Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

Να ιδρυθεί Μουσείο Ιστορίας του Καπνού στην Περιοχή μας

Κώστας Παλούκης,
Τα Νέα του Δρυμού,
Ιούλιος – Σεπτέμβριος – Αύγουστος 2009,
τεύχος 18
Τα καλοκαίρια μέχρι πρόσφατα στο χωριό μας, όπως τα θυμάμαι, αποτελούνταν πάντα από δύο παράλληλους κόσμους. Από τη μία ο ένας κόσμος, αυτός των μόνιμων κατοίκων, είχε ως επίκεντρο την συλλογή, το βελόνιασμα και την αποξήρανση των φύλλων του καπνού. Για τους ντόπιους αγρότες όλων των ηλικιών και των δύο φύλων το καλοκαίρι σήμαινε την πιο παραγωγική περίοδο του έτους, ήταν μια εποχή μόχθου. Εάν κάτι πήγαινε στραβά, αν κάποιος έβγαινε εκτός προγράμματος και σχεδιασμού εγκυμονούσε ο κίνδυνος να φτάσουν οι βροχές και η παραγωγή να μην έχει μαζευτεί όλη. Από την άλλη ο άλλος κόσμος, αυτός των αθηναίων επισκεπτών, είχε ως επίκεντρο και ενδιαφέρον τα θαλάσσια μπάνια, το φαγητό, το ποτό, τη διασκέδαση στα καφενεία και τις βραδινές εξόδους στη Βόνιτσα και τα κοντινά χωριά, τις μικρές κοντινές εκδρομές μέχρι τη Λευκάδα. Αυτοί ζούσαν ακριβώς το αντίθετο την εποχή των διακοπών τους, καθώς η εποχή του μόχθου ήταν για αυτούς ο χειμώνας.
Δε σημαίνει βέβαια ότι αυτοί οι δύο διαφορετικοί κόσμοι δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Πολλές φορές εμείς τα παιδιά από την Αθήνα πηγαίναμε και βοηθούσαμε στα καπνά είτε στο χωράφι είτε κυρίως στο βελόνιασμα. Έτσι, η γειτονιά τελείωνε νωρίς και μπορούσαμε να παίξουμε όλοι μαζί. Πάντα οι άντρες θα βρίσκανε μια ώρα να παίξουνε χαρτιά στο καφενείο, ενώ οι γυναίκες να κάτσουν και να μιλήσουν – συνήθως βέβαια στο σπίτι. Καμιά φορά, όχι σπάνια, θα πηγαίναμε όλοι μαζί για μπάνιο στη Σάλτενη, μεγάλοι και μικροί, μόνιμοι και επισκέπτες, πάνω σε μια καρότσα αγροτικού ή μέσα σε μια αθηναϊκή «κούρσα».
Σήμερα η «ένδοξη αυτή εποχή του καπνού» έχει περάσει ανεπιστρεπτί για το χωριό μας. Για άλλους αυτό είναι αρνητικό. Χάθηκε η σημαντική σταθερότητα που έδινε ένα δεδομένο και από τα πριν περίπου υπολογισμένο εισόδημα. Ούτως ή αλλιώς βέβαια ζούμε σε μια εποχή διευρυμένης αστάθειας. Χάθηκε ένα είδος κοινωνική ομοιογένειας, σημαντικό στοιχείο για την ομόνοια μιας κοινότητας. Κάποιοι έβαλαν άλλα προϊόντα, άλλοι πήγαν να δουλέψουν αλλού, άλλοι έκαναν επενδύσεις… άλλοι όλα μαζί. Για μερικούς είναι θετικό. Επιτέλους ξεμπέρδεψαν από την πολύ δύσκολη και επίπονη εργασία του καπνού. Οι νέες δουλειές έχουν τα δικά τους καλά. Σε κάθε περίπτωση επιτρέπουν τις κουλτούρες και τις μοντερνικές συνήθειες της πόλης να διεισδύσουν και να αλλάξουν τους παραδοσιακούς ανθρώπους του χωριού. Και αυτό έχει και τα καλά του και τα κακά του. Σε κάθε περίπτωση αυτές οι εικόνες που περιέγραψα αποτελούν παρελθόν. Μπορεί να τις βρει κανείς στις φωτογραφίες των 80ties ή στα σχεδόν σκουριασμένα μηχανήματα μέσα στις αποθήκες.
Τι έχει μείνει όμως από αυτήν την 100ετία του καπνού, όπου 3 ή 4 γενιές δρυμιωτών μεγάλωσαν μαζί του και έζησαν από αυτόν; Μας αφορά να διατηρήσουμε αυτή τη μνήμη, αυτές τις εικόνες για εμάς και τις επόμενες γενιές; Μας αφορά να έχουμε μια συνολική εικόνα για την ιστορία αυτού του προϊόντος, για την ιστορία αυτών των ανθρώπων και την κουλτούρα που φτιάχτηκε γύρω από τον καπνό; Μας αφορά να έχουμε ένα χώρο που να δείχνουμε σε όλους τους επισκέπτες αυτό το παρελθόν του τόπου μας; Να έρχονται από μακριά για να δουν εικόνες από μια πάρα πολύ σημαντική οικονομική υπόθεση για την Ελλάδα, αφού ο καπνός παρέμενε για πολλές δεκαετίες το πρώτο ή το δεύτερο προϊόν που παρήγαγε αυτή η χώρα; Μας αφορά να δώσουμε στον τόπο μας τη σημασία και την αξία που πιστεύουμε ότι του αντιστοιχεί; Αν συμφωνούμε όλοι, τότε χρειάζεται να παλέψουμε και να πιέσουμε να φτιαχτεί ένα Μουσείο της Ιστορίας του Καπνού και ουσιαστικά ένα Μουσείο της Σύγχρονης Ιστορίας της περιοχής μας.
Θα ήταν πολύ εύκολο και πολύ απλό να συγκεντρώσουμε παλιά εργαλεία και φωτογραφίες, να τα στεγάσουμε σε ένα χώρο και να γίνει Μουσείο Λαϊκής Τέχνης ή Κουλτούρας. Όμως πιστεύω ότι υπάρχουν οι δυνατότητες και πρέπει να είμαστε φιλόδοξοι για κάτι πιο μεγάλο που θα κάνει ονομαστή την περιοχή μας. Μπορεί να γίνει ένας χώρος μέσα σε ένα αγρόκτημα ο οποίος θα παρουσιάζει με σύγχρονα οπτικοακουστικά μέσα όλη τη διαδικασία της παραγωγής του καπνού. Ένα αντίστοιχο τέτοιο έργο υπάρχει στην ορεινή Αρκαδία για την επεξεργασία του δέρματος. Αρκετοί θα το θυμούνται από την επίσκεψη που είχαμε κάνει με τον Σύλλογο πριν από κάποια χρόνια. Σε μια άλλη αίθουσα, κλασικές φιγούρες του χωριού σε ξύλινες κούκλες μπορούν να ενημερώνουν, πάλι με όμορφο και σύγχρονο τεχνικά τρόπο, για την καθημερινή τους ζωή μέσα στον κόσμο του καπνού. Θα είναι ο πατέρας, το αγόρι, το κορίτσι, ο παππούς, οι αθηναίοι κ.λ.π. Ένα Μουσείο Μετανάστευσης στο Αμβούργο χρησιμοποιεί μια τέτοια μέθοδο παρουσίασης των μεταναστών – και είναι για όποιον το επισκέπτεται συγκλονιστικό. Αυτές οι φιγούρες θα περιγράφουν τις καλές και τις κακές στιγμές. Ταυτόχρονα μια σειρά από φωτογραφίες ή ταινίες – που όλο και κάποιος θα έχει γυρίσει – μπορούν να συγκεντρωθούν σε μια άλλη αίθουσα. Εργαλεία και μηχανήματα που διασώζονται από τις διάφορες εποχές μπορούν να διαμορφώσουν μια επόμενη. Και σε κάθε περίπτωση μια αίθουσα μπορεί να αναφέρεται στα είδη καπνού που υπάρχουν, στη διεθνή ιστορία του καπνού, ενώ μια άλλη αίθουσα στην ελληνική ιστορία του καπνού. Όλα αυτά είναι κάποιες πρόχειρες ιδέες. Άλλες μπορούν να βρουν εφαρμογή, άλλες όχι. Όμως τις αναφέρω για να δείξω τις δυνατότητες…
Ενδεχομένως σε αρκετούς να φαντάζουν όλα αυτά μεγαλεπήβολα και φιλόδοξα. Και όντως μπορεί να είναι. Αλλά είναι εφικτά. Υπάρχει το Βιομηχανικό Μουσείο στην Ερμούπολη, το οποίο χρηματοδοτήθηκε εν πολλοίς από τον εκεί Δήμο. Υπάρχει το Μουσείο Κεραμοποιίας στον Βόλο. Χρηματοδότες μπορούν να βρεθούν, καθώς υπάρχουν ακόμα και Ιδρύματα Τραπεζών που χρηματοδοτούν τέτοιες προσπάθειες. Επίσης, με έξυπνο τρόπο, όπως στην περίπτωση του Βόλου, μπορεί το Μουσείο αυτό να είναι και αυτοχρηματοδοτούμενο. Και τέλος βέβαια υπάρχει διαθέσιμο και με εμπειρία δυναμικό από τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα που μπορεί να αναλάβει το επιστημονικό μέρος.
Αυτό που χρειάζεται είναι να γοητευτούμε από μια τέτοια ιδέα και να το προσπαθήσουμε. Και ας μην ξεχνάμε ότι ένα τέτοιο μουσείο μπορεί να τονώσει σημαντικά την οικονομία του της περιοχής. Ο Σύλλογος να καταθέσει την πρόταση στο Δήμο, ο Δήμος να απευθυνθεί στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας στα Γιάννενα … και ίσως, ποιος ξέρει, αν πιέσουμε αρκετά, ενδεχομένως κάτι να βγει!

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2009

Emilio Gentile Φασισμός, ιστορία και ερμηνεία

Κώστας Παλούκης,
Παρουσίαση
Η μελέτη και η κατανόηση του φασιστικού φαινομένου και ευρύτερα των ολοκληρωτισμών του 20ου αιώνα είναι μια συζήτηση που στην Ευρώπη έχει ένα βάθος 50 ετών. Εδράζεται στην προσπάθεια του Ευρωπαϊκού Δυτικού κόσμου να συλλάβει, να κατανοήσει και να διαχειριστεί τη μεγάλη αυτή σκιά που σκεπάζει το είδωλο του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ένα είδωλο που ως αυτοεικόνα του ανώτερου λευκού αρσενικού έχει πολυλατρευτεί από τους Ευρωπαίους και Βορειοαμερικανούς μέχρι και την περίοδο του μεσοπολέμου, έχει αποτελέσει το κεντρικό όχημα που οδήγησε στον Β΄ Π. Πόλεμο, για να αποδομηθεί από τη δεκαετία του 1960 και έπειτα. Προκαλώντας ποικίλους αφορισμούς, εντάσεις και συγκρούσεις, αναθεωρητισμούς και καταγγελίες για αναθεωρητισμό, η κουβέντα αυτή ξανανοίγει μετά το 1989, μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του "υπαρκτού σοσιαλισμού" και την χρεωκοπία του παραδοσιακού κομμουνισμού. Το βιβλίο του Emilio Gentile Φασισμός, ιστορία και ερμηνεία που μεταφράστηκε από τις εκδόσεις Ασίνη, συγκεντρώνοντας τόσο την πρόσφατη όσο και την παλαιότερη συζήτηση, επαναφέρει τη διάκριση των ολοκληρωτισμών, προσπαθεί να αποσαφηνίσει τα όρια και να ιστορικοποιήσει τα φαινόμενα εστιάζοντας στον ιταλικό φασισμό.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο επιχειρεί να απαντήσει στα κομβικά ερωτήματα αυτού του ευρύτερου προβληματισμού. Αντικρουόμενες απόψεις για τον τόπο και τη χρονολογία γέννησης του φασισμού, για το εάν συνιστά ένα αυτόνομο πολιτικό κίνημα ή είναι επιδερμική έκφραση και απόρροια άλλων, όπως η αντιπρολεταριακή αντίδραση της αστικής τάξης, αλλά και η χρεωμένη σε αυτόν "απόλυτη ιστορική αρνητικότητα" οδηγούν σύμφωνα με τον Gentille σε μια στέρηση της διακριτής ύπαρξής του. Ταυτόχρονα, άλλοι ερευνητές αμφισβητούν συνολικά την ύπαρξη οποιουδήποτε είδους ολοκληρωτισμού καταλήγοντας να αποφασιστικοποιούν τον φασισμό. Έτσι, ο ιταλικός φασισμός μορφοποιείται σε ένα γεγονός περισσότερο κωμικό παρά τραγικό, ένα είδος θεατρινίστικης φάρσας συλλογικής υποκρισίας που παιζόταν για είκοσι χρόνια από τους Ιταλούς κάτω από τη σκιά μιας προσωπικής δικτατορίας ήπια αυταρχικής, που γενικά δεν θα έκανε μεγάλη ζημιά στην Ιταλία αν δε διαφθειρόταν από τη ναζιστική Γερμανία, που την μπόλιασε με το ρατσισμό και τον αντισημιτισμό και την οδήγησε στην καταστροφή. Υποβαθμίζεται σε "μουσολινισμό" εκκενωμένο από τους ίδιους τους φασίστες. Απέναντι σε αυτήν την πολύπλευρη "αποδόμηση" του φασιστικού φαινομένου ο συγγραφέας δηλώνει ότι "προτίθεται να αποκαταστήσει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του φασισμού παρουσιάζοντάς τον χωρίς δαιμονοποιήσεις και χωρίς επιείκεια, όπως υπήρξε ιστορικά, δηλαδή ως ένα πολιτικό φαινόμενο σύγχρονο, εθνικιστικό, επαναστατικό, ολοκληρωτικό, ρατσιστικό και ιμπεριαλιστικό, αποφασισμένο να καταστρέψει το δημοκρατικό και φιλελεύθερο πολιτισμό, προτεινόμενο ως ριζοσπαστική εναλλακτική στις αρχές της ελευθερίας και της ισότητας", όπως αυτές διαμορφώθηκαν από την εποχή του Διαφωτισμού και της δημοκρατικές επαναστάσεις των προηγούμενων αιώνων. Απέναντι στις απόψεις που αναζητούν εναγωνίως πρωτοφασισμούς, ο Gentille επιμένει σταθερά ότι οι συνθήκες γέννησης και επιτυχία του φασισμού δημιουργήθηκαν αποκλειστικά κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τόσο ως αποτέλεσμα του ίδιου του πολέμου όσο και ως αποτέλεσμα των οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών, πολιτιστικών και ηθικών αναταραχών που προκάλεσε ο πόλεμος. Αυτά ήταν η ίδια η εμπειρία του πολέμου που αναζωπύρωσε τον εθνικισμό αναπτύσσοντας ένα λόγο "για λειψή νίκη" και η αντίδραση απέναντι στα επαναστατικά και κομμουνιστικά κινήματα που αμφισβήτησαν συνολικά το ιταλικό έθνος. Σύμφωνα με τον ίδιο, η "έννοια του "πρωτοφασισμού" επιβλήθηκε εξαιτίας μιας "ανάποδης" ανάγνωσης της ιστορίας, μια ανάγνωσης εξαρτόμενης πάντα από ένα τελεολογικό στερεότυπο που προανήγγειλε την αναπόφευκτη πολιτική έκβαση συγκεκριμένων πολιτιστικών ρευμάτων". Αντιπαρέρχεται τις ερμηνείες που βλέπουν τον φασισμό ως αίρεση του μαρξισμού, ως ατελούς κομμουνισμού, ως αδελφού-εχθρού του λενινισμού και του σταλινισμού, και άλλες παρόμοιες ιδεολογικές συγγένειες, που ανάγονται στο γενεαλογικό δέντρο του ιακωβινισμού, υποτιθέμενη μήτρα όλων των ολοκληρωτισμών. Αρνείται την ύπαρξη ενός αιώνα του φασισμού ή ενός διεθνούς φασισμού κάνοντας λόγο για κινδύνους που εγκυμονεί ένας "φασισμός γενικής χρήσης", ο οποίο ταξινομεί κάτω από μια κοινή ταμπέλα εντελώς διαφορετικά έως εχθρικά μεταξύ τους ρεύματα. Το φαινόμενο του φασισμού γεννήθηκε στην Ιταλία (μαζί του γεννήθηκε και ο ολοκληρωτισμός), μέσα στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες και το ορίζει επακριβώς με βάση τα ιστορικά στοιχεία του ιταλικού φασισμού. Περιγράφει τον φασισμό ως αντι-ιδεολογία που καταλήγει σε μια ιδεολογία, μια ιδεολογία πάνω απ' όλα του κράτους. Ως τέτοιος ήταν ταυτόχρονα "το αντίθετο της κομμουνιστικής ιδεολογία, που είναι ιδεολογία της κοινωνίας στο βαθμό που στοχεύει στην πραγματοποίηση μιας κοινότητας ελεύθερων και ίσων ανθρώπων. Ο φασισμός, αν και αντιλήφθηκε τη σημασία των μαζών στη σύγχρονη κοινωνία, δεν ήταν μια ιδεολογία μαζών γιατί δεν αναγνώριζε σε αυτές το δικαίωμα και την ικανότητα να εκφράζουν πολιτικές ιδέες καθώς και να κυβερνώνται μόνες τους σύμφωνα με τις αρχές της ισότητας και της ελευθερίας". Για αυτό το λόγο, καταλήγει ο συγγραφέας, ο φασισμός όχι μόνο δεν είναι ιδεολογικό παιδί της Γαλλικής Επανάστασης, αλλά η ίδια η απόρριψή της. Στη συνέχεια, πραγματεύεται το ερώτημα κατά πόσο ο ο φασισμός ήταν μια επανάσταση. Ο ίδιος απαντώντας καταφατικά θεωρεί μάλιστα το ζήτημα λυμένο και αρκετά μελετημένο. Είναι η επανάσταση των μικροαστικών και μεσαίων τάξεων, συμφωνώντας μεταξύ άλλων και με την ανάλυση του Πουλαντζά, που επιδιώκουν ένα νέο κράτος. Το γεγονός ότι τα αποτελέσματα της επανάστασης είναι αναντίστοιχα του στόχου δεν αναιρεί την επαναστατική φυσιογνωμία του φασισμού, αφού ούτε ακόμη και σε αυτήν την Γαλλική Επανάσταση δεν υπήρξε μια καθολική ρήξη με το παρελθόν, αλλά ούτε και στην οκτωβριανή επανάσταση, ο στόχος πραγματοποιήθηκε. Στο σημείο αυτό επιχειρεί μια ερμηνεία της ήττας του οράματος του Λένιν για την αυτοκυβέρνηση της κοινωνίας, βασισμένος σε μια ανάλυση προερχόμενη μάλλον από τον Παρέττο, η οποία θέλει τελικά οι μάζες να μην μπορούν να ακολουθήσουν την πρωτοπορία, να αδιαφορούν και να μην πολιτικοποιούνται, ώστε να αναλαμβάνουν τον ρόλο που ήθελε να τους προσδώσει η μπολσεβίκικη ηγεσία. Οπότε αναγκαστικά ο Λένιν χρησιμοποίησε τα εργαλεία του προηγούμενου καθεστώτος. Αρνείται το διαχωρισμό του μουσολινισμού από τον φασισμό, αν και διαβλέπει στοιχεία σύγκρουσης μεταξύ των δύο αυτών. Αυτή τη σύγκρουση θα πραγματώνεται τελικά στη σχέση φασιστικού κόμματος και φασιστικού κράτους. Για τον Gentille, ο φασισμός είναι μια καθαρή πολιτική θρησκεία με δικά της μυστικιστικά και λατρευτικά σύμβολα, βασισμένη στον ανορθολογισμό και τις τελετουργίες και τους μύθους δημιουργώντας μια κοσμικού τύπου θρησκευτική λειτουργία. Η καλύτερη πραγμάτωση αυτής της μυστικιστικής λειτουργίας λάμβανε χώρα τη στιγμή της μέθεξης που βίωνε το πλήθος κατά την επαφή του με τον ηγέτη του. Στο σημείο αυτό αναφέρεται στο συμβιβασμό της εκκλησίας, αλλά και στις κριτικές που εμφανίστηκαν, αν και αργά σε αυτήν την παραβίαση της συμφωνίας που στην πραγματικότητα πέτυχε ο φασισμός δημιουργώντας μια νέα κοσμική λειτουργία. Επιχειρεί να διαπιστώσει το αποτέλεσμα του ανθρωπολογικού πειράματος των ιταλών φασιστών και του Μουσολίνι, δηλαδή τη φιλοδοξία τους να πραγματοποιήσουν μια "ανθρωπολογική επανάσταση" ώστε να δημιουργήσουν μια νέα ιταλική φυλή ηγεμόνων, κατακτητών και εκπολιτιστών. Αυτό το εγχείρημα της αναμόρφωσης και ο μύθος του Νέου Ιταλού του ολοκληρωτισμού θάφτηκε όμως κάτω από από τα ερείπια του ηττημένου ολοκληρωτικού κράτους. Καταλήγει στη σημαντική επισήμανση της νεοτερικότητας του ολοκληρωτισμού και του φασισμού, καθώς είναι ένα κίνημα που δεν θέλει να επιστρέψει στο παρελθόν, ακόμη και όταν έχει πρότυπο τη ρωμαϊκότητα. Αντίθετα, θέλει να δημιουργήσει μια νέα ρωμαϊκότητα στο μέλλον, ονειρεύεται μια νέα κοινωνία, έναν νέο άνθρωπο, προϊόν της βιομηχανικής εποχής, που όμως θα έχει επιλύσει όλα τα προβλήματα που αυτή έχει επιφέρει. Αυτό δεν αθωώνει όμως τον φασισμό ούτε τον επενδύει με ένα θετικό πρόσημο ούτε τον αποκαθιστά, όπως κάποιοι επικρίνουν ότι τελικά πράττει ο Gentille με αυτές τις διαπιστώσεις του. Είναι αυτό, θα λέγαμε εμείς, που ο Jeffrey Herf στη μελέτη του για το ναζισμό όρισε ως "αντιδραστικό μοντερνισμό". Και πράγματι, ο φουτουρισμός υπήρξε θεμελιακό ιδεολογικό στοιχείο στον ιταλικό φασισμό και ο Gentille βασίζει την ερμηνεία του για τη φασιστική νεωτερικότητα πέρα από τον ίδιο το μοντερνικό λόγο των φασιστών και σε αυτήν την στενή και άρρηκτη σχέση ιταλικού φουτουρισμού και ιταλικού φασισμού.

πόσοι μας διάβασαν: