Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

Κοινωνικά, πολιτικά, στρατιωτικά δεδομένα της Οκτωβριανής επανάστασης. Ανασκόπηση



του Κώστα Παλούκη 
στο Οκτωβριανή Επανάσταση, 
Ιστορικά Ελευθεροτυπίας, Οκτώβριος 2011 
Η καπιταλιστικοποίηση και η εκβιομηχάνιση της Ρωσίας
Στο ξεκίνημα του 20ου αιώνα η Ρωσία, παρότι τοποθετούταν ανάμεσα στις Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης, χαρακτηριζόταν ως καθυστερημένη σε σχέση με τις υπόλοιπες.  Με οικονομικούς όρους, αυτό σημαίνει ότι είχε «καθυστερήσει» στη «μετάβαση» από τον φεουδαλισμό στον καπιταλισμό – οι αγρότες είχαν απελευθερωθεί από την θεσμοθετημένη δουλεία στους άρχοντες ή το κράτος μόλις στα 1860 – και είχε «καθυστερήσει» στην εκβιομηχάνιση. Με πολιτικούς όρους, αυτό σημαίνει ότι μέχρι το 1905 δεν λειτουργούσαν νόμιμα πολιτικά κόμματα και κανένα είδος κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης και ότι η απολυταρχία επιβίωνε με αμείωτη ισχύ. Παρόλα αυτά, η Ρωσία παρουσιάζει μια σοβαρή οικονομική ανάπτυξη ως αποτέλεσμα των πολιτικών στήριξης της εκβιομηχάνισης από την τσαρική κυβέρνηση, των ξένων επενδύσεων, τον εκμοντερνισμό του τραπεζικού και πιστωτικού συστήματος και μια μέτρια ανάπτυξη της εθνικής επιχειρηματικής δραστηριότητας. Όμως ακόμα και την εποχή της Επανάστασης, οι αγρότες αντιστοιχούσαν στο 80% του πληθυσμού της χώρας.[1]
Η κοινωνική εξέλιξη στη Ρωσία στο τέλος του 19ου αιώνα καθορίστηκε αποφασιστικά από τη κατάργηση της δουλοπαροικίας με την μεταρρύθμιση του 1861. Στην πράξη, η Απελευθέρωση είχε δυσχεράνει την κοινωνική θέση των απελευθερωμένων αγροτών διότι, ενώ διατηρήθηκαν οι υποχρεώσεις και οι εξαρτήσεις προς τους άρχοντες, οι ίδιοι απώλεσαν τα εθιμικά δικαιώματα που προέκυπταν από την δουλοκτητική σχέση εξάρτησης, ενώ η γη που τους παραχωρήθηκε δεν επαρκούσε να καλύψει τις φορολογικές υποχρεώσεις και τις ανάγκες επιβίωσης.[2] Ως εκ τούτου, προκλήθηκε ένα είδος αγροτικής εξόδου οδηγώντας στην ανάδυση ενός εποχιακού και σταδιακά στις επόμενες γενιές ενός σταθερού προλεταριάτου χωρίς γη, εξαιρετικά επικίνδυνου για την δημόσια τάξη, αλλά και αρκετά πρόσφορου για την βιομηχανική ανάπτυξη. Όμως ακόμα και στα 1914 το ποσοστό των μόνιμων εργατών στον αναπτυσσόμενο βιομηχανικό τομέα, περίπου 3 εκατομμύρια, ήταν πολύ μικρό σε σχέση με τον αριθμό των εποχιακών εργατών, ενώ ακόμα και οι μόνιμοι εργάτες διατηρούσαν επαφή ή και τις οικογένειές τους με το χωριό.[3]
Η Ρωσική Βιομηχανική Επανάσταση σε πολύ μεγάλο βαθμό οργανώθηκε και ενισχύθηκε κεντρικά από το ίδιο το κράτος. Παρουσίαζε μια ραγδαία ανάπτυξη μέχρι το 1899, στη συνέχεια εμφανίζει εξαιρετικά μεγάλη στασιμότητα μέχρι το 1906, ενώ ακολουθεί μια εντυπωσιακή ανάκαμψη μέχρι το 1913.[4] Σε κάθε περίπτωση ο νεωτερικός βιομηχανικός τομέας παρέμενε στα 1913 πολύ μικρός συγκριτικά με τις άλλες χώρες. Όμως ήταν ασυνήθιστα σε μεγάλο βαθμό συγκεντρωμένος τόσο γεωγραφικά, κυρίως στις επαρχίες της Πετρούπολης, της Μόσχας και της Ουκρανικής Ντόνμπας, όσο και σχετικά με το μέγεθος των βιομηχανικών εγκαταστάσεων.[5]
Η επανάσταση του 1905
Η επανάσταση του 1905 αποτέλεσε τον προπομπό της επανάστασης του 1917. Εκεί για πρώτη φορά πραγματώνεται η πολιτική συγκρότηση της εργατικής τάξης και η ανάδυσή της ως πολιτικό υποκείμενο που οργανώνεται, μάχεται και διεκδικεί ως ενιαίο σώμα. Η εμπειρία της επαναστατικής διαδικασίας, με τις καταλήψεις, τις διαδηλώσεις, τα οδοφράγματα, την βία σε συνδυασμό με την εμπειρία της συλλογικής οργάνωσης με νέες μορφές συνδικαλισμού, με τις νέες και πρωτότυπες μορφές πολιτικής οργάνωσης, όπως τα σοβιέτ, δημιουργούν άλματα. Ενώ τα εργατικά στρώματα μπήκαν στην επανάσταση υπό την καθοδήγηση ενός ιερέα, σύντομα στρατεύτηκαν μαζικά στα επαναστατικά κόμματα.  Αντίστοιχα βήματα κάνουν τα αγροτικά στρώματα. Ταυτόχρονα, το σύνολο των υπάλληλων τάξεων εξοικειώνονται σε νέες μορφές δημοκρατίας και εξοικειώνονται με την μαζική επαναστατική βία που εξαπλώνεται σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Μέσα στην επανάσταση του 1905 οι οργανώσεις που φαίνεται να κερδίζουν είναι οι μενσεβίκοι σοσιαλδημοκράτες και οι σοσιαλ-επαναστάτες. Αυτό συμβαίνει διότι οι από τα κάτω αυτές διαδικασίες φαίνεται αρχικά ότι συνθέτουν μια κοινωνική συμμαχία με κατεύθυνση αστικοδημοκρατικής επανάστασης. Ταυτόχρονα, εμφανίζονται για πρώτη φορά οργανωμένες δυνάμεις φιλελεύθερων αστών με τους οποίους οι μενσεβίκοι επιλέγουν πολιτικές συμμαχίες. Οι μπολσεβίκοι σοσιαλδημοκράτες φαίνεται να είναι οι ηττημένοι πολιτικά καθώς και μένουν έξω από το κίνημα, ενώ η εξέλιξη δεν αντιστοιχεί στα δικά τους σχέδια. Η ήττα όμως της επανάστασης με τη υποχώρηση των αστικοδημοκρατικών κατακτήσεων  ανατρέπει όλη την εικόνα. Όσα κόμματα ηγήθηκαν της επανάστασης του 1905 και κέρδισαν πολιτικά μέσα από αυτή περνάνε πολιτική κρίση, ενώ ο τσαρικός απολυταρχισμός δείχνει να επιβιώνει σπέρνοντας την απογοήτευση. Το τσαρικό σύστημα επιχειρεί να εκμεταλλευτεί την ήττα της επανάστασης και να εφαρμόσει ένα εναλλακτικό σχέδιο οργάνωσης της κοινωνικής δομής και πολιτική λειτουργίας. Ελπίζει ότι η δημιουργία ενός ισχυρού μεσαίου στρώματος ιδιοκτητών καλλιεργητών αγροτών μπορεί να αποτελέσει το πολιτικό και κοινωνικό στήριγμα της απολυταρχίας στη νέα εποχή. Οι αντιφάσεις όμως του τσαρικού απολυταρχικού συστήματος και απουσία διάθεσης για συμβιβασμό του με τα φιλελεύθερα αστικά στρώματα ωθεί το σχέδιο σε αποτυχία.

Η ρωσική κοινωνία σε επαναστατική κρίση
Μετά την οικονομική κρίση της περιόδου 1907-1910 κάθε ρωσική βιομηχανία σχεδόν ανέκαμψε και τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1910 υπήρξαν περίοδος συνεχούς παραγωγικής ανάπτυξης. Όμως το μεγάλο πρόβλημα της οικονομίας παρέμενε η ύπαρξη μεγάλων τσιφλικιών και η ανεπαρκής γη για την πλειονότητα των χωρικών που αριθμούσε 110.000.000 άτομα.  Ταυτόχρονα, τα προβλήματα διαβίωσης, τα πολύ χαμηλά ημερομίσθια, η παραβίαση του ωραρίου που επίσημα ήταν στις 9,5 ώρες, αλλά έφτανε μέχρι τις 15, οι άθλιες εγκαταστάσεις στέγασης, υγιεινής και περίθαλψης υποβάθμιζαν σημαντικά τους όρους ζωής των εργατών. Την περίοδο μετά το 1910 ξεσπούν οι πρώτες φοιτητικές και εργατικές κινητοποιήσεις μετά την περίοδο της άγριας καταστολής και της ήττας της επανάστασης του 1905. Οι οικονομικές και πολιτικές απεργίες συνεχίστηκαν μέχρι το ξέσπασμα του Πολέμου. Στο πρώτο μισό του 1914 συμμετείχαν περίπου 1.425.000 εργάτες σε απεργίες απ’ τους οποίους οι 1.059.000 σε πολιτικές απεργίες.
Στις εκλογές για την τελευταία Δούμα του Τσαρικού καθεστώτος οι μενσεβίκοι εξέλεξαν 7 και οι μπολσεβίκοι 6 αντιπροσώπους. Οι πρώτοι όμως εξέφραζαν 136.000 βιομηχανικούς εργάτες, ενώ οι δεύτεροι 1.144.000 εργάτες. Η ανοδική δυναμική των μπολσεβίκων μέσα στα εργατικά στρώματα φαίνεται περισσότερο όμως μέσα στο αναπτυσσόμενο συνδικαλιστικό κίνημα. Τον Αύγουστο του 1913, ο Λένιν υπολόγιζε ότι ο αριθμός των κομματικών μελών των μπολσεβίκων ήταν μεταξύ 30.000 και 50.000. Αντίστοιχα, ο μενσεβίκος Μαρτόφ παραπονιόταν για την οργανωτική αδυναμία του μενσεβικισμού.
Το πιο σημαντικό ζήτημα της περιόδου αυτής ήταν οι κοινωνικές ασφαλίσεις. Το τσαρικό καθεστώς για πρώτη φορά επιχειρεί να διαμορφώσει ένα είδος «κοινωνικού συμβολαίου» με τα εργατικά στρώματα ώστε να τα αποσπάσει από τα επαναστατικά κόμματα. Όμως οι μεταρρυθμίσεις αυτές ήταν ανεπαρκείς και όχι μόνο δεν ενίσχυσαν το καθεστώς, αλλά το απονομιμοποίησαν περισσότερο υπέρ των ριζοσπαστικών και επαναστατικών  κομμάτων.
Στα χρόνια του πολέμου, το επίπεδο των μισθών σε πραγματικές τιμές μειώθηκε κατά το ήμισυ σε σχέση με την προπολεμική περίοδο. Από το 1915 και έπειτα υπάρχει μια νέα άνοδος των απεργιακών κινημάτων. Το 1916 εκδηλώθηκαν 1.410 απεργίες στις οποίες έλαβαν μέρος 1.086.000 εργάτες. Παράλληλα, στο εσωτερικό της αχανούς Ρωσικής Αυτοκρατορίας οι εθνικές διεκδικήσεις δεκάδων εθνοτήτων που αποτελούσαν το 57% του συνολικού πληθυσμού ενίσχυαν τις τάσεις αποδιάρθρωσης. Η μεγαλορωσική αυτοκρατορική πολιτική όχι μόνο δεν ανέκοψε, αλλά προκάλεσε την εθνική αφύπνιση στους λαούς της Ρωσίας. Όταν το 1916 η κυβέρνηση αποφάσισε να χρησιμοποιήσει «αλλογενείς πληθυσμούς» σε εργασίες στα μετόπισθεν, κυρίως σε περιοχές που βρίσκονταν κοντά στο μέτωπο ξέσπασαν εξεγέρσεις στη Μέση Ασία, τον Καύκασο, τη Σιβηρία και το Καζακστάν.[6]

Ο Μεγάλος Πόλεμος
Η συμμετοχή και κυρίως η ήττα της Ρωσίας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ξεκλείδωσε την ρωσική κοινωνία και έφερε το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1917. Μέχρι το 1914, τα ευρωπαϊκά εργατικά και σοσιαλιστικά κινήματα, στο σύνολό τους, αντιστρατεύονταν με πάθος το μιλιταρισμό και τον πόλεμο και μάλιστα η Εργατική και Σοσιαλιστική Διεθνής είχε δεσμευτεί το 1907 να κηρύξει διεθνή γενική απεργία κατά του πολέμου.  Όμως όταν έφτασε η ώρα, τα κυριότερα σοσιαλιστικά κόμματα τάσσονταν κατά μιας τέτοιας απεργίας, ενώ ελάχιστοι σοσιαλιστές ηγέτες θεωρούσαν ότι ήταν εφικτή. Τόσο οι κυβερνήσεις όσο και οι αντιτιθέμενοι στον πόλεμο αιφνιδιάστηκαν με το εκπληκτικό κύμα πατριωτικού ενθουσιασμού με το οποίο οι λαοί έδειξαν να σπεύδουν να συμμετάσχουν σε μια σύρραξη στην οποία τουλάχιστον είκοσι εκατομμύρια από αυτούς επρόκειτο να σκοτωθούν και να τραυματιστούν.[7] Η Ρωσία παρότι ένιωθε ξανά την απειλή της κοινωνικής επανάστασης, κατάφερε να συσπειρώσει προσωρινά τον λαό κάτω από τη σημαία του Τσάρου και του Μεγαλορωσικού εθνικισμού. Παρότι αναμενόταν ότι θα υπάρξουν ένα εκατομμύριο λιποτάκτες, μόλις μερικές χιλιάδες από τα δεκαπέντε εκατομμύρια που κλήθηκαν να καταταγούν δεν παρουσιάστηκαν.
Ο Μεγάλος Πόλεμος, μια τραυματική εμπειρία στη ζωή των εμπόλεμων λαών, δε θα μπορούσε να προσελκύσει τον ενθουσιασμό αρχικά και την θυσία στη συνέχεια χωρίς την ταξική συνεργασία και τις υποσχέσεις για το μέλλον. Έτσι, οι βρετανοί και γάλλοι εργάτες, μέσα από τον ρεπουμπλικανικό πατριωτισμό τους είχαν κάθε λόγο να αισθάνονται ότι απειλούνται από τον γερμανικό αυτοκρατορισμό. Από την άλλη οι γερμανοί σοσιαλδημοκράτες, περήφανοι για το δικό τους κοινωνικό κράτος που μόνο ο γερμανός αυτοκράτορας και η γερμανική παράδοση του κορπορατισμού μπορούσαν να προσφέρουν είχαν κάθε λόγο να αισθάνονται εχθρικά απέναντι στον αγγλογαλλικό φιλελευθερισμό και γαλλικό ρεπουμπλικανισμό. Ως εκ τούτου, τα κόμματα της Σοσιαλιστικής Διεθνούς πολύ εύκολα πείστηκαν ότι η ταξική πάλη είναι μια υπόθεση που αφορά μόνο τις συνθήκες ειρήνης και ότι σε συνθήκες πολέμου οφείλουν να υπερασπιστούν τις δικές τους πατρίδες και τα δικά τους κοινωνικά κεκτημένα.
Στη Ρωσία όμως το τσαρικό καθεστώς είχε αποτύχει το προηγούμενο διάστημα να διαμορφώσει και να εφαρμόσει ένα αντίστοιχο πρόγραμμα δημιουργίας μιας ισχυρής μικρο-μεσαίας συντηρητικής κοινωνικής ομάδας αγροτικών και εργατικών στρωμάτων που θα στήριζαν στο πολιτικό σύστημα. Εάν το καθεστώς δεν διέθετε τη συμπαγή υποστήριξη του στρατού, της αστυνομίας και της δημόσιας διοίκησης στους τελευταίους μήνες πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, δε θα μπορούσε να σταθεί διότι η χώρα φαινόταν να βρίσκεται στα πρόθυρα της έκρηξης. Σε κάθε περίπτωση, η συμμαχία της Ρωσικής Αυτοκρατορίας με τις φιλελεύθερες δυτικές δημοκρατίες, δημιουργούσε μια ιδεολογική αντίφαση στους εμπόλεμους στρατιώτες. Όχι μόνο δεν είχαν κανέναν πολιτικό ή κοινωνικό λόγο για να ταυτιστούν με τον τσαρισμό, αλλά ταυτόχρονα στον πόλεμο βρέθηκαν σύμμαχοι με την πλευρά εκείνη που είχε ως σημαία της το γκρέμισμα των αυτοκρατοριών.
Με την κήρυξη του πολέμου τα ρωσικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Ανατολική Πρωσία ανοίγοντας έτσι ένα δεύτερο πολεμικό μέτωπο. Σε δύο ανεπιτυχείς μάχες που έδωσαν οι Ρώσοι είχαν σοβαρές απώλειες σε νεκρούς και 150 χιλιάδες αιχμαλώτους και απωθήθηκαν έξω από την Πολωνία. Έδωσε, όμως, τη δυνατότητα στις γαλλοαγγλικές δυνάμεις στο δυτικό μέτωπο να γνωρίσουν την πρώτη τους νίκη στη μάχη του Μάρνη. Πολύ σύντομα, ενώ το Δυτικό Μέτωπο σταθεροποιήθηκε σε μια αιματηρή στασιμότητα στα χαρακώματα της γραμμής Μαζινό, το Ανατολικό Μέτωπο παρέμεινε σε στασιμότητα. Παρά τις σποραδικές φυσικές αντεπιθέσεις ήταν σαφές ότι οι Κεντρικές Δυνάμεις είχαν το πάνω χέρι και ότι η Ρωσία έδινε μια αμυντική μάχη οπισθοφυλακών έναντι της γερμανικής προέλασης. Η είσοδος της Τουρκίας στο πλευρό των Γερμανών και αργότερα της Βουλγαρίας ανέτρεψαν τα δεδομένα αρνητικά για τους Ρώσους. Το Μάιο του 1915, οι Κεντρικές Δυνάμεις εξαπέλυσαν μεγάλης εκτάσεως επίθεση στην Πολωνία και κατέλαβαν τεράστιες εδαφικές εκτάσεις. Μέχρι το Φθινόπωρο από τις μάχες εκείνες, η Ρωσία είχε χάσει περισσότερους από 1.000.000 στρατιώτες.
Οι αποτυχίες στα μέτωπα και η προδιαγραφόμενη ήττα σε συνδυασμό με τις άθλιες συνθήκες ζωής των εργατών στα εργοστάσια, των χωρικών στα χωριά, των στρατιωτών στα χαρακώματα και των οικογενειών τους στα μετόπισθεν μεγάλωσε το ρήγμα ανάμεσα στο καθεστώς και την κοινωνία εξαντλώντας το αρχικό κεφάλαιο πατριωτισμού και εθνικής συμφιλίωσης. Η νέα επιστράτευση που ακολούθησε για να καλύψει τις ανάγκες του στρατού αποδιοργάνωσε τη βιομηχανία και τη γεωργία. Οι τιμές των προϊόντων άρχισαν να ανεβαίνουν ενώ σε πολλές περιοχές πόλεις παρουσιάστηκαν  σοβαρές ελλείψεις ιδιαίτερα στα τρόφιμα. [8]
Με τον πόλεμο αντικειμενικά η Β' Διεθνής διαλύθηκε αφού οι ηγέτες της και τα μέλη του Διεθνούς Σοσιαλιστικού Γραφείου (ΔΣΓ) βρέθηκαν σε εχθρικά μεταξύ τους αστικά πολεμικά στρατόπεδα. Ο Λένιν καταγγέλλει την προδοσία της σοσιαλδημοκρατίας χαρακτηρίζοντας τον πόλεμο ιμπεριαλιστικό, αντιπαρατίθεται στον «πασιφισμό» του Κάουτσκι και υποστηρίζει την πολιτική «επαναστατικού ντεφετισμού», δηλαδή «επαναστατικής ηττοπάθειας». Αν κάποιος επιθυμεί την ανατροπή της «δικιάς του» κυρίαρχης τάξης με εμφύλιο πόλεμο, τότε θα πρέπει να καλωσορίσει την ήττα «της δικιάς του» χώρας.
Στο σημείο αυτό, για άλλη μια φορά οι μπολσεβίκοι διαφωνούν με τους μενσεβίκους, αλλά και με τη μικρότερη ομάδα του Τρότσκι. Ο τελευταίος πιστεύει ότι μια ήττα θα ενισχύσει το κράτος και θα κληρονομήσει στο νέο επαναστατικό καθεστώς μια οικονομία κατεστραμμένη. Οι υπόλοιποι «μενσεβίκοι» διχάζονται μεταξύ τους, καθώς οι Πλεχάνοφ και Άξελροντ διαχωρίζοντας την Ρωσία από τον τσαρισμό έφτασαν στο σημείο να υπερασπίζονται την άμυνα, για αυτό ονομάστηκαν «ντεφενσιστές», ενώ ο Γιούλιους Μαρτόφ ταλαντεύεται μεταξύ «ντεφενσιστών» και Λέοντα Τρότσκι. Οι ίδιες αιτίες, δηλαδή η συμμετοχή της Ρωσίας στον πόλεμο, διέσπασαν και το κόμμα των Σοσιαλιστών-Επαναστατών. Η πλειοψηφία υποστήριξε την τσαρική κυβέρνηση, ενώ μία μικρότερη ομάδα με ηγέτη τον Βίκτορ Μιχαηλόβιτς Τσερνόφ αποχώρησε υποστηρίζοντας την ειρήνη. Στην Δούμα υπέρ του πολέμου υπερψήφισαν οι «Δεξιοί Σοσιαλ-επαναστάτες», οι Τρουντοβίκοι του Κερένσκι και βέβαια τα κεντρώα και δεξιά κόμματα, όπως οι Οκτωβριστές και οι φιλελεύθεροι Καντέτ, δηλαδή το Συνταγματικό Δημοκρατικό Κόμμα. Μενσεβίκοι και φιλελεύθεροι συγκρότησαν ένα κοινό μέτωπο στην Δούμα που ονομάστηκε Προοδευτική Συμμαχία.
Το «μπολσεβίκικο κόμμα» διακηρύσσει τη χρεοκοπία της Δεύτερης Διεθνούς και συγκροτεί μαζί με όσα Σοσιαλδημοκρατικά Κόμματα και σοσιαλδημοκράτες αρνήθηκαν να στηρίξουν τις εθνικές κυβερνήσεις τη Διεθνή του Τσίμερβαλντ της Ελβετίας τον Σεπτέμβρη του 1915. Χαρακτήρισαν τον πόλεμο ιμπεριαλιστικό και επισήμαναν τη γενικότερη ανάγκη σύνδεσης του πολέμου με την προοπτική του σοσιαλισμού. Συμμετέχουν εκτός από τους μπολσεβίκους σοσιαλδημοκράτες, οι μενσεβίκοι σοσιαλδημοκράτες και οι αριστεροί Σοσιαλ-επαναστάτες του Τσερνόφ. Επικράτησε μια δεξιά πλειοψηφία που υποστήριζε γενικά το σύνθημα της ειρήνης, αλλά διαφωνούσε με μια διάσπαση της Δεύτερης Διεθνούς. Η Αριστερά του Τσίμερβαλντ με ηγέτη τον Λένιν δεν ικανοποιούταν με το σύνθημα για ειρήνη, κατήγγειλε την κοινωνική ειρήνη, υποστήριζε την οργανωτική ρήξη με τους σοσιαλπατριώτες και τασσόταν υπέρ της επαναστατικής ταξικής πάλης.  Τελικά, η αριστερή ομάδα υπέγραψε το κείμενο της πλειοψηφίας γιατί το θεώρησε πιο σημαντικό στη συγκυρία να συμβαδίσει με τα άλλα τμήματα της Σοσιαλδημοκρατίας.[9]

Η επανάσταση του Φεβρουαρίου
Η λαϊκή δυσαρέσκεια και ο κίνδυνος στρατιωτικής ήττας οδήγησαν το τσαρικό καθεστώς σε σοβαρή κρίση που εκφράστηκε με τη συχνή αντικατάσταση κυβερνητικών στελεχών, ενώ αναγκάστηκενα διακόψει τις εργασίες της Δούμα τρεις φορές. Ο τσάρος αναλαμβάνοντας ο ίδιος την αρχιστρατηγία των ενόπλων δυνάμεων στο πεδίο της μάχης εγκατέλειψε την εξουσία σε μια μικρή ομάδα προσώπων γύρω από την τσαρική οικογένεια. Ο περιβόητος καλόγερος Ρασπούτιν επηράζοντας την αυτοκράτειρα προσέδιδε στον αυτοκρατορικό κύκλο ένα στίγμα πολιτικού και ηθικού εκφυλισμού. Ακόμη και ευγενείς και μεγαλογαιοκτήμονες που ήταν οι παραδοσιακοί σύμμαχοι της απολυταρχίας και του τσαρικού θρόνου εγκατέλειπαν τον Τσάρο. Πριν από τις ημέρες του Φεβρουαρίου του 1917, ιδίως από τον Δεκέμβριο του 1916, μερικοί στρατηγοί, στηριζόμενοι στη δυσαρέσκεια των φιλελεύθερων κύκλων, προετοίμαζαν ένα πραξικόπημα με σκοπό να διοριστεί ως αντιβασιλέας ο γιος του τσάρου Νικόλαου Β, που υποτίθεται ότι ευνοούσε, περισσότερο μια κοινοβουλευτική μορφή διακυβέρνησης. Η Φεβρουριανή Επανάσταση βάζει τέρμα σε αυτές τις παλατιανές ραδιουργίες.
Τα φιλελεύθερα κόμματα της Δούμα, αλλά και ο τύπος, κατηγορούσαν τον τσάρο για ανικανότητα διαχείρισης της πολεμικής κατάστασης και ζητούσαν "μια κυβέρνηση που θα ενέπνεε την εμπιστοσύνη στο έθνος" στηριζόμενη στην Δούμα. Πολιτικός στόχος η εγκαθίδρυση συνταγματικής μοναρχίας. Οι «Δεξιοί Σοσιαλ-επαναστάτες», οι «Αριστεροί Σοσιαλ-επαναστάτες», οι μενσεβίκοι Σοσιαλδημοκράτες, οι μπολσεβίκοι Σοσιαλδημοκράτες, αλλά και η πληθώρα μικρότερων οργανώσεων έθεταν ως κεντρικό σύνθημα την πτώση του τσαρισμού και τον εκδημοκρατισμό της χώρας, τη λύση του αγροτικού ζητήματος, την επίλυση των εθνικών ζητημάτων και την ψήφιση νόμων υπέρ των εργατικών δικαιωμάτων.
Στις 23 Φεβρουαρίου 1917, διεθνή ημέρα της εργαζόμενης γυναίκας, οργανώθηκαν στην Πετρούπολη εργατικές διαδηλώσεις και εκδηλώσεις με συνθήματα Κάτω η Απολυταρχία, Κάτω ο πόλεμος, Δώστε μας Ψωμί, ενώ έγιναν πολλές απαλλοτριώσεις από φούρνους. Την ίδια μέρα κηρύχθηκε γενική απεργία για τρεις μέρες. Στις εργατικές συνοικίες, οι απεργοί κατελάμβαναν και κατέστρεφαν τα αστυνομικά τμήματα και τα δικαστήρια, ενώ καταλάμβαναν τα εργοστάσια. Ο τσάρος από το μέτωπο διέταξε να επιβληθεί η τάξη με την βία. Στις 26 Φεβρουαρίου όλες οι διαδηλώσεις κατευθύνονταν προς το κέντρο με κεντρικό σύνθημα «Κάτω η Γερμανίδα». Δέχτηκαν καταιγισμό πυρών με αποτέλεσμα εκατοντάδες νεκρούς και τραυματίες, ενώ διατάχθηκε η διάλυση της Δούμα.[10]
Όμως σύντομα ο Τσάρος άρχιζε να χάνει την υποστήριξη τμημάτων των ενόπλων δυνάμεων, αλλά και των πολιτικών υποστηρικτών του.  Στις 27 Φεβρουαρίου 67.000 και την επομένη ημέρα 127.000 στρατιώτες πέρασαν με τους επαναστάτες. Μάλιστα κατέλαβαν την κεντρική αποθήκη όπλων και μοίρασαν 40.000 ντουφέκια και 30.000 ρεβόλβερ στους επαναστατημένους εργάτες. Οι Υπουργοί του Τσάρου κρύβονται καθώς ο στρατιωτικός διοικητής δεν ήταν στη θέση να ελέγξει καμία μονάδα, ακόμα και τους Κοζάκους που δήλωναν ουδέτεροι.
Η αστική τάξη της Πετρούπολης αδυνατούσε να αποκτήσει την άμεση πολιτική πρωτοβουλία των κινήσεων μέσα στις επαναστατικές συνθήκες, ώστε να διαμορφωθούν στέρεες συμμαχίες με δημοκράτες και φιλελεύθερους που θα διέσωζαν τον θρόνο.  Πράγματι, οι σοσιαλιστές και οι επαναστατημένοι εργάτες κινούνται άμεσα με αποτέλεσμα να συγκροτηθεί ένα ισχυρό σοβιέτ και μια πιο αδύναμη «Προσωρινή κυβέρνηση». Συγκεκριμένα, η Δούμα αρνείται να διαλυθεί, αλλά μόνο μετά από 4 μέρες και ύστερα από την πίεση του πλήθους συνειδητοποίησε ότι το καθεστώς καταρρέει και πως δεν υπάρχει κάποιος άλλος εκτός από αυτή για να αναλάβει την εξουσία. Όταν οι Συνταγματικοί Δημοκράτες δημιούργησαν την Προσωρινή Επιτροπή της Δούμα με ηγέτη τον Π.Ν. Μιλιούκοφ ήταν αργά. Χωρίς κανένα κύρος στους επαναστατημένους δεν ήταν σε θέση ούτε να επιβάλλουν την τάξη ούτε να ελέγξουν τον στρατό. Όμως σε αυτήν υπάκουαν τμήματα των δημοσίων υπαλλήλων και των αξιωματικών, έλεγχε το Θησαυροφυλάκιο και αναγνωριζόταν στο εξωτερικό. Στις 27 Φεβρουαρίου με πρωτοβουλία των Σοσιαλ-επαναστατών και των μενσεβίκων Σοσιαλδημοκρατών συνήλθαν επίσης στο παλάτι της Ταυρίδας οι αντιπρόσωποι των Σοβιέτ και σχηματίζουν την «Προσωρινή Εκτελεστική Επιτροπή του Συμβουλίου των Εργατών Αντιπροσώπων» με πρόεδρο τον μενσεβίκο βουλευτή Ν.Σ.Τσχεΐζε και αντιπρόεδρο τον πρώην Εσέρο βουλευτή Κερένσκι. Η επιτροπή αυτή με την «Πρώτη Νομοθετική Πράξη» καλεί τους εργάτες και τους στρατιώτες της πρωτεύουσας να ορίσουν αντιπροσώπους για ένα Σοβιέτ της Πετρούπολης, το οποίο συνεδριάζει για πρώτη φορά στις 28 Φεβρουαρίου ως «Σοβιέτ των Εργατών και των στρατιωτών της Πετρούπολης». Έτσι καθίσταται η μόνη αναγνωρισμένη εξουσία από τον στρατό και την επαναστατημένη κοινωνία.[11]
Στις 2 Μαρτίου ο τσάρος Νικόλαος διαπραγματεύεται με την Δούμα και προσπαθεί να επιστρέψει, αλλά δεν τα καταφέρνει καθώς οι επαναστάτες καταλαμβάνουν το Παλάτι της Ταυρίδας και συλλαμβάνονται όλοι οι υπουργοί του τσάρου. Ο ίδιος παραιτείται υπέρ του αδελφού του Μεγάλου Δούκα Μιχαήλ Αλεξάντροβιτς. Οι Συνταγματικοί Δημοκρατικοί και ο ηγέτης τους Π.Ν. Μιλιούκοφ στηρίζουν τον διάδοχο, αλλά ο ίδιος ο Δούκας αρνήθηκε να αναλάβει τον θρόνο χωρίς την εντολή από μια Συντακτική Συνέλευση αντιλαμβανόμενος το αδιέξοδο. Έτσι, στις 4 Μαρτίου 1917 κατέρρευσε η μακροβιότερη δυναστεία και ο παλαιότερος θρόνος στην Ευρώπη.[12]
Τις επόμενες ημέρες και εβδομάδες που ακολουθούν σχηματίζονται σε όλη την χώρα σοβιέτ εργατών, αγροτών και στρατιωτών, καθώς και εργοστασιακές επιτροπές. Η πλειονότητά τους αρχικά ανήκε στους μενσεβίκους και σοσιαλ-επαναστάτες. Από τα 39 μέλη που είχε στις 3 Μαρτίου η εκτελεστική επιτροπή του σοβιέτ της Πετρούπολης, μόνο 6 ήταν μπολσεβίκοι. Στα τέλη του Φεβρουαρίου του 1917, το μόνο όργανο που μπορεί να μιλάει στο όνομα της επανάστασης που θριάμβευε σε όλη τη χώρα ήταν το Σοβιέτ της Πετρούπολης το οποίο στήριζαν όλα τα άλλα σοβιέτ. Έτσι αναδεικνύεται μια πρωτότυπη και εξαιρετικά δημοκρατική εργατική μορφή εξουσίας που στηρίζεται από τα τμήματα του επαναστατημένου στρατού. Το Σοβιέτ της Πετρούπολης άφηνε στη Δούμα το δικαίωμα να νομοθετεί, αλλά διατηρούσε το δικαίωμα του βέτο σε όσες νομοθετικές αποφάσεις διαφωνούσε.
Οι μενσεβίκοι σοσιαλ-δημοκράτες υποστήριζαν την αναγκαία αστικοδημοκρατική επανάσταση που θα έφερνε στην εξουσία την αστική τάξη και θα μετέτρεπε την χώρα σε φιλελεύθερη αστική δημοκρατία. Σε ένα επόμενο στάδιο μεγαλύτερης ανάπτυξης του καπιταλισμού θα επέτρεπε μακροπρόθεσμα στο προλεταριάτο να εξελιχθεί σε ισχυρή δύναμη ικανή να καταλάβει και να ασκήσει την κρατική εξουσία. Παρόμοιες αναλύσεις κυριαρχούσαν στους δεξιούς Σοσιαλ-Επαναστάτες. Οι μπολσεβίκοι σοσιαλδημοκράτες ωστόσο βασισμένοι στις αναλύσεις του Λένιν για τον καπιταλισμό στη Ρωσία και τον Ιμπεριαλισμό υποστήριζαν ότι η συμμαχία εργατών και αγροτών ήταν ικανή όχι μόνο να επιβάλει το αστικοδημοκρατικό στάδιο, αλλά και ταυτόχρονα να φέρει στην εξουσία τον συνασπισμό αυτών των δύο κοινωνικών δυνάμεων με τη μορφή επαναστατικής κυβέρνησης εργατών και αγροτών. Η αντίληψη αυτή καθόρισε και την άποψή των επαναστατικών οργανώσεων για τον ρόλο του Σοβιέτ στη νέα Ρωσία. Οι μενσεβίκοι και οι σοσιαλ-επαναστάτες, παρότι πρωτοστάτησαν στην συγκρότηση αυτού του θεσμού, θεωρούσαν το σοβιέτ μια μαζική οργάνωση των εργαζομένων  επιφορτισμένη με το καθήκον της πολιτικής τους διαπαιδαγώγησης και της εξασφάλισης επιρροής στην αστική κυβέρνηση. Οι μπολσεβίκοι όμως, παρότι μειοψηφούσαν στο Σοβιέτ της Πετρούπολης και ουσιαστικά μόλις άρχιζαν να ανασυγκροτούνται, ήταν η μόνη πολιτική δύναμη που πρότεινε από τις πρώτες συνεδριάσεις να ανακηρυχθεί το σοβιέτ Πετρούπολης επαναστατική εξουσία και να δημιουργηθεί κυβέρνηση μόνο από τα κόμματα που συμμετείχαν σε αυτό.
Η πλειονότητα όμως των μελών του Σοβιέτ της Πετρούπολης χαρακτήρισε τυχοδιωκτικές τις προτάσεις των μπολσεβίκων και άρχισε διαβουλεύσεις με την Επιτροπή της Δούμα. Έτσι, το Σοβιέτ της Πετρούπολης έκλεισε συμφωνία με τους Συνταγματικούς Δημοκράτες, που εφαρμόστηκε την 2η Μαρτίου, σύμφωνα με την οποία σχηματίζεται μια προσωρινή κυβέρνηση από αστούς πολιτικούς και το Σοβιέτ αναλαμβάνει την υποχρέωση να υποστηρίξει, με ορισμένους όρους αυτήν την κυβέρνηση.  Την πλειοψηφία στο υπουργικό συμβούλιο διέθεταν οι Συνταγματικοί Δημοκράτες με πέντε υπουργεία. Ο ηγέτης του Κόμματος Πάβελ Νικολάγιεφιτς Μιλιούκοφ ανέλαβε υπουργός Εξωτερικών, ο φιλελεύθερος γαιοκτήμονας Γκεόργκι Ευγένεβιτς Πρίγκιπας Λβοφ ανέλαβε πρωθυπουργός και ο εκατομμυριούχος Τερεσένκο υπουργός οικονομικών. Οι όροι υποστήριξης ήταν η κατοχύρωση αστικών ελευθεριών και δικαιωμάτων. Τα πιο σημαντικά από αυτά ήταν η άμεση και γενική αμνηστίας για όλους τους πολιτικούς κρατούμενους και εξόριστους, η ελευθερία του λόγου, η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και της απεργίας, η κατάργηση όλων των κοινωνικών, θρησκευτικών και εθνικών περιορισμών, η αντικατάσταση της αστυνομίας από εκλεγμένη πολιτοφυλακή με εκλεγμένη διοίκηση και το δικαίωμα των πολιτικών ελευθεριών στους στρατιώτες. Επίσης, μεταξύ των όρων ήταν η δέσμευση για την άμεση διενέργεια ελεύθερων εκλογών με καθολική ψηφοφορία για τη συγκρότηση εθνοσυνέλευσης η οποία θα αποφάσιζε για τη μορφή του πολιτεύματος και το Σύνταγμα. Τέλος, η Προσωρινή Κυβέρνηση δεσμεύτηκε να μην απομακρύνει τα τάγματα της Πετρούπολης που συντάχθηκαν με την επανάσταση. Οι μπολσεβίκοι ήταν οι μόνοι που κατέκριναν τη συμφωνία, διότι εκτός των άλλων, δεν περιελάμβανε δεσμεύσεις για την άμεση διακοπή του πολέμου, τη διανομή της γης στους αγρότες και την κατοχύρωση της οκτάωρης εργασίας. Η εκτελεστική επιτροπή του σοβιέτ Πετρούπολης χαιρέτισε στις 3 Μαρτίου τη συγκρότηση της Προσωρινής Κυβέρνησης και τις δεσμεύσεις που ανέλαβε. Όμως οι εργάτες και οι στρατιώτες της Πετρούπολης παρέμεναν επιφυλακτικοί απέναντι στη νέα εξουσία και υπάκουαν μόνο στο Σοβιέτ. Έτσι γεννήθηκε μια κατάσταση που ο Λένιν χαρακτήρισε σαν μια «δυαδική εξουσία», δηλαδή από τη μία σοβιετική εξουσία και από την άλλη εξουσία της προσωρινής κυβέρνησης.[13]

Η ανάπτυξη του Κινήματος των Σοβιέτ και η κοινωνική πόλωση
Η ανατροπή του Τσάρου από τους στρατιώτες και τους εργάτες ήταν προϊόν μιας αυθόρμητης δραστηριότητας χιλιάδων πεινασμένων, θυμωμένων και κουρασμένων από τον πόλεμο ανδρών και γυναικών που είχαν χάσει την πίστη τους στον Νικόλαο Β. Αλλά παράλληλα με την πολιτική επανάσταση που στόχευε την απολυταρχία, λάβαινε χώρα μια βαθειά ριζωμένη κοινωνική διαπάλη ιδιαίτερα μεταξύ ορισμένων εργατικών κοινωνικών ομάδων και των τάξεων της ιδιοκτησίας. Καθώς τα συντηρητικά στρώματα της κοινωνίας απομακρύνονταν από το γραφειοκρατικό απολυταρχικό καθεστώς και προσέγγιζαν τις φιλελεύθερες ιδέες, στη βάση της κοινωνίας, η εργατική τάξη – και κυρίως οι εργάτες στις μεγάλες εταιρίες όπως οι μεταλεργάτες – εγκατέλειψαν πρώτα την φιλελεύθερη ιντελιγκέντσια και σταδιακά τους Μενσεβίκους και τους Σοσιαλ-επαναστάτες. Συγκεκριμένα, η σταδιακή ριζοσπαστικοποίηση των εργατών στην βιομηχανία μετάλου είχε ως συνέπεια την ανάπτυξη της μπολσεβίκικη επιρροής. Μια αναπτυσσόμενη αίσθηση της ταξικής ενότητας και ταξικής διάκρισης από την υπόλοιπη κοινωνία σε συνδυασμό με τη συνειδητοποίηση  ότι οι εργάτες μπορούν να αναλάβουν οι ίδιοι τη λύση των ζητημάτων τους ενέτεινε την κοινωνική πόλωση τους επόμενους μήνες. Καταλυτικό ρόλο έπαιξε η συγκρότηση των εργατικών θεσμών.[14]
Η εργατική τάξη της Πετρούπολης διακρίνεται σε τρία βασικά εργατικά στρώματα: οι ειδικευμένοι εργάτες, κυρίως μεταλεργάτες της περιοχής Βίμποργκ, οι ανειδίκευτοι εργάτες, κυρίως γυναίκες στην κλωστοϋφαντουργία και η «εργατική αριστοκρατία», κυρίως εργάτες τύπου. Οι περισσότερο πολιτικοποιημένοι ήταν οι ειδικευμένοι εργάτες, οι ανειδίκευτοι ήταν πιο μετριοπαθείς πολιτικά και έδιναν βάση κυρίως στις οικονομικές διεκδικήσεις. Οι μεταλλεργάτες εργάζονταν σε «εργαστήρια», κάποιοι σε «καυτά» εργαστήρια, όπως χυτήρια, και κάποιοι περισσότερο ειδικευμένοι σε «κρύα», δηλαδή εκμηχανισμένα. Σε αυτά τα τελευταία, οι σοσιαλδημοκρατικές ιδέες έβρισκαν μεγαλύτερη αποδοχή. Οι ιστορικοί παρατηρούν πως οι εργάτες της τεράστιας βιομηχανίας Πουτίλοφ μετακινήθηκαν προς τους μπολσεβίκους πολύ πιο αργά από ότι στα εργαστήρια.[15]Αυτό εξηγείται διότι οι εργάτες αυτοί ήταν πρόσφατα εγκατεστημένοι στην πόλη και ακολουθούσαν την πορεία ριζοσπαστικοποίησης στρωμάτων που ήταν πιο στενά δεμένα με την επαρχία.
Μέσα σε ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα το κίνημα των Σοβιέτ αρχίζει να απλώνεται από τις μεγάλες πόλεις στις μικρότερες, ενώ Σοβιέτ άρχισαν να συγκροτούνται και από αγρότες. Υπολογίζεται ότι υπήρχαν 400 Σοβιέτ τον Μάιο του, 600 τον Αύγουστο και 900 τον Οκτώβρη. Ταυτόχρονα, αναπτύσσεται το κίνημα των εργοστασιακών επιτροπών και συγκροτούνται συνοικιακά Σοβιέτ στις μεγάλες πόλεις. Στην πράξη, με την απουσία οποιουδήποτε κύρους της Προσωρινής Κυβέρνησης και με την επιμονή των μπολσεβίκων τα Σοβιέτ τείνουν να μετατραπούν σε τοπικά όργανα εξουσίας και λύνουν μόνα τους πολυάριθμα διοικητικά προβλήματα. Σε χώρους όπου η επιρροή των μπολσεβίκων ήταν αυξημένη, οι εργάτες ίδρυαν εργοστασιακές επιτροπές, επέβαλλαν το 8ωρο, οργάνωναν πολιτοφυλακή. Οι ιδιοκτήτες αδυνατώντας να διατηρήσουν την εξουσία τους στα εργοστάσια, συχνά κατέφευγαν σε εγκατάλειψη του εργοστασίου ή το έκλειναν. Τότε οι επιτροπές των εργατών προσπαθούσαν να λειτουργήσουν τα εργοστάσια, ακόμα και χωρίς τους ιδιοκτήτες ή τους «διοικητικούς υπαλλήλου» ή τους τεχνικούς. Στην πράξη οι εργοστασιακές επιτροπές ανασυγκροτούσαν την οργάνωση της εργοστασιακής παραγωγής πάνω σε δημοκρατικές δομές. Αυτό σήμαινε ότι εκδιώχνονταν οι μισητοί εργοδηγοί και οι κατάσκοποι της αστυνομίας. Αυτό επίσης σήμαινε τη θεσμοποίηση του «εργατικού ελέγχου», συνήθως ακόμη και την επίβλεψη των ιδιοκτητών και των διευθυντών που παρέμεναν στα ανοιχτά εργοστάσια. Στην πιο ακραία περίπτωση, κυρίως μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, αυτό σήμαινε πλήρη ανάληψη της επιχείρησης από τους εργάτες. Αυτή η «εθνικοποίηση από τα κάτω» των μέσων παραγωγής ξεκίνησε απλά και μόνο με στόχο την διατήρηση της παραγωγικής δραστηριότητας, για να καταλήξει να διαμορφώσει ένα εναλλακτικό μοντέλο εργατικής διαχείρισης της παραγωγής. Καθώς το καλοκαίρι του 1917 η οικονομική κατάσταση επιδεινώθηκε, η εργατική καχυποψία απέναντι στα ανώτερα στρώματα μεταφράστηκε σε αγώνες για μεγαλύτερο έλεγχο μέσα στα εργοστάσια και αυξημένη αντιπολίτευση σε εκείνους τους μετριοπαθείς σοσιαλιστές που υποστήριζαν την κυβερνητική συμμαχία. Το «χάος» και η «αναρχία» που έβλεπαν οι ανώτερες τάξεις στην πραγματικότητα ήταν μια προσεκτική και επίπονη ανάπτυξη της εργατικής συνείδησης, κομμάτι μιας ουσιαστικής ορθολογικής διαδικασίας.[16]   
Στα τέλη Μαρτίου, συνέρχεται η πρώτη Πανρωσική Συνδιάσκεψη των Σοβιέτ των εργατών και των στρατιωτών. Από αυτό προέκυψε η Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή της Ρωσίας, στην οποία κυριαρχούν μαζικά οι σοσιαλ-επαναστάτες. Η νέα αυτή επιτροπή προσπαθεί χωρίς να τα καταφέρει να συναγωνιστεί το Σοβιέτ της Πετρούπολης που έχει μεγάλο κύρος μέσα σ’ όλη τη Ρωσία. Παρά το γεγονός ότι σοσιαλ-επαναστάτες και μενσεβίκοι πρωτοστατούν στην συγκρότηση των Σοβιέτ, στην πράξη το σύστημα των Σοβιέτ ενισχύει την άνοδο και την επιρροή των μπολσεβίκων, καθώς οι πρώτοι δεν ήταν σε θέση ούτε να αναγνωρίσουν την δυναμική του νέου μοντέλου εξουσίας και δημοκρατίας. Σε κάθε περίπτωση, μεγάλα τμήματα της επαναστατημένης εργατικής τάξης εκτιμούν ολοένα και περισσότερο ότι οι θέσεις των μενσεβίκων και των Σοσιαλεπαναστατών, ένα μέρος των οποίων διασπάται για να σχηματίσει μια αριστερή τάση των Σοσιαλεπαναστατών, οδηγούν σε αδιέξοδο, γιατί ακριβώς οι επιλογές της Προσωρινής Κυβέρνησης εντείνουν τα πολιτικά, πολεμικά και οικονομικά αδιέξοδα και δεν ικανοποιούν τις επαναστατικές διαθέσεις. Ταυτόχρονα, οι εργοστασιακές επιτροπές εκτιμούσαν ολοένα και περισσότερο ότι η οικονομική κρίση και τα προβλήματα στην βιομηχανική παραγωγή δεν μπορούν να επιλυθούν χωρίς την υποστήριξη της πολιτείας, αλλά και ότι ο ίδιος ο «αστικός καπιταλισμός» αδυνατεί τα επιλύσει. Δεν είναι λοιπόν μόνο το ζήτημα του πολέμου ή της αυτοδιαχείρησης των εργοστασίων, αλλά αυτή καθεαυτή η πρόταση για κατάληψη της εξουσίας από τους εργάτες και της ανατροπής του καπιταλισμού που καθιστά τους μπολσεβίκους ελκυστικούς στους εργάτες.[17]
Την επόμενη της Επανάστασης του Φλεβάρη του 1917 οι μπολσεβίκοι διέθεταν στο Σοβιέτ της Πετρούπολης 40 μόνο αντιπροσώπους σε έναν διαρκώς κυμαινόμενο αριθμό αντιπροσώπων που έφτανε τις δύο ή τρεις χιλιάδες. Στο πρώτο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ διέθεταν μόνο 105 Αντιπροσώπων σε σύνολο 1090. Όμως καταφέρνουν σε πολλές περιπτώσεις αρχικά οι προτάσεις τους να υπερψηφίζονται, ενώ σταδιακά να εκλέγουν περισσότερους μπολσεβίκους ή πολλοί αντιπρόσωποι να εντάσσονται στο μπολσεβίκικο κόμμα. Το κόμμα των μπολσεβίκων βγήκε από την παρανομία με μόλις 24.000 μέλη. Επιδόθηκε εσπευσμένα στη δημιουργία οργανώσεων, κυρίως στα μεγάλα εργοστάσια και στο στρατό και μέσα στους επόμενους μήνες τα μέλη του έφτασαν στον αριθμό των 340.000. Άρχισε να εκδίδει εφημερίδες και άλλα έντυπα. Το πιο σημαντικό έντυπο των μπολσεβίκων είναι η εφημερίδα Πράβντα της οποίας οι πωλήσεις αυξάνουν κατακόρυφα. Ακόμα και σοσιαλδημοκράτες ηγέτες, όπως ο Λεόν Τρότσκι, που στο προηγούμενο διάστημα είχαν διαφωνήσει με τους μπολσεβίκους και τον Λένιν στρατεύονται σε αυτό.
Οι αγρότες και οι στρατιώτες που ουσιαστικά είναι αγρότες αποσπασμένοι από τις συνθήκες ζωής του χωριού αποτελούν τη δεύτερη συνισταμένη του σοβιετικού κινήματος. Οι στρατιώτες στα μετόπισθεν, καθώς και στις φρουρές, επηρεάζονται απευθείας από το κλίμα που επικρατεί στην εργατική τάξη των πόλεων. Για αυτό οι αντιπρόσωποί τους στα Σοβιέτ ριζοσπαστικοποιούνται με τον ίδιο πολύ ρυθμό όπως και οι αντιπρόσωποι των εργατών. Το κίνημα είναι πιο αργό στους στρατιώτες του μετώπου. Μέχρι τον Ιούνιο οι στρατιώτες του μετώπου παραμένουν κάτω από την επιρροή του συνθήματος της υπεράσπισης της πατρίδας και  των μενσεβίκων και σοσιαλ-επαναστατών, ενώ στηρίζουν την «Προσωρινή Κυβέρνηση». Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, η αιματηρή αποτυχία αντεπίθεσης του ρωσικού στρατού που είχε σχεδιάσει η κυβέρνηση Κερένσκι, καθώς και η προπαγάνδα των μπολσεβίκων, θα μεταβάλλουν τις διαθέσεις τους.
Αντίθετα, οι καθεαυτό αγρότες συμμετέχουν με πολύ μεγαλύτερο δισταγμό στο νέο σοβιετικό σύστημα και απέχουν πολύ από το να υποστηρίζουν μαζικά τις θέσεις των μπολσεβίκων. Κυρίως οι αγρότες οργανώνονται από το σύστημα των αγροτικών επιτροπών, που σχηματίζονται στο επίπεδο των επαρχιών, των διαμερισμάτων και των περιφερειών, δηλαδή πολύ μακριά από τα χωριά. Σε αυτά όργανα στην πράξη συμμετέχουν παραδοσιακά στρώματα εκπροσώπησης των αγροτών όπως δάσκαλοι, γεωπόνοι, εκπρόσωποι των τοπικών κοινοτήτων, κλπ) και επηρεάζονται από τους σοσιαλ-επαναστάτες, χωρίς η κατάσταση να ανατραπεί το διάστημα από τον Φλεβάρη στον Οκτώβριο.
Προοδευτικά εμφανίζονται Σοβιέτ στον αγροτικό χώρο. Συγκροτούνται κυρίως από πρώην στρατιώτες, αλλά και «παραδοσιακούς» εκπροσώπους των αγροτών από τον χώρο των σοσιαλ-επαναστατών. Κύριος στόχος τους είναι να ανταγωνιστούν τα σοβιέτ των πόλεων και να αντισταθμίσουν το ειδικό τους βάρος. Τυπικά οι σοσιαλ-επαναστάτες πετυχαίνουν τον στόχο τους αυτό στο Πρώτο Πανρωσικό Συνέδριο όπου μέσα από τα αγροτικά κυρίως Σοβιέτ ελέγχουν τους 571 από τους 1115 αντιπροσώπους. Ακόμα και τον Οκτώβρη τα σοβιέτ των αγροτών κυριαρχούνται από σοσιαλ-επαναστάτες, ενώ και αυτά παραμένουν σε επίπεδο διαμερίσματος ή επαρχίας, δηλαδή μακριά από τα χωριά. Με λίγα λόγια μέχρι τον Οκτώβρη η δράση των αγροτικών στρωμάτων δεν αποκτά σοβιετική μορφή, ενώ κάτω από την επιρροή των σοσιαλ-επαναστατών δε θέτουν το ζήτημα της εξουσίας. Ουσιαστικά, η δράση τους στρέφεται προς την αγροτική επανάσταση  διατυπωμένη με όρους απαλλοτρίωσης και διανομής των μεγάλων τσιφλικιών.
Η πρωτόγνωρη πολιτική κατάσταση που καταγραφόταν, αλλά και οι εκκλήσεις των μενσεβίκων και Σοσιαλ-επαναστατών για στήριξη της Προσωρινής Κυβέρνησης στο όνομα της υπεράσπισης της επανάστασης έναντι των δυνάμεων της αντίδρασης που καιροφυλακτούσαν, έσπερναν αμφιβολίες σε μερίδα της ηγεσίας των μπολσεβίκων για την ακολουθούμενη τακτική.[18] 
Μέσα σε αυτό το κλίμα στις 4 Απρίλη ο Βλαντίμιρ Λένιν επιστρέφει από την εξορία του.  Στην ομιλία του προς τους συγκεντρωμένους που δημοσιεύτηκε ως Θέσεις του Απρίλη καταγγέλλει την κυβέρνηση Λβοφ και τον πόλεμο ως ιμπεριαλιστικό. Για τον Λένιν υπεράσπιση της πατρίδας νομιμοποιείται μόνο όταν η εργατική τάξη κατέχει την εξουσία. Συνεπώς, χωρίς την ανατροπή του κεφαλαίου ο πόλεμος δεν μπορεί να τελειώσει με μια ειρήνη αληθινά δημοκρατική, ειρήνη χωρίς βία. Θεωρεί ότι η κατάσταση βρίσκεται στο πέρασμα από το πρώτο στάδιο της επανάστασης που έδωσε την εξουσία στην αστική τάξη, στο δεύτερο στάδιό της που πρέπει να δώσει την εξουσία στα χέρια του προλεταριάτου και των φτωχών στρωμάτων της αγροτιάς. Έτσι δηλώνει καμιά υποστήριξη στην Προσωρινή κυβέρνηση και θεωρεί ότι δεν πρέπει να υπάρξει κοινοβουλευτική δημοκρατία, αλλά αντίθετα μια δημοκρατία των Σοβιέτ των εργατών, των εργατών γης και των αγροτών. Τότε προτάσσει τα συνθήματα «Όλη η Εξουσία στα Σοβιέτ» και «Ειρήνη, γη και Ψωμί». Προτείνει τη δήμευση όλης της γης των τσιφλικάδων και την εθνικοποίηση όλης της γης της χώρας και την άμεση συγχώνευση όλων των τραπεζών της χώρας σε μια πανεθνική τράπεζα και άσκηση ελέγχου πάνω σ’ αυτήν από μέρους του Σοβιέτ των Εργατών. Όχι μόνο οι μενσεβίκοι, αλλά ακόμα και πολλοί ηγέτες των μπολσεβίκων είδαν επιφυλαχτικά τις θέσεις του Λένιν θεωρώντας τις ξένες με τη επαναστατική πραγματικότητα.[19] Προς το παρόν το σχέδιο του Λένιν ήταν μειοψηφικό και φαινόταν ως ένα εγκεφαλικό επινόημα ενός διανούμενου. Τον Μάιο του 1917 επιστρέφουν με ένα άλλο τραίνο ο μενσεβίκος Μαρτόφ και ο φιλο-μπολσεβίκος πλέον Τρότσκι.


Η προσωρινή κυβέρνηση και η πολιτική πόλωση
Την περίοδο μετά την συγκρότηση των σοβιέτ και της Προσωρινής Κυβέρνησης λοιπόν εμφανίζονται δύο κοινωνικές και πολιτικές τάσεις. Η μία προσπαθούσε να περιορίσει την επανάσταση σε αστικοδημοκρατικά πλαίσια, να διατηρήσει την υπάρχουσα κατάσταση δημιουργώντας μια ομαλή συνταγματική πορεία χωρίς συγκρούσεις και ανατροπές, ενώ παράλληλα να συνεχίσει τον πόλεμο μέχρι την νίκη. Οι Κερένσκυ, οι ντεφενσιστές μενσεβίκοι και οι δεξιοί Σοσιαλ-επαναστάτες προσπαθούσαν να πετύχουν αυτόν τον στόχο συνεχίζοντας την κυβερνητική συμμαχία εφαρμόζοντας μια πολιτική κοινωνικής ενότητας και ταξικής συνεργασίας για την υπεράσπιση της Ρωσίας εναντίον των εξωτερικών εχθρών της και την προστασία από έναν εμφύλιο πόλεμο. αλλά αυτή η λύση ήταν καταδικασμένη μπροστά στην οξυμένη κοινωνική κρίση και πολιτική παράλυση. Μια άλλη λύση ήταν η εφαρμογή μια δικτατορίας, όπως επιδίωκαν οι Συνταγματικοί Δημοκράτες του Μιλιούκοφ αλλά δεν υπήρχε κοινωνική υποστήριξη. Η άλλη τάση επιδίωκε να βαθύνει και να εξελίξει την επανάσταση τόσο σε επίπεδο ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων υπέρ των εργατών και των αγροτών, αλλά και σε επίπεδο δομών. Μια εκδοχή της θα μπορούσε να ήταν μια μορφή αριστερής κυβέρνησης με τη συμμετοχή όλων των σοσιαλιστών. Θα βασιζόταν σε μη σοβιετικά στοιχεία και δομές.[20] Όμως αυτή η διάσταση δεν υπήρξε ποτέ ορατή εξαιτίας της διαφωνίας των αριστερών κομμάτων. η δεύτερη εκδοχή της ήταν η επικράτηση μιας μορφής εργατικής δημοκρατίας βασισμένης στα σοβιέτ. Πολύ σύντομα οι δύο αυτές τάσεις που αντανακλούσαν την δυαδική εξουσία θα λάμβαναν την πιο ακραία μορφή τους και θα έρχονταν αναπόφευκτα σε ρήξη.
Στις 18 Απριλίου η κυβέρνηση δηλώνει ότι η Ρωσία συνεχίζει να συμμετέχει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ προκαλώντας αυθόρμητα νέες κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας με συνθήματα υπέρ της ειρήνης και υπέρ της μεταβίβασης της εξουσίας στα σοβιέτ. Ταυτόχρονα, δημιουργήθηκαν αντιδιαδηλώσεις υπέρ της άμυνας της πατρίδας. Με εντολή της κυβέρνησης ο στρατηγός Κορνίλοφ διέταξε τα στρατεύματα να επιτεθούν στους διαδηλωτές, αλλά οι στρατιώτες δεν υπάκουσαν με αποτέλεσμα την παραίτηση από την κυβέρνηση των Μιλιούκοφ και Γκουτσκόφ.
Συγκροτείται μια νέα κυβέρνηση συνασπισμού με πρωθυπουργό τον Λβοφ στην οποία για πρώτη φορά συμμετέχουν εκπρόσωποι του Σοβιέτ, κυρίως μενσεβίκοι και δεξιοί Σοσιαλ-επαναστάτες. Η νέα κυβέρνηση διακήρυξε την συνέχιση του πολέμου. Όμως υποσχέθηκε ειρήνη χωρίς προσαρτήσεις και επανορθώσεις και την σύγκληση συντακτικής συνέλευσης η οποία θα επίλυε το πολιτειακό, αγροτικό ζήτημα, θα θεσμοθετούσε τον κρατικό και κοινωνικό έλεγχο στην οικονομία και θα εφάρμοζε προοδευτική φορολογία. Υπουργοί των Συμμαχικών κυβερνήσεων επισκέπτονται την Πετρούπολη, ενώ οι ΗΠΑ δίνουν δάνειο 100 εκτ. δολαρίων. Στις 3-24 Ιουνίου λαμβάνει χώρα το 1ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ. Η πλειοψηφία που ανήκει σε Σοσιαλ-επαναστάτες (285) και μενσεβίκους (248) διακηρύσσει την στήριξη της Προσωρινής Κυβέρνησης.  Παρέμενε όμως ένας άλλος παράγοντας καθοριστικός για την κατάσταση. Η έλλειψη τροφίμων, οι υψηλές τιμές, τα χαμηλά ημερομίσθια, οι επτά φορές πάνω τιμές και η ανεργία εξαιτίας των κλειστών εργοστασίων προκάλεσαν νέα λαϊκή δυσαρέστηση. Έτσι, μια φιλοκυβερνητική διαδήλωση που είχε προγραμματιστεί για τις 18 Ιουνίου αναπάντεχα αποκτά αντικυβερνητικό περιεχόμενο.
Όλο αυτό το διάστημα η Προσωρινή Κυβέρνηση προσπαθεί να συγκρατήσει το ολοένα και πιο ριζοσπαστικό κίνημα μέσα στα πλαίσια της «αστικής νομιμότητας» χάνοντας όμως την πολιτική νομιμοποίηση. Οι υποσχέσεις της διαρκώς αναβάλλονται, ενώ οι αγροτικές κινητοποιήσεις διογκώνονται. Οι αγρότες καταλαμβάνουν μόνοι τους τα χωράφια, παρά τις κυβερνητικές απαγορεύσεις και τις παραινέσεις των σοσιαλ-επαναστατών, ενώ οι μπολσεβίκοι είναι οι μόνοι υποστηρικτές τους. Οι μπολσεβίκοι εξελίσσονται στο κέντρο της αντιπολίτευσης και συσπειρώνουν μαζικά δυσαρεστημένους εργάτες. Η Προσωρινή Κυβέρνηση αυταρχοποιεί την πολιτική της απέναντι στο νέο εσωτερικό εχθρό και οι μπολσεβίκοι τίθενται σε καθεστώς ημι-παρανομίας. Ο αστικός τύπος διαδίδει ότι ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι είναι πράκτορες της Γερμανίας και ότι χρηματοδοτούνται από το γερμανικό επιτελείο για να οργανώνουν την αντιπολεμική προπαγάνδα. Ως επιχείρημα χρησιμοποιούν ότι ο Λένιν επέστρεψε μέσω Γερμανίας σε ένα σφραγισμένο τραίνο.[21]
Όταν στις αρχές Ιουλίου η θερινή επίθεση του ρωσικού στρατού στέφθηκε με απόλυτη αποτυχία, παραιτούνται 4 υπουργοί των Συνταγματικών Δημοκρατών προκαλώντας νέα κρίση στην κυβέρνηση. Νέες διαδηλώσεις ξεσπάνε με συνθήματα εναντίον του πολέμου, της κυβέρνησης και υπέρ της εξουσίας των Σοβιέτ. Οι μπολσεβίκοι αισθάνονται ισχυροί να ανατρέψουν την κυβέρνηση. Οι διαδηλωτές όμως χτυπιούνται αφήνοντας 400 νεκρούς και τραυματίες. Για πρώτη φορά δυνάμεις του επαναστατικού καθεστώτος σκοτώνουν διαδηλωτές. Αμέσως σχηματίζεται νέα κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Κερένσκι. Η Προσωρινή Κυβέρνηση, με τη συναίνεση της Εκτελεστικής Επιτροπής των Σοβιέτ, εξουσιοδότησε στις 4 Ιούλη τον στρατιωτικό διοικητή της Πετρούπολης να απαλλάξει την πόλη από τους οπλισμένους όχλους και να αφοπλίσει τα φιλο-μπολσεβίκικα στρατεύματα. Απόσπασμα στρατιωτών εισβάλλει στα γραφεία της εφημ. Πράβντα, καταστρέφει τα μηχανήματα και συλλαμβάνει τους εργάτες και τους στρατιώτες που τα περιφρουρούσαν. Κατά τη διάρκεια της ημέρας περίπολοι αξιωματικών, στρατιωτών και Κοζάκων ξεκίνησαν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις με σκοπό να αφοπλίσουν εργάτες και στρατιώτες, ενώ ευέλπιδες λεηλατούσαν γραφεία και τυπογραφεία των μπολσεβίκων. Το υπουργικό συμβούλιο αποφασίζει ότι όποιος υποκινεί τον στρατό σε καιρό πολέμου είναι ένοχος εσχάτης προδοσίας. Το κυβερνητικό διάταγμα ακολούθησαν εντολές για τη σύλληψη του Λένιν, του Ζινόβιεφ και του Κάμενεφ και λίγες μέρες αργότερα του Τρότσκι και του Λουνατσάρσκι. Ο Λένιν για να αποφύγει τη σύλληψη κατέφυγε στη Φιλανδία. [22]
Στην επαρχία, τα μέλη των αγροτικών επιτροπών γης συλλαμβάνονταν μαζικά, ενώ απαγορεύτηκαν οι αυθαίρετες πράξεις στον αγροτικό χώρο. Ο στρατηγός Κορνίλοφ διέταξε να πυροβολούνται οι υποχωρούντες στρατιώτες από το μέτωπο. Ολοένα και περισσότερο η Προσωρινή Κυβέρνηση συνειδητοποιεί ότι η επαναφορά της αυστηρής πειθαρχίας σε κοινωνία και στρατό ήταν βασικές προϋποθέσεις για την επιβίωση της. Οι ιδιοκτήτες και οι διευθυντές των εργοστασίων εξαπέλυσαν μια τεράστια εκστρατεία για να ξεριζώσουν τις εργοστασιακές επιτροπές με λοκ-άουτ ενάντια στους εργάτες. Μέχρι τα τέλη Σεπτέμβρη είχαν κλείσει 768 επιχειρήσεις που απασχολούσαν 165.372 εργάτες.[23] Έτσι, ήδη από τις αρχές Αυγούστου η αντι-μπολσεβίκικη καμπάνια είχε καταρρεύσει από μόνη μέσα στο ρωσικό λαό και η ευκαιρία του Κερένσκυ να εμποδίσει τους μπολσεβίκους είχε χαθεί. Εάν ο Λένιν είχε εξαγοραστεί από τους Γερμανούς, ο Κερένσκι όμως είχε εξαγοραστεί από τους βρετανούς, τοτς Αμερικανούς και τους Γάλλους. Σε κάθε περίπτωση ήταν κάποιος που μπορούσε να βάλει τέλος σε αυτόν τον πόλεμο. Στις αρχές του Αυγούστου διεξάγεται νέο Συνέδριο του μπολσεβίκικου Κόμματος 175 εκπρόσωποι αντιπροσώπευαν 177.000 μέλη, όταν τον Μάιο στο προηγούμενο συνέδριο 151 αντιπρόσωποι εκπροσωπούσαν 80.000 μέλη.[24]
 Μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου ο ρωσικός στρατός στο μέτωπο κατέρρευσε. Μέχρι το καλοκαίρι του 1917 υπήρχε άτυπη εκεχειρία καθώς η γερμανική διοίκηση δεν αναλάμβανε καμία επιθετική πρωτοβουλία για να μην ανακόψει την αποσύνθεση των ρωσικών στρατευμάτων. Η γερμανική κυβέρνηση επιθυμούσε να κλείσει με τη Ρωσία μια συμβιβαστική ειρήνη. Η Προσωρινή Κυβέρνηση αποφασίζοντας να συνεχίσει τον πόλεμο οργάνωσε μια θερινή γενική αντεπίθεση από τη Βαλτική ως τον Εύξεινο Πόντο. Όμως χρόνιες αδυναμίες έφεραν πραγματική πανωλεθρία, με εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπινες απώλειες. Πολλές μονάδες αρνούνταν να πολεμήσουν, διαδήλωναν, σκότωναν τους αξιωματικούς τους, άφηναν τις θέσεις τους και υποχωρούσαν χωρίς να περιμένουν εχθρική αντεπίθεση. Οι Γερμανοί αφού απέκρουσαν τη Ρωσική επίθεση τέλη Αυγούστου-αρχές Σεπτεμβρίου κατέλαβαν τη Ρίγα και το αρχιπέλαγος Μοονζούντ. Η Πετρούπολη βρισκόταν πλέον πολύ κοντά.   
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες η Προσωρινή Κυβέρνηση συγκάλεσε στη Μόσχα την Κρατική Συνδιάσκεψη (12-14 Αυγούστου), ένα είδος Εθνοσυνέλευσης. Οι 2.5000 εκπρόσωποι προέρχονταν από τα Σοβιέτ, τις τέσσερις Τσαρικές Δούμα, από τους αξιωματικούς, από τα συνδικάτα, από την Εκκλησία, από τους εργοδότες και άλλους κρατικούς θεσμούς. Στην πράξη υποεκπροσωπεύονταν τα εργατικά Σοβιέτ και ο επαναστατημένος λαός και υπερ-εκπροσωπούνταν οι κυρίαρχες ιδιοκτήτριες τάξεις. Ως εκ τούτου, το πολιτικό στίγμα ήταν φιλελεύθερο και δεξιόστροφο.[25] Το «κέντρο» αποτελούταν από τους μενσεβίκους, τους δεξιούς σοσιαλ-επαναστάτες και άλλα μικρότερα κόμματα, οι οποίοι υποστήριζαν πολλά ριζοσπαστικά αιτήματα και μεταρρυθμίσεις, αλλά μετέθεταν την επίλυσή τους στη συντακτική συνέλευση. Ο πρωθυπουργός Κερένσκι υποστηρίζοντας ένα είδος «δημοκρατικής δικτατορίας» προσπάθησε να διαχωριστεί εξίσου από την αριστερά και την δεξιά. Την Αριστερά εκπροσωπούσαν οι αριστεροί Σοσιαλ-επαναστάτες, οι διεθνιστές μενσεβίκοι και οι μπολσεβίκοι. Οι δεξιοί (Συνταγματικοί Δημοκράτες, Οκτωβριστές) υποστήριζαν ότι για τη σωτηρία της πατρίδας χρειαζόταν περιορισμός των ελευθεριών, πειθαρχία στον στρατό και τα μετόπισθεν, κατάργηση των σοβιέτ και των επιτροπών. Ζητούσαν μια πραγματική ισχυρή εξουσία που θα σώσει τη χώρα, δηλαδή την επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας. Οι Μπολσεβίκοι παρότι συμμετείχαν, καλούσαν το λαό να διαμαρτυρηθεί. Έτσι, στις 12 Αυγούστου πραγματοποιήθηκε απεργία στην οποία συμμετείχαν 400 χιλιάδες εργάτες.
Η πτώση της Ρίγα έδωσε το σύνθημα μιας γενικής επίθεσης των αστικών εφημερίδων ενάντια στους στρατιώτες που δεν πολεμάνε και στους εργάτες που δεν δουλεύουν. Ενδεικτικό του κλίματος ήταν η δήλωση του Ροτζιάνκο, πρώην προέδρου της Δούμα, ότι η κατάληψη της Πετρούπολης από τους Γερμανούς θα ήταν ευλογία, αφού θα σήμαινε την καταστροφή του Σοβιέτ και του επαναστατημένου στόλου της Βαλτικής. Οι Συνταγματικοί Δημοκράτες του Μιλιούκοφ θεωρούσαν το πραξικόπημα απαραίτητο για να σβήσουν τα σοβιέτ. Η κατάσταση της Ρωσίας ανησυχούσε τους συμμάχους που στήριξαν από την αρχή την Προσωρινή Κυβέρνηση. Έτσι οι Κερένσκι και Κορνίλοφ σχεδίαζαν την εγκαθίδρυση μιας ισχυρής εξουσίας, στην οποία ο πρωθυπουργός θα διατηρούσε τη θέση του. Όταν ο Κορνίλοφ διέταξε τις δυνάμεις του 3ου Σώματος Ιππικού να κινηθούν, ο Κερένσκι δείλιασε, έτσι κηρύχθηκε εναντίον του. Οι μπολσεβίκοι, παρότι βρίσκονταν υπό διωγμώ κινήθηκαν για την αποφυγή του πραξικοπήματος και συμμάχησαν με τους μενσεβίκους συγκροτώντας Επιτροπή Αγώνα ενάντια στην Αντεπανάσταση. Στα εργοστάσια συστάθηκαν μονάδες Κόκκινης Φρουράς, παράλληλα η στρατιωτική φρουρά της πρωτεύουσας και άλλων πόλεων ήταν ‘έτοιμη να απαντήσει, ενώ οι σιδηροδρομικοί εμπόδιζαν τα στρατεύματα των πραξικοπηματιών. Παράλληλα, στη Μόσχα και όλες τις άλλες μεγάλες πόλεις διεξάχθηκαν κινητοποιήσεις εναντίον του πραξικοπήματος.
Η συμβολή των μπολσεβίκων ήταν αποφασιστική. Τα ένοπλα αποσπάσματα που οργανώθηκαν από τις εργοστασιακές επιτροπές σε όλη την Πετρούπολη αποτελούνταν από μπολσεβίκους, συνολικά περίπου 40.000 εργάτες. Έτσι, το πραξικόπημα του Κορνίλοφ προετοίμασε το έδαφος για τη νέα εξέγερση. Οι εργάτες και οι στρατιώτες που είχαν χάσει την εμπιστοσύνη τους στους μενσεβίκους και τους Σοσιαλ-επαναστάτες διαπίστωσαν στην πράξη τον κίνδυνο της αντεπανάστασης εξαιτίας της πολιτικής τους. Η επιρροή των μπολσεβίκων ανέβηκε κατακόρυφα. Η Επιτροπή Αγώνα ενάντια στην Αντεπανάσταση που είχε συγκροτήσει το Σοβιέτ της Πετρούπολης στις 28 Αυγούστου ενάντια στον Κορνίλοφ θα αποτελέσει το πρόπλασμα της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής που θα καθοδηγούσε την επανάσταση του Οκτώβρη.
Στο Σοβιέτ της Πετρούπολης, ο Τρότσκι κι ο Κάμενεφ, ζήτησαν να διεξαχθεί έρευνα από το Γραφείο της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής του Σοβιέτ για τα γεγονότα που οδήγησαν στο πραξικόπημα του Κορνίλοφ και τη συμμετοχή του Κερένσκι στη συνωμοσία. Επέμεναν ότι οι μενσεβίκοι και οι Σοσιαλ-επαναστάτες θα έπρεπε να διαλύσουν τη συμμαχία τους με τους Συνταγματικούς Δημοκράτες, πολλοί από τους οποίους υποστήριξαν τον Κορνίλοφ. Στις 9 Σεπτέμβρη οι μπολσεβίκοι ανέλαβαν την ηγεσία του Σοβιέτ και ο Τρότσκι εκλέχτηκε πρόεδρός του, ενώ στις 23 Σεπτέμβρη το Σοβιέτ της Μόσχας εξέλεξε πρόεδρο τον μπολσεβίκο Νογκιν [26]

Η επανάσταση του Οκτώβρη
Η Ρωσική Επανάσταση υπήρξε ένα κορυφαίο δημοκρατικό γεγονός, καθώς για πολλούς μήνες και σε δύσκολες συνθήκες  έλαβε χώρα ένα μοναδικό ξέσπασμα ελευθερίας, έκφρασης και λαϊκής κινητοποίησης. Οι Ρώσοι, όλη αυτήν την περίοδο, ψηφίζουν, εκλέγουν και εκλέγονται δεκάδες φορές για εκατοντάδες θέματα και για όλους τους θεσμούς. Ελέγχουν διαρκώς τους αντιπροσώπους τους, ενώ έχουν το δικαίωμα να τους ανακαλέσουν ανά πάσα στιγμή. Συμμετέχουν ασταμάτητα και συζητούν παντού, ενώ διαβάζουν με πρωτόγνωρους ρυθμούς. Οι προϋποθέσεις για τη μετάβαση σε μια ιστορικά πρωτότυπη και μοναδική διεθνώς άλλου τύπου δημοκρατία, όπου η εξουσία θα ασκείται από τους εργάτες ήταν παρούσες. Αυτό που έλειπε ήταν η πολιτική βούληση. Αυτή είναι η τεράστια και ιστορική συμβολή των μπολσεβίκων και προσωπικά του Βλαντίμιρ Λένιν.
Οι μενσεβίκοι και οι Σοσιαλ-επαναστάτες αποφάσισαν να καλέσουν στις 14-19 Σεπτέμβρη μια Δημοκρατική Συνδιάσκεψη  με σκοπό να καλύψουν τις ρωγμές στην κυβέρνηση και να δείξουν πως υπήρχε λαϊκή στήριξη προς αυτή.  Στόχευαν σε ένα νέο θεσμό που θα αναδεικνυόταν αντίπαλο δέος στα σοβιέτ. Οι 1200 αντιπρόσωποι εκπροσωπούσαν τις οργανώσεις που ήταν κατά κύριο λόγο εναντίον των μπολσεβίκων. Πριν κλείσει τις εργασίες της η Δημοκρατική Συνδιάσκεψη διόρισε ένα διαρκές Συμβούλιο της Δημοκρατίας ή Προ-κοινοβούλιο, αποτελούμενο από μέλη της, το οποίο θα αντιπροσώπευε το έθνος μέχρι την έναρξη της Συντακτικής Συνέλευσης.
Στο εσωτερικό των μπολσεβίκων ξέσπασε διαφωνία για το αν θα πρέπει ή όχι να συμμετέχουν σε αυτούς τους θεσμούς. H αντιπαράθεση υπέκρυπτε την διαφωνία για το αν θα έπρεπε ή όχι να προχωρήσουν άμεσα στην ένοπλη εξέγερση Ο Λένιν υποστήριζε πως οι επαναστάτες πρέπει να συμμετέχουν στους κοινοβουλευτικούς θεσμούς, μόνο στον βαθμό που η ανατροπή του καθεστώτος δεν ήταν στην ημερήσια διάταξη. Συνεπώς, με βάση την εκτίμησή του η συμμετοχή των μπολσεβίκων ισοδυναμούσε με αντίθεση στην εξέγερση και κάλεσε τους μπολσεβίκους να μην συμμετέχουν. Η Κεντρική Επιτροπή υιοθέτησε μια συμβιβαστική απόφαση συμμετοχής και καταγγελίας. Ο Λ. Τρότσκι ως εκπρόσωπος των μπολσεβίκων στο Προ-κοινοβούλιο παρουσίασε τις μπολσεβίκικες θέσεις στο ζήτημα του πολέμου, αναφέρθηκε στον ορατό κίνδυνο της αντεπανάστασης και κατήγγειλε την κυβέρνηση ως προδοτική. Στη συνέχεια αποχώρησε μαζί με τους υπόλοιπους μπολσεβίκους εν μέσω θύελας αποδοκιμασιών.[27]
Η αποχώρηση από το Προ-κοινοβούλιο καθιστούσε μονόδρομο την στροφή προς την ένοπλη εξέγερση παρά την αμφιταλάντευση της Κεντρικής Επιτροπής των μπολσεβίκων και την απουσία του Λένιν. Στη συνεδρίαση της 25ης Σεπτεμβρίου το Σοβιέτ της Πετρούπολης υιοθέτησε την άποψη των μπολσεβίκων και αποφάσισε τον άμεσο επαναστατικό αγώνα για την εργατική εξουσία στη χώρα. Την ίδια μέρα το σοβιέτ δημιούργησε μια Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή στην οποία προήδρευε ο Λεόν Τρότσκι. Αυτή θα ήταν το γενικό επιτελείο της ένοπλης εξέγερσης.
Στις αρχές του Οκτώβρη και αφού οι μπολσεβίκοι είχαν κερδίσει τον έλεγχο των Σοβιέτ της Πετρούπολης και της Μόσχας, ο Λένιν απευθύνθηκε στην Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος και στις κομματικές επιτροπές των δύο αυτών πόλεων. Υποστήριξε πως οι μπολσεβίκοι είναι σε θέση να πάρουν την εξουσία: «επειδή η ενεργή πλειοψηφία των επαναστατικών στοιχείων στις δύο μεγαλύτερες πόλεις είναι αρκετά μεγάλη για να πάρει τον λαό μαζί της, να υπερκεράσει την αντίσταση του εχθρού, να τον τσακίσει και να κερδίσει και να διατηρήσει την εξουσία. Γιατί προτείνοντας άμεση δημοκρατική ειρήνη, δίνοντας αμέσως γη στους αγρότες, αποκαθιστώντας τους δημοκρατικούς θεσμούς και τις ελευθερίες που κουρέλιασε και εκμηδένισε ο Κερένσκι, οι μπολσεβίκοι θα σχηματίσουν τέτοια κυβέρνηση που κανείς δεν θα μπορέσει να την ανατρέψει. Η Κεντρική Επιτροπή όμως του Κόμματος είχε διαφορετική άποψη και ιδίως οι Λεβ Κάμενεφ και Γκριγκόρι Ζηνόβιεφ. Υποστήριζαν πως έπρεπε να καθυστερήσουν μέχρι την συγκρότηση του Δεύτερου Πανρωσικού Συνεδρίου των Σοβιέτ. Στις 10 Οκτωβρίου έγινε συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής στην οποία ο Λένιν έθεσε ωμά το ζήτημα της ένοπλης εξέγερσης και κέρδισε την πλειοψηφία. Όμως η διστακτικότητα παρέμενε. Ο Κάμενεφ δημοσίευσε ένα άρθρο στην εφημερίδα του Γκόρκι κάνοντας επίθεση στην ιδέα της εξέγερσης προκαλώντας την οργή του Λένιν, ο οποίος απάντησε πως «η πείναι και ο πόλεμος δεν μπορούν να περιμένουν».[28]  
Στις 6 Οκτώβρη κυκλοφόρησε η φήμη που αφορούσε μια αντεπαναστατική συνωμοσία: η κυβέρνηση ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει την καρδιά της επανάστασης, την Πετρούπολη, στα γερμανικά στρατεύματα. Στις 11 Οκτώβρη το Σοβιέτ της Πετρούπολης λειτούργησε για πρώτη φορά ως εξουσία ακυρώνοντας στην πράξη την διαταγή του Κερένσκι για μετάθεση των δύο τρίτων της φρουράς στο μέτωπο. Ο φόβος για την εγκατάλειψη της επαναστατημένης Πετρούπολης στους γερμανούς υπήρξε ο παράγοντας που έστρεψε τον λαό και ιδιαίτερα τον στρατό της πόλης υπέρ των μπολσεβίκων λειτουργώντας καθοριστικά στις εξελίξεις. Τις επόμενες ημέρες η Εκτελεστική Επιτροπή του Σοβιέτ εξέδωσε μανιφέστο προς την αγροτιά, κάλεσε αντιπροσώπους από όλη τη χώρα για το επικείμενο Δεύτερο Συνέδριο των Σοβιέτ και ίδρυσε τμήμα ερυθροφρουράς υπό την εποπτεία της. Εντωμεταξύ, οι Κάμενεφ και Ζηνόβιεφ δήλωσαν δημόσια αλλαγή άποψης και οι Μπολεβίκοι πλέον ήταν ενοποιημένοι πολιτικά.
Οι Μενσεβίκοι και οι Σοασιαλ-επαναστάτες που ακόμα έλεγχαν την Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή που είχε προκύψει από το 1ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ απέρριψαν την κίνηση των Μπολσεβίκων να ανατρέψουν τον Κερένσκι. Όμως στην πράξη αδυνατούσαν να εμποδίσουν τους μπολσεβίκους και να ελέγξουν το Σοβιέτ της Πετρούπολης και της Μόσχας. Δεν ήταν σίγουροι όμως ούτε για τις διαθέσεις των σιδηροδρομικών και των υπαλλήλων στις τηλεπικοινωνίες και το ταχυδρομείο. Και αυτές ήταν οι θέσεις κλειδί.[29] 
Στις 21 Οκτωβρίου η Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή του Σοβιέτ της Πετρούπολης διεκδίκησε και διακήρυξε την δικαιοδοσία της πάνω στην Φρουρά της πόλης και επιθεώρησε τις δυνάμεις της. Αυτό θεωρήθηκε πράξη εξέγερσης. Στις 22 Οκτώβρη οι πιο δημοφιλείς ρήτορες των μπολσεβίκων, οι Τρότσκι, ο Λουνατσάρκσκι, ο Βολοντάρσκι ο Ρασκόλνικοφ και άλλοι μίλησαν σε μαζικές συγκεντρώσεις, σε εργοστάσια και σε δημόσιους χώρους σε κάθε άκρη της πρωτεύουσας. Ύστερα από διαπραγματεύσεις το κρίσιμο από στρατηγική άποψη φρούριο του Πέτρου και Παύλου πέρασε με τη νέα επανάσταση. Η Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή συνέχισε τον διεμβολισμό των εξουσιών της Προσωρινής Κυβέρνησης χωρίς να πέσει ούτε μια τουφεκιά.[30]
Η αντίθεση ανάμεσα στις «δύο εξουσίες» είχε οξυνθεί και πολωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε ήταν φανερό σε όλους ότι έπρεπε να υπάρξει μια τελειωτική λύση. Όλοι έλαβαν θέσεις μάχης. Οι κυβερνητικές δυνάμεις και ο Κερένσκι εγκαταστάθηκαν στα Χειμερινά Ανάκτορα, ώστε να προστατεύονται φυσικά από τον ποταμό Νέβα. Το Προ-κοινοβούλιο στο Ανάκτορο Μαρίνσκι και η Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή του Σοβιέτ της Πετρούπολης στο Ινστιτούτο Σμόλνι. Η πρωτοβουλία έρχεται από το στρατόπεδο της «Προσωρινής Κυβέρνησης». Τη νύχτα από 23 σε 24 Οκτωβρίου η κυβέρνηση Κερένσκι διατάζει τη σύλληψη των ηγετικών στελεχών των μπολσεβίκων και του σοβιέτ της Πετρούπολης. Η στρατιωτική σχολή έλαβε εντολή να είναι σε ετοιμότητα, ενώ πιστές μονάδες να φρουρούν τα χειμερινά ανάκτορα, την έδρα της κυβέρνησης. Ευέλπιδες διατάχθηκαν να σηκώσουν τις γέφυρες του ποταμού Νέβα ώστε να απομονωθεί το κέντρο της πόλης. Το πρωί η κυβέρνηση προσπάθησε ανεπιτυχώς να καταλάβει τα γραφεία της εφημερίδας των μπολσεβίκων.
Η Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή του Σοβιέτ της Πετρούπολης αντέδρασε άμεσα καλώντας όλες τις επαναστατημένες μονάδες σε ετοιμότητα. Την ίδια ώρα, στο ανάκτορο Μαρίνσκι, ο Κερένσκι δήλωνε στο Συμβούλιο της Δημοκρατίας πως οι μπολσεβίκοι ετοιμάζονται για εξέγερση και πως θα χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα για να την απωθήσει. Όμως ήταν ελάχιστες οι δυνάμεις που ήταν διατεθειμένες να υπερασπίσουν την Προσωρινή Κυβέρνηση. Το βράδυ της ίδιας μέρας κι ενώ το υπουργικό συμβούλιο συνεδρίαζε στα χειμερινά ανάκτορα, η κόκκινη φρουρά της Πετρούπολης καταλάμβανε το κεντρικό τηλεγραφείο, τις γέφυρες, τους σιδηροδρομικούς σταθμούς και την Κρατική Τράπεζα. Το καταδρομικό "Αυγή" μπήκε στο Νέβα κι έστρεψε τα πυροβόλα του στα ανάκτορα. Πλοία και στρατιωτικά τρένα με ναύτες κατευθύνονταν προς την Πετρούπολη. Τα μεσάνυχτα αντιπροσωπεία μενσεβίκων και Σοσιαλ-επαναστατών επισκέφθηκαν τον Κερένσκι. Καταδίκαζαν την μπολσεβίκικη εξέγερση και κάλεσαν τον πρωθυπουργό να αντιμετωπίσει πολιτικά την κατάσταση. Υποστήριξαν ως ύστατη λύση να υιοθετήσει τις απόψεις των Μπολσεβίκων για ειρήνη με τους Γερμανούς. Ο Κερένσκι αρνήθηκε έχοντας την πεποίθηση πως θα μπορούσε να καταστείλει στρατιωτικά την εξέγερση, χωρίς προοδευτικές μεταρρυθμίσεις.
Τη νύχτα προς τις 25, ο Βλαντίμιρ Λένιν εγκατέλειψε το κρυσφήγετό του και ανέλαβε την ηγεσία της εξέγερσης από την έδρα του Σοβιέτ, στο Ινστιτούτο Σμόλνι. Όλη την ημέρα οι δυνάμεις του Σοβιέτ της Πετρούπολης συνέχισαν να καταλαμβάνουν κυβερνητικά κτίρια και στρατηγικά σημεία. Το πρωί της 25ης Οκτωβρίου όλη η Πετρούπολη βρισκόταν σχεδόν στα χέρια τους. Στις 10.00 το πρωί η Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή εξήγγειλε το διάγγελμα της ανατροπή της Προσωρινής Κυβέρνησης. Στις 19:00 αποδόθηκε τελεσίγραφο στην έγκλειστη μέσα στα χειμερινά ανάκτορα κυβέρνηση Κερένσκι. Στις 21:40 τα κανόνια από το φρούριο Πέτρος και Παύλος και το καταδρομικό Αυγή άρχισαν τις βολές. Ένα μέρος των υποστηρικτών της κυβέρνησης αποχώρησαν και μέσα παρέμειναν μόνο μικρές δυνάμεις από τους ευέλπιδες. Στη 1:00, στις 26 Οκτωβρίου ένα σιωπηλό μαύρο ποτάμι από επαναστάτες πέρασε κάτω από την κόκκινη αψίδα των ανακτόρων. Συνελήφθησαν όσα μέλη και στελέχη της Προσωρινής Κυβέρνησης και της ηγεσίας του στρατού βρέθηκαν εκεί. Ο  Κερένσκι κατάφερε να δραπετεύσει. Κατά τη διάρκεια της κατάληψης έγιναν λεηλασίες και ακρότητες, που υπερτονίσθηκαν από τον αστικό τύπο. Στην πραγματικότητα όμως υπήρξαν μόνο 10 νεκροί. Αυτοί είναι και οι μοναδικοί θάνατοι σε όλη την πορεία της Οκτωβριανής επανάστασης.[31]
Η κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων δεν ήταν ένα πραξικόπημα, αλλά ένα εξαιρετικά σταδιακό και ομαλό πέρασμα της εξουσίας σε εκείνες τις δυνάμεις που μέσα από τους αναδυόμενους θεσμούς της εργατικής δημοκρατίας των σοβιέτ εμπιστευόταν και αναγνώριζε η ρωσική κοινωνία. Η υποστήριξη των στρατευμάτων προς τους μπολσεβίκους έδειχνε πως κλίμα είχε αλλάξει σημαντικά και στα αγροτικά στρώματα. Αυτή η διαδικασία δεν ξεκίνησε τον Οκτώβρη, αλλά τον Ιούλη μετά το πραξικόπημα Κορνίλοφ όπου σταδιακά η πλειοψηφία της εργατικής τάξης στρεφόταν προς τους μπολσεβίκους και επέλεγε ως μορφή διακυβέρνησης τα σοβιέτ.
Την ίδια μέρα της επανάστασης, στις 26 Οκτωβρίου, ξεκίνησε στο Σμόλνι στις 10:40 το 2ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ. Οι μπολσεβίκοι διέθεταν περίπου 390 σε σύνολο 650 αντιπροσώπων. Η δύναμη του συνόλου των Σοσιαλ-επαναστατών υπολογιζόταν ανάμεσα σε 160 με 190 αντιπροσώπους. Οι περισσότεροι όμως ταυτίζονταν με τους αριστερούς Σοσιαλ-επαναστάτες που εκείνη την περίοδο ήταν σύμμαχοι με τους μπολσεβίκους. Οι μενσεβίκοι διασπασμένοι και αυτοί σε διάφορες ομάδες είχαν 60-70 αντιπροσώπους.   Συνολικά, οι δεξιοί Σοσιαλ-επαναστάτες και οι δεξιοί μενσεβίκοι δεν μπορούσαν να βασιστούν σε πάνω από 100 αντιπροσώπους.
Στις 29 Οκτωβρίου δημιουργήθηκε μια αντεπαναστατική Επιτροπή Σωτηρίας της Πατρίδος και της Επανάστασης που επιχείρησε μια ανεπιτυχή εξέγερση. Ο Κερένσκι που είχε διαφύγει στο βόρειο στρατηγείο έστειλε ενάντια στην πρωτεύουσα τον αντιστράτηγο Κρασνόφ. Στην κρίσιμη αναμέτρηση όμως οι δυνάμεις των επαναστατών είχαν την αριθμητική υπεροχή. Οι Κοζάκοι διαπραγματεύτηκαν ανακωχή και ο Κράσνοφ συνελήφθη, ενώ ο Κερένσκι διέφυγε στο εξωτερικό.

Η εδραίωση της επανάστασης και της σοβιετική εξουσίας

Όταν ανακοινώθηκε η σύλληψη της Προσωρινής Κυβέρνησης, οι μπολσεβίκοι διακήρυξαν στο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ ότι «το Σοβιέτ παίρνει την εξουσία στα χέρια του». Ο Λένιν δήλωσε: «Οι καταπιεζόμενες μάζες οι ίδιες θα φτιάξουν μια κυβέρνηση. Ο παλιός κρατικός μηχανισμός θα καταστραφεί από τις ρίζες του και θα δημιουργηθούν νέες διοικητικές δομές με τη μορφή των οργανώσεων των σοβιέτ. Τώρα αρχίζει μια νέα εποχή στην ιστορία της Ρωσίας και αυτή η τρίτη ρωσική επανάσταση πρέπει τελικά να οδηγήσει στη νίκη του σοσιαλισμού. Ένα από τα άμεσα καθήκοντά μας είναι να σταματήσουμε αμέσως τον πόλεμο. Αλλά για να σταματήσουμε αυτόν τον πόλεμο, είναι ξεκάθαρο στον καθένα ότι πρέπει να νικήσουμε τον καπιταλισμό. Σε αυτό το καθήκον θα έχουμε τη βοήθεια του παγκόσμιου εργατικού κινήματος που έχει ήδη αρχίσει να αναπτύσσεται στην Ιταλία, την Γερμανία και την Αγγλία. …. Στη Ρωσία πρέπει να ξεκινήσουμε αμέσως τη δουλειά για την οικοδόμηση ενός προλεταριακού σοσιαλιστικού κράτους. Ζήτω η παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση».[32]
Την επόμενη ημέρα στις 26 Οκτωβρίου, ο Λένιν από το βήμα του συνεδρίου διάβασε την Έκκληση για την ειρήνη. Πρότεινε σε όλους τους εμπόλεμους λαούς και τις κυβερνήσεις τους να αρχίσουν άμεσα συνομιλίες για δίκαιη δημοκρατική ειρήνη», χωρίς προσαρτήσεις ξένων περιοχών, βίαιη συνένωση ξένων λαών και επανορθώσεις. Όλα τα κόμματα υπερψήφισαν το διάταγμα. Στη συνέχεια συζητήθηκε το καυτό ζήτημα της αγροτικής μεταρρύθμισης. Ο Λένιν διάβασε το Διάταγμα για τη γη. Η ιδιοκτησία των γαιοκτημόνων καταργούταν και περνούσε στις τοπικές ενώσεις αγροτών. Στο σημείο αυτό ο Λένιν έκανε μια τεράστια υποχώρηση από το πρόγραμμα των μπολσεβίκων. Αναγνωρίζοντας ότι οι θέσεις των Σοσιαλ-επαναστατών για κοινωνικοποίηση και όχι εθνικοποίηση της γης εξέφραζαν περισσότερο τους αγρότες είχε ήδη από τον Αύγουστο του 1917 αλλάξει τις απόψεις του. Θεωρούσε ότι η διατήρηση του μικρονοικοκυριού ήταν ένα λογικό αίτημα από τη μεριά των αγροτών, καθώς εφαρμοζόταν για αιώνες, αλλά πίστευε πως με το πέρασμα του χρόνου οι αγρότες θα διαπίστωναν οι ίδιοι τις ανάγκες για μια άλλη πολιτική. Το διάταγμα αυτό συντελούσε ίσως στο μεγαλύτερο μέχρι τότε μετασχηματισμό της ρωσικής κοινωνίας. Οι γαιοκτήμονες απώλεσαν την οικονομική βάση της πολιτικής και κοινωνικής κυριαρχίας τους.[33]
Το Συνέδριο εξέλεξε μια νέα Εκτελεστική Επιτροπή. Την αποτελούσαν δεκατέσσερις μπολσεβίκοι, εφτά Σοσιαλ-επαναστάτες, τρεις μενσεβίκοι και ένα μέλος της ομάδας Ενωμένοι Διεθνιστές του Μάξιμ Γκόρκι. Πρόεδρος εκλέχτηκε ο Λεβ Κάμενεφ. Αμέσως, οι δεξιοί Σοσιαλ-επαναστάτες κι οι μενσεβίκοι δήλωναν πως αρνούνται να μοιραστούν τις θέσεις της Εκτελεστικής με τους μπολσεβίκους. Παρότι ο μενσεβίκος ηγέτης Μαρτόφ στο βήμα διακήρυσσε τη συμφιλίωση, οι ηγέτες των δεξιών Σοσιαλδημοκρατών και των δεξιών μενσεβίκων μαζί με την εβραϊκή Μπουντ αρνήθηκαν να συνεργαστούν με το «Κόμμα της εξέγερσης» και αποχώρησαν από το Συνέδριο.
Ένα τμήμα των μενσεβίκων που παρέμεινε στο Συνέδριο υποστήριξε τον σχηματισμό μιας κυβέρνησης σοσιαλιστικού συνασπισμού αποτελούμενη από όλα τα σοσιαλιστικά κόμματα. Οι Λένιν και Τρότσκι επέμεναν στην δημιουργία μια κυβέρνησης μπολσεβίκων που δε θα περιλάμβανε σε καμία περίπτωση «ντεφενσιστές», δηλαδή όσους είχαν υπερψηφίσει τη συμμετοχή στον πόλεμο. Αντίθετα, άλλοι ηγέτες των μπολσεβίκων, οι Κάμενεφ, Ζινόβιεφ, Νόγκιν και Λουνατσάρσκι υποστήριζαν ότι οι μπολσεβίκοι δε θα μπορούσαν να διατηρήσουν την εξουσία παρά μόνο εάν δημιουργούσαν κυβέρνηση Συνασπισμού με τους μενσεβίκους και Σοσιαλ-επαναστάτες. Τη νύχτα από τις 26 προς τις 27 Οκτωβρίου, στις 2.30, ο Λεβ Κάμενεφ παρουσίασε το διάταγμα σχηματισμού της νέας κυβέρνησης. Θα ονομαζόταν Συμβούλιο των Επιτρόπων του λαού και θα λογοδοτούσε στο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ και στην Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή. Αποτελούταν αποκλειστικά από μπολσεβίκους. Είχε πρόεδρο τον Λένιν, υπουργό εξωτερικών τον Τρότσκι.
Όμως μέσα στο Μπολσεβίκικο Κόμμα η αντιπαράθεση για τη συμμαχία με τους μενσεβίκους και τους σοσιαλ-επαναστάτες συνεχιζόταν να μαίνεται και σύντομα έλαβε τη μορφή κρίσης της κυβέρνησης των μπολσεβίκων. Οι διαπραγματεύσεις με τους μενσεβίκους όμως κατέρρευσαν και η εσωκομματική αντιπολίτευση των υποχώρησε. Μόνο οι Αριστεροί Σοσιαλ-επαναστάτες αποφάσισαν να συμμετέχουν στην κυβέρνηση με τους μπολσεβίκους.[34]
Ως το Φεβρουάριο του 1918 η σοβιετική εξουσία είχε εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη Ρωσία. Σε 79 από 97 πόλεις η επανάσταση επικράτησε ειρηνικά, ενώ όπου οι αντίπαλοί της διέθεταν στρατιωτικές δυνάμεις, η αντιπαράθεση πήρε τη μορφή ένοπλου αγώνα. Στη Μόσχα το τοπικό σοβιέτ στήριξε την εξέγερση, ενώ η Δούμα αντιτάχθηκε. Οι μάχες κράτησαν σχεδόν μια βδομάδα. Η αντιπαράθεση στο μέτωπο κράτησε 2 μήνες, καθώς οι περισσότερες στρατιωτικές επιτροπές ελέγχονταν από μενσεβίκους, ενώ οι αξιωματικοί τάσσονταν εναντίον της εξέγερσης. Καταλύτης στην επικράτηση των μπολσεβίκων στους στρατιώτες στάθηκε το Διάταγμα για την ειρήνη. Η επικράτηση της σοβιετικής κυβέρνησης στο μέτωπο σήμαινε ταυτόχρονα ότι είχε κερδίσει τους αγρότες. Σε κάποιες περιοχές  στα Νότια Ουράλια και στον ποταμό Ντον δημιουργήθηκαν εστίες αντεπανάστασης υπό την ηγεσία των κοζάκων Ντούτοφ και Καλέντιν. Δημιουργήθηκε εθελοντικός στρατός και πολιτική κυβέρνηση. Ο Ντον έτεινε να γίνει μια ρωσική Βανδέα σε αναλογία με τη γαλλική ιστορία. Σύντομα, όμως η περιοχή πέρασε υπό τον έλεγχο των μπολσεβίκων.
Μέσα στις τάξεις των εργατών ήταν πράγματι αληθινή και διαδεδομένη η πίστη ότι μπορούσαν πλέον οι ίδιοι οι εργάτες να επιλύσουν οριστικά τα προβλήματα της της οικονομικής κρίσης και ότι η νέα εξουσία θα στήριζε τις προσπάθειές τους είτε με την χρήση των δημόσιων υπηρεσιών, κυρίως των κρατικοποιημένων τραπεζικών και οικονομικών οργανισμών, είτε με την αποκατάσταση κάποιας ομοιογένειας στον οικονομικό έλεγχο. Ήδη στις αρχές του Δεκεμβρίου με την ενθάρρυνση των μπολσεβίκων οι εργάτες είχαν οργανώσει νόμιμες εργατικές επιτροπές σε πάνω από 2100 σημαντικές επιχειρήσεις, από οποίες τις οποίες το 68% διέθεταν πάνω από 200 εργάτες. Παράλληλα, οι σιδηρόδρομοι και πολλές υπηρεσίες «εθνικοποιήθηκαν» με έναν παρόμοιο τρόπο «από τα κάτω». Αυτή η διαδικασία που εξελισσόταν όλο το προηγούμενο διάστημα σε όλους τους παραγωγικούς τομείς τώρα ήταν ένα νόμιμο καθεστώς.
Τα Σοβιέτ είχαν νικήσει. Όμως τώρα η νέα εξουσία έπρεπε στην πράξη να επιλύσει όλα τα πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά, αλλά και εθνικά προβλήματα.[35] Η συνθήκη ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόφσκ που υπέγραψαν οι μπολσεβίκοι με τους γερμανούς στις 13 Μαρτίου 1918 τερμάτιζε τον πόλεμο και επέτρεπε στην επαναστατημένη Ρωσία να αντιμετωπίσει τη νέα πραγματικότητα.
 


[1] Βλ. Sheila Fitzpatrick, The Russian Revolution, New Edition, Oxford University Press, New York, 2008, σελ. 19
[2] Βλ. Sheila Fitzpatrick, ό.π., σελ. 21-23
[3] Βλ. Sheila Fitzpatrick,ό.π. , σελ. 23
[4] Βλ. John P. McKay, Pioneers for profit; foreign entrepreneurship and Russian industrialization, 1885-1913, The University of Chicago Press, 1970, σ. 4
[5] Βλ. Sheila Fitzpatrick, ό.π., σελ. 24
[6] Βλ. Τόνι Κλιφ, Λένιν, 1893-1914, τα χρόνια της συγκρότησης των Μπολσεβίκων, Εργατική Δημοκρατία, Αθήνα, 1995, σ. 340-352
[7] Βλ. Έρικ Χομποσμπάουμ, Η εποχή των Αυτοκρατοριών, 1875-1914, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2000, σ. 497-501
[8] Βλ. Έρικ Χομποσμπάουμ, ό.π., σ. 82
[9] Βλ. Nation R. Craig, War on war: Lenin, the Zimmerwald Left, and the origins of communist, Duke University Press, 1989, σ. 62-169
[10] Βλ. Moorehead Alan, The Russian Revolution, Pather, Λονδίνο, 1960, σ.144-146
[11] Βλ. Moorehead Alan, ό.π., σ. 148-152
[12] Βλ. Moorehead Alan, ό.π., σ.154-160 και Sheila Fitzpatrick, «The February revolution and the “dual paower”» στο ό.π.
[13] Βλ. Moorehead Alan, ό.π., σ. 156  και βλ. Sheila Fitzpatrick, «The February revolution and the “dual paower”» στο ό.π.
[14] Βλ. Ronald Grigor Suny, “Revising the old story: the 1917 revolution in light of new sources” στο  Daniel H. Kaiser, The Workers' revolution in Russia, 1917: the view from below, Campbridge University Press, 2002, σ. 9
[15] Βλ. Ronald Grigor Suny, ό.π., σ. 12
[16] Βλ. Ronald Grigor Suny, ό.π., σ. 11-13
[17] Βλ. William Rosenberg, «Russian Labor and Bolshevik power after Oktober», Slavik Review, τόμ. 44, Αρ. 2 (καλοκαίρι, 1985), σσ. 213-238, σ. 219-20
[18] Βλ. Σαρλ Μπέτελεμ, ό.π.,
[19] Βλ. Λένιν Βλαντιμιρ, Οι θέσεις του Απρίλη, Σύγχρονη Εποχή, 1986 και βλ. Moorehead Alan, ό.π., 1960, σ. 186-88 και 189-191
[20] Βλ. Ronald Grigor Suny, ό.π., σ. 16-17
[21] Βλ. Moorehead Alan, ό.π., σ. 192-93
[22] Βλ. Moorehead Alan, ό.π., σ. 206-207
[23] Βλ. Τόνι Κλιφ, ό.π., σ. 283-300
[24] Βλ. Moorehead Alan, ό.π., σ. 215
[25] Βλ. Moorehead Alan, ό.π., σ. 218
[26] Βλ. Τόνι Κλιφ, ό.π., σ. 306-7 και βλ. Moorehead Alan, ό.π., σ. 222-227
[27] Βλ. Τόνι Κλιφ, ό.π., σ. 308-320 και βλ. Moorehead Alan, ό.π., σ. 230-2
[28] Βλ. Moorehead Alan, ό.π., σ. 236
[29] Βλ. Moorehead Alan, ό.π., σ. 235
[30] Βλ. Τόνι Κλιφ, ό.π.σ. 327-349
[31] βλ. Τόνι Κλιφ, ό.π., σ. 350-353 και βλ. Moorehead Alan, ό.π., σ. 238-42
[32] Βλ. Τόνι Κλιφ, ό.π., σ. 354
[33] Βλ. Τόνι Κλιφ, ό.π., σ. 356
[34] Βλ. Τόνι Κλιφ, ό.π., σ. 27-39
[35] Βλ. William Rosenberg, ό.π., σ. 221

Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: