Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

ΤΟ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΟ «ΟΧΙ» ΤΟΥ 1940


του Κώστα Παλούκη, εφημ. Πριν, 28/10/2012
Αν και ο ελληνικός αστισμός αντιστάθηκε στον ιταλικό επεκτατισμό (κάτω και από τον πατριωτικό αντιφασιστικό ξεσηκωμό του λαού), δεν ήταν σε καμία περίπτωση διατεθειμένος να πολεμήσει τους Γερμανούς ναζί. Το 1940 και στην αντίσταση ο ελληνικός λαός διαπίστωσε ότι οι κομμουνιστές ήταν οι μόνοι συνεπείς και αποφασισμένοι να δώσουν και να φτάσουν τον αγώνα ενάντια στον φασισμό μέχρι τέλους.


Ιταλικός επεκτατισμός
και βρετανική επιρροή
Η Αριστερά βρίσκεται από μια πρώτη άποψη σε μια δύσκολη θέση σε συμβολικό επίπεδο απέναντι στο «Όχι» της 28ης Οκτωβρίου 1940, αφού αισθάνεται την ανάγκη να ξεκαθαρίσει τη στάση της απέναντι στο ελληνικό φασιστικό καθεστώς. Μάλιστα, συνήθως οι αριστεροί προτάσσουν γενικά ως δικό τους στοιχείο την εποποιία του εαμικού αντιστασιακού κινήματος, ενώ οι δεξιοί την εποποιία των βουνών της Αλβανίας. Πράγματι, πάντως το «Όχι στον ιταλικό φασισμό είναι από τις λίγες περιπτώσεις που εκφράζεται από όλες τις συνιστώσες του ελληνικού «έθνους», δηλαδή και από την αστική τάξη, το αστικό κράτος και τους αστικούς φορείς, αλλά και από την εργατική τάξη, τα λαϊκά στρώματα και τις αριστερές εργατικές οργανώσεις. Ο Ιωάννης Μεταξάς αντιτάχθηκε όχι στον ιταλικό φασισμό, αλλά στην ιταλική επεκτατικότητα, ενώ παράλληλα εξέφρασε την ιστορική σύμπλευση του ελληνικού αστισμού με τον βρετανικό ιμπεριαλισμό.
Ο ιταλικός ιμπεριαλισμός σε όλο τον ελληνικό μεσοπόλεμο συνιστούσε ίσως τη μεγαλύτερη απειλή για την ελληνική αστική τάξη, εφόσον μετά το 1922 τα ζητήματα εξ ανατολής είχαν οριστικά επιλυθεί. Η κατάληψη της Κέρκυρας στις 31 Αυγούστου 1923 από τους Ιταλούς ήταν μια από τις πρώτες ενέργειες επίδειξης ισχύος του φασιστικού καθεστώτος του Μπενίτο Μουσολίνι προς τις διεθνείς δυνάμεις, ενώ αποτέλεσε την αρχή της ιταλικής επιρροής στην περιοχή, η οποία έληξε με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Ελλάδα παραμένοντας στενά δεμένη στο άρμα του βρετανικού ιμπεριαλισμού δε θα μπορούσε να έχει απέναντι στον ιταλικό φασισμό άλλη στάση, παρά το γεγονός ότι ο ιταλικός φασισμός, όπως καταδεικνύει ο Σπύρος Μαρκέτος στο βιβλίο «Πως φίλησα τον Μουσολίνι» ενέπνεε τα μικροαστικά και μεσοαστικά ελληνικά στρώματα και γενικά την ελληνική μεσοπολεμική Δεξιά.
Το γράμμα του ηγέτη του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη από την άλλη πλευρά – αν και είναι δύσκολο να αποσαφηνιστεί ο ρόλος των μυστικών υπηρεσιών στην παγίδευση του Ζαχαριάδη – αποτυπώνει το περιεχόμενο του αριστερού «Όχι». Ο χαρακτήρας είναι καθαρά αντιφασιστικός και εθνικοαπελευθερωτικός, έστω και εάν υποτάσσεται χωρίς καμία επιφύλαξη στην κυβέρνηση του Μεταξά, ενώ συνδέεται με το όραμα για μια «μια καινούργια Ελλάδα της δουλιάς, της λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική εξάρτηση». Η ηγεσία του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος δίνει μέσα από τις φυλακές του φασιστικού μεταξικού κράτους το δικό της σύνθημα παλλαϊκού ξεσηκωμού: «Δίπλα στο κύριο μέτωπο και ο κάθε βράχος, η κάθε ρεματιά, το κάθε χωριό, καλύβα με καλύβα, η κάθε πόλη, σπίτι με σπίτι, πρέπει να γίνει φρούριο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα». 



Απρόθυμη η ελληνική αστική τάξη
να πολεμήσει τους ναζί του Γ’ Ράιχ

Το «Όχι» του 1940 συνέχισε να εμπνέει τον αγωνιζόμενο ελληνικό λαό όλη την περίοδο της κατοχής σε μια στενή συνέχεια και συνέπεια

Εάν όμως απέναντι τον ιταλικό επεκτατισμό το «ελληνικό έθνος» στάθηκε ενιαίο, δε συνέβη το ίδιο απέναντι στον γερμανικό επεκτατισμό. Η Μάχη της Κρήτης έδειξε ότι η μάχη απέναντι στο εχθρό δεν ήταν απαραίτητο να κριθεί στα σύνορα. Συνεπώς, ακόμα και εάν ήταν εύκολο για τις γερμανικές δυνάμεις να περάσουν την οχυρογραμμή Ρούπελ, αυτό δε σήμαινε πως ο πόλεμος μπορούσε να τελειώσει εκεί. Αντίθετα, θα μπορούσε η κυβέρνηση να είχε ακολουθήσει έναν στρατιωτικό σχεδιασμό όπου θα διεξάγονταν μάχες σε πολλά και διαφορετικά σημεία της χώρας. Η συνθηκολόγηση του στρατηγού Τσολάκογλου προφανώς και συνδέεται με την επιλογή του να αναλάβει την πρωθυπουργία. Ένα μεγάλο κομμάτι του στρατιωτικού μηχανισμού συνδεόταν ιδεολογικά με την Γερμανία, ενώ και ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής αστικής τάξης διατηρούσε ανοιχτή μια εμπορική και οικονομική σχέση με το Βερολίνο σε όλο τον μεσοπόλεμο. Μάλιστα, ο Γκέρινγκ είχε επισκεφτεί ιδιωτικά την Ελλάδα το 1934, ενώ ο Γιόζεφ Γκέμπελς, Υπουργός Προπαγάνδας του Ράιχ, χαρακτήρισε την επιβολή του μεταξικού καθεστώτος ως παράδειγμα προσαρμογής στη νέα τάξη πραγμάτων. Κατά τη διάρκεια της μεταξικής περιόδου υπεγράφησαν συμφωνίες εμπορικής φύσεως μεταξύ των δύο κρατών. Η Ελλάδα εξήγαγε στη Γερμανία αγροτικά προϊόντα, όπως σιτάρι και καπνό, και πετρώματα, όπως βωξίτη, και εισήγαγε βιομηχανικά προϊόντα και όπλα. Ως το 1938, το ποσοστό των ελληνικών εξαγωγών στη Γερμανία είχε φτάσει το 38,8% και οι εισαγωγές από τη Γερμανία ανήλθαν στο 28,8%. Οι σχέσεις των δύο κρατών παρέμειναν σε εξαιρετικό επίπεδο μέχρι και την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, στις 28 Οκτωβρίου 1940. Με λίγα λόγια ο ελληνικός αστισμός δεν ήταν στο σύνολό του έτοιμος και αποφασισμένος να δώσει μια τέτοια μάχη στα 1941, ενώ φάνηκε περισσότερο έτοιμος να υποταχθεί στους συσχετισμούς.
Η ενδεχόμενη επιλογή του μεταξικού καθεστώτος να δώσει μια μάχη οπισθοφυλακής σήμαινε ουσιαστικά ότι θα εξόπλιζε τον λαό, ενώ σχεδιασμένα θα οργάνωνε την πάλη με βάση τους ένοπλους υποχωρούντες φαντάρους από το Αλβανικό Μέτωπο. Με λίγα λόγια το μοντέλο του παλλαϊκού κρητικού αγώνα θα μπορούσε να είχε γενικευτεί. Αυτό ουσιαστικά περίμενε και ο λαός και γι’ αυτό κυριάρχησε το αίσθημα της προδοσίας σε όλα τα λαϊκά στρώματα μετά την υπογραφή της συνθηκολόγησης και της εγκατάλειψης της Αθήνας από την πολιτική ηγεσία. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα ανέτρεπε βέβαια όλη την φυσιογνωμία του αστικού καθεστώτος ή με άλλα λόγια μια τέτοια παλλαϊκή μάχη δεν ήταν δυνατό ποτέ να καθοδηγηθεί από ένα αμιγώς αστικό φασιστικό καθεστώς. Θα έπρεπε για παράδειγμα να απελευθερώσει τους κομμουνιστές και να τους εξοπλίσει. Αντίθετα, το μεταξικό καθεστώς παρέδωσε τους φυλακισμένους πολιτικούς κρατούμενους στη νέα διάδοχη κυβέρνηση Τσολάκογλου.
Στο σημείο αυτό ενδεχομένως αξίζει να συγκριθεί ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε η γραφειοκρατικοποιημένη σοβιετική ηγεσία την είσοδο των γερμανικών δυνάμεων στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ. Δεν εγκατέλειψε τις πόλεις, αλλά έδωσε τη μάχη μαζί με τον λαό. Για παράδειγμα τρία εκατομμύρια κάτοικοι μαζί με μονάδες του στρατού υπερασπίσθηκαν το Λένινγκραντ επί σχεδόν 900 μέρες παρά το λιμό, τις κακές συνθήκες διαβίωσης και την τεχνολογική υπεροπλία των επιτιθεμένων. Η Σοβιετική ηγεσία οργάνωσε στα μετόπισθεν την αντεπίθεση με τον Κόκκινο Στρατό και έδωσε με κορυφαία σκηνή του πολέμου τη μάχη του Στάλιγκραντ ουσιαστικά τη νίκη στον αντιφασιστικό πόλεμο. Καμία άλλη ευρωπαϊκή αστική κυβέρνηση δε συνέχισε τη μάχη με έναν τέτοιο τρόπο. Σημειώνουμε ότι στη Γαλλία δημιουργήθηκε ουσιαστικά ένα γαλλικό δοσιλογικό κρατίδιο με αρχηγό τον στρατάρχη Φιλίπ Πετέν.
Και στο σημείο αυτό τα ηνία του αντιφασιστικού αγώνα περνάνε εκ των πραγμάτων στην Αριστερά γιατί ήταν ο μόνος πολιτικός χώρος ο οποίος είχε ήδη θέσει με το γράμμα του Ζαχαριάδη το σχέδιο ενός «παλλαϊκού αγώνα» και μπορούσε να το κάνει πράξη. Έτσι, ο κάθε βράχος, η κάθε ρεματιά, το κάθε χωριό, καλύβα με καλύβα, η κάθε πόλη, σπίτι με σπίτι, έγιναν πράγματι και συνέχισαν να είναι φρούριο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα με το ΕΑΜ, τον ΕΛΑΣ, την ΕΠΟΝ, την Εθνική Αλληλεγγύη και την ΟΠΛΑ στην πρωτοπορία. Ο ελληνικός λαός διαπίστωσε ότι οι κομμουνιστές ήταν οι μόνοι συνεπείς, πιστοί και ειλικρινείς, αλλά και αποφασισμένοι να δώσουν την μάχη της επιβίωσης, τη μάχη της αντίστασης και συνολικά να φτάσουν τον αγώνα ενάντια στον φασισμό μέχρι τέλους. Όλες οι άλλες αντιστασιακές ομάδες που συγκροτήθηκαν, ακόμα και ο ΕΔΕΣ, περισσότερο ή λιγότερο διατήρησαν ένα αστικό, αντικομμουνιστικό χαρακτήρα που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τους έφερνε σταδιακά πιο κοντά στην τρίτη δοσιλογική κυβέρνηση του Ράλλη.
Το «Όχι» του 1940 συνέχισε να εμπνέει τον αγωνιζόμενο ελληνικό λαό όλη την περίοδο της κατοχής σε μια στενή συνέχεια και συνέπεια. Τα εαμικά κείμενα ήταν γεμάτα αναγωγές και εθνικά σύμβολα με επίκεντρο το 1821 και την 28η Οκτωβρίου θέτοντας με σαφήνεια εθνικοαπελευθερωτικούς και κοινωνικούς στόχους, βάζοντας στη θέση του αντιπάλου όχι μόνο τους κατακτητές, αλλά και την κυβέρνηση των λακέδων τους. Όπως σημειώνει ο Ιάσων Χανδρινός στο βιβλίο του για την ΟΠΛΑ «η σταθερά επαναλαμβανόμενη επίκληση των πεσόντων της Αλβανίας απηχούσε με ξεκάθαρο τρόπο καθημερινές ανάγκες και αιτήματα του παρόντος», ενώ οι ανάπηροι πολέμου βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή του αντικατοχικού αντιφασιστικού αγώνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: