Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

Σχέση ΝΑΖΙ με ΜΑΦΙΑ-ΜΑΤ-ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ-ΕΚΚΛΗΣΙΑ-ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ-ΣΤΡΑΤΟ


Καθημερινά αποκαλύπτεται η σχέση της ναζιστικής οργάνωσης Χρυσής Αυγής με τις βάναυσες δυνάμεις καταστολής, τους ΜΑΤατζήδες στυλοβάτες του αστικού συστήματος εξουσίας που χάρη και στη δική τους βία επιβλήθηκαν τα Μνημόνια Ε.Ε.-ΔΝΤ  και η ακραία ταξική πολιτική των ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ. Και όμως το 50% των πραιτοριανών της εκάστοτε κυβέρνησης ψηφίζει το «αντισυστημικό» κόμμα της Χρυσής Αυγής, ενώ πολλαπλασιάζονται  οι καταγγελίες  για την κάλυψη των ρατσιστικών εγκλημάτων της από την ΕΛ.ΑΣ. των Δένδια και Σαμαρά. Στον ειδησεογραφικό ιστότοπο "Pheme.gr", ο κ. Κυριαζίδης πρώην πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Αστυνομικών Υπαλλήλων (ΠΟΑΣΥ) δηλώνει «ανήσυχος» για τα αυξημένα κρούσματα αυτοδικίας ακροδεξιών ομάδων που επιτίθενται σε βάρος μεταναστών και τονίζει: «Τέτοια φαινόμενα εγκληματικών επιθέσεων σε βάρος αλλοδαπών, θα πρέπει άμεσα να αντιμετωπίζονται. Η κατάσταση έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο, η αστυνομία πρέπει να αφεθεί να επιτελέσει το έργο της». «Η ηγεσία της αστυνομίας θα πρέπει να λάβει άμεσα μέτρα έναντι των φαινομένων αυτοδικίας που παρατηρούνται σε όλη τη χώρα σε βάρος μεταναστών. Δεν μπορεί η ηγεσία της αστυνομίας να κάνει τα στραβά μάτια στις ακροδεξιές ομάδες που πρόσκεινται στη Χρυσή Αυγή, οι οποίες αλωνίζουν σε όλη τη χώρα», προσθέτει. «Το δημόσιο αγαθό της ασφάλειας, το οποίο η πολιτεία έχει αναθέσει στην Ελληνική Αστυνομία, θα πρέπει να πάψει να αποτελεί αντικείμενο εκμετάλλευσης διαφόρων ομάδων ή πολιτικών οργανώσεων. Αυτές οι ομάδες που επιχειρούν να επιβάλλουν το νόμο, θέτουν σε πρωτοφανή δοκιμασία τους δημοκρατικούς θεσμούς, λειτουργούν κατά της Δημοκρατίας», συμπληρώνει.
Και αν αυτή είναι η σχέση των ΝΑΖΙ της Χρυσής Αυγής, τι να πει κανείς για την πρωτοφανή ασυλία που έχουν από την αστική δικαιοσύνη που με συνεχείς αναβολές αφήνει ατιμώρητα τα εγκλήματα πρωτοκλασάτων στελεχών και μάλιστα σε δίκη στη Βέροια άφησε ατιμώρητους τους φασίστες τραμπούκους και τιμώρησε το θύμα της αναίτιας επίθεσης τους.
Σημαντική όμως η σύνδεση των Ναζιστών με τμήματα της Εκκλησίας και συγκεκριμένα στελέχη της Ιεραρχίας. Ανθρώπους που συχνά προκαλούν με τις ακραίες τοποθετήσεις και αναλαμβάνουν να υπερασπιστούν τις ιδέες και το έργο των φασιστικών ορδών, ξεκαβαλικεύοντας από το ΛΑΟΣ και επιλέγοντας Χρυσή Αυγή. Μεταξύ αυτών ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ και ο Μητροπολίτης Καλαβρύτων Αμβρόσιος. Θυμίζουμε μόνο, για όσους δεν ξέρουν, όσους δεν θυμούνται και όσους θέλουν να ξεχνούν, ότι ο Αμβρόσιος έχει τελέσει ταγματάρχης της Χωροφυλακής, ενώ χρίστηκε Μητροπολίτης επί Χούντας. Τον περασμένο Αύγουστο, μάλιστα, είχε επισκεφθεί τον Νίκο Ντερτιλή, τελευταίο κρατούμενο εκ των πρωταιτίων της Xούντας, στις φυλακές Κορυδαλλού για να τον συγχαρεί, διότι παραμένει πιστός στις αρχές του.
Δε θα μπορούσαν να λείψουν από αυτή την αντιδραστική κλίκα οι στρατιωτικοί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο πρώην Α/ΓΕΣ Φραγκούλης Φράγκος, που πρόσφατα διετέλεσε και ΥΕΘΑ. Γνωστός «Τουρκοφάγος» δεν παρέλειψε, όποτε χρειάστηκε να υπερασπίσει ακόμη και στα Ναυτοδικεία τους ακροδεξιούς για τις άθλιες πράξεις τους. Φυσικά, την Χρυσή Αυγή δένουν με τον στρατό πολλά νήματα, με πιο σημαντικά τις φασιστικές Λέσχες Εφέδρων και τις Εθνοφυλακές.
Στη μαύρη αλυσίδα ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ-ΕΛ.ΑΣ.-ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ-ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-ΣΤΡΑΤΟΥ έρχεται να προστεθεί και ένας ακόμη κρίκος: η σχέση και η ένταξη Χρυσαυγιτών σε Εγκληματικές Συμμορίες, όπου με βαρύ οπλισμό έκλεβαν και ερχόντουσαν σε ένοπλες αντιπαραθέσεις ακόμη και με την ΕΛ.ΑΣ., ενώ στις μεταξύ τους επικοινωνίες που κατεγράφησαν, ξεκαθάριζαν ότι τα όπλα αυτά προτίθενται να στρέψουν κατά της Αριστεράς και των κινημάτων.
Τέλος, απομένει ένας ακόμη κρίκος: η ΕΥΠ. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Φραγκούλης Φράγκος επιθυμούσε σφόδρα να αναλάβει διοικητής της, θέση που κατείχε ένα άλλο προβεβλημένο στέλεχος του ΛΑΟΣ, ο Ιωάννης Κοραντής. Επίσης, μιλιταριστικά έντυπα και φασιστικές οργανώσεις παπαγαλίζουν μονότονα τις εκθέσεις της ΕΥΠ. Μυστικές υπηρεσίες που θεωρούν μέρος της αποστολής τους την καταγραφή και δίωξη των κοινωνικών κινημάτων.
Αξίζει όμως να δούμε και τη διεθνή εμπειρία και πιο συγκεκριμένα το κείμενο Σκάνδαλο συνεργασίας ναζί - μυστικών υπηρεσιών κλονίζει τη Γερμανία.
Στο κέντρο μιας δίνης γεμάτης σκάνδαλα έχουν έρθει οι γερμανικές μυστικές υπηρεσίες, αφότου επιβεβαιώθηκε ότι πράκτορές της κατέστρεψαν αρχεία που περιείχαν ζωτικές πληροφορίες σχετικά με μια νεοναζιστική τρομοκρατική συμμορία λίγες ώρες πριν την προγραμματισμένη παράδοσή τους στην ομοσπονδιακή εισαγγελία της Γερμανίας. Η υπόθεση αφορά την νεοναζιστική οργάνωση γνωστή ως «Εθνικοσοσιαλιστικό Υπόγειο» (NSU) και υπεύθυνη για τις χειρότερες πράξεις ακροδεξιάς βίας στη Γερμανία μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα μέλη της δολοφόνησαν μία αστυνομικό, πυροβόλησαν και σκότωσαν εννέα μετανάστες, πραγματοποίησαν δύο βομβιστικές επιθέσεις και λήστεψαν 14 τράπεζες για να χρηματοδοτήσουν τις επιχειρήσεις τους. Η αστυνομία ανακάλυψε τα πτώματα των δύο αρχηγών της οργάνωσης των Ούβε Μούντλος και Ούβε Μπέρνχαρντ σε ένα καμένο τροχόσπιτο στην Aνατολική Γερμανία τον περασμένο Νοέμβριο. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι είχαν αυτοκτονήσει αφότου είχαν ληστέψει μία τράπεζα. Ένα τρίτο μέλος της οργάνωσης, η Μπεάτε Τσέπε συνελήφθη και συνεχίζει να ανακρίνεται.
Οι λεπτομέρειες του σκανδάλου αποκαλύφθηκαν στο γερμανικό ειδησεογραφικό πρακτορείο DPA, ωθώντας του γερμανικού υπουργείου Εσωτερικών να παραδεχτούν ότι εγχώριο πράκτορες της μυστικής υπηρεσίας της χώρας οι οποίοι παρακολουθούσαν τη συμμορία κατέστρεψαν αρχεία που περιείχαν πληροφορίες για εκείνη. Κοινοβουλευτική έρευνα αποκάλυψε ότι οι πράκτορες είχαν σκίσει έγγραφα στις 11 Νοεμβρίου - την ημέρα που έπρεπε να παραδοθούν στην Ομοσπονδιακή Εισαγγελική αρχή της Γερμανίας, η οποία είχε αναλάβει την έρευνα. Ο Γεργκ Ζίρκε, ο πρόεδρος της Γερμανικής Εισαγγελικής αρχής παραδέχτηκε επίσης ότι το γραφείο του είχε αποτύχει σχετικά με την έρευνα για τους νεοναζί.
Οι αποκαλύψεις έσπειραν υποψίες μέλη του νεοναζιστικού θύλακα βρίσκονταν στο μισθολόγιο των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών. Στο παρελθόν, η οργάνωση δεν είχε κρύψει το γεγονός ότι χρησιμοποιούσε «μυστικούς» για να διεισδύσει σε ακροδεξιές οργανώσεις. Παρόλα αυτά το να διατηρεί νεοναζί στο μισθολόγιο της ως «κατασκόπους» θα ισοδυναμούσε με ενεργή συνεργασία μαζί τους και θα υπαινισσόταν ότι μέλη της μυστικής υπηρεσίας υποστήριζαν τις εγκληματικές τους πράξεις. Οι μυστικές υπηρεσίες είχαν παραδεχτεί σε κοινοβουλευτική επιτροπή ότι τόσο η εγχώρια υπηρεσία πληροφοριών όσο και οι στρατιωτικές μυστικές υπηρεσίες χρησιμοποιούσαν «κοριούς» για να διεισδύσουν σε νεοναζιστικές οργανώσεις τι οποίες συναναστρέφονταν οι Μούντλος και Μπέρνχαρντ. Σοκαρισμένοι Γερμανοί βουλευτές επέμειναν ότι ο υπουργός Εσωτερικών Χανς Πέτερ Φρίντρικ πρέπει να ξεκινήσει μια ενδελεχή έρευνα στην υπόθεση και αποδώσει ευθύνες στους υπευθύνους. «Όλη η υπόθεση είναι ανυπόφορη και πρέπει να υπάρξουν συνέπειες, Οι αποκαλύψεις καθιστούν πιθανή κάθε θεωρία», είπε η σοσιαλδημοκράτισσα βουλευτής Έβα Χεγκλ.
Αποκαλύπτεται η διαπλοκή και διασύνδεση όλων των σημαντικών συντελεστών του Κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού, που σε συνεργασία με τα αστικά κόμματα εξουσίας και τα καθεστωτικά ΜΜΕ, επιβάλλουν τις πιο ακραίες ταξικές επιλογές πετώντας τον κόσμο της εργασίας στην απόγνωση και στην βαθύτερη εκμετάλλευση. Με παρανομαστή τα δόγματα Άμυνας-Ασφάλειας, οι εργαζόμενοι θεωρούνται εσωτερικός εχθρός και μπαίνουν στο στόχαστρο του πλέγματος αστυνομικών στρατιωτικών κατασταλτικών μηχανισμών του αστικού κράτους που αλλάζει, ενώ ο νεοναζισμός αναλαμβάνει ενεργό ρόλο κατά των εργαζομένων. Μια σύγχρονη καπιταλιστική πραγματικότητα που δεν αλλάζει, δε μεταρρυθμίζεται, αλλά μόνο Ανατρέπεται.
ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΗ ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ
ΤΗΛ. ΕΠΙΚ. 6932955437

Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

Η σοσιαλδημοκρατία αντιμέτωπη με τον φασισμό. Η εμπειρία του Μεσοπολέμου


του Γιώργου Αλεξάτου   
16.06.12
www.ektosgrammis.gr
1701Είναι πολύ σύνηθες, κάθε που γίνεται αναφορά στα ζητήματα που έθεσε μπροστά στο εργατικό κίνημα η εμφάνιση του φασιστικού φαινομένου και η άνοδος στην εξουσία των φασιστών σε μια σειρά ευρωπαϊκές χώρες κατά τη μεσοπολεμική περίοδο, η συζήτηση να περιορίζεται ή έστω να επικεντρώνεται στην πολιτική που ακολούθησε η Κομμουνιστική Διεθνής (Κ.Δ.) και τα κομμουνιστικά κόμματα. Τόσο, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι οι κομμουνιστές αποτελούσαν την κύρια δύναμη στο εργατικό κίνημα της εποχής, ότι η δική τους πολιτική καθόριζε την επιτυχή ή μη αντιμετώπιση της φασιστικής απειλής.
Βεβαίως, κάτι τέτοιο δεν ίσχυε. Στην περίοδο του Μεσοπολέμου κανένα ευρωπαϊκό Κ.Κ., πέραν κάποιων βαλκανικών, δεν μπόρεσε να αναπτυχθεί τόσο, ώστε να ξεπεράσει σε μαζικότητα και επιρροή το σοσιαλιστικό κόμμα της χώρας του.
Η σοσιαλδημοκρατία παρέμενε, κατά συνέπεια, η κύρια δύναμη του εργατικού κινήματος, κάτι που διαπιστώθηκε αμέσως μετά την υποχώρηση του επαναστατικού κύματος του 1917-21. Η διαπίστωση αυτή αποτέλεσε, άλλωστε, τη βάση για την επεξεργασία και προώθηση της πολιτικής συμμαχιών του Ενιαίου Εργατικού Μετώπου από την Κ.Δ.
Τουλάχιστον μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930, τα περισσότερα Κ.Κ. δεν ήταν παρά μικρές και σε κάποιες περιπτώσεις περιθωριακές δυνάμεις στ’ αριστερά μαζικών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Ακόμα και το ισχυρότερο Κ.Κ. της εποχής, το γερμανικό, ουδέποτε κατόρθωσε να αναδειχθεί σε κύρια δύναμη της Αριστεράς.
Παρόλο που σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές η πολιτική των κομμουνιστών αποκτούσε μια βαρύτητα κατά πολύ μεγαλύτερη από την οργανωτική τους δύναμη και την επιρροή που ασκούσαν στην εργατική τάξη, ο ρόλος της σοσιαλδημοκρατίας ουδέποτε έπαψε να είναι καθοριστικός ή έστω εξαιρετικά σημαντικός. Συνολικότερα, αλλά και συγκεκριμένα στο ζήτημα της αντιμετώπισης του φασισμού.
Αποκτά, συνεπώς, ιδιαίτερη σημασία η αναφορά στην πολιτική της σοσιαλδημοκρατίας απέναντι στον φασισμό. Πρόκειται για την ανάγκη διερεύνησης των όρων αντιμετώπισης του φασιστικού κινδύνου στο πλαίσιο μιας γενικότερης ρεφορμιστικής πολιτικής, των ενδεχομένων δυνατοτήτων της, των αντιφάσεών της και των ορίων της.

Η προσήλωση στην αστική δημοκρατία
Μιλώντας για τη σοσιαλδημοκρατία του Μεσοπολέμου, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι αναφερόμαστε σε έναν ιδεολογικο-πολιτικό χώρο που -παρά την αποχώρηση της επαναστατικής πτέρυγας που συγκρότησε το κομμουνιστικό κίνημα- εξακολουθεί να συμπεριλαμβάνει στις γραμμές του μεγάλη ποικιλία τάσεων. Από τους παραδοσιακούς ρεφορμιστές που αρνούνται κάθε αναφορά στον μαρξισμό και κυριαρχούν στο βρετανικό Εργατικό Κόμμα, και τους ρεβιζιονιστές οπαδούς του Μπερνστάιν, η επιρροή των οποίων είναι ισχυρή τόσο στη δεξιά πτέρυγα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας όσο και στα σκανδιναβικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, μέχρι τους «ορθόδοξους μαρξιστές» της επιρροής του Κάουτσκι, τους αριστερούς αυστρομαρξιστές κ.ά.
Εντούτοις, παρά τις επιμέρους διαφορές τους που δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να υποτιμώνται, οι σοσιαλδημοκράτες, συσπειρωμένοι στη Σοσιαλιστική και Εργατική Διεθνή που ιδρύθηκε το 1923 ως ανασύσταση της Β΄ Διεθνούς, και έχοντας υπό τον έλεγχό τους την ισχυρή Συνδικαλιστική Διεθνή του Άμστερνταμ, ενοποιούνται ιδεολογικο-πολιτικά γύρω από μια κοινή σε όλους ρεφορμιστική αντίληψη. Είτε πιστεύουν ότι μια μακροχρόνια διαδικασία μεταρρυθμιστικών αλλαγών θα εξαλείψει τις μεγάλες αντιθέσεις του καπιταλισμού είτε ελπίζουν σε έναν σοσιαλιστικό κοινωνικό μετασχηματισμό, αυτό που σίγουρα απορρίπτουν είναι η επαναστατική ανατροπή, η ρήξη.
Για το σύνολο των σοσιαλδημοκρατών, ο όποιος κοινωνικός μετασχηματισμός δεν θα μπορούσε παρά να είναι αποτέλεσμα μιας διαδικασίας μεταρρυθμίσεων, οι οποίες θα προέκυπταν ως αναγκαία εξέλιξη της ίδιας της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ακόμα και οι τάσεις που αυτοπροσδιορίζονται μαρξιστικές κυριαρχούνται από τον κλασικό οικονομισμό του μαρξισμού της Β΄ Διεθνούς, οδηγώντας τον στις ακραίες του συνέπειες: η εμπιστοσύνη στο μέλλον του καπιταλισμού οδηγεί στην πίστη για το αναπόφευκτο του σοσιαλισμού.
Βασισμένο σ’ αυτή τη συλλογιστική, το εργατικό κίνημα δεν μπορεί να βιάζει τους ρυθμούς της αντικειμενικής κίνησης της ιστορίας προς τα εμπρός. Αυτό που έχει να κάνει, είναι να προωθεί εκείνες τις αλλαγές που είναι κάθε φορά ώριμες για υλοποίηση. Η εκτίμηση της ωριμότητάς τους έγκειται στον βαθμό που η πραγμάτωσή τους δεν προκαλεί αντιπαραθέσεις τέτοιες που να θέτουν σε κίνδυνο το πλαίσιο μέσα στο οποίο καθίσταται δυνατή η προώθησή τους. Και το πλαίσιο αυτό δεν είναι άλλο από την κοινοβουλευτική δημοκρατία.
Σε αντίθεση με τους κομμουνιστές, οι σοσιαλδημοκράτες θεωρούν ότι η δημοκρατία δεν έχει ταξικό πρόσημο. Ως κατάκτηση των αγώνων τόσο της αστικής όσο και της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων, προσφέρει τη δυνατότητα ειρηνικών πολιτικών και κοινωνικών αντιπαραθέσεων, από τις οποίες τελικός κερδισμένος θα είναι η εργατική τάξη. Η σταθερή μαζικοποίησή της σε βάρος των ανώτερων τάξεων αποτελεί εγγύηση για το μέλλον.
Ο Μπερνστάιν (πάντα αυτός!) θα το πει με σαφήνεια: «Η δημοκρατία είναι κατ’ αρχήν η υπέρβαση της ταξικής διακυβέρνησης, αν και δεν είναι ακόμα η υπέρβαση των τάξεων». Υπομονή!...

Ο σοσιαλδημοκρατικός αντιφασισμός
Καθώς η δημοκρατία αποτελεί το πλαίσιο για την προώθηση των πολιτικών της επιδιώξεων, η σοσιαλδημοκρατία δεν μπορεί παρά να είναι αντιφασιστική. Αν, κατά τους σοσιαλδημοκράτες, ο μπολσεβικισμός αποτέλεσε μια μορφή βίαιης απόπειρας για την κίνηση της ιστορίας προς τα εμπρός (και ως τέτοια παρήγαγε το τέρας του κομματικού και κρατικού αυταρχισμού), η επικράτηση του φασισμού αποτελεί μια μορφή βίαιης οπισθοδρόμησης. Είναι σαφής η διαπίστωση του Ότο Μπάουερ, ενός εκ των κορυφαίων ηγετών των Αυστριακών σοσιαλιστών: η μαζικοποίηση των φασιστικών κινημάτων από τη μικροαστική τάξη φανερώνει και τον χαρακτήρα του φασισμού ως κινήματος που αποπειράται το πισωγύρισμα σε μορφές πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης που μπλοκάρουν τις διαδικασίες καπιταλιστικής ανάπτυξης, οι οποίες δημιουργούν τη βάση για το πέρασμα στον σοσιαλισμό.
Οι κομμουνιστές ερμηνεύουν τη φασιστική πλημμυρίδα σαν ένδειξη όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων, άρα σαν απόδειξη ότι η περίοδος είναι επαναστατική. Προετοιμάζονται αναλόγως, ρίχνουν το σύνθημα «τάξη εναντίον τάξης», παραβλέπουν την ταξική σύνθεση της βάσης του φασισμού, εκφράζουν την αδιαφορία τους για την αστική δημοκρατία που καταρρέει (αφού είναι η προλεταριακή εξουσία που θα τη διαδεχτεί) και φυσικά καταγγέλλουν το σύνολο των άλλων πολιτικών δυνάμεων σαν φασιστικές. Αν η επανάσταση είναι στην ημερήσια διάταξη, αν ο φασισμός αποτελεί την αιχμή του δόρατος της αντεπανάστασης, όποιοι δεν είναι μαζί μας είναι με τον φασισμό. Πρώτοι απ’ όλους οι «σοσιαλφασίστες», τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και συνδικάτα, που αποπροσανατολίζουν την εργατική τάξη καλλιεργώντας ρεφορμιστικές αυταπάτες.
Οι σοσιαλδημοκράτες, από την πλευρά τους, διαπιστώνουν έναν διπλό κίνδυνο για την ομαλότητα και τη δημοκρατία, που όπως είδαμε αποτελούν, κατά την άποψή τους, προϋπόθεση για την προώθηση των στόχων του εργατικού κινήματος. Στον κίνδυνο που αντιπροσωπεύει ήδη από το 1917 ο μπολσεβικισμός, έχει προστεθεί και η απειλή του φασισμού. Η υπεράσπιση της δημοκρατίας αποτελεί το κύριο καθήκον του εργατικού κινήματος, φυσικός σύμμαχος του οποίου είναι εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις που αντιτάσσονται τόσο στους κομμουνιστές όσο και στους φασίστες.
Όταν το 1930-33 το ναζιστικό κόμμα αναπτύσσεται με ταχύτατους ρυθμούς και βαδίζει ακάθεκτο προς την εξουσία, δεν είναι μόνο οι κομμουνιστές που αρνούνται κάθε συνεργασία με τους «σοσιαλφασίστες», Είναι και οι σοσιαλδημοκράτες που αποδοκιμάζουν μετά βδελυγμίας κάθε σχέση με τον «κομμουνιστικό όχλο».
Οι Γερμανοί κομμουνιστές θυμούνται την καταστολή της εξέγερσης των Σπαρτακιστών το 1919 και τη δολοφονία της Λούξεμπουργκ και του Λίμπκνεχτ από τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση των Έμπερτ-Νόσκε, με τη συγκρότηση των Freikorps, που αποτέλεσαν τον πρόδρομο των ναζιστικών Ταγμάτων Εφόδου. Την κυβέρνηση του σοσιαλδημοκράτη Χέρμαν Μίλερ έχουν να αντιμετωπίσουν στα 1928-30, όταν μειώνονται οι μισθοί, περιορίζονται τα συνδικαλιστικά δικαιώματα, ενώ η αστυνομία της επίσης σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης της Πρωσίας δεν διστάζει να προσφεύγει στη χρήση όπλων για την αντιμετώπιση των κομμουνιστικών κινητοποιήσεων. Οι οποίες βάλλονται και από τα ναζιστικά Τάγματα Εφόδου, που δεν διστάζουν να επιτεθούν και κατά των σοσιαλδημοκρατών. Προς επιβεβαίωση της εκτίμησης των τελευταίων ότι η δημοκρατία κινδυνεύει από κομμουνιστές και ναζιστές, και καθώς η υπεράσπισή της αποτελεί βασική προτεραιότητα, η συνεργασία με τις αστικές δημοκρατικές δυνάμεις προβάλλει σαν μονόδρομος.
Μόνο που η κατεύθυνση αυτή υποχρεώνει σε στήριξη κυβερνήσεων που ασκούν ακραία αντιλαϊκή πολιτική. Στα μάτια ευρύτατων λαϊκών μαζών η σοσιαλδημοκρατία ταυτίζεται με το καθεστώς που τις οδηγεί στην εξαθλίωση. Και καθώς ο κομμουνιστής Τέλμαν ανεμίζει τη σημαία της σοβιετικής προοπτικής, που τρομάζει τις μάζες των κατεστραμμένων μικροαστών, ο Χίτλερ είναι μια λύση. Η μοναδική λύση…
Οι αστικοδημοκρατικές αυταπάτες κυριαρχούν και στο Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα της Αυστρίας, το πιο αριστερό κόμμα της μεσοπολεμικής Σοσιαλιστικής Διεθνούς, με τα εκλογικά του ποσοστά να κυμαίνονται μεταξύ 40 και 45%, προερχόμενα κατά κύριο λόγο από την εργατική τάξη.
Μαχητικοί και τολμηροί, οι Αυστριακοί σοσιαλδημοκράτες θα οικοδομήσουν ένα ισχυρό δίκτυο κοινωνικών υπηρεσιών, παράλληλο με το κρατικό, ενώ ήδη από το 1923 έχουν συγκροτήσει τον Ρεπουμπλικανικό Σύνδεσμο Άμυνας για την αντιμετώπιση της φασιστικής απειλής. Ο Σύνδεσμος έφτασε να έχει 100.000 μέλη, εκ των οποίων 17.000 δρούσαν στη Βιέννη, που έδινε τα δυο τρίτα των ψήφων της στη σοσιαλδημοκρατία.
Μολονότι η συγκρότηση του Συνδέσμου έδειχνε ότι οι Αυστριακοί σοσιαλιστές είχαν συνείδηση του κινδύνου που αντιπροσώπευε ο φασισμός, η βαθιά λεγκαλιστική αντίληψη που διαπερνούσε το σύνολο της πολιτικής τους πρακτικής δεν επέτρεψε την αξιοποίηση αυτής της δύναμης που οι ίδιοι είχαν δημιουργήσει. Το 1927, όταν η αστυνομία χτύπησε τη μεγάλη εργατική απεργία δολοφονώντας 90 εργάτες και τραυματίζοντας 1.100, το κόμμα δεν επέτρεψε την ένοπλη αντιπαράθεση. Τρία χρόνια αργότερα, ο Σύνδεσμος θα αποσυρθεί από τους δρόμους των αυστριακών πόλεων, για την αποφυγή επεισοδίων που θα μπορούσαν ν προκληθούν εξαιτίας συγκρούσεων με την ακροδεξιά Πατριωτική Άμυνα, που λειτουργούσε στα πρότυπα των ναζιστικών Ταγμάτων Εφόδου.
Ο Σύνδεσμος αδράνησε ακόμα και όταν, το 1933, ο καγκελάριος Ντόλφους διέλυσε τη Βουλή, για να περάσει στην ένοπλη αντίσταση τον Φεβρουάριο του 1934, όταν πια ήταν πολύ αργά. Η θυσία εκατοντάδων εργατών, που έπεσαν στη Βιέννη και τη Λιντς, δεν μπόρεσε να αποτρέψει την επιβολή καθεστώτος φασιστικού προσανατολισμού.

Αντιφασιστική συνεργασία και Λαϊκά Μέτωπα
Στις 12 Φεβρουαρίου 1934, τη μέρα που το αυστριακό προλεταριάτο ηττάται και η πρωτοπορία του σφαγιάζεται, οι εργάτες του Παρισιού επιβάλλουν στα κόμματα της Αριστεράς το ενιαίο αντιφασιστικό μέτωπο. Οι δυο απεργιακές συγκεντρώσεις και πορείες που οργανώνουν οι σοσιαλιστές και οι κομμουνιστές συγκλίνουν ξαφνικά, με αυθόρμητη πρωτοβουλία των διαδηλωτών, στην Place de la Nation. Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούλιο, το Κ.Κ. Γαλλίας θα υπογράψει Σύμφωνο Αντιφασιστικής Δράσης με τους μέχρι τότε… «σοσιαλφασίστες», που ανακαλύπτουν κι αυτοί την ανάγκη ενότητας με εκείνους, με τους οποίους οι μέχρι τότε σχέσεις καθορίζονταν από τη χαρακτηριστική τοποθέτηση της σοσιαλιστικής «La Populaire»: «Από τους μπολσεβίκους δεν ζητάμε τίποτε. Απλώς, θα τους σπάσουμε τα δόντια».
Ενώ οι απανωτές ήττες στη Γερμανία και την Αυστρία υποχρεώνουν την Κ.Δ. να εγκαταλείψει την πολιτική «τάξη εναντίον τάξης» και να προσανατολιστεί στην ανάγκη συγκρότησης αντιφασιστικών μετώπων, η Σοσιαλιστική Διεθνής απορρίπτει πρόταση αντιφασιστικής συνεργασίας, ακόμα και το φθινόπωρο του 1934. Δεν πρόκειται για κάτι καινούργιο. Οι σοσιαλιστές απέρριπταν και στα 1922-28 τις προτάσεις των κομμουνιστών για συνεργασία, στο πλαίσιο Ενιαίου Εργατικού Μετώπου.
Η στάση αυτή έπαιξε κάποιο ρόλο στον αναπροσανατολισμό της Κ.Δ., η οποία τον Ιούλιο 1935, στο 7ο Συνέδριό της, απευθύνει κάλεσμα για συγκρότηση Λαϊκών Μετώπων. Δεν πρόκειται πια για επιδίωξη αντιφασιστικής συνεργασίας των δυνάμεων του εργατικού κινήματος, αλλά όλων εκείνων που αντιτάσσονται στον φασισμό, μαζί και των αστικοδημοκρατικών. Μολονότι οι κομμουνιστές δεν θα μπορούσαν να επικριθούν πλέον σαν υπονομευτές της ενότητας των δημοκρατικών δυνάμεων, μόνο οι σοσιαλιστές της Γαλλίας και της Ισπανίας θα ανταποκριθούν στο κάλεσμα.
Ανεξάρτητα από τις προθέσεις των κομμουνιστών, τα Λαϊκά Μέτωπα θα συγκροτηθούν ως συμμαχίες των δυνάμεων της ευρύτερης Αριστεράς. Η συμμαχία κομμουνιστών, σοσιαλιστών και αριστερών δημοκρατών (ριζοσπαστών και ρεπουμπλικανών) θα κερδίσει τις εκλογές στις αρχές του 1936 στην Ισπανία και τη Γαλλία (αλλά και στη μακρινή Χιλή, το 1938), με κύριο στόχο τη θωράκιση της δημοκρατίας, την απόκρουση της φασιστικής απειλής και τη λήψη κάποιων μέτρων κοινωνικής πολιτικής προς όφελος των εργαζομένων. Μόνο που η εκλογική επιτυχία θα ανοίξει μια δυναμική απρόβλεπτη από τα κόμματα του Μετώπου.
Τα γεγονότα είναι λίγο πολύ γνωστά. Η έκρηξη ενός τεράστιου, πρωτοφανούς στις διαστάσεις του, διεκδικητικού κινήματος της γαλλικής εργατικής τάξης, πριν ακόμα προλάβει να σχηματιστεί η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου από τον σοσιαλιστή Λεόν Μπλουμ, θα υποχρεώσει στην αποδοχή των αιτημάτων του. Οι Γάλλοι εργαζόμενοι επιβάλλουν μέσα σε ένα καλοκαίρι αιτήματα που διεκδικούσαν επί δεκαετίες. Οι μεταρρυθμίσεις θα ανακοπούν λίγους μήνες αργότερα, προκαλώντας την πρώτη νέα κρίση στις σχέσεις μεταξύ σοσιαλιστών και κομμουνιστών.
Στην Ισπανία, η δυναμική την οποία απελευθέρωσε η εκλογική νίκη επιχειρήθηκε να ανατραπεί με το στρατιωτικό πραξικόπημα που οδήγησε στον τρίχρονο εμφύλιο πόλεμο. Πολλά έχουν γραφτεί για τη μεγάλη περιπέτεια που έζησε εκείνα τα χρόνια ο ισπανικός λαός. Αυτό που συνήθως δεν αναφέρεται ή που περνάει στα ψιλά και δεν σχολιάζεται, είναι το γεγονός ότι το μικρό Κ.Κ. Ισπανίας, στριμωγμένο μέχρι τότε ανάμεσα στο πανίσχυρο Σοσιαλιστικό Κόμμα και στο επίσης ρωμαλέο αναρχικό κίνημα, αναδείχτηκε μέσα από την ένοπλη αντιπαράθεση με τους φασίστες σε κύρια δύναμη του ισπανικού εργατικού και λαϊκού κινήματος.
Καθώς ηρωισμό και αυταπάρνηση δεν έδειχναν μόνο οι κομμουνιστές, τι ήταν αυτό που οδήγησε στην υποχώρηση των δυο άλλων ρευμάτων; Στην προκειμένη περίπτωση του σοσιαλιστικού;
Η στήριξη της δημοκρατικής Ισπανίας από την ΕΣΣΔ είναι ένας σοβαρός λόγος. Η απομόνωσή της από τη γειτονική Γαλλία, στη βάση της αγγλο-γαλλικής πολιτικής της «Μη Επέμβασης» που υιοθέτησε η κυβέρνηση του σοσιαλιστή Μπλουμ (στην οποία οι κομμουνιστές δεν συμμετείχαν), ήταν ο άλλος λόγος. Δεν ήταν οι μόνες αιτίες, αλλά σίγουρα υπήρξαν εξαιρετικά σημαντικές, για ένα λαό που έδινε αγώνα ζωής και θανάτου.
Ενώ ολόκληρη σχεδόν η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με τη φασιστική λαίλαπα, μένει απέξω ένα τμήμα της στο οποίο μάλιστα είναι η σοσιαλδημοκρατία που αναλαμβάνει κυβερνητικές ευθύνες. Πρόκειται για τις σκανδιναβικές χώρες, τη Δανία, τη Σουηδία και τη Νορβηγία, όπου τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αναδείχτηκαν σε κυβερνητικές δυνάμεις κατά τη δεκαετία του 1930. Αυτές οι περιπτώσεις χρήζουν ιδιαίτερης μελέτης, καθώς εκεί το εργατικό κίνημα δεν βρέθηκε αντιμέτωπο με τον φασιστικό κίνδυνο, με εξαίρεση ίσως τη Νορβηγία και το κόμμα του Κουίσλινγκ, που κι αυτό όμως δεν μπόρεσε να αναπτυχθεί τόσο ώστε να αποτελέσει πραγματικό κίνδυνο.
Ας κλείσουμε με μια τιμητική αναφορά στους Ιταλούς σοσιαλιστές. Έχοντας πλήρη την ευθύνη για την αδυναμία αντιμετώπισης του φασισμού όταν πρωτοεμφανίστηκε, στα χρόνια της έκρηξης του κινήματος κατά την «κόκκινη διετία» 1919-21, δεν μπορούν και τόσο εύκολα να εξακολουθούν πια να συντηρούν αυταπάτες. Ήδη από τα πρώτα χρόνια της επικράτησης του φασισμού βρίσκονται σε στενή συνεργασία με το Κ.Κ. Ιταλίας, που κι αυτό με τη σειρά του ξεπερνάει τους αριστερισμούς των πρώτων χρόνων από την ίδρυσή του.
Οι Ιταλοί σοσιαλιστές ουδέποτε αντιμετώπισαν ως εχθρό τους το Κ.Κ. Αντιστοίχως, οι Ιταλοί κομμουνιστές, ακόμα και στην περίοδο της «σοσιαλφασιστικής» ρητορείας της Κ.Δ., διατήρησαν σχέσεις με τους σοσιαλιστές στην κοινή παράνομη αντιφασιστική δράση. Καθόλου τυχαίο, καθώς το κόμμα είχε διαμορφωθεί πλέον από τον Αντόνιο Γκράμσι και καθοδηγητής του ήταν ο Παλμίρο Τολιάτι. Καθόλου τυχαίο, επίσης, το ότι στις Διεθνείς Ταξιαρχίες που συγκροτούσε η Κ.Δ. για την ενίσχυση του αγώνα κατά του φασισμού στην Ισπανία, υπεύθυνοι στρατολόγησης ήταν δυο Ιταλοί: ο κομμουνιστής Λουίτζι Λόγκο και ο σοσιαλιστής Πιέτρο Νένι. Που και οι δυο στη συνέχεια βρέθηκαν στην Ισπανία και πολέμησαν στο πλευρό αυτών που είχαν στρατολογήσει.

Για τον κίνδυνο εκφασισμού


του Δημήτρη Λένη   
26.06.12
πηγή: www.ektosgrammis.gr
1716Όπως προειδοποίησε ο Πουλαντζάς, ο φασιστικός κίνδυνος είναι πάντα παρών, ως πολιτικό ενδεχόμενο σε συγκυρίες κατάρρευσης του πολιτικού κέντρου (που γενικά συνδέονται με καπιταλιστική κρίση). Εν τούτοις, είναι διαφορετικό πράγμα ένα ακροδεξιών πεποιθήσεων κόμμα (π.χ. ΛΑΟΣ) από ένα ενεργό φασιστικό κίνημα και διαφορετικές οι απαντήσεις. Επίσης, είναι διαφορετικού τύπου οι κίνδυνοι από μια στρατιωτική δικτατορία, παρά από μια φασιστική. Και οπωσδήποτε το βάθος και η βιαιότητα των αλλαγών που προκαλούν συνολικά σε έναν κοινωνικό σχηματισμό οι φασιστικές δικτατορίες, τις βάζει στην κορυφή των κινδύνων. Το ερώτημα, επομένως, δεν μπορεί να απορριφθεί με μια απάντηση του τύπου «η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται παρά ως φάρσα». Υπάρχουν και τραγικές, αιματηρές φάρσες.
Η μονοκαλλιέργεια του νεοφιλελευθερισμού παντού στον κόσμο έχει προκαλέσει ακροδεξιές «λαϊκίστικες» όπως (λάθος) τις λέμε αντιδράσεις, από το tea party μέχρι τη Λεπέν. Από τη μία μεριά, η μακροπρόθεσμη ήττα του κινήματος δεν έχει επιτρέψει τη συστηματική απάντηση από την σκοπιά της εργατικής τάξης. Από την άλλη, λόγω ακριβώς ανυπαρξίας για την ώρα «κομμουνιστικού κινδύνου», σχεδόν πουθενά τα ακροδεξιά κόμματα δεν αποτελούν αυτή τη στιγμή ορατό, άμεσο φασιστικό κίνδυνο. Είναι διαφορετικά τα πράγματα αν σκεφτούμε πιο μεσο-μακροπρόθεσμα;
Στην Ευρώπη καταρχάς, αυτή τη στιγμή, υπάρχει μια ισχυρή άνοδος ρατσιστικών και εθνικιστικών κομμάτων με πολύ καλά εκλογικά αποτελέσματα. Γεγονός ευεξήγητο από την ιδιαίτερα σκληρή μοίρα που επιφύλασσε το ευρώ και η κρίση στα μικροαστικά στρώματα. Το πιο σημαντικό είναι βέβαια το κόμμα της Λεπέν στη Γαλλία, το οποίο έχει έναν λόγο σχετικά ρατσιστικό και σαφώς ακροδεξιό, με στοιχεία, όμως, αναδιανομής και περιορισμού του χρηματιστικού κεφαλαίου, αλλά απέχει πολύ από το να μπορεί να θεωρηθεί φασιστικός: κυρίως, δεν υπάρχουν συστηματικά στοιχεία ενός βίαιου κινηματισμού. Οι νεοναζιστικές γκρούπες δεν ηγεμονεύουν ακόμα στον κομματικό μηχανισμό. Οπωσδήποτε αναπαράγονται μέσα του και δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να εκραγούν στο μέλλον. Ακροδεξιές τάσεις (και μάλιστα πολύ πιο σκληρές) παρουσιάζονται στην Ολλανδία και ακόμα περισσότερο στην Ουγγαρία, με ένα κόμμα που όσον αφορά τον λόγο του είναι πραγματικά αδερφικό κόμμα της Χ.Α. Μόνο ο συμβολισμός του είναι λίγο πιο προσεκτικός, αλλά τα ποσοστά του είναι μεγαλύτερα. Και εκεί, όμως, οι εγκληματικές συμμορίες που δρουν μάλλον εγκλωβίζονται εκλογικά από το κόμμα, παρά αφήνονται να αναπτυχθούν, όσο κι αν ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Και βέβαια υπάρχει πάντα το ερώτημα της Γερμανίας, ένας φόβος που θα διαπερνά το πολιτικό σκηνικό των ευρωπαϊκών κοινοβουλευτικών θεσμών. Για την ώρα καθησυχάζονται από τρία γεγονότα: την, για ιστορικούς λόγους, γενικά χαμηλή ανοχή του πολιτικού προσωπικού και των θεσμών απέναντι στις νεοναζιστικές γκρούπες (συνταγματικές απαγορεύσεις από την μία, αλλά διείσδυσή τους στους κατασταλτικούς μηχανισμούς από την άλλη), τη σχετικά καλή ως τώρα πορεία του γερμανικού καπιταλισμού και τη σταθερότητα του κεντρικού πολιτικού και την πολύ μικρότερη σήμερα σημασία για τη γερμανική οικονομία των μικροαστών, ειδικά των παραδοσιακών μεταναστών. Είναι προφανές ότι η πορεία των πραγμάτων μπορεί να ανατρέψει τα τρία αυτά δεδομένα, αν και κάτι τέτοιο δεν θα γίνει μέσα στους επόμενους λίγους μήνες. 
Οι προϋποθέσεις για την έναρξη διαδικασίας εκφασισμού (ισχυρής κινηματικής μαζικοποίησης) είπαμε πως είναι, εκτός από την ίδια την ύπαρξη του κόμματος της φασιστικής πρωτοπορίας (έστω και σε ημιπεριθωριακή μορφή):
• Η κρίση ηγεμονίας της αστικής τάξης ύστερα από την αποτυχία της στρατηγικής της στο προηγούμενο στάδιο, κρίση που εκδηλώνεται ως πολιτική κρίση αντιπροσώπευσης και συμπύκνωση της (αντιφατικής και ταλαντευόμενης) μικροαστικής τάξης ως κοινωνικής δύναμης γύρω από το φασιστικό κόμμα, 
• Η ήττα του εργατικού κινήματος που εκφράζεται και ως ιδεολογική κρίση και ως αποτυχία, σε ένα προηγούμενο στάδιο, κρίσιμων πολιτικών στόχων (οι οποίοι δεν είναι αναγκαστικά η επανάσταση). Το εργατικό κίνημα, εντούτοις, δεν έχει υποστεί ακόμα συντριπτική ήττα, εξακολουθεί να αποτελεί έναν δυνάμει εχθρό, ο οποίος 
• Μπορεί να αποτελέσει την αιτία να σταματήσει το ξεδίπλωμα μιας νέας φάσης της αστικής στρατηγικής για τη συσσώρευση, για την οποία εκτιμάται ότι έχουν μαζευτεί οι οικονομικές, τεχνικές συνθήκες, αλλά απαιτείται για την ανάπτυξή της η πλήρης υποταγή της εργατικής τάξης (και μαζί της και η συντριβή μικροαστικών στρωμάτων που θα προδοθούν από το κόμμα τους).
Στον αναπτυγμένο καπιταλισμό δεν υπάρχουν (για την ώρα) τουλάχιστον οι δύο από τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη φασιστικού κινήματος: η διάλυση του πολιτικού σκηνικού (αν και αυτή μάλλον δεν θα αργήσει) και η προηγούμενη ήττα του κινήματος, το οποίο κρατά δυνάμεις, αλλά βρίσκεται σε κρίση. Δεδομένης, όμως, της εκρηκτικής από οικονομική πλευρά κατάστασης και της πολιτικής αποδιάρθρωσης (ή ανακατάταξης) που βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και που σύντομα θα ακολουθήσει και σε άλλες χώρες, τίποτα δεν μπορεί να αποκλειστεί. Το κίνημα στη χώρα μας, δεδομένης της συγκρότησης ενός καθαρού ναζιστικού κομματικού πόλου, οφείλει να είναι έτοιμο. Για την ακρίβεια οφείλει να κάνει ό,τι είναι δυνατό για να ξεριζώσει το ίδιο το ναζιστικό μόρφωμα και γρήγορα.
Προφανώς, ο μόνος μακροπρόθεσμος τρόπος για να γίνει αυτό είναι η ανατροπή της κατάστασης, η ακύρωση των προϋποθέσεων του ναζισμού. Η μακροπρόθεσμη στρατηγική είναι η ακύρωση της κοινωνικής καταστροφής που έχει πέσει στην χώρα, και που η ίδια (και όχι τα μέσα πληροφόρησης) επωάζει το φαινόμενο. Η Χ.Α. δεν είχε παρά μόνο δευτερευόντως κάλυψη στα μέσα, τα οποία διακίνησαν και θα συνεχίσουν να διακινούν («αυθόρμητα», χωρίς να είναι φασίστες, οδηγημένοι μόνο από το αντικειμενικό κριτήριο του κέρδους) αυτό που «πουλάει» στα λαϊκά στρώματα: ανορθολογισμό, φοβίες, ρατσισμό, το βούτυρο στο ψωμί του φασισμού. Άρα, δεν είναι τα μέσα πληροφόρησης οι υπαίτιοι για την επώαση του αυγού (απλώς το βοηθάνε), υπαίτιος είναι η αντικειμενική διάρρηξη πολιτικών δεσμών, η διάψευση των ψευδαισθήσεων και η αντικατάστασή τους με καινούργιες, πολύ πιο βίαιες και αυθόρμητα παραγόμενες. Τα κανάλια (και τα κόμματα) θα ενσωματωθούν σε αυτό το ρεύμα πλήρως και συνειδητά, μόνο όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν και το κρίνουν αυτά.
Από την άλλη μεριά, η διάρρηξη των σχέσεων εκπροσώπησης και η κατάρρευση του πολιτικού αναγκάζουν τα κύρια δεξιά κόμματα να ακολουθήσουν την αντικειμενική φορά των πραγμάτων ώστε να την εκμεταλλευτούν οπορτουνιστικά, υιοθετώντας την ακροδεξιά ατζέντα για να «χαϊδέψουν αυτιά». Το πρόβλημα εδώ είναι ότι τα αυτιά αυτά ήδη έχουν φτάσει σε κατάσταση ώστε να χρειάζονται χάϊδεμα. Κι έχουν φτάσει εκεί, όχι γιατί τους γοήτευσε ο ναζισμός, αλλά επειδή τους απογοήτευσε η κοινωνική αποδιάρθρωση, η κατάρρευση του κόσμου γύρω μας. Ο φασισμός θα χτυπήσει αν χρειαστεί και θα λεηλατήσει εκλογικά τα κοινοβουλευτικά κόμματα, όταν έρθει η στιγμή. Άρα, χρειάζεται επειγόντως να δημιουργηθούν συμμαχίες με τμήματα της μικροαστικής τάξης και της αγροτιάς που απειλούνται με αφανισμό, ώστε να αποτραπεί ιδεολογικά πρώτα η μετάβασή τους συνολικά προς τα ακροδεξιά, ώστε να δοθεί μια μακροπρόθεσμη ελπίδα για έξοδο από τον βούρκο.
Ο κίνδυνος δεν θα πάψει μέχρι να σταθεροποιηθεί ξανά το πολιτικό σκηνικό. Μια τέτοια εξέλιξη δεν είναι πιθανή στο άμεσο μέλλον και η πρωτοφανής στην ιστορία του καπιταλισμού κρίση της χώρας δεν προμηνύει καλά (ποτέ ξανά, ούτε σε συνθήκες πολέμου, δεν υπήρξε ύφεση για πέντε χρόνια σε καμιά χώρα). Η συνέχιση της πόλωσης και της αδυναμίας να συγκροτηθεί με κοινοβουλευτικά μέσα μια σταθερή κυβέρνηση θα συνεχιστεί. Ένας πρόσθετος λόγος ανησυχίας είναι ο τρόπος που τίθενται τα πολιτικά επίδικα από τις λαϊκές μάζες: το μνημόνιο-αντιμνημόνιο είναι η λάθος τομή, το λάθος ζήτημα. Η εκλογική έκρηξη του ΣΥΡΙΖΑ, που οφείλεται στο (πράγματι λαϊκό) αίτημα για αριστερή (και αντιμνημονιακή) κυβέρνηση, μπορεί να έχει εκρηκτικές συνέπειες σε άλλο πεδίο από το εκλογικό.
Πράγματι η εκλογική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ βασίστηκε και σε εργατικά στρώματα, αλλά και σε δυναμικά τμήματα της νέας μικροαστικής τάξης, μια κατάσταση εν πολλοίς αντίστοιχη με τη βάση της μεσοπολεμικής σοσιαλδημοκρατίας. Μια ενδεχόμενη αποτυχία του (ασαφώς διατυπωμένου) σχεδίου του ΣΥΡΙΖΑ, εφόσον δεν υπάρχουν αυτοί οι θεσμοί που να στρέψουν την λαϊκή διεκδικητικότητα προς βιώσιμους στόχους, ώστε να «καταλάβουν έδαφος» για τις επερχόμενες μάχες, μπορεί να έχει τα ίδια αποτελέσματα που είδαμε στο παρελθόν.
Ομοίως, η ασταθής συμμαχία των δεξιών δυνάμεων δεν ηγεμονεύει σταθερά στα κατώτερα μικροαστικά στρώματα. Το «όλοι ίδιοι είναι» και το «να καεί το μπουρδέλο το Ράιχσταγ» τους παίρνει και αυτούς μπάλα. Η κατάρρευση των δεξιών κομμάτων στο άμεσο μέλλον, το λιγότερο που θα κάνει είναι να δώσει ισχυρή ώθηση σε σκληρές κινηματικές μικροαστικές κινήσεις. Εδώ, δεν μπορούμε να μην τονίσουμε τη πιθανότητα χρήσης και των άλλων μορφών έκτακτου κράτους (της συνταγματικής εκτροπής), εφόσον οι συνθήκες το επιτρέπουν.
Άρα, χρειάζονται και άμεσα μέτρα, συμπτωματικά. Για να έρθουν αυτά θα πρέπει να σταματήσουν οι γραμμές του οικονομισμού στις τάξεις του κινήματος, οι γραμμές που είτε θεωρούν τη σοσιαλδημοκρατία τον μεγάλο εχθρό ή που υποστηρίζουν ότι η σοσιαλδημοκρατία θα καταρρεύσει και τότε θα μείνουν το συνεπές κομμάτι του κινήματος και ο (φασιστικός) αστισμός σε μια προεπαναστική περίοδο του τύπου «ή αυτοί ή εμείς».
Ιστορικά δεν συνέβηκε έτσι. Από τη στιγμή που αναπτύχθηκαν οι αντικειμενικές συνθήκες και το φασιστικό φαινόμενο είχε φτάσει στο σημείο χωρίς επιστροφή, η σοσιαλδημοκρατία μεν έπεσε, αλλά έπεσε από τον φασισμό, όχι από τα αριστερά και μαζί έπεσε και το Κ.Κ. και όλος ο γερμανικός λαός. Το αντιφασιστικό μέτωπο δεν είναι η λύση στο πρόβλημα του φασισμού, είναι απλώς μια υγειονομική ζώνη κατά της εξάπλωσής του, μέχρι οι ταξικές πολιτικές να σβήσουν τις αιτίες δημιουργίας του. Άρα, χρειάζονται κινήσεις στον γοργά αποδιαρθρωνόμενο κοινωνικό ιστό της πόλης και στις αγροτικές περιοχές, δίκτυα αλληλεγγύης και ανατροπής της κατάστασης, μονάδες λαϊκής αυτοάμυνας, συμμαχίες με μικροαστικά στρώματα. Η Αριστερά πρέπει επειγόντως αυτή να «ανακαταλάβει» τα αστικά κέντρα, πριν το κάνει το κεφάλαιο. Και πρέπει να τις ανακαταλάβει δίνοντας μάχη σε πολλά επίπεδα με τους πυρήνες διάδοσης του φασισμού, πυρήνες ιδεολογικούς και κατασταλτικούς, την αστυνομία του μέλλοντος, τους παραστρατιωτικούς πυρήνες.
Ένα τελευταίο ερώτημα, ερώτημα χωρίς απάντηση. Ο φασισμός χτυπάει, όπως είδαμε, όταν είναι πλέον καθαρό στην άρχουσα τάξη ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για έξοδο από την κρίση, αν τσακιστεί το εργατικό κίνημα και εφόσον έχουν αναπτυχθεί και οι κινηματικές προϋποθέσεις εκ μέρους του. Το ερώτημα είναι: υπάρχουν αυτές οι οικονομικές προϋποθέσεις, είναι κοντινές; Ή μήπως, όπως υπέθετε η Κομιντέρν, ακόμα κι αν προκύψει φασιστική δικτατορία θα καταρρεύσει άμεσα ύστερα από την πλήρη αποτυχία της να μειώσει την ανεργία και να δώσει δηλαδή υλικά ανταλλάγματα στις κατώτερες τάξεις;
Το ερώτημα αυτό είναι εντελώς λάθος για πολλούς λόγους. Πρώτα από όλα, μπορούμε να διακινδυνεύσουμε το ενδεχόμενο, όσο μικρό και αν είναι, φασιστικής δικτατορίας, για να περιμένουμε μετά να καταρρεύσει μόνη της και να έρθει ο σοσιαλισμός; Ποιος θα έχει μείνει να περιμένει την κατάρρευση; Αλλά και από οικονομική (οικονομίστικη) άποψη, ακόμα κι αν δεχτούμε (κάνοντας, βέβαια, λάθος) αυτήν την άποψη, δεν είναι σαφές ότι τα πράγματα θα γίνουν έτσι.
Πράγματι, το πιθανότερο ενδεχόμενο είναι μέσα στο άμεσο μέλλον η Ελλάδα να εκδιωχτεί ή να αποχωρήσει από την Ευρωζώνη ή η τελευταία να υποκύψει στις αντικειμενικές διαλυτικές αντιφάσεις της που την τανύουν καταστροφικά. Από οικονομική άποψη, αυτή θα είναι μια πολύ καλή ευκαιρία για το ελληνικό κεφάλαιο να επιτεθεί δυναμικά. Ύστερα από τόσα χρόνια ύφεσης, υπάρχουν αντικειμενικές προϋποθέσεις εκτίναξης της οικονομίας. Υπάρχει, πια, σοβαρός χώρος για έντονη καπιταλιστική ανάπτυξη, εφόσον, όμως, οι πολιτικές συνθήκες είναι ευνοϊκές. Όμως, η σύντομη καταιγίδα που θα ακολουθήσει την έξοδο θα έχει επίσης ευρύτερες συνέπειες για τα λαϊκά στρώματα και ειδικά τους μικροαστούς. Οι πολιτικές που θα ακολουθηθούν στο ενδιάμεσο αυτό διάστημα, το βάθος των συμμαχιών που θα έχουν συναφθεί δεξιά και αριστερά θα δοκιμαστούν οξύτατα. Η πιθανότητα λάθους εκεί θα είναι και μεγάλη και με βαρύτατες συνέπειες. Ανάλογα με το πώς θα γίνει αυτή η μετάβαση, θα κριθεί ξεκάθαρα και μια μεγάλη μάχη για το ταξικό μέλλον της χώρας. Μια πτώση της σοσιαλδημοκρατίας σε τέτοιες συνθήκες θα είναι το ιδανικό περιβάλλον μιας επιθετικής (μέχρι θανάτου) κίνησης του κεφαλαίου. Και η «συνεπής» Αριστερά που τα λέει σωστά δεν θα έχει να κερδίσει τίποτα σε αυτή την περίπτωση, αντίθετα θα χάσει τον κόσμο. (Να θυμίσουμε το μακροπρόθεσμο κόστος που πλήρωσε, όχι μόνο η σοσιαλδημοκρατία, αλλά και το ΚΚΓ από τον χειρισμό της ήττας, ήττας που δεν ήταν δική τους. Να θυμίσουμε, επίσης, ότι το ΚΚΓ που όχι μόνο τα έλεγε σωστά αλλά τα έκανε κιόλας, εντούτοις ως μόνο αποτέλεσμα είδε την σοσιαλδημοκρατία να πέφτει και αυτό να πληρώνει το ανθρώπινο κόστος.)
Στον Μεσοπόλεμο (και όχι μόνο στην Γερμανία) η στρατηγική των μονοπωλίων, λόγω της διαφορετικής τότε ακόμα δυναμικής του καπιταλισμού, των νέων εφευρέσεων και τεχνικών παραγωγής που ήταν έτοιμες, των ευρύτατων σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο αγροτικών στρωμάτων που έπρεπε να προλεταριοποιηθούν, των γυναικών που μπορούσαν να μπουν στην παραγωγή κ.λπ., προέκρινε τη μορφή του παρεμβατικού (κεϊνσιανού) κράτους που χρηματοδοτεί μεγάλα έργα, κάνει εθνικοποιήσεις κ.λπ. Η παρούσα συγκυρία δεν φαίνεται να ευνοεί (όχι ακόμα) τέτοιου είδους πολιτικές. Η απόλυτη σύγκληση του λόγου της Χ.Α. (φιλελευθερισμος και κανένα σοσιαλιστικό στοιχείο) και του Τζήμερου (στρατόπεδα εργασίας για τους μετανάστες πρώτα και μετά βλέπουμε, ποινικοποίηση της Αριστεράς) δεν δείχνουν προς κράτος έκτακτης ανάγκης που να αφήνει κάποιον χώρο τουλάχιστον για υλικές παραχωρήσεις. Αντίθετα• ειδικά στην Ελλάδα, ο κοινωνικός πλούτος που δεν είναι ιδιωτικοποιημένος είναι ιδιαίτερα μεγάλος και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για «εθνική» ανάπτυξη (αρκεί να εκποιηθεί στο μεγάλο κεφάλαιο, με μοναδική ίσως προϋπόθεση το τελευταίο να είναι «εθνικό»).
Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα τέτοιο κράτος θα κατέρρεε μετά από λίγο: οι μικροαστικές τάξεις, στηρίγματα και κορμός του φασισμού, δεν τρέφονται από τις υλικές παραχωρήσεις που τους κάνει το φασιστικό κράτος (εκτός από τη μαζική επάνδρωση των μηχανισμών του και επομένως τις συμμαχίες που συνάπτονται με τον μισθό), ούτε από την εξέλιξη του καπιταλισμού, εξέλιξη που ο φασισμός επιταχύνει, «καταναλώνοντας» τους μικροαστούς στη διαδρομή. Τρέφονται ουσιαστικά από την ιδεολογία τους, αποδεχόμενες τη σταδιακή καταστροφή τους από τον μονοπωλιακό αστισμό.
Ένα αντιφασιστικό μέτωπο, με γείωση στον κόσμο της γειτονιάς, τον κόσμο της αγροτιάς, που να μπορεί να προσφέρει πραγματικές άμεσα εφαρμόσιμες λύσεις ανακούφισης και κυρίως προστασίας από το φίδι, είναι επίκαιρο. Οι πολιτικές αυτές που θα επιτρέψουν τη μόνιμη λύση είναι το ζητούμενο.
Και για να γίνουν αυτά χρειάζεται το κίνημα να είναι σε θέση να επιλύει τις αντιφάσεις στους κόλπους του λαού με εποικοδομητικό και όχι καταστροφικό τρόπο.


Η πολιτική της ανόδου στην εξουσία: Το κόμμα φασιστικού τύπου


του Δημήτρη Λένη   
26.06.12
www.ektosgrammis.gr
1715Τα ιδεολογήματα της μικροαστικής τάξης κυκλοφορούν αυθόρμητα• ο φασισμός επικρατεί μόνο εάν καταφέρει πρώτα να συμπήξει το κόμμα της πρωτοπορίας που θα του δώσει υλική (πολιτική) υπόσταση. Το κόμμα μπορεί να φυτοζωεί για χρόνια μέσα κι έξω από το πολιτικό και κοινωνικό περιθώριο. Από τη στιγμή, όμως, που σταθεροποιείται, το κρίσιμο σημείο είναι η έναρξη της πολιτικής κρίσης, της κρίσης ηγεμονίας του αστισμού (που συνοδεύεται και από κρίση της εργατικής ιδεολογίας).
Τα μικροαστικά στρώματα, όταν κορυφωθεί η κρίση ηγεμονίας των αστικών κομμάτων (των οποίων ήταν κυρίως ψηφοφόροι) και επομένως φανεί καθαρά ότι τα κόμματα αυτά δεν είναι παρά ενεργούμενα, στρέφονται μαζικά στο συγκροτημένο φασιστικό κόμμα (που σταθερά έχει στη συνθηματολογία του κάτι σαν «ξυπνήστε», «αντισταθείτε» κ.λπ.), το «δικό τους» κόμμα, αφού είναι ένα κόμμα με στελέχωση, ηγεσία και ψηφοφόρους από αυτήν την τάξη. Αργότερα, φυσικά, με την εμπέδωση της φασιστικής εξουσίας, το κόμμα τους θα τους προδώσει, αφού, ήδη από την περίοδο του εκφασισμού, όλο και περισσότερο εκπροσωπεί το κεφάλαιο. Ο μηχανισμός πάντως και η κρατική γραφειοκρατία θα συνεχίσουν να είναι μικροαστικής καταγωγής.
Ο φασισμός, ως πολιτικό φαινόμενο, βασίστηκε πάρα πολύ στον χρονισμό, το τάιμινγκ (και αυτό ήταν το ταλέντο του Χίτλερ, η ενστικτώδης ικανότητα ανάγνωσης της πολιτικής στιγμής). Δεν είναι τυχαίο ότι οι στρατιωτικές επιτυχίες του βασίστηκαν στο Blitzkrieg, τον αστραπιαίο πόλεμο, με τη συντριπτική συγκέντρωση δυνάμεων τη σωστή στιγμή στο εστιακό σημείο της σύγκρουσης (η εικόνα του φιδιού που βγαίνει από το αβγό για να χτυπήσει ξαφνικά είναι πολύ ταιριαστή). Όταν χρειάστηκε να δώσει παρατεταμένες μάχες, όπου κι αν έγινε αυτό [1] , έχασε.
Η ταξική συγκρότηση του φασισμού εξηγεί τόσο τη μεθοδολογία του όσο και τις επιτυχίες του. Το φασιστικό κόμμα συγκροτείται γύρω από τις ομάδες κρούσης του, με αυστηρά συγκεντρωτικό, ιεραρχικό, στρατιωτικό τρόπο. Οι ομάδες κρούσης εκπαιδεύονται στο ξαφνικό χτύπημα κατά συγκεκριμένων στόχων, κυρίως πολιτικών της Αριστεράς, ένα μοντέλο που ο φασισμός ακολουθεί και κατά τη διάρκεια της βασιλείας του. Οι φασιστικές αντικομμουνιστικές ομάδες (και στην Ιταλία και στην Γερμανία) έδρασαν από την αρχή στη βάση του αστραπιαίου πολέμου: μαζικό αστραπιαίο χτύπημα κατά κατώτερου αριθμητικά αντιπάλου και άμεση φυγή (βλ. Περίανδρος). Πρόκειται για την πολιτική τής δράσης ή του παραδείγματος, τυπική μορφή πολιτικής παρέμβασης μικροαστικών επαναστατικών ομαδοποιήσεων. Τις μεθόδους αυτές, αν και απέναντι σε άλλους γενικά εχθρούς, χρησιμοποιεί και η (επίσης μικροαστική) αναρχικού προσανατολισμού τρομοκρατία (ας μην ξεχνάμε, επίσης, ότι σύμφωνα με μια μορφή αναρχικής τρομοκρατίας «όλοι είναι ένοχοι»). 
Η αύξηση της κομματικής βάσης και η σταδιακή πρόσδεση του κόμματος στο μεγάλο κεφάλαιο οδηγούν σε εσωτερικές αντιφάσεις. Τα ανώτερα κλιμάκια γρήγορα χρειάζονται σκληρό έλεγχο (όχι μόνο οργανωτικό) πάνω σε όλο τον μηχανισμό. Οι ομάδες κρούσης θα μετατραπούν σταδιακά σε εσωτερική αστυνομία, πρόπλασμα της πολιτικής αστυνομίας (των SS), του μηχανισμού που διέπει ιδεολογικά και οργανωτικά το φασιστικό κράτος.
Κατά τη διάρκεια της ανόδου, το κόμμα διαμορφώνει ή χρησιμοποιεί τις συνθήκες ενός είδους «δυαδικής εξουσίας», θα λέγαμε. Η μορφή τόσο του κόμματος όσο και των κοινωνικών χώρων που ο φασισμός απαλλοτριώνει (χώρων που ορίζονται σχεδόν πάντα γεωγραφικά και όχι ταξικά) είναι πολιτικά μορφώματα σχετικά αυτονομημένα από την αστική μορφή κοινοβουλευτικού κράτους, μορφώματα που προεικονίζουν το σχήμα των πραγμάτων που έρχονται.
Έτσι, στην εσωτερική του ζωή, η διάρθρωση γύρω από τις ομάδες κρούσης, τις παραστρατιωτικές ομάδες, είναι το κύτταρο της διάρθρωσης του εμπεδωμένου φασιστικού κράτους γύρω από την πολιτική αστυνομία. Η τελευταία είναι ταυτόχρονα ο κυριότερος κατασταλτικός, αλλά και ιδεολογικός μηχανισμός του φασιστικού κράτους (και επομένως και ο κυριότερος πολιτικός οργανισμός, αντικαθιστώντας στο εμπεδωμένο κράτος το ίδιο το κόμμα, εξ ου και «πολιτική» αστυνομία). Ο ρόλος που έπαιξαν τα παιδιά-καταδότες των γονιών τους δεν είναι άσχετος με τον ιδεολογικό ρόλο της αστυνομίας.
Στην Γερμανία ιδιαίτερα, που το μοντέλο έφτασε στις έσχατες συνέπειές του, πολύ πέρα από κάθε λογική, τον ρόλο αυτό τον ανέλαβαν τα SS, ειδικά μετά την απορρόφηση της Gestapo (και μετά από την πλήρη εκκαθάριση από τα όποια «αριστερίζοντα», «σοσιαλιστικά» στοιχεία υπήρχαν στα SA), με όλες τις εσωτερικές τους διαφοροποιήσεις και ιεραρχήσεις. Άλλο η ηγεσία (μικροαστική ή και οριακά αστική και φεουδαρχική), άλλο το σώμα που ήταν είτε μικροαστικό ή εντελώς λούμπεν και σπάνια εργατικό. Τέτοια λούμπεν στοιχεία ήταν, φυσικά, τα πιο βίαια και σχεδόν αποκλειστικά επάνδρωσαν τα SS-Τotenkopf, τα τάγματα θανάτου που διέπραξαν με τα χέρια τους τις πιο ασύλληπτες και εκμηχανισμένες βιαιότητες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το οργανωτικό μοντέλο της φασιστικής κοινωνίας είναι ακριβώς αυτό που πρώτα δοκιμάστηκε στο Νταχάου: η χωρίς όρια, μέχρι θανάτου, υποταγή στο κράτος-SS, ψυχή τε και σώματι. Η υποταγή δεν επιτυγχάνεται με κάθε μέσο, ακόμα και δια της βίας, αλλά μόνο δια της βίας. 
Αλλά και η κινηματική του δυναμική διαμορφώνεται από (και διαμορφώνει) τις ομάδες κρούσης και την κοινωνική τους δράση. Και αυτό δεν είναι μια μονοδιάστατη, αλλά μια περίπλοκη κοινωνική διαδικασία. Η εξάπλωση του φασισμού περιλαμβάνει, βέβαια, το συνδικαλιστικό μοντέλο, αν και όχι με ιδιαίτερη επιτυχία. Εν τούτοις, είναι δυνατό να υπάρχουν μειοψηφικά εργατικά τμήματα που να προσχωρούν σ’ αυτόν, ειδικά, βέβαια, από τα λούμπεν και απαξιωμένα από τη μακρόχρονη ανεργία στρώματα, ή από ανέργους από τις αγροτικές περιοχές.
Η βασική, όμως, μονάδα κινηματικής εξάπλωσης βασίζεται στις ομάδες κρούσης και την πολιτική τού παραδείγματος: τα χτυπήματά τους κατά των εχθρών του που «καθαρίζουν» ολόκληρες γεωγραφικές περιοχές. Η διαδικασία είναι περίπλοκη και κατά την περίοδο της ορμητικής κινηματικής ανόδου καθορίζεται, κυρίως, από την ιδεολογική λειτουργία του κόμματος και όχι από την κατασταλτική, όπως δείχνει και ο τρόπος εξάπλωσής τους σε εργατικές γειτονιές του Βερολίνου την εποχή της ανεργίας. Στις γειτονιές αυτές το κύτταρο του εργατικού ελεύθερου χρόνου ήταν οι τοπικές μπυραρίες. Σε περίοδο ανεργίας, οι μπυραρίες δεν έβγαζαν κέρδος από τις στρατιές ανέργων που σύχναζαν σε αυτές, αφού οι τελευταίοι δεν είχαν λεφτά για ξόδεμα. Οι ναζί διαχειρίστηκαν την κρίση και την ανεργία, κάνοντας συμφωνίες με μπυραρίες, ώστε αυτές να γίνουν βάση των SA, τα οποία θα έτρωγαν και θα έπιναν εκεί (τα SA και τα SS ήταν έμμισθα και είχαν και άφθονο ελεύθερο χρόνο). Η ύπαρξη τέτοιων «στρατώνων» επέτρεπε:
• την τρομοκράτηση ολόκληρης της γειτονιάς,
• την εκδίωξη από τον φυσικό χώρο κοινωνικοποίησής τους εργατικών στοιχείων και τη διάσπαση της γειτονιάς, 
• τη στοχοποίηση και φυσική εξόντωση (πάντα ατιμώρητη, φυσικά, από το κράτος) των τοπικών ηγετών του κινήματος,
• τη διαφθορά των τοπικών ανέργων, με την επίδειξη της οικονομικής άνεσης των στρατευμένων SA που μπορούσαν να τρώνε,
• τη δημιουργία προπαγανδιστικών μύθων, σαν αυτόν της γριούλας που την περνάνε απέναντι τα λεβεντόπαιδα (κατά τη διάρκεια του πολέμου η προπαγάνδα εστιάστηκε σε ένα μεγαλύτερο ψέμα, τον ανθρωπισμό και την μεγαλοψυχία των στρατευμάτων απέναντι στους ηττημένους εχθρούς),
• και φυσικά, κάτι πολύ σημαντικό, τη δημιουργία εκβιαστικών σχέσεων αλληλεξάρτησης με το τοπικό μικρό κεφάλαιο μικροαστικής καταγωγής.
Η τάση σύγχρονης εξάπλωσης του φασιστικού καρκινώματος –και όχι μόνο στην Ελλάδα– ακολουθεί παρόμοια στρατηγική. Εξαπλώνεται με τη χρήση τοπικών κοινωνικού τύπου πυρήνων γύρω (και αυτό είναι κρίσιμο) από την μικρή επιχειρηματικότητα, καφενεία στον Αγ. Παντελεήμονα, γυμναστήρια, αθλητικοί σύλλογοι κ.λπ.
Είναι, επίσης, κρίσιμο να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν υπάρχει πιθανότητα κατευνασμού. Το φασιστικό κόμμα, εφόσον είναι φασιστικό και όχι απλώς ένα ακροδεξιό κόμμα, θα χρησιμοποιήσει τη στρατηγική της έντασης, διαρκούς και συνεχώς κλιμακούμενης, τη διαρκή κινητοποίηση των μαζών απέναντι στην εργασία. Με αυτή την έννοια και δεδομένου ότι έως τώρα αυτό είναι το μοντέλο που ακολουθεί πιστά η Χ.Α., θα πρέπει να περιμένουμε συνέχιση της βίας, μέχρι η οργάνωση να πετύχει στους στόχους της ή να ξεριζωθεί. Για την ώρα και ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των εκλογών, θα πρέπει να περιμένουμε κλιμάκωση και στοχοποίηση των αριστερών, αν μη τι άλλο, λόγω και του ιστορικού προηγούμενου:
Tον Ιούνιο του 1932, έναν από τους χειρότερους μήνες πολιτικής βίας που είχε γνωρίσει η μεσοπολεμική Γερμανία, τα SA, τα ναζιστικά Τάγματα Εφόδου, σκότωσαν ατιμώρητα γύρω στους 90 κομμουνιστές και σοσιαλιστές. Η ανεργία εκείνη τη χρονιά ήταν πάνω από 30% και σε μερικές περιοχές ξεπερνούσε το 50%. Στις εκλογές που έγιναν τον Ιούλιο, οι ναζί έγιναν για πρώτη φορά πρώτο κόμμα με ποσοστό 37,3%, από 18,25% ενάμισι χρόνο πριν. Κυβέρνηση δεν βγήκε.
Το φθινόπωρο, στη νέα προεκλογική περίοδο, τα SA έκατσαν ήσυχα. Στις νέες εκλογές τα ποσοστά του Χίτλερ έπεσαν. Οι ναζί ήταν πρωτοπόροι στη χρήση όλων των καπιταλιστικών μέσων προπαγάνδας, όχι, όμως, με την έννοια της διαφώτισης αλλά με την έννοια της πολιτικής διαφήμισης, όπου το ναζιστικό προϊόν συγκρίνεται με τα υπόλοιπα πολιτικά προϊόντα. Με τα λόγια του ηγέτη (όχι του Μιχαλολιάκου, του ορίτζιναλ): «Οι αντιληπτικές δυνατότητες των μαζών είναι πολύ περιορισμένες και η κατανόησή τους είναι ασθενής. Άρα, η αποτελεσματική προπαγάνδα πρέπει να μένει στα ελάχιστα βασικά και ουσιώδη, και αυτά θα πρέπει να εκφράζονται όσο είναι δυνατό με λίγες στερεότυπες εκφράσεις».
Ο αποκλεισμός των ναζί από το κύκλωμα της μέινστριμ ενημέρωσης, μέχρι την περίοδο της μετεωρικής τους ανόδου το '29, τους ανάγκασε να μάθουν να χρησιμοποιούν μέσα που λίγο χρησιμοποιούσαν οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις. Αλλά από το '29 και μετά, με την υποστήριξή τους από τις εφημερίδες και τα μέσα του Χούγκενμπεργκ, οι μέθοδοι του Γκέμπελς ήταν πραγματικά ορόσημα για την ιστορία της διαφήμισης που χρησιμοποιούνται από τότε καθημερινά στην κατά τα άλλα «ουδέτερη» πολιτικά διαφήμιση, π.χ., απορρυπαντικών. Χρήση νέων μέσων (σινεμά, ραδιόφωνο), συμπύκνωση του λόγου σε σύνθημα βασισμένο στο θυμικό και όχι στη λογική, αδιαφορία για το επιχείρημα του αντιπάλου, διαστρέβλωση, οργή και επανάληψη χωρίς αιτιολόγηση «αληθειών» και φημών, που δεν έχουν μεν βάση, αλλά ακούγονται εύκολα.
Μια αντίρρηση που συχνά ακούγεται για τον κίνδυνο από το μόρφωμα της Χ.Α. είναι ότι «δεν έχουν στελέχη», «μόλις βγούν στην τηλεόραση θα δει ο κόσμος τι είναι» κ.λπ. Το επιχείρημα είναι άκυρο. Την περίοδο πριν τον εκφασισμό, το επίπεδο των στελεχών είναι άσχετο με τη δυνατότητα ανόδου του κόμματος. Το σημαντικό σε αυτή την περίοδο είναι η δημιουργία ενός μικροαστικού μηχανισμού, σάρκα εκ σαρκός της τάξης, γιατί σε αυτή την περίοδο το μήνυμα δεν είναι ακόμα η δυνατότητα διακυβέρνησης. Οι εγγυήσεις που χρειάζεται το κεφάλαιο έρχονται μετά. Και τότε, πρώτα γίνονται οι εκκαθαρίσεις, κάπου πριν την άνοδο στην εξουσία και αμέσως μετά η προσχώρηση της αστικής τάξης σε αυτό, η πλήρης αλλαγή του στελεχιακού δυναμικού. Εξάλλου, οι φασίστες κρατάνε για τον εαυτό τους μόνο τους κρατικούς μηχανισμούς, ενώ την κυβέρνηση (τουλάχιστον στην αρχή) την αφήνουν στους αστούς. Στην πρώτη κυβέρνηση Χίτλερ, μόνο ο καγκελάριος και τρεις υπουργοί ήταν ναζιστές.
Ένα κρίσιμο στοιχείο είναι, επίσης, η χρηματοδότηση της ανάπτυξης του κόμματος. Το φασιστικό κόμμα (ο μονοπωλιακός καπιταλισμός) είναι το πιο σπάταλο είδος κόμματος (καπιταλισμού). Προπαγάνδα (διαφήμιση), έμμισθα στελέχη (CEO, διευθύνοντα στελέχη), παραστρατιωτικές ομάδες (αστυνομία), συστηματικές κινήσεις ανά γειτονιά για απόκτηση δεσμών με μικροαστούς (ταβέρνες, συσσίτια), συστηματικές κινήσεις διαφθοράς ευρύτερων στρωμάτων (επιδοτήσεις κλπ), αργότερα οπλισμός και στολές (στρατός), απουσία φυσικά συνδρομών και κουπονιών (φορολογία μόνο στους φτωχούς) κ.λπ. Η χρηματοδότηση του κόμματος δεν μπορεί παρά να είναι άδηλη.
Εδώ έχουμε ένα κρίσιμο και κάπως παρεξηγημένο σημείο. Δεν σημαίνει ότι σε κάθε περίπτωση το μεγάλο κεφάλαιο είναι εκ προοιμίου φασιστικό ούτε ότι θα χρηματοδοτήσει αφειδώς τις μεγάλες ανάγκες του εξ αρχής. Το κεφάλαιο θα γίνει φασιστικό (δηλαδή, ενώ θα αγκαλιάσει οργανωτικά τον φασισμό, η ιδεολογία του θα παραμείνει όπως ήταν πριν, καθαρά αστική) μόνο αν κρίνει ότι οι συνθήκες είναι κατάλληλες. Το αποτέλεσμα είναι ότι μέχρι να καταλάβει την εξουσία ο φασισμός περπατάει διαρκώς σε ένα «οικονομικό» ξυράφι. Είναι γνωστό ότι μέρες πριν την κατάληψη της εξουσίας, το NSDAP (που τότε ήταν ήδη το μεγαλύτερο γερμανικό κόμμα, με τεράστιες ανάγκες) κινδύνεψε να χρεοκοπήσει. Επίσης, όπως και ένας άλλος παρόμοιος πολιτικός μηχανισμός κοινωνικού δαρβινισμού, η Μαφία, διαρκώς παλεύει με τις βίαιες διασπάσεις και εκκαθαρίσεις. Αυτές, όμως, δεν αποτελούν ιδιαίτερο κίνδυνο για αυτόν, δεδομένου ότι η αναπαραγωγή του δεν εξαρτάται από το τι συγκεκριμένο λένε τα στελέχη του αλλά το τι κάνουν. Και, ανεξάρτητα από το τι λένε και πώς νέμονται την κομματική εξουσία, τα στελέχη κάνουν όλα το ίδιο: σκοτώνουν.

[1] Ακόμα και στην Ελλάδα, τηρουμένων των αναλογιών. Η εισβολή ήταν αστραπιαία. Η μακροχρόνια αντίσταση σήμανε ήττες για τον ναζισμό, όπως, για παράδειγμα, ότι η Ελλάδα ήταν η μόνη κατακτημένη χώρα που δεν έστειλε σκλάβους στα στρατόπεδα αναγκαστικής εργασίας.


Η πολιτική της ανόδου στην εξουσία: Ιδεολογία του εκφασισμού


του Δημήτρη Λένη   
26.06.12
πηγή: www.ektosgrammis.gr
1714Η ταξική βάση του φασιστικού κινήματος, ενός αυθεντικού, βίαιου κινήματος των μαζών, είναι τα μικροαστικά στρώματα. Ο ναζισμός είναι η πολιτική έκφραση της ανταρσίας των μικροαστικών τάξεων (κυρίως των πόλεων) που συμπυκνώνονται πολιτικά ως κοινωνική δύναμη, σε συγκυρία πολιτικής κρίσης στο έδαφος της ήττας της εργατικής τάξης. Ο φασισμός δεν είναι τόσο μια επιθετική κίνηση για την καταστολή της επανάστασης, όσο η ανελέητη αντεπίθεση του μονοπωλιακού κεφαλαίου, μετά την υποχώρηση της εργασίας, με όπλο ακριβώς τις εν μέρει αυτονομημένες μικροαστικές τάξεις. Η αντιφατικότητα, η μεταβατικότητα των στρωμάτων αυτών που αμφιταλαντεύονται μεταξύ των δύο πραγματικών τάξεων του καπιταλισμού, οι έντονες διαστρωματώσεις και διαιρέσεις, δίνει και τα ειδικά ιδεολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά του ναζισμού.
Ένα γενικό χαρακτηριστικό, ιδιαίτερα κρίσιμο για την πολιτική πάλη, είναι η ρευστή, ομιχλώδης και οπορτουνιστική χρήση εκ μέρους του χρήση των προγραμματικών του αρχών. Δεν μπορεί να υπάρξει συγκεκριμένη στρατηγική για την κατάληψη της εξουσίας από τα μικροαστικά στρώματα. Έτσι, ο προγραμματικός του λόγος δεν έχει την υποχρέωση σταθερότητας. Είναι ρευστός και μεταβλητός, ανάλογα με τη συγκυρία. Δεν χρειάζεται καν να γίνει σεβαστός. Ο Χίτλερ ουδέποτε τήρησε τα 25 «ιερά» σημεία προγράμματος του ναζιστικού κόμματος, ειδικά τις αντικαπιταλιστικές κορώνες που περιείχε. Εύκολα, επίσης, οι φασίστες κρύβονται πίσω από το δάχτυλό τους, αρνούνται να αναλάβουν την ευθύνη (εκτός αν έχουν καταφανές όφελος) κ.λπ.
Αντίθετα με τον προγραμματικό λόγο (που δεν έχει σταθερές, λόγω του γεγονότος ότι ο προγραμματικός λόγος θα έπρεπε να είναι αντίθετος με την ταξική βάση), ο ιδεολογικός λόγος είναι αξιοσημείωτα σταθερός. Το επιφαινόμενο, ο λόγος που αρθρώνεται (τρόπος του λέγειν το «αρθρώνεται») κατά τη διάρκεια της ναζιστικής προεκλογικής εκστρατείας είναι ίδιο για όλα τα φασιστικά ή με φασιστικές επιρροές κόμματα, μέχρι και τις μέρες μας. Μικρές οι διαφορές του λόγου των ναζί, της Χρυσής Αυγής ή του ουγγρικού φασιστικού κόμματος. Και αυτό, λόγω της σταθερής, αυθόρμητης έκκρισης τέτοιων ιδεολογημάτων από τις μικροαστικές τάξεις.

• Ο εθνικισμός και ο αλυτρωτισμός. Η απώλεια στήριξης των μικροαστών που βλέπουν και τον κόσμο τους να απειλείται από τη διαρκή επέκταση του μονοπωλιακού κεφαλαίου που τους καταστρέφει (τουλάχιστον κάποια παραδοσιακά στρώματα) και την απειλή του κομμουνισμού (η απώλεια της ιδιοκτησίας είναι ένας μόνιμος εφιάλτης), συσπειρώνει τα απειλούμενα στρώματα γύρω από ένα φανταστικό κέντρο, το έθνος. Το έθνος θα διαλύσει βίαια την απειλή τόσο των συνδικάτων όσο και του μεγάλου κεφαλαίου.
Ο ρατσισμός δεν είναι αναγκαστικά συνδεμένος με τον φασισμό. Ο Μουσολίνι είχε συχνά γελοιοποιήσει τις «αντιεπιστημονικές» θεωρίες περί φυλής. Αναγκάστηκε, βέβαια, να εισάγει τον αντισημιτισμό το '38, κάτω από την πίεση των Γερμανών. Παρόλ’ αυτά, η παθολογική λατρεία του έθνους αναγκαστικά θα βάλει και κάποια ρατσιστικά στοιχεία στον φασιστικό λόγο. Αυτά συνδέονται, επίσης, με την ευγονική, το αθλητικό ιδεώδες κ.λπ. Ο φασισμός είναι ένα είδος ακραίου ανθρωπισμού: σκοπός του είναι η βελτίωση του ανθρώπινου είδους το οποίο ταυτίζεται με τη φυλή. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένα αντικειμενικό κριτήριο για τον ορισμό της τελευταίας, το μόνο που μένει είναι ο νομικός (και επομένως όχι φυσικός, όπως διατείνεται ο φασισμός) ορισμός του δίκαιου του αίματος (το κριτήριο αν δηλαδή οι πρόγονοι ήταν νομικά Γερμανοί, Έλληνες, Αρειανοί ή Σομαλοί).
Ο γερμανικός σφοδρός αντισημιτισμός και ρατσισμός εξηγείται (πέρα από τον παθολογικό ρατσισμό του Χίτλερ) από πολλούς ιστορικούς παράγοντες, τους οποίους ο ναζισμός, με τον ακραίο κυνικό οπορτουνισμό του, εκμεταλλεύτηκε πλήρως.
        o Τον παραδοσιακό γερμανικό αντισημιτισμό. Ο τελευταίος μεγεθύνθηκε πολλές φορές από δύο γεγονότα. Το πρώτο ήταν η διάλυση της Αυστρουγγρικής Αυτοκρατορίας. Η απώλεια των εδαφών της έγινε προς όφελος ανατολικών λαών (Τσέχοι, Ούγγροι κ.λπ.) που το πιεσμένο γερμανικό στοιχείο στην Αυστρία και ειδικά την Βιέννη, το είδε σαν απειλή για την εθνική του επιβίωση, μιας και τα γερμανόφωνα στρώματα είχαν μάθει να εκμεταλλεύονται τις υπόλοιπες εθνότητες της Αυτοκρατορίας. Η ιδιαίτερη αντιεβραϊκή χροιά του αυστριακού ρατσισμού (ο Χίτλερ ήταν Αυστριακός) οφείλεται και στην ιδιαίτερη σημασία που είχαν οι Εβραίοι σε αρκετές από τις αυτοκρατορικές πόλεις στα ανατολικά εδάφη.
       o Τον παραδοσιακό αντιδραστικό αντικαπιταλισμό, με παλιές μεσαιωνικές ρίζες, έναν αντικαπιταλισμό που συμπυκνώνεται στο στερεότυπο του Εβραίου τοκογλύφου. Η ρίζα αυτού του αντισημιτισμού είναι ιστορική. Η μόνη επαγγελματική απασχόληση που επιτρεπόταν στους Εβραίους τον Μεσαίωνα ήταν η διαχείριση του χρήματος, αφού ο τόκος, σύμφωνα με την εκκλησία, ήταν θανάσιμο αμάρτημα, ανάξιο των ευγενών. Παραδοσιακά, επομένως, είχαν παραμείνει αρκετές παλιές εβραϊκές οικογένειες που διαχειρίζονταν το μεγάλο χρηματιστικό κεφάλαιο (προφανώς δεν είναι η πλειονότητα της αστικής τάξης εβραϊκής καταγωγής!), αλλά, επίσης, συμμετείχαν ενεργά στην πολιτική των αστικών κομμάτων (αλλά σπάνια στον στρατό, τουλάχιστον τον γερμανικό).
        o Το ζήτημα των Östjuden, των ανατολικών Εβραίων. Τα γερμανικά και αυστριακά στρατεύματα είχαν φέρει μαζί τους από το ανατολικό μέτωπο μεγάλους αριθμούς φτωχών Εβραίων για χρήση φτηνής (βλ. δωρεάν) αγροτικής και αστικής εργασίας, κατά τη διάρκεια του πολέμου που τα εργατικά χέρια είχαν επιστρατευτεί. Αυτοί, αντίθετα με τους ενσωματωμένους από παλιά Εβραίους των πόλεων, ούτε τη γλώσσα μιλούσαν ούτε πολιτισμικά ενσωματωμένοι ήταν (και σε μεγάλο βαθμό δεν ήθελαν να ενσωματωθούν). Ξαφνικά, έγιναν «λαθρο»μετανάστες που έκλεβαν τον πλούτο των τίμιων Γερμανών...
       o Η πραγματική πρόσδεση των Εβραίων με την Αριστερά. Οι ενσωματωμένοι Εβραίοι των πόλεων ανήκαν κατά πλειοψηφία σε εργατικά στρώματα, αλλά, επίσης, επάνδρωναν τη νέα μικροαστική τάξη, δεδομένου ότι είχαν ως μοναδικό μηχανισμό κοινωνικής ανόδου την εκπαίδευση. Έτσι, οι δάσκαλοι, οι δικηγόροι κ.λπ., ήταν συχνά εβραϊκής καταγωγής. Επομένως, λόγω της σύνδεσης αυτών των στρωμάτων με το κίνημα, δεν ήταν καθόλου σπάνια η παρουσία Εβραίων στ’ αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας. Για τον μύθο των εβραιομπολσεβίκων δεν έφταιγε μόνο ο Τρότσκι, αλλά, λ.χ., και το γεγονός ότι στην σοβιετική δημοκρατία της Βαυαρίας πάνω από τη μισή ηγεσία ήταν όντως εβραϊκής καταγωγής.
        o Ένα τελευταίο, όχι και τόσο ιδεολογικό στοιχείο: η παλιά καλή απληστία. Από τη στιγμή που ξεκίνησαν οι ναζιστικές επιδρομές κατά εβραϊκών στόχων, το πλιάτσικο ήταν δεδομένο. Ο εύκολος πλουτισμός, συστατικό στοιχείο της προσωπικότητας των οργανωμένων φασιστών και των κοινωνικών του συμμαχιών, συνεισέφερε στην κλιμάκωση του αντισημιτισμού. Σχετικά με αυτό, η συζήτηση για το Ολοκαύτωμα πολύ σπάνια πιάνει μια σημαντική (όχι, όμως, τη σημαντικότερη) πλευρά του: το Ολοκαύτωμα δεν ήταν η μεγαλύτερη δολοφονία της ιστορίας• το Ολοκαύτωμα ήταν η μεγαλύτερη ληστεία μετά φόνου της ιστορίας [1] .
• Ο αντιδραστικός αντικαπιταλισμός των μικροαστών. Πέρα από την αρχαία αντικαπιταλιστική ιδεολογία του Εβραίου τοκογλύφου, τα μικροαστικά στρώματα καθ' όλη τη διάρκεια της Βαϊμάρης είχαν υποστεί σοβαρές απώλειες. Η επέκταση των μονοπωλίων τούς συμπίεζε διαρκώς. Ο υπερπληθωρισμός τούς χτύπησε πιο σκληρά από οποιονδήποτε άλλον. Ο αποπληθωρισμός, με τη λιτότητα και την ακριβή αποπληρωμή των δανείων, απειλούσε διαρκώς την ίδια την ύπαρξη και βιολογική επιβίωσή τους. Ο διακηρυκτικός αυτός αντικαπιταλισμός δεν φτάνει μέχρι την καταγγελία της ίδιας της ιδιοκτησίας, η οποία θεωρείται ιερή, αλλά μόνο στην καταγγελία του μεγάλου κεφαλαίου που συντρίβει το μικρό και... νοθεύει τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Και στην Ιταλία και στην Γερμανία υπήρξαν ισχυρές σοσιαλίζουσες ιδεολογικές αναφορές την περίοδο πριν την άνοδο στην εξουσία. Τα SA, επηρεασμένα από τον ηγέτη της αριστεράς του NSDAP, Στράσερ, μετά την άνοδο στην εξουσία ανέμενα την «δεύτερη επανάσταση», την αντικαπιταλιστική επανάσταση. Δεν τους έγινε, φυσικά, το χατίρι, εκκαθαρίστηκαν (όπως και οι αντίστοιχες φράξιες στην Ιταλία), με τον μοναδικό τρόπο που γίνονται οι εκκαθαρίσεις στον φασισμό: δολοφονήθηκαν.
• Ο βίαιος αντικομμουνισμός. Η ήττα της επανάστασης το '18-'21 δεν άφησε πίσω της μόνο συντρίμμια (όπως στην Βαυαρία), αλλά και ένα δυνατό συνειδητό κίνημα, ειδικά στο βιομηχανικό κέντρο. Η «απειλή» του κομμουνισμού αποτέλεσε έναν πραγματικό φόβο για πλατιά μικροαστικά τμήματα, φόβο που χρησιμοποιήθηκε με συστηματικό και έξαλλο τρόπο από όλη τη Δεξιά. Την κατάσταση δεν τη βοήθησε η διάχυση σε ευρύτερες μάζες του οικονομισμού της Διεθνούς, όπως αυτός έβγαινε σε ένα είδος αυτοματισμού της επανάστασης, η οποία υποτίθεται θα έρθει από μόνη της ως αποτέλεσμα της κρίσης. Τον φόβο τον καρπώθηκε αυτός που είχε επιδείξει τον συστηματικότερο αντικομμουνισμό όλων.
Ως ένα γενικό χαρακτηριστικό, όλες οι φασιστικές ομάδες διατείνονται ότι δεν είναι ούτε αριστερές ούτε δεξιές. Διακηρύσσουν ότι ακολουθούν τον τρίτο δρόμο, την τρίτη ιδεολογία, τον εθνικισμό, μετά τον διεθνιστικό μπολσεβικισμό (και, αν αυτός εκλείπει, την σοσιαλδημοκρατία, όπως οι Ούγγροι του Jobbik) και τον τοκογλυφικό φιλελευθερισμό. Το ότι το διακηρύσσουν, δεν σημαίνει ότι είναι κιόλας.
• Φετιχισμός της εξουσίας. Νόμος, τάξη και λατρεία του κράτους (που προσωποποιείται στον σχεδόν θεοποιημένο ηγέτη). Σφοδρός αντικοινοβουλευτισμός και μίσος εναντίον της διεφθαρμένης δημοκρατίας. Η ...δια της βίας ταξική συμφιλίωση, είναι ο μόνος τρόπος ώστε τα μικροαστικά στρώματα να μη συνθλιβούν σε μια σύγκρουση κεφάλαιου-εργασίας. Το κράτος, ως όργανο του Έθνους-Λαού (που φυσικά δεν είναι παρά η ίδια η μικροαστική τάξη) μπορεί να το εγγυηθεί. «[Τ]ο μοναδικό κράτος που εξυπηρετεί με ορθότητα τον ιστορικό του ρόλο είναι το Λαϊκό κράτος, όπου την πολιτική εξουσία έχει ο Λαός, χωρίς κομματικούς προαγωγούς», λέει η Χρυσή Αυγή. Η συνέχεια του κράτους και της καπιταλιστικής συσσώρευσης, της οποίας αυτό είναι ο εγγυητής, είναι μια σταθερά που διαπερνά όλα τα μικροαστικά στρώματα. Η κλοπή είναι το μέγιστο των εγκλημάτων. Το σκληρό κράτος εγγυάται τη μείωση της εγκληματικότητας. Επιπλέον, είναι προφανές το ποιος είναι ο κυριότερος εχθρός του καπιταλιστικού κράτους – οι κομμουνιστές. Οι φασιστικές διακηρύξεις δεν φτάνουν στο γεγονός ότι το ισχυρό κράτος, βέβαια, είναι πάντα και παρεμβατικό, άρα στην πραγματικότητα εξυπηρετεί όχι τα μικροαστικά, αλλά τα μονοπωλιακά συμφέροντα.
Η λατρεία του κράτους συνδέεται ταυτόχρονα με τη μικρότερη ή μεγαλύτερη αντίθεση στους φόρους και τη στάση αντίθεσης στη σάπια Δικαιοσύνη, που αντισταθμίζεται από τη λατρεία του αρχηγού. Επίσης, τη μετατόπιση προς ηθικά ζητήματα, τιμή, καθήκον κ.λπ.
Φυσικά, τίποτα δεν είναι πιο αγαπητό στις φασιστικές ηγεσίες από την «μισητή» διαφθορά. Οι καταγγελίες για την οικογενειοκρατία συνοδεύονται από σκληρό νεποτισμό. Μόνο που στην περίπτωσή του «δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε την εκλογή τής συζύγου του αρχηγού από τον Λαό». Μόνο των συγγενών στα άλλα κόμματα η «λαϊκή εντολή» είναι κατακριτέα. 

Ο μόνος πολιτικός προγραμματικός σκοπός που παραμένει αληθής και σταθερός στον προγραμματικό φασιστικό λόγο είναι η κατάληψη της κρατικής εξουσίας. Η κατάληψη της εξουσίας με όλα τα μέσα, αν χρειαστεί ακόμα και τα νόμιμα. 
• Ο κορπορατισμός και ο συντεχνιασμός. Εδώ η γραμμή του «αριστερού» Στράσσερ είναι πιο καθαρή: «το “απολίτικο” ναζιστικό κράτος -υποτίθεται ότι-, αντίθετα με το κράτος των “πολιτικάντηδων”, θα στηρίζεται σε μια ισχυρή ιεραρχία συνδικάτων που θα πειθαναγκάσει τους εργοδότες, μέσα στις οικονομικές οργανώσεις που θα συγκροτήσει». Αν και η γραμμή αυτή εκκαθαρίστηκε (...δια διαγραφής μετά φόνου), το γεγονός παραμένει ότι η ταξική συνεργασία (με την απόλυτη υποταγή της εργασίας) παραμένει μια σταθερά. Οι ναζί απαγόρευσαν τόσο τις απεργίες όσο και τα λοκάουτ (φυσικά το δεύτερο είναι άχρηστο μέτρο, εφόσον δεν υπάρχουν απεργίες...). Το ιδεολογικό εργαλείο είναι η υποτιθέμενη κοινότητα των παραγωγών που μέσα από τις μυθικές κοινές τους οργανώσεις (εργασία και κεφάλαιο μαζί) θα τα βρουν για το καλό του έθνους.
• Η έννοια της αυτάρκειας. Πρόκειται για την ουτοπική πίστη ότι η κανονικοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας στο εσωτερικό του φασιστικού κοινωνικού σχηματισμού θα οδηγήσει σε παραγωγική αυτάρκεια, σε παύση της «εξάρτησης» από τους κατά τεκμήριο εχθρούς, από άλλες οικονομίες για εισαγωγές. Πρακτικά περιορίζεται, εν τέλει, μόνο στη διατροφική αυτάρκεια, τον μηδενισμό των εισαγωγών ειδών διατροφής μέσω της δασμολογικής προστασίας της αγροτικής παραγωγής, με μετακύλιση του κόστους στις κατώτερες τάξεις. Είναι ένα από τα λίγα στοιχεία συμμαχίας με ανώτερα μικροαστικά στρώματα και το μικρό κεφάλαιο, που μένουν ζωντανά μετά την άνοδο στην εξουσία. Όμως, ούτε οι Γερμανοί ούτε οι Ιταλοί κατόρθωσαν να φτάσουν σε αυτάρκεια κάποιου είδους, ακόμα και αν συνυπολογίσουμε τη ληστρική επιδρομή που διεξήγαγαν κατά των πρώτων υλών των κατακτημένων περιοχών.
• Η αξιοκρατία (ή η ισότητα των ευκαιριών, μια ιδιαίτερα αντιφατική έννοια όταν ισχύει το αλάνθαστο του ηγέτη). Ίσως, αυτό να είναι το πιο σημαντικό στοιχείο ιδεολογικού διαχωρισμού του φασισμού από τα άλλα ακροδεξιά ρεύματα. Η Χρυσή Αυγή τα λέει όλα, κάπως παραληρηματικά, αλλά συμπυκνωμένα: «Το Λαϊκό κράτος του Εθνικισμού είναι η μόνη άμεση δημοκρατία. Η Πολιτεία όπου ο Λαός είναι η μόνη πραγματικότητα που δεν χρειάζεται εξουσία αλλά ηγεσία. Ο Λαός είναι ο πραγματικός άρχοντας, ηγεμονεύει τον εαυτό του μέσα απ’ τον Ηγέτη του. Γι’ αυτό το Λαϊκό κράτος μπορεί να πραγματώνει την μοναδική δυνατή ισότητα, (που απορρέει από την Σκέψη και δεν είναι Φυσική, αλλά ανθρώπινο πολιτιστικό – πολιτικό δημιούργημα), την ισότητα ευκαιριών.» Για τη μικροαστική σκέψη, η πιθανότητα της κοινωνικής ανόδου δεν πρέπει να αποκλειστεί, ακόμα και αν αυτό σημαίνει τον κοινωνικό δαρβινισμό, τον μέχρι τέλους ανταγωνισμό, το ατομικό πέρασμα των ικανότερων στην ανώτερη τάξη, πατώντας επί των πτωμάτων των υπόλοιπων. Ο καπιταλισμός, επομένως, πρέπει να είναι η επιβίωση του ικανότερου. Ακριβώς λόγω της πολυδιασπασμένης και υπαγόμενης στην κυρίαρχη ιδεολογία φύσης των μικροαστικών στρωμάτων και αυτό το ιδεολόγημα οδηγεί στην καταστροφή της ίδιας της τάξης: ή αστός (όπως η ανώτατη ιεραρχία των ναζί [2] ) ή πρώτα λούμπεν και μετά SS.
• Μια σειρά από αντιδραστικά ιδεολογικά στοιχεία παρηκμασμένων τάξεων (ακραίος ανορθολογισμός, προγονολατρεία, αντιδραστικός ρομαντισμός, λατρεία της αριστοκρατίας, συνωμοσιολογία κ.λπ.). Η παράλληλη με όλες τις ακροδεξιές ιδεολογίες πορεία του φασισμού σήμανε και την αλληλοτροφοδότηση όλης της αντίδρασης με κοινά ιδεολογήματα, διευκολύνοντας στο τέλος την εκλογική λεηλασία όλων των εθνικιστικών αντιδραστικών κομμάτων της εποχής. Τα καθυστερημένα κατώτερα αγροτικά στρώματα (το αντίστοιχο των μικροαστών, στην ύπαιθρο) με την ισχυρή υπαγωγή τους στην φεουδαρχία, συνεισέφεραν στην ανάπτυξη τέτοιων ιδεολογημάτων. Οι αγροτικές περιοχές αποτελούσαν την κύρια δεξαμενή εκλογικής ανόδου του ναζισμού κατά την περίοδο του εκφασισμού, αν και δεν συνεισέφεραν σχεδόν καθόλου στο κινηματικό κομμάτι.
• Ο ισχυρός αρσενικός σωβινισμός. Η γυναίκα, μια μηχανή παραγωγής πολεμιστών για το έθνος, είναι καλή για τα τρία Κ: Kinder, Küche, Kirche. Παιδιά, Κουζίνα, Εκκλησία. Γυναίκες σε δημόσιες ή πολιτικές θέσεις (ειδικά αν σχετίζονται με την Αριστερά) είναι μόνο για σφαλιάρες.
• Ισχυρός αντιδιανοουμενισμός. Οι ναζί μισούσαν και προσπαθούσαν να γελοιοποιήσουν τον Kulturbolschewismus και τους «κουλτουρομαρξιστές» που είναι μέρος του «διεφθαρμένου» κατεστημένου (σας θυμίζει κάτι η ορολογία;) Δεν υπάρχουν οργανικοί διανοούμενοι της μικροαστικής τάξης, δεν μπορεί η «μικροαστική» ιδεολογία να γίνει κυρίαρχη: άρα, με δεδομένη την εν τέλει υποταγή των φασιστικών ιδεολογημάτων στην κυρίαρχη ιδεολογία, αλλά και την ταυτόχρονη ηγεμονία των μικροαστικών ιδεολογικών υποσυνόλων, δεν χρειάζονται οι διανοούμενοι (που μπορεί και να ξεμπερδέψουν αυτό το κουβάρι...)
• Η ιδιότυπη λατρεία της μηχανής, ως μεταφορά για την εκμηχάνιση της παραγωγής, του πολέμου και της κοινωνίας, που νοείται ως μια αυστηρή αλλά αποτελεσματική γραφειοκρατεία (επανδρωμένη από τη μικροαστική τάξη). Εξάλλου, ο Μουσολίνι «έκανε τα τρένα να έρχονται στην ώρα τους», σαν καλοκουρδισμένο ρολόι.
Η συγκεκριμένη επιρροή από τη νέα μικροαστική τάξη (των μορφωμένων υπαλλήλων και τεχνικών της παραγωγής), είναι και αυτή, όπως και οι προηγούμενες, μια παραμόρφωση από τον μικροαστικό φακό της κυρίαρχης ιδεολογίας. Ο φασιστικός τεχνοκρατισμός μυθοποιεί την αποδοτικότητα, την αποτελεσματικότητα, την εκμηχάνιση κάθε πλευράς της παραγωγής, ακόμα και του μαζικού θανάτου: μαζικοί βομβαρδισμοί κατά αμάχων (ένα δηλητηριώδες φρούτο που το δοκίμασαν και οι ίδιοι οι Γερμανοί προς το τέλος του πολέμου) ή θάλαμοι αερίων.
Τα παραπάνω δεν είναι τα σημαντικότερα στοιχεία του ναζιστικού φαινομένου. Πρόκειται για ιδεολογήματα που κυκλοφορούν έτσι κι αλλιώς ευρύτερα, αυθόρμητα και αυτό-αντιφατικά. Τα περισσότερα (και τα πιο σημαντικά) ταιριάζουν ακριβώς με τις εκάστοτε επιδιώξεις και συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Φιλελευθερισμός, αντιδιανοουμενισμός [3] , εθνικισμός, κράτος [4] κ.λπ.
Αντίθετα, το πολιτικά κρίσιμο σημείο είναι η συγκρότηση ενός κόμματος της πρωτοπορίας (με κάποιες οργανωτικές επιρροές από τα εργατικά κόμματα), το οποίο διαμορφώνει τους όρους συγκρότησης λαϊκής βάσης κινήματος, συστηματοποιώντας τα «αδέσποτα» αυτά ιδεολογήματα. Μάλιστα, το κόμμα αυτό δεν είναι αδιάφορο στην πιθανότητα μετωπικών κινήσεων με άλλα δεξιά κόμματα, πάντα φυσικά με έναν επιθετικό οπορτουνισμό, εφόσον είναι πιθανό να τα εκμεταλλευτεί. Ο φασισμός δεν μπορούσε να προκύψει πριν την εποχή των κομμουνιστικών κομμάτων, γιατί δεν θα είχε εχθρό να μιμηθεί.
Πάντως, ως μια παρατήρηση για τις συνθήκες σήμερα στην Ελλάδα, τα ιδεολογήματα του φασισμού έχουν στο σύνολό τους αναπτυχθεί από την Χ.Α., με τη μερική εξαίρεση του σοσιαλίζοντος λόγου, που αποτελεί για αυτήν πολύ πιο ασήμαντο τμήμα του λόγου της από ότι στο NSDAP ή τους Ιταλούς φασίστες σε αντίστοιχο σημείο ανάπτυξης.
Ακόμα πιο ανησυχητική είναι η ανάπτυξη όλων αυτών των ιδεολογικών προϋποθέσεων σε ευρύτερα τμήματα του «λαού της Δεξιάς» και η αποδοχή τους από τα κόμματα του χώρου. Εάν υπάρξει πραγματικό φασιστικό κίνημα στην χώρα, την κατάλληλη στιγμή, όταν δηλαδή το πολιτικό σχέδιο της κοινοβουλευτικά προσανατολισμένης Δεξιάς θα έχει καταρρεύσει, ο φασισμός δεν θα δυσκολευτεί να καταπιεί μεγάλο τμήμα των ψηφοφόρων της, κινητοποιώντας τους διαρκώς και βίαια στη βάση των ήδη αποδεκτών αυτών ιδεολογημάτων. Δεν θα πρέπει εδώ να μας μπερδεύει η έλλειψη σοσιαλίζοντος λόγου. Το σημαντικό στοιχείο είναι η προβαλλόμενη (αόριστη και βασισμένη μόνο στη βία) αντισυστημικότητα και όχι ο σοσιαλισμός. Ακόμα και ο «λυσσασμένος» επαναστάτης, o Στράσερ, δεν αμφισβητούσε την αξιοκρατία και τον ανταγωνισμό, ούτε την ιδιοκτησία. Σε εποχή που η σοσιαλιστική επανάσταση δεν είναι στην ημερήσια διάταξη και οι σοσιαλιστικές ιδεολογίες δεν έχουν διάδοση σε ευρύτερα στρώματα, ο φασισμός δεν χρειάζεται να τις κανιβαλίσει. Ένας λελογισμένος εργατισμός (π.χ. επίσκεψη σε ένα εργοστάσιο και σύναψη σχέσεων με τον ιδιοκτήτη, εν παρόδω) μπορεί και να είναι αρκετός.

[1] Την ιδέα της δωρεάν εργασίας από Εβραίους την είχε ήδη εφαρμόσει πειραματικά ο αυτοκρατορικός στρατός με τους ανατολικούς Εβραίους. Η ιδέα αυτή φαίνεται ότι άρεσε στο γερμανικό κεφάλαιο και είπε να τη συστηματοποιήσει κάπως περισσότερο με την ευκαιρία της «τελικής λύσης». Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ήταν συνήθως χωρισμένα στα δύο: το στρατόπεδο θανάτου, που όλοι ξέρουμε τι είναι, και το στρατόπεδο εργασίας, που σπάνια ακούγεται. Το δεύτερο ήταν ένα «βιομηχανικό πάρκο», όπου οι γερμανικές βιομηχανίες είχαν ανοίξει εργοστασιακές μονάδες στις οποίες δούλευαν κρατούμενοι του στρατοπέδου, νοικιασμένοι στη βιομηχανία σε πολύ λογική τιμή από το Ράιχ, του οποίου ήταν ιδιοκτησία. Επρόκειτο για μια ιδιαίτερα συμφέρουσα συμφωνία και για τα δύο εμπλεκόμενα μέρη (οι εργάτες δεν ήταν νομικά πρόσωπα για να μπορούν να διεκδικούν τμήμα των κερδών. Εξάλλου, ήταν απασχολημένοι, επειδή -με όλη την τραγική κυριολεξία- πέθαιναν στη δουλειά).
[2] Ο Γκέρινγκ (και αυτός μικροαστικής καταγωγής) ήταν μια ενδιαφέρουσα ιδιότυπη περίπτωση. Χρησιμοποιώντας τη θέση του στο κόμμα, επιχείρησε να γίνει μέλος της ανώτατης βιομηχανικής ιεραρχίας, ιδρύοντας μάλιστα το προσωπικό του βιομηχανικό τραστ, ενδεχομένως έχοντας βαρεθεί το ρόλο του ως πολιτική ελίτ. Επίσης, παρουσίαζε και αυτός την διαταραγμένη προσωπικότητα που ανέπτυξαν σταδιακά πολλοί από τους ηγέτες ναζί. Αίφνης, ήταν συστηματικός υπέρμαχος των δικαιωμάτων των ζώων και πέρασε αυστηρότατη νομοθεσία (που μάλιστα διατηρήθηκε σχεδόν αυτούσια μέχρι σήμερα) για την προστασία των ζώων, τόσο των κατοικιδίων όσο και των ζώων κτηνοτροφίας (συνθήκες σφαγής κ.λπ.). Είναι γνωστό το επεισόδιο που επειδή κάποιος τεμάχισε μπροστά του έναν ζωντανό βάτραχο για να τον κάνει δόλωμα, ο Γκέρινγκ ...τον έστειλε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης για να μάθει. Η μεταμοντέρνα πολιτική δικαιωμάτων («τα δικαιώματά σου, αυτά που αναγνωρίζει το κράτος, δεν περιλαμβάνουν το δικαίωμα να τα αρνηθείς») δεν απέχει πολύ ως ιδεοληψία.
[3] Πόσες και πόσες φορές δεν έχουν πει οι ακραίοι φιλελεύθεροι των ημερών ότι δεν χρειαζόμαστε άλλους πτυχιούχους ανθρωπιστικών επιστημών; Πόσες φορές δεν έχουν πει ότι τα πανεπιστήμια βγάζουν πολλούς γιατρούς; Υπερβολικά πολλούς «άχρηστους» δασκάλους;
[4] Οι φιλελεύθεροι ζητούν «λιγότερο» κράτος για τους πολλούς, περισσότερο όταν πρόκειται για την αστυνομία, το σώσιμο των τραπεζών, την κοινωνικοποίηση των ζημιών....


Σύντομη ιστορική αναδρομή στη Βαϊμάρη: Η οικονομία


του Δημήτρη Λένη   
26.06.12
πηγή: www.ektosgrammis.gr
1713Η πρώτη περίοδος της δημοκρατίας, κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά την επαναστατική αναταραχή, ολοκληρώνεται με την περίοδο του υπερπληθωρισμού. Η αδυναμία πληρωμής των πολεμικών αποζημιώσεων είναι μια καλή αφορμή για τους Γάλλους να εισβάλλουν, όπως ήταν το συμβατικό δικαίωμά τους, στην βιομηχανική καρδιά της Γερμανίας, το Ρουρ. Η κυβέρνηση αποφασίζει να τηρήσει τη στάση της παθητικής αντίστασης: οι εργάτες στα εργοστάσια έκαναν λευκή απεργία, ώστε να μην υπάρχει προϊόν για κατάσχεση από τους κατακτητές, αλλά οι μισθοί τους συνέχιζαν να πληρώνονται από το κράτος. Με το μεγαλύτερο μέρος της βιομηχανικής παραγωγικής υποδομής της χώρας ανενεργό, αλλά τους μισθούς να πληρώνονται κανονικά, ενώ την ίδια στιγμή η κυβέρνηση έπρεπε να αγοράζει χρυσό στη διεθνή αγορά για να αποπληρώνει τις αποζημιώσεις, ήταν φυσικό να προκύψει ανεξέλεγκτος πληθωρισμός : η κυβέρνηση «τύπωνε» χρήμα διαρκώς, χρήμα, όμως, που δεν είχε κανένα πραγματικό αντίκρισμα σε όρους παραγόμενου προϊόντος.
Μια σημείωση είναι εδώ απαραίτητη. Η Γερμανία είχε έναν σχετικά υψηλό, αλλά ελεγχόμενο πληθωρισμό όλη την πρώτη περίοδο της Βαϊμάρης, από την ίδρυση μέχρι το 1921. Ο πληθωρισμός εξηγείται από τις πολεμικές αποζημιώσεις και τη μετατροπή σε αυτή τη φάση της Γερμανίας από χώρα χρεώστη (προπολεμικά ήταν η δεύτερη χώρα εξαγωγός κεφαλαίου στον κόσμο) σε χώρα οφειλέτη. Η φάση ανεξέλεγκτου πληθωρισμού, όπου για παράδειγμα οι τιμές διπλασιάζονται κάθε μέρα, ξεκίνησε μετά την κατοχή του Ρουρ και κορυφώθηκε, με καταστροφικές συνέπειες, από τον Οκτώβριο μέχρι τον Νοέμβριο του '23. Η κατάσταση ήταν δύσκολη, σχεδόν πολεμική, αφού χρειάζονταν μερικά δισεκατομμύρια για την αγορά μιας φραντζόλας ψωμιού. Αιτία ήταν, βέβαια, η κατοχή του Ρουρ και η παθητική αντίσταση, αλλά η κατάσταση δυσκολεύτηκε επιπλέον από την κομμουνιστική εξέγερση στο Αμβούργο το '21, την επέμβαση του στρατού στη Θουριγγία, την κατάσταση πολιορκίας στη Βαυαρία (όπου το κράτος συγκρούστηκε με τις ακροδεξιές ομάδες του Μονάχου και που ακολουθήθηκε τον Νοέμβριο από το «πραξικόπημα της μπυραρίας» του Χίτλερ, για το οποίο μπήκε για λίγο στη φυλακή), μια κατάσταση, δηλαδή, όπου οι παραγωγικές δυνάμεις της χώρας μένουν αργές, αλλά το χρήμα εξακολουθεί να κυκλοφορεί. Η επαναφορά σε λειτουργία ενός έστω τμήματος του παραγωγικού δυναμικού σε καπιταλιστική λειτουργία μαζί με μια νομισματική μεταρρύθμιση, ακόμα και αν οι συγκρούσεις συνεχίζονταν, έφτασε για να σταματήσει ο υπερπληθωρισμός, ουσιαστικά σε μια νύχτα. Οι Γερμανοί τραπεζίτες σήμερα όταν αναφέρουν την λέξη «Βαϊμάρη» εννοούν υπερπληθωρισμό, κάτι, υπονοείται, το ιδιαζόντως φρικιαστικό. Πράγματι: ο πληθωρισμός είναι ιδιαίτερα προβληματικός για το τραπεζικό κεφάλαιο, πολύ περισσότερο για αυτό παρά για την εργασία, αφού εξανεμίζει τη βάση ρευστών των τραπεζών. Ακόμα πιο καταστροφικός είναι, όμως, για τα μικρότερα κεφάλαια και τους μικροαστούς που είχαν καταθέσει τις οικονομίες μιας ζωής στις τράπεζες, για να τις δουν να εξανεμίζονται συνολικά. Οι τραπεζίτες μπορεί να επλήγησαν από τον υπερπληθωρισμό, αλλά δεν έχασαν δα και τα πάντα, αφού κέρδισαν από την κερδοσκοπία στις συναλλαγματικές κινήσεις (ενώ, βέβαια, είχαν πάντα μια «καβάτζα» σε χρυσό ή συνάλλαγμα). Οι βιομήχανοι, πάλι, όχι μόνο δεν έχασαν, αλλά βρήκαν μια πολύ καλή ευκαιρία να επεκταθούν σε ξένες αγορές (αφού η ισοτιμία καταρρακώθηκε και οι μισθοί δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν το κόστος ζωής). Παρόλ’ αυτά, η ανακοπή της συγκέντρωσης κεφαλαίου κατά τη διάρκεια του υπερπληθωρισμού, λόγω της αδυναμίας των τραπεζών, ήταν οπωσδήποτε ένα σοβαρό χτύπημα. Εντούτοις, το σοκ που υπέστησαν τα πιο αδύναμα κεφάλαια σήμανε την εκρηκτική επανέναρξη της συγκεντροποίησης και καρτελοποίησης στην αμέσως επόμενη περίοδο.
Οι μήνες του υπερπληθωρισμού σήμαναν την οριστική μετάβαση ευρύτατων μικροαστικών στρωμάτων προς εθνικιστικές, μοναρχικές και ακροδεξιές ιδεολογικές τοποθετήσεις, αφού τον υπερπληθωρισμό τον χρεώθηκε το μπλοκ της Βαϊμάρης [1]. Και όχι μόνο: ο «τεχνοκράτης» (ήταν εξωκοινοβουλευτικός τραπεζίτης) υπουργός που τιθάσσευσε τον υπερπληθωρισμό, αργότερα έγινε ο μακρόβιος (και ιδιαίτερα «επιτυχημένος») υπουργός οικονομικών του Χίτλερ. Και δεν καταδικάστηκε και στις δίκες της Νυρεμβέργης...
Μετά την τιθάσευση του πληθωρισμού, ακολούθησε μια περίοδος ταχύτατης ανάπτυξης και αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου: οι επόμενες κυβερνήσεις εφάρμοσαν ένα «σταθεροποιητικό» πρόγραμμα που απαγόρευσε στην κεντρική τράπεζα να χρηματοδοτεί τα κρατικά ελλείμματα. Αντίθετα, η κυβέρνηση άρχισε να δανείζεται τεράστιες ποσότητες ξένου νομίσματος (δολαρίου) από τις ανερχόμενες και πλεονασματικές αμερικανικές τράπεζες, ένα μοιραίο λάθος, όπως αποδείχτηκε λίγα χρόνια μετά. Ο φθηνός δανεισμός και η ευνοϊκές ισοτιμίες που σχηματίστηκαν επέτρεψαν στο κεφάλαιο να αναδιαρθρωθεί ταχύτατα. Η κίνηση του γερμανικού κεφαλαίου την εποχή αυτή είναι η αντίθετη από αυτήν που ακολουθήθηκε από το ελληνικό κεφάλαιο στην παρόμοια (από νομισματική άποψη) περίοδο μετά την εισαγωγή του ευρώ: αντί για απεργία επενδύσεων και εξαγωγή κεφαλαίων στο κέντρο και σε χώρες φθηνής εργασίας, αυτοί έκαναν επενδύσεις σε γερμανικό έδαφος, παρά τη σχετικά αυξημένη διαπραγματευτική ισχύ που είχε τότε η εργατική τους τάξη. Εκσυγχρονίζοντας την παραγωγική τους βάση είδαν τις εξαγωγές τους, για μια ακόμα φορά, να εκτοξεύονται. Ταυτόχρονα, η Γερμανία ήταν η ιμπεριαλιστική δύναμη της ανεξέλεγκτης δύναμης των μονοπωλίων, αφού αφέθηκε πολιτικός και οικονομικός χώρος για τη σύμπηξη τεράστιων καρτέλ. Μερικά από αυτά, όπως η IG Farben, το μεγαλύτερο καρτέλ χημικών του κόσμου, αποδείχτηκαν αργότερα και οι κυριότεροι χρηματοδότες του Χίτλερ, τα τελευταία χρόνια πριν την άνοδό του στην εξουσία.
Η οικονομική άνθηση (που βέβαια δεν τη μοιράστηκε το κεφάλαιο με την εργασία) ήταν μεγάλη, αλλά δεν κράτησε πολύ. Λιγότερο από έξι χρόνια. Το 1929 ξέσπασε η κρίση στην Αμερική και γρήγορα πέρασε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η Γερμανία τότε δεν είχε το νομισματικό στρατηγικό βάθος του ευρώ που έχει σήμερα, σε μια πολύ παρόμοια συγκυρία. Το ευρώ σήμερα της επιτρέπει να εξάγει τις αντιφάσεις της στους υπόλοιπους εταίρους και, τουλάχιστον πρόσκαιρα, να έχει προστατευτεί από την κρίση (όχι για πολύ ακόμα, όμως).
Η απάντηση για την τεράστια κρίση, σε όλον τον κόσμο, ήταν η ίδια με σήμερα: λιτότητα, συνοδευόμενη από οικονομικό πόλεμο. Ειδικά για την Γερμανία, ο κίνδυνος κατάρρευσης των αμερικάνικων τραπεζών που είχαν χρηματοδοτήσει το χρέος της σε συνδυασμό με τη συνέχιση των πολεμικών αποζημιώσεων, σήμαναν την αδυναμία του γερμανικού κεφαλαίου να αποπληρώσει τα χρέη του, δεδομένου ότι και οι εξαγωγές και η εσωτερική ζήτηση είχαν καταρρεύσει. Το αποτέλεσμα ήταν η τεράστια αύξηση της ανεργίας (έφτασε το 30%), ο αποπληθωρισμός, η αποσταθεροποίηση του (εκ γενετής υπονομευμένου) πολιτικού σκηνικού.
Το τελευταίο εν μέρει οφείλεται στην ισχυρή όξυνση των αντιθέσεων μεταξύ των κεφαλαιακών μερίδων. Το μικρό και μεσαίο βιομηχανικό κεφάλαιο, χτυπημένο από την κρίση, ζητούσε την αρωγή του κρατικού μηχανισμού, αρωγή σε κατεύθυνση που σαφώς δεν συνέφερε τους γιούνκερ, ως εκπρόσωπων, πλέον, του μεγάλου αγροτικού κεφαλαίου και τους μονοπωλιακούς ομίλους και τα καρτέλ τους που υπάγονταν στο τραπεζικό κεφάλαιο (που επωφελείτο από τη λιτότητα και την κοινωνικοποίηση των απωλειών του). Η κατάσταση στο άρχον συγκρότημα έτεινε να εκφυλιστεί σε έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων. Η λύση δόθηκε σύντομα: οι νόμοι κατά των τραστ που έφερε η τελευταία κυβέρνηση της δημοκρατίας θα καταργούνταν πολύ γρήγορα (προς όφελος και οριστική ηγεμονία των μονοπωλίων) από τη ναζιστική κυβέρνηση.
Σε αυτά τα τέσσερα τελευταία χρόνια πριν την κατάληψη της εξουσίας από τους ναζί, η κατάρρευση της στρατηγικής συσσώρευσης του κεφαλαίου στην Γερμανία, έφτασε σε ένα πραγματικό, αν και παροδικό, αδιέξοδο, που εκφράζεται και από την πολιτική αστάθεια: οκτώ κυβερνήσεις, όλες δεξιές. Φυσικά, η κρίση για το μεγάλο κεφάλαιο ήταν πρώτα από όλα μια ακόμα ευκαιρία για αυτό να ανασυνταχθεί και να ξεκαθαρίσει τις γραμμές του, ξεπερνώντας και τα εμπόδια του μικρότερου κεφαλαίου. Οι σημαντικότερες κινήσεις έγιναν στο παρασκήνιο. Η «δημόσια» περίπτωση του Χούγκενμπεργκ είναι, όμως, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Ο Χούγκενμπεργκ έγινε ο μονοκράτορας των μέσων ενημέρωσης της Γερμανίας ακριβώς την τριετία της μεγάλης κρίσης, εξαγοράζοντας σε χαμηλότατες τιμές περίπου όλα τα μέσα ενημέρωσης της χώρας. Ο Χούγκενμπεργκ δεν ήταν ένας τυχαίος καπιταλιστής. Αρχηγός του ακροδεξιού Εθνικού Λαϊκού Κόμματος, χρησιμοποίησε την επιρροή του από τις εφημερίδες του με σκοπό να καταλάβει την εξουσία μέσω της συμμαχίας του με τους ναζί, με σκοπό να τους πετάξει στην άκρη όταν δεν θα τους χρειαζόταν άλλο. Έτσι κι έγινε, με τη μικρή διαφορά ότι, τελικά, ήταν οι ναζί που τον πέταξαν στην άκρη.
Οι οικονομικές πολιτικές της κρίσης υπερσυσσώρευσης, πάντα, πάντα και πάντα, περιλαμβάνουν ένα αρχικό στάδιο λιτότητας. Το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο είναι κεφάλαιο που δεν θα πραγματοποιηθεί. Ή, ειπωμένο αλλιώς, τα χρέη που δεν μπορούν να πληρωθούν δεν θα πληρωθούν. Το πρώτο στάδιο για την εκκαθάριση του λιμνάζοντος κεφαλαίου είναι η καταστροφή του, η απαξίωσή του. Και όχι μόνο των χρεών, αλλά όλων των κεφαλαίων που δεν είναι, πλέον, κερδοφόρα. Η εργασία, όμως, είναι και αυτή κεφάλαιο. Η έναρξη, επομένως, ενός νέου «ενάρετου κύκλου» περιλαμβάνει τη μεταβίβαση ενός μεγάλου μέρους του χρέους στις κατώτερες τάξεις και την απαξίωσή τους μέσω της ανεργίας. Σε κάποιο σημείο έχουν, πλέον, σωρευθεί οι αντικειμενικές συνθήκες για την έξοδο από την κρίση. Ο καθορισμός του σημείου αυτού δεν είναι, όμως, μια αντικειμενική, «επιστημονική» απόφαση. Αντίθετα, αποφασίζεται πολιτικά (ενδεχομένως, μάλιστα, η κίνηση να είναι πρόωρη και λάθος υπολογισμός). Εξαρτάται άμεσα, επομένως, από την ταξική πάλη. Στην Γερμανία, το σημείο αυτό καθορίστηκε από τις αναπτυξιακές πολιτικές της κυβέρνησης Μπρούνινγκ, της τελευταίας δημοκρατικής κυβέρνησης πριν τους ναζί. Το πρόγραμμα που ξεκίνησε αυτή να εφαρμόζει, ένα είδος new deal ιδιαίτερα επιθετικού με σημείο έμφασης ένα φιλόδοξο σχέδιο κατασκευής αυτοκινητοδρόμων, το ολοκλήρωσαν, όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, αυτούσιο οι ναζί. Ο φασισμός, από οικονομική άποψη, χτυπάει όταν είναι σαφές, πλέον, ότι υπάρχουν οι συνθήκες για οικονομική ανάκαμψη.
Δεν θα είχε χτυπήσει, όμως, αν σε όλο το προηγούμενο διάστημα δεν είχαν υπάρξει οι πολιτικές συνθήκες: η ήττα της επανάστασης, η επώαση των ιδεολογημάτων του σε ευρύτερα μικροαστικά στρώματα, η απειλή του κομμουνισμού που έμενε δυνατή και που απειλούσε μια «σοσιαλίζουσα» οικονομική πολιτική παρεμβατικού κράτους να ακυρωθεί από ένα εργατικό κίνημα που θα την έστρεφε κατά του κεφαλαίου, η βαθιά πολιτική κρίση (η όξυνση των αντιφάσεων μεταξύ μερίδων της αστικής τάξης), η ιδεολογική κρίση (τόσο της κυρίαρχης ιδεολογίας όσο όμως και του μαρξισμού). Στις ΗΠΑ, που δεν υπήρξαν ανάλογες πολιτικές προϋποθέσεις (το αμερικανικό εργατικό κίνημα, με πολύ μικρότερους στόχους από το γερμανικό, είχε συντριβεί πολύ πιο ριζικά πολύ νωρίτερα), παρόμοιες πολιτικές ανάκαμψης εφαρμόστηκαν από τον Ρούζβελτ, στο πλαίσιο μιας κανονικής αστικής κυβέρνησης. Φυσικά, η πραγματική εκκαθάριση δεν ήρθε παρά μερικά χρόνια αργότερα, με την «ευλογία» για το κεφάλαιο που ήταν ο πόλεμος.
Τα λαϊκά στρώματα (και όχι μόνο τα εργατικά) φυσικά υπέστησαν όλες τις συνέπειες της κρίσης. Όμως, δεν ήταν η οικονομική κρίση που έφερε τους ναζί στην εξουσία (αν και αναμφισβήτητα ήταν η θρυαλλίδα). Η αδυναμία όλων των αριστερών κομμάτων να κατανοήσουν το επείγον της κατάστασης, ότι δηλαδή με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το κεφάλαιο θα έπρεπε να αντιδράσει στην απώλεια στήριξης που έφερνε η κρίση και ότι η τελευταία δεν θα οδηγούσε αυτόματα στην επανάσταση ήταν το ελάχιστο που μπορούμε να προσάψουμε στα κόμματα της μαρξιστικής Αριστεράς. Ο σεχταρισμός τους, το γεγονός, λ.χ., το ΚΚΓ μέχρι το 1934, με τον Χίτλερ ήδη ένα χρόνο στην εξουσία, πίστευε ότι κύριος εχθρός ήταν η σοσιαλδημοκρατία, ήταν το αποτέλεσμα και όχι το αίτιο. Η εντελώς λάθος εκτίμηση των συνθηκών, το ότι το ΚΚΓ ανέμενε ότι η συντριβή του «σοσιαλφασισμού» θα άφηνε ανοιχτό πεδίο δράσης στην επανάσταση που θα ερχόταν από μόνη της (ύστερα και από την κατάρρευση του φασισμού, που δεν θα μπορούσε, τάχα, να διαχειριστεί τις αντιφάσεις του) ήταν η αιτία[2]. Έτσι, πολύ πριν την τελική επικράτηση του φασισμού, η εργασία είχε ήδη υποστεί μια βαθιά πολιτική και ιδεολογική ήττα, ιδεολογική ήττα που είναι η ρίζα της στρατιωτικής.
Και η πολιτική θέση του SPD σαφέστατα δεν βοήθησε. Γιατί δεν ήταν το SPD ο μόνος πολιτικός εκφραστής της ως τότε στρατηγικής συσσώρευσης, όπως ουσιαστικά έλεγαν το ΚΚΓ και η Διεθνής, ήταν, όμως, αναμφισβήτητα αυτός που πολιτικά πιστώθηκε την αποτυχία του και την χρέωσε σε όλη την «μαρξιστική» Αριστερά, παρά τις αγωνιώδεις (και τελικά μάταιες) προσπάθειες του ΚΚΓ να αποδείξει ότι αυτό είναι διαφορετικό. Και οι δύο, ο καθένας με τον τρόπο του, αδυνατούσαν να καταλάβουν ότι κάτι έκαναν λάθος μέχρι που ήταν, πλέον, πολύ αργά.
Ένα τελευταίο σημείο. Την εξουσία την σέρβιρε στο ναζισμό το μεγάλο κεφάλαιο. Πρώτα έγινε μια μαζική εισχώρηση των ιδεολογικών ταγών της αστικής τάξης σε αυτόν και μετά του δόθηκε και η κυβέρνηση (να μην ξεχνάμε ότι πρώτα ο Χίτλερ εκλέχτηκε δημοκρατικά και μάλιστα με απλή αναλογική και μόνο μετά έγινε δικτάτορας). Αυτό δεν έγινε επειδή ο φασισμός είναι το κόμμα του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο, εκτός από πατρίδα, δεν έχει ούτε και κόμμα – εκτός από το ίδιο το κράτος. Το κεφάλαιο θα πάει με αυτόν τον πολιτικό σχηματισμό που θα εγγυηθεί τη «συνέχεια» του κράτους και της συσσώρευσης, είτε αυτός είναι μια αστική κυβέρνηση είτε μια δικτατορία, ακόμα και αν αυτή έχει πίσω της ένα κίνημα, αρκεί αυτό να είναι συμβατό μαζί της. Η διαλεκτική της διαδικασίας εκφασισμού, της ισχυρής μαζικοποίησης του NSDAP, αρχίζει και με τη σταδιακή (και όχι μια κι έξω) αύξηση της υποστήριξης του κόμματος (οικονομικής και πολιτικής) από το μεγάλο κεφάλαιο. Στην αρχή οι ναζί δεν είχαν υποστηρικτές στις ανώτατες τάξεις (εκτός από ορισμένους αντιδραστικούς γιούνκερ, όπως τον στρατάρχη Φον Λούντεντορφ). Η διαδικασία ήταν σταδιακή και ξεκίνησε όταν οι ναζί έγιναν τα υπό προϋποθέσεις μαντρόσκυλα του κεφαλαίου. Μόνο προς το τέλος έγιναν το κόμμα τους. Και αυτό είναι ένα γενικό χαρακτηριστικό. Με άλλα λόγια: ο Μάνεσης ήταν μόνο η αρχή.

[1] Και στην Ελλάδα είχαμε υπερπληθωρισμό – ο οποίος μάλιστα ήταν και χειρότερος και συνεχίστηκε για πολύ μεγαλύτερο διάστημα: για εκείνα τα χρόνια της Κατοχής που η παραγωγική διαδικασία είχε ουσιαστικά σταματήσει, ή την άρπαζαν χωρίς πληρωμή οι κατακτητές, αλλά οι μισθοί συνέχιζαν να πληρώνονται. Τα αίτια του υπερπληθωρισμού, του ανεξέλεγκτου δηλαδή πληθωρισμού (ο οποίος, μας λένε, είναι ένας από τους κινδύνους επιστροφής στη δραχμή) έχουν πάντα να κάνουν με σοβαρή αποδιάρθρωση ή σταμάτημα της παραγωγικής διαδικασίας στο πλαίσιο ενός κοινωνικού σχηματισμού και σταματά όταν η παραγωγική διαδικασία επανέλθει. Ο πληθωρισμός είναι χειρότερος για το τραπεζικό κεφάλαιο παρά για την εργασία, επειδή τα δάνεια, όταν υπάρχει πληθωρισμός, όταν επιστρέφονται είναι χαμηλότερης αξίας από το δανεισθέν ποσό. Η εργασία, πάλι, μπορεί να προστατευθεί από τα αποτελέσματα του πληθωρισμού, για παράδειγμα με αυτόματη τιμαριθμική προσαρμογή.
[2] Είναι χαρακτηριστική η εντελώς λάθος γραμμή της 3ης Διεθνούς για το φασιστικό φαινόμενο, που θεωρήθηκε ως άμεσα συνδεδεμένο με το μονοπωλιακό κεφάλαιο, αδυνατώντας έτσι να κατανοήσει τους κινδύνους για την ταξική πάλη και το κίνημα. Ο Τρότσκι ήταν σαφώς ο πρώτος θεωρητικός που αναγνώρισε τη μικροαστική ταξική βάση του φασισμού. Ο οικονομίστικος καταστροφισμός του, όμως, η αντίληψή του, που τη μοιραζόταν με την Διεθνή, ότι η κρίση φέρνει επανάσταση, δεν τον άφησε να προχωρήσει την ανάλυσή του στις πολιτικές επιπτώσεις και τον τρόπο αντιμετώπισης.

πόσοι μας διάβασαν: