Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

Αντιδράσεις σοβιετικών εργατών στην πρώτη δίκη της Μόσχας (Αύγουστος 1936)



Γραφει η
Amor omnia vincit

Πρόκειται φυσικά για αστή ιστορικό, κάθε άλλο παρά φιλικά διακείμενη προς το Στάλιν ή το σοβιετικό εγχείρημα ευρύτερα. Ωστόσο χρησιμοποιεί εκτεταμένα αρχειακό υλικό, που οδηγεί σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Εν προκειμένω διαπιστώνεται πως η γενική αίσθηση των εργατών, με διάφορες διαβαθμίσεις κατά περίπτωση, ήταν πως οι κατηγορούμενοι πράγματι ήταν υπεύθυνοι για όσα τους καταλογίζονταν, ενώ και οι υποστηρικτές τους, με βάση τουλάχιστον τα όσα παρατίθενται εδώ, δεν επικαλούνταν-πλην λίγων εξαιρέσεων- την αθωότητα τους, αλλά τον πρότερο επαναστατικό βίο τους, ή την υπερβολική βαρύτητα της ποινής τους, κάποιοι προτείνοντας μάλιστα την επανεκπαίδευση τους. Σε μια περίπτωση μάλιστα, ένας καθώς φαίνεται θερμός οπαδός τους, παραδέχονταν ανοιχτά τα ανατρεπτικά τους σχέδια (τη "δεύτερη επανάσταση" όπως ο ίδιος την ονομάζει), επιδοκιμάζοντας βέβαια. Ακόμα και οι πεπεισμένοι για το στημένο της δίκης, θεωρούν φτιαχτές όχι τις κατηγορίες, αλλά τη διαδικασία, η οποία πιστεύουν πως θα πέσει στο κενό λόγω των υψηλών διασυνδέσεων των εμπλεκομένων. Η εικόνα μιας συνωμοσίας σε βάρος αθώων φαίνεται πάντως πως ήταν μακριά από τις σκέψεις των περισσότερων εργατών, ανεξάρτητα από τη στάση τους απέναντι στη σοβιετική κυβέρνηση ή τις επιμέρους διαφοροποιήσεις τους αναφορικά με την ενδεικνυόμενη μεταχείριση των κατηγορουμένων.

* * *

Από το βιβλίο της Wendy Goldman, Terror and democracy in the age of Stalin. Cambridge University Press 2007, σ. 80-86

Το κόμμα κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες να κινητοποιήσει τις τοπικές οργανώσεις του και τους εργάτες γύρω από τη δίκη. Έγιναν συναντήσεις σε χώρους εργασίες και μεγάλες υπαίθριες συγκεντρώσεις.
Εκατοντάδες χιλιάδες εργατών συγκεντρώνονταν μετά τη βάρδια σε μικρές ομάδες και μεγαλύτερες συνελεύσεις. Οι εργάτες απαιτούσαν τη θανατική ποινή, δήλωναν δακρυσμένοι την πίστη τους στα επιτεύγματα της σοβιετικής επανάστασης. Αν και κάποιοι έθεταν κάποια ερωτήματα που φανέρωναν σκεπτικισμό, η συναισθηματικά φορτισμένη ατμόσφαιρα δυσχέραινε τη δημόσια έκφραση διαφωνίας. Σε ιδιωτικές συζητήσεις, υπήρχε ένα πολύ μεγαλύτερο φάσμα απόψεων. Ωστόσο, ακόμα και οι πλέον ένθερμοι εργάτες και κομματικά μέλη έβλεπαν το θέμα ως ένα μακρινό θέαμα, πολύ μακριά από τα εργοστάσια τους.
Ο πρώτος γύρος συναντήσεων στα εργοστάσια ξεκίνησε στις 15 Αυγούστου, τέσσερις μέρες πριν την έναρξη της κρίσης. Οι οργανωτές τους διάβαζαν μεγαλόφωνα το κύριο άρθρο της «Πράβντα», «Εχθροί του λαού συνελήφθησαν επ’αυτοφώρω», μια προσεχτικά επεξεργασμένη εκδοχή της επιστολής της Κεντρικής Επιτροπής της 29ης Ιουλίου. Οι εργάτες έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον. Ένας συμμετέχων σημείωνε αργότερα: «Οι συναντήσεις λάμβαναν χώρα σε απόλυτα ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα…Στην αίθουσα συναντήσεων επικρατούσε νεκρική σιγή καθώς διαβαζόταν το κατηγορητήριο, και ένα δάσος από χέρια απαιτούσε να διαβαστεί όλο το άρθρο μέχρι την τελευταία λέξη. Κανείς δε βγήκε έξω, παρότι η συνάντηση κράτησε μέχρι πολύ αργά».
Στο εργοστάσιο αρ.46 περίπου 1300 εργάτες εμφανίστηκαν στη διάρκεια του μεσημεριανού διαλείμματος για ν’ακούσουν τα νέα που διαβάζονταν δημόσια. Οι κομματικοί οργανωτές χρησιμοποίησαν επιδέξια την απειλή της τρομοκρατίας ώστε να αποσπάσουν ένα ξέσπασμα υποστήριξης προς το κράτος και τους αρχηγούς του. Μια εξηντάχρονη εργάτρια κλωστοϋφαντουργίας (εξωκομματική) έλεγε: «Όλα αυτά τα χρόνια ζήσαμε δύσκολα. Ο Στάλιν μας έβγαλε από τις δυσκολίες κι αρχίσαμε να ζούμε καλύτερα. Αυτοί οι κακούργοι προσπαθούν να διαλύσουν όσα φτιάξαμε, να σκοτώσουν το σύντροφο Στάλιν και τους καλύτερους ηγέτες μας. Πρέπει να ερευνήσουμε σε βάθος την υπόθεση και να μην αφήσουμε κανέναν εχθρό». Ένας γέρος εργάτης, πρόσφατος υποψήφιος για μέλος του κόμματος, έλεγε με δάκρυα στα μάτια: «Είμαι 74 ετών. Όλη μου τη ζωή πριν την επανάσταση υπήρχε φτώχεια, πείνα και ταπείνωση από τους βίαιους γαιοκτήμονες. Μόνο με τη σοβιετική εξουσία είδα τι μπορεί να σημαίνει ζωή. Δεν υπάρχει πατέρας που να νοιάζεται τόσο για το γιο του, που του διδάσκει τόσα πολλά,όσο ο σύντροφος Στάλιν. Για εκείνον θα πήγαινα σε κάθε μέτωπο να πεθάνω». Παρουσιάζοντας τους κατηγορούμενους ως αντεπαναστάτες φασίστες, οι κομματικοί οργανωτές προκαλούσαν συναισθηματικές διακηρύξεις πίστης στα σοβιετικά επιτεύγματα.
Τόσο μέλη όσο και μη μέλη του κόμματος απαιτούσαν οργισμένα τη θανατική ποινή. Ένα μέλος του κόμματος, εργαζόμενος σε τυπογραφικό εργοστάσιο σχολίαζε: «Με μια ανοιχτή δίκη έχουμε την ευκαιρία να δείξουμε σε όλο τον κόσμο τις μοχθηρές ενέργειες, των Τρότσκυ, Ζηνόβιεφ και Καμένεφ ενάντια στη σοβιετική εξουσία και τους ηγέτες της. Νομίζω πως αφού οι φασίστες χρησιμοποιούν τρόμο ενάντια στην εργατική τάξη, πρέπει κι εμείς να τρομοκρατήσουμε τα ερπετά αυτά που είναι στην άμεση υπηρεσία των φασιστών.» «Ποτέ δεν πίστευα πως στη χώρα μας υπάρχουν άνθρωποι που θα σχεδίαζαν μια απόπειρα κατά των ηγετών μας», έλεγε μια ηλικιωμένη, εξωκομματική εργάτρια. «Θα έπρεπε να τουφεκιστούν και μόνο που το σκέφτηκαν. Ο Ζηνόβιεφ και ο Καμένεφ ως άμεσοι μετέχοντες πρέπει να τουφεκιστούν γρήγορα».
Οι εργάτες όχι μόνο απαιτούσαν το θάνατο των κατηγορουμένων, αρκετοί θεωρούσαν τη δίκη χάσιμο χρόνου και κόπου. Ένας εξωκομματικός εργάτης έλεγε: «Ας τελειώνουμε με τροτσκιστές και ζηνοβιεφικούς, δε χρειάζεται να τους δικάσουμε, είναι χάσιμο χρόνου. Απλά τουφεκίστε τους». Κάποιος άλλος δήλωνε: «Δίκη; Μα γιατί να δικαστούν; Τουφεκίστε τους όλους δίχως δίκη, χάνουμε χρόνο. Αν πρέπει να διερευνηθεί παραπάνω η υπόθεση, αφήστε μερικούς ζωντανούς». Οι εργάτες έδειχναν μικρό σεβασμό για νομικές «ευγένειες». «Τουφεκίστε τους!», «Κρεμάστε τους» ούρλιαζαν. «Γιατί τους αφήνετε να ζουν αφού σκότωσαν τον Κίρωφ;» Κάποιοι υποστήριζαν πως ο Ζηνόβιεφ και ο Καμένεφ έπρεπε να είχαν τουφεκιστεί δυο χρόνια πριν, αμέσως μετά τη δολοφονία του Κίρωφ. « Αυτοί οι μπάσταρδοι θα έπρεπε να έχουν εξουδετερωθεί εδώ και καιρό» έλεγε ένας ηλικιωμένος εργάτης στο εργοστάσιο Τζερζίνσκι. «Επανειλημμένα πρόδωσαν το κόμμα. Ο Ζηνόβιεφ και ο Καμένεφ μάλιστα είχαν αποκαλύψει το σχέδιο της ένοπλης εξέγερσης τον Οκτώβρη του ’17. Θα έπρεπε να είχαν εκτελεστεί γι’αυτό». Ένας βιδωτής και μέλος του κόμματος στο εργοστάσιο εργαλείων στο Καλίμπρ απαιτούσε: «Γιατί δεν εκτελέστηκε όλη η αντεπαναστατική ομάδα αμέσως μετά το φόνο του Κίρωφ; Αρκετά τους κανακέψαμε. Ήρθε η ώρα να τελειώνουμε μ’αυτή την υπόθεση». Στο εργοστάσιο 95 στη συνοικία Κούντσεφ της Μόσχας οι εργάτες δήλωναν: «Αρκετά με τις επισημότητες» και «Είναι αδύνατη κι άλλη υπομονή». «Τουφεκίστε αυτούς που δε μπορούν πια να σταθούν στην πατρίδα μας ως προδότες».
Η έντονα συναισθηματική ατμόσφαιρα καθιστούσε δύσκολο να ασκηθούν ερωτηματικά για τη δίκη ή τα στοιχεία. Κάποιοι εργάτες όμως εξέφραζαν δυνατά τη σκέψη τους. Κάποιοι ήταν ειλικρινά μπερδεμένοι για την εξέλιξη της υπόθεσης. « Γιατί η έρευνα πήρε τόσον καιρό;» και «γιατί οι ομάδες περί τους Ζηνόβιεφ και Καμένεφ δεν εξουδετερώθηκαν αποτελεσματικά μετά τη δολοφονία του Κίρωφ;» Κάποιες ερωτήσεις ήταν πιο προκλητικές, επισημαίνοντας πως τουλάχιστον μία ομάδα είχε ήδη δικαστεί για την υπόθεση: «Γιατί δικάζουμε ανθρώπους δύο φορές για το φόνο του Κίρωφ;» ρωτούσε ένας. Άλλοι αναρωτιόνταν για τη σκοπιμότητα της θανατικής ποινής: «Μπορεί ένα προλεταριακό κράτος να θα καταδικάζει ανθρώπους σε τυφεκισμό;» Άλλοι πάλι απορούσαν για το διεθνή αντίκτυπο της δίκης στην κοινή γνώμη, κι αν η σοβιετική δικαιοσύνη είχε το δικαίωμα να δικάζει μη σοβιετικούς πολίτες: « Πώς βλέπει ο καπιταλιστικός κόσμος τις πληροφορίες των επιτρόπων;», Θα αντιδράσει η μπουρζουαζία στη δίκη των τρομοκρατών από το εξωτερικό;»
Κατ’ιδίαν, οι σοβιετικοί εξέφραζαν εντονότερη διακύμανση απόψεων και ιδεών, αντανακλώντας τις εμπειρίες επιμέρους ομάδων. Πολλοί μεγαλύτεροι εργάτες είχαν έντονες αναμνήσεις της επανάστασης. Είχαν συμμετάσχει στην πτώση του τσαρισμού και είχαν πολεμήσει στον Κόκκινο στρατό κατά τον εμφύλιο. Κάποιοι εξ αυτών ένιωθαν μεγάλο σεβασμό για τον Τρότσκυ, απορρίπτοντας τη διάθεση του Στάλιν να ξαναγράψει την ιστορία. Ένας εργάτης είπε σε έναν κομματικό οργανωτή: «Ο Τρότσκυ ήταν ιδιοφυής, σπουδαίος άνθρωπος, με μεγάλη συνεισφορά, που το κόμμα τώρα αποκρύπτει και δε συζητάει». Σχολίασε πως παλαιότερες ιστορίες του κόμματος αναφέρονταν στον Τρότσκυ αλλά όχι στο Στάλιν.
Ένας διανομέας σε ένα κατάστημα βαθμονόμησης είπε: «Ο Τρότσκυ είναι εκπρόσωπος της ιντελιγκέντσιας. Ηγούνταν αφ’υψηλού. Αλλά πρέπει κανείς να του αναγνωρίσει πως ήταν καλός ρήτορας και πάντα καθοδηγούσε τις μάζες. Αρκετοί εργάτες θυμήθηκαν τη δίκη του Ραμζύν το 1928, του μηχανικού που κατηγορήθηκε για σαμποτάζ. Κάποιος είπε: «Το κόμμα μας δε θα έπρεπε να τουφεκίσει τόσο έξυπνους ανθρώπους, αλλά να τους επανεκπαιδεύσει, όπως τον Ραμζύν. Ας ξαναστείλουν πίσω όσους ήρθαν εδώ από το εξωτερικό. Υπάρχει κομμουνιστικό κόμμα εδώ. Ας τους αποκαλύψουμε κι ας τους επανεκπαιδεύσουμε.» Πολλοί εργάτες ιδιωτικά εξέφραζαν αμφιβολίες για την αναγκαιότητα της θανατικής ποινής, αν όχι για την ενοχή των κατηγορουμένων. Ένας αναφερόμενος στο Ζηνόβιεφ και τον Καμένεφ είπε: «Θα έπρεπε να υπολογίσουμε τη συνεισφορά τους» . Ένας άλλος είπε: «Με δεδομένες τις επαναστατικές τους δράσεις, εγώ δε θα τους πυροβολούσα» Ένας εξωκομματικός μηχανικός σε χημικό εργοστάσιο είπε: «Θα ήταν καλύτερο να σταλούν στο εξωτερικό παρά να τουφεκιστούν.»
Ορισμένοι θεωρούσαν τη δίκη σκευωρία. Στο εργοστάσιο του Μαλένκωφ, ο Φρόλωφ, ένας κομματικός εργάτης, κι ένας εξωκομματικός, ο Γκουσάρεφ με τον οποίο δούλευαν δίπλα-δίπλα, μιλούσαν για τη δίκη. «Υπάρχει ένα καλό άρθρο στην Πράβδα σήμερα» είπε ο πρώτος. «Ναι, το άρθρο είναι καλό, αλλά ο Τρότσκυ είχε μεγάλη δύναμη όπως και να ‘χει και μεγάλη επιτυχία στον Κόκκινο Στρατό» απάντησε ο Γκουσάρεφ. Όταν ο Φρόλωφ επιχείρησε να αντιδράσει, ο συνάδελφος του τον έκοψε λέγοντας «Όλ’αυτά είναι ανοησίες». Ένας κομσομόλος σε εργοστάσιο στολών ανακοίνωσε σε ένα μέλος του κόμματος στο εντευκτήριο των εργατών: « Ο Τρότσκυ έκανε την επανάσταση το 1917 κι ο λόγος που όλα πήγαν στραβά είναι η έξωση του από το κόμμα. Αλλά ήταν μια σπουδαία προσωπικότητα, διοίκησε τον Κόκκινο Στρατό και χωρίς αυτόν δε θα είχαμε κάνει επανάσταση».
Μερικοί εργάτες, μη συνειδητοποιώντας πως τα σχόλια τους μεταφέρονταν στις αρχές, υπερασπίστηκαν τους κατηγορούμενους. Κάποιοι αναφέρθηκαν σε προδοσία των ιδανικών της επανάστασης. Ένας επιστάτης σε εργοστάσιο στο Ντεντόφσκ στην ευρύτερη περιοχή της Μόσχας είπε στους συναδέλφους του ένα αστείο: «Ο Λένιν είπε στο Στάλιν: Γύρνα μου το κεφάλι στο μαυσωλείο ώστε να μη βλέπω αυτά που κάνεις». Ένας μεταλοκολλητής παρατηρούσε: «Είναι αντιληπτό πως ο Ζηνόβιεφ και ο Καμένεφ ζητούν εξουσία. Ίσως θέλουν να κάνουν μια δεύτερη επανάσταση. Ο Λένιν είχε πει πως θα υπάρχει ελευθερία, αλλά εδώ δεν υπάρχει ελευθερία. Εδώ μέσα ας πούμε, με αναγκάζουν να έρχομαι σε συναντήσεις κι ας μη θέλω, αν δε θέλω να δουλέψω με αναγκάζουν». Ένας λιπαντής διωγμένος από το κόμμα σε εργοστάσιο υφαντουργίας ανοιχτά καλούσε τους συναδέλφους του σε νέα επανάσταση: «Τρόμος υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει», φώναζε «Είναι απαραίτητο όμως να ανατρέψουμε τα πάντα. Οργανώστε τους εργάτες. Αυτοί (οι αρχές) κατέστρεψαν τα πάντα.» Σε μια συγκέντρωση 40 εργατών στο εργοστάσιο 46 ένας άνεργος και πρώην μέλος του κόμματος προκάλεσε τον κομματικό υπεύθυνο για την ανάγνωση της Πράβντα. « Ο Τρότσκυ ήταν φίλος του Λένιν» εξήγησε «αλλά μετά το θάνατο του άρχισε να παραμερίζεται» Η NKDV ειδοποιημένη πως ο εργάτης κοιμόταν στο εντευκτήριο χωρίς διαβατήριο τον συνέλαβε.

Κάποιοι εργάτες, θορυβημένοι από «δεξιούς» και άλλους κομματικούς ηγέτες εμπλεγμένους σε διάφορες συνωμοσίες, απαιτούσαν περαιτέρω έρευνα. Ένας κομσομόλος εργάτης έλεγε: «Υπάρχουν ακόμα πολλά να αποκαλυφθούν. Πρέπει να εξαφανίσουμε αυτούς τους πρακτορίσκους του φασισμού και μοχθηρούς εχθρούς του λαού από προσώπου γης». Άλλοι εργάτες απαιτούσαν αν γίνει έρευνα για τους Μπουχάριν, Ρύκωφ, Τόμσκι, Ουγκλάνωφ, Σοκόλνικωφ, Πιατάκωφ. Ένας επιστάτης οικοδομής δήλωνε: Όλοι οι δεξιοί και αριστεροί οπορτουνιστές ορκίζονται πίστη στο κόμμα και την κρίσιμη στιγμή το προδίδουν με διάφορους τρόπους. Οι Μπουχάριν, Τόμσκι και Ρύκωφ παραδέχτηκαν τα λάθη τους. Δουλεύουν σε σημαντικά πόστα. Πώς μπορούμε να τους εμπιστευτούμε ξανά; Πρέπει να λογοδοτήσουν στο δικαστήριο». Ένας υφαντουργός σε εργοστάσιο στο Νογκυν έλεγε: «Το ανώτατο δικαστήριο πρέπει να διερευνήσει τις αντεπαναστατικές δραστηριότητες της δεξιάς αντιπολίτευσης και άλλων Τροτσκιστών. Η ετυμηγορίας μας τρόμαξε τον Τόμσκι. Σίγουρα δεν ήταν αθώος, για το λόγο αυτό και αυτοκτόνησε».
Δε συμφωνούσαν ωστόσο όλοι οι εργάτες. Ένα μεγάλο πλήθος εργατών, ψιθυρίζοντας φήμες, συνέρρευσε αυθόρμητα έξω από το διαμέρισμα του Τόμσκι μετά την αυτοκτονία του. Κάποιοι ακούστηκε να λένε πως ο εκλιπών είχε αφήσει σημείωμα στο Στάλιν λέγοντας πως παρέμενε πάντα πιστός στο κόμμα. Αυτοκτόνησε επειδή δεν άντεχε το διασυρμό. Το κόμμα χρησιμοποιούσε τις δίκες για να προωθήσει διαφορετικούς στόχους. Κομματικοί οργανωτές έκαναν λόγο για την «ανάγκη να ενισχύσουμε την πειθαρχία και να αυξήσουμε την παραγωγικότητα). Οι εργάτες καλούνταν να δηλώσουν τη στήριξη τους στο σταχανωφισμό και να αποκρούσουν τους «εχθρούς». Σε ένα εργοστάσιο για παράδειγμα, οι εργάτες έδιναν τον παρακάτω όρκο: « Εμείς, οι εργάτες, μπροστά στην επίθεση των ταξικών εχθρών, θα επιδείξουμε ακόμα μεγαλύτερη μπολσεβικική επαγρύπνηση και θα εφαρμόσουμε ακόμα περισσότερο τις σταχανωβίτικες μεθόδους , κοντά στην κεντρική επιτροπή και τον αγαπημένο μας ηγέτη Ιωσήφ Στάλιν.» Αυτού του είδους οι σχηματοποιημένες εκφράσεις έκαναν πολλούς να σκέφτονται πως οι δίκες ήταν ακόμα ένα κόλπο για την αύξηση της παραγωγικότητας.
Ένα σημαντικό τμήμα των εργατών προερχόταν από μετανάστες χωρικούς. Πολλοί από αυτούς τους τέως χωρικούς ήταν πικραμένοι με την κολλεκτιβοποίηση, αλλά αδαείς περί των ζωηρών εσωκομματικών αντιθέσεων στη δεκαετία του 1920. Λιγότερο εκλεπτυσμένοι πολιτικά, έβλεπαν όλους τους σοβιετικούς ηγέτες ως κακούργους που προσέβλεπαν στην απομύζηση της τελευταίας ρανίδας αίματος από χωρικούς κι εργάτες. «Δεξιοί» ή «αριστεροί» δεν είχε σημασία γι’αυτούς. Αμφέβαλαν για το αν κομματικοί ηγέτες, που προστάτευαν τα προνόμια ο ένας του άλλου, θα εκτελούσαν τους συντρόφους τους. ‘Ενας εξωκομματικός εργάτης σε εργοστάσιο ρολογιών εξηγούσε σε ένα κομματικό μέλος: «Μαγείρεψαν όλες αυτές τις ανοησίες για να προωθήσουν κάποια καμπάνια. Ο Ζηνόβιεφ είναι στο Κρεμλίνο κι έχει πέντε ωραία διαμερίσματα στη Μόσχα». Ένας μαθητευόμενος υφαντουργός επίσης αμφέβαλε για τη γνησιότητα της δίκης: « Ποιος νοιάζεται για το τι λέτε για το Ζηνόβιεφ και τον Καμένεφ» έλεγε σε έναν κομματικό οργανωτή, «Δε θα πάθουν τίποτε γιατί είναι φίλοι του Στάλιν».
Οι αντιδράσεις των εργατών κυμαίνονταν λοιπόν σε όλο το φάσμα από την αυστηρή καταδίκη των κατηγορουμένων, την πεισματική υπεράσπιση της «αλήθειας» της επανάστασης, μέχρι και την ξεκάθαρη απόρριψη όλων των σοβιετικών ηγετών ως εκμεταλλευτών. Όποια άποψη κι αν είχαν όμως, είχαν βαθύ προσωπικό ενδιαφέρον. Πολλοί ρωτούσαν αν μπορούσαν να πάρουν άδεια από τη δουλειά για να παραστούν. «Μπορώ να πάω στο δικαστήριο να δω αυτά τα παράσιτα;» ρώτησε ένας. Άλλοι ζητούσαν άδεια να πάνε στη δίκη, να οριστούν αντιπρόσωποι του εργοστασίου στη δίκη, να ακούσουν την ακροαματική διαδικασία στο ραδιόφωνο. Οι σοκαριστικές ομολογίες των κατηγορουμένων ζωντάνεψαν τους εργάτες για εβδομάδες, προσφέροντας μια καλοδεχούμενη εναλλαγή από τη σκληρή δουλειά. Ωστόσο η δίκη δεν άλλαξε σημαντικά τις σχέσεις μεταξύ των εργατών ή τη ρουτίνα του partkomy. Ακόμα και οι φανατικότεροι υποστηρικτές της εκτέλεσης των κατηγορουμένων δεν ζήτησαν την επέκταση της ανίχνευσης εχθρών ανάμεσα στους συναδέλφους τους. Οι δίκες ήταν ένα μεγαλειώδες θέαμα, αλλά μια απόκλιση από την καθημερινή ζωή, όχι κομμάτι της.

Από το βιβλίο της Wendy Goldman, Terror and democracy in the age of Stalin. Cambridge University Press 2007, σ. 80-86


http://redflyplanet.blogspot.com/2013/05/1936.html

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016

Moralizing Capitalism. Stefan Berger, Ruhr-Universität Bochum; Alexandra Przyrembel, FernUniversität in Hagen, 14.03.2016–16.03.2016.


Reviewed by Sibylle Marti
Published on H-Soz-u-Kult (June, 2016)
Moralizing Capitalism
Recently, the study of capitalism and its history has gained considerable momentum. In an innovative attempt to combine cultural with economic history, the international symposium “Moralizing Capitalism”, which took place in Berlin from 14 to 16 March 2016, addressed the impact of moral sentiments on capitalist society, and vice versa. According to the Call for Papers, the symposium was aimed at “analyzing the interconnection between moral sentiments and capitalism on the level of historical agents, discourses and practices”. More specifically, as the two conveners STEFAN BERGER (Bochum) and ALEXANDRA PRZYREMBEL (Hagen) outlined, the symposium focused on the following questions: What, precisely, are moral sentiments, and how did they change over time? How did these changes correspond with new forms of capitalism? What is to be understood by a capitalist morality, and what role do moral beliefs play for the consolidation of capitalism? And to what extent – if at all – did social movements opposed to capitalism establish an independent moral economy?
In their introductory remarks, Przyrembel and Berger explained how they understand the term “Moralizing Capitalism”. First, drawing from E. P. Thompson’s theory of moral economy, they stressed that capitalism in the modern age has always been structured by moral norms and rules, which have often been passionately defended. Second, Berger and Przyrembel emphasized that social movements have often acted as important moral agents in the context of capitalism. All sorts of social movements, from socialist labor and other Marxist movements (see: KOSTAS PALOUKIS’s (Crete) paper on the archeiomarxists in Greece) to the new social and environmental movements of the 1970s and to squatter movements and Occupy (see: SEBASTIAN LOEWE’s (Halle) paper), have articulated a moral critique of capitalism. Within many of these social movements, specific counter cultures and alternative milieus emerged, driven by the idea putting abstract moral values and ideals into concrete, everyday practice. As Berger and Przyrembel pointed out, social movements have not exclusively been a phenomenon of the political left. Rather, there has also been a wide range of right-wing social movements – nationalist, völkisch, racist (see: MARCEL STOETZLER’s (Bangor) paper) – and those movements have also often been highly critical of capitalism. Third, when proposing the expression “moralizing capitalism”, Przyrembel and Berger thought of a specific way of writing history: They aim at reconceptualizing economic history by focusing on the impact of moral systems in the context of capitalism and, like this, bring together economic and cultural history.
In his keynote, JÜRGEN KOCKA (Berlin) underlined that criticism of capitalism is as old as capitalism itself and, therefore, should be considered an essential part of the history of capitalism. After an insightful survey of critiques of capitalism in different historical eras, Kocka concluded that, in a way, “capitalism’s critique followed from capitalism’s success”. He also pointed out that moral arguments and criteria have played a central role not only in such critiques but also within positive portrayals of capitalism. Kocka identified several central aspects of contemporary critiques of capitalism that did not yet exist a century ago. As one instructive example, Kocka discussed the problem of structural irresponsibility, and highlighted it as a violation of a classical principle of capitalism, namely of the congruence between decision-making power on the one hand and accountability on the other. As a second example, Kocka mentioned the rise of the welfare state, which was strong enough to implement policies that would protect and bind economic actors. Today, however, important parts of capitalism have become transnational and global, without strong welfare structures or political institutions that could match the power of transnational capitalist interests. In Kocka’s view, this produces what he called a severe incongruity, as globalization is changing the balance of power between states and market. In conclusion, Kocka argued that capitalism is basically amoral (not: immoral), although it can be made use of for moral purposes. His assertion of capitalism’s amorality was linked to his notion that capitalism is not a social system or a culture but an economic system. This position, however, was contested by several of the symposium’s attendees who argued against the separation of the moral and the market economy and stressed the social, cultural, and political embeddedness of capitalism.
Several papers showed that a broad variety of agents – social movements, but also wealthy patrons (see: SEBASTIAN DEMEL’s (Mannheim) paper on Ernst Abbe and Andrew Carnegie), nation states, and international organizations – have had a striking ability to support what might be called capitalism with a human face. In all these attempts, moral arguments have played a crucial role. BRONWEN EVERILL (Cambridge) presented a paper on the Free Produce Movement in the Unites States and Britain, which aimed at fighting slave labor by promoting the purchase of goods produced by free labor. In sum, the movement’s goal was to create an ethical capitalism. The production and consumption chains, however, were still reliant on the old slaving ports for trade, on plantation-style agriculture and labor, and on exporting for global commodities markets, as it was the case in the earlier Atlantic system. In a similar vein, JOSEPH KELLY (Liverpool) discussed Britain’s difficulty to stay committed to its anti-slavery policy while, as a global trading power, inevitably being involved in businesses connected with slave trade. WIM DE JONG (Nijmegen) analyzed US-American re-education activities in Germany after World War II and the Ford Foundation’s education for US-American citizens. The joint goal of these education activities at home and abroad was to propagate a humane capitalism as a basis for democracy and, vice versa, to foster democracy in order to make the world safe for capitalism. CHRISTIAN OLAF CHRISTIANSEN (Aarhus) traced the ideas of corporate social responsibility back to the 1970s, when the United Nations founded a Centre on Transnational Corporations, which, as a key task, should develop a code of conduct for multinational corporations. Due to internal conflicts and different interests, however, the Centre was disbanded in the early 1990s. With regard to moral agents, the relationship between capitalism and democracy, and the development of – often ambiguous and contested – ideas of an ethical capitalism are inspiring problems for future research.
Central aspects of moral discourses on capitalism were linked to the idea of social and/or economic justice. ELSBETH HEAMAN (Montreal) focused on debates about capital and property taxes in Canada around 1900. She showed that political and economic agents wanted to deflect tax debates from a focus on capital to a focus on income, which was far less vulnerable to reconstruction by popular moral economies. Furthermore, moral discourses were often aimed at establishing a specific moral economy by either fostering ‘decent’ economic behavior (see: SANDRA MASS’ (Braunschweig) paper), or by scandalizing what was perceived as inappropriate (see: NIKOS POTAMIANOS’ (Crete) paper on “shameful profiteering” in early 20th century Greece) or deceptive (see: MARCUS BÖICK’s (Bochum) paper on the economic transformation in the former GRD after Germany’s reunification). Likewise, religious beliefs were frequently brought to the fore in order to criticize capitalism on moral grounds. Such discourses could gain vital influence especially when linked to political interests and power (see: REBECCA AYAKO BENNETTE’s (Middlebury) and GIULIA D’ALESSIO’s (Bologna) papers). Concepts like justice, humanity, responsibility and sustainability, however, were often intertwined with an economic logic. RICHARD HUZZEY (Liverpool) showed that the single most important abolitionist argument in Britain’s anti-slavery campaigns was based on economics rather than morality – in short, the idea was that humane policies would pay off in the future. Therefore, he suggested that, instead of a moralization of capitalism, one ought to speak of a capitalization of morality. SIMONE M. MÜLLER’s (Freiburg) paper on the global waste economy raised the important question which goods should – or should not – be traded. Moral discourses on the question which goods, commodities and things must not be economized, however, have proven to be highly contentious. Thus, it might well be that ‘moralizing capitalism’ and ‘capitalizing morality’ are, in fact, two sides of the same coin.
Moral arguments relating to capitalism can also be implied in concrete sets of practices. One set of practices addresses sanctions against individual agents who (allegedly) had violated economic and/or moral norms (see: JÜRGEN FINGER’s (Paris) paper on bankruptcy in 19th-century France). Such violations might be brought to trial, as it was the case in the so-called promoter trials after the 1873 economic crisis. CATHERINE DAVIES (Hagen) showed that the financial crisis was viewed through the lens of morality, albeit with national differences: In German and Austrian courts of law, the interpretation centered on moral and social norms and on the actions of individuals, whereas in the United States moral arguments were tied to theoretical notions of classical economics and theories of money. BORIS GEHLEN (Bonn) read a paper on internal disciplinary measures at the New York Stock Exchange, which used legal action not primarily to enforce ideas of justice or equality, but in order always to maintain the exchange’s smooth functioning. The commercial honor of the stockbrokers was conceptualized in purely functional terms, as they were seen to act in a morally correct manner if they fulfilled contracts and accepted responsibility for transactions. All these case studies showed that, within the economic system, there exist distinct rationalities, which are bound to cultural assumptions, social relations, and political interests. Another set of practices linked to morality can be found in so-called alternative economies and milieus. Very prominent attempts of alternatives to capitalist business are the ideas of cooperative housing (see: TOBIAS BERNET’s (Berlin) paper) and fair trade. TEHILA SASSON (London) focused on charity shops in Britain. She showed that charity shops, on the one hand, aimed at mobilizing Britons as ethical consumers on a global stage, while, on the other hand, teaching the producers in the global South to tailor their products to the British market. BENJAMIN MÖCKEL (Cologne) interpreted fair trade as a symbolic practice to criticize and, in particular, to politicize consumer society. TARINI BEDI’s (Chicago) paper portrayed the taxi-trade in the Indian city of Mumbai. A community of Muslim, ‘hereditary’ taxi-drivers known as “chillia”, who have been in the taxi business since the early 20th century, try to resist planning initiatives to restructure Mumbai’s contemporary taxi industry. A key component of their resistance has been the invocation of discourses of piety and the moral critique of failure of banks to provide “Islamic loans” for the purchase of new cars. Hence, alternative economies and counter cultures aim at fending off global capitalist norms. Nevertheless, even though they may be based on counter models and idiosyncratic practices, they not only stay connected with the logic of capitalism, but at times they even try to deploy this same logic for their own purpose.
In their concluding remarks, Berger and Przyrembel summarized the symposium’s discussions and formulated several questions for further historical research. First, they posited a need for researchers to analyze master thinkers such as Max Weber (see: THOMAS SOKOLL’s (Hagen) paper), Karl Polanyi and E. P. Thompson, as well as to look at the historiography of capitalism. This would make it possible to identify how the production of historical knowledge about capitalism was intertwined with moral ideas on the capitalist economy. Second, Przyrembel and Berger highlighted the importance of agency and, in particular, noted that the issue of gendered agency had not been addressed in any of the papers. They claimed that questions of agency would also lead to those of Eigensinn, as people at every stage have reacted with obstinacy or recalcitrance, perhaps even resistance against capitalism’s destructive potentials. Third, Berger and Przyrembel pointed to the relations between the national and the transnational and, more specifically, asked how the shift from national to transnational frames of references in 20th-century capitalism had occurred. Furthermore, they stressed that the symposium’s few glimpses at the global south had shown that in these areas of the world, the problematic of capitalism is reconfigured in substantially different ways. Therefore, they urged the need for a look at capitalism and morality from outside of a narrowly Western perspective – a perspective that was, indeed, missing from the majority of the papers as well as from Kocka’s keynote, which focused on Europe and the West. Fourth, Przyrembel and Berger argued against Kocka’s view to restrict the notion of capitalism to merely an economic system. Instead, they presented the image of capitalism as similar to an octopus, with many tentacles reaching out into all areas of life. They suggested that it was precisely these interrelations and interconnections that were the most fascinating objects of study.
“Moralizing capitalism” offers a promising research perspective for a culturally informed history of capitalism. Kocka’s notion of capitalism’s amorality could be an interesting staring point for this endeavor, as it points at the fundamental role of anti-/capitalist agents, their opinions and beliefs, their know-how and knowledge, and their practices and techniques. If capitalism is not ‘good’ or ‘bad’ per se, in other words, then the key question is what historical agents make out of it. Historical as well as recent victims and critics of capitalism make clear that there were and are ‘winners’ and ‘losers’ of capitalism, not only on a global but also on a national, regional or even local level. Ultimately, this means that capitalism is constitutively embedded in politics and society, and, therefore, in culture.
Conference Overview:
Stefan Berger (Bochum) / Alexandra Przyrembel (Hagen): Moralizing Capitalism – Welcome and Introduction
Jürgen Kocka (Berlin): Capitalism and its Critics. Introductory Considerations
Panel I: Global Order and Expansion
Chair: Alexandra Przyrembel (Hagen)
Christian Olaf Christiansen (Aarhus): The Emergence of Progressive Global Business in the 1970s: the Case of the United Nations
Wim de Jong (Nijmegen): To Make the World Safe for Capitalism. The Marshall Plan, the Ford Foundation and Civic Education in the United States, Germany and the Netherlands (1945-1960)
Sebastian Loewe (Halle): Occupying the Moral High Ground. The Worldview of the 99% and its Artistic Representations
Panel II: Frames and Narratives
Chair: Richard Huzzey (Liverpool)
Thomas Sokoll (Hagen): The Moral Foundation of Modern Capitalism: Weber’s ‘Protestant Ethic’ (1904/05) as an Intellectual Deadlock – with Signposts towards a Way to Get out
Kostas Paloukis (Crete): The Principles of the Class Morality of Archeiomarxists (1923-1934)
Panel III: Capitalism and Violence
Chair: Catherine Davies (Hagen)
Richard Huzzey (Liverpool): Faith in Free Labor: The Moral Construction of British Anti-Slavery Interests
Joseph G. Kelly (Liverpool): Supplying the Slave Trade: Transnational Trade, Corporate Social Responsibility and West Africa in Anti-Slavery Britain
Tehila Sasson (London): Humanitarian Business and the Emergence of Ethical Capitalism
Panel IV: Criticism
Chair: Thomas Sokoll (Hagen)
Rebecca Ayako Bennette (Middlebury): “This Unholy Principle”: Catholic Critiques of Unrestrained Capitalism in the Kaiserreich
Giulia D’Alessio (Bologna): US Catholicism and Economic Justice: 1919-1933
Jürgen Finger (Paris): Bankruptcy and Morality in a Capitalist Market Economy. The Case of 19th Century France
Panel V: Rationalities
Chair: Bronwen Everill (Cambridge)
Catherine Davies (Hagen): The Moral Economy of a Financial Crisis: 1873 in Austria, Germany and the United States in a Comparative Perspective
Boris Gehlen (Bonn): Stock Brokers in ‘Court’. ‘Commercial Honor’, Deviant Behavior, and Market Organization at the New York Stock Exchange (NYSE) before World War I
Panel VI: Alternative Economies
Chair: Sandra Mass (Braunschweig)
Tarini Bedi (Chicago): Embedded Economies of Non-Consent: Islamic Loans, Piety and Opposition in Mumbai’s Taxi Trade
Tobias Bernet (Berlin): “…to be taken off the market forever”: Morals of Temporality and Self-Restraint in Alternative Economies – the Example of Cooperative Housing in Germany and Switzerland
Marcus Böick (Bochum): Voting for Consumption, Fighting against Capitalism? Eastern Germany and the Economic Transformation in 1990
Panel VII: Counter-Cultures
Chair: Sibylle Marti (Hagen)
Sebastian Demel (Mannheim): Capitalism, Altruism and Empathy: The Emergence of a New Entrepreneurial: Responsibility in the Late 19th Century
Bronwen Everill (Cambridge): The Free Produce Movement and Ethical Capitalism
Simone M. Müller (Freiburg): “Garbage Imperialism”? A Discursive Exploration of the Global Waste Economy as a System of Environmental Injustice
Panel VIII: Morals, Capitalism and Modernity
Chair: Stefan Berger (Bochum)
Elsbeth Heaman (Montreal): ‘We only want to pay what is fair’: Taxes as Moral Culture in Progressive-Era Canada
Sandra Mass (Braunschweig): Nursery of Capitalism? Children and Money in the ‘Long’ 19th Century
Benjamin Möckel (Cologne): Consuming Anti-Capitalism: Moral Sentiments and the Western European “Fair Trade”- Movement
Panel VIII: Morals, Capitalism and Modernity
Chair: Stefan Berger (Bochum)
Nikos Potamianos (Crete): The Discourse against “Shameful Profiteering” in Greece, 1912-1925: an Anticapitalist Morality in the Age of Statism
Marcel Stoetzler (Bangor): Nation and Race in Moralising Critiques of Capitalist Modernity and the Moral Impulse in Critiquing Moralising Critique
Summary: Stefan Berger (Bochum) / Alexandra Przyrembel (Hagen)

πόσοι μας διάβασαν: