Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

Εκεί που δεν φτάνει η λογοκρισία του ΕΣΡ, φτάνει η υποκρισία του ΚΑΣ…


 της Δέσποινας Κουτσούμπα
Σας έχει τύχει ποτέ να αισθάνεστε ότι ζείτε μια εξωπραγματική στιγμή, μια στιγμή που ενώ είστε εκεί είναι σαν να μη βρίσκεστε στη θέση σας, αλλά να πετάτε σαν ένα πουλί και να βλέπετε τον εαυτό σας από ψηλά και να πιστεύετε ότι όσα διαδραματίζονται υπάρχουν σε ένα παράλληλο σύμπαν; Έτσι ακριβώς αισθάνθηκα καθισμένη στα πρώτα έδρανα πίσω από το τραπέζι του ΚΑΣ, καθώς υποβλήθηκα σε ένα νέου τύπου μαρτύριο, το μαρτύριο μην πεις αυτά που πραγματικά πιστεύεις, δείξε την καλή σου διαγωγή όσο κι αν εδώ μέσα ποδοπατούν τη λογική. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή…

Εν αρχή ην η διεθνής καμπάνια του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς από τις περικοπές σε κονδύλια και προσωπικό. Η καμπάνια ξεκίνησε μετά το χτύπημα στο παλαιό Μουσείο της αρχαίας Ολυμπίας, τη σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της υποβάθμισης της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, της μη αναγνώρισης του αναντικατάστατου της πολιτιστικής κληρονομιάς, της άγνοιας κινδύνου που οδηγούσε τον πρώην Υπουργό ΥΠΠΟΤ κο Γερουλάνο να επαίρεται (σε εγχώρια και διεθνή μίντια) ότι το Υπουργείο του λειτουργεί με τον μισό προϋπολογισμό. Επειδή οι αρχαιολόγου που εργαζόμαστε στο Υπουργείο Πολιτισμού αναγνωρίζουμε ότι η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς δεν γίνεται για μας, αλλά για το σύνολο της κοινωνίας, θελήσαμε να γυρίσουμε ένα τηλεοπτικό σποτ με το απλό μήνυμα ότι η ίδια η κοινωνία πρέπει να ευαισθητοποιηθεί για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, της ίδιας της ιστορίας της, κόντρα στις σειρήνες «τώρα κρίση έχουμε, λεφτά για μάρμαρα θα δίνουμε»;

Το σενάριο πάει κάπως έτσι: ένα κοριτσάκι επισκέπτεται με τη μητέρα του το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, απομακρύνεται από κοντά της, περιφέρεται στις αίθουσες του Μουσείου, βρίσκεται μπροστά στην Κόρη Φρασίκλεια, υπάρχει μια κρυφή συνομιλία μεταξύ τους, το κοριτσάκι χαμογελά. Ένα χέρι απότομα τραβά το κορίτσι σαν να το απαγάγει. Πέφτει καρτέλα: ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΕΛΛΟΝ. Στην επόμενη σκηνή, το κορίτσι είναι στη θέση του, λείπει όμως από τη βάση της η Φρασίκλεια, που τελικά έχει «απαχθεί». Επόμενη καρτέλα: ΧΩΡΙΣ ΠΑΡΕΛΘΟΝ. Και καταλήγει: Τα μνημεία δεν έχουν φωνή, εσύ έχεις. Ο συμβολισμός εύληπτος: το κοριτσάκι συμβολίζει το μέλλον, το άγαλμα συμβολίζει το παρελθόν, την ιστορική μνήμη. Αν σου στερήσουν το παρελθόν, θα πρέπει να πονέσεις σαν να σου στερούν το μέλλον. Οι φιλόξενες αίθουσες του Μουσείου (στην πρώτη σκηνή) έχουν γίνει απόκοσμες (στην τελευταία σκηνή) για να είναι προφανές ότι η σκηνή απαγωγής του κοριτσιού και του αγάλματος είναι συμβολική.

Η προβολή του σποτ στην τηλεόραση απαγορεύτηκε χτες από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (κατά πλειοψηφία). Δεν ξέρουμε ακόμη την επίσημη αιτιολογία ή το τελικό «σκορ» υπέρ-κατά, άλλωστε ήταν αργά και οι δημοσιογράφοι είχαν ήδη εγκαταλείψει την αίθουσα. Αυτά που γνωρίζουμε όμως είναι οι ερωτήσεις που έγιναν στα μέλη του ΔΣ που παραβρέθηκαν στη συνεδρίαση για να παρουσιάσουν το σποτ.

Ούτε λίγο ούτε πολύ τα μέλη του ΚΑΣ που πήραν το λόγο είχαν «διαβάσει» μόνο την κυριολεξία της εικόνας (βία στο παιδί, εξαφάνιση αγάλματος, δεν υπάρχουν φύλακες στην αίθουσα -sic!…) και είχαν «δει» το ανάποδο μήνυμα. Τον διασυρμό της χώρας, το μήνυμα ότι στα ελληνικά μουσεία ο καθένας μπορεί ανενόχλητος να κλέψει ένα άγαλμα ή να απαγάγει ένα παιδί (θυμήθηκα το μπαμπά μου, που πίστευε ότι οι δίσκοι του heavy metal αν παιχτούν ανάποδα μεταδίδουν σατανιστικά μηνύματα, αλλά ο μπαμπάς μου τουλάχιστον δεν μυρίζει μούχλα και καμαρίλα, αφήστε που μου μαθε να λέω την αλήθεια κι αυτό με κυνηγάει σε όλη μου τη ζωή…). Αιώνες συμβολισμού στην τέχνη έχουν πάει περίπατο, τα πάντα είναι «κυριολεκτικά». Επίσης, αλγεινή εντύπωση τους προξένησε το γεγονός ότι το μήνυμα είναι σοκαριστικό, μιας και η κοινωνία που ζούμε είναι αγγελικά πλασμένη κι όταν με απειλή όπλων έδεσαν τη φύλακα και άδειασαν το παλαιό Μουσείο της Ολυμπίας, δεν αισθανθήκαμε όλοι σοκαρισμένοι αλλά απολύτως ψύχραιμοι συνεχίσαμε να πίνουμε το τσάι μας. Ούτε είναι ευρέως διαδεδομένο στην κινηματογραφική παιδεία (και στην τηλεοπτική μας εποχή) το εύρημα μιας δυνατής εικόνας που τραβάει την προσοχή προκαλώντας ένα έντονο συναίσθημα για να μπορέσει να περάσει το μήνυμα που θέλει. Όλα αυτά διανθισμένα με πολλή ξινίλα για το ότι δεν είναι μόνο ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων που ενδιαφέρεται για την πολιτιστική κληρονομιά –μα δεν απαγόρευσε ο ΣΕΑ σε όλους τους υπόλοιπους να βγάλουν άλλα 10 σποτ και 200 αφίσες για το ίδιο θέμα, το ΚΑΣ απαγόρευσε στον Σύλλογο να προβάλλει το μήνυμά του!

Πράγματι, το συγκεκριμένο μήνυμα και τηλεοπτικό σποτ θα μπορούσε και θα έπρεπε να ήταν παραγωγή του ίδιου του Υπουργείου Πολιτισμού (νυν Γραμματείας), που γνωρίζει πολύ καλά την αύξηση των λαθρανασκαφών σε όλη τη χώρα, που έχει ευθύνη για την προστασία της κληρονομιάς, που θα ‘πρεπε να έχει ως πρώτο μέλημα να διατηρεί ζωντανή την ιστορική μνήμη σε αυτή την παράξενη (να το πω κομψά) εποχή. Σε μια άλλη χώρα, όχι πολύ διαφορετική από τη δική μας, το Ιταλικό Υπουργείο Πολιτισμού ανέλαβε το ίδιο καμπάνια ευαισθητοποίησης του κοινού ενάντια στην αρχαιοκαπηλία, παρουσιάζοντας σημαντικά αγάλματα από Μουσεία της Ιταλίας με κάποια μέλη τους να έχουν εξαφανιστεί (παραποίηση αρχαιοτήτων και ασέβεια στα μνημεία, άραγε;). Ακόμη και στη δική μας χώρα, η εξαίρετη περιοδική έκθεση «Αρχαιοκαπηλία ΤΕΛΟΣ» που παρουσιάζεται και αυτές τις μέρες στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, δεν διστάζει να δείξει αγάλματα με καλυμμένα μάτια, ή μέσα σε σακιά, δείχνοντας τη βία που συνιστά η αρχαιοκαπηλία (ευτυχώς πήρε έγκριση από το Κεντρικό Συμβούλιο Μουσείων, χωρίς να θεωρηθεί σοκαριστική).

Αν δεν θεωρήσουμε λοιπόν ότι άνθρωποι εγγράμματοι δεν γνωρίζουν την έννοια της καλλιτεχνικής σύμβασης ή του συμβολισμού, τι μένει; Η «κατηγορία» ότι το τηλεοπτικό μήνυμα του ΣΕΑ ήταν «πολιτικό» -και ως γνωστόν δεν επιτρέπεται να μπλέκονται οι αρχαιότητες με πολιτικά παιχνίδια (εξαιρούνται οι εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες μάλλον). Ωχ, μας πιάσανε! Πράγματι, το μήνυμα ήταν πολιτικό: Χωρίς παρελθόν δεν υπάρχει μέλλον. Όχι κομματικό, όχι συνδικαλιστικό, αλλά βαθιά πολιτικό. Γιατί είναι όντως πολιτικό θέμα το αν προστατεύεις και πώς την πολιτιστική κληρονομιά, το αν θεωρείς ότι η κοινωνία είναι κοινωνός αυτής της προστασίας, ή το αν κλείνεσαι στο καβούκι σου, διεκπεραιώνεις τα έγγραφα που σου ζητάνε για αν είσαι «παραγωγικός» υπάλληλος και δεν ανακατεύεσαι εκεί που δεν σε σπέρνουνε, περιμένοντας ότι όσο πιο λίγο ενοχλείς τόσο λιγότερο θα σε ενοχλήσουν. Είναι πολιτικό θέμα εντέλει, αν έχεις άποψη για το αντικείμενο της εργασίας σου όντας δημόσιος υπάλληλος, αν πιστεύεις ότι η παραγω γή πολιτισμού σε αυτή τη χώρα δεν είναι κάτι που τέλειωσε το 1830, αν πιστεύεις (και το κάνεις πράξη) ότι ο πολιτισμός χρειάζεται στην ολότητά του πνοή και ορμή και μπορεί να αλλάξει την κοινωνία, την οικονομία, τον κόσμο ολόκληρο. Πράγματι, πρόκειται για μια βαθιά πολιτική διαφωνία. Κι αυτή είναι που ενοχλεί.

Και μια βαθιά υποκρισία, όμως. Για όλους αυτούς που κατηγορούν όποιον έχει αιτήματα που αφορούν το μισθό του ως «συνδικαλιστική συντεχνία», όταν όμως ένας Σύλλογος πάει να μιλήσει για το περιεχόμενο της δουλειάς του, τότε του το απαγορεύουν. Γιατί αυτό, είναι ακόμη πιο επικίνδυνο. Γιατί αν μαθευτεί ότι τα αρχαία κινδυνεύουν (από το σποτ του ΣΕΑ θα μαθευτεί, γιατί δεν το ‘μαθε ο κόσμος όλος όταν κλέψανε την Πινακοθήκη μες στη μέση της Αθήνας…), πώς θα προχωρήσουμε στις επόμενες εφεδρείες, απολύσεις, εξωθήσεις; Οι αρχαιολόγοι είναι «καλοί» όταν μπορούν να γίνονται εύκολος στόχος: οι κολλημένοι, οι άρρωστοι, οι παρωχημένοι, που βάζουν εμπόδια στην «ανάπτυξη» του τόπου (λέγε με: τσιμέντο να γίνει και το φυσικό και το πολιτιστικό περιβάλλον). Τότε, όποτε θέλουμε τους βγάζουμε μπροστά (άμα χρειάζεται μια εργολαβία να καθυστερήσει τάχα μου για να ζητήσει παραπάνω λεφτά από το δημόσιο: φταίνε οι αρχαιολόγοι) κι όταν δεν χρειάζεται τους κάνουμε πέρα (όταν εγκαθιστούμε ξενοδοχεία, λιμάνια, δρόμους, ανεμογεννήτριες, Ολυμπιακά έργα μέσα ή δίπλα σε αρχαιολογικούς χώρους, τότε είναι περιττοί). Ποιος ο λόγος λοιπόν να χαλάσουμε στην κοινωνία την εικόνα των «χρήσιμων ηλίθιων» που έχουμε εντέχνως καλλιεργήσει επί χρόνια;

Δεν αξίζει, παρά μόνο για την ιστορία, να αναφερθούμε σε παρατηρήσεις περί εικόνων άσκησης βίας σε παιδιά και της σχετικής νομοθεσίας, μιας και το αρμόδιο ΕΣΡ είχε ήδη εγκρίνει το σποτ από τη σκοπιά της νομοθεσίας αυτής (όπως έχει εγκρίνει και πολύ πιο «βίαια» σποτ της UNICEF, της Διεθνούς Αμνηστίας κ.λπ.) και είχε κατανοήσει το νόημά του, αφού έδινε άδεια να προβληθεί δωρεάν ως τηλεοπτικό μήνυμα που «ευαισθητοποιεί την κοινή γνώμη για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς». Όπου όμως δεν φτάνει η λογοκρισία του ΕΣΡ, φτάνει η υποκρισία του ΚΑΣ…

Κα Πρόεδρε του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου και ΓΓ Πολιτισμού κα Μενδώνη, κάντε κάτι καλό για το κύρος του Συμβουλίου. Τουλάχιστον γράψτε στην αιτιολογία απόρριψης στου σποτ το ότι «εμπεριέχει πολιτικό μήνυμα». Έτσι τουλάχιστον θα γλιτώσετε τα παρόντα μέλη του ΚΑΣ από το να πρέπει να υπερασπιστούν την έλλειψη καλλιτεχνικής παιδείας που επιμελώς εμφάνισαν για τις ανάγκες αυτής της απόφασης.
Ζητώ δημόσια συγνώμη από όλους τους συντελεστές του σποτ, επαγγελματίες και ερασιτέχνες, μέλη και φίλους του ΣΕΑ, που δούλεψαν αφιλοκερδώς και με όλη τους την καρδιά για να δημιουργηθεί ένα τόσο άρτιο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα χωρίς λεφτά και χωρίς ανταλλάγματα. Για τη χαρά της δουλειάς και γιατί πίστεψαν ότι με αυτόν τον τρόπο βοηθούσαν σε έναν κοινό σκοπό. Κοινό για ποιους; αναρωτιέμαι πλέον…

Δέσποινα Κουτσούμπα
μέλος του ΣΕΑ και Πρόεδρος του ΔΣ

ΥΓ. Όλα τα παραπάνω απηχούν προσωπικές απόψεις (γι΄ αυτό άλλωστε και είναι ενυπόγραφα) και όχι τις απόψεις κάθε μέλους του ΔΣ του Συλλόγου, μέλη που και εγγράμματα είναι και τις απόψεις τους μπορούν να διακινήσουν προφορικά ή γραπτά. Άλλωστε, πάντα τα πρακτικά του ΔΣ είναι στη διάθεση όλων των μελών, για όποιον έχει διάθεση κάποια στιγμή να πάει πέρα από τα κουτσομπολιά των διαδρόμων, που σε αυτό το Υπουργείο αποτελούν ενδημικό φαινόμενο. Άλλωστε, όσο και τα λοιπά μέλη ΔΣ και αναπληρωματικά μέλη ΔΣ του ΣΕΑ εκφράζουν καθαρά προσωπικές απόψεις στο ΚΑΣ, γράφοντας εις τα παλαιότερα των υποδημάτων τους πλειοψηφικές αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης και του Διοικητικού Συμβουλίου, τόσο δεν μπορεί να υπάρξει καμιά «προληπτική λογοκρισία» στις προσωπικές απόψεις και στάσεις, όταν δηλώνονται ως τέτοιες.
ΥΓ2. Δείτε το σποτ εδώ: http://www.youtube.com/watch?v=LRbexQpbrbQ  και την «επιχειρηματολογία» της απαγόρευσης εδώ: http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=472537 και βγάλτε τα συμπεράσματά σας

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Πως γίνεται κάποιος φασίστας



Η μετατροπή ενός ανθρώπου σε φασίστα δεν είναι μια απλή διαδικασία. Συνήθως παίρνει χρόνο. Ακολουθεί σχεδόν πάντα μια πατέντα, μια διαδικασία στην οποία αφού μπουν τα θεμέλια χτίζεις τα πατώματα μέχρι που φτάνεις στην κορυφή. Ορισμένες φορές η διαδικασία είναι τέτοια που δεν την καταλαβαίνει ούτε ο εμπλεκόμενος. Δεν λέει δηλαδή αύριο θα γίνω φασίστας, ούτε έχει μια ημερομηνία σταθμό την οποία γιορτάζει ως τα γενέθλια της φασιστικής του ζωής. Η μετατροπή ενός ανθρωπάκου-κάμπιας σε ναζιστική-πεταλούδα είναι μια σύνθετη διαδικασία την οποία σας παρουσιάζουμε:
Στάδιο πρώτο: Τα θεμέλια
Κάποτε σε μικρή ηλικία, όταν είσαι εντελώς εύπλαστος, διαβάζεις στα βιβλία της ιστορίας του δημοτικού για τις μάχες που έδιναν οι πρόγονοί σου. Λυρικές αναπαραστάσεις του τρόπου με τον οποίο αν και πάντα λιγότεροι κατάφερναν να εξουδετερώνουν όλους τους πανίσχυρους εχθρούς τους, τους Πέρσες, τους Τούρκους, τους Ιταλούς τους Γερμανούς. Ενδιάμεσα σου παραβάλλονται οι ενδείξεις της πολιτισμικής σου ανωτερότητας. Φωτογραφίες από κίονες, ναούς και αμφορείς που επιβεβαιώνουν αυτό που έχεις ακούσει και στο σπίτι σου: «όταν εμείς χτίζαμε παρθενώνες οι άλλοι τρώγαν βελανίδια». Κάπου εκεί αρχίζεις να ερωτοτροπείς με έναν παιδικό εθνικισμό. Βλέπεις τον εαυτό σου σαν τον επόμενο Καραϊσκάκη ή Κολοκοτρώνη, και δηλώνεις περήφανος για την καταγωγή σου και πρόθυμος να θυσιαστείς για την πατρίδα σου. Έχεις μάθει απ’ έξω όλες τις βασικές εκκλησιαστικές προσευχές κι ας μην καταλαβαίνεις τι λένε. Σταυροκοπιέσαι κάθε φορά που περνάς έξω από εκκλησία, ίσως να παρακολουθείς και το κατηχητικό, και για κάποιο λόγο πιστεύεις πως υπάρχει ένας θεός που προστατεύει την Ελλάδα σαν την δική του πατρίδα. Άλλωστε η εκκλησία έπαιζε πάντα καθοριστικό ρόλο στη μόρφωσή σου και ιδιαίτερα στην ιστοριογραφία της χώρας μας, η οποία παρά την ύπαρξη πολλών κατ’ όνομα αριστερών καθηγητών, διανοούμενων και ερευνητών δεν κατάφερε ποτέ να ξεφύγει από τον χαρακτήρα της γεγονοτολογικής παράθεσης πολεμικών συγκρούσεων. Ιδιαίτερα όταν η αριστερή αντίστιξη στην εθνικιστικού τύπου ιστοριογραφία είναι η …Ρεπούση τα πράγματα δυσκολεύουν.
Στάδιο Δεύτερο: Η εφηβεία
Στην εφηβεία έχεις ήδη κατασταλάξει στην ομάδα που υποστηρίζεις με φανατισμό. Θέλεις να βλέπεις κρεμασμένα στα περίπτερα πρωτοσέλιδα που μιλάνε για την οπαδική σου μαγκιά και την ανωτερότητα σου από τους άλλους. Η αυξημένη σου λίμπιντο δεν κατευνάζεται με χειροπρακτικές μεθόδους, χρειάζεσαι κι άλλο. Βρίσκεις εκτόνωση στην βία με τους συμμαθητές σου. Γουστάρεις να ακούς ιστορίες από «πεσίματα» με κράνη, καδρόνια και μαχαίρια απέναντι στους «άλλους». Τα παιδιά από τον Σύνδεσμο είναι καλοί μάγκες, και η παρέα μαζί τους σε κάνει μάγκα κι εσένα. Με την ομάδα και την γκόμενα να σου τρώνε πολύ χρόνο από τη ζωή σου δεν έχεις κουράγιο να ασχοληθείς με τα πολιτικά. Άλλωστε όλοι κλέφτες και ψεύτες είναι, όπως είπε και ο μπαμπάς βλέποντας ειδήσεις χτες το βράδυ.
Στάδιο τρίτο: Η ενηλικίωση
Αφού είδες κι αποείδες να τελειώσεις το σχολείο πρέπει να δεις τι θα κάνεις στη ζωή σου. Ως άτομο διατηρείς ακέραιες τις βάσεις της μαζικής κουλτούρας που συνήθισες να καταναλώνεις. Η τηλεόραση είναι το αγαπημένο σου μέλος της οικογένειας, το διαδίκτυο βοηθάει για όλα τα άλλα και πράγματα όπως οι τέχνες και τα βιβλία δεν είναι για σένα. Γελάς ακόμα με τα ανέκδοτα για τους Αλβανούς που «κλέβουν την παράσταση» και για τους μαύρους που είναι μαύροι και όχι εσύ ρατσιστής. Μπορεί να είπες και στον κολλητό σου που έκατσε πολλές ώρες κάτω από τον ήλιο ότι έγινε σκούρος σαν «Πάκι». Αλλά ρατσιστής δεν είσαι.
Στάδιο τέταρτο: Η εργασία
Πήγες για δουλειά κι εσύ κάποια στιγμή όπως όλοι. Κακοπληρωμένος κι ανασφάλιστος, αλλά δεν πειράζει. Πρέπει να είσαι εργατικός. Έτσι λένε όλοι. Άλλωστε η εργατικότητα είναι ένα παράσημο που πρέπει ο άνδρας να διαθέτει. Είναι πιο σημαντικό κι από την αξιοπρέπεια. Το αφεντικό είναι καλό, αφού σου χτυπάει καμιά φορά την πλάτη φιλικά. Ενδιαφέρεται αυθεντικά για σένα και σου είπε ότι θα σε κάνει κάποια μέρα υπεύθυνο, αρκεί να συνεχίσεις να δουλεύεις σκληρά. Κάποτε είδες έναν περίεργο τύπο, μάλλον συνδικαλιστή, να σου λέει ότι πρέπει να πας στην απεργία. Δεν άφησες την πρόκληση αναπάντητη: «που να πάω στην απεργία; και το μεροκάματο που θα χάσω;» κι ύστερα γύρισες το κεφάλι και συμφώνησες με τον παλιότερο που σου είπε ότι οι συνδικαλιστές είναι ξεπουλημένοι που ζούνε μέσα στη χλιδή. Άλλωστε η Αριστερά πέθανε. Είδαμε τον κομμουνισμό που μόλις έπεσε γέμισαν τα κωλόμπαρα της Ελλάδας μας. Πουτάνες θα τις κάνουν τις μάνες μας;
Στάδιο πέμπτο: Η κρίση
Όλα κυλούν καλά. Συνεχίζεις να ψηφίζεις το κόμμα που σου υπέδειξε αυτός που σε έβαλε στη δουλειά. Συνεχίζεις να αδιαφορείς για την πολιτική και να κοιτάς την πάρτη σου. Όταν κάθεσαι στο μετρό ή στο λεωφορείο παρακαλάς να μην κάτσει στην άδεια θέση δίπλα σου εκείνος ο σκουρόχρωμος που βρωμάει. Κάποια στιγμή παρατηρείς ότι είναι πολλοί. «Πως την κατάντησαν έτσι την Ελλάδα;». Με ξένους δεν κάνεις παρέα. Εντάξει δεν είναι όλοι κλέφτες, υπάρχουν και ορισμένοι νοικοκυραίοι που σέβονται την χώρα μας, αλλά όχι και να σηκώσουν τη σημαία τα αριστούχα παιδιά τους. Άλλωστε το «δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ» που τραγούδησες μεθυσμένος από εθνική υπερηφάνεια το 2004 το πιστεύεις ακόμα.
Έρχεται η κρίση και το αφεντικό σου, γεμάτο αληθινό πόνο, σου ανακοινώνει ότι δεν μπορεί να σε κρατήσει άλλο στη δουλειά γιατί δεν βγαίνει. Τα κέρδη του μειώθηκαν και αν μπορούσε να σε κρατήσει θα το έκανε, όμως τα πράγματα ζόρισαν. Αν αλλάξει κάτι θα σε ειδοποιήσει, όμως τώρα θα προτιμήσει να κρατήσει τους δύο Πακιστανούς που τους έχει να δουλεύουν με 300 ευρώ το μήνα, ανασφάλιστους και παράνομους. Του λες ευχαριστώ που σου έδωσε την ευκαιρία να δουλέψεις και τον αποχαιρετάς.
Κάτι αρχίζει να σαλεύει. Εσύ που τόσα χρόνια εργαζόσουν ακατάπαυστα και ήξερες τη δουλειά να πετιέσαι έξω από δυο ξυπόλητους βρωμιάρηδες; Αυτοί φταίνε. Τι δουλειά έχουν εδώ; Να πάνε στη χώρα τους. Εμείς δεν αντέχουμε άλλους. Αν μπορούσαμε να τους ταϊσουμε θα το κάναμε ευχαρίστως, αλλά όχι τώρα. Πρέπει να φύγουν. Όμως ποιος θα τους διώξει; Ένα γαμάτο blog που διάβασες προχτές έγραφε ότι όλοι οι πολιτικοί είναι προδότες και έχουν ξεπουλήσει με μυστικές συμφωνίες την χώρα. Πείθεσαι ότι αυτοί οι λαθρομετανάστες δεν ήρθαν από μόνοι τους. Τους έφεραν κάτι μεγάλα κεφάλια, που κατά σύμπτωση είναι Εβραίοι, για να καταστρέψουν την χώρα σου. Βλέπεις το κόμπλεξ αυτών που έτρωγαν τα βαλανίδια είναι μεγάλο και γι’ αυτό θέλουν να μας καταστρέψουν.
Κάτι πρέπει να γίνει όμως. Οι πολιτικοί δεν μπορούν να το κάνουν γιατί είναι όλοι πουλημένοι. Οι λογαριασμοί τρέχουν και από τον ΟΑΕΔ δεν είχες κανένα νέο. Και εκείνος ο δημοτικός σύμβουλος που σου έλεγε ότι θα σε βολέψει κάπου δεν απαντά στα τηλέφωνα. Ο χρόνος πιέζει. Οι ξένοι ηγέτες μας κοροϊδεύουν. Ποιος θα δώσει τη λύση; Τους χρειάζεται ένα μάθημα. Ένα Γουδί. Ένας Παπαδόπουλος. Αυτός τουλάχιστον δεν έκλεβε.
Το βραδάκι κάθεσαι να δεις ειδήσεις. Βρίζεις την Τρέμη και τον Πρετεντέρη όταν σου λένε ότι πρέπει να πληρώσεις το χαράτσι. Όταν σου λένε ότι πρέπει να απελαθούν οι λαθρομετανάστες κατά σύμπτωση συμφωνείς μαζί τους. Δεν θέλεις να ακούσεις τίποτα άλλο. Πρέπει να γίνει κάτι. Τώρα. Δεν σε νοιάζει ποιος και πως θα το κάνει. Αρκεί να γίνει. Να φύγει ο βρωμιάρης που σου πήρε τη δουλειά. Να πάει στον αγύριστο. Κάπου στο youtube πήρε το μάτι σου έναν τύπο με ξυρισμένο κεφάλι να υπόσχεται κρεμάλα στους προδότες και δουλειά στους Έλληνες. Αυτό είναι. Μόνο αυτοί μπορούν να μας σώσουν!
Ναι αλλά αυτοί είναι νοσταλγοί του Χίτλερ που κατέκαψε την Ελλάδα, που βίασε και σκότωσε τους προγόνους σου. Λεπτομέρειες. Τώρα έχουμε κρίση, δεν έχουμε την πολυτέλεια να ασχολούμαστε με την ιστορία. Άλλωστε δεν είδαμε προκοπή από τους δημοκράτες. Γιατί να μη δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό;
Στάδιο έκτο: Το πέρασμα στη δράση
Στις πρώτες εκλογές δειλά-δειλά ψήφισες Χρυσή Αυγή. Μιλώντας με τους φίλους σου επέμενες ότι δεν συμφωνείς μαζί τους, αλλά δεν ήξερες τι άλλο να ψηφίσεις. Η Παπαρήγα είναι βολεμένη, ο Τσίπρας έφερε τους μετανάστες και ο Καμμένος ήταν για χρόνια στην ΝΔ. Σε δημόσιες συζητήσεις αποκύρηττες τη βία, αλλά ήθελες να φάει ένα χαστούκι ο Πάγκαλος. Έκοψες και την καλημέρα που έλεγες με τον για χρόνια Αλβανό γείτονά σου και κρυφοχάρηκες όταν έμαθες ότι απολύθηκε κι αυτός και μάλλον θα πάει Αυστραλία. «Δεν είμαι ρατσιστής. Αυτοί με έκαναν» επαναλαμβάνεις μονότονα, ίσως από τύψεις. Απολάμβανες το χαστούκι του Ηλία στην Κανέλλη. Καλά της έκανε!
Ο Χρυσαυγίτης της γειτονιάς είναι καλό παιδί. Βοηθάει τις γριούλες, φροντίζει για την ασφάλειά μας και μας ενημερώνει για τα πολιτικά πράγματα. Πολύ θα ήθελες κι εσύ να του μοιάζεις. Να μοιράζεσαι κι εσύ τη σοφία του και τις απέραντες γνώσεις του για την Αρχαία Ελλάδα, ιδιαίτερα για τον τρόπο με τον οποίο φέρονταν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι στους εχθρούς και τους προδότες. Ενδίδεις στις παραινέσεις του να κατέβεις κι εσύ σε μια συγκέντρωση που θα γίνει για λίγους φίλους. Εκεί θα μας μιλήσει ένας συναγωνιστής που ξέρει πολλά γιατί ήταν στους καταδρομείς και είδε από μέσα τι παίζεται. Πηγαίνεις από συγκέντρωση σε συγκέντρωση και ξαφνικά νιώθεις πιο δυνατός. Το πνεύμα σου έχει γαλουχηθεί από τις ιστορίες που ακούς. Ένα δεύτερο σχολείο. Εκεί συναντάς και κάτι παλιόφιλους από το Σύνδεσμο. Τότε που την πέφτατε μαζί σε κάνα πιτσιρίκι για να του πάρετε το κασκόλ της αντίπαλης ομάδας. Νιώθεις το σώμα σου να δυναμώνει κάθε φορά που φοράς το ραμμένο από Πακιστανούς, μαύρο μπλουζάκι που σου χάρισε ο νέος σου φίλος για ενθύμιο. Στις δεύτερες εκλογές είσαι πια σίγουρος για την επιλογή σου. Χρυσή Αυγή και τα μυαλά (;) στα κάγκελα. Να μάθουν αυτοί οι αριστεροί και οι προδότες. Αγαπημένη σου φράση το «αν γουστάρεις τους λαθρομετανάστες να τους πάρεις σπίτι σου».
Ο υπαρχηγός του υπαρχηγού του πυρηνάρχη κρίνει ότι είσαι έτοιμος για το επόμενο στάδιο. Βία αυτοί, βία κι εμείς. Πρέπει όμως να είσαι πειθαρχημένος. Με στρατιωτικό τρόπο. Τον εξοπλισμό σου τον παίρνεις από τους συναγωνιστές. Τώρα το λοστάρι που κρατάς είναι η προέκταση του ανδρισμού σου. Θα τους γαμήσεις όλους. Δεν σε σταματάει τίποτα. Ακούς με προσοχή τους εμπειρότερους και δεν παρεκκλίνεις από τις εντολές τους. Αν πετύχεις όμως κανέναν αλλοδαπό κοντά στη γειτονιά σου μπορεί να πάρεις την πρωτοβουλία να του δώσεις και καμιά κλωτσιά.
Στάδιο έβδομο: Η ολοκλήρωση
Αγαπάς την χώρα σου παθολογικά. Εκνευρίζεσαι όταν βλέπεις να την ξεπουλάνε στους ξένους, μισείς όποιον την επιβουλεύεται. Πιστεύεις ότι είσαι πατριώτης. Εθνικιστής πατριώτης. Γιατί να το κρύψεις άλλωστε. Είσαι εθνικιστής περήφανος και αγέρωχος. Καταβροχθίζεις τα βιβλία που σου έδωσαν να διαβάσεις και αρχίζεις να παίρνεις μέρος ενεργά στις συζητήσεις. Είσαι πια σίγουρος για κάποια πράγματα: Ο Χίτλερ ήταν φιλέλληνας, το ολοκαύτωμα δεν υπήρξε, κι αν ακόμα υπήρξε καλώς έγινε, οι κομμουνιστές είναι εβραίοι και μπολσεβίκοι, οι δημοκράτες πουλημένοι και βολεμένοι και μόνο ο Στρατός μπορεί να δώσει τη λύση. Αν όλα αυτά σε κάνουν φασίστα, τότε ναι είσαι φασίστας. Με κάθε ευκαιρία προσπαθείς να ανοίξεις πολιτική συζήτηση με φίλους, γνωστούς και άγνωστους. Να τους εντυπωσιάσεις με τις αποκαλύψεις που τόσο γρήγορα έμαθες, να τους διαφωτίσεις για το τι ήταν πραγματικά τα SS, ποιος ήταν ο Γκέμπελς και πόσο φιλέλλην ήταν ο Αδόλφος Χίτλερ. Δεν δέχεσαι αντιρρήσεις. Αν κάποιος πάει να σου πει κάτι περνάς αμέσως στην αντεπίθεση: «Ερχόμαστε και θα σας λιώσουμε». Σκέφτεσαι σοβαρά να ξυρίσεις το κεφάλι σου. Στη γυναίκα σου θα πεις ότι το κάνεις για λόγους οικονομίας, το σαμπουάν ακρίβυνε και ο κουρέας χρεώνει 10 ευρώ το απλό κούρεμα. Μόλις μαζέψεις λίγα χρήματα θα πας να κάνεις δύο τατουάζ. Το ένα θα γράφει οπωσδήποτε «Η ΤΑΝ Ή ΕΠΙ ΤΑΣ» κι ας μη θυμάσαι τι ακριβώς σημαίνει. Το άλλο θα είναι ένα τέλειο σχέδιο που ζωγράφισε ένας συναγωνιστής. Θα βγαίνουν κάτι φλόγες μέσα από ένα φοίνικα και γύρω-γύρω θα έχει κάτι «αρχαιοελληνικά» σχέδια.
Η ολοκλήρωση έρχεται όταν πείθεις έναν φίλο σου να βρει κι αυτός τη λύτρωση. Να βαφτιστεί μέσα στα άγια νερά της λευκής αδελφότητας, να μεταμορφωθεί σε ακούραστο πολεμιστή της πατρίδας και του έθνους. Να ακολουθήσει την δική σου εξέλιξη.
Και κάπως έτσι γίνεται ο άνθρωπος φασίστας…

Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

Στον Καιρό του Χριστιανικού Κομμουνισμού

Του Πέτρου Πικρού
Ριζοσπάστης 5/5/1929
Ο Πέτρος Πικρός, ένας από τους πιο σημαντικούς έλληνες κομμουνιστές λογοτέχνες του μεσοπολέμου, καταθέτει την δική του άποψη για το πρόσωπο του Ιησού, για την εμφάνιση του χριστιανισμού, τον ρόλο του Παύλου και την μετάδοση της αίρεσης στον ρωμαιο-ελληνιστικό κόσμο. Ο Ιησούς είναι ένας θρύλος, ο χριστιανισμός μια εβραϊκή αίρεση, ο Παύλος ένας διεθνιστής της εποχής του και οι χριστιανοί οι προλετάριοι της εποχής....
έρευνα: Κώστας Παλούκης 27/8/2012

Στον Καιρό του Χριστιανικού Κομμουνισμού  του Πέτρου Πικρού

Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012

Για Μια Χούφτα Μαθήματα




Tαινία μικρού μήκους

'Eτος παραγωγής : 2012

"Ο συνδυασμός μιας συναρπαστικής περιπέτειας δράσης με νεορεαλιστικά στοιχεία παύσης με έντονο μεταφιλοσοφικό συμβολισμό αποτελεί ένα όμορφο και ευφυές πάντρεμα. Από δω και στο εξής καμία ταινία δε θα είναι ίδια."
Bernardo Bertolucci

"Θα παρομοίαζα αυτή την ταινία με τη συνάντηση του Α'ι'ζενστάιν με τον Κουροσάβα σε καφετέρια του Λος Άντζελες, συζητώντας για ιρανικό κινηματογράφο. Έπος!"
Woody Allen

"Αναγέννηση για τον καλό ελληνικό κινηματογράφο"
Μπακουρογιαννόπουλος

"Μην τη δείτε ούτε για αστείο! Πρέπει να καταδικαστεί η βία από όπου κι αν προέρχεται."
Πάσχος Μανδραβέλης

"Η συμπύκνωση ενός τέτοιου αριστουργήματος σε δέκα μόλις λεπτά χαλάει την πιάτσα. Εγώ, με το ίδιο σενάριο, θα γυρνούσα πεντάωρη ταινία." 
Quentin Tarantino

"Τα ελληνικά πανεπιστήμια βρίσκονται ένα βήμα πριν τον οριστικό τους θάνατο. Συγχαρητήρια στους καθηγητές τους!"
Άννα Διαμαντοπούλου

"Με αυτή την ταινία θεωρείται βέβαιο ότι το ΑΠΘ θα πλασαριστεί στις 50 πρώτες θέσεις της παγκόσμιας κατάταξης. Εύγε νέοι μου!"
Πρυτανικό Συμβούλιο ΑΠΘ

"Μπορεί να μην έχω πάρει πτυχίο, αλλά όχι. Έλεος! Η ταινία αυτή αποδεικνύει την κατάντια μας"
Θάνος Τζήμερος

"Θα ήταν γελοίο, αν δεν ήταν επικίνδυνο..."
New York Times

"Ακατάλληλο. Με το μέλλον των παιδιών μας δεν παίζουμε."
The Economist

"A masterpiece!"
Luis Althusser

Τα τυπικά χαρακτηριστικά του πρωτο-φασισμού


του ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΕΚΟ
Παρά την ασάφεια αυτή, νομίζω πως μπορούμε να σκιαγραφήσουμε έναν κατάλογο χαρακτηριστικών τα οποία είναι αντιπροσωπευτικά αυτού που ονομάζω«πρωτοφασισμό», ή «αρχέγονο φασισμό». Αυτά τα χαρακτηριστικά δεν μπορούν να οργανωθούν σε ένα ενιαίο σύστημα· πολλά απ’ αυτά αλληλοαναιρούνται, και είναι επίσης αντιπροσωπευτικά και άλλων μορφών δεσποτισμού ή φανατισμού. Η παρουσία ενός και μόνο απ’ αυτά, όμως, αρκεί για να επιτρέψει στο φασισμό να συμπτυχθεί γύρω του.
1. Το πρώτο χαρακτηριστικό του πρωτοφασισμού είναι η λατρεία της παράδοσης. Η παραδοσιαρχία, βέβαια, είναι πολύ παλαιότερη από τον φασισμό. Δεν χαρακτήριζε μόνο την αντιεπαναστατική σκέψη των Καθολικών μετά τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά γεννήθηκε στους ελληνιστικούς χρόνους, ως αντίδραση στον κλασικό ελληνικό ορθολογισμό. Στη λεκάνη της Μεσογείου, λαοί διαφόρων θρησκειών (που οι περισσότερες απ’ αυτές είχαν γίνει δεκτές στο ρωμαϊκό πάνθεο) άρχισαν να ονειρεύονται κάποια αποκάλυψη που είχε συμβεί στην αυγή της ανθρώπινης ιστορίας. Αυτή η αποκάλυψη, σύμφωνα με τη μυστηριακή αίγλη που καλλιεργούσε η παραδοσιαρχία, είχε παραμείνει για πολύ καιρό κρυμμένη κάτω από το πέπλο γλωσσών που ήταν πια ξεχασμένες — στα αιγυπτιακά ιερογλυφικά, στους κέλτικους ρούνους, στους παπύρους των σχεδόν άγνωστων θρησκειών της Ασίας.
Αυτή η νέα κουλτούρα έπρεπε να είναι συγκρητιστική. Ο συγκρητισμός δεν είναι απλά, όπως λένε τα λεξικά, «ο συνδυασμός διαφόρων μορφών πίστης και λατρευτικής πρακτικής»· ένας τέτοιος συνδυασμός πρέπει να ανέχεται τις αντιφάσεις. Καθένα από τα αρχικά μηνύματα περιέχει ψήγματα σοφίας, και όποτε έμοιαζαν να λένε διαφορετικά ή ασύμβατα πράγματα αυτό συνέβαινε μόνο και μόνο γιατί όλα παραπέμπουν, με αλληγορικό τρόπο, στην ίδια αρχέγονη αλήθεια.
Συνεπώς, δεν μπορεί να υπάρξει καμία πρόοδος στη γνώση. Η αλήθεια έχει ήδη καταγραφεί μια για πάντα, κι εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να συνεχίζουμε να ερμηνεύουμε το δυσνόητο μήνυμά της.
Αν κοιτάξει κανείς τις βιβλιοθήκες διαφόρων φασιστικών καθεστώτων, θα βρει όλους τους μείζονες διανοητές της παραδοσιαρχίας. Η ναζιστική εσωτερική γνώση τρεφόταν με παραδοσιαρχικά, συγκρητιστικά και μυστικιστικά στοιχεία. Η πηγή που επηρέασε περισσότερο τις θεωρίες της νέας ιταλικής δεξιάς, ο Ιούλιος Έβολα, συνδύαζε το Άγιο Δισκοπότηρο με ταΠρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, και την αλχημεία με την Αγία Ρωμαϊκή και Γερμανική Αυτοκρατορία. Και μόνο το γεγονός ότι η ιταλική δεξιά, για να δείξει πόσο ανοιχτό μυαλό διαθέτει, διεύρυνε αυτό τον κατάλογο ώστε να συμπεριλάβει και έργα του Ντε Μαιτρ, του Γκενόν και του Γκράμσι, αποτελεί ολοφάνερη απόδειξη συγκρητισμού.
Αν κοιτάξετε τα ράφια που, στα αμερικάνικα βιβλιοπωλεία, φέρουν την επιγραφή «Νέα Εποχή», θα βρείτε εκεί μέχρι και Άγιο Αυγουστίνο, ο οποίος, απ’ ό,τι γνωρίζω, δεν ήταν φασίστας. Αλλά το να συνδυάζεις τον Άγιο Αυγουστίνο με το Στόουνχεντζ — αυτό είναι σύμπτωμα πρωτοφασισμού.
2. Η παραδοσιαρχία συνεπάγεται την απόρριψη του μοντερνισμού. Και οι φασίστες και οι εθνικοσοσιαλιστές κυριολεκτικά λάτρευαν την τεχνολογία, ενώ οι διανοητές της παραδοσιαρχίας συνήθως την απορρίπτουν ως αντίθετη προς τις παραδοσιακές πνευματικές αξίες. Όμως, παρόλο που ο ναζισμός υπερηφανευόταν για τα βιομηχανικά του επιτεύγματα, ο εγκωμιασμός του μοντερνισμού δεν ήταν παρά η επιφάνεια μιας ιδεολογίας βασισμένης στην ιδέα Αίμα και Γη (Blut und Boden). Η απόρριψη του σύγχρονου κόσμου ήταν μεταμφιεσμένη σαν αντίκρουση του καπιταλιστικού τρόπου ζωής, αλλά αφορούσε κυρίως στην απόρριψη του Πνεύματος του 1789 (και του 1776, φυσικά). Ο Διαφωτισμός, η Εποχή του Ορθολογισμού, γίνεται αντιληπτή ως απαρχή της σύγχρονης αχρειότητας. Κατ’ αυτή την έννοια, ο πρωτοφασισμός μπορεί να οριστεί ως ανορθολογισμός.
3. Ο ανορθολογισμός βασίζεται επίσης στη λατρεία της δράσης για τη δράση. Επειδή η δράση είναι από μόνη της όμορφη, πρέπει να αναλαμβάνεται πριν, ή χωρίς, οποιαδήποτε σκέψη. Η σκέψη είναι μια μορφή αποδυνάμωσης. Επομένως, η κουλτούρα είναι ύποπτη, στο βαθμό που ταυτίζεται με την κριτική στάση. Η καχυποψία απέναντι στον κόσμο της διανόησης αποτελούσε πάντοτε σύμπτωμα του πρωτοφασισμού, από την υποτιθέμενη ρήση του Γκέμπελς («όταν ακούω να μιλάνε για κουλτούρα αρπάζω το όπλο μου») μέχρι τη συχνή χρήση εκφράσεων όπως «εκφυλισμένοι διανοούμενοι», «κουλτουριάρηδες», «παρηκμασμένοι σνομπ», «τα πανεπιστήμια είναι φωλιές κομμουνιστών». Οι επίσημοι φασίστες διανοούμενοι ασχολούνταν κυρίως με το να επιτίθενται στον σύγχρονο πολιτισμό και την αριστερή διανόηση, που έχουν προδώσει τις παραδοσιακές αξίες.
4. Καμιά συγκρητιστική πίστη δεν αντέχει στην αναλυτική κριτική. Το κριτικό πνεύμα κάνει διακρίσεις μεταξύ των εννοιών, και αυτές οι διακρίσεις αποτελούν σημάδι μοντερνισμού. Στον σύγχρονο πολιτισμό, η επιστημονική κοινότητα επαινεί τη διαφωνία ως μέθοδο βελτίωσης της γνώσης. Για τον πρωτοφασισμό, η διαφωνία είναι προδοσία.
5. Εξάλλου, η διαφωνία αποτελεί σημάδι ποικιλομορφίας. Ο πρωτοφασισμός καλλιεργεί και αναζητεί τη συναίνεση με το να οξύνει και να εκμεταλλεύεται το φυσικό φόβο του διαφορετικού. Η πρώτη έκκληση ενός φασιστικού ή πρώιμου φασιστικού κινήματος είναι η έκκληση ενάντια στους παρείσακτους. Επομένως, ο πρωτοφασισμός είναι εξ ορισμού ρατσιστικός.
6. Ο πρωτοφασισμός πηγάζει από την ατομική ή κοινωνική απογοήτευση. Αυτός είναι και ο λόγος που ένα από τα πιο τυπικά χαρακτηριστικά των φασιστικών καθεστώτων του παρελθόντος ήταν η επίκληση προς μια απογοητευμένη μεσαία τάξη που μαστιζόταν από μια οικονομική κρίση ή ένιωθε πολιτικά εξευτελισμένη και φοβισμένη από την πίεση που ασκούσαν οι χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις. Στην εποχή μας, που οι παλιοί «προλετάριοι» είναι πλέον μικροαστοί (και τα λούμπεν στοιχεία είναι κατά κανόνα αποκλεισμένα από την πολιτική σκηνή), ο φασισμός του αύριο θα βρει το ακροατήριό του σ’ αυτή τη νέα πλειοψηφία.
7. Στους ανθρώπους που νιώθουν πως δεν έχουν πλέον ξεκάθαρη κοινωνική ταυτότητα, ο πρωτοφασισμός λέει πως το μοναδικό τους προνόμιο είναι το πιο κοινό, ότι έχουν γεννηθεί στην ίδια χώρα. Αυτή είναι και η απαρχή του εθνικισμού. Άλλωστε, το μοναδικό πράγμα που μπορεί να δώσει ταυτότητα στο έθνος είναι οι εχθροί του. Έτσι, στη ρίζα της πρωτοφασιστικής ψυχολογίας υπάρχει μια εμμονή με τις συνωμοσίες, ιδιαίτερα τις διεθνείς. Οι οπαδοί πρέπει να νιώθουν πολιορκημένοι. Ο πιο εύκολος τρόπος να πολεμήσεις μια συνωμοσία είναι η επίκληση στην ξενοφοβία. Αλλά η συνωμοσία πρέπει να έχει και εσωτερικούς μοχλούς: οι Εβραίοι είναι συνήθως ο καλύτερος στόχος, γιατί έχουν το πλεονέκτημα να είναι ταυτόχρονα και εσωτερικοί και εξωτερικοί εχθροί. Στις Η.Π.Α., ένα εμφανές δείγμα συνωμοσιολογικής εμμονής βρίσκεται στο βιβλίο του Πατ Ρόμπερτσον Η Νέα Τάξη Πραγμάτων, αλλά, όπως έχουμε δει πρόσφατα, υπάρχουν και πολλά άλλα.
8. Οι οπαδοί πρέπει να νιώθουν ταπεινωμένοι από τον επιδεικτικό πλούτο και την δύναμη των εχθρών τους. Όταν ήμουν μικρό παιδί, μου είχαν μάθει ότι οι Εγγλέζοι είχαν πέντε γεύματα τη μέρα. Έτρωγαν πιο συχνά από τους φτωχούς αλλά νηφάλιους Ιταλούς. Και ότι οι Εβραίοι είναι πλούσιοι και βοηθάνε ο ένας τον άλλο μέσω ενός μυστικού δικτύου αμοιβαίας αρωγής. Έτσι, με μια συνεχή μετατόπιση της ρητορικής εστίασης, οι εχθροί είναι ταυτόχρονα πολύ ισχυροί και πολύ αδύναμοι. Οι φασιστικές κυβερνήσεις είναι καταδικασμένες να χάνουν τους πολέμους τους, γιατί είναι εγγενώς ανίκανες να κάνουν μια αντικειμενική εκτίμηση της δύναμης του εχθρού.
9. Για τον πρωτοφασισμό, δεν υπάρχει αγώνας για τη ζωή· αντίθετα, η ζωή είναι ένας συνεχής αγώνας. Επομένως, ο ειρηνισμός ισοδυναμεί με συναλλαγή με τον εχθρό. Είναι κακός, γιατί η ζωή είναι ένας συνεχής πόλεμος. Αυτό, όμως, επιφέρει ένα «σύμπλεγμα Αρμαγεδδώνα». Εφόσον οι εχθροί πρέπει να ηττηθούν, θα πρέπει να υπάρξει μια τελική μάχη, μετά από την οποία το κίνημα θα έχει υπό τον έλεγχό του ολόκληρο τον κόσμο. Μια τέτοια «τελική λύση», όμως, θα σημάνει την αρχή μιας περιόδου ειρήνης, μιας Χρυσής Εποχής, πράγμα που έρχεται σε αντίφαση με το δόγμα του συνεχούς πολέμου. Κανείς φασίστας ηγέτης δεν έχει καταφέρει ποτέ να λύσει αυτό το πρόβλημα.
10. Ο ελιτισμός αποτελεί χαρακτηριστική διάσταση κάθε αντιδραστικής ιδεολογίας, στο βαθμό που είναι θεμελιωδώς αριστοκρατικός, και ο αριστοκρατικός και μιλιταριστικός ελιτισμός συνεπάγεται την περιφρόνηση προς τους αδύναμους. Ο πρωτοφασισμός μπορεί να εκφράσει μόνο έναν λαϊκό ελιτισμό. Κάθε πολίτης ανήκει στον καλύτερο λαό του κόσμου, τα μέλη του κόμματος είναι οι καλύτεροι πολίτες, κάθε πολίτης μπορεί (ή πρέπει) να γίνει μέλος του κόμματος. Αλλά δεν μπορεί να υπάρχουν πατρίκιοι χωρίς πληβείους. Ο Ηγέτης, που γνωρίζει ότι η εξουσία δεν του απονεμήθηκε δημοκρατικά αλλά την κατέκτησε με τη βία, γνωρίζει επίσης ότι η δύναμή του βασίζεται στην αδυναμία των μαζών· οι μάζες είναι αδύναμες, και γι’ αυτό χρειάζονται και αξίζουν έναν ηγεμόνα. Και εφόσον η ομάδα είναι οργανωμένη ιεραρχικά (σύμφωνα με το στρατιωτικό πρότυπο), κάθε ηγέτης περιφρονεί τους υφισταμένους του, και καθένας απ’ αυτούς περιφρονεί τους κατωτέρους του. Αυτό ενισχύει την αίσθηση του μαζικού ελιτισμού.
11. Μέσα σ’ αυτή την προοπτική, όλοι μαθαίνουν πως πρέπει να γίνουν ήρωες. Σε κάθε μυθολογία, ο ήρωας είναι ένα εξαιρετικό ον, αλλά για την πρωτοφασιστική ιδεολογία ο ηρωισμός είναι ο κανόνας. Αυτή η λατρεία του ηρωισμού συνδέεται στενά με τη λατρεία του θανάτου. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα από τα συνθήματα που είχαν οι ισπανοί φαλαγγίτες ήταν το «viva la muerte» («ζήτω ο θάνατος»). Στις μη φασιστικές κοινωνίες, ο απλός λαός μαθαίνει ότι ότι ο θάνατος είναι κάτι το δυσάρεστο που όμως πρέπει να το αντιμετωπίζει με αξιοπρέπεια· και οι πιστοί μαθαίνουν ότι είναι ένας οδυνηρός τρόπος για να περάσουν σε μια μεταφυσική ευτυχία. Αντίθετα, ο πρωτοφασίστας ήρωας αποζητά τον ηρωικό θάνατο, ο οποίος διαφημίζεται ως η μεγαλύτερη ανταμοιβή για μια ηρωική ζωή. Ο πρωτοφασίστας ήρωας ανυπομονεί να πεθάνει. Μέσα στην ανυπομονησία του, συχνά στέλνει κι άλλους ανθρώπους στο θάνατο.
12. Επειδή και ο συνεχής πόλεμος και ο ηρωισμός είναι δύσκολα παιχνίδια, ο πρωτοφασίστας μεταθέτει τον πόθο του για εξουσία στη σεξουαλική συμπεριφορά του. Έτσι προκύπτει ο ματσισμός [σ.τ.Μ.: το αντριλίκι] (που συνεπάγεται αφενός την περιφρόνηση προς τη γυναίκα και αφετέρου την καταδίκη παρεκκλινουσών ερωτικών συνηθειών, όπως η αγνότητα ή η ομοφυλοφιλία). Και επειδή και το σεξ είναι δύσκολο παιχνίδι, ο πρωτοφασίστας ήρωας προτιμά να παίζει με τα όπλα – σαν φαλλικό υποκατάστατο.
13. Ο πρωτοφασισμός βασίζεται σε έναν επιλεκτικό λαϊκισμό, έναν ποιοτικό λαϊκισμό, θα έλεγε κανείς. Σε μια δημοκρατία, οι πολίτες έχουν ατομικά δικαιώματα, αλλά οι πολίτες συνολικά έχουν πολιτική επιρροή μόνο από ποσοτική άποψη — ακολουθούνται οι αποφάσεις της πλειοψηφίας. Για τον πρωτοφασισμό, όμως, τα άτομα ως άτομα δεν έχουν δικαιώματα, και ο Λαός γίνεται αντιληπτός σαν ποιότητα, σαν μια μονολιθική οντότητα που εκφράζει την Κοινή Βούληση. Και επειδή κανένα μεγάλο σύνολο ατόμων δεν μπορεί ποτέ να έχει κοινή βούληση, ο Ηγέτης παριστάνει το διερμηνέα τους. Έχοντας χάσει την εξουσία της αντιπροσώπευσης, οι πολίτες δεν πράττουν· καλούνται μόνο να παίξουν το ρόλο του Λαού. Έτσι, ο Λαός δεν είναι παρά ένα θεατρικό εφεύρημα. Για να πάρουμε μια γεύση ποιοτικού λαϊκισμού δεν χρειαζόμαστε πλέον την Πιάτσα Βενέτσια της Ρώμης, ούτε το Στάδιο της Νυρεμβέργης. Υπάρχει στο μέλλον μας ένας τηλεοπτικός ή διαδικτυακός λαϊκισμός, στον οποίο η συναισθηματική αντίδραση μιας επιλεγμένης ομάδας πολιτών θα μπορεί να παρουσιάζεται και να γίνεται αποδεκτή ως η Φωνή του Λαού.
Λόγω του ποιοτικού λαϊκισμού του, ο πρωτοφασισμός πρέπει να είναι κατά των «διεφθαρμένων» κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων. Μια από τις πρώτες φράσεις που είπε ο Μουσολίνι στο ιταλικό κοινοβούλιο ήταν «Θα μπορούσα να μετατρέψω αυτό το βουβό και καταθλιπτικό μέρος σε στρατόπεδο για τις σπείρες μου» — οι «σπείρες» είναι μια υποδιαίρεση της παραδοσιακής ρωμαϊκής λεγεώνας. Βέβαια, αμέσως βρήκε καλύτερο καταυλισμό για τις σπείρες του, αλλά λίγο αργότερα διέλυσε το κοινοβούλιο. Όποτε ένας πολιτικός αμφισβητεί τη νομιμότητα ενός κοινοβουλίου γιατί δεν αντιπροσωπεύει πλέον τη Φωνή του Λαού, αρχίζει και μυρίζει πρωτοφασισμό.
14. Ο πρωτοφασισμός μιλάει την «Νέα Ομιλία». Η Νέα Ομιλία επινοήθηκε από τον Όργουελ στο βιβλίο του 1984, ως επίσημη γλώσσα του Αγγλικού Σοσιαλισμού. Αλλά σε πολλές μορφές δικτατορίας συναντά κανείς πρωτοφασιστικά χαρακτηριστικά. Όλα τα ναζιστικά και φασιστικά σχολικά εγχειρίδια χρησιμοποιούσαν φτωχό λεξιλόγιο και στοιχειώδη σύνταξη, με σκοπό να περιορίσουν τη διάδοση των εργαλείων της σύνθετης και κριτικής σκέψης. Αλλά πρέπει να είμαστε σε θέση να αναγνωρίσουμε άλλα είδη Νέας Ομιλίας, ακόμα κι αν παίρνουν τη φαινομενικά αθώα μορφή ενός δημοφιλούς τοκ-σόου.
Το πρωινό της 27ης Ιουλίου 1943, έμαθα ότι, σύμφωνα με ραδιοφωνικές ανακοινώσεις, ο φασισμός είχε καταρρεύσει και ο Μουσολίνι είχε συλληφθεί. Όταν η μητέρα μου με έστειλε να αγοράσω την εφημερίδα, είδα ότι οι εφημερίδες στον κοντινότερο πάγκο είχαν διαφορετικούς τίτλους. Επιπλέον, αφού είδα τους τίτλους, συνειδητοποίησα ότι κάθε εφημερίδα έγραφε διαφορετικά πράγματα. Αγόρασα μία στην τύχη, και διάβασα στην πρώτη σελίδα ένα μήνυμα που το υπέγραφαν πέντε ή έξι πολιτικά κόμματα — ανάμεσά τους η Χριστιανική Δημοκρατία, το Κομμουνιστικό Κόμμα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα, το Κόμμα της Δράσης, και το Φιλελεύθερο Κόμμα.
Μέχρι τότε, πίστευα ότι υπήρχε μόνο ένα κόμμα σε κάθε χώρα, και ότι στην Ιταλία αυτό ήταν το Εθνικό Φασιστικό Κόμμα. Τώρα, ανακάλυπτα ότι στη χώρα μου μπορούσαν να υπάρχουν ταυτόχρονα διάφορα κόμματα. Καθώς ήμουν έξυπνο παιδί, κατάλαβα ότι όλα αυτά τα κόμματα δεν μπορεί να γεννήθηκαν μέσα σε μια νύχτα, άρα θα πρέπει να υπήρχαν εδώ και αρκετό καιρό ως μυστικές οργανώσεις.
Το μήνυμα στην πρώτη σελίδα πανηγύριζε για το τέλος της δικτατορίας και την επιστροφή της ελευθερίας: της ελευθερίας του λόγου, του τύπου, της πολιτικής σύμπραξης. Αυτές τις λέξεις, «ελευθερία», «δικτατορία» — τις διάβαζα τώρα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Χάρη σ’ αυτές τις λέξεις, ξαναγεννήθηκα ως ελεύθερος δυτικός άνθρωπος.
Πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση, ώστε το νόημα αυτών των λέξεων να μην ξεχαστεί ξανά. Ο πρωτοφασισμός βρίσκεται ακόμα γύρω μας, πολλές φορές με πολιτικά. Θα ήταν πολύ ευκολότερο, για μας, αν εμφανιζόταν στην παγκόσμια σκηνή κάποιος και έλεγε «Θέλω να ξανανοίξω το Άουσβιτς, θέλω να παρελάσουν ξανά οι Μελανοχίτωνες στις ιταλικές πλατείες». Αλλά η ζωή δεν είναι τόσο απλή. Ο πρωτοφασισμός μπορεί να επιστρέψει με το πιο αθώο προσωπείο. Είναι καθήκον μας να τον αποκαλύπτουμε και να καταδεικνύουμε οποιαδήποτε από τις νέες εκφάνσεις του — κάθε μέρα, σε κάθε μέρος του κόσμου. Και είναι καλό να θυμόμαστε τα λόγια που είπε ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ στις 4 Νοεμβρίου 1938:
«Τολμώ να πω ότι, αν ποτέ η αμερικανική δημοκρατία πάψει να προχωρεί ως ζωντανή δύναμη και να προσπαθεί μέρα και νύχτα, με ειρηνικό τρόπο, να κάνει όλους τους πολίτες μας καλύτερους, τότε ο φασισμός θα δυναμώσει στη χώρα μας».
Η ελευθερία και η απελευθέρωση είναι μια ατέρμονη διαδικασία.
Το πρωτότυπο κείμενο δημοσιεύτηκε στο New York Review of Books το 1995

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012

Το Κονάκι





Του Γιώργου ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ*
Χωροφύλακες Ηγεμονίας Σάμου (τέλη 19ου αιώνα)
Τις τελευταίες δεκαετίες του δέκατου ένατου αιώνα η αστική τάξη της Ελλάδας είχε αρχίσει να αποκτά πλούτο και δύναμη μέσα και έξω από τα σύνορα της χώρας. Κατ’ αναλογία, οι φιλοδοξίες της μεγάλωσαν και η Μεγάλη Ιδέα της εποχής – μια ελληνική αυτοκρατορία στη θέση της Οθωμανικής – μετατράπηκε από αόριστο όραμα σε πολιτικό σχέδιο. Το τελευταίο εκφράστηκε κυρίως μέσα από τις πρωθυπουργίες του Σπυρίδωνα Τρικούπη.
Για να πάρουν σάρκα και οστά οι φιλόδοξοι πολιτικοί σχεδιασμοί χρειάζονταν προσαρμογές στο κράτος και την κοινωνία. Το μεν πρώτο έπρεπε να «εκσυγχρονιστεί», να είναι δηλαδή σε θέση να αποσπά από την παραγωγή, από το μόχθο των πολλών, τα κεφάλαια που χρειάζονταν για να ισχυροποιηθεί η αστική τάξη και οι μηχανισμοί, τα εργαλεία εφαρμογής της πολιτικής της: τα στρατιωτικά κυρίως εργαλεία και οι υποδομές που τα συνόδευαν. Η δε δεύτερη έπρεπε να υποταχθεί και να ταπεινωθεί, έτσι ώστε να δεχτεί τα πρόσθετα βάρη χωρίς αντίσταση, χωρίς αντίρρηση, χωρίς αξιοπρέπεια, χωρίς αγώνες…
Για να γίνουν λοιπόν τα σχέδια πραγματικότητα ξεκίνησαν κυβερνητικές προσπάθιες «επιβολής και εμπέδωσης της τάξης». Η ληστεία έγινε βασικός στόχος, έτσι ώστε να μην αποτελεί εναλλακτική διέξοδο για τους φτωχούς και τους απελπισμένους. Οι ανυπότακτοι – που δεν παρουσιάζονταν στα στρατολογικά αποσπάσματα – και οι «φοροφυγάδες» – όχι οι πλούσιοι φυσικά, οι φτωχοί που δεν μοιράζονταν το λιγοστό ψωμί των παιδιών τους με την εξουσία – έγιναν στόχος όσων με στολή και με στέμμα στο πηλίκιο εκπροσωπούσαν την κατά τόπους κρατική πυγμή. Οι χωροφύλακες ανέλαβαν τον «εκσυγχρονισμό» της χώρας.
Για την υποταγή των αγροτικών πληθυσμών χρησιμοποιήθηκαν πολλές μέθοδοι και εργαλεία. Ο ξυλοδαρμός και ο περιβόητος «φάλαγγας»[1] ήταν το πιο πρόχειρο μέσο. Το «κονάκι» αποτελούσε την πλέον εξεζητημένη πρακτική. Την πλέον απεχθή, επίσης, αλλά το αστικό κράτος ποτέ δεν είχε πρόβλημα με την ηθική των πρακτικών που εξυπηρετούσαν τους στόχους του.
Το «κονάκι», λοιπόν, ήταν το εξής:  Το απόσπασμα της Χωροφυλακής, του στρατού ή απλά των «πρόθυμων» κυνηγών επικηρυγμένωναντί να καταδιώκει τον φυγόδικο πήγαινε στο σπίτι του και εγκαθίστατο εκεί. Εάν το σπίτι του φυγά δεν ήταν αρκετά πλούσιο και σημαντικό τότε μοιράζονταν στα σπίτια των συγγενών, των γειτόνων του ή και στο χωριό ολόκληρο. Εκεί στρατοπέδευαν και άρχισαν να κατασπαράσσουν το βιος του καταζητούμενου. Εσφαζαν και έτρωγαν τα ζώα του, άνοιγαν τα κελάρια και τις αποθήκες του, κατέστρεφαν ό,τι έβρισκαν μέσα και έξω από το σπίτι.
Η οικογένεια του φυγά υποχρεωνόταν να υπηρετεί το απόσπασμα και να υπακούει σε όλες τις εντολές του. Εάν υπήρχαν γυναίκες στο σπίτι, οι ίδιοι οι χωροφύλακες, οι στρατιώτες ή οι «πρόθυμοι» κόμπαζαν για τα παθήματα που προκάλεσαν στις πρώτες. Η τιμή των γυναικών και όλης της οικογένειας ελάχιστα ζύγιζε μετά από μια τέτοια εμπειρία. Εξυπακούεται ότι όσο περνούσε ο καιρός και ο φυγόδικος δεν παρουσιαζόταν, τόσο ολοκληρωνόταν η καταστροφή της περιουσίας του, του ίδιου και των γύρω, και η ατίμαση της οικογένειάς του. Οι χωροφύλακες, οι κληρωτοί των αποσπασμάτων ή οι εθελοντές κυνηγοί επικηρυγμένων δεν ήσαν δα και τα καλύτερα παιδιά.
Με τον τρόπο αυτό, ο λαός της Ελλάδας «εκσυγχρονιζόταν». Μάθαινε, δηλαδή, να σέβεται την εξουσία, να πληρώνει τους φόρους που του ζητούσε η τελευταία, να παρουσιάζεται πρόθυμα στα στρατολογικά γραφεία και να ακούει προσεκτικά την επιθυμία κάθε ενωμοτάρχη και κάθε λοχία.
***
Πώς και τα θυμηθήκαμε όλα αυτά; Μα επειδή συναντήσαμε τη μοντέρνα εκδοχή της μεθόδου! Σε επαρχιακή ΔΟΥ, το προσωπικό διατάχθηκε από τις ανώτερες αρχές να συντάξει δύο καταλόγους με φορολογούμενους τους οποίους η εξουσία μπορεί εύκολα να εκβιάσει. Ο πρώτος κατάλογος περιλαμβάνει μισθωτούς του Δημοσίου των οποίων ο μισθός είναι εύκολο να κατασχεθεί στην πηγή. Ο δεύτερος κατάλογος αφορά φορολογούμενους που έχουν στο όνομά τους ακίνητα επί των οποίων μπορεί να ασκηθεί πίεση μέσα από διαδικασία κατάσχεσης υπέρ του Δημοσίου. Οι υπάλληλοι της ΔΟΥ έχουν εντολές να εκβιάζουν όσους βρίσκονται στους δύο αυτούς καταλόγους κατά προτεραιότητα επισείοντας διαρκώς την απειλή της κατάσχεσης. Η νομική υπηρεσία της ΔΟΥ μάλιστα προειδοποιεί ότι, ακόμα και αν ανασχεθεί η διαδικασία – και διασωθεί ο μισθός ή το σπίτι -, ο φορολογούμενος επιβαρύνεται με τα «δικαστικά» έξοδα, που είναι κάτι παραπάνω από σημαντικά.
Με τον τρόπο αυτό, η μεν δημόσια διοίκηση – της οποίας την ανάπλαση έχει αναλάβει «εκσυγχρονιστής» υπουργός καθόλα «αριστερός και δημοκράτης» – εθίζεται στην ιδέα της διά του εκβιασμού επιβολής της, οι δε «υπήκοοι» συνηθίζουν στη γενική ιδέα ότι όλο τους το βιος ανήκει, κατά προτεραιότητα, στο αστικό κράτος – αφέντη και στους όποιους τοκογλύφους και «επενδυτές» αυτό εξυπηρετεί.
Με βάση την ιστορική πείρα, μετά το «κονάκι» της τρικουπικής περιόδου, ακολούθησαν στο μεσοπόλεμο τα «περί ληστοτρόφων» μέτρα, οι απαγωγές – εκτοπίσεις, τα πενταμελή εφετεία και η συλλογική ευθύνη…. Η τρέχουσα προσπάθεια «εκσυγχρονισμού» έχει μπροστά της ένα πλούσιο σε ιδέες μέλλον!
[1] Τρόπος βασανισμού αραβικής μάλλον προέλευσης που συνίσταται σε χτυπήματα στο πέλμα των ποδιών.
* Ο Γ. Μαργαρίτης είναι καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
αναδημοσίευση από:  ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 21/8/2012]

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Ο όρκος του Αντάρτη και ο όρκος του ταγματασφαλίτη




Η Αθήνα τον Αύγουστο.




Της Αλίκης Κοσυφολόγουπηγή: REDNotebook 

Αρχές Αυγούστου, μεσημέρι σε γνωστό υποκατάστημα αλυσίδας εστιατορίων ασιατικής κουζίνας στο κέντρο της Γλυφάδας. Οικογένειες, καλοντυμένοι κύριοι, νεανικές παρέες με περιβολή παραλίας, μια περιποιημένη κυρία στην υποδοχή του εστιατορίου και πίσω στην κουζίνα –που είναι ανοιχτή, ώστε να είναι ορατή η διαδικασία παρασκευής του φαγητού– τρεις άνδρες αραβικής καταγωγής προετοιμάζουν τα γεύματα. Κανείς και καμιά από τους θαμώνες του καταστήματος δεν παραπονιέται, δεν φοβάται ή δεν σιχαίνεται να φάει το φαγητό που σερβίρεται. Το λάιφστάιλ της διατροφής καταστέλλει προσωρινά τα διαρκώς ανατροφοδοτούμενα ρατσιστικά αντανακλαστικά.

Ταξιδεύοντας στην ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα τον ίδιο μήνα. Ο ιδρώτας των μεταναστών αποδεικνύεται ο κύριος λόγος που συνεχίζει να επιβιώνει ο πρωτογενής τομέας στην Ελλάδα. Το ίδιο συμβαίνει όμως και με τον τουρισμό, καθώς στην εστίαση, στις περισσότερες βοηθητικές και βαριά χειρωνακτικές εργασίες, απασχολούνται μετανάστες, αρκετοί εκ των οποίων προέρχονται από τις αραβικές χώρες: κουβαλούν πάγο, καθαρίζουν φρεάτια, ξεβουλώνουν νεροχύτες και νιπτήρες, ανεβοκατεβάζουν αποσκευές, ξεφορτώνουν προμήθειες, καθαρίζουν τουαλέτες κοκ. Δεν υπάρχει ούτε μία δουλειά που να μην αναλαμβάνουν. Μερικά χρόνια πιο πίσω, Αύγουστο μήνα πάλι, η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας κατέστη δυνατή σε μεγάλο βαθμό χάρη στην κακοπληρωμένη και ανασφάλιστη εργασία εκατοντάδων μεταναστών.

Αυγουστιάτικο μεσημέρι στον πρώτο όροφο πολυκατοικίας στην Καλλιθέα. Γιαγιά ογδοηκονταετής παρακολουθεί το αγαπημένο της τούρκικο σήριαλ. Της ετοιμάζει φαγητό η Όλγα, εξήντα ετών από τη Βουλγαρία, δασκάλα μουσικής στο επάγγελμα. Η Όλγα έχει αναλάβει τη φροντίδα της γιαγιάς εδώ και δέκα χρόνια περίπου.

Αρχές Αυγούστου στο κέντρο της Αθήνας. Την ίδια εποχή ακριβώς, το κράτος εξαπολύει, χωρίς προσχήματα και χωρίς ντροπή, αντιμεταναστευτικό πογκρόμ με την κυνική ονομασία «Ξένιος Ζευς». Έχουν προηγηθεί οι εξαγγελίες για τη δημιουργία, σε όλη την Ελλάδα, κέντρων κράτησης- στοιβάγματος μεταναστών/προσφύγων, μιας και οι ελληνικές φυλακές δεν μπορούν πλέον να στοιβάξουν άλλους. Σχεδόν παράλληλα, οι αυτόκλητοι υπερασπιστές της «επικράτειας του αίματος», οι χρυσαυγίτες, επιτίθενται σε Ρομά στο Αιτωλικό, σε λατρευτικό χώρο μουσουλμάνων στα Καμίνια, σε Πακιστανούς στη Λυκόβρυση, στην κλούβα που μετέφερε τον Πακιστανό στον Πειραιά. Και δολοφονούν έναν Ιρανό μετανάστη στην Ομόνοια, αφού προηγουμένως έχουν επιτεθεί σε άλλους δύο, έναν Μαροκινό και έναν Ρουμάνο.

Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη εκφράζει τη λύπη του για τη δολοφονία, λες κι αυτή η ζωή χάθηκε από ιατρικό λάθος, ενώ τα καθεστωτικά μέσα εξακολουθούν να παίζουν την «υπόθεση της Πάρου», κατασκευάζοντας στρατηγικά το πρότυπο του μετανάστη - εγκληματία (βλ.Νικόλας Γανιάρης, «Τα καλά παιδιά και ο δράκος», Red Notebook12/8/12), θεαματοποιώντας δηλαδή μια υπόθεση ανδρικής βίας και μετατρέποντάς την σε υπόθεση παραβίασης της εθνικής καθαρότητας από αλλοεθνή. Εδώ και τουλάχιστον ένα χρόνο δε, έχει προηγηθεί η κατασκευή του προτύπου του μετανάστη-«υγειονομική βόμβα», και μάλιστα όχι από τους συνήθεις υπόπτους... 

Ενώ μαίνεται ο επικοινωνιακός πόλεμος εναντίον των μεταναστών, κι ενώ οι χρυσαυγίτες απολαμβάνουν τη ρεβανς από την αριστερά και την αναρχία - που παρά τα όποια λάθη είναι οι μοναδικοί πολιτικοί χώροι που σταθερά και έντιμα υπερασπίζονται τα κοινωνικά δικαιώματα των μεταναστών και των προσφύγων στην Ελλάδα-, νέες ιδιωτικοποιήσεις προετοιμάζονται, νοσοκομεία στην περιφέρεια υπολειτουργούν, οι δομές κοινωνικής φροντίδας καταργούνται και η δημόσια υγεία απειλείται από την ισοπέδωση του κράτους πρόνοιας. Ειδικότερα οι γυναίκες, για των οποίων την αξιοπρέπεια και την υγεία «κόπτονται» ξαφνικά η αστυνομία, τα ΜΜΕ και η ακροδεξιά (με την δίωξη των φερόμενων ως οροθετικών γυναικών δεν είδαμε να συμβαίνει κάτι ανάλογο...) πλήττονται σοβαρά. 

Παρά τα όσα όμως, η κοινωνία δεν μοιάζει να αντιστέκεται στο αποτρόπαιο. Αναρωτιέται κανείς αν αυτό συμβαίνει επειδή πιάστηκε εξ απίνης μέσα στη χαύνωση του ελληνικού καύσωνα και της οικονομικής κρίσης. Κι όμως, η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει την επιδραστικότητα της κυρίαρχης ιδεολογίας, που διαγράφει ακόμα και την εμπειρία της αλληλεπίδρασης με τους μετανάστες που ζουν στη χώρα μας. 

Η κατά περίσταση διγλωσσία των μέσων ενημέρωσης, αλλά και του λόγου των αρχών αναφορικά με ζητήματα δικαίου, ηθικής και ανθρώπινης –και γυναικείας– αξιοπρεπείας έχει λειτουργήσει ως ο πιο αποτελεσματικός μηχανισμός συγκρότησης κοινωνικά συντηρητικών και ρατσιστικών ταυτοτήτων. Το εποικοδόμημα–«τσιμέντο», η σύγχρονη ελληνική κυρίαρχη ιδεολογία δηλαδή, όπως διαμορφώνεται από την καθεστωτική πολιτική επικοινωνία, είναι ένα συνονθύλευμα αναβιωμένης εθνικοφροσύνης, υπεράσπισης της παράδοσης, του δικαίου του αίματος και των αρχών του νεοφιλελευθερισμού. 

Τον φετινό Αύγουστο, έτσι, ένας άλλος δημόσιος κίνδυνος γίνεται ορατός: η εξάπλωση και επικράτηση της μισαλλοδοξίας και η κοινωνική αποδοχή του ρατσισμού και των ρατσιστικών πολιτικών. Η μιντιακή αρένα προσφέρει το θέαμα της θυσίας των μεταναστών ως αντίδοτο –ή ως ναρκωτικό– στις κοινωνικές και ψυχολογικές συνέπειες της πολιτικής που δημιούργησε την κρίση. Το κοινό αίσθημα δικαίου δοκιμάζεται, αν τελικά δεν έχει εκλείψει εντελώς.

Μέσα σ΄ αυτό το πλαίσιο της καθοδηγούμενης σύγχυσης του «κοινού νου», ο ρατσιστής μπερδεύεται με τον πατριώτη, ο φασίστας, αν και παραβάτης του κοινού ποινικού δικαίου γίνεται «λαϊκός ήρωας», τα πογκρόμ νομιμοποιούνται στο όνομα της δημόσιας υγείας, οι χρυσαυγίτες αφήνονται να δρουν ανενόχλητοι ως παρακράτος, ο κυρίαρχος ρατσισμός «εξελίσσεται», καθιερώνοντας πλέον και τη φυλετική ιεραρχία, αφού ο μεγαλύτερος εχθρός έχει το πιο σκούρο δέρμα. Κάπως έτσι, ο φασισμός δικαιώνεται ως πολιτική για την ευημερία και την ασφάλεια της κοινωνίας.

Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2012

Ένα σχέδιο για μια μαρξιστική θεωρία του έθνους



του Κώστα Παλούκη, στην έκδοση

Τετράδια Ανυπότακτης Θεωρίας #1


Η αποδόμηση της ιδέας του έθνους και τα μεθοδολογικά όριά της
Η συζήτηση για το έθνος την τελευταία 20ετία στην Ελλάδα καθορίστηκε από 4 βιβλία σημαντικών διανοητών, όταν με τις μεταφράσεις τους άνοιξε ένας προβληματισμός και μια συζήτηση σε όλο το φάσμα των κοινωνικών επιστημών επιδρώντας καταλυτικά στην αριστερά. Το πρώτο είναι του Elie Kedourie, Ο εθνικισμός, εκδ. Κατάρτι. Το δεύτερο είναι του Ernest Gelner, Έθνη και Εθνικισμός, εκδ. Αλεξάνδρεια. Το τρίτο Μπενεντίκτ Άντερσον, Φανατασιακές Κοινότητες, εκδ. Νεφέλη. Το τέταρτο είναι του Έρικ Χομπσμπάουμ, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 έως σήμερα. Τα κείμενα αυτά όχι τυχαία φέρουν περίπου τον ίδιο τίτλο καθώς διαπραγματεύονται το ίδιο ερώτημα. Συγκεκριμένα, από διαφορετική προσέγγιση το καθένα έφεραν την ελληνική διανόηση και κατ’ επέκταση ελληνική κοινωνία μπροστά στην εξής ριζοσπαστική σοκαριστική πρόταση: τα έθνη δεν είναι διιστορικά, αλλά ιστορικά φαινόμενα ότι δηλαδή εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αι και όχι στα μέσα της 2ης χιλιετηρίδας προ Χριστού. Γεννήθηκαν σχετικά πρόσφατα μέσα σε συγκεκριμένα ιστορικά πλαίσια. Το πλέον ριζοσπαστικό και σοκαριστικό παράγωγο αυτής της πρότασης είναι η ιδέα ότι το ίδιο το ελληνικό έθνος δεν είναι διιστορικό, αλλά ιστορικό φαινόμενο∙ .ότι δηλαδή το ελληνικό έθνος δεν σχετίζεται ούτε με τους αρχαίους έλληνες ούτε με το βυζάντιο ίσως ούτε με τους χριστιανούς υπηκόους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στο εξής στην ελληνική κοινωνία διεξάγεται με λιγότερο ή περισσότερο οξυμμένο τρόπο μια έντονη συζήτηση για τον χαρακτήρα του ελληνικού έθνους.
Η «αποδόμηση» της ιδέας του ελληνικού έθνους στα πλαίσια γενικά της «αποδόμησης» των εθνών είναι σωστό να χαρακτηρίζεται ριζοσπαστική γιατί ακριβώς διαλύει στη «ρίζα» της μια βαθειά εμπεδωμένη και αυτονόητα δεδομένη σύλληψη του κόσμου ως ένα αναπόδραστο «δι-εθνές» σύστημα, ένα σύστημα δηλαδή εθνών. Αυτή η «ιστορικοποίηση» επαναφέρει με μεγαλύτερη ισχύ την ιστορική δυνατότητα και προοπτική ενός παγκόσμιου συστήματος χωρίς έθνη. Αφού τα έθνη «φτιάχτηκαν» κάποτε και μάλιστα στο πολύ πρόσφατο παρελθόν, πολύ πιο εύκολα τότε μια μέρα στο πολύ κοντινό μέλλον μπορεί να πάψουν να υφίστανται. Επίσης, η «αποδόμηση» χαρακτηρίζοντας όλες τις απόψεις για το έθνος ως «εθνικές ιδεολογίες» τις ενέταξε σε μια ενιαία και αδιαίρετη κατηγορία, δηλαδή στον «εθνικισμό» επιχειρώντας μια ταξινόμηση και μελέτη όλων των μορφών και εκδοχών του εθνικισμού. Στις πολιτικές προεκτάσεις στα θετικά συγκαταλέγεται η αντιπαράθεση με τον πολιτικό εθνικισμό και ιδιαίτερα με τις εθνικές μυθολογίες επιτρέποντας τον «εξορθολογισμό» πολλών εθνικισμών.
Το βασικό πρόβλημα όμως της «αποδόμησης» – ιδίως στην Ελλάδα – είναι εδράστηκε κατά βάση σε μια «κονστρουκτιβιστική» μεθοδολογία η οποία προσέλαβε τα έθνη σαν ένα είδος «εργαστηριακής επινόησης» κάποιων διανοουμένων τα οποία επιβλήθηκαν δια του κράτους πάνω στις λαϊκές μάζες οι οποίες παθητικά υιοθέτησαν τον εθνικισμό.[1] Συγκεκριμένα, οι κονστρουβιστές κοινωνικοί επιστήμονες χρησιμοποιούν περισσότερο ή λιγότερο τον λόγο ως βασικό αναλυτικό εργαλείο μέσα από το οποίο θεωρείται ότι επιτελείται η «εθνική ταυτότητα». Η ταξική πάλη, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, οι παραγωγικές σχέσεις, οι εκμεταλλευτικές σχέσεις δεν εμφανίζονται να παίζουν κάποιο συνολικά καθοριστικό ρόλο. Όλα υποβαθμίζονται σε μια γενική φουκωικής προέλευσης εξουσιαστική σχέση που διαχέεται παντοειδώς στην κοινωνία και η οποία εμφανίζεται μέσα από την επιβολή του ιδεολογικού μηχανισμού του κράτους στους «από κάτω» και επιβάλλει το δικό της εξουσιαστικό λόγο. Αυτός ο λόγος απλά έρχεται και επικάθεται στις ανθρώπινες συνειδήσεις μετασχηματίζοντας τις προϋπάρχουσες σημασίες των εννοιών, χωρίς αυτοί απαραίτητα να αντιδρούν. Δηλαδή σε κάθε περίπτωση και με κάθε τρόπο αυτό το οποίο απαξιώνεται και εξαλείφεται από την ιστορική οπτική είναι η ικανότητα και η δυνατότητα των εκάστοτε «από κάτω» να συγκροτούν ένα δικό τους συλλογικό σχέδιο, μια δικιά τους ταξική στρατηγική για το σύνολο της κοινωνίας. Καταδικάζονται να υπάρχουν και να λειτουργούν παθητικά είτε ως κοινωνικές ομάδες είτε ως ατομικότητες.
Τα έθνη, και συγκεκριμένα το ελληνικό έθνος, προκύπτουν, συνεπώς, σα μια «εργαστηριακή επινόηση», σαν ένα κατασκευασμένο ιδεολόγημα κάποιων πρωτοπόρων υποκειμένων, κομμάτι κάποιας αποσπασμένης από την κοινωνία εξουσίας. Με κανένα τρόπο δε συνιστούν αυτονόητο αποτέλεσμα της καπιταλιστικής οικονομίας και εν γένει μιας διαλεκτικής κίνησης της κοινωνίας, όπου οι λαϊκές τάξεις και ο ταξικός ανταγωνισμός επενεργούν και συνδιαμορφώνουν διαλεκτικά μέσα από συγκρούσεις. Δεν αποτελούν μια σύνθεση που ναι μεν παραμένει ηγεμονική υπέρ των «από πάνω», αλλά ενσωματώνει διαλεκτικά στοιχεία του πολιτισμού, των υλικών συμφερόντων, της οπτικής, της πολιτικής, της ιδεολογίας των «από κάτω».
Και ενώ θα ανέμενε κανείς να επικρατήσει η μελέτη του εθνικισμού ως μια πλευρά της αστικής ιδεολογίας, αυτή η πλευρά τελικά υποβαθμίζεται στους περισσότερους μελετητές. Φορείς της ιδέας του έθνους παρουσιάζονται συνήθως οι διανοούμενοι, το κράτος – κυρίως μέσα από την εκπαιδευτική πολιτική του –, τα πολιτικά κόμματα ή μια κοινωνική και πολιτική συμμαχία, π.χ. το ΕΑΜικό μέτωπο ή η «εθνικόφρων δεξιά». Στο βαθμό που αναγνωρίζεται η υιοθέτηση του εθνικισμού από τα κατώτερα στρώματα τότε η εθνική ιδεολογία παρουσιάζεται ως η κατεξοχήν λαϊκή και μαζική ιδεολογία και πολιτική γλώσσα. Τότε, απέναντι στον «λαϊκό εθνικισμό» της «ευγενούς τυφλώσεως» διακρίνεται πολλές φορές μια «καλή» και «εξορθολογισμένη» «αστική» και «εκσυγχρονιστική» προσέγγιση του έθνους η οποία αποτιμάται θετικά ως πιο «δημοκρατική».
Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο η αποδόμηση του έθνους από τους έλληνες κονστρουκτιβιστές  αυτό-ακυρώθηκε και έφτασε πολύ σύντομα στα όριά του.  Διότι κυριάρχησε στην μεθοδολογία ένας «ελιτισμός» υπονομεύοντας ό,τι θετικό και ριζοσπαστικό προσέφερε στην αρχή. Βασική αιτία είναι ότι αφήρεσε τα μαρξιστικά αναλυτικά εργαλεία από τις προσεγγίσεις και ερμηνείες του εθνικισμού, αλλά και στράφηκε μεθοδολογικά εναντίον του μαρξισμού. Πολλές φορές μάλιστα οι φορείς του «κονστρουκτιβισμού» παρουσιάζονται ως μετα-μαρξιστές.

Τα πολιτικά όρια της αποδόμησης του έθνους
Το αστικό κράτος του μονοπωλιακού και στη συνέχεια κρατικο-μονοπωλιακού καπιταλισμού προσέφερε έναν λαϊκό πατριωτισμό στα κατώτερα στρώματα, με σκοπό να τα ενσωματώσει στην κυρίαρχη ιστορική αφήγηση, ώστε να τα ενσωματώσει στον εθνικό κοινωνικό κορμό και να εμποδίσει την αντισυστημική δράση τους. Με αντάλλαγμα παραχωρούσε κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά δικαιώματα. Ο Νίκος Πουλαντζάς περιγράφοντας τη θέση της εργατικής τάξης ως μια συνιστώσα του αστικού κράτους υπό την ηγεμονία της αστικής τάξης ορίζει την θέση της αντίστοιχα και ως συνιστώσα του έθνους.[2] Αυτό το σχέδιο υπηρετήθηκε στην Ελλάδα με διάφορες παραλλαγές από το 1870 μέχρι το 1990. Οι πιο μοντέρνες εκδοχές υπήρξαν μεσοπολεμικά ο βενιζελισμός και ο βασιλομεταξικός φασισμός.
Μετεμφυλιακά υπηρέτησαν το ίδιο σχέδιο τόσο η ηττημένη αριστερά όσο και η δεξιά υιοθετώντας τον εθνικό και πατριωτικό λόγο. Η αριστερά αναφερόταν στην εθνική ανεξαρτησία που προϋποθέτει τη λαϊκή κυριαρχία και ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος. Η δεξιά προσέφερε ένα πατερναλιστικό σκληρό κράτος, όπου η κοινωνική πρόνοια διαπερνάται μέσα από τις πελατειακές σχέσεις μεταξύ των εθνικοφρόνων και εξαιρούσε τους υπόλοιπους. Το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 οι κυβερνήσεις Καραμανλή θα επιχειρήσουν να διευρύνουν την κοινωνική συμμαχία και να ενσωματώσουν την αριστερά στο κράτος. Ωστόσο, η εθνικόφρων παράταξη οριζόμενη από το «ελληνοχριστιανικό έθνος», δηλαδή την σύνθεση του αρχαιοελληνικού με τον βυζαντινό χριστιανικό πολιτισμό και φορέας των μεφυλιακών και μετεμφυλιακών αντιθέσεων αδυνατούσε να πραγματώσει ένα τέτοιο σχέδιο. Αυτό θα επιτευχθεί τελικά με τις πρώτες κυβερνήσεις  του ΠΑΣΟΚ μέσω ενός «ιστορικού συμβιβασμού». Σημαντικό εργαλείο για την επίτευξη αυτού του συμβιβασμού είναι το σχήμα του Ν. Σβορώνου για το ελληνικό έθνος. Η έννοια του «αντιστασιακού έθνους» «ενσωμάτωσε» από τη μία το κυρίαρχο εθνικό αφήγημα στην αριστερή εμπειρία, αλλά και από την άλλη αντίστροφα ενσωμάτωσε την αριστερή εμπειρία και μνήμη σε στο νεοελληνικό εθνικισμό πετυχαίνοντας τον «νικηφόρο συμβιβασμό».[3]
Ωστόσο, το 1989 η κοινωνική και πολιτική συμμαχία που στήριζε το σχήμα αυτό αρχίζει να διαρρηγνύεται και οι αντιφάσεις της αναδύονται οξυμένες στην επιφάνεια. Συγκεκριμένα, η δεκαετία του 1990 σημαδεύεται από την παγίωση των δομών του σταδίου του ολοκληρωτικού καπιταλισμού στην Ελλάδα, γεγονός που σημαδεύεται από σημαντικές ανατροπές σε όλους τους τομείς της οικονομίας, της κοινωνίας, της πολιτικής, του κράτους και του πολιτισμού. Το κοινωνικό κράτος αφήνει τη θέση του στο κράτος στρατηγείο το οποίο είναι πιο αποτελεσματικό, πιο επιτελικό και πιο ευλύγιστο στο ρόλο του ως οργά­νου των συλλογικών συμφερόντων της αστικής τάξης. Όλα τα πολιτικά ζητήματα θεωρούνται διαχειριστικά και αμιγώς τεχνοκρατικά, που μπορούν να επιλύονται από εκσυγχρονισμένο κράτος και πολιτικό σύστημα που θα έχει εγκαταλείψει τον «λαϊκισμό».  Υπάρχει μια λεπτή γραμμή που ενώνει ιδεολογικά και στρατηγικά σε ένα ενιαίο μέτωπο τον «εκσυγχρονισμό» της κοινωνίας με τον «εκσυγχρονισμό» της ιστορίας. Το κράτος και η κυβέρνηση «από τα πάνω», ανεξάρτητα από κάθε «πελατειακή» πίεση και λαϊκό έλεγχο, ουδέτερη, αντικειμενική, «απ’ έξω» από την κοινωνία που είναι η κοινωνία των πολιτών, ορίζουν την κοινωνία σαν ένα είδος στρατηγείου ειδικών επιστημόνων. Με τον ίδιο τρόπο «από τα πάνω» και «απ’ έξω» από την κοινωνία οι νέοι επιστήμονες κλεισμένοι στο στρατηγείο του Πανεπιστημίου ορίζουν τη νέα ιστορία.
Οι νέοι κεντροαριστεροί κοινωνικοί επιστήμονες με τους τεχνοκράτες του «εκσυγχρονιστικού» ΠΑΣΟΚ συγκλίνουν σε μια νέα σύλληψη της κοινωνικής οργάνωσης η οποία προτάσσεται ως υποκατάστατο του έθνους κράτους. Στα πλαίσια μιας ευρωπαϊκής πολυπολιτισμικής πλουραλιστικής αστικής δημοκρατίας η κάθε κοινωνική ομάδα ή κάθε εθνότητα ή ακόμη και το κάθε υποκείμενο μπορεί να επιλέγει και να καλλιεργεί τη δική του ξεχωριστή ταυτότητα: οι μουσουλμάνοι, οι αλβανοί, οι αριστεροί, οι γυναίκες, οι άντρες, οι ομοφυλόφιλοι, οι φανατικοί χριστιανοί, οι φανατικοί έλληνες κτλ μέχρι και οι ολυμπιακοί και οι αεκτζήδες. Μια τέτοια «δημοκρατική» πρόταση είναι φανερό ότι ταιριάζει απόλυτα στην ευρωπαϊκή ιδέα και στην «δημοκρατική αριστερά», γιατί ακριβώς μια «δημοκρατία» που προτάσσει τη «φόρμα» και στερείται πολιτικού ταξικού περιεχομένου είναι δυνατόν να συνάδει με τις πιο αντιδραστικές πολιτικές και να συνιστά τη «δημοκρατική» διέξοδο του αστισμού. Προβάλλονται ουσιαστικά δύο εχθρικοί εθνικισμοί: ο ένας είναι ο σύγχρονος δημοκρατικός και ορθολογικός εθνικισμός, ο εθνικισμός της ισχυρής Ελλάδας. Ο άλλος είναι ο συναισθηματικός, άλογος, βιωματικός, ανορθολογικός, λαϊκός εθνικισμός του μίσους και του ρατσισμού. Είναι ο εθνικισμός του κοινωνικού πατριωτικού έθνους κράτους. Με αυτόν τον τρόπο ο επιθετικός ολοκληρωτικός καπιταλισμός επιχειρεί να ντύσει με «δημοκρατικό» και «αριστερό» επίχρισμα τη διάλυση του εθνικού κοινωνικού κράτους.
Σε αυτήν την διαδικασία σημαντικό εργαλείο εξελίσσεται η μετανάστευση, αλλά και οι υπάρχουσες μειονότητες. Τα μεγάλα έθνη κράτη δεν πρέπει να επιτρέψουν στους μετανάστες να πολιτικοποιηθούν με όρους ταξικούς. Προωθούν το διαχωρισμό σε εθνότητες και σε κάθε είδους πολιτισμικές κοινότητες και το νέο έθνος πρότυπο του Έρνεστ Γκέλνερ είναι έτοιμο: «Θα υποχρεωθεί να σεβαστεί πολιτισμικές διαφορές, όπου αυτές επιβιώνουν αρκεί να είναι επιφανειακές και να μη γεννούν αυθεντικούς φραγμούς μεταξύ των ανθρώπων»[4]. Το νέο έθνος θα είναι πολυπολιτισμικό. Οι εθνότητες των μεταναστών πρέπει να είναι συγκροτημένες ως εθνότητες, να μην συγχωνευθούν, να μην ενοποιηθούν, να μην αναμειχθούν για να φτιαχτεί κάτι νέο και ενιαίο, αλλά να είναι υποταγμένες μέσα από τη διαφορετικότητά τους στον φιλελεύθερο ορθολογικό εθνικισμό των αστικών αρχουσών εθνικών τάξεων. Το νέο διεθνές ιμπεριαλιστικό πλέγμα δεν επιθυμεί έναν εθνικισμό με εχθρούς τις γειτονικές αστικές τάξεις, όπου αυτό προϋποθέτει διαταξική πατριωτική συμμαχία ανάμεσα στις ανώτερες και τις κατώτερες τάξεις ενός κράτους. Αλλά μια υπερεθνική κοσμοπολίτικη ταξική συμμαχία όλων των εθνικών αστικών τάξεων κάτω από την ηγεμονία της ΕΕ και των ΗΠΑ. Ο εχθρός σε αυτόν τον κοσμοπολίτικο εθνικισμό δεν πρέπει να είναι ταξικός και διεθνιστικός, αλλά πατριωτικός και λαϊκός, εθνικιστικός, σωβινιστικός, αντιδημοκρατικός, φονταμενταλιστικός. Έτσι, ενισχύεται παντού ο θρησκευτισμός ως μοναδικό ιδεολογικό και πολιτικό όπλο των λαϊκών τάξεων για την υπεράσπιση των κοινωνικών τους δικαιωμάτων.
Η κριτική στον εθνικισμό τελικά δε στρέφεται εναντίον των ταξικών συμφερόντων που γέννησαν τον εθνικισμό, αλλά ουσιαστικά λειτουργεί και συνεργεί υπέρ τους σαν μια πιο εκλογικευμένη και σωστή εκδοχή του. Συγκεκριμένα μέσα στα πλαίσια της σύγχρονης ταξικής διαπάλης το ριζοσπαστικό στοιχείο της εθνικής αποδόμησης υποχωρεί και αντιδραστικοποιείται καθώς οι διανοούμενοι φορείς τους διεκδικούν να το ενσωματώσουν στην οπτική και την στρατηγική του άρχοντος αστικού συνασπισμού εξουσίας. Οπότε η αποδόμηση του έθνους ταυτίζεται και γίνεται εργαλείο της αντιδραστικής πολιτικής
Το μοντέλο της πολυπολιτισμικής κοινωνίας δεν έγινε ποτέ αποδεκτό από τα λαϊκά στρώματα ούτε ποτέ συγκίνησε πραγματικά την αστική τάξη, ώστε να γίνει όχημα ενός αστικού ιδεολογικού μηχανισμού. Ήταν πάντα ένα εγχείρημα διανοουμένων της κεντροαριστεράς κλεισμένων μέσα στην γυάλα του ακαδημαϊσμού. Στην πράξη δεν μπόρεσε να είναι λειτουργικό όπως ο ίδιος ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός δεν μπορεί να είναι λειτουργικός με αποτέλεσμα η αστική ιδεολογία να ξεμείνει χωρίς θετικό όραμα. Ακόμη περισσότερο σήμερα βρισκόμαστε σε μια εποχή που το εκσυγχρονιστικό σχέδιο, ο ευρωπαϊσμός και η ιδεολογία της πολυπολιτισμικής κοινωνίας έχουν χρεωκοπήσει μαζί με τον ίδιο τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό. Στην πράξη, επανέρχεται οξυμένο το πρόβλημα για τον αστισμό να προσαρμόσει το νέο πολιτικό σχέδιο με μια νέα εθνική αφήγηση.
Όχι τυχαία αυτό το σχέδιο υπηρετεί η προσπάθεια του Βερέμη με το ντοκιμαντέρ του Σκάι, δηλαδή να ξαναγράψει την ιστορία «φτιάχοντας» ένα νέο συνεκτικό και «εξορθολογισμένο», άρα σύγχρονο, ιστορικό εθνικό αφήγημα από την πλευρά του αστισμού. Η χρεωκοπία της νεοφιλελεύθερης κεντροαριστεράς φέρνει στο προσκήνιο την νεοφιλελεύθερη κεντροδεξιά. Το βασικό νόημα αυτής της εθνικής επαναχάραξης είναι ότι η ιθύνουσα πολιτική τάξη ήταν πάντα ώριμη, δημοκρατική και ευρωπαϊκή, ενώ ο λαός ανώριμος, αντιδημοκρατικός και φορέας του ανατολίτικου τρόπου πολιτικής. Αυτός ο ανατολίτικος τρόπος πολιτικής επιβλήθηκε από «τους κάτω» και είναι ιστορικά υπεύθυνος για όλα τα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας. Η διαφθορά και οι πελατειακές σχέσεις είναι μια υπόθεση που βαραίνει αποκλειστικά τον λαό. Ένα άλλο στοιχείο είναι η υποτίμηση των συλλλογικών δράσεων ως κίνηση της ταξικής διαπάλης. Το βασικό πρόβλημα των ελλήνων είναι ότι δρουν συλλογικά. Αυτό πρέπει να σταματήσει και να δρουν αποκλειστικά ως ατομικότητες.[5] 
Με λίγα λόγια το νέο εθνικό αφήγημα της αστικής τάξης αντιστοιχεί πλήρως στο ιδανικό της σημερινής πολιτικής του αστισμού. Με τον ίδιο τρόπο που πετάει έξω από την κοινωνία της ευμάρειας τα εργατικά και ευρύτερα λαϊκά στρώματα, εκπαραθυρώνει τα ίδια στρώματα έξω από τον «εθνικό κορμό». Στη νέα ελληνική εθνική ιδεολογία εντάσσονται αποκλειστικά και μόνο τα πολιτισμένα αστικά στρώματα που ταυτίζονται με την ευρωπαϊκή αστική τάξη. Ο βάρβαρος λαός ήταν και παραμένει ο εχθρός. Με αυτόν τον τρόπο το σύγχρονο ελληνικό έθνος είναι περισσότερο από ποτέ ταξικό και εντάσσεται οργανικά στην συμμαχία του διεθνούς ιμπεριαλιστικού πλέγματος χωρίς να διαθέτει καμία θέση ούτε στο υλικό ούτε στο ιδεολογικό πεδίο για τους εκμεταλλευόμενους και αρχόμενους πληθυσμούς. Αυτό ιστορικά συμβαίνει για πρώτη φορά καθώς, όπως έχει ήδη αναφερθεί, σε όλο τον 19ο αιώνα, αλλά και σε όλο τον 20ο αιώνα όλα τα αστικά πολιτικά σχέδια και κατ’ επέκταση οι φαντασιακές συλλήψεις για το ελληνικός έθνος κατά κύριο λόγο απευθύνονταν στα εργατικά και λαϊκά στρώματα αποσκοπώντας να τα ενσωματώσουν. Αυτός ο ιστορικά πρωτότυπος «αντιλαϊκός» ελληνικός αστικός εθνικισμός είναι ο πιο ταξικός και επιθετικός και αντιστοιχεί στην δεύτερη κρισιακή και πιο σκληρή ταξικά φάση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού.

Ένα σχέδιο για έναν σύγχρονο μαρξιστικό ορισμό του έθνους
Ένας μαρξιστικός ορισμός του έθνους είναι ωστόσο αναγκαίος από τη μία για να προχωρήσει, να απαντήσει και να υπερβεί διαλεκτικά τα μεθοδολογικά και πολιτικά κενά της αποδόμησης του έθνους, για να κρατήσει το νήμα της ριζοσπαστικής σκέψης και μεθοδολογίας. Από την άλλη για να αναδειχθεί ένα μεθοδολογικό και πολιτικό εργαλείο πλήρες και ικανό να στέκεται απέναντι σε όλες τις αντιδραστικές θεωρήσεις τόσο της αποδόμησης του έθνους όσο και του παραδοσιακού εθνικού «αρχεγονισμού».  
Από κάθε άποψη το έθνος συνιστά ένα νεωτερικό φαινόμενο. Για τους Μαρξ και Ένγκελς το νεωτερικό έθνος αποτελούσε άμεσο επακόλουθο της διαδικασίας αντικατάστασης του φεουδαλισμού από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Ήταν ακριβώς η μετάβαση στην καπιταλιστική οικονομία που ανάγκασε τους υπάρχοντες κοινωνικούς σχηματισμούς της Δυτικής Ευρώπης να προχωρήσουν προς την ομογενοποίηση και τον πολιτικό συγκεντρωτισμό.
Σύμφωνα με τον Δημήτρη Δημητούλη υπάρχει μια υλική και αντικειμενική υπόσταση τους έθνους πέρα από την εθνική ιδεολογία η οποία «εδράζεται στα συστατικά χαρακτηριστικά που διέπουν τη γένεση και αναπαραγωγή του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής». Συγκεκριμένα η απουσία εξω-οικονομικού καταναγκασμού και ο ενδοοικονομικός καταναγκασμός της ιδιοποίησης του υπερπροϊόντος εμφανίζουν την εκμεταλλευτική σχέση ως απρόσκοπτα ηθελημένη ανταλλαγή εμπορευμάτων μεταξύ ‘‘ισότιμων’’ κατόχων εμπορευμάτων και ‘‘αυτόνομων’’ υποκειμένων δικαίου. «Στο πλαίσιο αυτό  της γενικευμένης εμπορευματικής παραγωγής,» γράφει ο Δημητούλης, «η αγορά λειτουργεί ως ο πλέον προνομιακός  ‘‘τόπος’’ συγκρότησης μιας ‘‘γενικής’’ ‘‘εθνικής’’ θέλησης, που ενσαρκώνει ένα ‘‘γενικό’’ ‘‘εθνικό’’ συμφέρον.» Δηλαδή «το ‘‘ενιαίο’’ συμφέρον των αυτόνομων και ίσων υποκειμένων του δικαίου», εμφανίζεται ως «ενιαίο» συμφέρον των πολιτών του έθνους.» Συνεπώς, «το έθνος συγκροτείται ως μια ‘‘προνομιακή’’ ‘’ μήτρα’’ οργάνωσης και αναπαραγωγής του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.  Όχι ως εξωτερικό δοχείο, υποδοχέας αυτού του τρόπου παραγωγής, αλλά ως συστατικό στοιχείο των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων στο σύνολο τους.» Μέσα σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν συγκροτείται το αστικό κράτος με σκοπό την «διευρυμένη αναπαραγωγή αυτής της εθνικά ομοιογενούς πραγματικότητας». Βέβαια σημειώνει ο Δημητούλης «αυτό δεν σημαίνει ότι ταυτίζονται οι δύο αυτές έννοιες του έθνους και του κράτους.» Συνεπώς, ο εθνικισμός δεν είναι «ένα ‘‘εργαλείο’’ που το χρησιμοποιεί με βουλησιαρχική αυθαιρεσία η αστική τάξη όποτε κρίνει σκόπιμο για να συσκοτίζει την πραγματικότητα». Αντίθετα η εθνικιστική ιδεολογία αποτυπώνει την «ανεστραμμένη ιδεολογική παράσταση του εθνικού συμφέροντος».
Ένα άλλο σημείο που επισημαίνει ο Δημητούλης είναι ότι «το έθνος κατά τη γένεση του, ενσωματώνει και αξιοποιεί ιστορικά προϋπάρχοντα οικονομικο-κοινωνικά, πολιτικά, ιδεολογικά και πολιτιστικά στοιχεία, όπως άλλωστε και το κεφάλαιο».[6] Σε αυτό η θεωρία του Έρικ Χομπσμπάουμ για την «επινόηση της παράδοσης»[7] επιτρέπει να παρακολουθήσουμε τον τρόπο με τον οποίο όλα αυτά τα στοιχεία κληροδοτούνται από τις παλαιότερες κοινότητες στις εθνικές κοινότητες και αποκτούν νέα ποιοτικά και μοντερνικά πολιτισμικά, αλλά και ιδεολογικά εργαλεία επιτελώντας εντελώς διαφορετικό ρόλο.
Σε μια τέτοια προσπάθεια κρατάμε την μαρξιστική διαλεκτική αντίληψη του Σβορώνου που αναζητά όχι μεταφυσικές νομοτέλειες, αλλά υλιστικές. Αλλά και αυτές οι νομοτέλειες δεν είναι ντετερμινιστικές, αλλά λειτουργούν ως «δυνατολογικές προϋποθέσεις», δηλαδή ως «ενδεχόμενα». Με λίγα λόγια ο ιστορικός είναι υποχρεωμένος, εφόσον υπάρχει το τετελεσμένο γεγονός της συγκρότησης του έθνους, να προσλάβει το παρελθόν του με τέτοιο τρόπο ώστε να ενσωματώνει σε αυτό εκείνα τα πολιτισμικά στοιχεία που, έστω και από διαφορετικές αφετηρίες, κατέληξαν να το συναπαρτίζουν. Δηλαδή κρατάμε από τον Σβορώνο την αντίληψη για μια κοινωνική-πολιτισμική οντότητα που ενέχει στο εσωτερικό της δυναμικές αντιφάσεις και αντιθέσεις, που γεννά διαφορετικές ενδεχόμενες και αντιθετικές μεταξύ τους πορείες εξελιξής από τις οποίες μόνο μία κάθε φορά καταφέρνει να επικρατεί, να ηγεμονεύει και να καθορίζει την φυσιογνωμία της κοινότητας. Με αυτόν τον τρόπο όμως η κοινότητα εξελίσσεται, μετασχηματίζεται και διαμορφώνεται μέσα από τις ιστορικές συνθήκες των παραγωγικών δομών και της ταξικής διαπάλης.  
Σε αυτή τη διαδικασία επιδρά καταλυτικά ο έντυπος καπιταλισμός ο οποίος συμβάλλει στην απαξίωση των ιερών γλωσσών, εκκοσμικεύει τον λόγο και αναδεικνύει και παράλληλα ομογενοποιεί τις καθομιλούμενες γλώσσες δημιουργώντας γλωσσικές κοινότητες. Συμβάλλει το απολυταρχικό κράτος που δημιουργεί με τις ενιαίες κρατικές περιφέρειες τις προϋποθέσεις ενός πρωτο-εθνικού κράτους. Συμβάλλει η διοικητική διάσπαση μιας αυτοκρατορίας σε διακριτές περιφέρειες (π.χ. περίπτωση Λατινικής Αμερικής). Καθοριστικό στοιχείο στον μετασχηματισμό των χριστιανικών φαντασιακών κοινοτήτων και των απολυταρχικών μοναρχιών σε έθνη κράτη ωστόσο επιτελεί η δυναμική άνοδος της αστικής τάξης η οποία είτε επιδιώκει να πάρει τα ηνία σε υπάρχοντα κράτη (Βρετανία, Γαλλία) είτε να δημιουργήσει νέα κράτη αποδιαρθρώνοντας τις μεγάλες αυτοκρατορίες (Βόρεια και Νότια Αμερική) ή ενοποιώντας μικρότερα κρατίδια (Γερμανία, Ιταλία). Σε κάθε περίπτωση η αστική τάξη σε συμμαχία με θιγόμενα λαϊκά στρώματα συγκροτούν ένα έθνος το οποίο έρχεται σε αντιπαράθεση με το Παλαιό Καθεστώς διεκδικώντας την εθνική ανεξαρτησία.
Μπορεί η καπιταλιστική αγορά, ο έντυπος καπιταλισμός και τα προϋπάρχοντα κράτη να διαμορφώνουν ενιαίες ομογενοποιημένες κοινότητες, αλλά δεν περιγράφουν απαραίτητα την φυσιογνωμία μιας εθνικής κοινότητας. Για μια πληρέστερη θεωρία για του έθνος είναι σχεδόν αναγκαίο να χρησιμοποιηθεί το παράδειγμα του Μπενεντίκτ Άντερσον για Φαντασιακές Κοινότητες (η πιο σωστή μετάφραση είναι Νοερές Κοινότητες). Συγκεκριμένα θεωρεί ότι «έθνος αποτελεί μια ανθρώπινη κοινότητα που φαντάζεται τον εαυτό της ως πολιτική κοινότητα, εγγενώς οριοθετημένη και ταυτόχρονα κυρίαρχη. Αποτελεί κοινότητα σε φαντασιακό επίπεδο επειδή κανένα μέλος, ακόμη και του μικρότερου έθνους, δε θα γνωρίσει ποτέ τα περισσότερα από τα υπόλοιπα μέλη, δε θα συναντήσει ούτε καν θα ακούσει γι’ αυτά, όμως ο καθένας έχει την αίσθηση του συνανήκειν. Τα έθνη δίνουν στα εθνικά κράτη πολιτική υπόσταση».[8] Ο Παρασκευάς Ματάλας πετυχαίνει στο βιβλίο του μια εντυπωσιακά καλή επιστημονική σύνθεση της υλιστικής προσέγγισης με την ιδέα της «Φαντασιακής Κοινότητας» του Μπ. Άντερσον. Κατά τον Ματάλα, «η χρήση της έννοιας της φαντασιακής κοινότητας ως αναλυτικού εργαλείου, ακριβώς επειδή δεν ξεκινά ούτε από το έθνος ως φυσική κατηγορία, αλλά ούτε και από τον εθνικισμό, ως μία δήθεν ιδιαίτερη και ενιαία ιδεολογία, παρουσιάζει μια σειρά από πλεονεκτήματα.» «α) Μπορεί να συνδυάσει την αντικειμενική ύπαρξη των «εθνικών» κοινοτήτων με την υποκειμενική, «φαντασιακή», κατασκευή τους από τα μέλη τους.β) η έννοια της φαντασιακής κοινότητας είναι αρκετά ευέλικτη και εύπλαστη για να περιλαμβάνει διαφορετικές και συγκρουόμενες εκδοχές του έθνους, να συλλαμβάνει τους μετασχηματισμούς, τη ρευστότητα των ορίων μιας εθνικής κοινότητας και τις επικαλύψεις της με άλλες. γ) Αν το «έθνος» αντιστοιχεί σε σύγχρονες πολιτικές («εθνικές») φαντασιακές κονότητες, που δεν αποτελούν όμως παρθενογενέσεις αλλά διαδέχονται διαφορετικού τύπου φαντασιακές κοινότητες (όπως οι θρησκευτικές ή δυναστικές), τότε μπορούμε να κατανοήσουμε ταυτόχρονα τόσο τη «νεωτερικότητά» του όσο και τα στοιχεία που το συνδέουν με παλαιότερες κοινότητες.»[9]
Με αυτόν τον τρόπο ο Ματάλας καταφέρνει να αντιλαμβάνεται το ελληνικό έθνος ως τον ποιοτικό μετασχηματισμό και την πολιτική υπέρβαση μια άλλης προηγούμενης ενιαίας φαντασιακής κοινότητας, συγκεκριμένα της χριστιανικής ρωμαίικης ορθόδοξης κοινότητας, που αρχικά πριν μετασχηματιστεί σε ελληνικό έθνος είχε ένα διαφορετικό χαρακτήρα, ήταν το «μιλλέτ των ρωμιών». Επίσης, είναι δυνατόν να αντιληφθεί κανείς στη μακρά διάρκεια πολλές διαφορετικές φαντασιακές κοινότητες οι οποίες κατά την ιστορική πορεία μετασχηματίζονται και αποδιαρθρώνονται σε τέτοιο βαθμό ώστε να κληροδοτούν πολιτισμικά στοιχεία διαμορφώνοντας νέες διαφορετικές φαντασιακές κοινότητες. Στο σημείο αυτό οι Ματάλας-Άντερσον συγκλίνουν με πλευρές της προσέγγισης του Σβορώνου. Το «μιλλέτ των ρωμιών» προέρχεται από το Ανατολικό ρωμαϊκό κράτος, το οποίο προέκυψε από την ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η οποία κληρονόμησε και ενοποίησε τον λατινικό με τον ελληνιστικό κόσμο, κλπ. Αυτό δε σημαίνει βέβαια κάποια εθνική καταγωγή, αλλά φυσική διαδοχή πολιτισμών. Από αυτή τη γενεαλογία πολιτισμικών κοινοτήτων προέκυψαν εξίσου όλα τα άλλα βαλκανικά έθνη, π.χ. Σερβία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Αλβανία, τα οποία με τραυματικό πολλές φορές τρόπο για το «μιλλέτ των ρωμιών» αποσχίστηκαν από αυτό. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι το Εξαρχικό Βουλγαρικό Σχίσμα που στην πράξη υπήρξε διάσπαση της βουλγαρικής εθνικής κοινότητας από την ελληνοποιημένη ρωμαίικη ορθόδοξη πατριαρχική κοινότητα.
Το πιο σημαντικό στοιχείο όμως είναι η σύλληψη των πολλαπλών και συγκρουόμενων εκδοχών εθνικής ιδεολογίας μέσα στο εσωτερικό της κοινότητας. Αυτό το στοιχείο αποκαλύπτει ότι η η ελληνική εθνική φαντασιακή, παρότι αντικειμενική, είναι εξαιρετικά ρευστή και ενέχει στο εσωτερικό της πολλαπλές αντιφατικές μεταξύ τους υποκειμενικές προσεγγίσεις. Για παράδειγμα σε όλο τον 19ο αιώνα η πρόσληψη του ελληνικού έθνους ενείχε μία δομική αντίφαση, ενώ από τη εδραζόταν στην ελληνική γλώσσα και το αρχαιοελληνικό κλέος, από την άλλη ταυτιζόταν με την ορθοδοξία και κληρονόμησε από την χριστιανική ορθόδοξη κοινότητα ένα μωσαϊκό γλωσσών και εθνοτήτων, π.χ. βλάχους, αρβανίτες, βούλγαρους, σλαβόφωνους, τουρκόφωνους κλπ. Γι’ αυτό ακόμη σε ίδιους συγγραφείς διαβάζει κανείς ορισμούς για τον ελληνισμό εξαιρετικά αντιφατικούς.
Τόσο η πολιτική όσο και η πολιτισμική πλευρά του σχήματος Άντερσον-Ματάλα είναι δυνατόν να συγκλίνει με  τη θεωρία του Γράμσι για το έθνος. Ο Γκράμσι αντιλαμβάνεται τη συγκρότηση του έθνους ως μια πολιτική διαδικασία η οποία συναρθρώνει πολλαπλά πεδία εμπειρίας και κουλτούρας. Ως πολιτική διαδικασία έχει συγκεκριμένη πρόθεση. Επομένως το έθνος δεν είναι μια κοινότητα που σχηματίζεται αυθόρμητα, πάνω στη βάση της σύμπτωσης ορισμένων χαρακτηριστικών, αλλά μια κοινότητα η οποία δομείται συνειδητά πάνω στην ικανότητα ορισμένων τάξεων να υποδυθούν ηγεμονικούς ρόλους, επομένως να μετασχηματίσουν σε εθνικό τα διάσπαρτα  λαϊκά στοιχεία, αλλά όχι μόνο. Το έθνος δεν προκύπτει. Το έθνος διαμορφώνεται από κοινωνικές  τάξεις οι οποίες επιδιώκουν την κοινωνική  (επομένως και την πολιτισμική) ηγεμονία. Κατά συνέπεια ο Γκράμσι θέτει το ζήτημα του υποκειμενικού παράγοντα αλλαγών στη διαμόρφωση του έθνους. Με λίγα λόγια οι «διαφορετικές και συγκρουόμενες εκδοχές του έθνους» συνιστούν πολιτικό σχέδιο.[10]
Συγκεκριμένα μια τέτοια προσέγγιση υποδεικνύει ότι στο εσωτερικό της κάθε εθνικής φαντασιακής κοινότητας, δηλαδή στο εσωτερικό του κάθε έθνους, αντιπαρατίθενται διαφορετικά πολιτικά σχέδια τα οποία αντανακλούν σε διαφορετικές παραγωγικές σχέσεις, σε διαφορετικούς ηγεμονικούς κοινωνικούς συνασπισμούς εξουσίας και ταξικές συμμαχίες ή σε διαφορετικές «διεθνείς» συμμαχίες. Με βάση την γκραμσιανή θεωρία για το έθνος κάθε πολιτική πρόταση μέσα στο έθνος για να μπορεί να σταθεί ως ηγεμονική ενσωματώνει στοιχεία της κουλτούρας των ηγεμονευόμενων στρωμάτων και τάξεων, στη προκειμένη περίπτωση  των λαϊκών και μετασχηματίζοντάς τα σε κάτι ενιαίο και συμπαγές κάτι υπεράνω όλων των ομάδων της κοινωνίας, κάτι δηλαδή επίσημο και ταυτόχρονα εθνικό. Για αυτό το λόγο κάθε ηγεμονικό πολιτικό σχέδιο που συγκροτεί μια «διαφορετική εκδοχή του έθνους» προτάσσει ένα διαφορετικό τρόπο πολιτικής οργάνωσης, αντλεί από το παρελθόν διαφορετικές συνέχειες ή ερμηνεύει διαφορετικά το παρελθόν, βασίζονται σε διαφορετικές κληροδοτημένες πολιτισμικές, ιδεολογικές ή πολιτικές παραδόσεις. Αυτά τα «συγκρουόμενα πολιτικά σχέδια-συγκρούομενες εκδοχές του έθνους» εφόσον ηγεμονεύουν καθορίζουν σε μια συγκεκριμένη αποκρυστάλλωση τη φυσιογνωμία του έθνους. Εφόσον ηγεμονεύονται, συνιστούν «δυνατά ενδεχόμενα».

Η ένταση της σύγκρουσης μεταξύ των πολιτικών σχεδίων είναι δυνατόν να οδηγεί σε εμφύλιο πόλεμο, διάσπαση ή αποδιάρθρωση της εκάστοτε εθνικής φαντασιακής κοινότητας. Ακραία περίπτωση η οποία μπορεί να περιγράψει αυτόν τον ορισμό για το έθνος είναι ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος. Σε αυτόν δεν αντιπαρατίθενται δύο παρατάξεις, αλλά ουσιαστικά δύο αντιπαραθετικές και αλληλοαποκλειόμενες φαντασιακές προσλήψεις του έθνους που είναι ταυτόχρονα αντιπαραθετικές προτάσεις για την πολιτική λειτουργία του, τις διεθνείς συμμαχίες του, τον πολιτισμό του κλπ, αλλά και ταυτόχρονα δύο ανταγωνιστικές κρατικές οντότητες.

Τα δύο βασικά είδη εθνικισμού
Η διαδικασία της ανάδυσης με τον ένα ή τον άλλον τρόπο των εθνικών κρατών ακολουθεί δύο γενικά διαδικασίες που αντιστοιχούν σε δύο είδη εθνικισμού. Σε πολλές περιπτώσεις αυτά τα δύο είδη εθνικισμού μπορεί να συνυπάρχουν αντιφατικά ή και να αντιπαρατίθενται. Το πρώτο είδος εθνικισμού κατάγεται από τις επαναστατικές παραδόσεις σε Αγγλία, ΗΠΑ και Γαλλία, συμπλέει με τον αστικό διαφωτισμό και τον ορθό λόγο και στην πράξη αποκρυσταλλώνεται στο ρεύμα του πατριωτικού γιακωβινισμού.
Για τους επαναστάτες του 1789, το έθνος ήταν η μοναδική πηγή νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας. εξέφραζε την ιδέα ότι όλοι συμμετείχαν εξίσου στην ιδιότητα του πολίτη, η οποία ήταν κοινή για όλους, εξέφραζε δηλαδή την ιδέα της ενότητας του λαού. Στο σημείο αυτό οι γάλλο επαναστάτες είχαν επηρεαστεί από το βιβλίο του Αβά Εμανουέλ Ζοζέφ Σεγιές Τι είναι η Τρίτη Τάξη;. Στο παλαιό καθεστώς, το γαλλικό κοινοβούλιο, γνωστό ως Συνέλευση των Τάξεων αποτελείτο από τρία μέρη: την Πρώτη Τάξη, την οποία απάρτιζε η Αριστοκρατία, τη Δεύτερη Τάξη, που περιλάμβανε τον κλήρο και την Τρίτη Τάξη η οποία εκπροσωπούσε όλους τους υπόλοιπους. Στο βιβλίο του ο Αβάς Σεγιές υποστήριζε ότι όλα τα μέλη του έθνους είναι πολίτες και επομένως ίσοι απέναντι στον νόμο. Απέρριπτε την αρχή των τάξεων και τα ειδικά φεουδαρχικά προνόμια των ανώτερων τάξεων και υποστήριζε ότι οι δύο πρώτες τάξεις δεν αποτελούσαν καν μέρη του έθνους. Μάλιστα, τους θεωρούσε φράγκους κατακτητές. Από αυτήν παράδοση προκύπτει μια καθαρά πολιτική πρόσληψη του έθνους, όπου ο συνεκτικός δεσμός δεν είναι απαραίτητα το παρελθόν. Προϋποθέτει μια κοινή ιστορική πορεία, αλλά ωστόσο το καθοριστικό στοιχείο αφορά το παρόν, δηλαδή τη συναίνεση, την καθαρά εκφρασμένη επιθυμία να συνεχισθεί η συμβίωση. Η πιο ρομαντική εκδοχή αυτού του εθνικισμού θα εκφραστεί από τον Γάλλο ιστορικό Ερνέστ Ρενάν στα 1882. Σε αυτήν την πρόσληψηη φυλή, η γλώσσα και οι στρατιωτικές ανάγκες δεν συγκαταλέγονται μεταξύ των συστατικών στοιχείων που συγκροτούν ένα έθνος. Αντίθετα, συσυτατικά στοιχεία του έθνους είναι το ηρωικό παρελθόν, οι μεγάλοι ηγέτες και οι δοξασμένες στιγμές του κοινού παρελθόντος. Αυτό το είδος εθνικισμού θα ταυτιστεί τόσο με τα αστικοδημοκρατικά και λαϊκοδημοκρατικά επαναστατικά ρεύματα όσο και με τις πιο ρεφορμιστικές τους κοινοβουλευτικές εκδοχές. Θα μπολιάσει την αριστερά και θα επιδράσει καταλυτικά στο επαναστατικό εργατικό κίνημα ιδίως των συντεχνιαζόντων εργατικών στρωμάτων και σε όλες τις αριστερές επαναστάσεις μέχρι το 1917. Η Κομμούνα του Παρισιού για παράδειγμα συνιστά τυπική περίπτωση εθνικο-πατριωτικής λαϊκοδημοκρατικής επανάστασης.
Το δεύτερο είδος εθνικισμού προκύπτει από την διαδικασία ενοποίησης της Γερμανίας και είναι ιδεαλιστικό, ρομαντικό και αντιδραστικό. Εκφράστηκε από τους φιλοσόφους Γιόχαν Γκότφριντ Χέρντερ, Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε, Φρίντριχ Χέγκελ και τον ιστορικό Λέοπολντ φον Ράνκε. Οι ιδεαλιστικές έννοιες πνεύμα και ψυχή καθορίζουν ένα διιστορικό στο παρελθόν, παρόν και μέλλον λαό. Οι εθνικές κοινότητες είναι μοναδικοί σχηματισμοί sui generis. Μπορεί να έχουν ξεχάσει την αληθινή τους φύση ή να διανύουν μια περίοδο ύφεσης, αυτό όμως δε σημαίνει πως δεν θα ανακτήσουν τις δυνάμεις τους και δε θα διεκδικήσουν τον αληθινό, τον «αυθεντικό», εαυτό τους. Τα μέλη των εθνικών κοινοτήτων θα πρέπει να είναι ελεύθερα να καθορίζουν το μέλλον τους, το οποίο είναι κάτι περισσότερο από το απλό άθροισμα του συνόλου των πολιτών του είναι το ιδιαίτερο Κράτος του, το οποίο αυτονομείται και τίθεται πάνω από τους πολίτες. Απαρτίζεται από διαφορετικές τάξεις οι οποίες όμως μέσα στα πλαίσια του κράτους λειτουργούν σαν ένα ενιαίο οργανικό σώμα, με πνεύμα, νου και εκτελεστικά μέρη. Αυτό το είδος ιδεαλιστικού εθνικισμού τοποθετείται εχθρικά στον διαφωτισμό και τον εθνικισμό της γαλλικής επανάστασης, επικοινωνεί, μετασχηματίζει και εκσυγχρονίζει στοιχεία του Παλαιού Καθεστώτος δημιουργώντας ένα αντεπαναστατικό αντιδραστικό συνεχές μεταξύ της εποχής του εθνικισμού και της προ-εθνικιστικής απολυταρχικής εποχής. Από αυτό το ρεύμα θα προκύψει κατά κύριο λόγο η άκρα δεξιά του 20ου αιώνα και ο γερμανικός φασισμός.
Πολύ σημαντικό στοιχείο στην διαμόρφωση του εθνικισμού είναι η έννοια της αυτοδιάθεσης των εθνών, ουσιαστικά δηλαδή της εθνικής ανεξαρτησίας. Η ιδέα αυτή προέρχεται από τον Γάλλο φιλόσοφο Ζαν Ζακ Ρουσώ και βασίζεται στην ιδέα ότι μια ομάδα ανθρώπων που μοιράζεται ένα συγκεκριμένο σύνολο συμφερόντων και πρέπει να έχουν το δικαίωμα να εκφράζουν τις επιθυμίες τους σχετικά με την καλύτερη προώθηση των συμφερόντων τους. Τα δύο είδη εθνικισμού προσλαμβάνουν την ιδέα της αυτοδιάθεσης των λαών με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Για την επαναστατική παράδοση θα προκύψει μέσα από επαναστατικά απελευθερωτικά κινήματα, ενώ για την αντιδραστική παράδοση μέσα από εθνικούς στρατιωτικούς πολέμους ή την διπλωματία. Στη δεύτερη περίπτωση είναι μια υπόθεση των ηγετών και όχι των λαών.





[1] Για μια ανάλυση αυτής της άποψης βλ. Κώστας Παλούκης, «Η θεωρία του κονστρουκτιβισμού για το ελληνικό έθνος: Τα όρια ενός ‘‘μη παραδείγματος’’ (με αφορμή τη σύγκρουση για το βιβλίο της ιστορίας Στ Δημοτικού)», http://raskolnikovgr.blogspot.com/2011/12/blog-post_2246.html 

[2]
[3] Βλ. Κώστας Παλούκης, «Το ‘‘Ελληνικό Έθνος’’ του Νίκου Σβορώνου: σχέδιο για τη θεωρία και τη γενεαλογία του», Ουτοπία, Τεύχος 82, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2008
[4] Βλ. Ernest Gelner, Έθνη και Εθνικισμός, μτφ. Δώρα Λαφαζάνη, Αλεξάνδρεια, 1992

[5] Βλ. Κώστας Παλούκης,  «Το ντοκιμαντέρ του Σκάι: μια νέα αστική εθνική αφήγηση», http://raskolnikovgr.blogspot.com/2011/04/blog-post_04.html ∙ βλ. Παναγιώτης Στάθης, «Στα όρια επιστήμης και πολιτικής: το 1821 στον Σκάι», http://raskolnikovgr.blogspot.com/2011/03/1821.html

[6] Βλ. Δημήτρης Δημητούλης, «Έθνος, εθνικισμός και μαρξισμός: Μια ‘‘παλιά’’ επίκαιρη συζήτηση», http://raskolnikovgr.blogspot.com/2012/01/blog-post_12.html

[7] Βλ. Hobsbawm Eric John, Ranger Terence , Η επινόηση της παράδοσης
The Invention of Tradition, Θεμέλιο, 2004
[8] Βλ. Μπεντεντίκτ Άντερσον, Φαντασιακές κοινότητες, Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού, Νεφέλη, Αθήνα 1997
[9] Βλ. Παρασκευάς Ματάλας, Έθνος και Ορθοδοξία, οι περιπέτειες μιας σχέσης, από το «Ελλαδικό» στο Βουλγαρικό σχίσμα, ΠΕΚ, 2003
[10] Βλ. Ελένη Λάλου, Αντώνης Λιάκος, «O Γκράμσι και το έθνος», Επιστημονικό Συνέδριο «Ο Αντόνιο Γκράμσι στις σημερινές κοινωνικές επιστήμες και τη θεωρία», Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, 30 Νοεμβρίου-1 Δεκεμβρίου 2007, http://library.panteion.gr:8080/dspace/bitstream/123456789/638/1/Lalou+-+Liakos.pdf

πόσοι μας διάβασαν: