Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

Κυκλοφορούν την Παρασκευή τα Τετράδια Μαρξισμού - Θεωρία και Πράξη για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση


Κυκλοφορεί το πρώτο τεύχος του περιοδικού θεωρίας Τετράδια Μαρξισμού. Θεωρία και πράξη για την κομμουνιστική απελευθέρωση, με μεγάλο αφιέρωμα στην «επικαιρότητα του μαρξισμού και στην κομμουνιστική προοπτική στον 21ο αιώνα» και ενδιαφέροντα άρθρα για την καπιταλιστική κρίση, την εκπαίδευση και την τέχνη. Το περιοδικό αποτελεί ένα ελπιδοφόρο βήμα συμβολής στο αναγκαίο σύγχρονο κομμουνιστικό πρόγραμμα και κόμμα.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΥΡΟΕΙΔΗΣ
Με τον επαναστατικό μαρξισμό για την κομμουνιστική στρατηγική στην παρούσα κρίση και το μέλλον της ανατροπής

Την ερχόμενη Παρασκευή 3 Ιουνίου κυκλοφορεί το πρώτο τεύχος του περιοδικού θεωρίας Τετράδια Μαρξισμού. Θεωρία και πράξη για την κομμουνιστική απελευθέρωση (εκδ. ΚΨΜ). Σε ό,τι αφορά την ταυτότητα και τους σκοπούς του περιοδικού, είναι αρκετά εύγλωττος ο τίτλος του εντιτόριαλ της Σύνταξης: «Με τον επαναστατικό μαρξισμό για την κομμουνιστική στρατηγική στην παρούσα κρίση και το μέλλον της ανατροπής». Ο πήχης μπαίνει αρκετά ψηλά, ωστόσο η εποχή απαιτεί τόλμη, δέσμευση και στράτευση.
Στο σημείωμα της Σύνταξης επισημαίνεται σχετικά: «Στην κοινωνία έχει εξαπολυθεί μια οργουελική επιχείρηση λοβοτομής της σκέψης, ώστε να εξοβελιστεί η έννοια της εναλλακτικής προς τον καπιταλισμό κομμουνιστικής κοινωνίας ως ουτοπική και φύσει ολοκληρωτική. Κυριαρχεί ένα σύγχρονο ρεύμα κυνισμού και πραγματισμού, που τείνει να αντικαθιστά την επίπονη αναζήτηση της αλήθειας με την εκάστοτε συγκυριακή “χρησιμότητα” ιδεών και −συνηθέστερα− πρακτικών. Ωστόσο, αν μια πιο διεισδυτική ματιά υπερβεί το φαίνεσθαι και αποκρυπτογραφήσει την ουσία της σύγχρονης καπιταλιστικής “αυτοκρατορίας”, θα διαπιστώσει τόσο την ένταση των κρισιακών φαινομένων του σύγχρονου καπιταλισμού όσο και τον βαθύτατα αντιδραστικό χαρακτήρα της αστικής γραμμής υπέρβασής τους. Και οι δύο πλευρές ωστόσο −κρίση και δρόμος υπέρβασής της από αστική σκοπιά− οδηγούν σε τερατογενέσεις, οι οποίες επικυρώνουν την ιστορική παρακμή και την αναγκαιότητα ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος».
Στη συνέχεια, δίνοντας έμφαση στους στόχους του περιοδικού, σημειώνεται: «Ωστόσο το νέο στοιχείο της εποχής μας δεν καθορίζεται από τις παραπάνω γκρίζες εικόνες, αλλά από τις νέες τάσεις σε αντίστροφη κατεύθυνση, που αναδεικνύουν τις δυνατότητες αμφισβήτησής τους και αποκαθήλωσης του “μονοθεϊσμού” της αγοράς. Πράγματι, ο σύγχρονος καπιταλισμός, παρά το ότι διακηρύσσει την παντοδυναμία του και την απουσία αξιόμαχου αντίπαλου δέους, κλονίζεται όχι μόνο μόνο από τις εγγενείς, ανυπέρβλητες (και παροδικά μόνο αντιρροπούμενες) αντιθέσεις, αλλά και από την πάλη των τάξεων, που, παρά την ανάσχεσή της, έχει και παρούσα και μέλλουσα δυναμική».
Σημαντική θέση στο πρώτο τεύχος έχει το αφιέρωμα με τίτλο «H επικαιρότητα του μαρξισμού και η κομμουνιστική προοπτική στον 21ο αιώνα», στο πλαίσιο του οποίου –εύστοχη σύνοψη δίνει προλογικό σημείωμά της η Σοφία Τσάδαρη– περιλαμβάνονται οι εξής παρεμβάσεις: «Μαρξισμός και κομμουνιστική χειραφέτηση» (Γιώργος Ρούσης), «Ο κομμουνισμός πριν τον Μαρξ» (Βασίλης Μηνακάκης), «Ο ιστορικός υλισμός στη διερεύνηση της αναγκαιότητας της κοινωνικής χειραφέτησης» (Δημήτρης Γρηγορόπουλος), «Kομμουνιστική απελευθέρωση: Επικαιρότητα, αναγκαιότητα, δυνατότητα» (Δημήτρης Ταβουλάρης), «Ο κομμουνισμός του Μαρξ ως κριτική στη “ριζοσπαστική δημοκρατία” του Ερνέστο Λακλάου» (Αλέξανδρος Χρύσης), «Η Ιδέα του Κομμουνισμού και η “πτώχευση” μιας ορισμένης αριστερής διανόησης – Η περίπτωση του Σλάβοϊ Ζίζεκ» (Κώστας Γούσης), «Ένας υποθετικός κομμουνισμός» (Ντανιέλ Μπενσαΐντ, μτφ. Τατιάνα Αναγνωστάκη, επιμ. Αλέξανδρος Χρύσης), «Το ρεύμα του “μπολσεβικισμού”» (Κώστας Παλούκης).
Με τα ζητήματα της οικονομίας και της καπιταλιστικής κρίσης καταπιάνονται τρεις παρεμβάσεις: «Το ερώτημα του χαρακτήρα της παρούσας κρίσης της ελληνικής οικονομίας: Μια διερεύνηση» (Γιώργος Οικονομάκης, Μάνια Μαρκάκη), «Η “χρηματιστικοποίηση”, η μετατροπή της εργασίας σε κεφάλαιο και η ελληνική περίπτωση» (Σταύρος Μαυρουδέας), «Η σύγχρονη δυναμική των καπιταλιστικών αντιθέσεων» (Αλέκος Αναγνωστάκης).
Ενδιαφέρουν παρουσιάζουν τα κείμενα του περιοδικού σε όλες τις ενότητές του.
Το κείμενο του Γιώργου Γρόλλιου «Σχετικά με ορισμένα ζητήματα ενός προγράμματος ριζικού μετασχηματισμού της εκπαίδευσης» αναφέρεται σε επίκαιρα θέματα συζήτησης και αντιπαράθεσης στην εκπαίδευση.
Ο Σπύρος Κοντομάρης με το κείμενο «Η κοινωνική μήτρα του επίσημου συνδικαλισμού» πραγματεύεται το ζήτημα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, των διαιρέσεων μέσα στην εργατική τάξη και της υλικής βάσης του επίσημου, υποταγμένου συνδικαλισμού.
Ο Κίμων Ρηγόπουλος στη δική του παρέμβαση με τίτλο «Τέχνη, κοινό και κίνημα» θίγει θέματα της σχέσης του κινήματος και της Αριστεράς με την τέχνη, τις λειτουργίες της, αλλά και τη «χρήση» της. Στην ίδια ενότητα ο Αντώνης Κασίτας αναφέρεται με τον δικό του τρόπο στο προσφυγικό ζήτημα («Ένα ποίημα για τους πρόσφυγες»), αλλά και στο λαϊκό τραγούδι («Σταμάτα να μιλάς και πες κάτι»).
Το πρώτο τεύχος φιλοξενεί τρεις βιβλιοκριτικές που αφορούν τα βιβλία Οι δυναμικές της χειραφέτησης του Δημήτρη Αργυρού (από τον Μπάμπη Συριόπουλο), Ευρώπη και καπιταλισμός του Ντιέγκο Φουζάρο (από τον Παναγιώτη Μαυροειδή) και Οι Αλανιάρηδες του Δημοσθένη Βουτυρά (από τον Διονύση Τζαρέλλα).
Σχόλια σε επίκαιρα ζητήματα αναπτύσσονται από τον Γιάννη Ευσταθίου («Πόλεμος, πρόσφυγες και μετανάστευση»), τον Βασίλη Γάτσιο («Κλυδωνισμοί σε χρηματιστήρια, αγορές. Προαναγγελία υποτροπής της κρίσης;»), την Κική Μένου και την Ολύβια Τζιουβάρα («Ψηλαφώντας τη νέα εργασιακή πραγματικότητα») και τον Αλέξανδρο Μινωτάκη («Ο Πόλεμος των Άστρων: Η σχέση του κοινού με το έργο στην εποχή της μαζικής κουλτούρας»).
Ασφαλώς, η επιτυχία του εγχειρήματος δεν διασφαλίζεται μόνο από τις προθέσεις. Είναι υπόθεση μάχης που δεν αφορά μόνον όσους πλαισιώνουν τη συντακτική ομάδα του περιοδικού, αλλά ευρύτερα τον μαχόμενο κόσμο που στρατεύεται στην αναζήτηση ενός νέου προγράμματος και κόμματος κομμουνιστικής απελευθέρωσης.
Η εποχή μας σήμερα αναζητεί, όπως το ξεραμένο χώμα τη βροχή, ένα κίνημα που θα γράφει στις σημαίες του «ψωμί, ειρήνη, ελευθερία», κόντρα στον κοινωνικό κανιβαλισμό του κεφαλαίου, στην πολεμική στρατηγική και στον ολοκληρωτισμό του, φέρνοντας στο προσκήνιο το διπλό καθήκον του άμεσου πολιτικού αγώνα και μετώπου, αλλά και της στρατηγικής ανασυγκρότησης που χρειάζεται το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα.
Η παρουσίαση της έκδοσης του πρώτου τεύχους θα γίνει την Τρίτη 14 Ιουνίου στο «Polis art-café» (Πεσμαζόγλου 5, Αίθριο Στοάς Βιβλίου).

Πώς κλίνεται ο συντηρητισμός; (για την κατάργηση των αρχαίων στο γυμνάσιο)

28/05/2016 γραμμένο από τον Αντώνη Γαζάκη GAZAKAS:ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ
Τα πράγματα έχουν ως εξής: πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε η αυτονόητη και λογικότατη πρόταση 56 πανεπιστημιακών να καταργηθεί στο γυμνάσιο η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών από το πρωτότυπο και ταυτόχρονα να αυξηθούν στην ίδια βαθμίδα οι ώρες διδασκαλίας της νέας ελληνικής, καθώς και της αρχαίας ελληνικής γραμματείας από μετάφραση. Ουσιαστικά ζητούν επαναφορά στην κατάσταση που είχε διαμορφωθεί με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1976 και ίσχυε ως το 1992. Η πρόταση υποστηρίζεται με μια σειρά από στέρεα επιχειρήματα που βασίζονται τόσο στην επιστήμη της γλωσσολογίας, όσο και σε ερευνητικά και εμπειρικά δεδομένα που προέρχονται από την εκπαιδευτική πρακτική τόσων χρόνων διδασκαλίας των αρχαίων στο γυμνάσιο (και τα οποία επιβεβαιώνονται και από τη δική μου διδακτική εμπειρία).

Το ΔΣ της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων (ΠΕΦ) όμως έχει διαφορετική γνώμη επί του θέματος· σε ανακοίνωσή του -που σημειωτέον έχει ημερομηνία πρότερη της δημοσιοποιημένης πρότασης των πανεπιστημιακών- δηλώνει την πλήρη αντίθεσή του στην πρόταση, χρησιμοποιώντας επιχειρήματα το ένα πιο αστείο από το άλλο, και καλεί εμάς τους φιλολόγους να αγνοήσουμε -επιδεικτικά μάλιστα!- τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία.

Ας κάνουμε λοιπόν το χατίρι των συναδέλφων και, αντί να ασχοληθούμε με την πρόταση των πανεπιστημιακών, ας καταπιαστούμε με αυτό το μνημείο ρητορικής που έγραψαν οι ίδιοι. Και μια και είμαι φιλόλογος κι εγώ, θα κάνω και λίγη φιλολογική κριτική μεταξύ άλλων.

Ας πάρουμε την ανακοίνωση παράγραφο-παράγραφο:


Το Διοικητικό Συμβούλιο της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων δηλώνει την πλήρη αντίθεσή του στην πρωτοβουλία πανεπιστημιακών κύκλων για συγκέντρωση υπογραφών υπέρ της αύξησης των ωρών διδασκαλίας της Νέας Ελληνικής Γλώσσας στο Γυμνάσιο, με παράλληλη μείωση των ωρών διδασκαλίας της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και Γραμματείας.

Συνάδελφοι, είστε σε πλήρη αντίθεση ΚΑΙ με την προτεινόμενη αύξηση των ωρών διδασκαλίας της νέας ελληνικής; Θεωρείτε δηλαδή ότι διδάσκεται επαρκείς ώρες η ομιλουμένη στο γυμνάσιο; Μιλάτε για «πρωτοφανή πρωτοβουλία» στην επόμενη παράγραφο, αλλά εδώ βλέπουμε κάτι άλλο πρωτοφανές: μια ένωση διδασκόντων της επίσημης γλώσσας της χώρας να αντιτίθεται στην αύξηση των ωρών διδασκαλίας αυτής της γλώσσας. Και μη μας πείτε ότι αυτό που θέλετε να πείτε γίνεται ξεκάθαρο στη συνέχεια, γιατί αν το έγραφε έτσι ένας μαθητής σας θα μιλάγατε για «εκφραστικό λάθος». Α, γράφετε και ένα ψεματάκι εδώ: η πρόταση δεν μιλά για «μείωση των ωρών διδασκαλίας της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και Γραμματείας», αλλά για «κατάργηση της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο και την αντικατάσταση των ωρών αυτών από διδασκαλία των νέων ελληνικών, καθώς και αρχαίων ελληνικών κειμένων από μετάφραση [Αρχαία Ελληνική Γραμματεία]».


Πρόκειται για μια πρωτοφανή εξωθεσμική πρωτοβουλία, η οποία παρακάμπτει τα εκλεγμένα επιστημονικά όργανα των φιλολόγων και θέτει ένα σοβαρό εκπαιδευτικό ζήτημα στην πρόχειρη κρίση μιας συχνά τυχαίας υπογραφής .

Φυσικά, οι παρεμβάσεις (δημόσιες και μη) για την επαναφορά των αρχαίων από το 1976 ως το 1992 (στις οποίες πρωταγωνιστούσε η ΠΕΦ) ήταν πάντα θεσμικές και συνήθεις. Να θυμίσουμε βέβαια πως η ΠΕΦ δεν είναι επιστημονικό όργανο κανενός, αλλά απλώς ένωση επιστημόνων· καταλαβαίνετε τη διαφορά φαντάζομαι. Το «σοβαρό εκπαιδευτικό ζήτημα» πάντως είχε κριθεί πολύ πιο εμπεριστατωμένα το 1976, αλλά αυτό εσάς δεν σας πτόησε ποτέ -πού να σας πτοήσει τώρα η υπογραφή κάποιων πανεπιστημιακών σε ένα δημόσιο κείμενο, για την οποία μάλιστα εκφέρετε την καθόλου πρόχειρη κρίση ότι είναι συχνά τυχαία.


Λυπούμαστε διπλά που η κίνηση αυτή γίνεται σε εποχή κατά την οποία τα ανθρωπιστικά μαθήματα δέχονται ολόπλευρη επίθεση από το Υπουργείο Παιδείας (κατάργηση της διδασκαλίας του Επιταφίου στο Λύκειο, μείωση των ωρών διδασκαλίας της Λογοτεχνίας, αφαίρεση της διδασκαλίας της Τοπικής Ιστορίας από τους καθ’ ύλην αρμόδιους φιλολόγους).

Εδώ βλέπουμε μεταξύ άλλων ότι το αίτημα για κατάργηση των αρχαίων από το γυμνάσιο και αύξηση των νέων ελληνικών συσχετίζεται με την επίθεση στα ανθρωπιστικά μαθήματα, ότι η κατάργηση της ώρας του παιδιού που λεγόταν «Επιτάφιος Γ΄ Λυκείου» συνιστά επίσης επίθεση σε αυτά, και ότι αφαιρέθηκε η διδασκαλία της Τοπικής Ιστορίας από τους φιλολόγους (το πόσο καθ’ ύλην αρμόδιοι είναι άνθρωποι που δεν έχουν επιμορφωθεί ποτέ σε ένα αντικείμενο είναι μια άλλη ιστορία). Για την (τοπική) ιστορία πάντως, φέτος δίδαξα κανονικότατα το συγκεκριμένο μάθημα.


Οι συντάκτες του κειμένου, που αιτούνται μάλιστα τις υπογραφές των φιλολόγων, αντί να εργασθούν υπέρ της αναγκαίας αύξησης της διδασκαλίας της νέας ελληνικής γλώσσας, στην πραγματικότητα συναινούν στην υποβάθμιση της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών, καθώς μάλιστα επιχειρούν να στηρίξουν την πρότασή τους με αντιεπιστημονικά επιχειρήματα τα οποία αρνούνται τη σημασία της ανάδειξης, κατά τη διδασκαλία, της διαχρονικής συνέχειας της ελληνικής γλώσσας ανά τους αιώνες.

Όχι, πείτε μου ειλικρινά, αν έγραφε μαθητής αυτή την παράγραφο πώς θα την χαρακτηρίζατε από πλευράς σύνταξης και επιλογής των κατάλληλων λέξεων; Τη διαβάζω τόση ώρα προσπαθώντας να βγάλω νόημα: «αντί να εργασθούν, […] στην πραγματικότητα συναινούν» (το «εργασθούν» από μόνο του φανερώνει πολλά για το ποια γλωσσική μορφή αγαπάτε πιο πολύ)· τι θέλει να πει το ερίτιμο ΔΣ; Αμ εκείνη η πρόταση που αρχίζει με το «καθώς»; Το καλύτερο όμως είναι ο χαρακτηρισμός «αντιεπιστημονικά» για τα επιχειρήματα των πανεπιστημιακών (για τον Saussure λέει), τα οποία οι επιστήμονες που συνέταξαν την ανακοίνωση δεν κάνουν ουδεμία προσπάθεια να τα ανασκευάσουν. Εδώ μιλάμε για τη σημασία της ανάδειξης της διαχρονικής συνέχειας της ελληνικής γλώσσας ανά τους αιώνες, αντεπιχειρήματα θα γράφουμε τώρα;

Και το αριστούργημα κλείνει με την προτροπή στους φιλολόγους που αναφέραμε στην αρχή, χαρακτηρίζοντας την πρωτοβουλία «απαράδεκτη».

Συμφωνούμε απόλυτα για τον χαρακτηρισμό, μόνο που εγώ ως φιλόλογος τον επιφυλάσσω μόνο για την ανακοίνωση της ΠΕΦ, τόσο ως προς το περιεχόμενο, όσο και ως προς την έκφραση. Λέτε τελικά οι συντάκτες της να μη διδάχτηκαν αρχαία στο γυμνάσιο;

ΥΓ. Ανάλογη, και πολύ χειρότερη από πλευράς επιχειρημάτων, ανακοίνωση έβγαλε και ο Πανελλήνιος Σύλλογος Αναπληρωτών Φιλολόγων, αλλά δεν θα μπω στον πειρασμό να ασχοληθώ με τις ανοησίες που γράφει ένα κείμενο το οποίο περιέχει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Σήμερα, στα πλαίσια της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας επιχειρείται αφελληνισμός γλωσσικός και δη σ’ ένα έθνος γλωσσικά ανάδελφο.»

"Ανδρισμοί και ιστορία: έμφυλες σχέσεις, πρακτικές, εννοιολογήσεις"





Υποστήριξη διατριβής: Οργάνωση Αρχείον Μαρξισμού


Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

Δίκες των δοσίλογων 1944-1949 Δικαιοσύνη, συνέχεια του κράτους και εθνική μνήμη

Δημοσιεύτηκε στις 11 Μαΐ 2016
Επιμέλεια: Χρήστος Αβραμίδης
Μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση διεξάχθηκε στη Θεσσαλονίκη με αφορμή και την επέτειο της νίκης του Κόκκινου Στρατού που κατέλαβε το Βερολίνο από τα ναζιστικά στρατεύματα.
Την εκδήλωση προλόγισε ο Παναγιώτης Ξοπλίδης εκ μέρους της Λέσχης Αναιρέσεων.
Στην αρχή τον λόγο πήρε ο Ιστορικός Κώστας Παλούκης ο οποίος ανέφερε μεταξύ άλλων ότι το βιβλίο αποστομώνει την σχολή Καλύβα Μαραντζίδη ενώ ταυτόχρονα ασκεί κριτική και σε επιλογές του ΚΚΕ που έφεραν την ήττα. Αποτελεί μία πραγματεία περί δικαιοσύνης και αποκρυπτογραφεί τον μηχανισμό της, ενώ καταφέρνει να θέσει στο επίκεντρο μια ξεχασμένη σχετικά υπόθεση. Επίσης αναδεικνύει τον ρόλο που έπαιξε ο αντικομμουνισμός στην υπεράσπιση του κοινωνικού καθεστώτος ενώ, ο ομιλητής παρέθεσε επίσης το στοιχείο πως δοσίλογοι έμεναν μαζικά ατιμώρητοι ενώ καθημερινά πραγματοποιούνταν 5-7 θανατικές καταδίκες κομμουνιστών ημερησίως.
Στη συνέχεια τον λόγο πήρε ο συγγραφέας, Δημήτρης Κουσουρής, που ανέφερε ότι αποτελεί κοινή αντίληψη παγκοσμίως αλλά και εγχώρια ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που οι δοσίλογοι δεν τιμωρήθηκαν. Εν τέλει όμως αυτό που ισχύει είναι ότι ενώ η δικαιοσύνη λειτούργησε παντού, οι δωσίλογοι δεν τιμωρήθηκαν παραδειγματικά πουθενά. Οι ελίτ, χρησιμοποίησαν την αστική δικαιοσύνη για να ελέγξει το κράτος τη βία που θα χρησιμοποιούταν από τους οργανωμένους στρατούς που υπήρχαν και σε όλες τις χώρες είχαν χαρακτηριστικά επανάστασης ή αντεπανάστασης. Ο συγγραφέας ανέφερε ότι ακόμα και σήμερα, όποιος είναι σε καλύτερη οικονομική κατάσταση και έχει διασυνδέσεις σε πολιτικές δικαστικές ελίτ έχει μεγαλύτερες δυνατότητες να κερδίσει στην εκάστοτε δίκη της κατά τα άλλα «τυφλής», αστικής δικαιοσύνης. Το 85% των υποθέσεων για δοσιλόγους δεν δικάστηκαν ποτέ. Ενώ η λεγόμενη «Νέα αστική τάξη» που δημιουργήθηκε στην κατοχή δεν είναι παρά κατασκευή της παραδοσιακής αστικής τάξης που υπήρχε από πριν, η οποία στην προσπάθεια να αποτινάξει το στίγμα, παρέδωσε μέρος της μεταπολεμικής αστικής τάξης, στην δικαιοσύνη.
Η συζήτηση αποτελεί προσφεστιβαλική εκδήλωση των «Αναιρέσεων» που θα διεξαχθούν στη Θεσσαλονίκη 3-5 Ιούνη


Κυριακή, 15 Μαΐου 2016

Δεν είναι έτσι, κι αν έτσι νομίζετε, κ. Ρίχτερ, του Γιάννη Σκαλιδάκη

/var/www/rednotebook.gr/httpdocs/wp content/uploads/2016/02/160225 crete2
      25 Φεβ 2016 http://rednotebook.gr/

    Μια φορά και έναν καιρό, σε μια χώρα μαστιζόμενη από πολιτική βία και φατριασμό, εισέβαλαν οι Γερμανοί στο πλαίσιο ενός πολέμου που διεξαγόταν με καθαρά στρατιωτικό τρόπο. Ο βάρβαρος τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν από ντόπιους άτακτους, εξανάγκασε τους πρώτους σε αντίποινα και έτσι ο πόλεμος έγινε βρώμικος και την πλήρωσε όλη η Ευρώπη. Μετά μάλιστα τον πόλεμο, οι Γερμανοί αποζημίωσαν τους πολίτες αυτής της χώρας, αλλά εκείνοι τα έφαγαν σε πολιτικά ρουσφέτια και τώρα ζητάνε κι άλλα. Πρόκειται καθαρά για ένα failed state.
    Αναγνωρίζετε τη χώρα αυτή; Είναι η Ελλάδα του Χάιντς Ρίχτερ.
    Μιας και τελείωσε, μέχρι νεωτέρας, η εκδίκαση της υπόθεσής του, θεωρώ πως μπορώ να διατυπώσω ορισμένες σκέψεις για τον ίδιο και το έργο του χωρίς να θεωρηθώ υποστηρικτής διώξεων της ελευθερίας γνώμης και συνοδοιπόρος σκοτεινών κέντρων.
    Ας ξεκινήσω λοιπόν με το συμπέρασμα, που ενισχύεται με κάθε δημόσια παρέμβαση του Ρίχτερ: ο ίδιος έχει πάρει οριστικά διαζύγιο με την ιστορική έρευνα, όσο διασταλτικά και αν φανταστεί κάποιος ότι τούτη διεξάγεται, και μεθοδικά ασκεί μια δημόσια παρέμβαση που οδηγεί αντικειμενικά σε συγκεκριμένα πολιτικά αποτελέσματα. Προπαγανδίζει τη σχετικοποίηση της δράσης του 3ου Ράιχ στην κατεχόμενη Ελλάδα, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα τις σύγχρονες γερμανικές πολιτικές εκμετάλλευσης –οικονομικής και πολιτικής– των αποδιοπομπαίων Ελλήνων. Όποιος εξανίσταται για τη σύγκριση της γερμανικής πολιτικής τότε και τώρα, πολύ απλά μπορεί να παρακολουθήσει τη δραστηριότητα Ρίχτερ και να διαμαρτυρηθεί στον ίδιο.
    Ο Ρίχτερ ξεκίνησε την ενασχόλησή του με τα ελληνικά πράγματα, όντας υπότροφος της Χούντας των συνταγματαρχών, όπως προ ετών δήλωσε ο ίδιος.[1] «Απλώς έκανα έρευνα», μας λέει, όπως άλλωστε και άλλοι που μελετούσαν κατά την εν λόγω περίοδο. Είχε βέβαια προλάβει να κάνει τουρισμό στα τέλη του ‘50 σε μια χώρα με χωριά  «κατεστραμμένα πρώτα από τους Γερμανούς και στη συνέχεια από τους κομμουνιστές και τους εθνικιστές». Μια καλή αρχή, λοιπόν.
    Η αλήθεια είναι πως αποδείχτηκε πολυγραφότατος, μολονότι ακόμα και στα έργα που τον καθιέρωσαν ως ιστορικό της περιόδου (όπως το «1936-1946: Δυο επαναστάσεις και αντεπαναστάσεις στην Ελλάδα»), οι πολιτικές του προτιμήσεις και προσωπικές συμπάθειες επηρέαζαν δραστικά την ποιότητα των συμπερασμάτων του. Ο ιστορικός Χάγκεν Φλάισερ, στο δικό του έργο για την περίοδο, «Στέμμα και Σβάστικα», αναφέρει ρητά τις παραλείψεις και τα λάθη του Ρίχτερ και δεν παραλείπει να παρατηρήσει πως «και τα χρησιμοποιούμενα έργα συχνά αξιολογούνται με λίαν αμφισβητήσιμο τρόπο».[2] Όπως για να γράψει την ιστορία ευνοϊκά προς τις συμπάθειές του, π.χ. τότε τον Κομνηνό Πυρομάγλου και κατ’ επέκταση τον Πλαστήρα, ενώ αλλού «αφήνει πάλι τη φαντασία του να καλπάσει».[3] Ας κρατήσουμε αυτήν την πρακτική.
    /var/www/rednotebook.gr/httpdocs/wp content/uploads/2016/02/160225 12745619 10153441009790732 890935225502163576 n
    Δεν θα επεκταθώ εδώ στο σύνολο του έργου του Ρίχτερ, ομολογώ άλλωστε πως μου διαφεύγουν τα περί Κύπρου συμπεράσματά του. Απλά να αναφέρω πως ο ίδιος δεν ενδιαφέρθηκε να αναθεωρήσει καταφανώς παρωχημένα σχήματα και συμπεράσματα σε μια σχετικά πρόσφατη έκδοση («Η Εθνική Αντίσταση και οι συνέπειές της», Μεσόγειος 2009), που αναπαράγει παλιότερα δημοσιεύματά του. Η τότε σοσιαλδημοκρατική του τοποθέτηση τον οδήγησε στο διαχωρισμό των στελεχών του αριστερού κινήματος στους «καλούς» σοσιαλιστές και στους «κακούς» σταλινικούς, δηλαδή τους «ακραίους» του ΚΚΕ, τα «πρωτοπαλίκαρα» του Ζαχαριάδη. Η προχειρολογία δε της συλλογής αυτής φτάνει σε τραγελαφικά επίπεδα, όπως ότι ο ΕΑΜ [sic] έφτασε ως τα 7,5 εκατομμύρια μέλη και άλλα τινά.[4]
    Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σειρά Peleus, στις εκδόσεις Rutzen, που συνεπιμελείται ο Ρίχτερ με τον αρχαιολόγο Reinhard Stupperich από το 1995, με θέμα πάντα την ιστορία και αρχαιολογία Ελλάδας και Κύπρου.[5] Εδώ θα βρει κανείς έργα για την Κατοχή στην Ελλάδα (από την Πελοπόννησο ως τη Μακεδονία) που εκδόθηκαν ή αναμένεται να εκδοθούν στα ελληνικά και που μπορούμε να εντάξουμε στο corpus του γνωστού αναθεωρητικού ρεύματος Καλύβα-Μαραντζίδη. Το 2015 εκδίδεται το έργο του Harald Gilbert, Das besetzte Kreta 1941-1945 (Η κατεχόμενη Κρήτη 1941-1945). Μια κριτική του έργου αυτού από τον Λουκά Λυμπερόπουλο παρατηρεί πως είναι ατυχής η χρήση όρων όπως «συμμαχική εισβολή» (Alliierteninvasion) και «επιδρομή ανταρτών» (Partisanenüberfall), καθώς και η αγνόηση της Έκθεσης της Κεντρικής Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων Κρήτης.[6] Εντυπωσιακό είναι πάντως και το τελευταίο μέχρι στιγμής πόνημα της σειράς αυτής καθώς δεν είναι άλλο από τα απομνημονεύματα του ζεύγους Ελισάβετ και Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου, με πρόλογο του Ρίχτερ και παράρτημα το γνωστό Ιδού η Αλήθεια, του επικεφαλής της Ελληνικής Πολιτείας ανάμεσα στους Τσολάκογλου και Ράλλη.[7]
    Κάποια στιγμή ο Ρίχτερ, για λόγους που μόνο ο ίδιος γνωρίζει, προσέγγισε το γερμανικό στρατό και κατά τη συνήθειά του προσάρμοσε τα πορίσματά του προς όφελος των νέων του συμπαθειών. Το 2011 δημοσίευσε όχι ένα αλλά τρία άρθρα στα δύο πρώτα τεύχη του περιοδικού «Der Deutsche Fallschirmjäger» (Οι Γερμανοί Αλεξιπτωτιστές), όργανο του ομώνυμου συνδέσμου του σώματος (Der Bund Deutscher Fallschirmjäger).[8] Πρόκειται φυσικά για τις μονάδες που πήραν μέρος στη Μάχη της Κρήτης, ενώ δεύτερος πρόεδρος του συνδέσμου (1952-1954) υπήρξε ο τότε διοικητής τους Kurt Student, καταδικασμένος για εγκλήματα πολέμου στην Κρήτη και απελευθερωθείς το 1948 για λόγους υγείας. Την ίδια χρονιά, στη σειρά Peleus εκδόθηκε και το επίμαχο έργο του για την «Επιχείρηση Ερμής: Κατάκτηση της νήσου Κρήτης το Μάιο 1941». Το έργο θα κυκλοφορήσει και στην Ελλάδα με τον ηπιότερο τίτλο «Η Μάχη της Κρήτης» από τις εκδόσεις Γκοβόστη. Εδώ θα βρούμε τα γνωστά περί των ιπποτών αλεξιπτωτιστών και των βαρβάρων Κρητικών, ας μην επαναλαμβανόμαστε.
    Το τελευταίο επεισόδιο Ρίχτερ είναι η δημιουργική λογιστική του όσον αφορά στις γερμανικές αποζημιώσεις με το πρωτοφανές συμπέρασμα πως η κατεχόμενη Ελλάδα χρωστάει και από πάνω στο γερμανικό κράτος.[9] Προφανώς υιοθετεί τη μέθοδο «όσο πιο τερατώδες το ψέμα, τόσο περισσότερη εντύπωση μπορεί να κάνει». Λογικό, μιας και η επιθετική του τακτική ως τώρα έχει αποφέρει καρπούς, καθώς ένα μέρος της κοινής γνώμης και στην Ελλάδα –μέσω π.χ. της προβολής του από την εφημερίδα Καθημερινή– τον βλέπει ως μια μετριοπαθή, ευρωπαϊκή φωνή, ενάντια πάντοτε στα άκρα και στον «πελατειασμό» (sic – νεολογισμός Ρίχτερ).[10] Το τελευταίο αυτό δημοσίευμα είναι χαρακτηριστικό των ρατσιστικών του απόψεων για τους Έλληνες και της αμετροέπειας του ίδιου. Πραγματικά, όμως, εντυπωσιάζει το πώς, στην προσπάθειά του να αντιστρέψει την πραγματικότητα όσον αφορά τις επανορθώσεις, δεν διστάζει να τα βάλει και με τους Έλληνες Εβραίους που έπαιρναν αποζημιώσεις επειδή... ψήφιζαν ΕΡΕ.[11] Και προαναγγέλλει νέες αποκαλύψεις, για το κατοχικό δάνειο αυτή τη φορά.
    /var/www/rednotebook.gr/httpdocs/wp content/uploads/2016/02/160225 12745481 10153441010790732 8909305581837966092 n
    Η ευθυγράμμιση Ρίχτερ με τη στοχοποίηση του ελληνικού λαού από γερμανικά κέντρα ως υπεύθυνου για την κρίση, λίγο-πολύ άξιου της μοίρας του αλλά και ανεπίδεκτου διόρθωσης παρά τις φιλότιμες γερμανικές προσπάθειες, είναι πλήρης. Η παραπάνω συνέντευξη στην Καθημερινή είναι ενδεικτική, αλλά έρχεται έπειτα από σειρά παρόμοιων δημοσιευμάτων. Τον Ιούνιο του 2012 είχε δημοσιεύσει στο περιοδικό The book’s journal (τεύχος 20) ένα πολυσέλιδο άρθρο με τίτλο «Η πολιτική κουλτούρα της Ελλάδας».[12] Εκεί υπάρχει η εξήγηση για όλα τα δεινά της Ελλάδας: οι πελατειακές σχέσεις. Σε ένα κείμενο κοινότοπο με τα γνωστά περί 400 χρόνων οπισθοδρόμησης και της διαφοράς Ελλάδας και Ευρώπης (δυτικής εννοείται), ο γνωστός «πελατειασμός» είναι πραγματικά η εξήγηση για πάσα νόσο στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια: «πελατειακά κόμματα», «πελατειακός φασισμός», μέχρι και «πελατειακός κομμουνισμός» σερβίρεται. Το πιο ενδιαφέρον είναι πως για τα προβλήματα της Ελλάδας έχουν ευθύνη και οι Βρετανοί και οι Αμερικανοί, όχι όμως φυσικά η Γερμανία, που σπούδασε τον μοναδικό που προσπάθησε να αντισταθεί στο πελατειακό σύστημα, τον Κώστα Σημίτη. Αφού λύση δεν μπορεί να υπάρξει, πρέπει αλλοδαποί (από ποια χώρα άραγε;) να ελέγχουν αυστηρά τους κρατικούς λογαριασμούς. «Κι αυτό φυσικά δεν γίνεται χωρίς τη συρρίκνωση της εθνικής κυριαρχίας», συμπεραίνει ο επίδοξος σωτήρας. Δεν θα είναι και η πρώτη φορά, να συμπληρώσουμε εμείς.
    Αφού λοιπόν δηλώσαμε σε όλους τους τόνους την αντίθεσή μας στην ποινικοποίηση της γνώμης, δεν μένει παρά να μελαγχολήσουμε με τη σκέψη πόσο μεγαλύτερη απήχηση θα είχαν τα γραφόμενα του Ρίχτερ αν ο ίδιος παρουσιαζόταν ανενόχλητος ως έγκριτος ιστορικός, επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Κρήτης συν τοις άλλοις. Κι αν όντως η ποινικοποίηση δεν είναι λύση, πού είναι η αντίδραση των ιστορικών; Πώς έγινε δεκτή η θλιβερή αυτή βράβευση από το Πανεπιστήμιο Κρήτης και πότε θα ανακληθεί επιτέλους;
    Είναι άξιο παρατήρησης και προβληματισμού ότι, ενώ οι θέσεις Ρίχτερ με αφορμή τη Μάχη της Κρήτης, και εσχάτως για τις γερμανικές αποζημιώσεις, είναι ψευδείς, παρ’ ότι θρασύτατα ενδύονται το μανδύα της επιστημονικής αλήθειας, οι αντιδράσεις του επιστημονικού κόσμου είναι ήπιες μέχρι παρεξηγήσεως. Τα σχετικά ψηφίσματα και τα αρκετά άρθρα κατά της δίωξής του πολλές φορές υπεραμύνονταν της ελευθερίας της γνώμης και της έκφρασης, αδιαφορώντας επιδεικτικά για τα γραφόμενά του, ενώ ο ίδιος ρητά δήλωνε πως «ως ιστορικός είμαι υποχρεωμένος να λέω την αλήθεια», όχι απλά τη γνώμη του.[13] Πόσο χτυπητή η αντίθεση με την αντιμετώπιση του αναθεωρητή David Irving από τον ιστορικό Richard J. Evans: «Αν ως ιστορικό εννοούμε κάποιον που ερευνά να ανακαλύψει την αλήθεια για το παρελθόν και να μας δώσει μια όσο το δυνατόν πιο ακριβή αναπαράστασή του, τότε ο Ίρβινγκ δεν είναι ιστορικός».[14]
    Για ποιο λόγο αυτή η ανοχή; Έχει τόσο επικρατήσει ο σχετικισμός, που η μόνη κόκκινη γραμμή είναι η άρνηση της Σοά και όλα τα υπόλοιπα είναι συζητήσιμα; Ο φόβος ταύτισης μιας εύλογης κριτικής με, γενικά και αόριστα, τον εθνικισμό, τον τοπικισμό, τον αντι-ευρωπαϊσμό, έχει οδηγήσει στην αυτολογοκρισία; Το αποτέλεσμα είναι πως μια κακώς εννοούμενη πολιτική ορθότητα και ένας εφησυχασμένος ακαδημαϊσμός μοιάζουν να αγνοούν ότι  το κεντρικό επίδικο είναι το πώς θα γραφτεί και ξαναγραφτεί η ιστορία στο μέλλον. Και εδώ η περίοδος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είναι κομβική, όπως παρατηρούμε με τις συγκρίσεις «ολοκληρωτισμών» από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την αναβίωση του ναζισμού στην ανατολική Ευρώπη. Ας μην εξαιρεθεί η εγχώρια εκδοχή αναθεωρητισμού που μεθοδικά ξαναγράφει την ιστορία της δεκαετίας του 1940 στη χώρα μας κατά τρόπο ανάλογο με τα πονήματα Ρίχτερ.
    Ιστορικοί του διαμετρήματος των Pierre Vidal-Naquet και Richard J. Evans έδωσαν μάχες εναντίον του αναθεωρητισμού με σταθερότητα και κόστος. Το ίδιο θα λέγαμε, όσον αφορά την περίπτωσή μας, για τον ιστορικό Γιώργο Μαργαρίτη που, αν δεν λαθεύουμε, μόνος σήκωσε το βάρος της αντιπαράθεσης με επιστημονικούς όρους.[15] Με αυτοκριτική διάθεση, δεν μένει παρά να αναλάβουμε τις ευθύνες μας –και εδώ απευθύνομαι στους συναδέλφους ιστορικούς–, αν δεν επιθυμούμε στο μέλλον η ιστοριογραφία να μοιάζει με αυτήν της πρώτης παραγράφου αυτού του κειμένου, και κυρίως, αν δεν θέλουμε «αυτό που συνέβη» στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο να ξανασυμβεί.[16]
    ______________________
    Σημειώσεις
    [1] http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=181430. Στην εισαγωγή του βιβλίου «Η Εθνική Αντίσταση και οι συνέπειές της» (Μεσόγειος, 2009), αφηγήθηκε πως είχε αιτηθεί υποτροφία στα πλαίσια ενός προγράμματος εκπαιδευτικών ανταλλαγών (DAAD) με βάση μια συμφωνία των υπουργείων πολιτισμού της Ελλάδας και της Γερμανίας πριν το πραξικόπημα αλλά την έλαβε μετά από αυτό.
    [2] Χάγκεν Φλάισερ, Στέμμα και Σβάστικα, τόμος 1, Αθήνα, Παπαζήσης, 1995, σ. 36-37.
    [3] Στο ίδιο, σ. 155, 301.
    [4] Βλ. βιβλιοκρισία μου: Heinz A. Richter, Η Εθνική Αντίσταση και οι συνέπειές της, Αθήνα, Μεσόγειος, 2009. Ουτοπία, τεύχος 88, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2010, σσ. 177-180. On-line: https://goo.gl/qxWeHt.
    [8] Η βιβλιογραφία Ρίχτερ εδώ: http://kiatipis.org/Writers/H/Heinz.A.Richter/2012-05-08_Bibliographie.pdf.
    [11] Εδώ η απάντηση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου: http://goo.gl/UtxUjW.
    [12] Αναφέρεται πως πρωτοδημοσιεύτηκε στο Lettre International τον χειμώνα του 2012. Στη βιβλιογραφία του βρίσκουμε τον ίδιο τίτλο σε σειρά 4 δημοσιευμάτων στην Griechenland Zeitung, και με ελαφρώς παραλλαγμένο στο Exantas, στο APUZ και στο politismos.eu. Όλα το καλοκαίρι του 2012 και παραδόξως αναφέρονται ως ξεχωριστά δημοσιεύματα στο βιογραφικό του.

    πόσοι μας διάβασαν: