Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Οι προβολές της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης στη σύγχρονη Ελλάδα της κρίσης


της Σίσσυ Μπάρα



Η απότομη άνοδος της χρυσής αυγής, οργάνωσης που επικαλείται ιδέες και αρχές του ναζισμού, στην Ελλάδα τη περίοδο της κρίσης, έφερε στο προσκήνιο της δημόσιας συζήτησης την ανάγκη αντιπαράθεσης του ελληνικού με άλλα παραδείγματα χωρών που γνώρισαν και πλήρωσαν την εμπειρία του φασισμού. Στο πλαίσιο αυτών των αναζητήσεων εντάσσεται και η προσπάθεια σύγκρισης της σύγχρονης Eλλάδας με τη πρώτη γερμανική δημοκρατία. Μια στέρεη αντιπαράθεση των δύο εμπειριών, ένας διάλογος ίσων αποστάσεων μεταξύ τους, που αναδυκνείει τις διαφορές που υπάρχουν, συνιστά  για την ιστορική έρευνα μια διαδικασία εξαιρετικά γόνιμη.  Ο τρόπος όμως με τον οποίο αποτυπώνεται στο χώρο των μμε  αυτή η αντιπαράθεση και τα πολιτικά  διακυβεύματα που φέρει,  συσκοτίζουν παρά συμβάλλουν στη κατανόηση των δεδομένων του προβλήματος. Στο δημόσιο διάλογο, έντυπο και τηλεοπτικό,  παρατηρούμε συχνά  μια προσπάθεια μεταφοράς της γερμανικής εμπειρίας του μεσοπολέμου στην ελλάδα του 2012. Επιχειρείται δηλαδή η ερμηνεία της ανόδου της χρυσής αυγής μέ βάση το γερμανικό ερμηνευτικό υπόδειγμα: οικονομική κρίση  εθνικισμός  ναζισμός. Ωστόσο μια τέτοια προσέγγιση δε φαίνεται να αντέχει μεθοδολογικά. Πράγματι, αν προσπαθήσουμε να απομονώσουμε κάποια στοιχεία ή γεγονότα που θεωρούνται από διάφορους ιστορικούς, ότι ευνόησαν την άνοδο του χίτλερ στην εξουσία, -στοιχεία μιας συζήτησης που δεν έχει λήξει απαραίτητα- και προσπαθήσουμε να τα εντοπίσουμε στη περίπτωση της Ελλάδας,  βλέπουμε ότι αυτό δεν είναι εφικτό. Επιπλέον, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το υπο μελέτη φαινόμενο δεν είναι ακριβώς το ίδιο για τις δύο περιπτώσεις. Στο παράδειγμα της Ελλάδας δεν πρόκειται για το ναζισμό της Γερμανίας του μεσοπολέμου, αλλά για την αναβίωση του στις σύγχρονες συνθήκες.    


Η άνοδος του ναζισμού στη δημοκρατία της Βαϊμάρης

Τα δραματικά γεγονότα που σημάδεψαν τη πορεία προς την ίδρυση της πρώτης γερμανικής δημοκρατίας, πέρα απο τις πολιτικές διαφορές στο εσωτερικό της αριστεράς, ως προς τους στόχους της επανάστασης, απηχούν την οξύτητα των κοινωνικών  αντιθέσεων, που με τη σειρά τους αποσταθεροποιούσαν περιοδικά το κοινοβουλευτικό καθεστώς . Πράγματι παρά την ήττα των κομουνιστών το 1919, η δημοκρατία της Βαϊμάρης, χαρακτηρίζοταν απο ιδιαίτερη πολιτική αστάθεια. Στις 13 μαρτίου του 1920 έγινε το πρώτο δεξιό, απο μια σειρά πραξικοπημάτων και προσπαθειών αποσταθεροποιήσης του καθεστώτος.Λίγες μέρες αργότερα ακολούθησε  κομουνιστική εξέγερση στο Ρουρ που καταστέλεται από το κράτος. Τον ιούνιο του 1922 δολοφονείται απο μια ακροδεξιά ομάδα ο υπουργος εξωτερικών της κυβέρνησης, με τη κατηγορία ότι ήταν εβραίος και θιασώτης της πολιτικής προσέγγισης της χώρας με τις δυνάμεις της Αντάντ. Τον οκτώβριο του 1923, κατά τη διάρκεια της γαλλικής κατοχής του Ρουρ και του υπερπληθωρισμού που μάστιζε τη χώρα, έγινε ένα ακόμα στρατιωτικό πραξικόπημα. Αιτία ήταν η απόφαση της κυβέρνησης να εφαρμόσει τη συνθηκη των βερσαλιών και στη συνέχεια να ανακύρηξει στις 26 σεπτεμβρίου του 1923 τη χωρα σε κατάσταση εκτάκτης ανάγκης. Η κίνηση αυτή προκάλεσε ταραχές σε πόλεις όπως στο Αμβουργο  και τη Σαξωνία, ενώ έδωσε αφορμή για το γνωστό αποτυχημένο πραξικόπημα του Χίτλερ το νοέμβριο του ίδιου χρόνου. Η περίοδος πολιτικής σταθεροποίησης της νεοσύστατης δημοκρατίας που ακολουθεί, με τη σχετική βελτίωση της οικονομίας, διαρκεί μέχρι το 1928.

Εκτός απο την έντονη πολιτική αστάθεια, η δημοκρατία της Βαϊμάρης μέχρι το 1924 δίνει την εικόνα μιας χώρας διαλυμένης οικονομικά, ταπεινωμένης εθνικά  απο την ήττα της στο πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, με ένα τεράστιο χρέος, το οποίο δημιουργήθηκε απο τις αποζημείωσεις που υποχρεώθηκε να καταβάλει στους νικητές. Το χρέος αυτό δεν ήταν νομιμοποιημένο στη συνείδηση των γερμανών πολιτών. Και όχι μόνο: Οι αμερικάνοι θεωρούσαν επίσης τεράστιο το ύψος του χρέους, ενώ κατηγορήθηκαν συχνά απο τους συμμάχους τους και πιστωτές της Γερμανίας,  ότι αδιαφόρησαν για την τακτική εξυπηρέτηση των χρεών αυτών και τη καταβολή των επανορθώσεων, που καθόριστηκαν από τη συνθήκη  των βερσαλιών και τις μετέπειτα οικονομικές συμφωνίες.  Τέλος, στη Γερμανία του μεσοπολέμου υπήρχε μια ισχυρή βιομηχανική τάξη, ικανή να στηρίξει την οικονομία, αλλά σε αναζήτηση πολιτικών συμμάχων, δεδομένου ότι τα αστικά κόματα δεν φαίνονταν ικανά να εξυπηρετήσουν αποτελεσματικά τα συμφέροντα της. Για το λόγο αυτό και προκειμένου να ανακόψει την μεγάλη άνοδο της αριστεράς, δεν άργησε να τους αναγνωρίσει, προς τα τέλη της δεκαετίας του 1920, στο πρόσωπο του χίτλερ.

Για κάποιους ιστορικούς η πολιτική βία της περιόδου 1918-1919 σε συνδυασμό με την αυξημένη συμμετοχή γερμανοεβραίων στην επανάσταση του Μονάχου, αλλά και γενικότερα στις τάξεις της άκρας αριστεράς, προκάλεσαν το αίσθημα των γερμανών εθνικιστών  και συνέβαλαν στη μετέπειτα διαμόρφωση της ναζιστικής ιδεολογίας. Σύμφωνα με την υπάρχουσα βιβλιογραφία, μεταξύ των παραγόντων που βοήθησαν την άνοδο του χίτλερ αναφέρεται αρχικά η παγκόσμια οικονομική ύφεση του 1929# και οι αλυσιδωτές της συνέπειες στην Ευρώπη και στη Γερμανία. Η  απόσυρση των αμερικανικών κεφαλαίων που είχαν επενδυθεί σε μεγάλη κλίμακα σε τίτλους του γερμανικού  δημοσίου χρέους και σε άλλα χρηματηστηριακά προϊόντα, προκάλεσε τη χρεωκοπία του τραπεζικού συστήματος. Το χρηματηστήριο κατέρευσε και το μαϊο του 1931 μια απο τις πιο μεγαλύτερες τράπεζες στην Ευρώπη η αυστριακή Credit -Anstalt # κύρηξε στάση πληρμών. Η  έλλειψη εμπιστοσύνης προς τις τράπεζες πήρε τη μορφή πανικού, με αποτέλεσμα τη μαζική απόσυρση των τραπεζικων καταθέσεων#. Η γερμανική οικονομία βυθίστηκε στην υφεση: η πτώση της  ζήτησης διεθνώς  έπληξε σοβαρά τις γερμανκές εξαγωγές και  η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 20%#.Το κύμα πτωχεύσεων των επιχειρήσεων αύξησε δραματικά την ανεργία που το δεκέμβριο του 1931 έφτασε στο 33%. #

Η πολιτική κρίση του 1930, η διάσπαση της αριστεράς και η αδυναμία του κοινοβουλευτικού συστήματος να διαχειριστεί την οικονομική κρίση, επαίξαν επίσης σημαντικό ρόλο στη μεταστροφή της γερμανικής κοινής γνώμης από τις δημοκρατικές σε πιο αυταρχικές πολιτικές επιλογές, κάτι που χαρακτηρίζε έξάλλου όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες του μεσοπολέμου. Εχοντας αποσπάσει τη στήριξη του βιομηχανικού κεφαλαίου, ο Χίτλερ παρουσίασε ως στρατηγικό σχέδιο εξόδου από τη κρίση τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας και το κρατικό παρεμβατισμό στην οικονομία. Το σχέδιο αυτό πλαισίωνε ένας λαϊκιστικός εθνικιστικός λόγος που στρεφόταν εναντίον των νικητών του πολέμου, και της οικονομικής τυρανίας που επέβαλαν στη Γερμανία, των αμερικανών ως υπεύθυνοι για τη παγκόσμια ύφεση, των κομουνιστών και των εβραίων. Αυτούς τους αποκαλούσε «  παράσιτα που ζουν σε βάρος της Γερμανίας.# »
 
Η ανοχή των αστικών κομάτων και της αριστεράς, αρχικά, απέναντι στο ναζισμό και η σχετικά μακρά παράδοση του αντισημιτισμού στη Γερμανία και στην Ευρώπη ευνόησαν τους  εθνικοσοσιαλιστές αφηνοντας τους να κερδίσουν χρόνο, χώρο και να νομιμοποιηθούν ιδεολογικά στη συνείδηση του κόσμου. Τέλος σημαντικές είναι οι ευθύνες της κυρίρχης κοινωνωικής ελιτ που  στήριξαν, είτε εκλογικά όπως η παλιά αριστοκρατία, είτε οικονομικά, όπως συνέβει με τους γερμανούς βιομήχανους το χίτλερ#. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, η άνοδος του εθνικοσοσιαλιστικού κόματος ήταν το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης πολλών παραγόντων. Ωστόσο η τελική του εκτίναξη στο δεδομένο οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο, τροφοδοτήθηκε κυρίως από τον πολιτικό ανταγωνισμό των υπόλοιπων κομάτων και από το φόβο που προκαλούσε στους συντηρητικούς, πολιτικούς και οικονομικούς κύκλους, το σενάριο εγκαθίδρυσης κομουνιστικού καθεστώτος στη Γερμανία.

Η ελληνική πραγματικότητα

Ο παραλληρισμός της ελληνικής με τη  περίπτωση της δημοκρατίας της Βαϊμάρης προυποθέτει τη πρόσληψη του γερμανικού παραδείγματος με βάση το εξης σχήμα:  οικομική κρίση-εθνικισμός- άνοδος του ναζισμού. Στην περίπτωση της Ελλάδας, τα δεδομένα του προβλήματος παρουσιάζονται με τρόπο διαφορετικό. Στο επίπεδο της οικονομίας υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα με το εξωτερικό χρέος και η χώρα διανύει μια περιόδο βαθιάς εσωτερικής ύφεσης στο πλαίσιο μιας ευρύτερης παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Ομως η οικονομική κρίση στην Ελλάδα, είναι διαφορετικής ποιότητας και έντασης  από αυτή της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Εχει επίσης διαφορετικά αίτια. Σε αντίθεση με τη Γερμανία, το χρέος στην Ελλάδα δεν δημιουργήθηκε απο κανέναν πόλεμο, αλλά ήταν αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων των ελληνκών κυβερνήσεων. Επιπλέον, και αυτό είναι ίσως από τα σημαντικότερα σημεία, η εξυπηρέτηση του χρέους παραμένει ακόμα και τώρα στη συνείδηση της πλειοψηφίας των πολιτών νομιμοποιημένη. Σε αντίθεση με τη γερμανική κοινή γνώμη του μεσοπολέμου, οι πολίτες στην Ελλάδα, σε μεγάλο ποσοστό, παρότι αντιδρούν στις θεραπέιες σοκ που επιβάλλονται στη χωρα, γιατί θίγονται ζωτικά εργασιακά δικαιώματα, θεωρούν ότι το χρέος πρέπει να πληρωθεί.

 Πρόκειται για αντίφαση που οφείλεται στο ότι η ευθεία σύνδεση μεταξύ της αναγνώρισης κι αποπληρωμής του χρέους, και των μέτρων λιτότητας δεν έχει καταστεί ακόμα σαφής. Οι πολίτες, άνδρες και γυναίκες, μοιάζουν να ειναι έτοιμοι/ες να διαπραγματευτούν τη λιτότητα προς χάρην της ευρώπης και καθόλου έτοιμοι/ες να την απορρίψουν μαζί με το χρέος. Γιατί κάτι τέτοιο θα έθετε πιθανότατα τη χώρα εκτός κοινού νομίσματος. Κατά μια έννοια θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ανάλογα με το πόσα είναι διατεθειμένοι/ες να θυσιάσουν, διαμορφώνεται και η ψήφος τους απέναντι στα κόματα. Από την άλλη πλευρά το σύνολο των πολιτικών κομάτων μοιάζουν απόλυτα ενσωματωμένα  στο ευρωπαίκό σύστημα. Ακόμα και αυτά που αναπτύσουν αντιευρωπαϊκή ρητορική. Στη πραγματικότητα οι πολιτικές δυνάμεις του κοινοβουλίου, έχοντας αποδεχτεί τους κανόνες συμμετοχής της χώρας, τόσο στην ΕΕ όσο και στην ευρωζώνη δεν φαντάζουν ως απειλή για την ισχύουσα  κοινωνική και διαστρωματική τάξη πραγμάτων στο εσωτερικό. Απειλή δηλαδή ικανή να οδήγησει σταδιακά την άκρα δεξιά της χρυσής αυγής στην εξουσία. Κι αυτό γιατί, στο πλαίσιο της ΕΕ και ιδιαίτερα σε αυτό της ευρωζώνης οι επιμέρους εθνικές κοινωνικές και ταξικές διαστρωματώσεις, διαμορφώνονται πλέον ευρωπαϊκά, μέσα απο τη διακρατική διαπλοκή των ιδιωτικών οικονομικών συμφερόντων και των οικονομικών επιλογών που επιβάλλουν στα κράτη μέλη οι ευρωπαϊκές Συνθήκες και συμφωνίες. Επομένως στη συγκεκριμένη περίπτωση το σχήμα οικονομική κρίση - εθνικισμός –άνοδος της χρυσής αυγής δεν φαίνεται να επαληθεύεται στην ευρωπαίκή πραγματικότητα. Στο ευρωπαίκό σύστημα, η έννοια της εθνικής αστικής τάξης στην οποία η άκρα δεξιά έχει στο παρελθόν βασιστεί για να ανέβει στην εξουσία, έχει χάσει την αυτονομία και την αυτοτέλεια της. Δεν υπάρχει ως τέτοια για να συνδιαλλαγεί μαζί της

 Η στάση των πολιτικών κομάτων απέναντι στην Ευρώπη

Ειδικότερα για τη δεξιά, το ίδιο το πολιτικό πλαίσιο της Ευρωπης και της ευρωζώνης, με τη στενή διαπλοκή των ιδιωτικών οικονομικών συμφερόντων των ευρωπαϊκών κρατών, δεν μπορεί να αναδείξει  ηγέτες, εκπροσώπους μιας εγχώριας αστικής τάξης που έχουν συμφέροντα που θίγονται ώστε να πουν όχι στα μέτρα που επιβάλλονται. Μια τέτοια εξέλιξη θα πυροδοτούσε  κοινωνικές διεργασίες στο εωτερικό της χώρας που θα έθεταν ζητήματα εσωτερικής οικονομικής πολιτικής και αναδιανομής του εθνικού εισοδήματος. Ομως τα συμφέροντα της έγχωριας αστικής τάξης είναι σε μεγάλο βαθμό συμβατά με εκείνα των ευρωπαίων. Πρόκειται κυρίως για τα επιχειρηματικά εκείνα στρώματα που ευνοήθηκαν απο την υϊοθέτηση του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος. Είναι αυτές ακριβώς οι ομάδες συμφέροντων, η δράση των οποίων υπερβαίνει γεωγραφικά το εθνικό χώρο και αποτελούν μαζί με τις κοινωνικές ελιτ των άλλων κρατών μελών, τη σύγχρονη ευρωπαϊκή τάξη.  Χαρακτηριστικό του βαθμού της ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης των εσωτερικών πολιτικών δυνάμεων της Ελλάδας, είναι το γεγονός ότι και η χρυσή αυγή ακόμα, παρά τις εθνικιστικές  κορώνες περί εξόδου της χώρας απο το ευρώ, δεν αμφισβητεί επί της ουσίας την ευρωπαϊκή ένταξη της χώρας.  Για το λόγο αυτό, ενώ τα κείμενα τους βρίθουν  « λύσεων » για το μεταναστευτικό, δεν έχει παρουσιάσει το παραμικρό σχέδιο για την πρακτική υλοποίηση της αλλαγής του νομισματικού συστήματος ή τις προτάσεις της για τη παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας σε εθνική βάση.

Σε ότι αφορά τη κοινοβουλευτική αριστερά, η ηγεσία της φαίνεται απόλυτα προσηλωμένη στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. Της είναι αδιανόητο να φανταστεί ένα άλλο μέλλον για την Ελλάδα και πιθανόν για το λόγο αυτό να αρνείται  να καταρτίσει οποιαδήποτε στρατηγική αντιμετωπίσης   της ενδεχόμενης  εξόδου απο την ευρωζώνη, στην οποία αν συνεχιστεί η λιτότητα, μοιραία θα οδηγηθούμε. Το κκε είναι το μόνο κοινοβουλευτικό κόμα που θέτει σε αμφισβήτηση την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Ομως η εκλογική του συρίκνωση, η περιορισμένη του απήχηση στη κοινωνία και η υπερφυσική προσέγγιση που έχει,  σχετικά με την επιλογή του χρόνου κατα τον οποίο είναι δυνατή η επαναστατική αλλαγή,  δεν αρκούν για να πυροδοτήσουν την αντανακλαστική άνοδο της άκρας δεξιάς και της χρυσής αυγής, που τη περίοδο που διανύουμε μονοπωλεί το πολιτικό αυτό χώρο. 

Δημοκρατία της Bαϊμάρης: Τα όρια εξαγωγής του υποδείγματος

Σε ότι αφορά την ερμηνεία του φαινομένου στην Ελλάδα, οι δύο διαφορετικές ιστορικές πραγματικότητες μοιάζουν να καθιστούν μάλλον αδύνατη την εισαγωγή του γερμανικού ερμηνευτικού υποδείγματος. Από την άλλη πλευρά οι εκδηλώσεις του φαινομένου παρουσιάζουν πράγματι κοινά μεταξύ τους. Αλλά τα κοινά αυτά  έχουν κάποια όρια στην εξέλιξη τους. Ετσι,  στην Ελλάδα έχουμε επισόδεια ρατσιστικής βίας, συγκρίσιμα με κάποια από αυτά που συναντήσαμε σε μεγαλύτερη έκταση στη περίπτωση της Βαϊμάρης, εναντίον εβραίων και άλλων ομάδων. Εχουμε επισόδεια επικίνδυνης όξυνσης του ρατσισμού, που εκφράζονται με τις καθημερινές δολοφονικές επιθέσεις κατά των μεταναστών, των ομοφυλόφιλων, επιθέσεις λεκτικές στη περίπτωση των ατόμων με ειδικές ανάγκες, ή και  με τη άσκηση βίας κατά των πολιτκών αντιπάλλων. Σαν σύνολο όμως οι δύο περιπτώσεις ερμηνευτικά, τόσο στις αιτίες όσο και στις εκδηλώσεις του φαινομένου, δεν είναι ισοδάναμες. Και ούτε μπορούν να συγκριθούν ως τέτοιες.

Για το λόγο αυτό η μεταφορά του γερμανικού παράδειγματος δεν μας βοηθά  να εξηγήσουμε σε βάθος την άνοδο της χρυσής αυγής στην Ελλάδα. Υπο αυτό το πρίσμα δεν αποτελεί παρά μια εκ των υστέρων προβολή  του ναζισμού της περιόδου του μεσοπολέμου στο σήμερα.  Το εγκαθιδρυμένο  ευρωπαϊκο ιδεώδες και η παγκοσμιοποίηση, εξακολουθούν να λειτουργούν  την εποχή της κρίσης  ως  ανάχωμα όχι του εθνικισμού ή της αναβίωσης του ναζισμού, γιατι αυτά καταφέρνουν κι επιβίωνουν. Ως ανάχωμα στην πρόσληψη της οικονομίας και των κοινωνικό οικονομικών σχέσεων με όρους έθνους κράτους. Η μεταφορά της άσκησης οικονομικής πολιτικής απο τα εθνικά και δημοκρατικά εκλεγμένα στα ευρωπαϊκά γραφειοκρατικά όργανα, δημιουργεί νέου τύπου συνθήκες οι οποίες, ειδικά όταν οι πολιτικές που εφαρμόζονται παράγουν ανεργία, θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν ακροδεξιά αντανακλαστικά με απρόβλεπτες συνέπειες. Για λόγους όμως διαφορετικούς από τη κοινωνική δυσαρέσκεια ή την απειλή της κομουνιστικής αριστεράς στο εσωτερικό της χώρας και μέσα απο διαδικασίες τελείως άγνωστες στη Γερμανία του μεσοπολέμου.  

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

H έννοια της κοινωνικής χειραφέτησης στα έργα των τροβαδούρων


της  Sissie Bara


Οι τροβαδούροι ήταν οξιτανοί ποιητές και συνθέτες, ανάμεσα τους και γυναίκες, που εμφανίζονται το 12ο και 13ο αιώνα μχ. Με την εμφάνιση τους ολοκληρώνεται το πέρασμα απο τη θρησκευτική στη κοσμική ποίηση. Το όνομα τους προέρχεται απο το λατινικό trobar που σημαίνει συνθέτω στίχους ή μουσική.  Εκτός απο τη νότια, τους συνατούμε και στη βόρεια γαλλία  με το όνομα  trouvères . Οι τροβαδούροι πηγαιναν απο παλάτι σε παλάτι και αφηγούνταν έμετρες, επικές ιστορίες σε στίχους, υμνώντας τις αρετές της ιπποσύνης.  Αρκετά συχνά,  πλαισιώνονταν απο άλλους διασκεδαστές,  οικονομικά ασθενέστρους, όπως  οι ζονγκλέρ και οι πλανόδιοι μουσικοί. 

Ανάμεσα στα πιο γνωστά λυρικά ποίηματα της εποχής είναι το τραγούδι του Roland,  « la chansonde Roland »,  και το τραγούδι της δράσης, « la chanson de geste ». Το δεύερο προέρχεται από το λατινικό gesta που σημαίνει  δράση και πολεμικό κατόρθωμα. Οι περισσότεροι τροβαδούροι κατάγονταν απο την γαλλική Aquitaine ή την Provence[1]. Η συμβολή τους στα κοινωνικά και λογοτεχνικά δρώμενα της εποχής τους αφορά καταρχήν τη κριτική αντιμετώπιση των κοινωνικών συμβάσεων της εποχής τους και των ηθών. Ωστόσο τα ερωτήματα που γεννούν τα έργα τους, παράλληλα με τις κοινωνικές εξελίξεις που βιώνουν οι δημιουργοί τους , οδηγούν σε μια ευρύτερη κριτική διάθεση των μεσαιωνικών κοινωνιών.  

Οι τροβαδούροι, επινόησαν αρχικά την έννοια του  ευγενή έρωτα[2]. Ενός έρωτα βασισμένου στο πάθος και τη τρυφερότητα. Συναισθήματα δηλαδή  που προϋποθέτουν την ελεύθερη βούληση, βρίσκονται έξω απο τη θρησκευτική πρόσληψη της κοινωνίας και των διαφυλετικών σχέσεων, και θέτουν σε αμφισβήτηση τη χριστιανική ηθική, τις κατεστημένες ιεραρχικά κοινωνικές σχεσεις και τη κοινωνικό ρόλο των γυναίκών. Η ταξική τους καταγωγή, με βάση τον ορισμό των κοινωνικών τάξεων του μεσαίωνα,  δεν ήταν εννιαία.  Αρκετοί τροβαδούροι ήταν ευγενείς και κατείχαν γη. Κάποιοι, άλλοι άνηκαν στην ανώτερη αριστοκρατία. Συγκεκριμένα ο πρώτος γνωστός τροβαδούρος που εμφανίστηκε στις αρχές του 12ου αιώνα ήταν ο Guillaume IX d’Aquitaine, κόμης του Poitiers και  δούκας της Aquitaine (1071-1127), πλούσιος και ισχυρός φεουδάρχης.  Συνίθιζε να γράφει τα τραγουδια του σε δημοτική λαϊκή γλώσσα. Στο έργο του βρίσκουμε όλα τα θέματα των μεταγενέστερων ποιητών και ήταν εκείνος που έθεσε τις βάσεις της οξιτανικής ερωτικής ποίησης εισάγοντας τον ευγενή, τον ιπποτικό έρωτα. Οσοι δεν είχαν γη, όπως οι Marcabru Guiraut de Bornelh οι ζονγκλέρ  Cercamon, Albertet, Pistoleta, ο Guillaume Augier, αλλά και ο διάσημος τροβαδούρος  Bernart de Ventadour, έβρισκαν προστάτες ευγενείς που τους  υποστήριζαν οικονομικά και κοινωνικά. Μιά άλλη κατηγορία,  όπως ό Μοναχός του  Montaudon προερχόταν απο τις τάξεις του κλήρου. Τέλος υπήχε και μια μικρή ομάδα τροβαδούρων, όπως οι Folque de Marseille, Peire Vidal, Peire Ramon de Tolosa και ο Aimeric de Perguilhan, που ήταν έμποροι και  μέλη της αστικής τάξης των πόλεων.[3].

Η Aliénor d'Aquitaine, βασίλισσα της γαλλίας τη περίοδο 1137-1152 και μετέπειτα της Αγγλίας,  εγγονή του Guillaume IX d'Aquitaine, συναναστρέφεται στο παλάτι  της στο  Poitiers, τροβαδούρους. Ανάμεσα τους ήταν και ο διάσημος  λυρικός ποιητής  Bernard de Ventadour.  Θέτοντας υπό τη προστασία της τους λυρικούς ποιητές, η Aliénor  προκάλεσε τομή στα ήθη των βασιλικών αυλών. Στη παλάτι της, γυναίκες ευγενικής καταγωγής και τροβαδούροι τραγουδούσαν, συζητούσαν μεταξύ τους  κι επιδιίωκαν να γοητεύσουν ο ένας τον άλλο προτάσσοντας τη πνευματική τους καλλιέργεια. Χαρακτηριστικό θέμα συζήτησης αποτελούσε:  το αν είναι δυνατό να υπάρξει  έρωτας εντός γάμου, όταν η ερωτική πράξη είναι απλά μια υποχρέωση και όχι το αποτέλεσμα της ελεύθερης επιλογής των ανθρώπων.

Οι συζητήσεις αυτές, μαρτυρούν την ανάδυση της έννοιας της ατομικότητας,  σε μια εποχή όπου στην Ευρώπη, όπως και  άλλού, το άτομο απέναντι στη συλλογικότητα καταργείται: Υπάρχει μόνο η οικογένεια, η φυλή ή το κράτος.  Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η Aliénor και οι αδερφές της έδωσαν το πρώτο χτύπημα στις καθολικές κοινωνικές συμβάσεις, διεκδηκώντας το δικαίωμα να αγαπήσουν και να παντρευτούν το άτομο της επιλογής τους. Πρόκειται για τη πρώτη μάχη  που καταγράφεται στη χριστιανική δύση από τη πλευρά των γυναικών. ¨Ηταν ένας αγώνας που δόθηκε πριν από την εμφάνιση μορφωμένων, συγγραφέων και ποιητριών που αμφισβήτησαν το κοινωνικό ρόλο του φύλου τους. Μεταξύ αυτών, εξέχουσα θέση έχει η διάσημη για την εποχή της ποιήτρια Christine de Pisan, η πρώτη γυναίκα στη Γαλλία που ζεί  τη περίοδο του ύστερου μεσαίωνα, απο τα γραπτά της. Στόχος έμφυλων διακρίσεων κι αποκλεισμού, από τους κυρίαρχους πανεπιστημιακούς και εκκλησιαστικούς κύκλους, παρά τη μεγάλη επιτυχία των κειμένων της,  στηλίτευσε με το έργο της, την ανισότητα των δύο φύλων την οποία απέδιδε όχι στη φύση, όπως θεωρούσαν τότε. Αλλά στην παιδεία, στην εικόνα που είχαν οι ίδιες οι γυναίκες για τον εαυτό τους και στο γεμάτο μισογυνισμό κυρίαρχο ανδρικό λόγο[4].   

 Μια βασική δραστηριότητα των τροβαδούρων  που σύχναζαν τόσο στην αυλή της Aliénor d’aquitain όσο και αλλού, ήταν τα περίφημα μαθήματα αγάπης. Στο πλαίσιο των μαθημάτων αυτών, παρουσιάζονταν στη κρίση μιας  επιτροπής κατά τα πρότυπα της δικαστικής εξουσίας, ερωτήματα σχετικά με το Δίκαιο και τον Ερώτα. Αυτά ακριβώς τα μαθήματα θα ενσωματωθούν αργότερα, το 1323 στην Ακαδημία των λουλουδένιων παιχνιδιών της Τουλούζης, της παλαιότερης φιλολογικής λέσχης του δυτικού κόσμου[5]. 

Σε ότι αφορά τα κοινωνικά συμφραζόμενα της ποίησης των τροβαδούρων, αξίζει να σημειωθεί ότι στα ποίηματα τους αφηγούνται ερωτικές ιστορίες ανθρώπων διαφορετικών κοινωνικών τάξεων. Οι γυναίκες κυρίως, στις οποίες απευθύνονταν, ήταν κοινωνικά ανώτερες και παντρεμένες[6].   Ανατρέπονται επομένως οι όροι αντίληψης και λειτουργίας της οικογένειας και αμφιβητείται ρητά η κατεστημένη  κοινωνική διαστρωμάτωση. Ειδικά όταν στο πλαίσιο αυτης της αναπαράστασης η εκπλήρωση της ερωτικής επιθυμίας, μεταφράζεται σε κάποια κοινωνική κινητικότητα.  Και στο σημείο αυτό η κοινωνική  καταγωγή των ποιητών παίζει ένα ρόλο, αν και ακριβώς επειδη δεν είναι ενιαία θα πρέπει ο ρόλος αυτός να εξεταστεί ξεχωριστά σε κάθε περίπτωση.  Η ανάδυση της ποίησης των τροβαδούρων συνδέεται με τις κοινωνικές εξελίξεις και ανακατατάξεις που συντελούνται στο μεσαίωνα με την εμφάνιση της αστικής τάξης. Ο πολιτικός αποκλεισμός της τελευταίας τη φέρνει αντιμέτωπη τόσο με τους ευγενείς όσο και με την εκκλησία. Ταυτόχρονα τα έργα των τροβαδούρων μοιάζουν να αντικατοπτρίζουν και τις κοινωνικές εντάσεις που προκαλούνταν στο εσωτερικό της αριστοκρατίας, ανάμεσα στους λιγότερο  εύπορους οικονομικά ευγενείς και στους πιο ισχυρούς φεουδάρχες[7].

Ο πολιτικός αποκλεισμός και η ανισσότητα μεταξύ των διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων που διεκδικούν μερίδιο εξουσίας, ως αναπαράσταση στα έργα των τροβαδούρων, διεκδικεί μια λύση. Και αυτή δίνεται μέσα απο  τη κατασκευή μιας  ενιαίας τάξης, μιας ιδανικής τάξης, που όπως ακριβώς και στη περίπτωση του ιδανικού έρωτα, καταργεί τους επιμέρους διαχωρισμούς των ανθρώπων. Ως προς το σημείο αυτό οι αφηγήσεις τους είναι χαρακτηριστικές[8]: Ο επίδοξος και κοινωνικά κατώτερος εραστής, υποτάσσεται ολοκληρωτικά στην αγαπημένη του και δεσμεύεται να την υπηρετεί κατα τα πρότυπα της φεουδαλικής υποτέλειας[9]. Η γυναίκα σαν επικυρίαρχος, έχει τη δυνατότητα, αν το επιθυμεί  να επιβραβευσει τον ιππότη της, δείχνοντας του έλεος. Αν τον αποδεχτεί, τότε εκείνος την υπηρετεί με όρκο πίστης, στη ζωη και στο θάνατο, όπως ακριβως ένας υποτελής τον ιππότη του. Η σύμφωνία αυτή μεταξύ των δύο πλευρών, είναι σαφώς προϊόν ελεύθερης βούλησης. Και η κατοχύρωση της ελεύθερης βούλησης είναι βασικό στοιχείο οποιασδήποτε μορφής χειραφετησης προσωπικής, κοινωνικής και πολιτικής.
















Για τον ευγενή έρωτα  La fin' amor: chants de troubadours XIIe et XIIIe siècles / trad. de la langue d'oc par Jean-Claude Marol Paris : Éd. du Seuil, 1998












Guillaume IX d'Aquitaine, παπούς της Αλιενόρ βασίλισσας της Γαλλίας. θεωρείται ο 1ος τροβαδούρος πού γράφει σε λαϊκή δημώδη οξιτανική γλώσσα. Γεννήθηκε το 1071 και πέθανε το 1126

Η εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Αθήνα

Επειδή το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων τελεί υπό κατάληψη, η εκδήλωση της παρουσίασης του βιβλίου με τίτλο "Η Εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Αθήνα" (εκδόσεις Αλεξάνδρεια) θα πραγματοποιηθεί στη Νομική Σχολή του Παν/μίου Αθηνών (αμφιθέατρο Παπαρρηγόπουλου, 1ος όροφος, είσοδος από Σόλωνος) την ίδια ημέρα (Παρασκευή 30 Νοεμβρίου), την ίδια ώρα (6:30 το απόγευμα) και με τους ίδιους ομιλητές (Ηλίας Νικολακόπουλος, Πολυμέρης Βόγλης, Σταύρος Σταυρίδης). Σας στέλνω τη διορθωμένη πρόσκληση. ωωωωωωωωωωω

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

STAND-UP ECONOMY Ο Οικονομο-(Μονό)λογος




…Τελικά έγινε αυτό που φοβόμασταν , μας έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι. Αυτός ο περίφημος καταγάλανος  Ελληνικός ουρανός,  έσκασε πάνω μας σαν καρπούζι κι έγινε συντρίμμια  κομμάτια… κι είν΄ όλα μαύρα… και τα’χουμε όλοι χαμένα. Και μια λέξη σκεπάζει τα πάντα… ΚΡΙΣΗ!!!... Τι συμβαίνει; Μας εκδικούνται οι θεοί; Μας ζηλεύουν οι ξένοι; Μας πούλησαν οι ντόπιοι; Και τώρα τι; Που πάμε πια και πόσο θα κρατήσει; Πόσο κοστίζει ένα κούρεμα και ποιος είναι ο κουρέας; Ευρώ ή δραχμή; Ξευτίλα ή φτώχια; Πόσες φορές πρέπει να σωθούμε για να ζήσουμε μία; Σε ποια πίστα τερματίζουμε γαμώτο; Λεφτά υπάρχουν ή μαζί τα φάγαμε;….ΚΡΙΣΗ!!… Μόνο Ελληνική; Ή Ευρωπαϊκή; Ή παγκόσμια; Τα ερωτήματα πέφτουν βροχή κι απάντηση καμία. Μα είναι χώρα όμως  αυτή εδώ για να βρεις απαντήσεις!... Και ποιόν να ρωτήσεις!....... Γι’αυτό ας φύγουμε από δώ κι ας ταξιδέψουμε αλλού, μακριά από την Ελλάδα, να βρούμε την απάντηση, σε μια χώρα που δεν είναι μπάχαλο, σε μια χώρα καθόλα αξιόπιστη, παραγωγική, δουλευταρού, σε μια υπερδύναμη βρε αδερφέ, που όμως τα’κανε κι αυτή ‘’σκατά’’, που από κει αρχίσαν όλα… Ας πάμε στην ‘’εξαίρετη’’ ΑΜΕΡΙΚΗ!!!....Ίσως έτσι καταλάβουμε και ξετυλίξουμε το κουβάρι.   
Ο ηθοποιός Νίκος Αρβανίτης  συναντά, συνθέτει και ανασυνθέτει τον συναρπαστικό λόγο του Αμερικάνου οικονομολόγου Rick Wolff σε μια ιδιότροπη αφήγηση για την οικονομική κρίση στις ΗΠΑ. Γιατί, πολλές  φορές, η απόλαυση κρύβεται όχι μόνο στην συγκίνηση, αλλά και στην σκέψη!! Άλλωστε σκοπός του θεάτρου ίσως είναι,  τελικά,  να καταφέρουμε να διατυπώσουμε το βασικότερο των ερωτημάτων: << Με ποιο τρόπο ζούμε;>>    
Σύνθεση- Σκηνοθεσία- Παρουσίαση: Νίκος Αρβανίτης                                             

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Η «θεωρία των άκρων»: η προπαγάνδα και η ιστορία της



πηγή: seisaxthiablog

Στις 11.09.12, το κεντρικό άρθρο-σχόλιο της εφημερίδας “Καθημερινή” (εικ. 2), αναφέρεται σε “ακροαριστερά και ακροδεξιά τάγματα εφόδου” που αλληλοσυμπληρώμενα έφεραν “τη χώρα να κατρακυλάει σε έναν κατήφορο ανεξέλεγκτης βίας”. Πώς ακριβώς όμως ταυτίζεται η διαμαρτυρία ενάντια στην περιβαλλοντική καταστροφή που σχεδιάζεται στις Σκουριές Χαλκιδικής, με το κυνήγι και τα μαχαιρώματα αλλοδαπών μεταναστών;
Εκείνες τις μέρες, όλως τυχαίως, δημοσιεύτηκε σειρά αντίστοιχων άρθρων από γνωστούς δημοσιολόγους, όπως των: Στέφανου Κασιμάτη (εδώ & εδώ), Γιάννη Πρετεντέρη(εδώ & εδώ), Νίκου Μπίστη και (φυσικά…) Πάσχου Μανδραβέλη. Όλα συνέτειναν ομοιοτρόπως στην ταύτιση και αλληλοτροφοδότηση της “βίας των άκρων”, ενώ τα πιο χαρακτηριστικά εξ αυτών έφεραν τίτλους όπως: «Η ευκαιρία της Χρυσής Αυγής για τη δημοκρατία» και «Χρυσή ευκαιρία».
Ποιά είναι, λοιπόν, η «θεωρία των άκρων»; Έχει ερμηνευτική-κοινωνική ισχύ η συγκεκριμένη θεωρία; Γιατί προπαγανδίζεται συστηματικά από τα καθεστωτικά ΜΜΕ; Είναι σύγχρονη ή έχει ιστορικές κοινωνικοπολιτικές ρίζες;
Διαβάστε το πρώτο μέρος εδώ. Γιατί προπαγανδίζεται συστηματικά από τα ΜΜΕ;
«Από μόνη της η θεωρία των δύο άκρων είναι ένας ακόμα τρόπος κατασκευασμένων διαιρέσεων για προφανείς λόγους αλλά και ταυτίσεων εντελώς ανόμοιων και κοινωνικών απόψεων και πρακτικών. Το να μην ανήκει κανείς σε κανένα «άκρο» βοηθάει σε μεγάλο βαθμό τα συστήματα εξουσίας να διατηρούν τους πολίτες στο εν γένει ενδιάμεσο και κυρίως στο να ταυτίζουν π.χ. μια δυναμική ομάδα υπεράσπισης των ανθρώπινων δικαιωμάτων όπως αυτά προσδιορίζονται στις Συμβάσεις του ΟΗΕ και της ΕΕ και μία ρατσιστική-ναζιστική ομάδα που δέρνει και μαχαιρώνει ένα τμήμα του πληθυσμού». [ Άντα Ψαρρά ]
«Το σχήμα επομένως των άκρων που υπονομεύουν τη δημοκρατία θέλει να αποκρύψει ότι η δημοκρατία κινδυνεύει, έχοντας δεχτεί ισχυρά πλήγματα, από την επικράτηση του εξτρεμισμού στο κέντρο. Την επικράτηση ενός διπλού εξτρεμισμού που φαίνεται ότι δεν αντιμετωπίζει ζητήματα συγκατοίκησης. Ενός εξτρεμισμού αναρχο-φιλελεύθερου που διαλύει τους κοινωνικούς θεσμούς, και ενός εξτρεμισμού άκρας καταστολής και παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Εκεί βρισκόμαστε. Αυτή είναι τη νέα πολιτική γεωγραφία πρέπει να αναδείξουμε. Γιατί η θεωρία των άκρων που υπονομεύουν τη δημοκρατία θα χρησιμοποιηθεί και στις εκλογές εκβιαστικά, και μετά τις εκλογές για να δείξει τον κίνδυνο της ακυβερνησίας. Πρόκειται για έναν ισχυρό εκβιασμό, ακριβώς γιατί παρουσιάζεται ως προφανές δίλημμα». [ Αντώνης Λιάκος ]

«Δεύτερον, οι συμψηφισμοί που βασίζονται σε μια τέτοια κραυγαλέα αν και υποκρυπτομένη ανισότητα δεν είναι ποτέ ούτε αθώοι, ούτε προϊόντα άγνοιας. Είναι αποτελέσματα συνειδητού σχεδιασμού, βάσει του οποίου η κοινή γνώμη πρέπει να εξισώσει θύτη και θύμα, πρωτοπορία και αντίδραση, πρόοδο και συντήρηση, πατριωτισμό και φασισμό, ώστε αρχικά μέσα στο γενικό χυλό να απογοητευτεί από όλους, άρα να περιέλθει σε σύγχυση και τελικά να επιστρέψει στην υποστήριξη προς τη “φιλήσυχη” καθεστηκύια σταθερότητα και προς όσους τη διασφαλίζουν. Ακόμα και προς εκείνους που μέχρι πρότινος ήταν οι δήμιοι του λαού.
(…) Προκειμένου μάλιστα να πετύχει το σχέδιο του χυδαίου συμψηφισμού το κατεστημένο επιστρατεύειτο λόγο και την πένα των μονίμως “νηφάλιων”, κεντρώων – κεντροδεξιών κατά προτίμηση ή και δήθεν δημοκρατικών – δημοσιογράφων και εξαρτημένων διανοουμένων. Όλων αυτών που θα εμφανίσουν την εικόνα ενός δήθεν ειρηνικού αστικού κράτους, του οποίου την ησυχία συνήθως ξεκίνησε να ταράζει η αριστερά με τις ακρότητές της, προκαλώντας την άνοδο της ακροδεξιάς. Αρχικά θα χρεώσουν στην αριστερά ότι υπήρξε ανόητη – δηλαδή απερίσκεπτη – και κατόπιν ότι είναι ένοχη». [ Θέμης Τζήμας ]
«Ο συρφετός των διεφθαρμένων πολιτικών που κυβέρνησε στη διάρκεια της μεταπολίτευσης βλέπει να αυξάνεται η απόστασή του από την κοινωνία. Θεωρεί πως το μόνο χαρτί που έχει να παίξει είναι να θεωρηθείσωτήρας απέναντι στη «βία των άκρων», όπως προσπαθεί διακαώς να περιγράψει αυτό που συμβαίνει σήμερα, συγχέοντας εσκεμμένα κινητοποιήσεις και φονικά. Πού αλλού να εναποθέσει τις ελπίδες της η δόλια η «Καθημερινή»; Στην υπεράσπιση των Μνημονίων; Η ελπίδα της είναι να αναβαπτίσει τα απολύτως ανυπόληπτα αστικά κόμματα σε εγγυητές της ασφάλειας, να ποντάρει δηλαδή στον φόβο, αφού τα κόμματα αδυνατούν να προσφέρουν ελπίδα». [ Κωνσταντίνος Πουλής ]
«Προσπαθούν να πείσουν πως το πρόβλημα της χώρας είναι ο εκφασισμός της κοινωνίας και πρέπει εμείς οι «δημοκράτες» – δηλαδή οι πολίτες, οι πολιτικοί, οι εφοπλιστές, οι παπαγάλοι τηλεδημοσιογράφοι και οι νταβατζήδες της διαπλοκής, όλοι μαζί – να αντιμετωπίσουμε τη Χρυσή Αυγή που, από την άλλη, φροντίζουν, βέβαια, να την «φουσκώνουν» όσο μπορούν, αλλά με διακριτικό τρόπο, για να μην αντιληφθούμε πως είναι δικό τους δημιούργημα και πιόνι, ώστε να ξεχάσουμε τις δικές τους απάτες και τα δικά τους εγκλήματα». [_Πιτσιρίκος ]
Οι ιστορικές καταβολές της θεωρίας
«Οι ιδέες που διακινούνται σε κάθε εποχή, και που διεκδικούν στην εκάστοτε συγκυρία να γίνουν κυρίαρχες, δεν προκύπτουν εκ του μη όντος. Στηρίζονται σε προϋπάρχουσες πνευματικές δομές και διαμάχες, για τις οποίες ωστόσο ελάχιστα μας προϊδεάζει η εκλαΐκευσή τους στον δημόσιο λόγο των ημερών μας. Με αυτή την έννοια, η αναδρομή στις πηγές των ιδεών αυτών βοηθά να καταλάβουμε τι διακυβεύεται σήμερα – εν προκειμένω: με την προαγωγή του «αντιολοκληρωτισμού» σε κρατικό δόγμα και επίσημη πολιτική». [ Δημ. Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος ]
«Ο τρόπος που επέλεξε η καραμανλική πολιτική ηγεσία των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων για να ξεπεράσει τον δυσμενή πολιτικό συσχετισμό ήταν να δυσφημήσει τους κοινωνικούς αγώνες της περιόδου, ταυτίζοντάς τους με τη δράση των φασιστών και των χουντικών. Ο νεολογισμός «αριστεροχουντισμός» εφευρέθηκε για να συνδέσει – κατά τις παλιές συνήθειες – τα «δύο άκρα», και να απομονώσει τις πιο ριζοσπαστικές μορφές δράσης των εργαζομένων και της νεολαίας από το ευρύτερο κίνημα. Σ’ αυτή την παγίδα έπεσαν και οι ηγεσίες των μεγάλων κομμάτων της Αριστεράς που αντιμετώπισαν με δυσπιστία τις δυναμικές και αυθόρμητες κινητοποιήσεις της περιόδου». [ Ιός ]
«Το βασικό πρόβλημα με την θεωρία των άκρων – πέρα από την πλαστή ταύτισή τους – είναι το γεγονός ότι προϋποθέτει ένα μη βίαιο και νομιμόφρον «αστικό κέντρο», βουτηγμένο στην νομιμότητα. Καλύπτει, έτσι, τον αυταρχισμό του «μεσαίου φάσματος» και του παρέχει την δυνατότητα να λειτουργήσει ως πολιτικός διαιτητής, χρησιμοποιώντας, βεβαίως, και τη «νόμιμη βία». Αλλά και επιτρέπει σε περιόδους πολιτικής κρίσης, όπως η σημερινή, τη σύγκλιση α λά καρτ των «δημοκρατικών αστών» με τους φασίστες, όταν και αν το αριστερό/αντικαπιταλιστικό «άκρο» φαντάζει πιο απειλητικό, καθώς και την μερική υιοθέτηση της φασιστικής ατζέντας από τους «κεντρώους». Η θεωρία του «μεγαλύτερου κινδύνου», συνέπεια της θεωρίας των δυο άκρων, καθορίζει και την τελική επιλογή του «εσωτερικού εχθρού». [ Δημήτρης Μπελαντής ]
«Θα έπρεπε να είναι αυτονόητο αλλά ας το ξαναπούμε: Άλλο η πολιτική βία γενικώς κι άλλο η Τρεμπλίνκα ή, ακόμη, οι Δίκες της Μόσχας. Άλλο τα «άκρα» ως μετωνυμία για τον ριζοσπαστισμό κι άλλο ο ναζισμός και ο σοβιετικός κομμουνισμός. Η επιστράτευση μιας τέτοιας ρητορικής και δη πρόχειρης και ανιστόρητης έχει μία επίπτωση και μόνο: καταπνίγει το δίκιο. Για να το ξεκαθαρίσουμε: Η πολιτική βία είναι συστατικό στοιχείο των δημοκρατιών, διότι οι δημοκρατίες είναι ιστορικά γεννήματα ριζοσπαστισμών. Συναντά κανείς τα ίχνη της στις «κομμουνιστικές» εργασιακές κατακτήσεις της σοσιαλδημοκρατίας και στα «φιλελεύθερα» δικαιώματα των δημοκρατικών συνταγμάτων, στη νομολογία της πολιτικής ανυπακοής και στο αυτονόητο της ισονομίας.Σκοτωθήκαμε και σκοτώσαμε γι’ αυτά. Και, διαπιστώνουμε, πολλά διακυβεύονται ακόμη»… [ Αυγουστίνος Ζενάκος ]

πόσοι μας διάβασαν: