Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

Τα ερωτήματα του σήμερα και οι αντιφάσεις του ‘40

Πηγή: Κώστας Παλούκης – , διευρυμένη εκδοχή κειμένου που δημοσιεύτηκε στην εφημ. «Πριν»,24/5/2015, συμβολή στον ευρύτερο διάλογο
Το ΕΑΜ ως πρότυπη μετωπική πολιτική
Ο Μεσοπόλεμος αντιμετωπίζεται σαν παιδική ηλικία του κινήματος
Η περίοδος του μεσοπολέμου αντιμετωπίζεται από την ελληνική αριστερά και την αριστερή ιστοριογραφία συνήθως σαν μια προϊστορική εποχή του κυρίως ιστορικού χρόνου, δηλαδή της κατοχής και της ΕΑΜικής αντίστασης. Κατ’αναλογία το ΕΑΜ θεωρείται η κύρια και πρότυπη για τους Έλληνες κομμουνιστές μετωπική πολιτική, ενώ τα πολιτικά μέτωπα του μεσοπολέμου χρεωκοπημένα και ιστορικά αποτυχημένα. Οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές του ΚΚΕ της δεκαετίας του 1940 αντιμετωπίζουν την προηγούμενη δράση τους ως την δική τους ατομική προϊστορία από την παιδική αριστερίστικη ηλικία στην ώριμη ενηλικίωση. Γι’αυτό σε αυτήν την περίοδο συνήθως χαρίζουν τις εισαγωγές των αναμνήσεών τους, σαν ένα αναγκαίο προσημείωμα. Αυτήν την οπτική κληροδότησαν στις επόμενες γενιές και σύντομα αυτή η αναπαράσταση μετατράπηκε σε έναν κοινό τόπο. Τα πρώτα βιβλία για την ιστορία του ΚΚΕ αναπαρήγαγαν ακριβώς αυτήν την αναπαράσταση ανεξάρτητα από κομματική προέλευση. Προφανώς αυτή η σχέση είναι λογική. Η αριστερά για πρώτη φορά την εποχής τη αντίστασης συνδέθηκε με ευρύτατα εργατικά, αγροτικά και γενικότερα λαϊκά στρώματα, δημιούργησε δημοκρατικούς θεσμούς αυτοδιοίκησης του λαού μέσα στην κοινωνία. Κυρίως όμως συγκρότησε ένοπλο στρατό, αντιπαρατέθηκε με τους κατακτητές και απελευθέρωσε την χώρα διατηρώντας ανοιχτό το ερώτημα της κατάληψης της εξουσίας, άσχετα εάν εντέλει επέλεξε την παραχώρησή της ουσιαστικά στους αστούς και Βρετανούς προσδοκώντας το δικαίωμα της διεκδίκησής της μέσα από τη “νομιμότητα. Στη συνέχεια συγκρούστηκε ένοπλα δυο φορές με την ελληνική αστική τάξη, την πρώτη στα αστικά κέντρα και την δεύτερη στα βουνά, και ηττήθηκε. 
Αυτό το τεράστιο μνημονικό “βουνό” της δεκαετίας του 1940, φορτωμένο με τραύματα, ερωτήματα, αποσιωπήσεις, φόβο, αυτολογοκρισία και ενοχές, έκρυψε με την σκιά του τις προηγούμενες εποχές. Η ΕΑΜογενής αριστερά (ΚΚΕ, ΚΚΕ Εσ., μλ ρεύματα) είχε να διαχειριστεί τη μεγάλη ήττα και να ξανασηκωθεί όρθια. Τα μάτια λοιπόν δεν μπορούσαν να ξεφύγουν ποτέ από τη μεγάλη εκείνη εποχή και αναζητούσαν εκεί τις απαντήσεις στα ερωτήματα του εκάστοτε παρόντος. Τα μόνα τμήματα της αριστεράς τα οποία αναζητούσαν απαντήσεις στις προηγούμενες εποχές ήταν οι τροτσκιστές. Για εκείνους η μεγάλη εποχή ήταν ο μεσοπόλεμος, αφού η στρατηγικές επιλογές των τροτσκιστών κατά την περίοδο της αντίστασης και των αρχειομαρξιστών κατά την περίοδ του εμφυλίου οδήγησε τους πρώτους στο περιθώριο των εξελίξεων και τους δεύτερους στην ενσωμάτωση στο αντικομμουνιστικό μεταπολεμικό καθεστώς.

Τα ερωτήματα του σήμερα και οι αντιφάσεις του ‘40
Δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε με λεπτομέρεια εδώ τις τεράστιες διαφορές που ορίζουν την κομμουνιστική αριστερά του μεσοπολέμου από εκείνη του πολέμου. Θα υπογραμμίσουμε όμως μερικές καθοριστικές πλευρές οι οποίες είχαν ήδη αρχίσει να τίθενται από το 1934. Ο φασισμός διαβαθμίζεται σε σχέση με την αστική δημοκρατία ως χειρότερος εχθρός. Το ΚΚΕ διεκδικεί την ηγεμονία από τα αστικοτσιφλικάδικα κόμματα και θέτει το ζήτημα της υπεράσπισης της αστικής δημοκρατίας από τον ελληνικό φασισμό, της εθνικής ανεξαρτησίας – ελευθερίας της χώρας απέναντι στην διπλή εξάρτηση από ντόπιο και ξένο κεφάλαιο και της ακεραιότητάς της σε μια ενδεχόμενη επίθεση από τον ξένο φασισμό. Σε αυτήν την κατεύθυνση υιοθετεί το σχέδιο ενός πλατιού δημοκρατικού αντιφασιστικού μετώπου και προτάσσει το όραμα μιας λαϊκής δημοκρατίας. Το ΚΚΕ από διεθνιστικό αντι-εθνικό και αντικοινοβουλευτικό κόμμα αυτό-προβάλλεται ως εκείνο που υποστηρίζει τον δημοκρατικό κοινοβουλευτισμό και υιοθετεί έναν πατριωτικό λόγο.
Πράγματι, τομή σε αυτές τις διεργασίες είναι το 7ο Συνέδριο της ΚΔ καθώς επιβάλλει τις νέες κατευθύνσεις. Αυτή η αλλαγή συνιστά μια μεγάλη ρήξη με το μπολσεβίκικο λενινιστικό παρελθόν και με τις παρακαταθήκες που άφησε η επανάσταση του 1917. Αντανακλά στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ σοβαρές και σημαντικές ανακατατάξεις. Η γενιά της επανάστασης αισθανόταν ότι το αυταρχικό μοντέλο που είχε εγκαθιδρυθεί έπρεπε να τελειώσει και διεκδικούσε την ανατροπή του Στάλιν στην κατεύθυνση της ολοκλήρωσης των αιτημάτων του Οκτώβρη. Αυτό ακριβώς σηματοδοτούσε η υπόσχεση για ένα πιο δημοκρατικό σύνταγμα. Η ηγεσία όμως του σοβιετικού κράτους αντιλαμβανόταν ότι μια τέτοια διεργασία θα οδηγούσε στην ανατροπή της. Προτάσσοντας λοιπόν με όρους εθνικισμού την εξωτερική και εσωτερική απειλή του νέου κράτους δημιούργησε την εσωτερική συναίνεση και ουσιαστικά εξόντωσε με την κατηγορία του τροτσκισμού όλη εκείνη τη μεγάλη ιστορική γενιά της επανάστασης. Είναι φανερό ότι με αυτήν την εξόντωση βαθαίνει ουσιαστικά η αντεπάνασταση και αποκόβεται κάθε πραγματικό σχέδιο οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Κάθε άλλη τοποθέτηση σε αυτό το ζήτημα θα πρέπει να αναμετρηθεί με μια σειρά ερωτήματα που μόνο με θεωρητικό συνδικαλισμό και πολύ ιδεολογικό φανατισμό μπορεί να ξεπεράσει για να καταλήξει στο αντίθετο συμπέρασμα.
Το Σοβιετικό κράτος εισέρχεται στην διεθνή σκακιέρα όχι ως κράτος απειλή, αλλά ως επίσημος και ισότιμος διεθνής συνομιλητής με ιδιαίτερα εθνικά συμφέροντα. Αυτές οι διεργασίες χαιρετίζονται στο εξωτερικό από κυβερνήσεις και αστικές εφημερίδες, παρά τις προβεβλημένες κριτικές για τις δίκες. Μάλλον καλύτερα οι προσεγγίσεις απέναντι σε αυτήν την εξέλιξη είχαν αντιφατικό χαρακτήρα. Σε διάφορες συντηρητικές εφημερίδες της Αγγλίας, της φασιστικής Ιταλίας, μπορούσε κανείς να διαβάσει ενθουσιώδη άρθρα για τον νέο εθνικό μπολσεβικισμό του Στάλιν και τη μεγάλη ρήξη με τον τροτσκισμό, δηλαδή τον επαναστατικό κομμουνισμό. Την ίδια στιγμή αστικές δημοκρατικές εφημερίδες στον αγγλόφωνο κυρίως κόσμο καταγγέλλουν ως συντηρητική και αυταρχική αυτήν την στροφή και φυσικά τις διώξεις εναντίον των τροτσκιστών. Η σύγκρουση στην Ισπανία ανάμεσα στο ΠΟΥΜ και το Ισπανικό ΚΚ λειτουργούν καθοριστικά σε αυτές τις αναπαραστάσεις. Αυτή η εθνική στροφή της ΕΣΣΔ επιτρέπει στην ηγεσία της μια ευέλικτη πολιτικά και ιδεολογικά διπλωματία που μπορεί να δικαιολογεί συμμαχίες τη μια φορά με την δημοκρατική Γαλλία και την άλλη με την φασιστική Γερμανία.
Πράγματι, αυτή η στροφή σημαίνει για τα κομμουνιστικά κόμματα σε διεθνές επίπεδο μια νέα ιστορική φάση ανάπτυξης και μαζικοποίησης, μετά από τη μακρά περίοδο του σοσιαλφασισμού και τις καταστροφικές συνέπειες σε Γερμανία και άλλες άλλες χώρες. Και αυτή η αίσθηση της επιτυχίας ήταν τόσο σημαντική ώστε διέλυσε κάθε διαφωνία και κριτική επιτρέποντας και νομιμοποιώντας όλες αυτές τις αλλαγές. Το ΚΚ Γαλίας γίνεται ρυθμιστικός παράγοντας των εξελίξεων, το ΚΚ Ισπανίας και μια σειρά άλλων ΚΚ, ανάμεσα στα οποία και το ελληνικό. Παράλληλα όμως, η ευέλικτη διπλωματική πολιτική της ΕΣΣΔ προκάλεσε τεράστιες αντιφάσεις, αντιθέσεις και συγχύσεις στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Συγκεκριμένα, το σύμφωνο Μολώτφο-Ρίμπετροφ άνοιξε μια νέα προοπτική διαβαθμίζοντας τους φασισμούς σε καλούς και κακούς ανάλογα με τη σχέση που οι χώρες είχαν με την ΕΣΣΔ σε διεθνές επίπεδο .
Χωρίς να λάβει κανείς υπόψη του αυτές τις διεργασίες δεν είναι δυνατόν να κατανοήσει την τεράστια σύγχυση μέσα στο ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα της εποχής. Από αυτην την άποψη, το πρόσφατο κείμενο της ΚΕ του ΚΚΕ συμβάλλει θετικά στον διάλογο, ανεξάρτητα από τις αξιολογήσεις του συγγραφέα, γιατί με μία σχετική νηφαλιότητα παρουσιάζει όλο αυτό το μπέρδεμα και θίγει πολλά ζητήματα που στο παρελθόν ήταν “ταμπού”. Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να μην σχολιάσει πως εν τέλει το ενδιαφέρον είναι η νομιμοποίηση της σημερινής γραμμής επιλέγοντας το “παρελθόν” που του ταιριάζει. “Ξαναφτιάχνει” δηλαδή την συλλογική κομματική μνήμη επαναξιολογώντας τις σκοτεινές ή τις ξεχασμένες πλευρές της ιστορίας του.
Το ΚΚΕ είχε να αναχθεί στον βασικό και κύριο πολιτικό εχθρό του βασιλομεταξικού καθεστώτος. Την ίδια στιγμή ουσιαστικά διαλύεται και ένα μέρος του, το μεγαλύτερο, ακολουθεί το χαφιέδικο τμήμα του είτε συνειδητά ως όργανα της ασφάλειας είτε πιστεύοντας πως με αυτόν τον τρόπο εκφράζει καλύτερα την πολιτική του γραμμή. Το καθεστώς ελέγχει το μηχανισμό του κόμματος και τον καθοδηγεί. Το ερώτημα είναι αν μπορούμε να εξηγήσουμε πολιτικά το συνειδητό πέρασμα στο άλλο στρατόπεδο, αλλά και το γεγονός ότι ένα μεγάλο κομμάτις της βάσης αποδεχόταν και υιοθετούσε τις κατευθύνσεις τις χαφιέδικης ηγεσίας. Το βιβλίο προσπαθεί να αγγίξει αυτό το ζήτημα δικαιώνοντας την τίμια κεντρική επιτροπή, ενώ παρουσιάζει τμήμα της βάσης να ανησυχεί και να προβληματίζεται.  
 Κατά την άποψή μου, τρεις είναι οι σημαντικοί παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψιν. Ο πρώτος είναι οι απογοητεύσεις των μελών του ΚΚΕ, ο δεύτερος είναι η δυνατότητα ιδεολογικών συγκλίσεων που προσφέρει το βασιλομεταξικό καθεστώς σε ένα κόμμα με χαρακτηριστικά εθνικού μπολσεβικισμού με κοινό εχθρό έναν παλιό διεθνιστικό κομμουνισμό και ο τρίτος η υλική διάσταση των κοινωνικών κατακτήσεων που το βασιλομεταξικό καθεστώς προσφέρει. Συνολικά, η προσπάθεια αυτή του καθεστώτος δεν είναι άσχετη την δική του πορεία φασιστικοποίησης και αναζήτησης βαθιών πολιτικών ερεισμάτων μέσα στα εργατικά στρώματα. Δηλαδή την επιδίωξη να μεταμορφωθεί από ένα φασιστόμορφο σε ένα φασιστικό καθεστώς με μαζική υποστήριξη. Από την άλλη υπάρχουν όλες οι δυνατές προϋποθέσεις τόσο στην κοινωνία όσο και στην ιδεολογία αφού ο “νέος μαρξισμός” μετά το σύμφωνο Ρίμπετροφ Μολώτοφ μπορεί να διαβαθμίζει τους φασισμούς σε καλούς και κακούς. Δημιουργείται δηλαδή ένα νἐο “κριτήριο”για τον φασισμό που μπορεί να αφομοιωθεί δημιουργικά σε εποχές σύγχυσης.
Το γράμμα του Ζαχαριάδη πράγματι δίνει ιδεολογική νομιμότητα στην γενικότερη πολιτική εξέλιξη του ΚΚΕ σφραγίζοντας την λογική της εθνικής ενότητας με όρους υποταγής στην βρετανόφιλη ελληνική αστική τάξη, αλλά και ταυτόχρονα δίνει τις κατευθύνσεις για πως ο ίδιος ο λαός θα δώσει τον αντιφασιστικό αγώνα. Είναι λοιπόν μια μεγάλη τομή γιατί ουσιαστικά αφήνει πίσω εντελώς κάθε στοιχείο του μεσοπολεμικού κομμουνισμού και γίνεται η βάση για τη νέα μεγάλη εποχή του πατριωτικού λαϊκού αντιστασιακού αγώνα που οδήγησε στην Ελλάδα στην ελευθερία και τον ελληνικό λαό έξω από την πόρτα της εξουσίας. Την ίδια στιγμή παραμένει ένα αντιφατικό ντοκουμέντο και κανείς δεν μπορεί να το αρνηθεί. Το 1945 ο Τσόρτσιλ περιγράφοντας την εξέγερση του Δεκέμβρη δικαιολογούσε την βρετανική επέμβαση κατηγορώντας τους Έλληνες κομμουνιστές ότι δεν είναι αυθεντικοί κομμουνιστές, όπως ο Στάλιν, αλλά τροτσκιστές, και χαρακτήριζε την ίδια την εξέγερση ως τροτσκιστική. Για τον ίδιο οι Έλληνες κομμουνιστές εγκατέλειψαν την πολιτική της συναίνεσης και της υποταγής και υιοθέτησαν την λογική της προλεταριακής επανάστασης και της ανατροπής της αστικής τάξης. Δηλαδή επέστρεψαν στον παλιό “κακό κομμουνισμό” του Οκτώβρη. Αυτά τα λόγια αναπαρήγαγαν όλες οι ελληνικές αστικές εφημερίδες επιζητώντας την άνευ όρων υποταγή των δυνάμεων του ΚΚΕ. Προφανώς και αυτό δεν ίσχυε. Το ΚΚΕ και μαζί του όλο το αντιστασιακό κίνημα έχασε γιατί ακριβώς ακολουθούσε τη λογική της συναίνεσης και της υποταγής διεκδικώντας με τα όπλα απλά κάποιους καλύτερους όρους για την συναίνεση, έναν δρόμο “νομιμότητας” και τήρησης των συμφωνιών.
Πράγματι, λοιπόν στην πολιτική των λαϊκών μετώπων υπάρχουν δύο αναμφισβήτητα δεδομένα. Το πρώτο είναι ότι δημιούργησε της προϋποθέσεις της νικηφόρας μαζικότητας, το δεύτερο είναι ότι αυτή η νικηφόρα δυνατότητα εξ ορισμού εμποδιζόταν. Όποιος λοιπόν δεν βλέπει το πρώτο ή το δεύτερο κάνει μια ιδεολογική επιλογή και τίποτε παραπάνω. Το ζήτημα δεν είναι να πετάξουμε το κομμουνιστικό κίνημα μετά το 1917 στα σκουπίδια και να αναζητούμε την αυθεντική αλήθεια αποκλειστικά και μόνο στις δέκα ημέρες που άλλαξαν τον κόσμο. Ούτε να ψάχνουμε την σωστή εργατική πολιτική στις χρεωκοπημένες λογικές της Ενωτικής ΓΣΕΕ και της υπερεπαναστατικής σεχταριστικής ανεξάρτητης ηγεσίας που απομόνωσε το κομμουνιστικό κίνημα. Ούτε από την άλλη μπορούμε να αποθεώνουμε μια μετωπική πολιτική που ενείχε εν τοις όροις την ήττα, γιατί επιδιώκουμε να αποκρύψουμε τις αντεπαναστατικές συνθήκες στην Ρωσία που καθόρισαν διεθνώς την ήττα.

Αν και κάθε νέα εποχή έχει τις δικές τις ιδιαίτερες συνθήκες, ωστόσο δεν μπορούμε να αποκόψουμε τη ματιά από το παρελθόν, γιατί δεν είμαστε σε θέση να σχεδιάσουμε παρά μόνο με ότι έχουμε ως δεδομένο. Και το παρελθόν είναι το μόνο δεδομένο με το οποίο μπορούμε να αναμετριόμαστε. Συνεπώς, το ερώτημα είναι να αναζητήσουμε στο παρόν με βάση τον ορθό λόγο, με βάση τα σημερινά δεδομένα μια σύγχρονη επαναστατική τακτική που δεν θα είναι συνάμα ούτε σεχταριστική ούτε ρεφορμιστική. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να στοιχηθούμε πίσω από τη μία ή την άλλη γραμμή του παρελθόντος, ούτε όμως και να το πετάξουμε όλο στα σκουπίδια. Με αυτό το κριτήριο της μαρξιστικής κριτικής θα πρέπει να εξετάζουμε το παρελθόν, εάν θέλουμε πραγματικά να αντλήσουμε εμπειρία από αυτό.

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

30 χρόνια πανελλαδικές η ίδια ιστορία: ταξικοί φραγμοί, αμάθεια, φροντιστήρια



30 χρόνια πανελλαδικές η ίδια ιστορία: ταξικοί φραγμοί, αμάθεια, φροντιστήρια
Αν κανείς κοιτάξει, τα τελευταία τριάντα χρόνια, τις διακηρύξεις των Υπουργών Παιδείας, κάθε φορά που άλλαζαν το σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση θα εκπλαγεί: Γιατί; Επειδή τα αποτελέσματα των νέων τρόπων πρόσβασης στα ΑΕΙ – ΤΕΙ ήταν εντελώς αντίθετα από τις υποσχέσεις του Υπουργείου Παιδείας σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που να μπορεί κάποιος να υποστηρίξει με στοιχεία ότι όποτε το ΥΠΕΠΘ μιλάει για αλλαγή των πανελλαδικών εξετάσεων πρέπει να περιμένουμε τα αντίθετα ακριβώς από όσα υπόσχεται ότι θα πετύχει.
Από τα μέσα της δεκαετίας του ΄70 μέχρι σήμερα ένα «φάντασμα» πλανιέται πάνω από την Ελληνική εκπαίδευση: το «εξεταστικό» ή με άλλα λόγια ο τρόπος και οι όροι πρόσβασης των νέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Τα τελευταία 30 χρόνια έχουμε 4 βασικές αλλαγές στο σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Την περίοδο 1980-1983 (Πανελλήνιες Εξετάσεις), την περίοδο 1984-1998 (Γενικές Εξετάσεις), την περίοδο 1999-2004 (Πανελλαδικές εξετάσεις Ενιαίου Λυκείου) και την περίοδο 2005-2008 (Πανελλαδικές εξετάσεις Γενικού Λυκείου).
Δεν υπάρχει Εξεταστικό σύστημα, τα τελευταία τριάντα χρόνια, που να μην περιλάμβανε στην Εισηγητική του Έκθεση σαν στόχους και σαν δικαιολογητικό λόγο της θέσπισής του :
τον περιορισμό της παραπαιδείας,
την αντικειμενική και αξιοκρατική επιλογή των μαθητών,
την ισότητα ευκαιριών
το άνοιγμα των πανεπιστημίων
την ελεύθερη πρόσβαση
το τέλος του «ασφυκτικού εναγκαλισμού» του Λυκείου από τις απαιτήσεις των εξετάσεων για το πανεπιστήμιο,
την φραστική καταδίκη της έμφασης στην απομνημόνευση
ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ (30 ΧΡΟΝΙΑ)
ΒΑΣΙΚΑ
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΕΠΘ
ΑΠΟΤ/ΜΑΤΑ
1980 -1983 (Πανελλήνιες Εξετάσεις)
Βασική «καινοτομία» των Πανελληνίων Εξετάσεων, δηλαδή η διπλή εξεταστική δοκιμασία (Β΄ και Γ΄ Λυκείου)
«Η εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση θα γίνεται χωρίς εξετάσεις και δεν θα εξαρτάται στο εξής από παράγοντες όπως τα φροντιστήρια» Βασίλης Κοντογιαννόπουλος -Υπουργός Παιδείας
Τα φροντιστήρια από 550 περίπου το 1977 γίνονται 1000 το 1982
Μείωση του αριθμού των υποψηφίων (από 91 χιλιάδες σε 78 χιλιάδες)
Αύξηση της φοιτητικής μετανάστευσης (από 30 χιλιάδες σε 36 χιλιάδες)
1984- 1998
(Γενικές Εξετάσεις)
Εξετάσεις σε 4 μαθήματα
Δυνατότητες βελτίωσης της βαθμολογίας
Μετράει η βαθμολογία του Λυκείου
«αύξηση της ισότητας ευκαιριών»
«άνοιγμα των Πανεπιστημίων»
«περιορισμός της εξάπλωσης των φροντιστηρίων»
Απογείωση της αναντιστοιχίας θέσεων εισακτέων – υποψηφίων (οι υποψήφιοι διπλασιάζονται ενώ οι θέσεις μένουν σχεδόν ίδιες)
Βαθμολογικός πληθωρισμός (πενταπλασιάζονται πλασματικά μέσα σε λίγα χρόνια οι αριστούχοι)
Το 1984 το ποσοστό των μαθητών της Γ΄ Λυκείου στην Αθήνα, που παρακολουθούσαν φροντιστήριο και ιδιαίτερα μαθήματα ανέρχονται σε 65% ενώ το 1993 φτάνουν το 95%!
1999 -2004 (Πανελλαδικές Εξετάσεις Ενιαίου Λυκείου)
Πανελλαδικού τύπου εξετάσεις σε μεγάλο αριθμό μαθημάτων στη Β΄ και Γ΄ Λυκείου
«Ελεύθερη πρόσβαση στα Πανεπιστήμια.»
«Αποκατάσταση του παιδαγωγικού ρόλου του Λυκείου»
«Η αλλαγή του τρόπου αξιολόγησης που θα στηρίζεται στο τι διδάσκεται στο σχολείο και όχι στο τι θα γίνεται στο φροντιστήριο θα ενισχύσουν την κάμψη της παραπαιδείας»
Πενταπλασιασμός της απόρριψης
μέσα στο ίδιο το Λύκειο (από 4,4% το 1993/94 σε 25% το 1999/00)
Ολοκληρωτική υποβάθμιση της μορφωτικής λειτουργίας του Λυκείου –μετατροπή σε εξεταστικό κέντρο
Αύξηση κατά 50% των ιδιωτικών δαπανών για φροντιστήρια και ιδιαίτερα μαθήματα μέσα στα δυο πρώτα χρόνια της εφαρμογής του νέου συστήματος.
2005-2009
(Πανελλαδικές Εξετάσεις Γενικού Λυκείου)
Πανελλαδικού τύπου εξετάσεις σε 6-7 μαθήματα στη Γ΄ Λυκείου
Καθιερώνεται η βάση του 10
«Έτσι το Λύκειο θα ξαναγυρίσει στη μορφωτική του αποστολή και δυναμική ως σχολείο γενικής μόρφωσης», θα καλλιεργήσει το ενδιαφέρον των μαθητών για την απόκτηση της γνώσης στο σύνολο των μαθημάτων του Λυκείου», θα αυξήσει τον ελεύθερο χρόνο των μαθητών» και θα περιορίσει το φροντιστήριο».
Το Λύκειο παρέμεινε εξεταστικό κέντρο
Δεν υπήρξε καμιά μείωση των φροντιστηρίων
50.000 κενές θέσεις σε ΑΕΙ-ΤΕΙ την περίοδο 2006-2008
Πηγή: Ανάλυση και επεξεργασία στοιχείων Χρήστος Κάτσικας, Ιανουάριος 2009
.
1980-1983 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ
12
Πριν 30 περίπου χρόνια, το Νοέμβριο του 1978, ο τότε υφυπουργός Παιδείας Βασίλης Κοντογιαννόπουλος ανήγγειλε, «εν μέσω πανηγυρισμών», το νέο τρόπο εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, σύμφωνα με τον οποίο οι μαθητές θα έδιναν εξετάσεις στις δύο τελευταίες τάξεις του Λυκείου και τα αποτελέσματα τους θα χρησίμευαν όχι μόνο για τη σχολική αξιολόγηση του μαθητή (προαγωγή – απόλυση) αλλά και ως κριτήρια για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.
Την ίδια εποχή η εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ κυκλοφορεί με πρωτοσέλιδο τίτλο ( 9/11/1978 ) : «ΧΩΡΙΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ 1980 Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ»!
Παράλληλα, ο Βασίλης Κοντογιαννόπουλος, διαβεβαιώνει την κοινή γνώμη ότι «η εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση δεν θα εξαρτάται στο εξής από παράγοντες όπως τα φροντιστήρια και η τύχη που ελάχιστη σχέση έχουν» όπως τονίζεται «με την εκπαιδευτική και μαθησιακή διαδικασία».
Η βασική «καινοτομία» των Πανελληνίων Εξετάσεων, δηλαδή η διπλή εξεταστική δοκιμασία (Β΄ και Γ΄ Λυκείου), όξυνε τις εκπαιδευτικές ανισότητες και «καθιέρωσε», πραγματικά, την ταχύτατη εξάπλωση των φροντιστηρίων, αφού μετέτρεψε τη Λυκειακή Βαθμίδα σε εξεταστικό κέντρο.
Αποτέλεσμα; τα περίπου 500 φροντιστήρια που υπήρχαν στα τέλη της δεκαετίας του ΄70 (1977) το 1982 έχουν γίνει περίπου 1.000 που λειτουργούν ήδη στην Αθήνα και σε όλες τις πρωτεύουσες νομών. Παράλληλα η βασική «καινοτομία» των Πανελληνίων Εξετάσεων, όχι μόνο δεν έφερε την πολυθρύλητη και πολυδιαφημιζόμενη Ελεύθερη Εισαγωγή στα Πανεπιστήμια, αντίθετα, μείωσε τον αριθμό των υποψηφίων και αυτό οφείλεται στη διπλή εξέταση Β΄ και Γ΄ Λυκείου και στο γεγονός ότι οι υποψήφιοι πλέον είναι μόνο οι απόφοιτοι της Γ΄ τάξης του Λυκείου του ίδιου ακαδημαϊκού έτους. Την ίδια στιγμή, βεβαίως, ως φυσική συνέπεια αυξάνεται η φοιτητική μετανάστευση (+20% ανάμεσα στο 1979 και το 1983).
.
1984-1998 ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ (ΔΕΣΜΕΣ)
Το 1983 οι «Πανελλήνιες Εξετάσεις» μετονομάζονται σε «Γενικές Εξετάσεις». Σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις το νέο σύστημα στόχευε στην «ελάττωση της απορρύθμισης της λειτουργίας του Λυκείου» με τον περιορισμό των Γενικών Εξετάσεων μόνο στη Γ΄ Λυκείου. Επίσης στόχευε στην «αύξηση της ισότητας ευκαιριών» με το «άνοιγμα των Πανεπιστημίων» και «στον περιορισμό της εξάπλωσης των φροντιστηρίων».
Με κάποιες παραλλαγές το σύστημα των Γενικών Εξετάσεων μέχρι το 1998. Το αν εκπλήρωσε τους στόχους του το δείχνουν καθαρά τα παρακάτω αποκαλυπτικά στοιχεία : Ενώ το ποσοστό των μαθητών της Γ΄ Λυκείου στην Αθήνα που παρακολούθησαν φροντιστήριο και ιδιαίτερα μαθήματα το 1984 ήταν 65%, το 1993 φτάνουν το 95%!
Από το 1984 μέχρι το 1988 στη διάρκεια των Γενικών Εξετάσεων οι βαθμοί των τριών τάξεων του Λυκείου λαμβάνονται υπόψη σε ποσοστό 25%. Αποτέλεσμα ; Βαθμοθηρία, και, βέβαια, τελικά βαθμολογικός πληθωρισμός. Οι μαθητές που βαθμολογούνται με «άριστα» πενταπλασιάζονται μέσα σε μια 8ετία – 9ετία και από 2,3% τη σχολική χρονιά 1977/78 γίνονται 11,9% το 1985/86 για να προσγειωθούν το 1994 στο 8,5% όταν πια είχε καταργηθεί το καθεστώς συμμετοχής τους στα κριτήρια επιλογής των εξετάσεων.
.
1999-2004 ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΕΝΙΑΙΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ
Το 1997, ο Υπουργός της Παιδείας Γερ. Αρσένης «γέμισε» τις πρώτες σελίδες των εφημερίδων με τις εξαγγελίες για την κατάργηση των Γενικών Εξετάσεων και την ελεύθερη πρόσβαση στα Πανεπιστήμια.
2
Το ΥΠΕΠΘ ισχυρίζεται ότι με την εφαρμογή του νέου συστήματος στόχευε :
α. Στο «τέλος των Γενικών Εξετάσεων» και στο «άνοιγμα των Πανεπιστημίων» που «θα κατάφερνε συντριπτικό χτύπημα στα φροντιστήρια».
β. στη «μείωση του ανταγωνισμού για την κατάληψη μιας θέσης στα Τριτοβάθμια Ιδρύματα που θα αποκαταστήσει στο Λύκειο το κλίμα που απαιτείται για να λειτουργήσει παιδαγωγικά το σχολείο».
Ο πρόεδρος του Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας (Κ.Ε.Ε) από το Φεβρουάριο του 1997 προβλέπει ότι «η αναβάθμιση του Λυκείου, η αλλαγή του περιεχομένου και του τρόπου των εξετάσεων και κυρίως η μείωση του ανταγωνισμού για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, θα αμβλύνουν σημαντικά την ανάγκη για φροντιστήρια και ιδιαίτερα μαθήματα» (Μιχ. Κασσωτάκης, άρθρο στα ΝΕΑ, 1/2/97).
Τα αποτελέσματα; Υποβαθμίζεται μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα η μορφωτική λειτουργία του Λυκείου ενώ τα δυο πρώτα χρόνια εφαρμογής του νέου συστήματος πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, χιλιάδες μαθητές όχι μόνο δεν είχαν πρόσβαση στα ΑΕΙ-ΤΕΙ αλλά «κόπηκαν» ακόμη και από τη δυνατότητα να ολοκληρώσουν τη Β΄ ή τη γ΄ Λυκείου. Το 1999 στα γεννητούρια του «κατασπάραξε» 30 χιλιάδες μαθητές, το 1/3 του μαθητικού πληθυσμού της Β΄ Λυκείου. Το 2004, στα τελευταία του αξιολόγησε ένα στα δυο παιδιά που φοιτούσαν στη Β΄Λυκείου με βαθμό κάτω από τη βάση. Η διαρροή των μαθητών π.χ από τη β΄ στη γ΄ Λυκείου από 4,4 % των μαθητών (το 1993/94) έφτασαν το το 2000 το 25.
Παράλληλα ενώ το 1994 το ποσοστό των μαθητών της Β΄ και Γ΄ Λυκείου στην Αθήνα που παρακολουθούσαν φροντιστήριο και ιδιαίτερα μαθήματα ανέρχονται κατά μέσο όρο σε 55 – 60% το 2000 ξεπέρασαν το 85%! Μόνο μέσα στα δυο πρώτα χρόνια εφαρμογής του νέου συστήματος 1999 – 2000 αυξήθηκαν κατά 50% οι ιδιωτικές δαπάνες για φροντιστήρια και ιδιαίτερα μαθήματα.
.
2005-2008 ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΒΑΣΗ ΤΟΥ 10
Από το 2005 το ΥΠΕΠΘ (Υπουργός Μ. Γιαννάκου) επιβάλλει την περιβόητη «βάση του 10», την οποία παρουσίασε ως ελιξίριο που θα δώσει τη δυνατότητα στο Λύκειο να οικοδομήσει «τη μορφωτική του αποστολή και δυναμική ως σχολείο γενικής μόρφωσης», θα καλλιεργήσει «το ενδιαφέρον των μαθητών για την απόκτηση της γνώσης στο σύνολο των μαθημάτων του Λυκείου», θα «αυξήσει τον ελεύθερο χρόνος των μαθητών» και «θα περιορίσει το φροντιστήριο».
Η πραγματικότητα ήταν διαφορετική καθώς δεν επρόκειτο παρά για μια επιχείρηση νομιμοποίησης του εξοστρακισμού των πιο αδύνατων κοινωνικά και σχολικά και για ένα «στένεμα» των διόδων των Πανεπιστημίων που «έκλεινε το μάτι» στα εκατοντάδες Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών και των λεγόμενων Κολλεγίων στα οποία προσφέρονταν έτοιμη πελατεία το «πλεόνασμα» των υποψηφίων που δεν θα εισάγονταν. Συνολικά, από το χρόνο εφαρμογής της βάσης του 10, μέσα σε τρία χρόνια, έμειναν ακάλυπτες 50.000 θέσεις σε ΑΕΙ-ΤΕΙ ενώ, βέβαια η νέα αυτή ρύθμιση έριξε νέο λίπασμα στην αρένα του ανταγωνισμού και των φροντιστηρίων

Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

Βγαίνουν στο φως τα αρχεία της ΕΛ.ΑΣ.


Δρομολογούνται οι διαδικασίες για το άνοιγμα των φακέλων των ελληνικών υπηρεσιών Ασφαλείας στους ερευνητές, όπως έχει προαναγγείλει και ο αναπληρωτής υπουργός Εσωτερικών Γιάννης Πανούσης
Τέσσερις δεκαετίες μετά τη δημοκρατική τομή της Μεταπολίτευσης, μια κρίσιμη πτυχή της ελληνικής ιστορίας του εικοστού αιώνα ίσως πάψει επιτέλους να παραμένει στη σκιά.
Ο λόγος για τα αρχεία της Ελληνικής Αστυνομίας, το άνοιγμα των οποίων στους ερευνητές εξαγγέλθηκε από τον αναπληρωτή υπουργό Εσωτερικών Γιάννη Πανούση κατά τις πρόσφατες προγραμματικές δηλώσεις του (17/4).
Απαντώντας σε σχετικό ερώτημά μας, ο κ. Πανούσης επιβεβαιώνει πως «το αρχειακό αυτό υλικό αποτελεί κομμάτι της ιστορίας μας και θα πρέπει να είναι στη διάθεση των ερευνητών και κάθε ενδιαφερόμενου», ξεκαθαρίζοντας πως «η μελέτη της πραγματικής ιστορίας του τόπου μας σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί αναμόχλευση παθών».
Διατυπώνει, μάλιστα, την υπόθεση ότι «μέσα σ’ αυτούς τους υπηρεσιακούς φακέλους μπορεί να εντοπίσουμε και δημοκρατικά ψήγματα της Ελληνικής Αστυνομίας, παρά τα όσα συνήθως θρυλούνται».
Οσον αφορά τη χρηματοδότηση του έργου, ο αναπληρωτής υπουργός επισημαίνει τη δυνατότητα αξιοποίησης κονδυλίων του ΕΣΠΑ μέσω του Κέντρου Μελετών Ασφάλειας (ΚΕΜΕΑ), της ημιεπίσημης «δεξαμενής σκέψης» που ιδρύθηκε το 2005 επί υπουργίας Βουλγαράκη.

Ατομικοί φάκελοι...

Εγγραφα-ντοκουμέντα της Χωροφυλακής από το 1976-77 για διώξεις «κομμουνιστών» Εγγραφα-ντοκουμέντα της Χωροφυλακής από το 1976-77 για διώξεις «κομμουνιστών» |
Επί της ουσίας, το άνοιγμα του ιστορικού αρχείου της ΕΛ.ΑΣ. αφορά δυο διαφορετικές κατηγορίες τεκμηρίων. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει 2.110 ατομικούς φακέλους «προσωπικοτήτων» που διασώθηκαν το 1989 από την «εθνοενωτική» πυρά της Χαλυβουργικής, για να δοθούν αργότερα στην ιστορική έρευνα. Βάσει της σχετικής υπουργικής απόφασης της 7ης Σεπτεμβρίου 1989 (ΦΕΚ 672/Β/1989), το περιεχόμενό τους θα γινόταν προσιτό στους ενδιαφερόμενους ύστερα από μία 20ετία.
Λίγες όμως μέρες προτού εκπνεύσει αυτή η προθεσμία, νέα απόφαση των υπουργών Εσωτερικών και Δικαιοσύνης της κυβέρνησης Καραμανλή μετέθεσε χρονικά το άνοιγμά τους για άλλα 20 χρόνια (ΦΕΚ 1832/Β/2009 της 3/9/2009).
Η σημερινή κυβέρνηση εξετάζει το ενδεχόμενο επίσπευσης αυτής της διαδικασίας για το 2017, οι σχετικές αποφάσεις δεν έχουν ωστόσο ακόμη οριστικοποιηθεί.
Ας ελπίσουμε ότι τελικά θα κατανικηθούν όσες αναστολές έχουν κληρονομηθεί από το παρελθόν, από τη στιγμή μάλιστα που παρόμοια υλικά είναι προσβάσιμα σε διεθνές επίπεδο.
Οπως και να το κάνουμε, είναι μάλλον προβληματικό οι Ελληνες ιστορικοί να μπορούν να μελετήσουν ατομικούς φακέλους Ελλήνων αντιστασιακών (π.χ. του Αρη Βελουχιώτη) που καταρτίστηκαν από τη βρετανική SOE και φυλάσσονται στα Εθνικά Αρχεία του Λονδίνου, όχι όμως και τα αντίστοιχα υλικά των ελληνικών υπηρεσιών Ασφαλείας!

...και υπηρεσιακό αρχείο

Εγγραφο-ντοκουμέντο της Χωροφυλακής από το 1976-77 για διώξεις «κομμουνιστών» |
Το δεύτερο «ανενεργό» αρχείο που αναμένεται ν’ αξιοποιηθεί, αποτελείται από περίπου 1.000 υπηρεσιακούς φακέλους της ΕΛ.ΑΣ. και των προκατόχων της (Χωροφυλακή και Αστυνομία Πόλεων), δεν περιλαμβάνει ατομικούς φακέλους και καλύπτει το χρονικό διάστημα από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια μέχρι τη δεκαετία του 1980.
Ο συνολικός όγκος του εκτιμάται σε περίπου 1.000.000 σελίδες και μεγάλο αριθμό φωτογραφιών.
Εγγραφο της Ασφάλειας του 1986 για τη συγκέντρωση «αναρχο-αριστεριστών» στη Νομική Εγγραφο της Ασφάλειας του 1986 για τη συγκέντρωση «αναρχο-αριστεριστών» στη Νομική |
Είναι προφανές ότι το υλικό αυτό συνιστά πολύτιμη πηγή για τη μελέτη, τόσο της ποινικής εγκληματικότητας όσο και των μεθόδων καταπολέμησης του «εσωτερικού εχθρού» κατά τα μεταπολεμικά χρόνια.
Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, των Βαλκάνιων γειτόνων μας συμπεριλαμβανομένων, τα αντίστοιχα αρχεία έχουν από καιρό ανοίξει στους ιστορικούς, τουλάχιστον κατά το μέρος τους που αφορά τον σχεδιασμό και την άσκηση της κρατικής πολιτικής.

Το χρονικό

Το πρώτο βήμα για την αξιοποίηση αυτού του αρχείου σημειώθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο, επί υπουργίας Κικίλια, όταν αποφασίστηκε η σύσταση πενταμελούς υπηρεσιακής επιτροπής για τη «συστηματική καταγραφή, ταξινόμηση, αρχειοθέτηση, ιστορική τεκμηρίωση [sic] και ψηφιοποίηση του υλικού».
Στο έργο αυτό κλήθηκαν να υποβάλουν υποψηφιότητα συμμετοχής όσοι πτυχιούχοι υπάλληλοι της ΕΛ.ΑΣ. πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις (βιβλιοθηκονόμοι κ.λπ.).
Η ανταπόκριση υπήρξε όμως πολύ περιορισμένη, για οικονομικούς κυρίως λόγους: η εν λόγω επιστημονική υπηρεσία δεν περιλαμβάνει νυχτερινές βάρδιες και τις συνακόλουθες μισθολογικές προσαυξήσεις.
Ο αναπληρωτής υπουργός Προστασίας του Πολίτη Γιάννης Πανούσης Ο αναπληρωτής υπουργός Προστασίας του Πολίτη Γιάννης Πανούσης | EUROKINISSI/ ΓΕΩΡΓΙΑ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ
Μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο κ. Πανούσης ανέθεσε τη μελέτη του ζητήματος στην Κωνσταντίνα Μπότσιου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας και αναπληρώτρια πρύτανη του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.
Επιλογή που συμβαδίζει με τη γενικότερη κυβερνητική πολιτική «εθνικής ενότητας», καθώς η κ. Μπότσιου, όχι μόνο προέρχεται από τον χώρο της Ν.Δ., αλλά έχει χρηματίσει ακόμη και γενική διευθύντρια του επίσημου κομματικού... θινκ τανκ (Ινστιτούτο Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής).
H αναπληρώτρια καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας και αναπληρώτρια πρύτανης του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου Κωνσταντίνα Μπότσιου H αναπληρώτρια καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας και αναπληρώτρια πρύτανης του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου Κωνσταντίνα Μπότσιου |
Η γραπτή εισήγησή της υποβλήθηκε στις 31 Μαρτίου, επιβεβαιώνει τη μεγάλη αξία του επίμαχου υλικού και καταλήγει στη διατύπωση ενός ολοκληρωμένου χρονοδιαγράμματος 16-36 μηνών για τη λεπτομερή καταγραφή, ψηφιοποίηση, ταξινόμηση και διαβάθμιση του αρχείου, με σκοπό την άμεση διάθεση ενός τμήματός του στους ερευνητές.
Ειδικά όσον αφορά τη διαβάθμιση των ντοκουμέντων, η κ. Μπότσιου εισηγείται τη δημοσιοποίηση των «εμπιστευτικών» εγγράφων σε 15 χρόνια, των «απόρρητων» σε 20 χρόνια, των «άκρως απόρρητων» σε 25 χρόνια, όσων αφορούν την «εθνική ασφάλεια» σε 60 χρόνια και όσων θίγουν ζητήματα ιδιωτικού βίου σε 75 χρόνια από τη σύνταξή τους.
Δεδομένου ότι οι έννοιες τόσο της «εθνικής ασφάλειας» όσο και της «ιδιωτικότητας» έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά εύπλαστες, καθοριστική για το εύρος του ανοίγματος των αρχείων της ΕΛ.ΑΣ. στους ιστορικούς θ’ αποδειχθεί -εκ των πραγμάτων- η επιλογή των επιστημόνων που θ’ αναλάβουν αυτόν τον επαναχαρακτηρισμό.
Εξίσου αποφασιστικό ρόλο θα διαδραματίσει -λογικά- και το θεσμικό πλαίσιο, εντός του οποίου θα οργανωθεί η πρόσβαση των ερευνητών στο αποχαρακτηρισμένο υλικό.
Η εισήγηση της κ. Μπότσιου υποδεικνύει τρεις δυνητικές επιλογές για τη στέγαση και φύλαξη των αρχείων: (α) το υπηρεσιακό «Τμήμα Ιστορίας-Εκδόσεων» της ΕΛ.ΑΣ., β) το «Πολιτιστικό Κέντρο Ελληνικής Αστυνομίας», νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που ιδρύθηκε επί Καραμανλή (2008) και στεγάζεται στο κτίριο της πάλαι ποτέ Σχολής Χωροφυλακής στου Γουδή, και (γ) στα καθ’ ύλην αρμόδια Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), τα οποία «έχουν το πλεονέκτημα ότι διαθέτουν την τεχνογνωσία και τις υποδομές να δεχθούν και να οργανώσουν πλήρως το αρχείο, συμβάλλοντας στην ψηφιοποίηση και τη διάθεσή του στην έρευνα».
Με δεδομένη την αρνητική εμπειρία από παρεμφερή δημόσια αρχεία (π.χ. το πολύπαθο Ιστορικό Αρχείο του ΥΠΕΞ), αλλά και τους αποκλεισμούς που υφίστανται αντιφρονούντες ερευνητές από στρατευμένα ιδιωτικά κέντρα (π.χ. Ιδρυμα Καραμανλή), είναι πάντως προφανές πως η επιλογή των ΓΑΚ θα διασφαλίζει περισσότερες εγγυήσεις για την ορθή διαχείριση ενός τόσο ευαίσθητου υλικού και την απαραίτητη ισονομία όσον αφορά την απρόσκοπτη πρόσβαση των ερευνητών σε αυτό.
Στα ΓΑΚ έχει άλλωστε ήδη κατατεθεί ένας αριθμός από παλαιότερους φακέλους της Αστυνομίας Πόλεων και της Χωροφυλακής, πολλοί από τους οποίους έχουν όμως οφθαλμοφανώς ή και παντελώς αποψιλωθεί προκαταβολικά από το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου τους. Ο φάκελος 689.3 του Αρχείου της Αστυνομίας Πόλεων, με τίτλο «Εκτοπισμένοι-υπό περιορισμόν-δηλωσίαι», περιέχει λ.χ. ένα όλο κι όλο έγγραφο του 1976, κι αυτό περιορισμένης αξίας!
Εξίσου απελπιστικά φτωχός είναι ο φάκελος 682.1 («Μειονότητες-Μουσουλμάνοι») κ.ο.κ.
Ελπίζουμε πως το άνοιγμα που επιχειρεί ο τωρινός αναπληρωτής υπουργός θ’ αποφύγει τις ενδοϋπηρεσιακές παγίδες που παράγουν τέτοιου είδους φαιδρότητες...

Αρχεία ΕΥΠ: μήπως ήρθε η ώρα;

Εκτός από τους φακέλους της ΕΛ.ΑΣ. υπάρχουν όμως και άλλες συλλογές ιστορικών τεκμηρίων, που καιρός είναι πλέον ν’ ανοίξουν στην επιστημονική έρευνα. Στην περίπτωση λ.χ. της ΕΥΠ, ο ισχύων σήμερα Ν. 3649 έχει προβλέψει από το 2008 τη σύσταση και λειτουργία Ιστορικού Αρχείου της υπηρεσίας, με αποχαρακτηρισμό όσων εγγράφων έχουν συνταχθεί πριν από 50 χρόνια και η δημοσιοποίησή τους δεν βλάπτει την εθνική ασφάλεια ή την προσωπικότητα συγκεκριμένων προσώπων. Μολονότι αυτό το άνοιγμα έμεινε μέχρι σήμερα στα χαρτιά, το νομικό πλαίσιο για την υλοποίησή του παραμένει ενεργό.
Δεν περιμένει φυσικά κανείς να δοθούν στους ιστορικούς κατάλογοι πρακτόρων, χαφιέδων ή άλλα «καυτά» ντοκουμέντα. Υπάρχουν ωστόσο ολόκληρες κατηγορίες εγγράφων που, ενώ αποτελούν πολύτιμα τεκμήρια για τους ιστορικούς, η απόκρυψή τους δεν έχει πλέον την παραμικρή σχέση με την κρατική ασφάλεια. Ορισμένα από αυτά, μάλιστα, δεν προέρχονται καν από τις υπηρεσίες ασφαλείας, αλλά αποτελούν λάφυρα των τελευταίων κατά τις μετακατοχικές διώξεις του «εσωτερικού εχθρού».
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα αρχεία του ΕΛΑΣ και της Εθνικής Πολιτοφυλακής, που κατασχέθηκαν στη διάρκεια των Δεκεμβριανών κι ένα ελάχιστο δείγμα τους χρησιμοποιήθηκε επιλεκτικά σε μετεμφυλιακή προπαγανδιστική έκδοση («Βίβλος της εθνοπροδοσίας»), η σύνταξη της οποίας είχε ανατεθεί στην τότε ΚΥΠ. Μήπως θα έπρεπε η κοινότητα των Ελλήνων ιστορικών να διατυπώσει το συντομότερο σχετικό αίτημα για την παράδοση αυτών των τελευταίων στα καθ’ ύλην αρμόδια Γενικά Αρχεία;

πόσοι μας διάβασαν: