Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

«Το μυθιστόρημα της Ωραιοζήλης Λεβί»: η άρνηση της «αστικής θηλυκότητας» χάριν του κομμουνισμού και το τραύμα του αστικού τύπου



Κώστας Παλούκης, 

επεξεργασμένο κείμενο της ανακοίνωσης στην ημερίδα του ΟΜΙΚ, 

Σάββατο 2 Απριλίου: 

(Αντι)μιλώντας στις βεβαιότητες: 


φύλα, αναπαραστάσεις, υποκειμενικότητες 









«Το μυθιστόρημα της Ωραιοζήλης Λεβή: Η άρνηση της «αστικής θηλυκότητας» χάριν του κομμουνισμού και το τραύμα του αστικού τύπου 



Εισαγωγή 

Στις 15 και 16 Ιανουαρίου του 1931 η πλειοψηφία των ελληνικών εφημερίδων αγωνιούν για την εκλογή της Μις Ελλάς. Στη Θεσσαλονίκη η κοινή γνώμη παρακολουθεί την πορεία της «ωραιοτέρας της Θεσσαλονίκης», ενώ προετοιμάζεται παράλληλα για τις αναπληρωματικές γερουσιαστικές εκλογές. Μια αποκάλυψη όμως μεταθέτει την εστίαση του ενδιαφέροντος αλλού. Το Τμήμα Ειδικής Ασφάλειας της πόλης ανακαλύπτει τη λειτουργία ενός αρχειομαρξιστικού «Κόκκινου Σχολείου» στον προσφυγικό συνοικισμό της Αγίας Φωτεινής. Συλλαμβάνονται πέντε νέοι άντρες, εργάτες επί το πλείστον, και έξι νέες, μεταξύ των οποίων δύο εργάτριες, μία μαθήτρια του διδασκαλείου θηλέων και τρεις μαθήτριες του γυμνασίου θηλέων.[1]

Ο αστικός τύπος δείχνει να βιώνει ένα μεγάλο σοκ, καθώς άριστες μαθήτριες μεσοαστικών στρωμάτων με υποτροφίες εμφανίστηκαν να συντάσσονται με τον αρχειομαρξισμό.[2] Σύντομα αποκαλύπτεται πως η μία από τις δυο εργάτριες, η φερόμενη ως Άννα Κάτση, ήταν η 19χρονη Ωραιοζήλη Λεβή, πρωτότοκη κόρη του εκατομμυριούχου και «εν Αθήναις εγκατεστημένου εργοστασιάρχου και εμπόρου κομβίων» Λέοντα Λεβή. Ο αστικός δημοσιογραφικός κόσμος αισθάνεται μια κατά μία τρόπο βίαιη ανατροπή δεδομένων και αυτονόητων αναπαραστάσεων για την θέση, τον ρόλο και την συνείδηση των νεαρών γυναικών των μεσαίων και ανώτερων αστικών στρωμάτων. «Μα οι ιδέες αυτές δεν είνε της τάξεώς σας…», ρωτάει με απορία και έκπληξη δημοσιογράφος της εφημερίδας Μακεδονικά Νέα την Ωραιοζήλη για να λάβει την σιωπή της.[3] Δεν είναι μόνο οι εσωτερικές ιεραρχίες που φαίνεται να απειλούνται στο εσωτερικό της αστικής τάξης, αφού νεαρά μέλη και μάλιστα θηλυκού γένους επιλέγουν μια εχθρική ιδεολογία, αλλά φαίνεται να τραυματίζεται ακόμα και η ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία του αστισμού πάνω στην κοινωνία. 

Στόχος του αστικού τύπου σε αυτήν την υπόθεση είναι να καταδείξει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο πως η Ωραιοζήλη Λεβή δεν εγκατέλειψε ποτέ την αστική της ταυτότητα και ότι οι επιλογές της υπό κάποιες προϋποθέσεις είναι δυνατόν να μην αντιστρέφονται τις κυρίαρχες εκδοχές θηλυκότητας που αποδίδονταν εκείνη την εποχή στις νεαρές γόνους των αστικών οικογενειών. Γι’ αυτό επιστρατεύουν διαδοχικά κυρίαρχα πρότυπα αστικής θηλυκότητας με τα οποία επιχειρούν παρουσιάσουν το προφίλ της Λεβή. Η ίδια η Ωραιοζήλη ωστόσο δεν είναι ένα παθητικό αντικείμενο. Δρα ενεργητικά προτάσσοντας τη δική της συνείδηση, η οποία συνάδει με τις αρχές της αρχειομαρξιστικής – κομμουνιστικής ηθικής. 

Αυτό που διερευνά η παρούσα μελέτη είναι ο τρόπος με τον οποίο η ταξική αντιπαράθεση διαπερνά και καθορίζει τα ιδεώδη της αστικής θηλυκότητας, αλλά και συνάμα διαπερνάται και καθορίζεται από αυτά. Εδώ η «αναπαράσταση» χρησιμοποιείται ως μέσο έκφρασης της ιδεολογίας και όχι ως κοινωνική κατασκευή ή ως ενδοκειμενική λειτουργία του λόγου. Συγκεκριμένα, χρησιμοποείται η γκραμσιανή προσέγγιση της «αναπαράστασης», όπως την παραθέτει ο Stuart Hall.[4] Αυτό σημαίνει πως οι πολιτικές και ιδεολογικές πρωτοπορείες του κάθε κοινωνικού στρατοπέδου υιοθετούν συγκεκριμένες «αναπαραστάσεις» και τις προβάλλουν στο «πεδίο της ταξικής αναμέτρησης» με σκοπό την «ηγεμονία». Ταυτόχρονα, βέβαια αυτές οι αναπαραστάσεις επιδρούν στον «πραγματικό υλικό κόσμο» παράγοντας συγκεκριμένες συμπεριφορές και συνειδήσεις, διαμορφώνουν τα ίδια τα φύλα. 

Αυτά τα πρότυπα του γυναικείου φύλου δεν αποκρυσταλλώνονται όμως πέρα και έξω από το πεδίο της ταξικής πάλης, ούτε έξω από τις μεταξύ τους σχέσεις ή τις σχέσεις των φορέων τους, αλλά αντίθετα – με τον ίδιο τρόπο που ο Ε. P. Thomson περιγράφει τη μεθοδολογία του για την διαμόρφωση της εργατικής τάξης – σχηματίζονται από αληθινούς ανθρώπους και σ’ ένα αληθινό πλαίσιο σε μια συγκεκριμένή ιστορική στιγμή σε αλληλεπίδραση. [5] Έτσι, τα κριτήρια με τα οποία διαμορφώνονται τα πρότυπα για την θηλυκότητα δεν είναι στατικά και κλειστά. Αντίθετα είναι δυνατόν η διαλεκτική της ταξικής πάλης για την ηγεμονία να διαμορφώνει μια τάση για ταξικό ετεροπροσδιορισμό και ταξική διαφοροποίηση με αποτέλεσμα να εξελισσόνται, να διαμορφώνονται και να κοινωνιογεννώνται διαρκώς νέες κοινωνικές αποκρυσταλλώσεις του θηλυκού φύλου. Με αυτόν τον τρόπο η ταξική διαπάλη μπορεί – όπως μας προτείνει ο Νόρμπετ Ελίας στο έργο του Η εξέλιξη του Πολιτισμού[6] – να κινεί και να εξελίσσει τον πολιτισμό. Σε αυτήν την διαδικασία η «θηλυκότητα» και η «ομορφιά» δεν είναι λοιπόν ούτε διαχρονικά ούτε αρχέγονα ιδεώδη.[7]

Ο «μύθος» και ο «αντιμύθος»: «ωραιοτάτη ερωτευμένη επαναστάτιδα» ή «άνδρας παρά γυναίκα!» 

Η Ωραιοζήλη Λεβή, γενημένη στον Βόλο και μεγαλωμένη στην Αθήνα, ήταν τελειόφοιτος της Ανωτάτης Εμπορικής Σχολής. Όταν η Ωραιοζήλη άρχισε σύμφωνα με τις εφημερίδες να «έχη εκδηλώσεις μονομανίας εις τα πολιτειακά και πολιτικά ζητήματα»,[8] γεγονός που ερχόταν σε αντίθεση με την πρέπουσα εικόνα μιας νεαρής γόνου εβραϊκής αστικής οικογένειας, προκάλεσε την ανησυχία του πατέρα της. Την προέτρεψε να εγκαταλείψει τη μελέτη και να ασχοληθεί με τη μουσική, ενώ η μητέρα της ετοιμάστηκε να την εισαγάγει «εις τα κοσμικά σαλόνια». Ο πατέρας της προσέλαβε τον πολωνοεβραίο Oscar Rosenzweig ως μουσικοδιδάσκαλο της θυγατέρας του. Ο Rosenzweig ήταν ο σύνδεσμος της αρχειομαρξιστικής οργάνωσης με την γραμματεία της διεθνούς αριστερής αντιπολίτευσης και εργαζόταν στην Αθήνα ως οργανοπαίχτης βιολιού. Προκαλείται αμοιβαία συμπάθεια και η Ωραιοζήλη προσχωρεί στην αρχειομαρξιστική οργάνωση. Ο Rosenzweig αναχωρεί εν τω μεταξύ για το Παρίσι και παραμένει για όλο το υπόλοιπο διάστημα εκτός Ελλάδας. Η Ωραιοζήλη Λεβή θα ξαναβρεθεί με τον Rosenzweig μετά το τέλος της περιπέτειάς της, όταν στα 1933 θα ζει εξόριστη στο Παρίσι. 

Με την προσχώρησής της στον αρχειομαρξιστική οργάνωση, αμέσως η Ωραιοζήλη αναλαμβάνει τον ρόλο της «δασκάλας» στα «Κόκκινα Σχολεία» της Αθήνας. Την Πρωτομαγιά του 1930 συλλαμβάνεται στις συγκρούσεις των αριστερών εργατών με την αστυνομία. Η κρυφή της δράση αποκαλύπτεται στην οικογένεια και έρχεται σε ευθεία ρήξη με τον πατέρα της, ο οποίος προσπαθεί να την επαναφέρει στον σωστό δρόμο. Οργανώθηκε μάλιστα για τον σκοπό αυτό «εσπερίδα» στο οικογενειακό μέγαρο στην οποία η ίδια σύμφωνα με κάποιες αφηγήσεις δεν εμφανίστηκε καθόλου, ενώ με βάση άλλες αφηγήσεις εμφανίστηκε, αν και με πρόχειρη και μη ενδεδειγμένη ενδυμασία για την περίπτωση.[9] Δυό μέρες μετά κατόρθωσε να διαφύγει από το σπίτι της για την Θεσσαλονίκη. Εκεί εργάστηκε αρχικά με ψευδώνυμο στο κεραμοποιείο Αλλατίνι και αργότερα στο υφαντουργείο Υφανέτ. Ανέλαβε προπαγανδιστική δράση, ενώ παράλληλα εκτελούσε τα χρέη της δασκάλας στο «Κόκκινο Σχολείο» της Αγίας Φωτεινής. Στις αρχές του 1931 αρρώστησε και εγκατέλειψε την εργασία της στην Υφανέτ για να ασχοληθεί αποκλειστικά με την διδασκαλία. Οι γονείς της την αναζητούσαν έχοντας χάσει τα ίχνη της μέχρι τη σύλληψή της. 

Μετά την αποκάλυψη της ιστορίας, τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων κατακλύζονται με λεπτομέρειες της ζωής της. Η Μακεδονία γράφει ότι «αι συνταρακτικαί περιπέτειαί της δύναται να αποτελέσουν θέμα δι’ ολόκληρον μυθιστόρημα».[10] «Το παρελθόν της είναι μυθιστορηματικόν», συμφωνούν το Ελεύθερον Βήμα και η Ακρόπολις. Ως «μυθιστορηματική περιπέτεια» θεωρείται το γεγονός ότι «η ωραιοτάτη εβραιοπούλα [σημειώνουμε ότι η ωραιότητα τονίζεται εμφατικά σε αρκετές εφημερίδες] […] εγκατέλειψε τα εκατομμύρια του πατρός της δια να προπαγανδίζη τα διδάγματα της Μόσχας»,[11] «να κηρύξη άγριον πόλεμον κατά του κοινωνικού καθεστώτος, χάρις εις το οποίον ο πατέρας της έκαμεν αρκετά εκατομμύρια και χάρις εις το οποίον η οικογένειά της μπορούσε να της υποσχεθή μόρφωσιν, χοροεσπερίδας, τουαλέτες βαρύτιμες, ταξείδια στην Ευρώπη και σ’ όλα τα μέρη του κόσμου, θριάμβους σαν της “Μις Ελλάδος”, βαρύτιμα κοσμήματα και άλλα πολλά».[12] Ο συντάκτης της εφημερίδας Ακρόπολις περιγράφοντας τους άθλους της Λεβή δηλώνει εντυπωσιασμένος χαρακτηρίζοντας μεγάλη απόφαση «πραγματικώς για ένα κορίτσι και μεγάλο θάρρος που δεν το διαθέτουν ούτε τα 999 επί τοις χιλίοις των ανδρών».[13] Η εφημερίδα Ελεύθερος Άνθρωπος παραδέχεται ότι πρόκειται «για μια ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία» υπογραμμίζοντας το ρομαντικό χαρακτήρα της επιλογής της να εγκαταλείψει «την άνεσιν του πλουσίου σπιτιού της», για να «εργασθή υπέρ μιας κοινωνικής ιδεολογίας» καθώς η ίδια πιστεύει τους ιδεολογικούς σκοπούς των αρχειομαρξιστών και αδυνατεί βέβαια να «ιδή τα άλλα κίνητρα».[14] Η εφημερίδα η οποία θα επιδείξει ωστόσο πραγματικά υπερβάλλουσα φαντασία είναι η Εφημερίς των Βαλκανίων. Δημοσιεύσει ένα είδος ρομάντζου το οποίο υποτίθεται ότι διηγείται η ίδια η Ωραιοζήλ. Οι φανταστικοί διάλογοι των περιπάτων Ωραιοζήλης και Oscar στους κήπους της Αθήνας, η ερωτική εξομολόγηση του Oscar μπροστά στο τζάκι του σπιτιού των Λεβή, αλλά και η κατάκτηση από τον πολωνοεβραίο μουσικό ακόμα και της υπηρέτριας των Λεβή κάνουν την αφήγηση απολαυστική. Η Ωραιοζήλ Λεβή φέρεται να ζει ως ωραία αστή νέα έναν μεγάλο έρωτα και μια μεγάλη περιπέτεια που φαίνεται να εξάπτει το αναγνωστικό κοινό.[15]

Με αυτόν τον τρόπο δομείται ένας ρομαντικός μύθος για την ωραία φλογερή ερωτευμένη επαναστάτρια Λεβή με αποκλειστικό σκοπό να αποκρύψει ή να «κλείσει» το χάσμα ανάμεσα στην αστική της καταγωγή και την κομμουνιστική της δράση. Ο δημοσιογράφος της εφημερίδας Μακεδονικά Νέα δείχνει σαφώς αυτήν την πρόθεση όταν ρωτά την Ωραιοζήλη: «– Μηπως δεν υπάρχουν δεποινίδες και επαναστάτιδες των σαλονιών;», για να εισπράξει από την Λεβή ένα «– Ίσως..».[16] Η Λεβή φαίνεται λοιπόν να εγκαταλείπει μεν το ιδεώδες της αστικής θηλυκότητας των «σαλονιών» και να υιοθετεί μάλιστα κάποιες θετικές αρσενικές ιδιότητες, αλλά αυτές οι ιδιότητες δεν την «αποθηλυκοποιούν» ούτε την «ασχημαίνουν» ούτε την «απερωτικοποιούν». Αντίθετα, μέσω του ρομαντισμού ενισχύουν το κοσμοπολίτικο αστικό θηλυκό προφίλ της, ώστε να μπορεί να έχει θέση μέσα στα «σαλόνια».[17]

Την ίδια στιγμή πολλά στοιχεία του «μύθου» αρχίζουν να αποδομούνται. Συγκεκριμένα, η εφημερίδα Ελεύθερος Ανθρωπος υποστηρίζει ότι στην πραγματικότητα η Λεβή δεν είναι και τόσο όμορφη καταρρίπτοντας ένα βασικό στοιχείο του δημοσιογραφικού μύθου. Συγκεκριμένα η εφημερίδα γράφει για τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της: 

Η Ορεοζίλ με την περιπετειώδη ιστορίαν είνε ένα παράξενο κορίτσι. Κάθε άλλο παρά ωραία είνε. Το ανάστημά της είνε πολύ κοντό, μόλις φθάνει το 1 μέτρον και 45 εκατοστά. Το πρόσωπόν της, χωρίς να είνε ωραίον, έχει λεπτά χαρακτηριστικά. Τα μαλλιά της είνε καστανόξανθα. Τα μάτια της καστανά. Το ένα όμως απ’ αυτά, το δεξιόν, έχει κάποιον ελαφρόν αληθωρισμόν.[18]

Το πρόσωπό της δεν θεωρείται ωραίο παρότι έχει «λεπτά χαρακτηριστικά». Ως αιτία αναφέρονται το σχετικά χαμηλό ύψος και τα καστανά μάτια, κυρίως όμως η «ασχήμια» ταυτίζεται με τον αληθωρισμό. Η απουσία συμμετρίας στα φυσικά χαρακτηριστικά προσλαμβάνεται σαν φυσική αδυναμία – μια παρέκκλιση από το «υγιές πρότυπο» – και ως εκ τούτου ως απόκλιση από το πρότυπο της αστικής θηλυκής ομορφιάς.[19] Αλλού η ίδια εφημερίδα παρουσιάζει έναν καταστηματάρχη της γειτονιάς της να δηλώνει πως επειδή ήταν «κοντούλα και όχι ώμορφη […] δεν της έδινε κανείς σημασίαν», ενώ συνήθιζε να φορά «παιδικά παπούτσια και εφαίνετο ένα κοριτσάκι δεκατεσσάρων ετών, ενώ είνε δεκαενέα.»[20] Ο μικρός αδελφός της Λεβή αναφέρει σε δημοσιογράφο ότι «πάντα η Ορεοζίλ εντύνετο πολύ απλά. Δεν εφορούσε ποτέ μεταξωτά ή φορέματα αξίας. Ακόμη δεν ήθελε ούτε καν νάναι καλοντυμένη, ούτε παρουσιάσιμη…». Στις παραινέσεις των γονιών της να ντυθεί «καλά» υποστήριζε πως αρνιόταν την πολυτέλεια και τα πλούτη τους γιατί «τόσοι άλλοι στον κόσμο είναι γυμνοί και κουρελιάρηδες». Τέλος, ασκούσε κριτική για τα πολλά και πλούσια φαγητά στα τραπέζια της οικογένειας.[21]

Μετά τη σύλληψή της η Ωραιοζήλη παρουσιάζεται να μεταμορφώνεται «με τον καθαρισμόν και ντύσιμό της» μέσω «επαναλειμμένων λουτρών και της επεμβάσεως του κουρέα» από «φθειριώσα, ρακένδυτος και αφαντάστως ακάθαρτος όπως ήτο όταν επροπαγάνδιζεν ως αρχειομαρξίστρια εντός του εργοστασίου» και να αποκτά «την προτέραν της όψιν».[22] Στο σημείο αυτό συγκρίνεται εμφατικά από τις εφημερίδες η αντίθεση ανάνεσα στην «ασκήμια» της εργατικής ζωής και την «ομορφιά» της αστικής ζωής.[23] Για την «ακαθαρσία» και την «ρακένδυτη εμφάνιση» της Ωραιοζήλης ευθύνονται σύμφωνα με τον αστυνομικό διευθυντή, αλλά και σύμφωνα με το σύνολο του αστικού τύπου οι αρχειομαρξιστές.[24] Το όμορφο ταυτίζεται με το «αστικό στοιχείο» και βρίσκεται σε απόλυτη αντίθεση με το «εργατικό στοιχείο». Η απουσία καθαριότητας, το είδος των ενδυμάτων, η κατάσταση της σωματικής υγείας, αλλά κυρίως η θέση και ο ρόλος μέσα στην παραγωγή συνιστούν απώλεια κύρους η οποία φαίνεται πως αισθητικοποιείται και μετατρέπεται σε αισθητικό στερεότυπο με σαφή ταξική απόχρωση. Την ίδια στιγμή η εργάτρια Παπανικολάου χαρακτηρίζεται ως «μια εργατριούλα απλοϊκή, που δεν αντιλαμβάνεται καλά καλά την θέσιν της».[25] Στο σημείο αυτό δε θα επεκταθούμε σε άλλες προσλήψεις της θηλυκότητας των εργατριών κοριτσιών που κυριαρχούν στον τύπο της εποχής. Θα σημειώσουμε όμως πως ένα βασικό στερεότυπο παρέμενε η «ανηθικότητα» και ο κίνδυνος να παρασυρθούν τα κορίτσια από τους άνδρες.[26] Ακόμα και ο καλλωπισμός των κοριτσιών των εργατικών στρωμάτων νοηματοδοτείται αρνητικά σε αντίθεση με αυτόν των κοριτσιών της καλής κοινωνίας[27]

Κατά τη σύλληψή της η Λεβή φέρεται να εκδηλώνει στην αστυνομία «την πλήρην μετάνοιάν της.» Η «μετάνοιά» της ήταν βέβαια σκηνοθετημένη από τον πατέρα της, ο οποίος την είχε αποκλείσει στο σπίτι και προσπαθούσε να διαχειριστεί τη δημόσια εικόνα της, ώστε να αποτρέψει την εισαγγελική κλήση που αρχικά δεν ήταν ακόμα βέβαιη. Ο ίδιος δηλώνει πως η Ωραιοζήλη είναι υπόδειγμα αρετής, η δίψα της μάθησης και ο ανθρωπισμός της την οδήγησε στον κομμουνισμό, αλλά πλέον αντιλήφθηκε ότι πρόκειται για ανεφάρμοστη ουτοπία «και ως άλλη Μαγδαληνή» έπεσε στα πόδια του ζητώντας τη συγχώρεση.[28] Ωστόσο το ηθικό στοιχείο δε φαίνεται να απασχολεί τελικά τον αστικό τύπο στην υπόθεση της Ωραιοζήλης. Διότι στην περίπτωσή της εκείνο ακριβώς που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «ανήθικο», δηλαδή η σχέση της με τον Oscar, υπήρξε, όπως θα δούμε, το βασικό στοιχείο υπεράσπισης της αστικότητάς της. Αντίθετα, το ηθικό στοιχείο απασχολεί τόσο τον αστικό τύπο όσο και τους δικαστές στην υπόθεση των άλλων κοριτσιών. 

Το ερώτημα «ποιος ενέπνευσε αυτές τις ιδέες εις την πολύφερνον εβραιοπούλαν των Αθηνών και ποιός κατώρθωσε να της αλλάξη τόσον πολύν τον χαρακτήρα» ταλανίζει ολόκληρο τον τύπο[29]. Τα Μακεδονικά Νέα φιλοξενούν άρθρο θείου της Ωραιοζήλης, ο οποίος αποδίδει την ευθύνη της περιπέτειάς της κυρίως στον έρωτά της με τον μουσικοδιδάσκαλο και δευτερευόντως στην άρνησή της να παντρευτεί έναν νεαρό που πιεστικά της πρότειναν οι γονείς της.[30] Αυτή η εκδοχή θα κυριαρχήσει στις περισσότερες εφημερίδες. Μόνο η εφημερίδα Ελεύθερος Άνθρωπος έχοντας αναλάβει τον ρόλο του «myth buster» παραθέτει πληροφορίες που βεβαιώνουν τον κομμουνιστικό προσανατολισμό της Ωραιοζήλ πολύ πριν γνωρίσει τον Oscar,[31] ενώ διαψεύδει μέσα από συνέντευξη της ίδιας της Λεβή τον έρωτά της με τον Oscar. Γράφει η εφημερίδα: «Πιστεύει τον Όσκαρ ως μεγάλον ιδεολόγον. Δεν τον αγαπά ως ένα άνδρα. Άλλως τε η μορφή της και ο τρόπος με τον οποίο συζητεί δεικνύουν μίαν γυναίκα, η οποία φαίνεται ν’ αδιαφορή τελείως δια τους άνδρας. […] Ακόμη ολιγώτερον δια τας “Μις” […]». Και καταλήγει, μεταφέροντας την άποψη ενός στενού οικογενειακού φίλου ο οποίος περιέγραφε την Λεβή αποκλειστικά απασχολημένη με την μελέτη και την πολιτική: «Μη την ρωτάτε για έρωτας. Αυτή, είμαι βέβαιος, ότι ποτέ δεν αγάπησε με ερωτικόν αίσθημα. Είνε πιο πολύ άνδρας παρά γυναίκα!».[32]

Απέναντι, λοιπόν, στο μύθο ο Ελεύθερος Άνθρωπος προβάλλει έναν αντι-μύθο αποδομώντας τα πιο βασικά στοιχεία του ρομάντζου της Ωραιζοζήλης. Η Ωραιοζήλη δεν είναι όμορφη, δεν είναι κοσμοπολίτισσα, καλλωπισμένη ή περιποιημένη, αλλά «απλή». Με λίγα λόγια δεν είναι αρκετά «θηλυκή» ώστε να εντυπωσιάσει τον γείτονα ή να ερωτευτεί η ίδια, γι’ αυτό δεν είναι ερωτευμένη, αλλά μια «μορφωμένη κομμουνίστρια». Όλα τα άλλα οι αναγνώστες των εφημερίδων θα μπορούσαν να τα βρουν στις διπλανές στήλες που είναι αφιερωμένες στις «Μις» των καλλιστείων. 



Σχίζοντας την «κούκλα των σαλονιών»: Η Ωραιοζήλη Λεβή απαρνιέται την αστική κουλτούρα της ομορφιάς 

Μέσα από την θετική αναπαράσταση του «μύθου» και την αρνητική του «αντιμύθου» αναδεικνύονται πλευρές της κυρίαρχης αστικής ιδεολογία τόσο για την αναπαράσταση της αστικής θηλυκής ομορφιάς όσο και για τα αντίπαλα σε αυτήν αντι-πρότυπα. Η συμπτωματική χρονική ταύτιση των καλλιστείων επιτρέπει στον αναγνώστη να λαμβάνει άμεσα το μήνυμα της αισθητικής πόλωσης καθώς οι φωτογραφίες των κοριτσιών αυτών, αλλά και το κλίμα που δημιουργούν, παραπέμπουν άμεσα στο ηγεμονευόν αισθητικό κριτήριο της θηλυκής ομορφιάς και επιτρέπουν εύκολα τις συγκρίσεις. Για παράδειγμα ο δημοσιογράφος των Μακεδονικών Νέων εξυμνεί την «καλλονή» της συλληφθείσας μαθήτριας Παρασκευής Κοντζάμπαση γράφοντας πως «το ήθος της, ο αέρας της, το σύνολόν της προδίδουν κόρην καλής τάξεως» σε τέτοιο βαθμό ώστε να χαρακτηριστεί από τον ίδιο συντάκτη σαν «Μις Κρατητήριο», δηλαδη συγκρίνεται ευθέως με τα κορίτσια των καλλιστείων με κριτήριο την αστικότητά της.[33] Η εμφάνιση της ελληνικής εκδοχής της «κουλτούρας της ομορφιάς» συνδέεται εξάλλου ρητά σύμφωνα με τον Σάκη Σπυρίδη με τις πρακτικές των μεσαίων και ανώτερων αστικών στρωμάτωμάτων.[34]

Συνεπώς, μια σύντομη αντιπαραβολή της εικόνας των κοριτσιών από τις διπλανές στήλες μας βοηθάει στην αναδόμηση αυτής της «αισθητικής» ταξικής πόλωσης. Οι κοπέλες των καλλιστείων, όπως η «Μις Θεσσαλονίκη», αλλά κυρίως η «Μις Ελλάδα» είναι ντυμένες με ακριβά ρούχα και περιποιημένες στο πρόσωπο και το σώμα με τέτοιο τρόπο ώστε να τονίζονται τα «λεπτά χαρακτηριστικά» και οι συμμετρικές αναλογίες τους. Η εφημερίδα Μακεδονία περιγράφει την ομορφιά της δεσπονίδας Νίκης Παυλίδου, δηλαδή της «Μις Θεσσαλονίκης»: 

Μικρούλαν με την παιδικήν αφέλειαν, με ένα αγνόν μειδίαμα και με χαρακτηριστικά αρμονικά, που κάμουν ένα κανονικόν σύνολον.[35]

Στη συνέχεια η γυναίκα συντάκτρια του άρθρου παραθέτει τις γνώμες τριών καλλιτεχνών για τρείς άλλες «δεσποινίδες». 

Κατά την επικρατήσασαν γνώμην η δ/νις Παυλίδου είναι κανωνικοτάτη ως σύνολον με χάριν και αρμονικά χαρακτηριστικά. Το μόνον της μειονέκτημα είναι ότι έχει κάπως φουσκωμένα τα μήλα των παρειών της. Το ανάστημά της είναι μικρόν, είναι ένα ‘‘γιαβρί’’, όπως την εχαρακτήρισε ένας καλλιτέχνης, αλλά με όλας τας σωματικάς αναλογίας. Η δ/νις Σώσσου έχει μεγαλοπρέπειαν εμφανίσεως, ωραίο ανάστημα, χαριτωμένη, αλλά πολλάς δυσαναλογίας. Η δ/νις Βατίκη έχει κανονικόν σώμα, ωραία μάτια, αλλ’ είναι περισσότερον του δέοντος ευτραφής.[36]

Η εφημερίδα Ελεύθερος Άνθρωπος περιγράφοντας κάποιες άλλες υποψήφιες σκιαγραφεί «αντιπροσωπευτικούς τύπους ελληνικής καλλονής» (sic): 

με σκιερές βλεφαρίδες, που προδίδουν κάποιαν γοητευτική μυστικοπάθεια εις την έκφρασίν των. [….] Εις τα αγαλμάτινα σώματά των διακρίνεις την συμμετρία των γραμμών και την λάμψιν της επιδερμίδος. Πλούσια χυτά μαλλιά, εκφραστικά μάτια με όλη την ανατολίτικη τσακπινιά και χάρι.[37]

Η «κανονικότητα» της ομορφιάς λοιπόν ορίζεται από την «παιδικότητα», την «αγνότητα», την «αφέλεια», την «χάριν», τη «μεγαλοπρέπεια», το μεγάλο «ανάστημα», την «αγνότητα», την «αρμονικότητα», «την συμμετρία των γραμμών», «την λάμψιν της επιδερμίδος» στα χαρακτηριστικά, αλλά κυρίως από το «κανονικόν σύνολο». Δηλαδή όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία τόσο η εφημερίδα Μακεδονία, αλλά και οι άλλες εφημερίδες, επιχείρησαν να προσδώσουν στην ρομαντική αναπαράσταση της Ωραιοζήλης και όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία η εφημερίδα Ελεύθερος Άνθρωπος αρνείται στην Ωραιοζήλη ορίζοντας την «ασχήμια» της. 

Ο διαγωνισμός ομορφιάς έχει ένα στόχο: «να βρεθεί εκείνο το πρόσωπο το οποίο θα ενσαρκώνει πραγματικόν τύπο ελληνίδας καλλονής»[38], δηλαδή θα ενσαρκώσει το σύνολο των αναπαραστάσεων για την ελληνική γυναικεία ομορφιά. Συνεπώς, η αστική θηλυκότητα ταυτίζεται με την ελληνικότητα αποδίδοντας σε αυτήν εθνικό ιδεαλιστικό περιεχόμενο, αλλά και στοιχεία «οριενταλισμού», π.χ. «ανατολίτικη τσαχπινιά» ή «γιαβρί». Τα πρότυπα αυτά της ομορφιάς και της ασχήμιας βρίσκονται στην ίδια κατεύθυνση με τα κριτήρια που παρουσιάζει ο Σάκης Σπυρίδης στην μελέτη του για τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αι. Από τη μία προέρχονται από την αριστοτελική θεώρηση των πραγμάτων περί αρμονείας και από την άλλη συνδέονται με τον υγιεινιστικό και επιστημονικό λόγο εκείνης της εποχής[39] τα οποία φαίνεται να διατηρούνται μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1930. Παρατηρώντας τα μεσοπολεμικά ευρωπαϊκά πρότυπα, για παράδειγμα το πρότυπο του «αγοροκόριτσου» ή της απόλυτα λευκής επιδερμίδας με έντονο κόκκινο στα χείλη και ο «εκδημοκρατισμός της ομορφιάς»[40], θα έλεγε κανείς πως ακόμα δεν είχαν κυριαρχήσει στα κυρίαρχα ελληνικά αισθητικά πρότυπα. Αν μάλιστα υποστήριζε πως η αναπαράσταση της Ωραιοζήλης Λεβή με κοντά μαλλιά και αρσενικές ιδιότητες – είτε θετικά ιδωμένες είτε αρνητικά ιδωμένες –, βρίσκεται κοντά σε αυτό το πρότυπο του «αγοροκόριτσου», τότε τελικά επικρατεί μάλλον ως αρνητικό πρότυπο ταυτισμένο με την ασχήμια. 

Εξίσου σημαντικό όμως στοιχείο είναι πως οι «δεσποινίδες» δεν εργάζονται σε εργοστάσια, αλλά είναι συνήθως άεργες – σε άλλο σημείο του κειμένου μας γίνεται αναφορά στο «αριστοκρατικό» ιδανικό της αεργίας – και ενδιαφέρονται για τα κατεξοχήν αστικά ενδιαφέροντα της «κοσμικότητας» (sic), δηλαδή την φιλανθρωπία. Η Παυλίδου-Μις Θεσσαλονίκη είναι «μέλος του Συμβουλίου της ΧΑΝ εις το τμήμα το ‘‘Περιβόλι του Παιδιού’’» το οποίο είναι «ένας σύλλογος ψυχαγωγίας των πτωχών παιδιών».[41] Ασχολείται με την φιλολογία, αλλά, όπως δηλώνει η ίδια με έμφαση σε συνέντευξή της, «δεν είναι λογία». [42] Με την έμφαση αυτή η Μις Θεσσαλονίκη δείχνει πως θέλει να αποσείσει από πάνω της ένα συγκεκριμένο θηλυκό στερεότυπο, το οποίο αναγνωρίζει ως υπονομευτικό του κύρους της ομορφιάς της και της θηλυκής γοητείας της.[43] Ένα από τα στερεότυπα με βάση το οποίο η εφημερίδα Ελεύθερος Άνθρωπος οικοδομεί τον αντι-μύθο της Ωραιοζήλης Λεβή, ιδιαίτερα όταν την συγκρίνει με τις «Μις». Τέλος, μέσα από τα βιογραφικά τους προκύπτει η καταγωγή τους από εύπορες οικογένειες πολιτικών και επιχειρηματιών. Η νικήτρια Μις Αίγινα – Μις Ελλάς είναι συγκεκριμένα κόρη κάποιου πολιτευτή του νησιού. 

Ποια είναι όμως η στάση της ίδιας της Λεβή; Η Ωραιοζήλη κατά την απολογία της στην δίκη αποκηρύσσει την προηγούμενη αστική ζωή την οποία ταυτίζει με την «τρυφή» και την «μαλθακότητα». Καταγγέλει τον πατέρα της ως εκμεταλλευτή των εργατών και των εργατριών του εργοστασίου του, υποστηρίζοντας πως «αυτός κατασπαταλά την ημέραν χιλιάδες σε διάφορα κέντρα» τα οποία κερδίζει από «τον ιδρώτα των εργατών». Δηλώνει ότι η μελέτη της εκμετάλλευσης μέσα από τα κομμουνιστικά βιβλία προκάλεσε στην ίδια «μια αγανάκτηση για όλα αυτά», έτσι οδηγήθηκε στην απόφαση να γνωρίσει από κοντά «την καταπίεση και την εκμετάλλευση των εργατών». Με αυτόν τον τρόπο, εμφανίζεται η ίδια ως «ηθική» απέναντι στην «ανηθικότητα» του πατέρα της και της αστικής τάξης που αυτός εκφράζει. Η απολογία της Ωραιοζήλης μεταφέρεται από τον τύπο με τρόπο που να σοκάρει. Η 19χρονη νεαρή αναφερόμενοι στους εργάτες του πατέρα της αμφισβητεί προκλητικά την πατρική εξουσία ταυτίζοντάς την με την αστική μέσα από έναν επαναστατικό ταξικό λόγο. 

Ο διορισμένος από τον πατέρα της δικηγόρος προσπάθησε να παρουσιάσει την Ωραιοζήλ ως παραπλανημένη από τον Oscar τον οποίο και ερωτεύτηκε. Ουσιαστικά, χρησιμοποίησε ως υπερασπιστική τακτική την ρομαντική διάσταση της υπόθεσης, όπως την είχε κατασκευάσει ο αστικός τύπος.[44] Η ίδια αντέδρασε διαψεύδοντας και επίσημα την ερωτική σχέση, καθώς μάλλον αισθάνθηκε πως θίγεται η «ηθική» της υπόσταση, μοτίβο πολύ σημαντικό στην αρχειομαρξιστική ταυτότητα.[45] Η Λεβή συνολικά δείχνει με συνέπεια να απαρνιέται το προσφερόμενο από τον τύπο κοσμοπολίτικο προσωπείο. Ένας διάλογος της ίδιας με τον Διευθυντή της Ασφάλειας Ξανθόπουλο μας εξηγεί την αιτία. Όταν αυτός της ζητάει να λυπηθεί τους γονείς της, εκείνη αμέσως απαντάει με πρόσωπο «στυγνόν και βλοσυρόν»: 

– Εσείς δεν με ξέρετε, αλλ’ εκείνοι με ξέρουν. Να με κάνουν με το ζόρι μια κούκλα των σαλονιών; Α, αυτό δεν θα το κατορθώσουν. Αν με φέρουν σε μεγάλην απελπισία, είμαι ικανή να παραμορφωθώ, να σχίσω το πρόσωπόν μου με τα χέρια μου, για να μη είμαι για κόσμο…[46]

Η Ωραιοζήλη όχι μόνο αρνείται με σαφή και απόλυτα εχθρικό τρόπο να ενδυθεί μια «αστική θηλυκότητα» ανάλογη με αυτήν των «Μις», δηλαδή να γίνει «κούκλα των σαλονιών», αλλά δειχνει να αισθάνεται την αφόρητη καταπίεση αυτού του προτύπου. Η συνειδητή άρνηση αυτού του ρόλου την απομακρύνει αρχικά από την οικογενειακή εστία, αλλά την ωθεί να την απορρίψει ολοκληρωτικά, να απεκδυθεί συνολικά τον αστισμό και να ταυτιστεί όχι μόνο με την εργατική τάξη και τον κομμουνισμό, αλλά να μεταμορφωθεί σε «φθειριώσα και ρακένδυτη» και «απλοϊκή» εργατριούλα. Να υιοθετήσει δηλαδή το σύνολο των αρνητικών αναπαραστάσεων που έφερε ο αστικός κόσμος για τις γυναίκες της εργατικής τάξης. Αισθάνεται μάλιστα τον κίνδυνο να εκβιαστεί πάλι από την οικογένειά της ώστε να ανταποκριθεί στα πρότυπα της αστικής θηλυκότητας. Αυτή η προοπτική τρομάζει την Ωραιοζήλη και δε διστάζει να απειλήσει με τον αυτοτραυματισμό της. Αυτόματα θα έχανε και το τελευταίο ίχνος «αναλογίας» και «αρμονίας» και οριστικά θα αυτό-αποκλειόταν από τον «καλό κόσμο». Οι γονείς της και ο μισητός για κείνη αστικός τους πολιτισμός θα είχαν ηττηθεί οριστικά και θα την άφηναν ελεύθερη να είναι ο εαυτός της. Αυτή ακριβώς η πλήρης άρνηση της θηλυκής αστικότητας και η υιοθέτηση της εργατικής συνείδησης και συμπεριφοράς είναι το στοιχείο που κεντρίζει, στεναχωρεί, σοκάρει, κάνει αυτό το τραύμα αφόρητο. 



Συντελεστής «του κοινωνικού αγώνος και της κοινωνικής προόδου» ή «αριστοκρατικό ιδεώδες της κοσμικής γυναικός»: η αντίθεση των αστικών προτύπων θηλυκότητας και η ανάδυση του προτύπου της «ηθικής κομμουνίστριας» 



Στο πλαίσιο του αστικού εθνικισμού αναδύονται κατά τον μεσοπόλεμο νέες «μοντέρνες» διαστάσεις του «γυναικείου προορισμού», που ξεπερνούν τις πιο παραδοσιακές συγκροτήσεις του αστικού θηλυκού προτύπου. Σύμφωνα με τις γυναικείες αρετές των προτύπων του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού αιώνα, όπως αυτές συνοψίζονται από την Έφη Αβδελά, «ο οίκος αναγορεύεται στον κατεξοχήν χώρο αναφοράς και δράσης των γυναικών προς όφελος της κοινωνίας και του έθνους». Η συμμετοχή των γυναικών στην εργασία και γενικότερα στο δημόσιο χώρο προκαλεί ρήξεις τροποποιώντας το «οικιακό ιδεώδες» το οποίο «παύει να καλύπτει τις ανάγκες γυναικών από τα πολύπλευρα πλέον αστικά στρώματα, χωρίς ωστόσο να αμφισβητείται η πολιτισμική κυριαρχία του γάμου». Σε κάθε περίπτωση οι σημαντικότερες καινοτομίες της περιόδου είναι η συμμετοχή των γυναικών στη βιομηχανική και τη δημοσιοϋπαλληλική εργασία, αλλά κυρίως οι «δυνατότητες μόρφωσης που τους παρέχονται πλέον».[47] Με το αριστερό εργατικό κίνημα, το οποίο, παρότι «ανδροκρατούμενο», διευκολύνει και αναδεικνύει τη γυναικεία δράση, αλλά και με το ριζοπαστικό μεσοπολεμικό φεμινιστικό κίνημα, οι γυναίκες εισβάλλουν επίσης σε ένα κατεξοχήν αντρικό κάστρο, την πολιτική. 

Στις προσλαμβάνουσες των μεσαίων και μεγάλο-αστικών στρωμάτων κυριάρχησε ως ιδανικό στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα η - σύμφωνα με την κριτική του Εκπαιδευτικού Ομίλου στα 1912 - «ψευτοαριστοκρατική αγωγή της ευχάριστης κούκλας με τους καλούς τρόπους, τις πολυποίκιλες γνώσεις και τη λίγη γνώση», αλλά και «το αριστοκρατικό ιδεώδες της κοσμικής γυναικός». Η λογική του ανώτερου παρθεναγωγείου του Βόλου, στο οποίο φοιτούσαν κυρίως γόνοι αστικών οικογενειών, και του Εκπαιδευτικού Ομίλου ενέπνευσε τα δημοκρατικά παιδαγωγικά πράγματα την εποχή εκείνη καθορίζοντας την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1917 και κυρίως του 1929. Συγκεκριμένα, επιδίωκε να ανατρέψει αυτό το «αριστοκρατικό ιδεώδες» εκσυγχρονίζοντας το εκπαιδευτικό πρόγραμμα με μαθήματα εκτός της «οικιακής οικονομίας» και υπερασπίστηκε την προοπτική της γυναικείας εκπαίδευσης προς την ανώτερη βαθμίδα και τις χρήσιμες γνώσεις. Απέναντι στο «άχρηστο κοσμικό», δηλαδή στο μη παραγωγικό, προτάσσεται το «χρήσιμο» και το «ιδανικό της εργασίας, δηλαδή το «παραγωγικό». Σύμφωνα με τον Γληνό, σκοπός πρέπει να είναι η εξύψωση της «ελληνίδας γυναίκας και μητέρας» όχι μόνο «εις πεφωτισμένη σύντροφον και βοηθόν του ανδρός» αλλά παράλληλα και «εις πεφωτισμένον και οπωσδήποτε αυτοτελή συντελεστήν του κοινωνικού αγώνος και της κοινωνικής προόδου». Η αγωγή των γυναικών πρέπει να είναι «ηθική και εθνική, ανθρωπιστική και θετική», δηλαδή προάγεται η γενική και όχι η οικιακή μόρφωση.[48] Συνεπώς, όπως γράφει η Ελένη Φουρναράκη, στον αντίποδα μιας ακραίας θέσης που θέλει τις γυναίκες έξω από την παραγωγική και εκπαιδευτική διαδικασία 

συναντάμε και το θαυμασμό στο πρότυπο της μορφωμένης γυναίκας, η οποία διαπρέπει στα γράμματα και τις επιστήμες: μια μορφή σοφή, έξυπνη, με θετικό μυαλό, αλλά συγχρόνως θελκτική, σεμνή, αγνή και ευαίσθητη, χωρίς να έχει κανένα από τα επίπλαστα στοιχεία της κοσμικής κυρίας ή της “σκολαστικής” δασκάλας που κάποτε μοιάζει ξεχωριστή - η ιδανική γυναίκα ίσως - και που μόνο με εκείνη ένας άνδρας μπορεί να αναπτύξει μια ειλικρινή πνευματική επικοινωνία.[49]

Οι αντιθέσεις αυτές για το μοντέρνο θηλυκό πρότυπο φαίνονται να βρίσκονται στη κέντρο ενός ιδεολογικού και πολιτισμικού διακυβεύματος μέσα στους κόλπους του αστισμού. Οι μοντέρνοι αστοί γονείς, όπως ο Λέων Λεβή, αποδέχονται αρχικά τα μοντέρνα πρότυπα, όπως αυτά κυριαρχούν κατά τη δεκαετία του 1920, και συμβιβάζονται με την ακαδημαϊκή μόρφωση των θυγατέρων τους, ενώ παράλληλα δεν απαιτούν πλέον τον πουριτανικό εγκλεισμό τους στο σπίτι.[50] Σε κάθε περίπτωση, διαφαίνεται η επίδραση αυτού του νέου «κλίματος» στον χαρακτήρα της, την παιδεία και την ανατροφή της Ωραιοζήλης.[51]

Ωστόσο η Ωραιοζήλη πολύ πριν απαρνηθεί την «αριστοκρατική» πρότυπη εικόνα, είχε ήδη αρνηθεί να συμβάλει με τη μόρφωσή της στο μοντέρνο εθνικό αστικό ιδεώδες. Η μόρφωση και η μελέτη την οδήγησαν στον κομμουνισμό. Συνεπώς, η στάση της Ωραιοζήλης συνιστά μια πολλαπλή προδοσία όλων των εκδοχών της θηλυκής αστικότητας. Όπως προκύπτει λοιπόν από την υπόθεση της Λεβή αυτή η «φιλελεύθερη» παραχώρηση στην παιδεία και την ανατροφή φαίνεται να επιβεβαιώνει τους πολλαπλούς εθνικούς και συνάμα οικογενειακούς κινδύνους, οι οποίοι είχαν υπογραμμιστεί από τους αντιπάλους του εκπαιδευτικού φιλελευθερισμού και οι οποίοι κατά κύριο λόγο την στιγμή εκείνη εξεγείρονται.[52] Η εξέγερση όμως αυτή δεν οδηγεί απαραίτητα πίσω στον βικτωριανό πουριτανισμό. Αντίθετα, η απειλητική «ελευθερία της μόρφωσης» αντικαθίσταται από την περισσότερο ενσωματώσιμη ιδεολογικά «ελευθερία στην κοσμικότητα». Κατά τη δεκαετία του 1930 φαίνεται πως τα αστικά πρότυπα της μορφωμένης αστής γυναίκας βρίσκονται σε υποχώρηση, ενώ το ιδεώδες της «κούκλας των σαλονιών» ενισχύεται σοβαρά. Για παράδειγμα η πρώτη προδοσία της Λεβή ανάγκασε την οικογένειά της να στραφούν από την «λόγια» στην «κοσμική θηλυκότητα». 

Η υιοθέτηση ενός ηθικού και σεμνού προφίλ τόσο από την Λεβή όσο και από τις άλλες κοπέλες, σχετίζεται βέβαια με το αστικό ιδεώδες της «χρήσιμης» και όχι «αριστοκρατικής» γυναίκας του Γληνού. Δεν είναι διόλου τυχαίο πως η μαζική στράτευση στον αρχειομαρξισμό μεσοαστών κοριτσιών συμβαίνει αυτήν την περίοδο στην Θεσσαλονίκη, ενώ παράλληλα αναπτύσσονται τόσο ραγδαία τα αρχειομαρξιστικά κόκκινα σχολεία στα οποία η Λεβή είναι δασκάλα. Στην πόλη είχε λάβει χώρα την περίοδο 1927-1930 μια έντονη διαπάλη για τον χαρακτήρα της εκπαίδευσης με αφορμή τους μεταρρυθμιστικούς νεοτερισμούς του Μίλτου Κουντουρά, όταν αυτός προσπαθούσε να επιβάλει τις αρχές της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης ως διευθυντής στο Διδασκαλείο Θηλέων Θεσσαλονίκης, το σχολείο δηλαδή της Δελή – της μίας από τις μαθήτριες που συνελήφθηκαν μαζί με την Λεβή – και άλλων μαθητριών των κόκκινων σχολείων. Μετά από έντονη αντίδραση στον αστικό τύπο της πόλης ο Μίλτος Κουντουράς μετατέθηκε και η μεταρρύθμιση διακόπηκε. Η γενιά της Δελή και των άλλων κοριτσιών είναι ακριβώς εκείνη η γενιά που έζησε αυτήν την «χρυσή τριετία» του Διδασκαλείου, αλλά και απογοητεύτηκε από την εκδίωξη του πρωτοπόρου δασκάλου. Όχι τυχαία, λοιπόν, δεκάδες μαθήτριες εκείνης της περιόδους βρίσκουν στο αρχειομαρξιστικό «κόκκινο σχολείο» πλευρές της εκπαιδευτικής πρωτοπορίας του Κουντουρά.[53]

Οι ίδιες οι κοπέλες φορείς των ιδεωδών της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης φαίνεται πάντως να αισθάνονται ότι δεν «χωράνε» στον αστικό κοσμοπολιτισμό και προσχωρούν στον κομμουνισμό. Συγκεκριμένα, λοιπόν η ηθική και σεμνή φυσιογνωμία της Λεβή κυρίως σχετίζεται με την εικόνα που καλλιεργούσαν οι ίδιες οι κομμουνίστριες ώστε να μην έχουν πάνω τους τίποτε το «προκλητικό» και το «γυναικείο» για να μην χαρακτηρίζονται αρνητικά.[54] Γενικότερα, σχετίζεται με την εικόνα που οι κομμουνιστικές οργανώσεις θέλουν να προβάλουν για τα θηλυκά μέλη τους εκείνη την εποχή. Αυτή η ανάγκη επίσης προκύπτει ως μια μορφή άμυνας απέναντι στις κατηγορίες που εκτοξεύονται ενάντια στην ηθική του κομμουνισμού, αλλά και εναντίον των εργατριών, ενδεικτικά στοιχεία των οποίων αναφέραμε πιο πάνω. Την ίδια στιγμή λοιπόν που η αστική θηλυκότητα απελευθερώνεται από τον πουριτανισμό, το πρότυπο του ηθικού και σεμνού προφίλ μαζί με το ιδεώδες της «κοινωνικά χρήσιμης» μόρφωσης, του ιδεώδους των ιδεολόγων της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, υιοθετούνται από τον κομμουνισμό. Όχι τυχαία εκείνη την περίοδο ο Εκπαιδευτικός Όμιλος διασπάται και ένα τμήμα των φιλελεύθερων διανοουμένων κομμουνιστοποιούνται. 

Όμως αυτή η στάση των ελληνίδων κομμουνιστριών συναντά συνολικότερες μετατοπίσεις στο κομμουνιστικό στρατόπεδο για τον ρόλο των γυναικών. Το βιβλίο του Νικολάι Μπογκντάνοφ Το Πρώτο Κορίτσι κυκλοφόρησε στη Ρωσία το 1928 και στην Ελλάδα στα 1933. Αποτύπωνε τη μεγάλη στροφή που συντελούταν στην μετεπαναστατική και σταλινική Ρωσία στις έμφυλες σχέσεις η οποία έπαιρνε οριστικό διαζύγιο με τον επαναστατικό «ελεύθερο έρωτα». Το πρότυπο της στρατευμένης γυναίκας και ακόμη περισσότερο νέας κομμουνίστριας εκφράζεται ρητά από τις απαιτήσεις της Χρύσας Χατζηβασιλείου προς τις συντρόφισσές της: «το ανεπίληπτο ήθος, τη σοβαρή εμφάνιση, τις μετρημένες ενέργειες [και] την πολιτισμένη συμπεριφορά στην ιδιωτική και κοινωνική ζωή».[55] Ωστόσο αυτό το νέο πρότυπο μάλλον υιοθετείται από το ΚΚΕ και τα μέλη του μάλλον καθυστερημένα (1933) ή ενδεχομένως ισχύει μόνο για κάποια βασικά γυναικεία στελέχη του, ενώ δεν γνωρίζουμε πως λειτουργεί όταν εντάσσονται στο ΚΚΕ μαζικά νεαρές πρόσφυγες. Διότι ο αρχειομαρξισμός, όπως θα δούμε αμέσως στη συνέχεια, όχι απλά μόνο ασκεί δριμύτατη κριτική στην ηθική των μελών του ΚΚΕ, αλλά οικοδομεί τον «ηθικό» αρχειομαρξιστικό κομμουνισμό σε αντίθεση με τον «ελευθεριακό» κομμουνισμό του ΚΚΕ. Συγκεκριμένα, ο αρχειομαρξισμός συγκροτήθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό ως «ηθική αντίδραση» στον «εκμαυλισμό» των μελών του ΚΚΕ[56] Η αρχειομαρξιστική εφημερίδα Πάλη των Τάξεων βρίθει άρθρων-καταγγελιών για την μη ηθική συμπεριφορά των μελών του Κόμματος, ενώ οι αναμνήσεις των αρχειομαρξιστών προβάλλουν την «τιμή» και τον «σεβασμό στην συντρόφισα» ως κύριο συστατικό της αρχειομαρξιστικής ταυτότητας.[57]

Ταυτόχρονα, για τους αρχειομαρξιστές, η μόρφωση αποτελούσε την κυριότερη πολιτική πράξη. Για αυτό οργάνωσαν ουσιαστικά ένα ολόκληρο σύστημα «κόκκινης εκπαίδευσης» με «κόκκινα σχολεία» σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Σε αυτά διεξάγονταν μαθήματα φυσικών και κοινωνικών επιστημών, αλλά κυρίως μαθήματα που προβάλλουν τον κομμουνισμό ως συμπεριφορά, ηθική και γενικά ως σύστημα αξιών που αντιπαλεύει το εκμεταλλευτικό και ταξικό σύστημα στην καθημερινή ζωή των εργατών και αγροτών.[58] Συνεπώς, η αποερωτικοποίηση και η ηθικοποίηση του πολιτικού αγώνα, η προβολή ενός σεμνού και σοβαρού, αλλά και μορφωμένου προφίλ για τα νεαρά θηλυκά μέλη, όπως εκείνο των Λεβή, Δελή, Κοτσάμπαση και Βαφειάδου, και ταυτόχρονα η αντιπαράθεση στον κόσμο των «Μιςς» βρίσκονται στον πυρήνα του αρχειομαρξιστικού κομμουνισμού και καθορίζουν την ιδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση απέναντι στον αστισμό. Γι’ αυτό οι τρεις μαθήτριες θα είναι πολύ αυστηρές στην απολογία τους απέναντι σε υπόνοιες για ενδεχόμενη παραβίαση των ηθικών κανόνων κατά την διάρκεια των αρχειομαρξιστικών μαθημάτων, ενώ η Λεβή θα απαρνηθεί τον έρωτά της για τον Oscar. 



Ο «μύθος» και ο «αντιμύθος» της Λεβή: ο αστικός τύπος επιλέγει την «κούκλα των σαλονιών». 

Η διολίσθηση από το πρότυπο της «μορφωμένης αστής» στο πρότυπο της «κοσμικής αστής» μας επιτρέπει να ερμηνεύσουμε το ιδεολογικό πλαίσιο της ανάδυσης του ρομαντικού μύθου για την Ωραιοζήλη Λεβή. Η αδυναμία ορθολογικής κατανόησης των επιλογών της τελευταίας οδηγεί στο μυθικό παραλήρημα και έτσι διαμορφώνεται ο ηγεμονικός μύθος ενός ισχυρού ωραίου θηλυκού προτύπου, της νεαρής δηλαδή που ακολουθεί τον έρωτα και την περιπέτεια. Κατά έναν τρόπο το στοιχείο του έρωτα χρησιμοποιείται για να αποπολιτικοποιεί τις αιτίες της στράτευσής της και για να προσιδιάζει η ίδια στην φυσιογνωμία μιας περιπετειώδους ανέμελης αστής. Να ανταποκρίνεται δηλαδή στις αναπαραστάσεις που αναπαράγονται στα μυθιστορήματα και την ερωτική παραλογοτεχνία τα οποία οι κοπέλες της ηλικίας της Ωραιοζήλης συνήθιζαν να διαβάζουν εκείνη την εποχή με πάθος ή να βλέπουν στις ταινίες στο σινεμά.[59]

Συγκεκριμένα, προβάλλεται η μποέμικη νεανική αστικότητα που χαρακτηρίζει πάρα πολλά λογοτεχνικά κείμενα από τα μέσα του 19ου αιώνα έως και την δεκαετία του 1920 μέσα από ρομάντζα όπως αυτό της Εφημερίδος των Βαλκανίων που παρουσιάζει την ζωή της Ωραιοζήλης. Μια τέτοια προσέγγιση από τον αστικό λόγο γίνεται μέσα από τα υπάρχοντα αναλυτικά ερμηνευτικά εργαλεία και διασώζει οριακά την αστικότητα προβάλλοντας μια απολίτικη εξεγερτική, αλλά ενσωματώσιμη πλευρά της που είναι αυτή της νεότητας. Δηλαδή η Ωραιοζήλη ως νέα δικαιολογείται προσωρινά, έστω και με κινδύνους, να παρεκκλίνει από τον αστικό κόσμο. Με αυτόν τον τρόπο απορρίπτεται η δυσάρεστη πραγματικότητα που προβάλλει η Ωραιοζήλη, ότι δηλαδή ακολουθεί τον κομμουνισμό επειδή έχει πειστεί από αυτόν και ότι απεχθάνεται τον αστικό κόσμο. Εξάλλου η ρομαντική εκδοχή, όπως έχει ήδη αναφερθεί, συνιστά το βασικό υπερασπιστικό στοιχείο του συνηγόρου της. Το ρομαντικό προσωπείο που της παραχωρείται από τον αστικό τύπο και είναι δυνατόν να την απαλλάξει τόσο από τις κατηγορίες, αλλά βέβαια να διασώσει την «τιμή» του αστού πατέρα και εντέλει του ίδιου του αστισμού. Η άρνησή του εντείνει το «συλλογικό τραύμα» της αστικής ταυτότητας. 

Σύμφωνα με την Αγγέλα Καστρινάκη στο βιβλίο της Οι περιπέτειες της νεότητας, η αντίθεση των γενεών (1890- 1945)[60] η νέα γενιά εμφανίζεται στον μεσοπόλεμο αρχικά με δύο διαφορετικά πρόσωπα, ένα πρόσωπο πολιτικού και ένα πρόσωπο γλεντοκόπου. Αργότερα με βάση τη ερευνήτρια οι δύο αυτές εικόνες θα συντεθούν και θα γίνουν οι δύο όψεις του ίδιου προσώπου. Οι αναπαραστάσεις της νεότητας του «γλεντοκόπου» και του «πολιτικού» προσώπου ταυτίζονται από τους συγγραφείς των μυθιστορημάτων που εξετάζει η Καστρινάκη με την «ηθική διαφθορά».[61] Σε πλήρη αντιστοιχία με αυτές τις αναπαραστάσεις αξιωματικός της αστυνομίας της Θεσσαλονίκης συνδέει άρρηκτα την επαναστατικότητα, την επίδραση του αρχειομαρξισμού και γενικότερα την παρέκκλιση της νεολαίας από τις εθνικές αρχές με την ηθική «ελευθεριότητα», καθώς, όπως υποστηρίζει, «οι μαθηταί είναι ελεύθεροι να φοιτούν εις καφενεία, να πίνουν, να καπνίζουν, χωρίς κανείς να ενδιαφέρεται να τους περιμαζέψη», ενώ «έτσι ευρίσκουν και οι προπαγανδισταί έδαφος πρόσφορον και τους παρασύρουν εις την παγίδα».[62]

Όπως οι συγγραφείς της μεσοπολεμικής λογοτεχνίας αισθάνονται την υποχρέωση να επιδίδονται σε ηθικές νουθεσίες, καθώς συνδέουν τη νεότητα με το μέλλον του έθνους και την θεωρούν ανανεωτή της κοινωνίας[63], έτσι και στην ιστορία της Ωραιοζήλης και των άλλων κοριτσιών οι δημοσιογράφοι, οι αστυνομικοί, οι συγγενείς, αλλά και οι ίδιοι οι δικαστές αναπτύσσουν αντίστοιχο λόγο. Δεν είναι όμως μόνο το ηθικό στοιχείο, αλλά και η επιρροή της αριστεράς στους νέους που προκαλούν επίσης σοβαρή αμφισβήτηση στον προσδοκώμενο ρόλο της νεολαίας ως ανανεωτή της κοινωνίας.[64] Διαβάζοντας σχόλια ανώνυμου αξιωματικού της αστυνομίας που παρουσιάζει η εφημερίδα Μακεδονικά Νέα[65], αλλά και την έκθεση του αστυνομικού διευθυντή Θεσσαλονίκης προς τον πρωθυπουργό Βενιζέλο το 1933 βλέπουμε πως κινούνται ακριβώς σε αυτό το κλίμα. Ο αστυνομικός διευθυντής Καλοχριστιανάκης στην έκθεση επαναλαμβάνοντας βεβαιώνει πως: 

κίνδυνος υφίσταται καθ’ ημάς σοβαρώτερο εις το εγγύς μέλλον οπότε η ανδρούμενη πλέον η κομμουνιστικώς σήμερον νεολαία θα είναι εις θέσιν εις το πρώτον σύνθημα να ριφθή ορμητική εις τας επαναστατικάς ροπάς.[66]

Και τα δύο στελέχη της αστυνομίας προτάσσουν συγκεκριμένες λύσεις προς την αυταρχικοποίηση της κοινωνικής ζωής της νεολαίας, τον περιορισμό της ελευθερίας έκφρασης και την ενίσχυση των συντηρητικών οργανισμών νεολαίας. Ο Καλοχριστιανάκης προτείνει να θεσπιστούν «δέοντα μέτρα» και «πρό παντόν δέον να περιορισθή ή κατά χιλιάδας έκδοσις και ελευθέρα κυκλοφορία κομμουνιστικών βιβλίων και εντύπων», ενώ ταυτόχρονα προτείνει «να εκκαθαριστή ο εκπαιδευτικός κλάδος κατά τρόπον αμείλικτον από των πανεπιστημίων μέχρι και του τελευταίου δημοδιδασκάλου».[67] Ο αξιωματικός στα Μακεδονικά Νέα θα είναι πολύ πιο συγκεκριμένος στις προτάσεις του. Αφου καλεί «να εξυπνήση η κοινωνία» και αναπολεί τους «παιδονόμους» προτείνει τα «διάφορα σωματεία, ως η ΧΑΝ, η ΧΕΝ […] να αποβάλουν τον αριστοκρατίζοντα χαρακτήρα που έχουν». Δηλαδή «να ευρύνουν τας πύλας των και να περιλάβουν εις τους κόλπους των και την νεολαίαν των τάξεων εκείνων εις τας οποίας η προπαγάνδα ευρίσκει περισσότερον έδαφος». Τα καλεί να εκδημοκρατιστούν και να ενσωματώσουν τη νεολαία της εργατικής τάξης.[68]

Σύμφωνα με την Καστρινάκη ταυτόχρονα εμφανίζεται στη λογοτεχνία και μια άλλη εικόνα αυτή του σοβαρού, ηθικού και μελετηρού νέου. Γενικά πάντως η νεολαία των μυθιστορημάτων παρουσιάζεται να λειτουργεί όχι ορθολογικά, αλλά με βάση το πάθος και τον αθώο ρομαντισμό που καθιστά τους νέους θύματα του εαυτού τους. Το πάθος για έναν έρωτα ή για μια ιδέα είναι ανεκτό από τους συγγραφείς και αντικείμενο θαυμασμού έως και ηρωικό, αλλά πρέπει να καταπολεμηθεί γιατί μπορεί να γίνει επικίνδυνο.[69] Όλα αυτά τα ιδεολογικά και πολιτισμικά στοιχεία κυριαρχούν στην πρόσληψη της υπόθεσης της Ωραιοζήλης. Ο αστικός τύπος θαυμάζει και εξυμνεί τη θυσία, το πάθος, την πίστη σε ιδανικά, την ηρωικότητα της Ωραιοζήλης και των άλλων κοριτσιών. Αλλά δυστυχώς είναι τα λάθος ιδανικά. Επίσης, σοκάρεται όταν αποκαλύπτεται πως τελικά πρόκειται για σοβαρές, ηθικές και μελετηρές νέες που αυτή η ακριβώς η σοβαρότητα τους ώθησε στον κομμουνισμό. Αυτή η αντίφαση και ο κίνδυνος όλες οι αναπαραστάσεις να ηττηθούν πλήρως και από κάθε μεριά, ακόμα και με τα κριτήρια του ίδιου του αστισμού, οδηγεί τον αστικό τύπο σε κατά μέτωπο αναμέτρηση με τον ιδεολογικό πυρήνα του ανήθικου κομμουνισμού. 

Σύμφωνα με τις εφημερίδες ο κομμουνισμός παρουσιάζεται να έχει δύο πλευρές. Η μία πλευρά είναι η «πραγματική» και έχει ως στόχο να υπηρετεί τη Μόσχα, να γκρεμίσει την οικογένεια, την πατρίδα και τη θρησκεία, να σπείρει την ελευθερογαμία κλπ. Αυτήν την πλευρά είναι σε θέση να δουν οι σοβαροί έντιμοι, έμπειροι και ικανοί δημοσιογράφοι, πολιτικοί, εισαγγελείς, αστυνομικοί κλπ. Ενδεικτικό άρθρο της εφημερίδας Μακεδονικά Νέα με τίτλο «Τι διδάσκονται τα κορίτσια εις τα μυστικά ‘‘Ερυθρά Σχολεία’’ δια την οικογένειαν και την τιμήν».[70] Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται ένα άλλο στερεότυπο για τις κομμουνίστριες, το οποίο καλλιεργείται στον ελληνικό τύπο από το 1917 και έπειτα. Αυτό είναι το στερεότυπο της «ελευθεριακότητας», της «ανηθικότητας», της έλλειψης μητρικών ενστίκτων, της εγκατάλειψης της οικογένειας. Αυτό το ιδεολόγημα προφανώς συνάδει με την γενικότερη αναπαράσταση της θηλυκότητας των εργατριών, στοιχείο που έχει αναλυθεί πιο πάνω. Η άλλη πλευρά του κομμουνισμού είναι η «ψευδής» που υπερασπίζεται μια ουτοπία ακριβώς για να προσηλυτίσει. Τα αθώα θύματα που παρασύρονται, είναι κορίτσια, αλλά και όσοι δυσαρεστούνται από την κοινωνική ή πολιτική πραγματικότητα. 

Στη λογοτεχνία, σύμφωνα με την Καστρινάκη, απουσιάζει η γυναικεία νεανικότητα, η οποία εμφανίζεται να υπάρχει μόνο σε κείμενα λογοτεχνών που πρόσκεινταν στην αριστερά. Αυτό συμβαίνει διότι σύμφωνα με την ερευνήτρια η εξέγερση της θυγατέρας απέναντι στην πατρική εξουσία παραμένει εκείνη την εποχή και σε αυτούς τους κύκλους κάτι το αδιανόητο, δεν είναι καθόλου ανεκτό.[71] Τόσο η Λεβή όσο και τα άλλα κορίτσια προκαλούν συνεπώς ένα βασικό στοιχείο του πυρήνα της αστικής ιδεολογίας εκείνης της εποχής που είναι η πατρική εξουσία. Για αυτόν το λόγο ο αστικός τύπος συμπάσχει, ταυτίζεται και συμμαχεί με τον αγωνιώντα πατέρα όσο αυτός προσπαθεί με ψέμματα να διασώσει τη θυγατέρα του, αλλά και να υπερασπίσει το γόητρό του, ακόμα και τις «μοντέρνες» επιλογές του στην διαπαιδαγώγησης της κόρης του, γιατί ακριβώς η θέση του στην κοινωνική ιεραρχία φαίνεται να θίγεται από την συμπεριφορά της, την οποία αδυνατεί να ελέγξει και να καθυποτάξει. Το πιο σημαντικό εργαλείο σε αυτήν την προσπάθεια είναι η κατασκευή του ρομαντικού μύθου. Η απογοήτευση από τη στάση της Λεβή θα εντείνει το τραύμα και κάποιες εφημερίδες θα γίνουν πιο επιθετικές απέναντί της, ιδιαίτερα όταν η ίδια η Λεβή θα δώσει ταξικό χαρακτήρα στην εξέγερσή της απέναντι στην πατρική εξουσία. 

Αντίθετα από τις κατακρεμνησμένες ρομαντικές αναπαραστάσεις για την Λεβή, η εικόνα του «ανέμελου» φαίνεται να κυριαρχεί για τα άλλα κορίτσια στις διπλανές στήλες, δηλαδή στις «Μιςς» που παραμένουν τη συγκεκριμένη στιγμή τα θετικά θηλυκά αστικά πρότυπα στις εφημερίδες, αν και μπορεί να βρει κανείς πολλά άρθρα κριτικής από διαφορετικές αντιλήψεις τόσο στον θεσμό των καλλιστείων όσο και τις αναπαραστάσεις της αστικής θηλυκότητας που προάγει. Ο κίνδυνος μαζί με τον «ρομαντικό μύθο» της Λεβή να καταρρεύσει κάθε ερμηνεία που υπερασπίζεται τον αστικό κόσμο οδηγεί λοιπόν στην αναγκαία ανάδυση του αντιμύθου. Εδώ επιλέγεται να αποτιμηθεί αρνητικά ο κομμουνισμός με έναν άλλο τρόπο αναποδογυρίζοντας τα κριτήρια. Ο μύθος της ωραίας στρατευμένης έξυπνης μορφωμένης κοπέλας, με ιδανικά και όραμα, αντικαθίσταται με την εικόνα ενός άσχημου κοριτσιού που έχει ως μόνη απόλαυση την μελέτη δύσκολων θεωριών, ασχολείται με την πολιτική και μάλιστα αρνείται τον έρωτα για χάρη της πολιτικής στράτευσης. Ο θείος της, όπως είδαμε πιο πάνω είναι σαφής σε αυτό, όταν λέει πως «είνε πιο πολύ άνδρας παρά γυναίκα!», καθώς αποδίδει την ενασχόληση της πολιτικής και της θεωρητικής μελέτης σε ανδρικές ιδιότητες. Με λίγα λόγια η Λεβή μοιάζει πλέον με άντρα. Αποθηλυκοποιείται υιοθετώντας τις θεωρούμενες ιδιότητες του αρσενικού. Με βάση αυτό το κριτήριο η πολιτική δράση, η μόρφωση, η άρθρωση πολιτικού λόγου δεν είναι παραβιάσεις «ηθικών κανόνων», αλλά παραβιάσεις μιας εξωραϊσμένης αστικής θηλυκότητας. Είναι απέκδυση της θηλυκότητας και ένδυση του ανδρικού προσωπείου το οποίο «ασκημαίνει» τη γυναικεία εικόνα. Αν και όχι ρητά αυτή η εκδοχή είναι μια κριτική στο ιδεώδες της μοντέρνας μορφωμένης γυναίκας και στις συνέπειες που ενδεχομένως να επιφέρει η μόρφωση πάνω στο ιδεώδες της γυναικείας ομορφιάς και γοητείας. Όχι τυχαία πιο πάνω είδαμε την Μις Θεσσαλονίκη – Παυλίδου να αρνιέται επίμονα την εικόνα της «λογίας» που επιχειρούσαν να της διαμορφώσει οι εφημερίδες. 

Η αρχειομαρξιστική αριστερά φαίνεται πως υποδέχεται και υιοθετεί πρότυπα για τα θηλυκά μέλη της με αποκλίνοντα από τα κυρίαρχα θηλυκά πρότυπα. Είδαμε πως η Ωραιοζήλη αρνήθηκε τον ρόλο της «κούκλας των σαλονιών». Επίσης, όμως ο συγγραφέας και στέλεχος της αρχειομαρξιστικής οργάνωσης Πίνδαρος Μπρεδήμας για παράδειγμα σκιαγραφεί ακριβώς με έναν αντίστοιχο τρόπο την ηρωϊδα του στο μυθιστόρημά του Παιδιά του αιώνα: «είχε κομμένα τα μαλλιά της σχεδόν στο αντρικό σχέδιο…. κι αυτές οι γραμμές χαράζανε την ομορφιά της, μιαν ομορφιά καθόλου θηλυκιά…». Η Καστρινάκη σημειώνει συγκεκριμένα πως η νεαρή γυναίκα χάνει την γυναικεία της υπόσταση και προσεγγίζει το ανδρικό πρότυπο.[72]

Έτσι η σύγκρουση αστισμού – κομμουνισμού λαμβάνει νέο περιεχόμενο χρησιμοποιώντας διαφορετικά τις γυναικείες αναπαραστάσεις. Στη σύγκριση φαίνεται να κερδίζει το αντίπαλο δέος των «Μιςς», δηλαδή η «κούκλα των σαλονιών» προς ικανοποίηση των αισθήσεων των αντρών. Η γυναικεία δύναμή τους είναι η ομορφιά τους και το νεωτερικό στοιχείο η προβολή της. Αυτές οι κοπέλες φαίνεται πως δε μελετούν, δεν έχουν πολιτική άποψη, ενώ αντίθετα δείχνουν απλά υποταγμένες στο αντρικό φύλο και ακίνδυνες για το αστικό καθεστώς. Φαίνεται, λοιπόν, πως ως αντίπαλο δέος στην «μοντέρνα» απειλητική είσοδο και διεκδίκηση ισότιμης ή έστω πιο αναβαθμισμένης θέσης των γυναικών τον δημόσιο αντρικό χώρο, εμφανίζεται μια νέα εναλλακτική εκδοχή της «μοντέρνας» αστικής απελευθερωμένης θηλυκότητας η οποία όχι μόνο δεν απειλεί την αντρική κυριαρχία, αλλά την υπηρετεί και την επιβεβαιώνει. Παράλληλα, δεν απαξιώνει τη θέση των γυναικών στον εθνικό και αστικό κόσμο, αλλά την επαναπροσδιορίζει και την «εκμοντερνίζει». Είναι τα πρώτα σκιρτήματα του ελληνικού star system που έρχεται μαζί με τον κινηματογράφο από το εξωτερικό.[73] Με λίγα λόγια, ο αστικός λόγος με την απόρριψη της Λεβή ως «θηλυκού», αλλά και την υιοθέτηση ενός νέου μετα-βικτωριανού αστικού θηλυκού προτύπου, περισσότερο «ελευθεριάζοντος» και ίσως οριακά «ηθικού» με βάση τις παλαιότερες βικτωριανές ηθικές αξίες, επιδιώκει να διασώσει την τιμή και την αξία της αστικής θηλυκότητας και άρα του ίδιου του πυρήνα του αστισμού, ενώ παράλληλα, πολεμά την είσοδο της γυναίκας στους ανδρικούς χώρους. 

Σύνοψη 

Η πλειονότητα των υποκειμένων που ριζοσπαστικοποιούνται και αναλαμβάνουν δράση στον μεσοπόλεμο είναι στην πλειονότητα νέοι: μαθητές, εργάτες ή φοιτητές. Η ιστορία των μαθητριών του γυμνασίου Θηλέων και της Λεβή αποκαλύπτουν ότι η γυναικεία νεανική δραστηριότητα προκαλεί πολιτικές, ιδεολογικές και πολιτισμικές στάσεις οι οποίες ξεφεύγουν από τα παραδοσιακά γυναικεία καθήκοντα και ρόλους. Αποκαλύπτεται η γοητεία που ασκούσε η νεανική αυτή ριζοσπαστικότητα σε γόνους, και μάλιστα σε κορίτσια τόσο των μεσαίο- και μεγάλο-αστικών οικογενειών. Αυτή η διαδικασία όμως σχετίζεται με τις μεταμορφώσεις του αστισμού. Το τέλος της φιλελεύθερης περιόδου και ιδιαίτερα της κοσμοπολίτικης βενιζελικής εκδοχής δημιουργεί προϋποθέσεις της προσχώρησης στον κομμουνισμό. 

Στο πλαίσιο των κυρίαρχων αναπαραστάσεων του αστικού τύπου ο αστικός και ο εργατικός κόσμος μοιάζουν με δύο διακριτά και εχθρικά πολιτισμικά κοινωνικά σώματα. Συγκεκριμένα η εργατική τάξη αποκλίνει από τα αστικά πρότυπα ταυτισμένα με την ιδέα του ελληνισμού, καθώς εκφράζει την τάση της ασχήμιας και της ανηθικότητας, ενώ ταυτίζεται με τον κομμουνισμό. Για αυτό η αστική τάξη οφείλει να λειτουργεί σαν υπεύθυνος πατέρας για να τιθασεύσει ατίθασα παιδιά τους - εργάτες. Εάν η Λεβή είναι η Μαγδαληνή που επιστρέφει στην φαντασία του Λέοντα Λεβή και ζητάει συγγνώμη στα πόδια του πατέρα της, με τον ίδιο τρόπο ο αστικός τύπος φαντασιώνεται μια αντίστοιχη επιστροφή της εργατικής τάξης στον πατρικό εθνικό κορμό. Συνεπώς, οι γνώσεις, το επίπεδο, το ήθος, η αξιοπρέπεια, ο λόγος, οι αρχές των κοριτσιών θα έπρεπε να αντίκεινται στον κομμουνισμό και όχι να συμβαδίζουν. Ο εργατικός πολιτισμός είναι ένας απεχθής πολιτισμός με τον οποίο οι αστοί δεν πρέπει να έρχονται σε επαφή. Το ιδεολογικό, πολιτικό, πολιτισμικό χάσμα της μεσοπολεμικής κοινωνίας συμπυκνώνεται συμβολικά στην εργατική μεταμφίεση της Λεβή. 

Η σοκαριστική αποκάλυψη της πολιτικής και πολιτισμικής αυτομόλησης της Λεβή από τον αστικό κόσμο τραυματίζει την αστική ηγεμονία υπονομεύοντας τα κυρίαρχα πρότυπα για την αστική θηλυκότητα. Αναπτύσσεται μέσα στις εφημερίδες μια διαπάλη αναπαραστάσεων ανάμεσα στα διάφορα μοτίβα της «αστικής θηλυκότητας», αλλά και ανάμεσα σε αναπαραστάσεις της «αστικής θηλυκότητας» και της «εργατικής ή κομμουνιστικής θηλυκότητας». Η εικόνα της Λεβή «κατασκευάζεται» και «ανακατασκευάζεται» με βάση τις επιδιώξεις του αστικού τύπου και τις αστικές ιδεολογικές αναπαραστάσεις. Στόχος η «θεραπεία» του τραύματος και η αποκατάσταση της ηγεμονίας. Από την άλλη μεριά η ίδια η Λεβή διαμορφώνει μια δική της εκδοχή για την ταυτότητά της και την εικόνα της με βάση τις επιδιώξεις των κομμουνιστικών οργανώσεων και τις δικές τους ιδεολογικές αναπαραστάσεις. 

Η συγκεκριμένη αυτή αντιπαράθεση των αναπαραστάσεων της θηλυκότητας συμπυκνώνει την ευρύτερη αντίθεση κάποιων ανταγωνιστικών ηγεμονικών ή αντι-ηγεμονικών αισθητικών διπόλων-προτύπων θηλυκής ομορφιάς, που αναπτύσσονται στον ελληνικό μεσοπόλεμο και διαμορφώνουν διαφορετικές ετεροπροσδιοριστικές ταξικές εκδοχές του θηλυκού φύλου. Από τη μία υψώνεται η ελληνική αστική θηλυκή ομορφιά είτε με την μορφή της περιπετειώδους αστής είτε με τη μορφή των Μις και από την άλλη υψώνεται η αποθηλυκοποιημένη και απερωτικοποιημένη ασχήμια του προτύπου της «φθειριώσας» εργάτριας, του προτύπου της «λόγιας» γυναίκας ή γενικότερα – κυρίως στην υπόθεση των άλλων κοριστισιών – του προτύπου της ανήθικης κομμουνίστριας. Από την πλευρά των κομμουνιστών ορθώνεται η αναπαράσταση της ηθικής, εργατικής, τίμιας, μορφωμένης αγωνίστριας, ενώ απορρίπτονται τα άλλα θηλυκά πρότυπα ως στοιχεία της ανηθικότητας του αστικού πολιτισμού. Η απόρριψη αυτή είναι δυνατόν να οδηγεί στην απόλυτη άρνηση συνολικά της θηλυκότητας. 




[1] Συγκεκριμένα είναι οι: Ευθύβουλος Παναγιωτίδης, 20 ετών, εργάτης τυπογράφος στην εφημ. «Εφημερίς των Βαλκανίων», Χριστόφορος Κεχαγιόπουλος, 19 χρονών, υποδηματεργάτης, Νικόλαος Μουστάκας, 29 χρονών, κλητήρας του Στρατοδικείου, Θεόδωρος Τσιριγώτης, 19 χρονών, ξυλουργός, Παρασκευάς Παπανικολάου, 19 χρονών, υφαντουργός στην Υφανέτ, και οι Παρασκευή Κοτζάμπαση, 16 χρονών, μαθήτρια της 6 γυμνασίου, Αμαλία Δελή, 16 χρονών, μαθήτρια του Διδασκαλείου Θηλέων και υπότροφος, Μαίρη Βαφειάδου, 17 χρονών, τελειόφοιτη του Γυμνασίου, Θεοδώρα Παπανικολάου, υφαντεργάτρια, Άννα Κάτση, εργάτρια. «Η κομμουνιστική προπαγάνδα εισεχώρησε μεταξύ της μαθητιώσης νεολαίας», Μακεδονία, 16.1.1931 


[2] «Τι ήτο και πως λειτουργούσε το κομμουνιστικό σχολείο Θεσσαλονίκης», Πατρίς, 19.1.1931· «Μιαν καταπληκτική αποκάλυψις. Η κομμουνιστική προπαγάνδα εισεχώρησε μεταξύ της μαθητιώσης νεολαίας μας. Απεκαλύφθη η ύπαρξις “Κόκκινων Σχολείων”. Συνελήφθησαν αρκεταί μαθηταί και μαθήτριαι», Μακεδονία, 16.1.1931. 


[3] «Εις το φως και άλλαι σατανικώται μηχανορραφίαι της υπονομευτικής σπείρας των Αρχειομαρξιστών», Μακεδονικά Νέα, 23.1.1931 


[4] Stuart Hall , «The work of representation» στο Stuart Hall, Representation. Cultural representations and signifying practices, Λονδίνο, Sage, 1997, σ. 48 


[5] E. P. Thomson, “Preface” στο The making of English Working Class, Penguin History, 1991, Λονδίνο. 


[6] Νόρμπερτ Ελίας, Η εξέλιξη του πολιτισμού, τόμος Α-Β, μτφ. Έμη Βαϊκούση, Νεφέλη, 1997. 


[7] Eco Umberto, De Michele Girolamo, Η ιστορία της Ομορφιάς, Καστανιώτης, 2004, Αθήνα∙ Vigarello Georges, Η ιστορία της ομορφιάς, Το σώμα και η τέχνη του καλλωπισμού από την Αναγέννηση ως σήμερα, μτφ. Βουτσοπούλου Λία, Αλεξάνδρεια 2007, σ.15∙ Marcia M. Eaton, «Kantian and Contextual Beauty» στο Peg Zeglin Brand (επιμ.), Beauty Matters, Indiana University Press, 2000, Μπλούμιγκτον. 


[8] «Τι κατορθώνουν τα όργανα της Μόσχας, η κόρη εκατομμυριούχουν εβραίου των Αθηνών, πράκτωρ του Αρχειομαρξισμού εις την Θεσ/νίκην», Ακρόπολις, 23.1.1931. 


[9] Το ίδιο. 


[10] «Μια συνταρακτική αποκάλυψις: η συλληφθείσα αρχειομαρξίστρια Άννα Κάτση είνε κόρη του εκατομμυριούχου Λεβή. Αι μυθιστορηματικαί περιπέτειαι και η δράσις της. Πως εδραπέτευσεν από τας Αθήνας», Μακεδονία, 22.1.1931. 


[11] «Η περιπετειώδης ιστορία μιας ωραίας ‘‘συντρόφισσας’’.Πως εμυήθη εις τον κομμουνισμό από έναν μουσικοδιδάσκαλον! Κόρη πλουσιωτάτου Ισραηλίτη», Ακρόπολις, 22.1.1931∙ «Το ανακαλυφθέν Αρχείον των Αρχειομαρξιστών, ποια η συλληφθείσα δια δευτέραν φοράν εργάτρια», Ελεύθερον Βήμα, 22.1.1931. 


[12] «Τι κατορθώνουν τα όργανα της Μόσχας,..», ό.π. 


[13] Το ίδιο. 


[14] «Η νεαρά Ορεοζίλ, κόρη πλούσιου εβραίου, που έγινε κομμουνίστρια», Ελεύθερος Άνθρωπος, 23.1.1931. 


[15] «Η ωραία Ισραηλίτις Ωραιοζήλ Λεβή αφηγείται μόνη της τας περιπέτειάς της», Εφημερίς των Βαλκανίων, 22-24.1.1931. 


[16] «Εις το φως και άλλαι σατανικώται μηχανορραφίαι της υπονομευτικής σπείρας των Αρχειομαρξιστών», Μακεδονικά Νέα, 23.1.1931 


[17] Η κουλτούρα των «αστικών σαλονιών» αναπτύσσεται στην Ελλάδα κατά τα μέσα του 19ο αι. ως στοιχείο της ανανεωμένης θέσης της γυναίκας στον δημόσιο χώρο. (Ελένη Βαρίκα, Η εξέγερση των Κυριών, η γένεση μιας φεμινιστικής συνείδησης στην Ελλάδα 1833-1907, ΙΕΠΕΤΕ, Αθήνα, 1987, σ.90-91) 


[18] «Η νεαρά Ορεοζίλ,… », ό.π. 


[19] Για το κυρίαρχο πρότυπο αστικής ομορφιάς γίνεται αναφορά στη συνέχεια. 


[20] «Το ρωμαντικόν μυθιστόρημα της εβραιοπούλας κομμουνίστριας», Ελεύθερος Άνθρωπος, 24.1.1931 


[21] «Η νεαρά Ορεοζίλ,…», ό.π. 


[22] «Το μυθιστόρημα της Ωραιοζήλης Λεβή», Μακεδονία, 23/1/1931 


[23] Για την σχέση υγιεινής και φυσικής ομορφιάς στην Ελλάδα, Σάκης Σπυρίδης, Γυναικεία ομορφιά, ανδρική κομψότητα. Καλλυντικά, κοσμητική και καλλωπισμός στην Ελλάδα (μέσα 19ου αι. – αρχές 20ου), μεταπτυχιακή εργασία, Πανεπιστήμιο Κρήτης, 2011, σ. 9-10 


[24] «Το μυθιστόρημα της Ωραιοζήλης Λεβή», ό.π.∙ «Δηλώσεις κ. Καλοχριστιανάκη», ό.π. 


[25] «Ανεκαλύφθησαν εν τη πόλει μας μυστικά κομμουνιστικά σχολεία», Μακεδονικά Νέα, 16.1.1931 


[26] Η χρήση του όρου «σταφιδούδες» από τον αστικό τύπο του Ηρακλείου Κρήτης, όπως αναφέρονται από τον Γιάννη Ζαϊμάκη, δεν εμπεριέχει απλά και μόνο την επαγγελματική ταυτότητα, αλλά εμπεριέχει νοήματα και αναπαραστάσεις με ταξικό, ηθικό και έμφυλο ταυτόχρονα περιέχομενο. Συγκεκριμένα υποδεικνύει αρνητικά μια ανήθικη ταυτότητα στην θηλυκότητα των εργατριών της σταφίδας. (Γιάννης Ζαϊμάκης, «Καταγώγια Ακμάζοντα», παρέκκλιση και πολιτισμική δημιουργία στον Λάκκο Ηρακλείου (1900 – 1940), Πλέθρον, 1999, σ. 96) Αντίστοιχα στερεότυπα μπορεί κανείς να διαπιστώσει πως κυριαρχούν για τις εργάτριες μοδίστρες της Αθήνας την πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα σε άρθρα, όπως το «Σώσατε τα κορίτσια σας, εργάζονται, αλλά καταστρέφονται», Εφημερίς των Εργατών, 11-25.4.1910, αλλά και σε φιλολογικά κείμενα, όπως π.χ. Παπαδιαμάντης Αλ. «Πατέρα στο σπίτι», Αθηναϊκά Διηγήματα, 1894 ή Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η κερένια κούκλα, 1911. Ο Σάκης Σπυρίδης παρατηρεί στο τελευταίο βιβλίο τον τρόπο που οι «γυναικείες φιγούρες» των λαϊκών στρωμάτων σκιαγραφούνται προς το επίπεδο της ηθικής τους στάθμης με τρόπο αντιστρόφως ανάλογο των καλλωπιστικών τους επιδόσεων». (Σάκης Σπυρίδης, ό.π., σ. 23) Θα μπορούσε κάποιο να προσθέσει πως αυτή η ανηθικότητα του καλλωπισμού συνέχεται με μια αίσθηση για τη λαϊκή «ασχήμιας». 


[27] Σάκης Σπυρίδης, ό.π., σ.21 


[28] «Η Ορεοζίλ δεν μετανόησε, εξακολουθεί να είνε κομμουνίστρια»,Ελεύθερος Άνθρωπος, 26.1.1931. 


[29] «Τι κατορθώνουν τα όργανα της Μόσχας, η κόρη εκατομμυριούχουν εβραίου των Αθηνών, πράκτωρ του Αρχειομαρξισμού εις την Θεσ/νίκην», Ακρόπολις, 23/1/1931 


[30] «Το ειδύλιον με τον Ριζισβάιν, πάλη ιδεών και έρωτος», Μακεδονικά Νέα, 23.1.1931. 


[31] [Φ.Γ.], «Η νεαρά Ορεοζίλ, κόρη πλούσιου εβραίου, που έγινε κομμουνίστρια», Ελεύθερος Άνθρωπος, 23.1.1931. 


[32] Το ίδιο. 


[33] «Μια συνομιλία εις τας νέας φυλακάς με τας τρεις νεαράς μαθήτριας», Μακεδονικά Νέα, 19.1.1931 


[34] Σάκης Σπυρίδης, ό.π., σ. 43. 


[35] «Η εκλογήν της “Μις” Θεσσαλονική», Μακεδονία, 16.1.1931 


[36] Το ίδιο. 


[37] «Τα Καλλιστεία εις την Ν. Ιωνίαν», Ελεύθερος Άνθρωπος, 15.1.1931 


[38] Ελεύθερος Άνθρωπος, 15.1.1931 


[39] Σάκης Σπυρίδης, ό.π., σ. 80-87 


[40] Χαρακτηριστικό δείγμα του «αγοροκόριτσου» η φωτογραφία της Λουίζ Μπρουκς στο παράρτημα φωτογραφιών στο Vigarello Georges, ό.π. 


[41] Το ιδεώδες της αεργίας και του παρασιτισμού ως θετικό γυναικείο χαρακτηριστικό των γυναικών των μεσοαστικών τάξεων διαμορφώνεται κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα (Ελένη Βαρίκα, ό.π., σ. 54-56), ενώ αργότερα συμπληρώνεται από το ιδεώδες της φιλανθρωπίας (Ελένη Βαρίκα, ό.π., 100-103). 


[42] «Η χθεσινή ζωηρά κίνησις των υποψηφίων δια τα Καλλιστεία», Ελεύθερος Άνθρωπος, 17.1.1931 


[43] Το αρνητικό στερεότυπο της «λόγιας» γυναίκας διαμορφώνεται σχεδόν ταυτόχρονα με την ανάδυση της γυναικείας εκπαίδευσης και δραστηριότητας στα 1860. Στα 1890 ο ιδεότυπος της «γράφουσας» ταυτίζεται από τον ανδροκρατικό δημοσιογραφικό λόγο με στερεοτυπικά στοιχεία ασχήμιας: γεροντοκόρη, ανδροπρεπής και αυταρχική φεμινίστρια. Η Μις Θεσσαλονίκη δείχνει να ενστερνίζεται τις ανδροκρατικές αναπαραστάσεις για τις «λόγιες» γυναίκες και γι’ αυτό απορρίπτει το στοιχείο αυτό από την αναπαράσταση του εαυτού της. Γι’ αυτό λοιπόν δείχνει να ενδιαφέρεται για τη λογοτεχνία μόνο στο βαθμό που αυτό συνιστά στοιχείο διακοσμητικό και ενισχύει το ιδεώδες της αεργίας και του στολισμού και εφόσον δεν αποτελεί ουσιαστικό συστατικό της φυσιογνωμίας της. (Ελένη Βαρίκα, ό.π., σ. 61-64, 191-192, 232.) 


[44] «Συλλήψεις, δίκες και καταδίκες συντρόφων», Πάλη των Τάξεων, 10.7.1931. 


[45] Βέβαια, αργότερα θα συζήσει μαζί με το Oscar στο Παρίσι, στοιχείο που επιβεβαιώνει τη μεταξύ τους ερωτική σχέση. Αξίζει να σημειωθεί πως και τα άλλα κορίτσια που είχαν συλληφθεί μαζί της επέμεναν ιδιαίτερα στη δική τους δίκη να προβάλλουν το στοιχείο της «ηθικής» και «σεμνής» φυσιογνωμίας. 


[46] «Εις το φως…», ό.π. 


[47] Έφη Αβδελά, «Οι γυναίκες, κοινωνικό ζήτημα», Χατζηιωσήφ Χρήστος (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα Ο μεσοπόλεμος, τ. Β2 , Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2004, σ. 336-359, 338 και 343. 


[48] Αλεξάνδρα Μπακαλάκη-Ελένη Ελεγμίτου, Η εκπαίδευση «εις τα του Οίκου» και τα γυναικεία καθήκοντα, από την ίδρυση του ελληνικού κράτους έως τη μεταρρύθμιση του 1929, Αθήνα, , ΕΜΙΑΝ, 1987, σ. 169, 175, 205. 


[49] Ελένη Φουρναράκη, Εκπαίδευση και αγωγή των κοριτσιών. Ελληνικοί προβληματισμοί (1830 -1910). Ένα ανθολόγιο, Αθήνα, ΕΜΙΑΝ, 1987, σ. 70-71. 


[50] Ο Λέοντας Λεβή προέρχεται από τον Βόλο και πρόσφατα είχε μετοικήσει στην Αθήνα και ενδεχομένως να συμμεριζόταν τις νέες προσεγγίσεις Μάλιστα, αναφέρεται η φοίτηση στο Παρθεναγωγείο του Βόλου κάποιας Ευτυχίας Λεβή θυγατέρας του εμπόρου Μωυσή Λεβή (Χαράλαμπος Γ. Χαρίτος, Το Παρθεναγωγείο του Βόλου, τ. Α΄, Αθήνα, ΕΜΙΑΝ, 1989, σ. 134 και 153). Στην περίπτωση που πρόκειται για συγγενή της Ωραιοζήλης – γεγονός που θεωρείται πολύ πιθανόν με βάση προφορικές μαρτυρίες απογόνου της συγκεκριμένης οικογένειας Λεβή για τις πολύ στενές εσωτερικές σχέσεις του μοναδικού και ενιαίου κλάδου με το επώνυμο Λεβή της περιοχής Λάρισας - Βόλου – μπορεί κάποιος να υποθέσει ότι στο εσωτερικό της οικογένειας Λεβή είχαν αναπτυχθεί τέτοιες προοδευτικές τάσεις. 


[51] Ο συντάκτης της εφημερίδας Ακρόπολις σημειώνει συγκεκριμένα πως «ο κ. Λεόν Λεβή, μολονότι αυστηρών οικογενειακών αρχών άνθρωπος, δεν υπεχρέωνε την κόρην του να ζη υπό δεσμούς δυσαρέστουν γι’ αυτήν. Τουναντίον αι πολιτισμέναι αντιλήψεις του επέβαλλον να δημιουργήση ένα συμπαθές περιβάλλον κοσμικής ζωής γύρω από την νεαράν Ορεοζίλ». «Η κόρη εκατομμυριούχου εβραίου των Αθηνώ, πράκτω του Αρχειομαρξισμού εις την Θεσσαλονίκην», Ακρόπολις, 23.1.1931 


[52] «Το κύρος των σχολείων», Μακεδονία, 29.1.1931 


[53] Ιγνάτιος Καράμηνας, Ο παιδαγωγός Μίλτος Κουντουράς, 2005, Ατραπός, Αθήνα∙ Φιλομήλα Λοάρη, Ο Μίλτος Κουντουράς και η παιδαγωγική του σκέψη και δράση κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα: Η «Ιερή Τριετία» στο Διδασκαλείο Θηλέων Θεσσαλονίκης (1927-1930), μεταπτυχιακή εργασία, Τμήμα Φιλοσοφίας Παιδαγωγικής, Τμήμα Ψυχολογίας, Θεσσαλονίκη 2008. 


[54] Συνέντευξη Αλέγρα Σκίφτη, 21.6.1995 και 20.11.1995, στοΤασούλα Βερβενιώτη, «Η αναδιευθέτηση του χώρου και του χρόνου των νέων στην Ελλάδα του μεσοπολέμου, από τη σκοπιά των κοριτσιών», Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου: Οι χρόνοι της Ιστορίας. Για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητος, Αθήνα, ΕΜΙΑΝ, 1998., σ. 116. 


[55] Αγγέλικα Ψαρρά, «Τα “Πρώτα Κορίτσια” του ΚΚΕ και οι τύχες τους: Έμφυλες πτυχές μιας βολικής αποσιώπησης», Η ελληνική νεολαία στον 20ό αιώνα. Πολιτικές διαδρομές, κοινωνικές πρακτικές και πολιτιστικές εκφράσεις, Αθήνα, Θεμέλιο, 2010, σ. 433-445. 


[56] Κώστας Αναστασιάδης, Αφήγηση, χειρόγραφο, Αρχείο Νίκου Σύριγγα, ΕΛΙΑ, στο Κώστας Παλούκης, Η οργάνωση «Αρχείο του Μαρξισμού», όψεις και τάσεις της ιδεολογίας, της πολιτικής και των δομών χειραφέτησης της ελληνικής εργατικής τάξης στον μεσοπόλεμο (1920-1930), μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία, Ρέθυμνο, 2005, σ.164-167. 


[57] Στο ίδιο, σ. 168-170. 


[58] Στο ίδιο, σ. 39-47. 


[59] Τασούλα Βερβενιώτη, ό.π., σ. 113. 


[60] Αγγέλα Καστρινάκη, Οι περιπέτειες της νεότητας, η αντίθεση των γενεών (1890- 1945), Αθήνα, Καστανιώτης, 1995. 


[61] Στο ίδιο, σ.47-49 


[62] «Καθημερινώς έρχονται εις φως νέαι αποκαλύψεις της δράσεως των κομμουνιστικών σχολείων», Μακεδονικά Νέα, 18.1.1931 


[63] Αγγέλα Καστρινάκη, ό.π., σ.50-57, 71-72, 80-84, 101-102, 139-164, 449-451 


[64] Αγγέλα Καστρινάκη, ό.π. 


[65] «Καθημερινώς έρχονται εις φως …», ό.π. 


[66] Καλοχριστιανάκης Γ., «Έκθεσις δράσεως της κομμουνιστικής προπαγάνδας το έτος 1932», φάκελος 113, Αρχείον Ελευθ. Βενιζέλου. 


[67]Στο ίδιο. 


[68] «Καθημερινώς έρχονται ….», ό.π. 


[69] Αγγέλα Καστρινάκη, ό.π., s. 425-428, 


[70] Παρουσιάζει τις απόψεις των μπολσεβίκων ηγετών για την αντικατάσταση της οικογένειας από το κόμμα, την καλλιέργεια τουμη σεβασμού των παιδιών προς τους γονείς τους, την εξοικείωσή των παιδιών με την βία, την καταστροφής του αισθήματος της μητρικής αγάπης, την διευκόλυνση του διαζυγίου, την επικράτηση των σαρκικών και των ελευθεριακών σχέσεων, την ενίσχυση των εκτρώσεων, την εγκατάλειψη των παιδιών κ.α. «Τι διδάσκονται τα κορίτσια εις τα μυστικά ‘‘Ερυθρά Σχολεία’’ δια την οικογένειαν και την τιμήν», Μακεδονικά Νέα, 22.1.1931. 


[71] Αγγέλα Καστρινάκη, ό.π., σ.437-440 


[72] Αγγέλα Καστρινάκη, ό.π., σ.224 


[73] Τ. Βερβενιώτη, ό.π., σ. 114.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: