Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ


Οι Εκδόσεις Ασίνη και το βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις σας προσκαλούν στη δεύτερη από τις "Περιπλανήσεις στην ιστορία" την Πέμπτη 28/1, στις 8:00 μμ., με θέμα " ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ: ΤΟΣΟ ΚΟΝΤΑ – ΤΟΣΟ ΜΑΚΡΙΑ Ή ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΩΝ ΕΙΔΩΝ" και ομιλητή τον ιστορικό Νίκο Κοκκομέλη.               
 


Γιατί οι αρχαίοι δεν έγραψαν για την ιστορία ενώ μας άφησαν πραγματείες για όλα τα είδη λόγου, από την τραγωδία και το έπος μέχρι τη ρητορική; Πώς γίνεται ένας Ρωμαίος ιστορικός που έζησε την εποχή του Χριστού να γράφει την ιστορία της πόλης του και ο έπαινος που τον συνοδεύει από τότε να έχει να κάνει με το γάλα; Μπορεί ένας συντηρητικός μοναχός στη Γαλλία του Λουδοβίκου ΙΔ να πιστεύει οτι είναι καλύτερο η ιστορία να λέει μερικά κατά συνθήκη ψεύδη παρά ολόκληρη την αλήθεια; Γιατί οι Ακυβέρνητες Πολιτείες του Στρατή Τσίρκα και η Ορθοκωστά του Θανάση Βαλτινού δεν είναι ιστορικά τεκμήρια αφού και τα δύο διαπραγματεύονται πραγματικά γεγονότα;
Εάν σήμερα όλοι μπορούν να ξεχωρίσουν ένα ποιήμα από μια ιστορική μελέτη, δεν έχουν περάσει πολλοί αιώνες από τότε που οι άνθρωποι πίστευαν ότι η «ποίηση είναι συνεργός της ιστορίας». Τί είδους ποιητής έπρεπε λοιπόν να είναι ο ιστορικός; Και αν αυτό έχει πλέον αλλάξει, τι συνέβη και οδηγηθήκαμε στο (συναινετικό ή μη, μένει να αποδειχθεί) διαζύγιο;

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ, ΤΕΤΑΡΤΗ 27 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2016

Τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), ο Όμιλος Μελέτης Ιστορίας & Κοινωνίας (ΟΜΙΚ) και το Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας σας προσκαλούν την Τετάρτη 27 Ιανουαρίου στις 7.00 μ.μ. στο Kreuzberg (Πλαταιών 36, Κεραμεικός) στη συζήτηση:

Τα πρόσωπα του αυταρχισμού: οι διώξεις των «Ακαδημαϊκών για την ειρήνη», οι Κούρδοι «εχθροί» και τα δικαιώματα στην Τουρκία του Ερντογάν

Ομιλητές:

Φώτης Μπενλίσοϊ, ιστορικός, περιοδικό Başlangıç (Ξεκίνημα)
Σινάν Μπιρντάλ, πολιτικός επιστήμονας, επίκουρος καθηγητής τμ. Διεθνών Σχέσεων (Πανεπιστήμιο Ισίκ, Κωνσταντινούπολη)
Φραγκώ Καράογλαν, μεταφράστρια

Συντονίζει η Κωνσταντίνα Ανδριανoπούλου, ιστορικός - εκπαιδευτικός

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

Οι σοδομίτες

στρατόπεδα συγκέντρωσης

Σπύρος Μαρκέτος στο info-war
Η ιδέα της θεοξενίας, ότι δηλαδή ο ξένος μπορεί και να είναι μεταμφιεσμένος θεός, κι επομένως τον αντιμετωπίζουμε με σεβασμό, γενναιοδωρία και ευγένεια, έχαιρε ευρύτατης αποδοχής στην κλασική αρχαιότητα κι ενσωματώθηκε εξαρχής στη χριστιανική ηθική. Παραδειγματικά προβάλλεται στην ιστορία της γέννησης, μέσα στη φάτνη, του πρόσφυγα, ή μάλλον λαθρομετανάστη, σύμφωνα με την ανατριχιαστική σημερινή ορολογία, Ιησού.
Στη Βίβλο η κακομεταχείριση του ξένου είναι θανάσιμο αμάρτημα. Για παράδειγμα, στη Γένεση δυο άγγελοι εμφανίζονται με τη μορφή ξένων στην είσοδο των Σοδόμων. Ο Λωτ, που και ο ίδιος δεν είναι ντόπιος, τούς προσφέρει φιλοξενία, αλλά οι συμπολίτες του έχουν βαλθεί να τούς βιάσουν, με αποτέλεσμα φωτιά και θειάφι σταλμένα από τον ουρανό να κάψουν την πόλη. Η έμφαση στις σεξουαλικές διαστάσεις της ιστορίας είναι πολύ νεότερη, και προσαρτήθηκε κυρίως στο πλαίσιο του ακραία μισογυνικού πολιτισμού που ο καπιταλισμός ανέπτυξε μετά το 1500.
Το ηθικό δίδαγμα του κειμένου όσον αφορά το σεξ είναι, για να πούμε το λιγότερο, συγχυσμένο. Στη μετάφραση των Εβδομήκοντα ο Λωτ, προκειμένου να σώσει τους ξένους, προσφέρει τις παρθένες θυγατέρες του στον ανδρικό όχλο “καὶ χρᾶσθε αὐταῖς, καθὰ ἂν ἀρέσκῃ ὑμῖν”. Οι γυναίκες των σοδομιτών καίγονται ζωντανές μολονότι δεν συμμετέχουν στην επίθεση ενάντια στους λαθρομετανάστες αγγέλους, ενώ οι κόρες του Λωτ πλαγιάζουν με τον πατέρα τους χωρίς να προκαλέσουν το μένος του Παντοδύναμου· αντίθετα, ανταμείβονται με μια μακριά σειρά απογόνων. Από την άποψη του σεξ δεν είναι άψογοι ο Λωτ και η οικογένειά του, ούτε με τα κριτήρια της εποχής τους ούτε με τα δικά μας, αλλά παρ’ όλα αυτά διαπραγματεύονται άνετα με τους αγγέλους και απολαμβάνουν τη θεϊκή εύνοια.
Οι αρχαίες και μεσαιωνικές αναφορές στην «αμαρτία των Σοδόμων», μάς εξηγεί ο Τζων Μπόσγουελ, ένας από τους διαπρεπέστερους ιστορικούς, δεν τήν συνέδεαν, στη συντριπτική τους πλειονότητα, με τις παραδοσιακές γενετήσιες ατασθαλίες των σοδομιτών, οι οποίες για πολύ καιρό προηγουμένως δεν είχαν κάνει να ξεσπάσει η οργή του Υψίστου. Αντίθετα, θεωρούσαν αιτία της τιμωρίας την προσβολή του ιερού καθήκοντος της φιλοξενίας. Ο Ναχμανίδης, περίφημος λόγιος, σχολιάζοντας εκτενώς το σχετικό εδάφιο της Γένεσης, προοικονομούσε τη γνώμη των σύγχρονων μελετητών όταν υποστήριζε πως ο διαβόητος σοδομιτισμός αφορούσε σαφώς και αδιαμφισβήτητα την αφιλοξενία και όχι τη σεξουαλικότητα:
Ο σκοπός τους [των κατοίκων των Σοδόμων] ήταν να σταματήσουν τους ανθρώπους που έρχονταν να ζήσουν ανάμεσά τους […] επειδή πίστευαν πως πάρα πολλοί ήθελαν να έρθουν για να μείνουν στη γη τους, που ήταν εξαιρετική κι έμοιαζε με τον Παράδεισο, και περιφρονούσαν την ελεημοσύνη […] Σύμφωνα με τη γνώμη των ραβίνων μας, επιδίδονταν ασύδοτα σε κάθε λογής κακίες. Αλλά τη μοίρα τους τήν σφράγισε αυτή ακριβώς η αμαρτία.
Αυτή ακριβώς η συλλογική αμαρτία, ή μάλλον κάτι πολύ χειρότερο, όχι απλώς η σκληρόκαρδη αφιλοξενία αλλά ο αμείλικτος και συστηματικός διωγμός των κατατρεγμένων, αδιανόητος μέχρι πρόσφατα, μάς έχει γίνει δυστυχώς πλέον οικεία. Είναι η νέα καθημερινότητά μας. Είναι σήμερα νόμος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθεστώς στα ελληνικά σύνορα, και διεστραμένη ηδονή της πιο μαυρης δεξιάς που τώρα πια συχνά φορά ροζ. Άραγε όταν θα γκρεμιστεί η ανάποδη πυραμίδα χρέους που αιωρείται πάνω από τα κεφάλια μας, και θ’ ακολουθήσουν όλα όσα είναι γραφτό ν’ ακολουθήσουν, θα συνδέσει κανείς την κατάρρευση της Δύσης με την ευρωπαϊκή θηριωδία απέναντι στους πρόσφυγες;
Ο ελληνικός λαός δεν θυμίζει τους σοδομίτες που κατακεραύνωσε ο βιβλικός τιμωρός. Προσφέροντας από το υστέρημά μας στις ανθρώπινες μάζες που ο καπιταλισμός ξεριζώνει, χτίζοντας δίκτυα αλληλεγγύης στους κατατρεγμένους, και βοηθώντας τους να ξεφύγουν από τα νύχια του κράτους και των ΕςΕς της Φρόντεξ, αποδρούμε κι εμείς σαν τον Λωτ από την τιμωρία των αμαρτωλών. Η συλλογικότητα, η αλληλεγγύη και η αυτενέργεια που έτσι κρυσταλώνονται απομακρύνουν την υστερία, την κατάθλιψη και την απουσία νοήματος που μαστίζουν τον νεοφιλελεύθερο κτητικό ατομικιστή. Οι σημερινοί σοδομίτες δεν τιμωρούνται με φωτιά από τον ουρανό, αλλά με όλες τις σωματικές και ψυχικές αρώστιες που ταλανίζουν τους σκλάβους του ύστερου καπιταλισμού.
Ενώ η κινητοποίηση λειτουργεί ψυχοθεραπευτικά, είναι ακόμη πιο χειροπιαστά τα πρακτικά της αποτελέσματα. Εγκαρδίωση και οργάνωση είναι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, που και οι δυο μαζί βοηθούν ν’ αντέξουμε τις μνημονιακές δοκιμασίες και τελικά ν΄ανατρέψουμε τον καπιταλισμό της καταστροφής. Γύρω από αυτά ακριβώς τα δίκτυα συμπαράστασης, στα οποία συμμετέχει και αρκετός μη πολιτικοποιημένος ή κάθε πολιτικής απόχρωσης κόσμος, μπορούν να φτιαχτούν νέες ζωντανές ταξικές συλλογικότητες. Τέτοια δίκτυα, ανοιχτά, φιλόξενα, ριζοσπαστικά, και στημένα από τα κάτω, αλλά σε στενή συνεργασία με την Ανταρσύα και άλλες αντικαπιταλιστικές και αναρχικές οργανώσεις, κι ενάντια σε ΣΕΒ, Σύριζα και ΚΚΕ, κέρδισαν πρόσφατα μια τακτική νίκη στις Σκουριές. Η Ελντοράντο και συνολικά οι καπιταλιστές και το πολιτικό προσωπικό τους έχασαν. Η φιλοξενία προστατεύει τον αδύναμο ξένο, όχι τον άρπαγα και τον δυνάστη. Ούτε εκπλήσσει ότι όσοι κακομελετούν τους πρόσφυγες όλον αυτό τον καιρό γλύφουν τον κώλο των καναδών εγκληματιών.
Ζούμε σε μια κοινωνία όπου κυβερνούν σοδομίτες, με τη βιβλική έννοια του όρου. Όπως ο Μουζάλας και ο Σταθάκης και όλοι οι άλλοι υπουργοί που συνυπέγραψαν τη μονιμοποίηση των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Βιβλικός σοδομίτης είναι και ο Άνθιμος, του «τούς αγαπάμε, αλλά δεν χωράμε», αλλά και ο Μπουτάρης, του «ο δήμος μπορεί μόνο να δώσει ασπιρίνες». Βιβλικοί σοδομίτες είναι οι πολλοί περιφερειακοί σύμβουλοι του Σύριζα και οι λίγοι της Λαέ, στην παράταξη της Δούρου, που ψήφισαν να μοιραστούν εκατομμύρια στους εφοπλιστές ενώ αφήνουν πεινασμένους και γυμνούς μετανάστες και πρόσφυγες. Φυσικά και η Χρυσή Αυγή τέτοιοι σοδομίτες είναι, χωρίς καν να το κρύβουν. Όπως δεν το κρύβει και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, που εκφέροντας έναν αντιπροσφυγικό λόγο μίσους μέσα στη βουλή βάφτισε ανθρώπινο δικαίωμα της δεξιάς το να μιλά για ‘λαθρομετανάστες’. Αυτό είναι το ποιόν των ελλήνων φιλελευθέρων.
Βαρύς ένας τέτοιος χαρακτηρισμός; Αφήνει περιθώρια για παρεξηγήσεις; Ωραία. Ποιός χαρακτηρισμός όμως τούς αρμόζει για τις χιλιάδες αποφεύξιμων θανάτων που προκάλεσαν στο Αιγαίο και αλλού, καθώς και για την απάνθρωπη συμπεριφορά απέναντι στους πρόσφυγες του ελληνικού κράτους; Συμπεριφορά παράνομη, που παραβιάζει όλες τις διεθνείς συνθήκες; Γιατί ακριβώς οι υπουργοί είναι τυπικά υπεύθυνοι για όσα κάνει το κράτος, είναι δικές τους οι υπογραφές κάτω από τους ναζιστικού τύπου νόμους. Δεν θέλουν να είναι υπεύθυνοι; Τότε ας παραιτηθούν.
Όπως είχε κάποτε συμβεί και με το Ολοκαύτωμα στη Γερμανία, οι ευθύνες για την κρατική κτηνωδία απέναντι στους πρόσφυγες μοιράζονται σε αναρίθμητους γραφειοκράτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των εθνικών κρατών, έτσι ώστε κανένας να μην αισθάνεται ότι έχει προσωπική ευθύνη. Αλλά οι υπουργοί τουλάχιστον δεν έχουν δυνατότητα υπεκφυγής. Ούτε οι αρχισοδομίτες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Συμβούλιου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.
Και φυσικά ανάμεσά τους και ο δικός μας αρχισοδομίτης, ο Αλέξης Τσίπρας. Η ιδιοτέλεια, η κενότητα και η ακόρεστη εξουσιαστική δίψα τούτου του μιμητή του Μουσσολίνι κάνουν τη χώρα μας φονική, εχθρική και αφιλόξενη για ξένους και ντόπιους. Και στην πορεία κάνουν την αριστερά βρισιά χειρότερη από το σοδομισμό. Ο Σύριζα τώρα πια υποκρίνεται πως αριστερά σημαίνει θαλασσοπνίγω τους πρόσφυγες, καλλιεργώ την υποταγή και ποτίζω την κυνική απάθεια, οργανώνω τη γενοκτονία ηλικιωμένων και αδύναμων, και αρπάζω τα σπίτια φτωχών για να τα δώσω σε τραπεζίτες. Αν παρ’ ελπίδα τα καταφέρει, τότε η αριστερά κι εδώ θα εκλείψει, όπως χάθηκε στις χώρες που κάποτε ανήκαν στο σοβιετικό μπλοκ. Στο χέρι μας είναι να μην τον αφήσουμε.

«Και σκόρπισαν τον τρόμο στους εκμεταλλευτές και τα τσιράκια τους»: η απεργιακή βία των ορειχαλκουργών εργατών της Αθήνας, 1933


Κώστας Παλούκης

Βία & Πολιτική:
ιδεολογίες, ταυτότητες, αναπαραστάσεις
Γ΄ Συνέδριο Νέων Ερευνητών
Το συνέδριο αφιερώνεται στη μνήμη του Νίκου Μπιργάλια

Στην παρούσα ανακοίνωση προσπαθώ να προσεγγίσω πλευρές της εργατικής βίας του μεσοπολέμου μέσα από την περίπτωση της απεργίας των ορειχαλκουργών εργατών της Αθήνας το 1933, μιας ελάσσονας απεργίας ενός ελάσσονος επαγγελματικού κλάδου. Ωστόσο, οι πηγές μου κυρίως οι αριστερές εφημερίδες της περιόδου, Ριζοσπάστης του ΚΚΕ και Πάλη των Τάξεων της αρχειομαρξιστικής οργάνωσης, περιγράφουν ένα τεταμένο και συγκρουσιακό κλίμα. Η περίπτωση της απεργίας των ορειχαλκουργών καταδεικνύει την οξύτητα της σύγκρουσης ανάμεσα σε εργάτες και εργοδότες ενός παραδοσιακού χειροτεχνικού επαγγέλματος το οποίο έχει εξελιχθεί και έχεο σχετικά εκβιομηχανιστεί. Οι επαγγελματικές και πολλαπλές άλλες σχέσεις διαρρηγνύονται και διαμορφώνονται δύο πολωμένα στρατόπεδα, αλλά και μια μεγάλη γκρίζα ζώνη.

Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για τον κλάδο της ορειχαλκουργίας στην Αθήνα του 1933 προέρχονται κυρίως από μια έρευνα της εφημερίδας Πάλη των Τάξεων. Πρόκειται για ένα «επάγγελμα εκβιομηχανισμένο και με τάση τη συγκεντρωποίηση της παραγωγής και το μεγαλύτερο καταμερισμό της εργασίας». Στην Αθήνα και τον Πειραιά έχει καταμετρήσει 470 εργάτες σε 20 περίπου εργοστάσια. Οι σχέσεις των εργοδοτών και των εργατών και προπαντός των ειδικευμένων ακόμα και στα μεγάλα εργοστάσια παρέμεναν στενές, σχεδόν φιλικές, ενώ ακόμα συνδέονταν με κουμπαριές και συγγένειες.(Πάλη των Τάξεων, 10/10/1933, 19/9/1933) Σε έναν μεγάλο βαθμό ο τόπος καταγωγής των περισσοτέρων ειδικευμένων εργατών ήταν η Ήπειρος ακολουθώντας την παράδοση της εθνικοτοπικής επαγγελματικής διασύνδεσης, αν και φαίνεται πως είχε μετριαστεί στις επόμενες γενιές. 

Το σωματείο ιδρύθηκε το 1931 με την επωνυμία “Σωματείον Βιομηχάνων και Βιοτεχνών Ορειχλακουργών Αθηνών - Πειραιώς”. Η κύρια συνδικαλιστική δράση φαίνεται να προέρχεται από τους ηπειρώτες μάστορες και μάλιστα από συγκεκριμένες οικογένειες, μέλη των οποίων είναι γνωστοί ενεργοί συνδικαλιστές και σε άλλα επαγγέλματα με έντονο εθνοτοπικό-επαγγελματικό χαρακτήρα και ιδιαίτερη διασύνδεση με την Ήπειρο, όπως τον αρτεργατικό κλάδο. Η πρωτοβουλία της ίδρυσης προέρχεται από την εργατοπατερική παράταξη του Εργατικού Κέντρου Αθηνών, δηλαδή του Νικόλαου Καλύβα. Τον Ιούλιο του 1932 το ΕΚΑ οργάνωσε μια μεγάλη απεργία σε διάφορους μηχανουργικούς κλάδους μεταξύ των οποίων και οι ορειχαλκουργοί, καθώς η κυβέρνηση Βενιζέλου συζητούσε το νομοσχέδιο επέκτασης του 8ώρου. Η απεργία κράτησε 8 ημέρες και κατέληξε, σύμφωνα με την συνδικαλιστική γλώσσα, σε “μερική” νίκη. Η απεργιακή επιτροπή αποτελούταν από “απλούς” εργάτες με ελάχιστη συνδικαλιστική εμπειρία οι οποίοι κατά γενικό κανόναν ακολουθούσαν τον Καλύβα, ενώ συμμετείχε σε αυτήν και ένας “συμπαθών” αρχειομαρξιστής. Οι δυνάμεις του ΚΚΕ, όπως προκύπτει από τον Ριζοσπάστη, φαίνεται ότι απέτυχαν πλήρως να επικοινωνήσουν με το απεργιακό πνεύμα καθώς. Αντίθετα, οι αρχειομαρξιστές κατάφεραν να αποκτήσουν από πολύ νωρίς κάποιες επιρροές εξαιτίας των συγγενικών και εθνικοτοπικών σχέσεων ορειχαλκουργών εργατών με αρχειομαρξιστές αρτεργάτες συνδικαλιστές, δηλαδή με το βαρύ πυροβολικό του αρχειομαρξιστικού συνδικαλισμού στην Αθήνα. Μετά το τέλος της απεργίας οι αρχειομαρξιστές κατάφεραν να συγκροτήσουν μια δυναμική παράταξη και να κερδίσουν την διοίκηση του σωματείου καταλαμβάνοντας τις 5 από τις 9 θέσεις. Στο σωματείο είναι εγγεγραμμένοι 325 εργάτες, δηλαδή πάνω από τα 3/5 των εργατών του κλάδου, ενώ στις συνελεύσεις του συμμετέχουν 150-200 εργάτες. Ήταν δηλαδή ένας πολύ μαζικό σωματείο σε σχέση με άλλα της εποχής.

Η νέα διοίκηση επεξεργάστηκε αμέσως ένα πρόγραμμα διεκδικήσεων, το οποίο τύπωσε και μοίρασε στους εργάτες: αύξηση μεροκάματου κατά 30% στους εργάτες που έπαιρναν κάτω από 60 δρχ και 20% σε όσους έπαιρναν πάνω από 70 δρχ, πλήρης εφαρμογή 8ωρου, ενιαία ώρα εργασίας, κατάργηση της κατ’ αποκοπήν εργασίας, κατάργηση των προστίμων, κατάργηση των ασφαλίστρων (σε μερικά εργοστάσια οι εργοδότες παρακρατούσαν το 3%), προφυλαχτήρες στα εργοστάσια, ταμείο σύνταξης και ανεγίας, ίδρυση εργοστασιακών επιτροπών. Μέσα σε 4 μήνες, σύμφωνα με την αρχειομαρξιστική εφημερίδα, κατάφερε να επιτύχει 5 από τους αρχικούς στόχους, ουσιαστικά όσους βασίζονταν στην υπάρχουσα νομοθεσία. Εφαρμόστηκε το 8ωρο σε όλα τα εργοστάσια, καταργήθηκαν τα ασφάλιστρα, επιτεύχθηκε ενιαία ώρα εργασίας σ’ όλα τα εργοστάσια, καταργήθηκε η κατ’ αποκοπήν εργασία και περιορίστηκαν σε μεγάλο βαθμό τα πρόστιμα. Επομένως, η αρχειομαρξιστική παράταξη αισθανόταν την δύναμη και την αυτοπεποίθηση να οργανώσει μια απεργία η οποία θα διεκδικούσε την ίδρυση ενός ασφαλιστικού ταμείου. Εξάλλου εκείνη την περίοδο η κυβέρνηση Τσαλδάρη κατέθετε προς διαβούλευση στην Βουλή το νομοσχέδιο για τις κοινωνικές ασφαλίσεις. Γι’αυτό το λόγο, εκτός από τους ορειχαλκουργούς, και άλλοι μηχανουργικοί κλάδοι, όπως οι σιδηρουργοί της Αθήνας και οι λεβητοποιοί του Πειραιά, οργάνωναν κινητοποιήσεις. Ο χαρακτήρας της απεργίας ήταν αρκετά διαφορετικός σχέση με την απεργία του 1932 καθώς βασιζόταν πάνω ένα καθαρά “επιθετικό” αίτημα. Μέχρι εκείνη την στιγμή οι διεκδικήσεις και οι απεργίες αφορούσαν την εφαρμογή στην πράξη κανονισμών και συνθηκών που ήταν ήδη κατοχυρωμένοι θεσμικά. Οι αρχειομαρξιστές εκτιμούσαν πως η κυβέρνηση Τσαλδάργ ήταν ευάλωτη στις εργατικές πιέσεις και θα υπερψήφιζε το νομοσχέδιο για τις κοινωνικές ασφαλίσεις. Όμως, όπως αποδείχτηκε, ήταν περισσότερο ευάλωτη στις πιέσεις της εργοδοσίας.

Το σχέδιο της αρχειομαρξιστικής διοίκησης ήταν να οργανωθεί απεργία σε ένα δύο μεγάλα εργοστάσια και στη συνέχεια να γενικευτεί. Πράγματι, κατάφεραν να προκαλέσουν απεργία στα δύο μεγάλα εργοστάσια που απασχολούσαν 70 και 45 εργάτες. Σύμφωνα με την εφημερίδα Ριζοσπάστης στο πρώτο υπάρχουν 6 απεργοσπάτες, ενώ στο δεύτερο μόνο ένας οι οποίοι δουλεύουν “υπό την προστασία της αστυνομίας”. (Ριζοσπάστης, 13/9/1933) Παράλληλα, η απεργιακή επιτροπή προπαρασκεύαζε μια μεγάλη γενική συνέλευση στην οποία θα κατέθετε πρόταση για γενική απεργία του κλάδου, ενώ οργάνωνε απεργιακές φρουρές στα εργοστάσια. Ωστόσο, η αστυνομία συνέλαβε την ηγεσία της απεργιακής επιτροπής και του ΔΣ καθώς σύμφωνα με την εφημ. Πάλη των Τάξεων “εξαπολύθηκε η πιο μεγάλη τρομοκρατία εναντίον των υπόλοιπων απεργών”. Οι αστυφύλακες και οι χαφιέδες γύριζαν τους δρόμους με τα ιδιωτικά αυτοκίνητα των εργοδοτών, συνελάμβαναν όσους απεργούς συαναντούσαν και τους υποχρέωναν να εργαστούν δια της βίας. “Μ’ αυτόν τον τρόπο”, υποστηρίζει η αρχειομαρξιστική εφημερίδα, “δημιουργήθηκαν οι πρώτοι απεργοσπάστες”. Τελικά, μετά από τρεις απόπειρες συνέλευσης μπόρεσαν να προκηρύξουν την γενική απεργία. Σε όλες τις συνελεύσεις του Σωματείου συμμετείχε ο Καλύβας ΕΚΑ, ο οποίος ανέλαβε διαμεσολαβητικό ρόλο με το κράτος, ενώ τον λόγο έπαιρναν εκπρόσωποι του Ενωτικού ΕΚΑ (σωματεία του ΚΚΕ) και της Προσωρινής Επιτροπής Συμβουλίων (σωματεία των αρχειομαρξιστών). 

Τις πρώτες μέρες της γενικής απεργίας οι εργάτες δεν συμμετείχαν μαζικά. Η αρχειομαρξιστική παράταξη διαθέτοντας την εμπειρία των προηγούμενων ημερών οργανώθηκε έτσι ώστε να εμποδίσει την δημιουργία απεργοσπαστών. Το βασικό της όπλο ήταν η δημιουργία απεργιακών φρουρών και η τρομοκρατία των απεργοσπαστών. Από την άλλη μεριά το ίδιο όπλο χρησιμοποίησε και η εργοδοσία με την υποστήριξη της αστυνομίας. Διαβάζουμε στην Πάλη των Τάξεων: “Σ’ όλα τα εργοστάσια από πολύ πρωί ήταν σύντροφοί μας επικεφαλής των απεργών κι’ έπαιρναν τους μη απεργήσαντες εργάτες φέροντάς τους στη συνέλευση. Η συνέλευση παρουσίασε μεγάλη επιτυχία. Συγχρόνως σ’ ολόκληρο τον κλάδο δεν είχαν μείνει παρά 30-40 απεργοσπάστες.” “Οι απεργοσπάστες αντιμετωπίζονται ομαδικά μα η αστυνομία σαν πιστός φρουρός των συμφερόντων των εργοδοτών επετέθη με όπλα και συλλαμβάνει τους απεργούς για να τους τρομοκρατήσει και να σπάσει έτσι την απερία.” “Όλα γενικώς τα εργοστάσια φρουρούνται από αστυφύλακες και χαφιέδες”.

Η απεργιακή αυτή τρομοκρατία κράτησε μια ολόκληρη εβδομάδα. Συνολικά οργανώθηκαν 9 επιθέσεις εναντίον απεργοσπαστών και εργοστασίων. Οι τέσσερις στα δύο μεγάλα εργοστάσια. Η πιο εντυπωσιακή όμως επίθεση ήταν η βίαιη εκτόπιση των απεργοσπαστών από τα μαγαζιά στο Μοναστηράκι. Η αρχειομαρξιστική εφημερίδα περιγράφει με ένα ήρωικό ύφος τις επιθέσεις. «Σε μια θελλώδη επίθεση που κάναν στην οδό Ηφαίστου για το τσάκισμα των απεργοσπαστών δόσανε μια υπέροχη ταξική μάχη και γράψανε μια λαμπρή ιστορία στην ιστορία των αγώνων τους και των αγώνων της εργατικής τάξης ολόκληρης”. “Οι απεργοί ορειχαλκεργάτες έκαναν την εργατική γροθιά τους να μιλήσει. Και σκόρπισαν τον τρόμο στους εμεταλλευτές και τα τσιράκια τους”. Σε αυτή την σύγκρουση οι εργοδότες έβγαλαν πιστόλια κι άρχισαν να πυροβολούν, ενώ οι αστυνομικοί κυνήγησαν τους απεργούς χωρίς όμως να καταφέρουν να συλλάβουν κάποιον. Μπορεί να φανταστεί κανείς μια ομάδα 100 δυνατών εργατών εξοπλισμένων πιθανώς με γκλομπ να κινείται στην οδό Ηφαίστου καταστρέφοντας μαγαζιά, να εισέρχεται μέσα στην σύσκεψη των εργοδοτών και το εργοστάσιο να μετατρέπεται σε πεδίο μάχης. Η Πάλη των Τάξεων χάρισε σε αυτήν την επίθεση το κύριο πρωτοσέλιδο άρθρο το οποίο με τίτλο “Μπράβο” την εξυμνούσε. Από έμμεση πηγή στον Ριζοσπάστη επιβεβαιώνεται ότι τα ορειχαλκουργεία στο Μοναστηράκι βρίσκονταν όλα σε απεργία, ενώ η παράταξη του ΚΚΕ αδυνατούσε να έχει την στοιχειώδη παρέμβαση σε αυτά. (Ριζοσπάστης, 1/10/1933) 

Γενικότερα, ο αρχειομαρξιστικός και ευρύτερα κομμουνιστικός τύπος παράγει μια καθημερινή ηρωική αφήγηση για τα γεγονότα, εξυμνεί την βία των εργατών και καταγγέλλει την κρατική και εργοδοτική βία. Η καταφυγή στην βία θεμελιώνεται ηθικά μέσα από έναν οξύ λόγο περί προδοτών και ηρωικών αγωνιστών. Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ο αστικός τύπος γενικά απουσιάζει από την αντιπαράθεση. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι απουσιάζει ο εργοδοτικός λόγος τον οποίο μπορούμε ίσως να φανταστούμε να είναι επενδυμένος με την αντικομμουνιστική ρητορική της εποχής. Οι δύο αυτοί λόγοι ορίζουν δυό διαφορετικές μορφές πρόσληψης της ελευθερίας και των δικαιωμάτων. Από τη μία είναι το δικαίωμα στην εργασία και από την άλλη το δικαίωμα στην απεργία. Από τη μία η υποταγή στην δημοκρατία του εργατικού σωματείου ακόμα και όσων διαφωνούν με την απεργία και από την άλλη η υποταγή στην εργοδοτική και εργασιακή ιεραρχία, στο νόμιμο και αναγνωρισμένο από το κράτος ΕΚΑ όσων επιθυμούν την απεργία, δηλαδή στην καπιταλιστική τάξη πραγμάτων. 

Σύμφωνα με το αρχειομαρξιστικό έντυπο η απεργία οδηγήθηκε σε ήττα μετά από 22 ημέρες εξαιτίας της παρελκυστικής τακτικής του Καλύβα, της έλλειψης οικονομικής στήριξης από το ΕΚΑ, ενώ σύμφωνα με τον Ριζοσπάστη εξαιτίας της προδοσίας των “αρχειοφασιστών”. Οι αρχειομαρξιστές υποστήριζαν πως τις τελευταίες ημέρες ουσιαστικά τα περισσότερα εργοστάσια λειτουργούσαν και η λύση της απεργίας ήταν απλά ζήτημα τυπικό και αναγκαίο για να μην εκφυλιστεί περισσότερο. 

Αυτό που καταλαβαίνει κανείς πίσω από τις γραμμές της ηρωικής αφήγησης είναι ότι ο ορειχαλκουργικός κόσμος δεν συμμετείχε σε αυτήν την απεργία ενεργά ομόθυμος. Οι πατερναλιστικές σχέσεις των εργατών με τους εργοδότες αποτέλεσαν καθοριστικοί σημαντικοί παράγοντες της απροθυμίας και ευρύτερα της ήττας. Η αρχειομαρξιστική παράταξη αναφέρεται στην αδυναμία του “υποκειμενικού παράγοντα” και υποστηρίζει ρητά ως αιτία τον παράγοντα κουμπαριάς και συγγένειας εργατών και εργοδοτών, ενώ δεν κρύβει πως δυσκολευόταν αρχικά να πείσει τους εργάτες των μεγάλων εργοστασίων να απεργήσουν. Διαφαίνεται ότι την πρωτοβουλία για την απεργία είχαν οι μάστορες των μικρών εργαστηρίων, ενώ η βάση της απεργίας στα μεγάλα εργοστάσια ήταν η ημι-ειδικευμένη νεολαία. Για αυτό το λόγο η σύγκρουση στα μεγάλα εργοστάσια έλαβε τόση μεγάλη ένταση, δηλαδή ενείχε πιθανόν στοιχεία ρήξης ανάμεσα στην καλοπληρωμένη ειδικευμένη παλαία εργατική βάρδια και την κακοπληρωμένη νέα ημι-ειδικευμένη ή ανειδίκευτη. Η πρώτη εργατική γενιά λόγω της συντεχνιακής παράδοσης και επειδή ίσως να καταγόταν από την Ήπειρο πιθανόν να στήριζε το Λαϊκό Κόμμα, ενώ η δεύτερη ενδεχομένως να προερχόταν από νέες πηγές άντλησης εργατικού δυναμικού, όπως οι πρόσφυγες οι οποίοι ήταν παραδοσιακά αντιμοναρχικοί. Τέλος, δεν αναφέρεται καμία επίθεση σε βάρος μικρού εργαστηρίου ή μικρού αφεντικού. Σε αυτήν την τελευταία περίπτωση φαίνεται ότι το συντεχνιακό μοντέλο και η εγγύτητα εργοδότη και εργάτη λειτουργούσε υπέρ της απεργίας.

Ο ορειχαλκουργικός κόσμος είχε λοιπόν διχαστεί σε δύο πόλους: από τη μία ήταν η απεργιακή επιτροπή η οποία επηρέαζε περίπου 100-150 εργάτες και από την άλλη η εργοδοσία η οποία με τους πατερναλιστικούς δεσμούς επηρέαζε επίσης περίπου άλλους τόσους. Το επίδικο ήταν λοιπόν πρώτον η γκρίζα ζώνη, ένα ουδέτερο δυναμικό περίπου 200-300 εργατών. Μόνο εργαλείο η καταφυγή στην τρομοκρατία και την εκατέρωθεν χρήση βίας. Ωστόσο, φαίνεται πως η καταφυγή στην τρομοκρατία ως μέσο πειθαναγκασμού από τη μεριά της απεργιακής επιτροπής δεν επέτρεψε την πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία της, ενώ αντίθετα ενίσχυσε τον ενδοταξικό διχασμό και επέτρεψε στην εργοδοσία και το ΕΚΑ να συσπειρώσει και να πολώσει το εργατικό δυναμικό. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο η απεργία ενδεχομένως να απέκτησε προσωρινά μαζικά χαρακτηριστικά, αλλά δεν μπορούσε να έχει διάρκεια, επιπλέον λόγω της πολιτικής απομόνωσης της αρχειομαρξιστικής παράταξης.

πόσοι μας διάβασαν: