Τρίτη, 1 Απριλίου 2014

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΡΔΑΤΟΣ: ΜΙΑ ΥΛΙΣΤΙΚΗ ΜΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

πηγή: http://bestimmung.blogspot.gr/



                                                                                                                    του Στέφανου Βλάχου

Έφυγε και φέτος η 25η Μαρτίου, με περιφρουρημένες, πλέον, τις παρελάσεις, με σκόρπιες σημαίες σε βεράντες, με τα κλασικά αφιερώματα μνήμης για το ’21, τις ταινίες εποχής και άλλα. Μια ημέρα ανύψωσης του «πεσμένου εθνικού φρονήματος» για κάθε σύγχρονο Έλληνα, ένα flashback σε εποχές που ο Ρωμιός κατάφερνε να πρωταγωνιστεί στα γήπεδα της παγκόσμιας ιστορίας, αγωνιζόμενος για τα ιερά και τα όσιά του. Τι υπάρχει, όμως, πίσω απ’ όλα αυτά, πίσω από το Ρήγα, τους Φιλικούς, τον Κολοκοτρώνη και άλλες προσωπικότητες και ήρωες, πίσω από τους κλέφτες και τους αρματολούς, πίσω από τις νίκες στα Δερβενάκια και στο Ναυαρίνο, πίσω από τη δόμηση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους; Ποιες ήταν οι κινητήριες δυνάμεις που οδήγησαν στην αποτίναξη του Τουρκικού ζυγού; Ποιος ήταν ο χαρακτήρας της Επανάστασης του ’21; Ένας από τους πρώτους ανθρώπους που ξέφυγαν από την ανάγνωση του ’21 ως ενός αποκλειστικά εθνικοαπελευθρωτικού αγώνα ήταν ο Γιάννης Κορδάτος, κοινωνιολόγος και ιστορικός ο οποίος διετέλεσε γραμματέας του (νεοσύστατου τότε) ΚΚΕ από το 1920 έως το 1924. Ο έγκριτος τούτος μαρξιστής, με το έργο του «Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821» θα γίνει ο πρώτος ο οποίος θα αξιοποιήσει τα εργαλεία του υλισμού για να ερμηνεύσει το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα του 1821, αποτυπώνοντας στο έργο του το κοινωνικό στάτους, όπως αυτό διαμορφώθηκε πάνω στα συντρίμμια του Βυζαντίου από την επεκτεινόμενη Οθωμανική Αυτοκρατορία, τη δυναμική των κοινωνικών τάξεων και την κατάληξη της σύγκρουσής τους, με αποκορύφωμα την Επανάσταση του 1821.
Κινητήρια δύναμη του ’21 δεν υπήρξε ούτε ο άσβεστος ενθουσιασμός των υπόδουλων ραγιάδων για την ελευθερία ούτε η μεγάλη και ιερά πίστη των υπόδουλων Ελλήνων προς τη θρησκεία του Χριστού, στοιχεία τα οποία ιεραρχούσαν ψηλά προγενέστεροι και σύγχρονοι του Κορδάτου ιστορικοί. Για το μαρξιστή Κορδάτο, τα πράγματα είναι απλά: καμιά εθνική εξέγερση, λέει, δεν είναι ανεξάρτητη από τον υλιστικό παράγοντα, ο οποίος κυριαρχεί στη ζωή. Τα αίτια, λοιπόν, της Επανάστασης του ’21 δε θα μπορούσαν παρά να βρίσκονται στις κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις που λάμβαναν χώρο στον Ελλαδικό χώρο αλλά και ευρύτερα στη χερσόνησο του Αίμου, ιδίως από το 18ο αιώνα και μετά. Σε ένα φεουδαρχικό περιβάλλον το οποίο σταδιακά παρακμάζει, μια νέα τάξη γεννιέται και έρχεται δυναμικά στο προσκήνιο, πρώτα στη Δύση και έπειτα στην Ανατολή: η αστικήΗ σύγκρουση είναι αναπόφευκτη.

ΟΙ ΑΝΤΙΜΑΧΟΜΕΝΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ

Για τον Κορδάτο, η Βυζαντινή αυτοκρατορία είχε όλα εκείνα τα γνωρίσματα ενός τυπικού φεουδαρχικού κράτους[1]: θεοκρατικό πνεύμα, δουλοπαροικία, απολυταρχικό διοικητικό σύστημα, κατακτητικές βλέψεις. Η πτώση του Βυζαντίου και η έλευση του Οθωμανού δυνάστη δεν πρόκειται για τραγικό γεγονός, κατά το μαρξιστή αναλυτή. Το μοντέλο της διοίκησης ποτέ δεν άλλαξε. Παρά τις αρχικές σφαγές του ελληνικού στοιχείου, ο Μωάμεθ ο Πορθητής, ελέω έλλειψης στελεχών για τη διοίκηση της αχανούς νέας αυτοκρατορίας, παρεχώρησε πολλά θρησκευτικά και διοικητικά προνόμια στους Έλληνες, με τον κλήρο να παραμένει ως κράτος εν κράτει (τυπική φεουδαρχική οργάνωση). Το Βυζαντινό αποκεντρωτικό κοινοτικό σύστημα θα διατηρηθεί, με τους κοτζαμπάσηδες να γίνονται οι τοποτηρητές του Σουλτάνου. Αυτοί εφήρμοζαν τους φορολογικούς νόμους, όντας οι μοναδικοί εκπρόσωποι της κοινότητας απέναντι στο κράτος, και είχαν στα χέρια τους τη δικαστική εξουσία, μαζί με τους μητροπολίτες. Μάλιστα, η στάση τους υπήρξε ιδιαίτερα σκληρή απέναντι στους ομοεθνείς τους δουλοπάροικους, με τις αυθαιρεσίες και τις τρομοκρατικές πράξεις να αποτελούν κανόνα σε βάρος του υπόδουλου ελληνισμού. Η ισχύς των κοτζαμπάσηδων ήταν, μάλιστα, τόσο μεγάλη που, συχνά, στρεφόταν ενάντια σε εκπροσώπους του Οθωμανικού κράτους, με μεταθέσεις και τιμωρίες για πασάδες και μπέηδες. Πλάι στους πανίσχυρους προεστώτες και τον ευνοούμενο κλήρο στέκονταν και οι ευγενείς του Γαλατά, οι Φαναριώτες. Το στρώμα των Ελλήνων αυτών αριστοκρατών της Κωνσταντινούπολης υπήρξε ουκ ολίγες φορές αρωγός στα κατακτητικά σχέδια των σουλτάνων σε βάρος άλλων λαών τόσο της Βαλκανικής όσο και της Ευρώπης. Τα παραπάνω, λοιπόν, στοιχεία, κοτζαμπάσηδες, κλήρος και Φαναριώτες[2], συγκροτούσαν, μαζί με τους εκπροσώπους του Οθωμανικού κράτους, το αντίπαλον δέος για την νεαρή κι ανερχόμενη, όπως θα δούμε, αστική τάξη[3].
Ποιες ήταν, όμως, οι συνθήκες που έβγαλαν στο προσκήνιο την αστική τάξη; Από τα μέσα του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα υπάρχει η παραδοχή μιας μεγάλης οικονομικής ανάπτυξης, σε τομείς εμπορίου και ναυτιλίας, στην υπόδουλο Ελλάδα. Μια ανάπτυξη που μόνο απρόσμενη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Με τις εμπορικές σχέσεις Ελλάδος-Δύσης να χρονολογούνται από την εποχή των Σταυροφοριών, το κύρος των Ελλήνων καραβοκυραίων και εμπόρων ήταν αρκετά αυξημένο. Έτσι, η κρίση που διερχόταν την περίοδο αυτή το Βενετσιάνικο και το Γαλλικό ναυτικό εμπόριο, λόγω αποκλεισμού από τα άλλα μοναρχικά κράτη της Ευρώπης, έδωσαν την ευκαιρία στον Ελληνικό στόλο να βγει στο προσκήνιο, αναλαμβάνοντας την τροφοδοσία της αποκλεισμένης Γαλλίας και τις ανταλλαγές μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας, με κομβικό σημείο στην εξέλιξη αυτή τη συνθήκη Κιουτσούκ-Καϊναρτζή του 1774. Πολλαπλά τα οικονομικά οφέλη, λοιπόν, για διάφορες περιοχές της υπόδουλης Ελλάδας: Σπέτσες, Ύδρα και Ψαρά γνωρίζουν μεγάλη ναυτιλιακή ανάπτυξη, ενώ το εμπόριο ανθεί στη Θεσσαλία και τη Θεσπρωτία. Παράλληλα, εκατομμυριούχοι έμποροι από τα Ζαγοροχώρια δραστηριοποιούνται στη Μολδοβλαχία, ενώ στη Ρωσία εντοπίζονται σπουδαίοι εμπορικοί οίκοι Ζαγοραίων. Τα παραπάνω στοιχεία δηλώνουν το εξής: τη σταδιακή μεταμόρφωση της τότε φεουδαρχικής κοινωνίας, τη γέννηση της μπουρζουαζίας και τη μετατροπή της σε νεότερη αστική τάξη.
Οι οικονομικές εξελίξεις που έφεραν στον αφρό την αστική τάξη είχαν σαν αποτέλεσμα και μια πνευματική ανάπτυξη για τις ελληνικές κοινότητες, μια «Αναγέννηση» για τον Ελληνισμό, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην καλλιέργεια των γραμμάτων και των επιστημών, στο εσωτερικό και το εξωτερικό της υπόδουλης Ελλάδος. Ήδη, από μια προγενέστερη περίοδο, στον ελληνικό χώρο είχαν συσταθεί ελληνικά σχολεία (17ος αιώνας) και ανώτερες σχολές στα Ιωάννινα και την Αθήνα, για διδασκαλία Ελληνικών, Λατινικών και Επιστημών, ενώ, παράλληλα, κατά το τέλος του 18ου αιώνα εμφανίζονται στη Βενετία ελληνικά τυπογραφεία, με τον αριθμό των απόδημων συγγραφέων και λογίων να αυξάνεται. Δε θα πρέπει να παραλειφθεί, φυσικά, πέραν των οικονομικών συνθηκών, ο κεντρικός ρόλος που διαδραμάτισε στο ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821 και η διάδοση των προοδευτικών ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης του 1789 από τους Έλληνες λογίους. Ο γνησιότερος των αντιπροσώπων της ανερχόμενης αστικής τάξης ήταν, αδιαμφισβήτητα, ο Ρήγας Φεραίος, που με τα ποιήματά του συνέβαλε τα μέγιστα στην εξάπλωση των φιλελεύθερων δυτικών ιδεών στον ελλαδικό χώρο. Οι στίχοι του[4] διαπνέονται έντονα από τον πνεύμα της Γαλλικής Επανάστασης, αποκαλύπτοντας το αστικό πνεύμα της Ελληνικής Επανάστασης του ’21, ενώ στα έργα του έκανε αναφορά σε αντιπροσωπευτικό σώμα που περιλαμβάνει ολόκληρο το λαό, στοιχείο που υπήρχε σχεδόν αυτούσιο στο πρώτο Γαλλικό Σύνταγμα. Ο Θούριος και τα λοιπά του έργα αποτελούσαν μια έκκληση για κοινή εξέγερση όλων των λαών της Βαλκανικής κατά του απολυταρχισμού, ένα κάλεσμα σε αγώνα για όλους τους κατοίκους του Βασιλείου, ανεξαρτήτως θρησκείας και διαλέκτου, με τελικό στόχο τη δημιουργία μιας Βαλκανικής Ομοσπονδίας. Εδώ αξίζει να επισημάνουμε δυο σημεία. Πρώτον, αναγιγνώσκεται η πρωτοπορία της Ελληνικής αστικής τάξης στα Βαλκάνια στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες στη χερσόνησο του Αίμου, ενώ παράλληλα ο ρωμέικος αστισμός γίνεται βαλκανικός για το Ρήγα, καθώς το κάλεσμά του απευθύνεται σε όλους τους Ρωμιούς, τους ραγιάδες των Βαλκανίων. Δεύτερον, υπάρχει μια αντίφαση στο παμβαλκανικό όραμα του Ρήγα, όταν καλεί τους ραγιάδες να ξεσηκωθούν υπό το σύμβολο του σταυρού, τη στιγμή που, ως είδαμε και παραπάνω ο κλήρος ήταν ταγμένος ουσιαστικά με το φεουδαρχικό κατεστημένο. Η στάση, όμως, αυτή έχει την εξήγησή της. Ο Ρήγας ταύτιζε τον Τουρκικό απολυταρχισμό με τον Οθωμανικό θρησκευτικό φανατισμό, οπότε, φαντάζει λογικό το ότι πρόβαλλε σαν στοιχείο ενοποίησης των Ρωμιών κατά του Τουρκικού ζυγού το σταυρό. Ο Κορδάτος δίνει και μια ευρύτερη εξήγηση: σε καμία εθνική επανάσταση, ακόμα και σε αμιγώς κοινωνικές επαναστάσεις δεν εξουδετερώνονται πλήρως οι παλιές παραδόσεις, εν προκειμένω η ορθόδοξη πίστη. Παρά τις αντιφάσεις του, όμως, ο Ρήγας υπήρξε ίσως ο καθοριστικότερος εκφραστής των αστικών ιδεών που απετέλεσαν τη βάση του ξεσπάσματος της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.[5]

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Κομβικό ρόλο, καθώς πλησιάζουμε προς το ξέσπασμα της Επανάστασης του ’21, διαδραμάτισε η Φιλική Εταιρεία, μια εταιρεία με μυστικές αρχές και επαναστατικό χαρακτήρα στα πρότυπα των Ιταλών Καρμπονάρων. Η Φιλική Εταιρεία ιδρύθηκε στην Οδησσό από τρεις εμπόρους (Σκουφάς-Τσακάλωφ-Αναγνωστόπουλος), με τα περισσότερα μέλη να προέρχονται από την αστική τάξη. Η έντονη οικονομική ανάπτυξη και ο πανευρωπαϊκός αναβρασμός, εκδηλωμένος μέσα από τις φιλελεύθερες ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης, αλλά και η μη ανταπόκριση του ισχύοντος αποκεντρωτικού διοικητικού συστήματος στις ανάγκες της εποχής επανέφεραν το Ανατολικό ζήτημα στο προσκήνιο και, με την αστική τάξη να έχει συγκεντρώσει τους απαραίτητους όρους για να διεκδικήσει επάξια την εξουσία, τέθηκε η ιδέα της Επανάστασης κατά του Τουρκικού ζυγού. Οι Έλληνες φεουδάρχες, λόγω των βαθύτερων υλικών τους συμφερόντων, όπως είδαμε παραπάνω, ήταν δεδομένο πως δε θα διατείνονταν θετικά απέναντι σε μια ενδεχόμενη εξέγερση. Για να τους εμπλέξουν οι Φιλικοί στο παιχνίδι, τους εξαπάτησαν με τη φήμη πως επικεφαλής της Επανάστασης ήταν η «ορθόδοξος και μεγάλη» μοναρχική Ρωσία. Λόγω, μάλιστα ανεπάρκειας πολιτικού κύρους στην ηγεσία της Εταιρείας, αυτή ανατέθηκε από τους Φιλικούς στον μοναρχικών φρονημάτων Ιωάννη Καποδίστρια, σε μια απόπειρα, παράλληλα, να μη δυσαρεστήσουν τους Έλληνες φεουδάρχες. Ως ήταν φυσικό, βέβαια, ο ξένος προς τις Ευρωπαϊκές φιλελεύθερες ιδέες Καποδίστριας άσκησε κριτική στην επιλογή της επαναστατικής οδού και αρνήθηκε την πρόταση των Φιλικών. Εδώ παρεμβάλλεται το τραγελαφικό γεγονός της δολοφονίας του απεσταλμένου των Φιλικών στη Ρωσία Γαλάτη από τους ίδιους τους Φιλικούς, για να μην υπάρξει διαρροή υποψίας πως ο Καποδίστριας αρνήθηκε, με δεδομένο το πόσο μεγάλο δέλεαρ ήταν για τους κοτζαμπάσηδες και τον κλήρο η προοπτική του αγώνα υπό την ηγεσία της Ρωσίας. Οι προσεγγίσεις στον Καποδίστρια συνεχίστηκαν και, ως ήταν φυσικό, απέτυχαν, αναγκάζοντας τους Φιλικούς να στραφούν στη λύση του, επίσης «Ρωσόφιλου» Αλέξανδρου Υψηλάντη, ο οποίος το 1820 αναδεικνύεται σε υπέρτατο έφορο της Φιλικής Εταιρείας και αρχιστράτηγο του αγώνα.   
Με τον Υψηλάντη στη θέση του αρχηγού οι κοτζαμπάσηδες ήταν βέβαιοι πως η Ρωσία κινεί τα νήματα πίσω από τη Φιλική Εταιρεία. Οι Φιλικοί, όμως, με το φόβο της αποδοκιμασίας της ανάμιξης Υψηλάντη από τον Τσάρο, επέσπευσαν τις διαδικασίες έκρηξης της Επανάστασης κι, έτσι, την 7η Μαρτίου του 1821 ο Υψηλάντης εισβάλλει με στρατεύματά του από τη Ρωσία στη Μολδαβία. Οι Ευρωπαίοι μονάρχες δεν άργησαν να αντιδράσουν στο ξέσπασμα της επανάστασης και, αφού συνεδρίασαν το Μάιο του 1821, αποφάσισαν την καταστολή κάθε εξέγερσης στην Ευρώπη, την ίδια στιγμή που ο Τσάρος Αλέξανδρος, τασσόμενος υπέρ των Ευρωπαίων μοναρχών, αποκήρυσσε τον Υψηλάντη, φέρνοντας την πρώτη πολιτική αποτυχία της Επανάστασης. Αλλά και η πρώτη στρατιωτική δεν άργησε να έρθει: ο Υψηλάντης, υπερασπιζόμενος από την πλευρά του τα συμφέροντα των Ελλήνων φεουδαρχών, δεν μπόρεσε ποτέ να εμπνεύσει τους πληθυσμούς στη Μολδοβλαχία. Μάλιστα, ήρθε σε σύγκρουση με το μυημένο στους Φιλικούς Βλάχο οπλαρχηγό Βλαδιμηρέσκου ελέω των αντιλήψεων του δεύτερου περί αγροτικού χαρακτήρα της Επανάστασης, μια σύγκρουση η οποία οδήγησε στη σύλληψη και τον τουφεκισμό του Βλαδιμηρέσκου. Η εκτέλεση του Βλάχου οπλαρχηγού απογοήτευσε τους Μολδαβούς αγρότες, οι οποίοι εγκατέλειψαν τις δυνάμεις του Υψηλάντη. Η ήττα στο Δραγατσάνι ήταν αναπόφευκτη. Παρόλες τις αποτυχίες στο μέτωπο της Μολδοβλαχίας, η ανύψωση του λαβάρου της Επανάστασης δεν άργησε στον Ελλαδικό χώρο. Έτσι, κατά σειρά στο χορό του αγώνα μπήκαν η Πελοπόννησος, οι Σπέτσες, τα Ψαρά, η Ύδρα και μετά η Άμφισσα, η Λειβαδιά, η Θήβα, το Πήλιο και οι ορεινές κοινότητες της Θεσσαλίας. Αξίζει να σημειωθεί, μάλιστα, πως, μετά την εξέγερση, συστήθηκε Βουλή της Θεσσαλομαγνησίας με έδρα το Βελεστίνο.    
Το κλίμα, πάντως, εντός του στρατοπέδου των επαναστατημένων Ελλήνων μόνο αδερφικό δεν ήταν[6]. Κι αυτό ήταν και φυσικό επακόλουθο της κοινωνικής προέλευσης και των επιδιώξεων των μαχόμενων κομματιών. Από τη μια πλευρά, περιοχές όπως το Μεσολόγγι και τα νησιά διαπνέονταν έντονα από το αστικό, φιλελεύθερο πνεύμα, με τα νησιά να έχουν δική τους Γερουσία. Από την άλλη, βρισκόταν η Πελοπόννησος του συντηρητικού φεουδαρχισμού και του έντονου τοπικιστικού αισθήματος, γεγονός που μπορεί να εξηγηθεί αν δούμε πως η Πελοπόννησος ήταν μια χερσόνησος αποκομμένη από την ηπειρωτική Ελλάδα με συνθήκες κλειστής οικονομίας και δυνατότητες ανεξάρτητης και αυτάρκους επαρχίας. Πιο ειδικά, αξίζει να δει κανείς και τη Μάνη, που υπήρξε αυτόνομη ηγεμονία στην εποχή της Τουρκοκρατίας, προπαρασκευάζοντας στρατιωτικά στελέχη και αποτελώντας πολιτικό καταφύγιο για την υπόλοιπη Ελλάδα. Υπό την επίδραση των παραπάνω συνθηκών, ο αρχηγός της Πελοποννησιακής Γερουσίας ανέλαβε τον τίτλο του «κοινού αρχιστράτηγου», άνευ της σύμφωνης γνώμης της λοιπής αγωνιζόμενης Ελλάδας, ενώ δεν έλειψαν και άλλες κινήσεις διαχωριστικών τάσεων των Πελοποννησίων προυχόντων. Με τους Πελοποννήσιους, λοιπόν, να μάχονται για μια Ελλάδα περιορισμένη στα όρια της Πελοποννήσου και τους Νησιώτες, και ευρύτερα τους φιλελεύθερους, να αγωνίζονται για μια Ελλάδα μεγάλη με όρια όλη τη Βαλκανική, είναι δεδομένο πως οι διαφωνίες αυτές βάθαιναν μετά τις πρώτες επιτυχίες της Επανάστασης, στοιχείο δηλωτικό της διαφορετικότητας των μαχόμενων κοινωνικών τάξεων. Η έλευση του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, ως αντιπροσώπου των φιλελεύθερων αστικών ιδεών δεν έλυσε ποτέ τα ζητήματα που προέκυπταν και, παρά την αρχική υποχώρηση των Πελοποννησίων και την αναγνώριση Κεντρικής Κυβέρνησης υπό την επιρροή Νησιωτών και Ρουμελιωτών, το Σεπτέμβρη του 1824, οι Πελοποννήσιοι αναιρούν την αναγνώριση αυτή και συγκεντρώνονται με τους οπλαρχηγούς τους, φανατισμένους κατά της Κεντρικής Κυβέρνησης, γύρω από το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Η στάση αυτή, τελικά, κατεστάλη προσωρινά από τους Ρουμελιώτες. Σε αυτό το σημείο, αξίζει να τονιστεί πως οι οπλαρχηγοί σε μόνιμη προσοδοφόρα θέση πάντα κινούνταν, άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο, και με γνώμονα το προσωπικό συμφέρον, θέση που δικαιολογεί κάπως την ασάφεια της συνείδησης των Ρουμελιωτών οπλαρχηγών στη διαμάχη Πελοποννησίων-Κυβερνητικών, οι οποίοι δε θα εμπλέκονταν στον αγώνα αν δεν είχε παρέμβει δυναμικά ο Μαυροκορδάτος.
Ως πάντα, οι ξένοι παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, έτοιμοι να παρέμβουν για την εξυπηρέτηση των (συγκρουόμενων ενίοτε) συμφερόντων τους. Η Επανάσταση του 1821 δε θα μπορούσε να ξεφύγει από αυτό το μοτίβο. Πρώτος «φιλέλλην» ο Βρετανός Τζωρτζ Κάνιγκ (της πλατείας Κάνιγγος), εχθρός του Αυστριακού μονάρχη Μαίτερνιχ, λόγω της νέας εξωτερικής πολιτικής της Αγγλίας στην Ανατολή και τη Μεσόγειο που ήταν ευνοϊκή για την Ελληνική Επανάσταση. Διορατικός καθώς ήταν ο Κάνιγκ, θέλησε να αποτρέψει ενδεχόμενη εύνοια της Ρωσίας προς τους εξεγερμένους Έλληνες. Τα αντικρουόμενα συμφεροντολογικά ελατήρια των Ευρωπαίων οδήγησαν στη συνθήκη του Λονδίνου το 1827, με την οποία οι κυβερνήσεις Αγγλίας-Γαλλίας-Ρωσίας μεσολάβησαν για την ειρήνευση Ελλάδας-Τουρκίας με τον όρο να αποκτήσει η Ελλάδα διοικητική ανεξαρτησία ως υποτελής στο Σουλτάνο. Η Τουρκία αποδέχτηκε τη συνθήκη μόνο υπό τον όρο της «απόλυτης υποταγής» της Ελλάδας. Στις 16 Οκτωβρίου 1827 οι ναύαρχοι των Μεγάλων Δυνάμεων στέλνουν τελεσίγραφο στον Ιμπραήμ να λύσει τον αποκλεισμό των ελληνικών παραλίων και να γίνει δεκτή η συνθήκη του Λονδίνου. Ο Ιμπραήμ δε δέχεται και η συνέχεια γνωστή: ναυμαχία του Ναυαρίνου τέσσερις μέρες μετά, με το στόλο των Μεγάλων Δυνάμεων να κατατροπώνει τον αντίστοιχο Τούρκικο. Στο μεταξύ, ήδη από το Μάρτιο του 1827 και την Γ’ Εθνοσυνέλευση στην Τροιζήνα (στην οποία ανατέθηκε η αρχηγία των ενόπλων δυνάμεων στους Τσωρτς και Κόχραν, δείγμα ανεπάρκειας των αλληλοσπαρασσόμενων Ελλήνων οπλαρχηγών), έχει έλθει στο προσκήνιο ο Ιωάννης Καποδίστριας, στον οποίο εκχωρείται κατόπιν εκλογής η νομοτελεστική δύναμη («σε έναν και μόνον»), ένα ελαφρύ πισωγύρισμα σε σχέση με τις πιο δημοκρατικές και φιλελεύθερες 2 πρώτες Εθνοσυνελεύσεις. Ένα πισωγύρισμα που μπορεί να ερμηνευτεί αφενός από το φόβο εκφυλισμού και καταστολής της Επανάστασης από τους Πελοποννήσιους κοτζαμπάσηδες, αφετέρου από την άγνοια του ακραία δεσποτικού χαρακτήρα του Καποδίστρια.    

ΤΟ ΝΕΟΣΥΣΤΑΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ

Κάπως έτσι ξεκινά η περίοδος του Καποδίστρια. Από τα πρώτα πράγμα που έκανε ο φιλορώσος διοικητής ήταν να ιδρύσει ένα πανελλήνιο συμβουλευτικό σώμα, το οποίο εξαρτιόταν απ’ τον ίδιο. Προσέφερε οικονομική στήριξη στην Πελοπόννησο, όπου υπήρχε ισχυρή οικονομική εξάρτηση της μεσαίας γεωργικής τάξης και του αδύναμου λαού από τους προύχοντες, και ήρθε σε σύγκρουση από την πρώτη μέρα με τους Υδραίους και τους Νησιώτες ευρύτερα, απέναντι στους οποίους ακολούθησε πολιτική οικονομικού αποκλεισμού. Ο υπέρμετρα, όμως, δεσποτικός του χαρακτήρας θα τον φέρει σύντομα σε ρήξη και με τους θεωρητικά ευνοούμενούς του, κοτζαμπάσηδες: για την παγίωση της δημόσιας ασφάλειας και την εμπέδωση του σεβασμού στο νόμο επιθυμούσε την έλευση ξένων τοποτηρητών για να αναλάβουν τη διοίκηση, στοιχείο που καταργούσε την αποκεντρωτική διοίκηση και αφαιρούσε δύναμη από τους προεστώτες. Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι ήδη υπάρχουσες αλληλοσπαρασσόμενες πολιτικές φατριές διαμορφώθηκαν σε κόμματα ξένης επιρροής, το Ρωσικό, με στήριξη από τους Πελοποννήσιους, το Αγγλικό, με στήριξη από τους Νησιώτες, και το Γαλλικό, με στήριξη από τους Ρουμελιώτες. Τα παιχνίδια των Μεγάλων Δυνάμεων στα εσωτερικά του νεογέννητου Ελληνικού κράους συνεχίστηκαν εντονότερα μετά τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, με τους μεν Γάλλους φοβούμενους την αυξανόμενη Ρωσική επιρροή να στέλνουν στρατεύματα υπό του Μαιζώνος, δήθεν για την εκδίωξη των Αιγυπτίων, τους δε Άγγλους φοβούμενους την υπερίσχυση της Ρωσίας στο Ρωσοτουρκικό πόλεμο (ξέσπασε μετά τη ναυμαχία του Ναυαρίνου) και το μεγάλωμα της Ελλάδας να απαγορεύουν την επέκτασή της προς τη Στερεά. Εν τω μεταξύ ο Καποδίστριας συνέχισε να διαπράττει το ένα «πολιτικό φάουλ» μετά το άλλο, αρνούμενος την πρόταση των μεγάλων Δυνάμεων να ταξιδεύουν τα ελληνικά πλοία υπό τις σημαίες τους, μέτρο ωφέλιμο εκείνη τη στιγμή με τη μάστιγα της κρίσης να χτυπά ανελέητα (χαρακτηριστικό το ότι άνεργοι ναυτεργάτες έφευγαν απ’ την Ύδρα για την Κωνσταντινούπολη) και, παράλληλα, καταστέλλοντας με τη βία τον (δεδομένο) κοτζαμπασηδισμό και την ασυδοσία των Μανιατών. Με το λαό δυσαρεστημένο από την αυταρχική διοίκηση και την Αγγλία και τη Γαλλία να ενισχύουν ηθικά και υλικά την αντιπολίτευση, το μέλλον του πρώτου διοικητή της Ελλάδας φάνταζε δυσοίωνο και το τέλος του δεν άργησε να έρθει, στις 9 Οκτώβρη του 1831, από το χέρι των εκ Μάνης Μαυρομιχάληδων. Ο Καποδίστριας[7] πλήρωσε, πέραν των ήδη αλληλοσυγκρουόμεων κοινωνικών συμφερόντων των Ελλήνων, τη «με το έτσι-θέλω» επιθυμία επιβολής του συγκεντρωτικού του συστήματος σε μια μέρα, αποδεικνύοντας εαυτόν ξένο προς το περιβάλλον στο οποίο κλήθηκε να δράσει και, φυσικά, απέτυχε οικτρά.
Το θάνατο του Καποδίστρια διαδέχτηκαν νέοι εμφύλιοι σπαραγμοί κυβερνητικών-αντιπολιτευομένων, συγκρούσεις που αποτελούσαν φυσική συνέχεια των συνθηκών της επανάστασης στο εσωτερικό μέτωπο των αγωνιζόμενων. Η λήξη των γεγονότων που ακολούθησαν τη δολοφονία Καποδίστρια θα επέλθει με την εκλογή του Όθωνος ως βασιλιά, γεγονός που σήμανε και την ήττα της αστικής τάξης. Μια ήττα που ήρθε σαν αποτέλεσμα τόσο της οικονομικής κρίσης της εμπόλεμης χώρας που έθιξε το εμπόριο και τη ναυτιλία επιφέροντας την απώλεια της προηγούμενης ισχύος και κοινωνικής επιρροής των αστών όσο και της αύξησης της γαιοκτησίας των Ελλήνων φεουδαρχών. Το τελικό αποτέλεσμα, λοιπόν, της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, ενός αγώνα με έντονο το στοιχείο της κοινωνικής σύγκρουσης, ήταν η δημιουργία ενός λιλιπούτειου κράτους στο οποίο ο λαός μπορεί να απαλλάχθηκε ολοκληρωτικά από τον Τουρκικό ζυγό, δεν απαλλάχθηκε, όμως, παρά μόνο εν μέρει από το φεουδαρχισμό.

ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΚΟΡΔΑΤΟΥ

                Το έργο του Κορδάτου αποτελεί, όπως είδαμε και στην εισαγωγή, την πρώτη ανάγνωση της Επανάστασης του ’21 μέσα από υλιστική σκοπιά, με τα εργαλεία του μαρξισμού, ενώ γράφεται το 1924, σε μια εποχή που είναι ισχυρή η επίδραση της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917. Αποτελεί μια ηχηρή απάντηση σε όσους αντιμετώπιζαν τον αγώνα του ’21 σαν μια αποκλειστικά εθνικής φύσεως εξέγερση ενάντια στον ξένο δυνάστη ή, ακόμα χειρότερα, ως θρησκευτικό αγώνα των υπόδουλων Χριστιανών ενάντια στους κυρίαρχους Μουσουλμάνους. Για τον Κορδάτο, άλλωστε, τα πράγματα είναι απλά: «Οι ιδέες δεν κατεβαίνουν απ’ τον ουρανό, αλλά ανεβαίνουν μέσα από το οικονομικό συγκρότημα της περιόδου». Παρά τη μεγάλη εκδοτική επιτυχία του βιβλίου του (εξάντληση της πρώτης έκδοσης), ο Κορδάτος κατηγορήθηκε για κάποια σημεία του έργου του, κυρίως για μια στατική ταξική ανάλυση με στατιστικούς όρους αντιπαράθεσης των συγκρουόμενων κοινωνικών τάξεων, για έλλειψη στην παρουσίαση του υποβάθρου των εμφυλίων συγκρούσεων και για την απουσία κατάθεσης σαφούς άποψης για τη συγκρότηση του νεοελληνικού έθνους. Στο ευρύτερο έργο του «Νεοελληνική Ιστορία» αποπειράται να διορθώσει τη στατική ανάλυση της «Κοινωνικής Σημασίας», εμβαθύνοντας και διακρίνοντας κοινωνικά στρώματα εντός των αντικρουόμενων τάξεων. Παρά την όποια κριτική, ωστόσο, στο έργο του, ο Κορδάτος είναι ο πρώτος που προσπαθεί μέσα απ’ το έργο του να δώσει τα βασικά μεθοδολογικά εργαλεία και να βοηθήσει στην κατανόηση της Ελληνικής Ιστορίας στο νεαρό εργατικό κίνημα αλλά και στο ΚΚΕ, που εκείνη την περίοδο ταλανιζόταν από το Μακεδονικό πρόβλημα, αναδεικνύοντας τη δυναμική της ταξικής πάλης και, μέσα από αυτή, την πορεία προς την κοινωνική χειραφέτηση.    

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


[1] Πέραν της άποψης του «καθαρού φεουδαρχικού» χαρακτήρα τόσο της Βυζαντινής όσο και της διάδοχής της Οθωμανικής αυτοκρατορίας υπάρχει και η αντίληψη περί επικράτησης ενός «ασιατικού μοντέλου παραγωγής»στις παραπάνω περιπτώσεις, ενός μοντέλου που περιγράφηκε στα πλαίσια μιας ευρύτερης επεξεργασίας των προκαπιταλιστικών μορφών συσσώρευσης που κάνει ο Μαρξ στα “Grundrisse”. Σε τι έγκειται, όμως, αυτό το «ασιατικό μοντέλο»: α) μια σχέση ιδιοκτησίας πάνω στη γη που ασκείται από την άρχουσα τάξη, β) μια σχέση κατοχής της γης, που παραμένει στα χέρια των εργαζομένων που υπόκεινται στις συγκεκριμένες σχέσεις εξουσίας και εκμετάλλευσης, γ) οργάνωση τόσο των σχέσεων ιδιοκτησίας όσο και των σχέσεων κατοχής όχι σε ατομικό αλλά σε συλλογικό επίπεδο. Η κυρίαρχη τάξη, λοιπόν, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οργανώνεται σε κράτος ή σε κοινωνικό σχηματισμό που προσομοιάζει σε κράτος (προ-κρατική ηγεμονία), με το Σουλτάνο να προσωποποιεί την ενότητα της κρατικής εξουσίας. Ο μεμονωμένος αγρότης δεν κατέχει τη γη που καλλιεργεί, η οποία ανήκει στην «ασιατική κοινότητα», παρά μόνο μετά την ένταξή του στην κοινότητα αυτή. Η επαρχία του Σουλτάνου χωρίζεται σε επαρχίες και οι επαρχίες σε τιμάρια. Τα τιμάρια αποτελούν οικονομική, πολιτική και στρατιωτική ενότητα στα πλαίσια του δεσποτικού κράτους. Σε ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο, έχουμε τον κυρίαρχο Σουλτάνο, εκπρόσωπο του Θεού στη γη (ο ασιατικός δεσποτισμός είναι θρησκευτικός). Η απόσπαση της υπερεργασίας των εργαζομένων γινόταν με τη μορφή του φόρου, που καταβαλλόταν μέσω του κεντρικού διοικητικού μηχανισμού στο Σουλτάνο. Πέραν των τιμαρίων υπήρχαν και τα βακούφια, τα τιμάρια δηλαδή της Εκκλησίας, Οθωμανικής ή Ορθόδοξης, τα οποία δε διέφεραν σε κοινωνικές σχέσεις από τα “true” τιμάρια, αλλά η ύπαρξή τους δήλωνε μια σχετική αυτονομία των θρησκευτικών αρχών από το Σουλτάνο (με την Εκκλησία να ιδιοποιείται τους φόρους από τα βακούφια). Επικεφαλής των κοινοτήτων τίθενται οι προεστώτες, οι οποίοι γίνονται οι μεσολαβητές μεταξύ τιμαρίου-κοινότητας και κεντρικού κρατικού μηχανισμού. Στην εκλογή των προεστών (όπου αυτή λάμβανε χώρα) συμμετείχαν μόνο τα μέλη των κυρίαρχων οικογενειών της κοινότητας, ενώ υπήρχαν και κοινότητες με ισόβιους κοτζαμπάσηδες. Ο τοπικός στρατιωτικός μηχανισμός αφορούσε τους αρματολούς (martolos στα τούρκικα), ένοπλο σώμα υπό την ηγεσία των κοτζαμπάσηδων. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις εκείνες στις οποίες οι αρματολοί διεκδικούσαν την τοπική εξουσία από τους κοτζαμπάσηδες, κινητοποιώντας τις Τουρκικές αρχές, εγκαταλείποντας την περιοχή τους και μετατρεπόμενοι πλέον σε κλέφτες, για να συνεχίσουν ως τέτοιοι την πάλη ενάντια τόσο, πλέον, στους κοτζαμπάσηδες όσο και στις Τουρκικές αρχές.

[2] Στο μετέπειτα έργο του «Η Νεοελληνική Ιστορία» στο τρίπτυχο «κοτζαμπάσηδες-κλήρος-Φαναριώτες» έρχεται να προστεθούν οι κλέφτες και οι αρματολοί. Ο Κορδάτος παρουσιάζει τον κλεφταρματολισμό, ουσιαστικά, σαν στρατιωτικοκοινωνική λειτουργία του φεουδαρχισμού. Αρματολισμός και ληστεία ήταν συγκοινωνούντα δοχεία για τον Κορδάτο, με τον κλέφτη και το διώκτη του (αρματολό) να συγκρούονται συχνά με τον «τουρκικό απολυταρχισμό» και τον «ελληνικό κοτζαμπασισμό», αλλά, παράλληλα καλοτυχίζανε από το φτωχό ελληνικό αγροτικό λαό, που περνούσε ζωή σκληρή, υπό την τυραννία του «Τούρκου μπέη» και του «Ρωμιού κοτζαμπάση». Αυτή η όχι και τόσο ξεκάθαρη θέση των κλεφτών και των αρματολών δεν απετέλεσε εμπόδιο για να επιδιώξει να συνάψει συμμαχίες η ανερχόμενη αστική τάξη, η οποία προσπάθησε να εμφυσήσει σε αυτό το κοινωνικό στρώμα-σχηματισμό εθνικά ιδεώδη, επιτυχώς θα λέγαμε, αν αναλογιστούμε πόσο συνεισέφεραν στον αγώνα, με τις αντιφάσεις τους, τα κλεφταρματολίκια της Στερεάς Ελλάδας.

[3] Ο Κορδάτος θεωρεί πως η ύπαρξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συνιστά ανάχωμα στην αστική ανάπτυξη στα Βαλκάνια. Χαρακτηριστικά λέει: «Μέσα στην Τουρκική αυτοκρατορία καμιά ασφάλεια για τις οικονομικές συναλλαγές δεν υπήρχε. Η ατομική ιδιοκτησία δεν ήταν ασφαλισμένη». Η πατρότητα αυτής τη φράσης και αυτής της ανάλυσης, εν γένει, βρίσκεται στον Ένγκελς, ο οποίος γράφει στο έργο του «Η εξωτερική πολιτική του τσαρισμού»: «Η Τουρκική κυριαρχία, όπως και κάθε ανατολική, είναι ασυμβίβαστη με την καπιταλιστική κοινωνία. Όση υπεραξία κερδίζεται δεν είναι σίγουρη από τα χέρια των αρπακτικών σατραπών και πασάδων. Λείπει ο πρώτος βασικός όρος της αστικής προσοδοφόρας δραστηριότητας: η ασφάλεια του προσώπου και της ιδιοκτησίας του εμπόρου».

[4] Χαρακτηριστικό παράδειγμα στίχων δηλωτικών του φιλελεύθερου δυτικού πνεύματος που διέπνεε το έργο του Ρήγα:
Συμβούλους προκομμένους, με πατριωτισμόν
Να βάλλωμεν εις όλα να δίδουν ορισμόν
Ο νόμος να ναι πρώτος και μόνος οδηγός
Και της πατρίδος ένας να γίνη αρχηγός

[5] Στο τέλος της παρουσίασης της ανερχόμενης αστικής τάξης, καλό θα ήταν να δούμε την άποψη του Κορδάτου για τη δόμηση της ελληνικής εθνικής συνείδησης μέσα από τον κοινωνικό και εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του ’21, επηρεασμένη, φυσικά, από τις θέσεις του ΚΚΕ του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 1930. Στο μεσοδιάστημα μεταξύ της κυκλοφορίας της «Κοινωνικής Σημασίας της Ελληνικής Επαναστάσεως» και της «Νεοελληνικής Ιστορίας», το ΚΚΕ εξέδωσε μεταφρασμένο το βιβλίο του Μπρόιντο «Το Εθνικό Ζήτημα υπό το φως του Μαρξισμού», για τις ανάγκες προώθησης της θέσης του για «την κρατική ανεξαρτησία Μακεδονίας και Θράκης» (θέση με την οποία είχε έρθει σε σύγκρουση ο Κορδάτος). Στο βιβλίο αυτό, το έθνος επισημαίνεται ως ένα ιστορικό φαινόμενο που οφείλει την ύπαρξή του στον κεφαλαιοκρατισμό, ενώ ως εθνικισμός ορίζεται ως η πολιτική της μπουρζουαζίας για να στρέψει τις λαϊκές μάζες ενός έθνους ενάντια στις αντίστοιχες άλλων εθνών, υποδιαιρώντας τον σε αμυντικό και επιθετικό, μια κατηγοριοποίηση που έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της αντίληψης του Κορδάτου περί εθνικής συνείδησης των Ελλήνων. Ως αμυντικός εθνικισμός, δε, ορίζεται ο εθνικισμός μιας μη αξιόμαχης πολιτικά και οικονομικά μπουρζουαζίας για να αντιπαρατεθεί σε ισχυρότερα αντίπαλα έθνη. Ο Κορδάτος, λοιπόν, θεωρεί την περιρρέουσα το ’21  πνευματική αναγέννηση απότοκο ενός αμυντικού εθνικισμού, ενώ θεωρεί τις αντικειμενικές και υποκειμενικές διεργασίες προετοιμασίες της Επανάστασης μήτρα του ελληνικού έθνους.   

[6] Αξίζει εδώ μια μικρή αναφορά σε έναν άνθρωπο, που παρουσιαζόταν τόσο από σύγχρονους του Κορδάτου όσο και από μεταγενέστερους ιστορικούς (δείτε και τα σύγχρονα βιβλία Ιστορίας σε σχολικό ή μη επίπεδο) ως σημαντική φιγούρα του αγώνα του ’21, στον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’. Ο Γρηγόριος ουδεμία σχέση έχει με τη φιλοπατρία και την ελληνοπρέπεια που του αναγνωρίζουν αρκετοί. Ως γνήσιος εκπρόσωπος του κλήρου, ήταν φορέας μοναρχικών ιδεών, ως εκ τούτου δεν προξενεί εντύπωση ότι είχε αφορίσει την Επανάσταση, τον Υψηλάντη και τους Φιλικούς, αποκαλώντας «εθνοφθόρον» το τόλμημα της Επανάστασης. Χαρακτηριστική του φράση: «εκήρυξαν του Γένους την ελευθερίαν και με την φωνήν αυτήν εφείλκυσαν πολλούς των εκεί κακοήθεις και ανόητους». Ουδόλως υπήρξε εθνομάρτυρας, ο θάνατός του ήταν μια τυπική πολιτική δολοφονία σε εποχές πολιτικού αναβρασμού από την κρατούσα εξουσία, κατά τον Κορδάτο.   

[7] Εδώ θα ακολουθήσει  μια αναφορά σε στοιχεία και απόψεις που κατέθεσαν περί του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας σύγχρονοί του συγγραφείς. Ο φιλέλληνας ιστορικός Τίερς αναφέρει ότι ο Καποδίστριας μεσολάβησε ώστε να αποτύχουν οι διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους για την παράδοση της Αθήνας. Λόγος της παραπάνω στάσης κατά τον Τίερς, ήταν αφενός η αποστροφή του προς την πρωτεύουσα της Αρχαίας Ελλάδας, την αρχαία εστία των δημοκρατικών ιδεών, και αφετέρου επειδή ήθελε να παραμείνουν όσο το δυνατόν μικρότερα τα σύνορα του νέου Ελληνικού κράτους για να μείνει αυτός ισόβιος Κυβερνήτης, μιας και κανένας πρίγκηπας δε θα θελε να γίνει βασιλιάς ενός τόσο μικρού κράτους. Ο Ρως, από την πλευρά του, παρουσιάζει και αυτός την αποστροφή του Καποδίστρια προς τις αρχαιοελληνικές ιδέες και τον πολιτισμό. Χαρακτηριστικά, παρουσιάζει τον Κυβερνήτη να λέει για τις ιδέες των αρχαίων «ταύτα είναι ιδέαι πεπλανημέναι, ας πρέπει να εγκαταλίπητε,… αυτοί (οι Αρχαίοι) ήσαν ακατάσταται κεφαλαί», ενώ μας δίνει μια ακόμη «καυτή» φράση του: «ο διάβολος να πάρη τους Τούρκους που δεν εχάλασαν αυτά τα αρχαία». Και δε σταματάει ο Ρως στις απόψεις του Καποδίστρια για την Αρχαία Ελλάδα. Τον παρουσιάζει σαν «φαυλότερο του Σουλτάνου τύραννο», φέροντας το παράδειγμα της φιλελεύθερης Ύδρας, που «δε γνώρισε κατάσκοπο πριν τον Καποδίστρια». Ο Φίνλεϊ παρουσιάζεται πιο συγκρατημένος απέναντι στον Κυβερνήτη: «… τα προτερήματα αυτού και αι ιδιωτικαί αυτού αρεταί τυγχάνουσιν του προσήκοντος επαίνου. Αλλά τα προτερήματα ταύτα μεθ’ όλης της του ανδρός σοφιστείας και εντέχνων λογισμών και ψευδών προσχημάτων δεν ήρκεσαν ίνα καλυφθώσιν τα κακά τα επενεχθέντα εις την Ελλάδα επί του φαύλου συστήματος της Κυβερνήσεώς του». Τέλος, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η άποψη του Υπουργού Εξωτερικών και Γενικού Γραμματέα επί Καποδίστρια Σπύρου Τρικούπη, όπως την παρουσιάζει στον 4ο τόμο της «Ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως». Ο Τρικούπης αναφέρει πως ο Καποδίστριας, έχοντας μεγαλώσει στη Ρωσία, θεωρείτο θιασώτης της Ρωσικής πολιτικής στην Ελλάδα. Όταν, όμως, κλήθηκε να πάρει την εξουσία, παραιτήθηκε από κάθε ρωσικό δεσμό. Την εικόνα του αμαύρωσαν οι εξής κηλίδες, κατά τον Τρικούπη: αγαπούσε να περιαυτολογεί, να επαίρεται και να χλευάζει τους ανθρώπους του αγώνα, απέδιδε πάντα τις ευτυχείς πολιτικές περιστάσεις στη δική του ικανότητα και θεωρούσε ότι ο τόπος δε θα ευημερούσε αν δεν έρχονταν άνθρωποι «έξωθεν» να τον κυβερνήσουν. «Φιλογενείς δε και φιλελευθέρας αρχάς πρεσβεύων, ήθελε να κυβερνά δεσποτικώς τους ομογενείς του.»

πόσοι μας διάβασαν: