εχθρό κυρίως στον ιταλικό και γερμανικό φασισμό.

Η κήρυξη του πολέμου και το γράμμα Ζαχαριάδη

Με την κήρυξη του πολέμου και πριν προλάβει κάποιο κομματικό κέντρο να βγάλει γραμμή για τη στάση του κόμματος, οι κομμουνιστές και οι οπαδοί του ΚΚΕ έσπευσαν να καταταγούν ακόμα και εθελοντικά για να πολεμήσουν στο μέτωπο ενώ επίσης οι φυλακισμένοι και εξόριστοι κομμουνιστές ζήτησαν στα σταλούν στο μέτωπο. Ήταν αυτή η στάση απόρροια των αντιλήψεων και πεποιθήσεων που περιγράψαμε προηγούμενα και συμβάδιζε φυσικά με το λαϊκό αίσθημα που δεν ταλαντεύτηκε ως προς την υπεράσπιση της πατρίδας από τον φασισμό. Την επόμενη μέρα από την κήρυξη του πολέμου, αντιπροσωπεία των έγκλειστων κομμουνιστών στην Ακροναυπλία, αποτελούμενη από τους Ιωαννίδη-Θέο-Παπαρήγα επέδωσε υπόμνημα στη διοίκηση της φυλακής, στο οποίο χαρακτήριζαν τον πόλεμο ως εθνικοαπελευθερωτικό, αντιφασιστικό και καλούσαν το έθνος να παλέψει για την υπεράσπιση της ελευθερίας και ανεξαρτησίας του. Υπογράμμιζαν ότι οι κομμουνιστές ήταν έτοιμοι να σταλούν στο μέτωπο για να υπερασπίσουν την πατρίδα και τόνιζαν ότι δεν πρέπει να στηριχθεί η Ελλάδα αποκλειστικά στην Αγγλία αλλά η μοναδική εγγύηση ήταν η βαλκανική συνεννόηση και ο προσανατολισμός προς τη Σοβιετική Ένωση και εσωτερικά η αποκατάσταση της ενότητας του έθνους και η κινητοποίηση όλων των δυνάμεων του. Με αυτό το σκεπτικό ζητούνταν και η απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων.[41]
Είδαμε προηγουμένως την αντίληψη που οικοδομούσε ο Ζαχαριάδης για την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας και ακεραιότητας της χώρας, αντίληψη που συμβάδιζε με την προ γερμανοσοβιετικού συμφώνου πολιτική της Διεθνούς. Ο Ζαχαριάδης είχε γνώση της στροφής της Διεθνούς αλλά διέθετε και το πολιτικό αισθητήριο για να αντιληφθεί πως μια γραμμή όπως αυτή που προωθούνταν από την ΠΚΕ, ανεξαρτήτως του αν αυτή η τελευταία ήταν διαβρωμένη ή όχι, ήταν αυτοκτονική πολιτικά για το ΚΚΕ δεδομένης της συγκεκριμένης μορφής που έπαιρνε ο πόλεμος για την Ελλάδα. Με βάση αυτήν την αντίληψη θα προχωρήσει σε συζητήσεις με εκπροσώπους του δικτατορικού καθεστώτος όντας φυλακισμένος στην Κέρκυρα και θα επιδιώξει τη μεταφορά του στην Αθήνα. Εκτιμώντας πως οι υπηρεσίες της δικτατορίας είχαν διαβρώσει και τις δύο αυτόκλητες καθοδηγήσεις του κόμματος (ΠΚΕ και Προσωρινή Διοίκηση), επικέντρωσε τις προσπάθειές του στην ανάδειξη του πολιτικού στίγματος του ΚΚΕ. Έχοντας καθαρό πως ο πόλεμος θα είναι αμυντικός για την Ελλάδα διαμόρφωνε τη θέση που θα αποκρυσταλλωθεί με το γράμμα του.
Ο Ζαχαριάδης έφτασε στο δικό του συμπέρασμα, το οποίο βασιζόταν στις προγενέστερες αναλύσεις της Διεθνούς για τη θέση των μικρών κρατών στον πόλεμο.[42] Το γράμμα του γράφτηκε με τρόπο ώστε να το καθεστώς Μεταξά να επιτρέψει τη δημοσίευσή του και για αυτό το λόγο έμεινε στο βασικό που ήταν η υπεράσπιση της ελευθερίας και ανεξαρτησίας του ελληνικού λαού. Το γράμμα αυτό δεν μετέπεισε ούτε καθοδήγησε το κόμμα και το λαό σε μια στάση που του ήταν ξένη, αλλά συμπύκνωσε τη βασική κατεύθυνση και προσανατόλισε για την κύρια γραμμή που θα ακολουθούσε το ΚΚΕ και όλο το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα όχι μόνο για τον πόλεμο αλλά και σε όλη την περίοδο της κατοχής:
Ανοιχτό Γράμμα του Γενικού Γραμματέα του ΚΚΕ
ΠΡΟΣ ΤΟ ΛΑΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
Ο φασισμός του Μουσολίνι χτύπησε την Ελλάδα πισώπλατα, δολοφονικά και ξετσίπωτα με σκοπό να την υποδουλώσει και εξανδραποδίσει. Σήμερα όλοι οι έλληνες παλαίβουμε για τη λευτεριά, την τιμή, την εθνική μας ανεξαρτησία. Η πάλη θα είναι πολύ δύσκολη και πολύ σκληρή. Μα ένα έθνος που θέλει να ζήσει πρέπει να παλαίβει, αψηφώντας τους κινδύνους και τις θυσίες. Ο λαός της Ελλάδας διεξάγει σήμερα έναν πόλεμο εθνικοαπελευθερωτικό, ενάντια στο φασισμό του Μουσολίνι. Δίπλα στο κύριο μέτωπο και Ο ΚΑΘΕ ΒΡΑΧΟΣ, Η ΚΑΘΕ ΡΕΜΑΤΙΑ, ΤΟ ΚΑΘΕ ΧΩΡΙΟ, ΚΑΛΥΒΑ ΜΕ ΚΑΛΥΒΑ, Η ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ, ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΣΠΙΤΙ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΦΡΟΥΡΙΟ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ.
Κάθε πράκτορας του φασισμού πρέπει να εξοντωθεί αλύπητα. Στον πόλεμο αυτό που τον διευθύνει η κυβέρνηση Μεταξά, όλοι μας πρέπει να δόσουμε όλες μας τις δυνάμεις, δίχως επιφύλαξη. Έπαθλο για τον εργαζόμενο λαό και επιστέγασμα για το σημερινό του αγώνα, πρέπει να είναι και θα είναι, μια καινούργια Ελλάδα της δουλιάς, της λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική εξάρτηση, μ’ ένα πραγματικά παλλαϊκό πολιτισμό.
Όλοι στον αγώνα, ο καθένας στη θέση του και η νίκη θάναι νίκη της Ελλάδας και του λαού της. Οι εργαζόμενοι όλου του κόσμου στέκουν στο πλευρό μας.
Αθήνα 31 του Οχτώβρη 1940
ΝΙΚΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ
Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ
Το γράμμα αυτό δημοσιεύτηκε στον αθηναϊκό Τύπο στις 2 Νοεμβρίου 1940. Οι έγκλειστοι της Ακροναυπλίας δήλωσαν σύμφωνοι με το γράμμα του Ζαχαριάδη και ζητούσαν να σταλούν στο μέτωπο. Στο υπόμνημά τους ξεπερνούσαν τις προσεκτικές εκφράσεις του Ζαχαριάδη και δήλωναν στον Μεταξά πως: «Εμείς οι κομμουνιστές παίρνουμε τη θέση μας στην πρώτη γραμμή του πυρός κάτω από τας διαταγάς σας, για τη συντριβή των επιδρομέων και την υπεράσπιση της ακεραιότητας και ανεξαρτησίας της χώρας μας».[43] Με πρότασή τους ζητούσαν να πάει αντιπροσωπεία τους από τους Ιωαννίδη-Θέο στην Αθήνα για διαπραγματεύσεις με σκοπό την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων και τη συμμετοχή τους στο μέτωπο. Έγιναν όντως συζητήσεις με αξιωματούχους της δικτατορίας στην Ακροναυπλία χωρίς αποτέλεσμα καθώς το καθεστώς επέμενε πως οι κρατούμενοι κομμουνιστές έπρεπε να κάνουν δήλωση μετανοίας.[44]
Στην Κέρκυρα, όπου ήταν ακόμα φυλακισμένα τέσσερα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής (Παρτσαλίδης, Νεφελούδης, Σιάντος, Ζεύγος) και άλλα στελέχη του κόμματος, διαμορφώθηκε η άποψη πως ο πόλεμος ήταν απελευθερωτικός αντιφασιστικός από την πλευρά του ελληνικού λαού και πως η κυβέρνηση Μεταξά δεν αποτελούσε εγγύηση για τη σωστή και νικηφόρα διεξαγωγή του πολέμου. Η Ελλάδα έπρεπε να επιδιώξει τη σύναψη συμμαχιών με χώρες που δεν είχαν βλέψεις στη χώρα και δεν θα έθεταν σε κίνδυνο την εθνική της ανεξαρτησία.[45]
Αντιθέτως τα στελέχη της ΠΚΕ έχοντας περιέλθει σε αδιέξοδο προσπαθούσαν μα στηρίξουν θεωρητικά τη θέση τους για τον εκατέρωθεν ιμπεριαλιστικό πόλεμο στις θέσεις του Λένιν για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και επιζητούσαν τη συγκρότηση μιας βαλκανικής ένωσης υπό την εγγύηση της Σοβιετικής Ένωσης. Όσοι δεν συμφωνούσαν με το γράμμα Ζαχαριάδη πίστευαν πως ήταν πλαστό κατασκεύασμα της δικτατορίας παρά τη φωτοτυπία του χειρόγραφου που είχε κυκλοφορήσει.
Μέσα στον κυκεώνα του πολέμου, της πολιτικής και της διπλωματίας της πρώτης περιόδου του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το μικρό και υποτιμημένο ΚΚΕ προσανατολίστηκε σωστά συνδέοντας την υπεράσπιση της πατρίδας με την προοπτική ενός καλύτερου μέλλοντος για τη χώρα και το λαό της. Το πόσο βαθιά και σωστή ήταν αυτή η κατεύθυνση φάνηκε τόσο από τη μαχητικότητα με την οποία ο ελληνικός λαός υπερασπίστηκε τη χώρα του ενάντια στην ιταλική αλλά και τη γερμανική εισβολή και από το έπος της Αντίστασης. Μέχρι την κατάληψη της Ελλάδας από τον Άξονα σημειώθηκαν και άλλα επεισόδια στην προσπάθεια του ΚΚΕ να ισορροπήσει ανάμεσα στις αξιώσεις της Διεθνούς και ουσιαστικά στα αξιώματα της σοβιετικής πολιτικής και στη στάση που είχε διαμορφώσει με γνώμονα τη συγκεκριμένη κατάσταση στην Ελλάδα και τα καθήκοντα του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος που απέρρεαν από τα συμφέροντα του ελληνικού λαού. Μέσα στα επεισόδια αυτά ήταν και τα δύο επόμενα γράμματα Ζαχαριάδη, στα οποία αναθεωρούσε εν μέρει την μέχρι τότε αντίληψή του κάνοντας στροφή προς την πολιτική της Διεθνούς. Αυτά όμως δεν έγιναν ευρύτερα γνωστά εκείνη την περίοδο και ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη μεγάλη μάζα των Ελλήνων κομμουνιστών που έμειναν πιστοί στο γράμμα και το πνεύμα του πρώτου γράμματος και έγραψαν ιστορία.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, 4ος τόμος (1934-1940), Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1975.
Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1918-1943, 1ος τόμος, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1995.
Αλέξανδρος Δάγκας - Γιώργος Λεοντιάδης, Το ελληνικό εργατικό κίνημα έναντι του φασισμού και του πολέμου 1934-1941 – Οι απόψεις Παπαπαναγιώτου, Αθήνα, Παπαζήσης, 2007.
Άγγελος Ελεφάντης, Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης. ΚΚΕ και αστισμός στον Μεσοπόλεμο, Αθήνα, Θεμέλιο, 1999.
Γιάννης Ιωαννίδης, Αναμνήσεις - Προβλήματα της πολιτικής του ΚΚΕ στην Εθνική Αντίσταση 1940-1945, Αθήνα, Θεμέλιο, 1979.
Ναταλία Λεμπεντέβα - Μιχαήλ Ναρίνσκι, Η Κομμουνιστική Διεθνής στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2004.
Βασίλης Νεφελούδης, Αχτίνα Θ΄, Αθήνα, Ολκός, 1974 [Εστία, 2007].
Δημήτρης Σάρλης, Η πολιτική του ΚΚΕ στον αγώνα κατά του μοναρχοφασισμού, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1987.
Γρηγόρης Φαράκος, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος – Σχέσεις ΚΚΕ και διεθνούς κομμουνιστικού κέντρου, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2004.
Θανάσης Χατζής, Οι ρίζες της Εθνικής Αντίστασης, Αθήνα, Φιλίστωρ, 2000.
Γιάννης Χοντζέας, Για το κομμουνιστικό κίνημα της Ελλάδας, Αθήνα, Α/συνεχεια, 2004.



[1] ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, 4ος τόμος (1934-1940), Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1975, σ. 13-34.
[2] Γιάννης Χοντζέας, Το «τέλος» του κομμουνισμού, Αθήνα, Α/συνεχεια, 1993, σ. 180-181.
[3] ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 81-82.
[4] Στο ίδιο, σ. 42-45.
[5] Στο ίδιο, σ. 69.
[6] Στο ίδιο, σ. 158-169.
[7] Δημήτρης Σάρλης, Η πολιτική του ΚΚΕ στον αγώνα κατά του μοναρχοφασισμού, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1987, σ. 249.
[8] ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 186-188.
[9] Στο ίδιο, σ. 201-204.
[10] V.MLejbzon-K.K. ŠirinjaIl VII Congresso dellInternazionale Comunista, Ρώμη, EditoriRiuniti, 1975, σ. 85.
[11] Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1918-1943, 1ος τόμος, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1995, σ. 280.
[12] Ινστιτούτο Μαρξισμού-Λενινισμού της ΚΕ του ΚΚΣΕ, Κομμουνιστική Διεθνής – Σύντομη Ιστορική Μελέτη, εκδόσεις «Ελεύθερη Ελλάδα», 1973, σ. 415-417.
[13] Αλέξανδρος Δάγκας-Γιώργος Λεοντιάδης, Το ελληνικό εργατικό κίνημα έναντι του φασισμού και του πολέμου 1934-1941 – Οι απόψεις Παπαπαναγιώτου, Αθήνα, Παπαζήσης, 2007, σ. 137.
[14] Στο ίδιο, σ. 139-140.
[15] ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 242-253.
[16] Στο ίδιο, σ. 249-250.
[17] Στο ίδιο, σ. 262.
[18] Δημήτρης Σάρλης, ό.π., σ. 338-339.
[19] Γιώργος Μαυρογορδάτος, «Μεταξύ δύο πολέμων», στο: Βασίλης Παναγιωτόπουλος (επιμ.),Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, 7ος τόμος, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2003, σ. 27.
[20] Δημήτρης Σάρλης, ό.π., σ. 341-342.
[21] ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 294-295.
[22] Στο ίδιο, σ. 395-401.
[23] Αλέξανδρος Δάγκας-Γιώργος Λεοντιάδης, ό.π., σ. 153.
[24] Θανάσης Χατζής, Οι ρίζες της Εθνικής Αντίστασης, Αθήνα, Φιλίστωρ, 2000, σ. 158-159.
[25] ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 436-437.
[26] Στο ίδιο, σ. 461-463.
[27] Αλέξανδρος Δάγκας-Γιώργος Λεοντιάδης, ό.π., σ. 153-156.
[28] Γρηγόρης Φαράκος, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος – Σχέσεις ΚΚΕ και διεθνούς κομμουνιστικού κέντρου, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2004, σ. 88-90.
[29] Στο ίδιο, σ. 341-343. Οι οδηγίες αυτές της Διεθνούς θα παρουσιαστούν από τον Σιάντο στην εισήγησή του στη Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ τον Δεκέμβριο του 1942.
[30] Χρήστος Χατζηιωσήφ, «Η πορεία της Ευρώπης προς τον πόλεμο», στο: Χρήστος Χατζηιωσήφ-Προκόπης Παπαστράτης (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, τόμος Γ1, Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2007, σ. 38-42.
[31] Γιάννης Χοντζέας, Για το κομμουνιστικό κίνημα της Ελλάδας, Αθήνα, Α/συνεχεια, 2004, σ. 39-42.
[32] Ναταλία Λεμπεντέβα - Μιχαήλ Ναρίνσκι, Η Κομμουνιστική Διεθνής στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2004, σ. 3-4.
[33] Γρηγόρης Φαράκος, ό.π., σ. 161-162. Ναταλία Λεμπεντέβα - Μιχαήλ Ναρίνσκι, ό.π., σ. 5-6.
[34] Ναταλία Λεμπεντέβα - Μιχαήλ Ναρίνσκι, ό.π., σ. 11.
[35] Γρηγόρης Φαράκος, ό.π., σ. 163-164.
[36] Εισήγηση του Μόλοτοφ στη συνεδρίαση του Ανωτάτου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ, στις 31 Οκτωβρίου 1939, βλ. Ναταλία Λεμπεντέβα - Μιχαήλ Ναρίνσκι, ό.π., σ. 17.
[37] Jane Degras (ed.), The Communist International 1919-1943 Documents, 3ος τόμος (1929-1943),Oxford University Press, 1965, σ. 441.
[38] Αλέξανδρος Δάγκας-Γιώργος Λεοντιάδης, ό.π., σ. 213-215.
[39] Στο ίδιο, σ. 239.
[40] Άγγελος Ελεφάντης, Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης. ΚΚΕ και αστισμός στον Μεσοπόλεμο, Αθήνα, Θεμέλιο, 1999, σ. 297-300. Ο Παπαπαναγιώτου υποστηρίζει πως η λύση της σιωπής της ΠΚΕ έγινε με την αποφασιστική ενθάρρυνση των άμεσων και έγκυρων φορέων της πολιτικής της ΕΣΣΔ και της Κομμουνιστικής Διεθνούς στην Αθήνα, βλ. Αλέξανδρος Δάγκας-Γιώργος Λεοντιάδης, ό.π., σ. 299.
[41] Θανάσης Χατζής, ό.π., σ. 226.
[42] Επίσης, σύμφωνα με τον Γ. Χοντζέα, ο Ζαχαριάδης, ανεξάρτητα από τις αλλαγές των θέσεων του ΚΚΕ για τις διεθνείς σχέσεις της χώρας, έβλεπε σωστά το προβάδισμα της Μεγάλης Βρετανίας ( η οποία εγκατέλειπε βαθμιαία την πολιτική του Μονάχου), στοιχείο που έδειχνε ότι το καθεστώς θα αντιστεκόταν και δεν θα διευκόλυνε την ιταλική εισβολή, βλ. Γιάννης Χοντζέας, ό.π., 2004, σ. 211-213.
[43] Θανάσης Χατζής, ό.π., σ. 228. Άγγελος Ελεφάντης, ό.π., σ. 305-306.
[44] Γιάννης Ιωαννίδης, Αναμνήσεις - Προβλήματα της πολιτικής του ΚΚΕ στην Εθνική Αντίσταση 1940-1945, Αθήνα, Θεμέλιο, 1979, σ. 65-66.
[45] Βασίλης Νεφελούδης, Αχτίνα Θ΄, Αθήνα, Ολκός, 1974, σ. 241.

πόσοι μας διάβασαν: