Σάββατο, 14 Αυγούστου 2010

Μπάνια και ελεύθερη κατασκήνωση στην Ελλάδα του μεσοπολέμου

Κώστας Παλούκης, 
ανακοίνωση στο Κάμπινγκ Ανιρέσεις Ιούλιος 2010

Η ιδέα του κάμπινγκ και ακόμη περισσότερο του ελεύθερου κάμπινγκ, όπως εμφανίστηκε την σύγχρονη εποχή σχετίζεται με την κριτική στον καπιταλιστικό βιομηχανικό, αστικό και ευρύτερα μοντερνικό πολιτισμό. Ο πολιτισμός της πόλης και της τεχνολογίας γίνεται αντιληπτός ως αντιπαραθετικός με τον παραδοσιακό της υπαίθρου και της φύσης. Στον αγροτικό παραδοσιακό πολιτισμό θεωρείται πως ο άνθρωπος βρίσκεται σε απόλυτη ενότητα με τις δυνάμεις της φύσης, ενώ στον αστικό βιομηχανικό πολιτισμό βρίσκεται σε ρήξη και απομάκρυνση από τη φύση και για αυτό αισθάνεται ένα είδος αλλοτρίωσης που του γεννά την τάση «επιστροφής στη φύση». Αυτή η τάση γεννά μια νέα κουλτούρα ή καλύτερα υποκουλτούρα που επιλέγει την προσωρινή καλοκαιρινή φυγή από την πόλη και τη δημιουργία προσωρινών καταυλισμών και κατασκηνώσεων κοντά σε παραλίες, ποταμούς ή λίμνες είτε με οργανωμένο τρόπο είτε με ελεύθερο τρόπο.
Η προσωπική βιωματική σχέση του γράφοντος ίσως να βοηθάει στην κατανόηση αυτής της σχέσης μοντέρνου/παραδοσιακού, τη συναίσθηση της «αλλοτρίωσης» και τη γένεση του αισθήματος επιστροφής. Συγκεκριμένα ο πατέρας μου είναι μεγαλωμένος σε ένα χωριό της Αιτ/νίας. Οι αφηγήσεις του στα σημερινά οικογενειακά συμπόσια για τα παιδικά του χρόνια βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με την καθαρά μοντερνική εικόνα του επαγγέλματός του. Ο υπάλληλος του ΟΤΕ που στην εικόνα του γιού του είναι ταυτισμένος με λαμπάκια που αναβοσβήνουν και γιγάντια μηχανήματα σε τεράστιες αίθουσες με τα οποία «συνδέεται καλωδιακά» για να τα επισκευάσει, μηχανικούς ήχους, συναγερμούς και τηλέφωνα, αφηγείται ιστορίες για τις δουλειές στα χωράφια, στο πότισμα ζώων και αλόγων, περιγράφουν ίππευση και παιχνίδι με τα ζώα, ψάρεμα και κολύμπι στη θάλασσα, προσωρινή καλοκαιρινή «κατασκήνωση» κοντά στα πεδινά χωράφια, φόβο για τις δυνάμεις της φύσης, τις νεράιδες, τα φαντάσματα κλπ. Οι θερινές διακοπές στο χωριό σηματοδοτούν ακριβώς την δική του ανάγκη για επιστροφή σε έναν κόσμο με ρυθμούς και δομές λιγότερο εντατικοποιημένες και πιο οργανικά ενταγμένες στον αγροτικό παραδοσιακό πολιτισμό. Η ανάγκη για την επιστροφή στη φύση με έναν άλλο τρόπο δεν υφίσταται γιατί καλύπτεται με έναν πιο οικείο τρόπο. Μάλιστα, το κάμπινγκ φαντάζει μάλλον μοντέρνο και ξένο σε μια κουλτούρα επιστροφής στο χωριό με όρους πετυχημένου επαγγελματικά και οικονομικά. Αντίθετα, τώρα η δεύτερη γενιά αποκομμένη βιωματικά από το χωριό αναζητά άλλους δρόμους βίωσης της επιστροφής στην παράδοση και την φύση. Οι παιδικές κατασκηνώσεις αρχικά και κατά τη νεανική ηλικία στη συνέχεια το κάμπινγκ και το ελεύθερο κάμπινγκ ακόμη περισσότερο συνιστά ένα είδος διεξόδου.
Συνεπώς, κατά την εποχή του βιομηχανικού και αστικού κόσμου η απόσταση από τη φύση γεννά και την έννοια επιστροφή στη φύση, δηλαδή κατασκήνωση, ζωή μέσα στη φύση, γνώση της φύσης ειδικά για την παιδική ηλικία, μπάνια, εκδρομές σε εξοχικές περιοχές με ίσκιο, συλλογική κίνηση. Αυτή η τάση με αυτό το περιεχόμενο διαπερνά όλα τα στρώματα και τις τάξεις του αστικού χώρου από πολύ νωρίς. Από τα τέλη του 19ου αιώνα και σε όλο τον 20ο αιώνα οι Αθηναίοι οργανώνουν εκδρομές τις καλοκαιρινές Κυριακές στις παραλίες, σε ειδυλλιακές περιοχές έξω από το άστυ, όπως στην Κολοκυνθού. Με κοφίνια γεμάτα πάνω σε άμαξες διαφόρων λογής φαγητών και αλκοολούχων ποτών κυρίως ρετσίνα, με όργανα δημιουργούν κάτω από τους ίσκιους ζωντανές παρέες. Οι περιγραφές αυτών των εξόδων και οι αφηγήσεις στον τύπο της εποχής, στα διηγήματα και στις αναμνήσεις διαπερνώνται από το ρομαντικό κλίμα που χαρακτηρίζει την Βelle Époque των Αθηνών και χαρακτηρίζει την ποιητική και λογοτεχνική ρομαντική Σχολή των Αθηνών με τη φυγή στο αυθεντικό, το αισθητικό, στο μεσαιωνικό, στο αγροτικό, το βουκολικό. Λανθάνει πάντα ο ρομαντικός ερωτισμός. Σε αυτές τις εκδρομές κυρίως συμμετέχουν νέοι μαθητές και φοιτητές από όλα τα στρώματα.

Σημαντικός ίσως σταθμός στην ιδέα και την πρακτική της επιστροφής στην φύση είναι ο προσκοπισμός που έρχεται στην Ελλάδα αρκετά νωρίς περίπου στα 1910. Οργανώνει εκδρομές και κατασκηνώσεις για παιδιά και νέους με χαρακτήρα, θα έλεγε κανείς, αυτοοργάνωσης και επιβίωσης μέσα στη φύση. Με τον προσκοπισμό η επιστροφή στη φύση συνδέεται με την εκπαίδευση, την ηθικοπλαστική διαμόρφωση των νέων. Λαμβάνει χώρα σε ένα ιδεολογικό πλαίσιο διαφορετικό από τον ρομαντισμό, αυτό του μιλιταρισμού. Ο μιλιταρισμός, βασισμένος στην ιδέα του δυνατού ανθρώπου που επιβιώνει σε συνθήκες δύσκολες μέσω της συλλογικής και ιεραρχικής οργάνωσης, της λατρείας του υγιούς σώματος, με τη σαφή διάκριση των έμφυλων ρόλων σε σχέση με τη φύση με βάση τις κυρίαρχες ιδεολογίες. Ο προσκοπισμός εκφράζει το μιλιταριστικό κλίμα που κυριαρχούσε πριν τον Α Παγκόσμιο πόλεμο στις αγγλοσαξονικές χώρες και κυρίως στην Αγγλία και τη Γερμανία με την οικοδόμηση του νέου βιομηχανικού εργάτη-ανθρώπου μηχανής που αντανακλά στην ανάγκη και στα πρότυπα της βιομηχανικής εποχής. Εδώ να σημειώσουμε ως στοιχεία αυτού του μιλιταριστικού πνεύματος τις έννοιες γυμνισμός, λατρεία του γυμνού σώματος, αρχαιοελληνισμός, σπαρτιατικό πρότυπο, άθληση. Ο νέος άνθρωπος ολοκληρώνεται διανοητικά-πνευματικά, υποταγμένος στην ιεραρχία, με τετραγωνισμένο σώμα (τότε εμφανίζεται η σουηδική γυμναστική). Πρότυπο δεν είναι λοιπόν οι ρομαντικές περιπλανήσεις και οι έρωτες, αλλά ο αρχέγονος βίαιος και δυνατός άντρας. (να σημειώσουμε εδώ κάποιες έννοιες όπως νιτσεισμός-υπεράνθρωπος). Μετα τον Μεγάλο Πόλεμο τα φασιστικά καθεστώτα σχεδιάζουν και οργανώνουν νεολαίες με αυτό το χαρακτήρα επηρεασμένοι και εξελίσσοντας το μοντέλο του προσκοπισμού. Είναι γνωστή η σχέση γερμανών φασιστών με ιδρυτή του προσκοπισμού. Ο φασισμός υιοθετεί την αντιδραστική αυτή μοντέρνα επιστροφή στη φύση.
Στην Ελλάδα οι προσκοπικές δράσεις εξαπλώνονται πολύ γρήγορα μεταπολεμικά σε όλες τις πόλεις και τις γειτονιές, ακόμη και τις λαϊκές, π.χ. Περιστέρι, Καισιαριανή κλπ. Η μεταξική δικτατορία και η ιδεολογία του τρίτου ελληνικού πολιτισμού ορίζει με έναν ελληνικό τρόπο την επιστροφή στη φύση. Το ρεύμα της νέας αυθεντικής ελληνικότητας που χαρακτηρίζει την δεκαετία του 1930 στη λογοτεχνία, την αρχιτεκτονική και τη ζωγραφική αναδεικνύεται με τη λατρεία του ελληνικού τοπίου. Το καθεστώς ιδρύει πολιτιστικούς εκδρομικούς ομίλους που συνεχίζουν την παράδοση των κυριακάτικων εκδρομών μπάνια, αλλά και γλέντια με την ευλογία και την οικονομική ενίσχυση του κράτους. Χαρακτηριστικό του νέου κλίματος και ιδέας είναι η αναδάσωση με μαζική συμμετοχή βουνών και λόφων της Αττικής με πεύκο (το αττικό δέντρο), όπου πολίτες συμμετέχουν εθελοντικά με χαρακτήρα εκδρομής σε αυτό το έργο. Ο γυμνισμός ποτέ δεν μπόρεσε να λάβει στην Ελλάδα του μεσοπολέμου να επικρατήσει ως μοντέρνα ιδέα. Παρόλαυτά μπορεί κανείς να δει στην εφημερίδα Μακεδονία της Θεσσαλονίκης πολλές φωτογραφίες με γυμνές γυναίκες με χαρακτήρα οριακά πορνογραφικό, κάτι που μάλλον θα ήταν αδιανόητο για τα ελληνικά πράγματα μετά τον Εμφύλιο στην Ελλάδα, όπου μάλλον κυριαρχεί, θα έλεγε κανείς, ένας βαθειά ηθικός αντιμοντερνικός συντηρητισμός στον ελληνικό αστισμό.
Η εκκλησία είναι ο άλλος εκείνος θεσμός που οργανώνει κατασκηνώσεις για νέους κατά την περίοδο του μεσοπολέμου. Έχει ενδιαφέρον να διαβάσει κανείς ο τρόπος με τον οποίο περιγράφεται από τις εφημερίδες της εποχής η επιστροφή στη φύση και η άρνηση του αστικού βιομηχανικού πολιτισμού μέσω ενός χριστιανικού λόγου που αποζητά την ισότητα, την κοινοτική ζωή, τις απολαύσεις της φύσης και που βέβαια αφορά κυρίως αστικά στρώματα, ακόμα και μεγαλοαστικά.

εφημερίδα το Ελεύθερον Βήμα
Η αντίθεση μοντέρνου και παραδοσιακού διαπερνά και άλλες συνθήκες. Για παράδειγμα στον μοντέρνο βιομηχανικό κόσμο υπάρχει διάσπαση, ενώ στον παραδοσιακό ενότητα του χρόνου και χώρου εργασίας και αναπαραγωγής ως ενιαίες καθημερινές ασχολίες της καθημερινότητας άμεσα σχετισμένες με το σπίτι. Στο αγροτικό παραγωγικό μοντέλο υπάρχει αυτονομία και έλεγχος από τον παραγωγό της εργασίας και του σώματος/ ως το κατεξοχήν εργαλείο. Η υποταγή είτε στον έμπορο είτε στον πολιτικό/τοκιστή είναι έμμεση. Αντίθετα, στο βιομηχανικό και καθαρά καπιταλιστικό μοντέλο παραγωγής η εργασία και το ανθρώπινο παραγωγικό δυναμικό βρίσκονται υποταγμένα άμεσα στο κεφάλαιο. Συνεπώς, στο αγροτικό μοντέλο υπάρχει ελευθερία στο χρόνο και στον έλεγχο του σώματος και κατά ένα τρόπο ο παραγωγός ελέγχει ο ίδιος τις ισορροπίες συνεπώς και τους όρους προστασίας. Αντίθετα, στις μισθωτές σχέσεις η ελευθερία και το σώμα του παραγωγού είναι νοικιασμένα στον εκμισθωτή της εργατικής δύναμης. Η ελευθερία του χρόνου, η αυτονομία στην οργάνωση της διαδικασίας της παραγωγής είναι ζητήματα άμεσης διεκδίκησης και αντίθεσης. Προκαλείται καταπόνηση του σώματος και της ψυχικής ισορροπίας, μερικές φορές καταστροφή. Το ζήτημα της υγείας συνεπώς εμφανίζεται ως σχετικό με την τάση χειραφέτησης και της απελευθέρωσης. Μέσα από τον δρόμο της υγείας εμφανίζεται και η τάση επιστροφής στην φύση, οι διακοπές, η κατασκήνωση και ο κοινοβιακός τρόπος οργάνωσης των καλοκαιρινών διακοπών.

Θα έλεγε κανείς ότι τα εργατικά στρώματα οργανώνουν και επιστρέφουν στη φύση με τους δικούς τους πολύ διαφορετικούς όρους. Συγκεκριμένα, από την δεύτερη δεκαετία του 1910 και σε όλον το ελληνικό μεσοπόλεμο εργατικά σωματεία οργανώνουν εκδρομές, γλέντια, μπάνια που διατηρείται και μεσοπολεμικά. Σε αυτές τις εκδρομές η διασκέδαση συνδέεται με την εργατική διαφώτιση και τις πολιτικές συζητήσεις. Οι αριστερές οργανώσεις: σοσιαλιστικές νεολαίες, Δρακούλης, κομμουνιστική νεολαία Αθηνών (1917), εφημερίδα κομμουνισμός, Αρχειομαρξιστές χρησιμοποιούσαν τις εκδρομές και τη φύση για την στρατολόγηση νέων μελών. Τα μαθήματα των αρχειομαρξιστών για παράδειγμα διεξάγονταν στην ύπαιθρο. Εξωκομματικές οργανώσεις, όπως οι όμιλοι εκδρομών, χρησίμευαν ακριβώς σε πιο στενή παρακολούθηση και προπαγάνδα. Είχαν ιδρυθεί δύο εκδρομικοί σύλλογοι, ο «Όμιλος Εκδρομών Νέων» και ο «Όμιλος Εκδρομών Νέων και Νεανίδων» που διοργάνωναν εκδρομές στα Μελίσσια Αττικής, στη Χελιδονού, την Αγία Βαρβάρα στο Αιγάλεω, στη θάλασσα κ.α. Οι εκδρομικοί σύλλογοι συνέδεαν την διασκέδαση με επαναστατικά τραγούδια, πολιτικές και θεωρητικές συζητήσεις και την κοινωνικοποίηση-πολιτικοποίηση με την εκπαιδευτική διαδικασία. Ο Γιάννης Ποντίκης γράφει πως για πολλά χρόνια οι εκδρομικοί αυτοί σύλλογοι συγκέντρωναν μεγάλο αριθμό νέων και κοριτσιών, εργατών, υπαλλήλων, φοιτητών και μαθητών. Ο Φοίβος Αναστασιάδης θυμάται πως στις αρχές της δεκαετίας του 1930 συμμετείχε σε εκδρομές στη θάλασσα, σε εργοστάσια όπου συζητούσαν για τον τρόπο με τον οποίο θα ελέγχεται η παραγωγική διαδικασία από τους εργάτες στον σοσιαλισμό, σε νοσοκομεία, όπως του Συγγρού και της Σωτηρίας, που συζητούσαν για την κατάσταση της εργατικής τάξης και για ζητήματα ηθικής. Η φύση ως χώρος ελεύθερος από τον έλεγχο της αστυνομίας, αλλά και ταυτόχρονα ως πεδίο απελευθέρωσης από τον καταπιεστικό αστικό χώρο μετατρέπεται σε όργανο και εργαλείο της χειραφετητικής πάλης.
Μια άλλη πρακτική πολύ κοντινή στις σημερινές διακοπές ήταν η μεταστέγαση από το χειμερινό σπίτι στο ορεινό σπίτι στο χωριό στο θερινό σπίτι στην πεδιάδα. Αυτή η μετεγκατάσταση μέχρι ένα σημείο σχετιζόταν με τις ανάγκες των αγροτικών εργασιών, από ένα σημείο και πέρα σχετιζόταν με έναν θερινό τρόπο ζωής που εμπεριείχε και τα μπάνια στη θάλασσα. Τα σπίτια στην πεδιάδα είχαν το χαρακτήρα καλύβας σε αντίθεση με τον «αρχοντικό» χαρακτήρα των σπιτιών στο χωριό. Συγκεκριμένα, το χωριό Σχίνοι ή Μπισχίνι που σήμερα ανήκει στον δήμο Ζαχάρως είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Υπάρχει το χωριό με τα ωραία λιθόκτιστα διώροφα σπίτια που αποδεικνύουν τον πλούτο των κατοίκων τους και υπάρχουν και τα καλυβόσπιτα στον Μπισχινόκαμπο, κοντά στην παραλία στα οποία μετοικούσαν το καλοκαίρι. Η παράδοση αυτή κρατά από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα που η περιοχή λόγω της σταφίδας βρισκόταν σε οικονομική και πολιτιστική ακμή. Πάντως μέχρι και την προηγούμενη δεκαετία μπορούσε κανείς να βλέπει στην παραλία ηλικιωμένους άντρες, αλλά και ηλικιωμένες γυναίκες του χωριού. Γυναίκες με αγροτικά φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά που δύσκολα θα επέτρεπαν σε έναν άνθρωπο της πόλης να φανταστεί στην παραλία. Για παράδειγμα οι αντίστοιχες γυναίκες σε ένα χωριό της Αιτ/νίας ή της Ηπείρου ποτέ δε θα είχαν νιώσει ίσως τη θάλασσα. Ο πρώιμος εξαστισμός της περιοχής και οι προσλαμβάνουσες σίγουρα από τον Καϊάφα διαμόρφωσαν πολύ νωρίς τόσο ένα είδος χειραφέτησης της γυναίκας από ηθικούς καταναγκασμούς όσο και μια κουλτούρα θαλάσσιων μπάνιων.
Ένα άλλο στοιχείο πολύ στενό με την εργατική πάλη είναι τα μπάνια για λόγους υγείας. Τα εργατικά στρώματα από τη μία ενσωματώνουν τον κυρίαρχο λόγο περί υγιεινής αλλά από την άλλη καταπονημένα από τα βάρη της μισθωτής εργασίας, τις φυλακές, τις εξορίες, τις αρρώστιες, φυματίωση κλπ. αναπτύσσουν έναν δικό τους διεκδικητικό λόγο για την σωματική/ψυχική καταστροφή τους και τις αρρώστιες τους και φεύγουν τα καλοκαίρια για μπάνια σε λουτρά. Το ρεύμα αυτό ίσως να προέρχεται από τις αγροτικές περιοχές. Πάντως στο μεσοπόλεμο τα αγροτικά στρώματα συμμετέχουν εξίσου στο αναπτυσσόμενο κίνημα των λουτρών. Σε όλες τις θέρμες σε βουνά και λίμνες μαζεύονται κατασκηνωτές που οργανώνουν καλοκαιρινές κοινότητες μέσα σε αυτοσχέδιες καλύβες οι οποίοι διαμένουν αρκετούς μήνες τα καλοκαίρια μαζί με τα παιδιά τους.
Το κίνημα αυτό παρατηρείται ήδη από την εποχή του Τρικούπη. Οι κυβερνήσεις του είναι οι πρώτες οι οποίες οργανώνουν και βελτιώνουν τις εγκαταστάσεις γύρω από αυτές τις θέρμες. Όμως τον μεσοπόλεμο οι κυβερνήσεις δημιουργούν πιο σημαντικές εγκαταστάσεις. Αιδηψός, Λουτράκι, Καϊάφας, Μέθανα, Χίος, Μυτιλήνη, Ικαρία, Εύβοια, Κύθνος, Μήλος, Υπάτη, Καμένα Βούρλα, Σέδες, κ.α. δεκάδες σημεία συγκεντρώνουν τα καλοκαίρια χιλιάδες λουομένους τα καλοκαίρια. Όσο προχωράει ο μεσοπόλεμος το κίνημα προς τα καλοκαιρινά λουτρά γίνεται όλο και πιο μαζικό. Στα 1938 ο τύπος της εποχής υπολογίζει ότι κάθε καλοκαίρι περίπου 1.000.000 λουόμενοι περνάνε από όλα τα κέντρα. Στα 1925 εταιρεία αναλαμβάνει να δημιουργήσει ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις στα λουτρά του Καϊάφα. Ο τύπος γεμίζει με αναφορές για την εξέλιξη και την πρόοδο. Στα άλλα Λουτρά οι εγκαταστάσεις είτε έχουν το χαρακτήρα της ελεύθερης κατασκήνωσης είτε υπάρχουν κάποια υποτυπώδη κτίσματα φτιαγμένα από τους δήμους και το κράτος.
Το εργατικό κίνημα διεκδικεί οργανωμένα το δικαίωμα των εργατών να συμμετέχουν στα λουτρά. Οι αρχειομαρξιστές οργανώνουν τα καλοκαίρια δικές τους κατασκηνώσεις-κοινότητες στα βουνά για τους φυματικούς της οργάνωσης και των σωματείων που ελέγχουν. Ταυτόχρονα, η Γενική Συνομοσπονδία Αναπήρων πολέμου που ελέγχεται από τους αρχειομαρξιστές θέτει κεντρικό σύνθημα την δωρεάν και επιδοτούμενη από το κράτος συμμετοχή των αναπήρων στα λουτρά. Και είναι μια από τις πρώτες σημαντικές κατακτήσεις αυτό που θα περιγράψουμε αργότερα ως κοινωνικού τουρισμού, αν και εντάσσεται μέσα στο πλαίσιο της υγιεινής. Τα εργατικά και αγροτικά στρώματα τα οποία ζώντας σε λαϊκές γειτονιές με την φύση να παραμένει ακόμα εχθρός, καθώς οι φυσικές καταστροφές, η έλλειψη νερού, η έλλειψη επικοινωνίας και μεταφοράς, η απουσία τεχνικών μέσων στην εργασία δεν αισθάνονται ακριβώς με τους ίδιους ιδεολογικούς όρους την ανάγκη επιστροφής στην φύση. Ζουν μέσα στην φύση και αυτό τους είναι πρόβλημα.
Μεταπολεμικά, παρότι η κοινωνία συντηρητικοποιείται μετά τον εμφύλιο πόλεμοοι εκδρομές γνωρίζουν μια νέα άνθηση, στη δεκαετία του 1960. Τότε, εισέρχεται και ο τουρισμός. Μετά το 1968 οι ηττημένοι νέοι του Μάη του 1968 ανακαλύπτουν τις ελληνικές θάλασσες. Στα διάσημα Μάταλα δημιουργούνται οι κοινότητες των Σπηλαίων. Γυμνισμός, ναρκωτικά, ελεύθερο κάμπινγκ, ελεύθερο σεξ είναι τα στοιχεία της σεξουαλικής απελευθέρωσης και επαναστατικής κριτικής στον αστικό και αγροτικό συντηρητισμό που προκαλούν τον ηθικό πανικό στους ντόπιους αγροτοποιμένες κρητικούς, αλλά και στους μικροαστούς της πόλης του Ηρακλείου. Μέσα μια δεκαετία όμως οι ντόπιοι όχι μόνο θα αποδεχτούν και θα προσαρμοστούν, αλλά και ανακαλύψουν στον τουρισμό έναν τρόπο προσπορισμού κερδών. Το κράτος θα ανακαλύψει τον τουρισμό και θα επιχειρήσει να τον μετατρέψει σε βιομηχανία απαγορεύοντας το ελεύθερο κάμπινγκ.
Συνειδητοποιεί, κανείς λοιπόν πως η ελεύθερη κατασκήνωση, η επιστροφή στη φύση, τα θερινά μπάνια δεν είναι ένα φαινόμενο που εμφανίστηκε στην ελληνική κοινωνία το 1980 με τα διάσημα «Μπάνια του λαού». Συγκεκριμένα οι έλληνες επέστρεφαν ή ζούσαν στην φύση επιλέγοντας τον οργανωμένο κοινοτικό τρόπο. Αυτός ο τρόπος και αυτή η κουλτούρα βρίσκονται βέβαια και υλικά και ιδεολογικά πολύ μακριά από το σύγχρονο ελεύθερο κάμπινγκ που είναι παιδί του 68. Σε κάθε περίπτωση όμως μέσα από διαφορετικό ταξικό πρίσμα, ιδεολογικούς προσανατολισμούς και διαφορετικές ρητορικές πραγματοποιούν κάτι παρόμοιο. Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η εξιδανίκευση της επιστροφής στην παράδοση και την φύση «ξεχνάει» ότι στις παραδοσιακές κοινωνίες η καθημερινότητα ήταν εξαιρετικά βάρβαρη και η φύση γινόταν αντιληπτή ως εχθρός για τον άνθρωπο.

πόσοι μας διάβασαν: