Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

Habemus Tsipram... Σκέψεις πάνω στην προδοσία των αυθεντικών συναισθημάτων του κινήματος των πλατειών

                                                                                                           του Κώστα Παλούκη

Όταν ένας παρατηρητής αισθάνεται ότι πνίγεται από τα πολιτικά γεγονότα συνήθως έχει να καταμαρτυρήσει πάρα πολλά υπέρ ή εναντίον των καταστάσεων. Άλλες φορές ωστόσο αισθάνεται ότι τα γεγονότα τον ξεπερνούν τόσο πολύ που δεν μπορεί να συγκροτήσει ούτε ένα σχόλιο. Τότε στρέφεται σε άλλες μεθόδους σχολιασμού συνήθως μη συγκροτημένης επιχειρηματολογίας, εικόνες, μικρά καυστικά ή εντόνως θυμικά σχόλια, γελοιογραφίες, χιούμορ κ.α. Η αλήθεια ειναι πως τα σύγχρονα μέσα πολιτικής συζήτησης και διαλόγους επιτρέπουν την εύκολη διολίσθηση σε αυτό που ονομάζεται “τρολλάρισμα”. Αλλά και ο αντίλογος πολλές φορές έρχεται μέσω των ίδιων δρόμων

Με ένα τέτοιο συναίσθημα πιστεύω ότι πολλοί αντιμετώπισαν την είδηση της συνάντησης του Αλέξη Τσίπρα με τον Πάπα Φραγκίσκο, αλλά κυρίως την κάλυψη της είδησης αυτής από τα φιλικά προς τον ΣΥΡΙΖΑ ΜΜΕ. Ο Πάπας Αργεντινός, Ο Πάπας των φτωχών που υιοθέτησε το όνομα του Φραγκίσκου της Ασίζης, ο επικριτής της κυριαρχίας της αγοράς. Ακόμα και οι ιησουίτες, το τάγμα του Πάπα, καθαγιάζονται από τις εκπομπές του Κόκκινου. Οι ιησουίτες συγκεκριμένα σύμφωνα με τους Γιώργο Αναδρανιστάκη και Νίκο Φίλη (Κόκκινο, 18/9/2014, 12:38) ταυτίζονται με το κίνημα, ενώ οι ιερείς με την κομματική γραφειοκρατία. Και ο Πάπας Φραγκίσκος είναι ως αργεντινάζος με το πρώτο. Και δυστυχώς έχουν στην Ελλάδα και όλον τον κόσμο κακό όνομα αδικαιολογήτως.
Δεν ξέρω, αλλά φοβάμαι πως όλες αυτές οι κοπέλες των ΚΚΕεσωτερικάριων με το όνομα Δανάη, Λητώ και Δάφνη που έμειναν αβάφτιστες γιατί οι γονείς τους έμειναν πιστοί στην κοσμικότητά τους με θυσία την σωτηρία των παιδιών τους θα πρέπει να πάνε αμεσα να ραντιστούν.

φώτο από την Αυγή της αριστεράς


Κατά την άποψή μου τίποτε δεν είναι τυχαίο.

Ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ με την επιλογή αυτή πρόδωσαν τα αυθεντικά συναισθήματα του κινήματος των πλατειών του 2010. Μια βαριά προδοσία ενός σημαίνοντος, αν και λανθάνοντος, πολιτικού μηνύματος που ενδεχομένως πολλοί να αγνοούν ή να κάνουν πως αγνοούν επιφανειακώς αποστρεφόμενοι αυτό που αγαπημένοι μας νεοφιλελεύθεροι κατονομάζουν ως “εθνικολαϊκισμό” της ριζοσπαστικής αριστεράς. Θα επιχειρήσω μέσα από τα μάτια μιας φιλελεύθερης

Το κίνημα της πλατείας Συντάγματος, ως γνωστόν, χωριζόταν σε “άνω” και “κάτω” πλατεία. Ένας παραδοσιακός χωροταξικός διαχωρισμός διακριτός όλες τις μικρές ελληνικές κοινότητες, χωριά, νησιά, γειτονιές κλπ θεμελιωμένος στην πολύ απλή και κατανοητή ελληνική εθνικολαϊκιστική εμφυλιοπολεμική διαχωριστική γραμμή “οι απο δω γ....νε τους από κει”. Οι έντονες όμως αυτές πολιτικοφιλοσοφικές αντιθέσεις που επιλύονταν με τον παραδοσιακό εθνικολαϊκό πετροπόλεμο και κυνηγητό ποτέ δε δημιούργησαν “σινικά τείχη” μεταξύ των στρατοπέδων. Αυτό είναι βέβαια χαρακτηριστικό στοιχείο του εκφυλισμού των εθνικολαϊκών αριστερών καθώς εύκολα στο όνομα ενός άλλου κοινού εχθρού π.χ. μιας επίθεσης από ένα άλλο χωριό, νησί ή πόλη το τεράστιο αυτό χάσμα μεταξύ των πλατειών αίφνις κλείνει. Το τοιούτο συνέβη και στην πλατεία Συντάγματος προκαλώντας δικαιολογημένα την μήνιν των ορθολογικώς πραττόντων και σκεπτομένων του αστικοδημοκρατικού τόξου κυρίων και κυριών Παγκάλου, Σώτης, Αδώνη και ΔΗΜΑΡιτών κλπ δυνάμεων.

Θα γίνω όμως σαφής.

Στην “κάτω πλατεία” λάβαινε χώρα η λεγόμενη λαϊκή αμεσοδημοκρατική συνέλευση, ίσως το απαύγασμα του νεώτερου μεταπολιτευτικού λαϊκισμού. Είναι ίσως το πλέον ενδεικτικό χαρακτηριστικό της ηγεμονίας της θλιβερής αριστερής κουλτούρας, αυτού του συγχρόνου ΑΝΑΡΧΟΑΝΤΑΡΣΥΟΣΥΡΙΖΙΚΟΥ ολοκληρωτισμού. Νεαροί και νεαρες λάβαιναν μέσω κλήρωσης τον λόγο και ρητόρευαν για λήγα λεπτά εναντίον του μνημονίου, του ΔΝΤ, της ΕΕ, της κυβερνησης του σεπτού για το Βήμα και Μέγκα ακόμα τότε ΓΑΠ. Αυτή η αστεία και σχεδόν γελοία διαδικασία έληγε με την γνωστή από τα θηριώδη ρωμαϊκά θεάματα κίνηση του αντίχειρα του υψωμένου χεριού. Παράλληλα, ως άλλοι Νέρωνες εκδήλωναν τα λαϊκιστικά ολοκληρωτικά τους αισθήματα εναντίον του κοινοβουλίου, αυτού του ναού της ελληνικής δημοκρατίας, διατυπώνοντας τα αισχρά συνθήματα “Να καεί να καεί το μπ...λο η βουλή”. Με αυτόν τον τρόπο εκδηλώθηκε ο σύγχρονος λαϊκιστικός λόγος και βαρβαρότητα καταγόμενος απευθείας από τις χειρότερες παραδόσεις του λαϊκιστικού ΠΑΣΟΚισμού της δεκαετίας του 1980 επιζητούσαν σαν άλλοι Τσοβόλες “δώστα όλα”. Εκείνη την ώρα βέβαια η κοινή λογική του αγαπητού μας Πρετεντέρη διαλαλούσε εκφράζοντας τα συναισθήματα του υπεραιωνόβιου ΔΟΛιανού συγκροτήματος πως η ελληνική οικονομία “δεν μπορούσε”.

Στην λεγόμενη “άνω πλατεία” συνέβαινε ένα άλλο φαινόμενο ίσως χαρακτηριστικό του πολιτικού συνεχούς του εθνικολαϊκισμού, δηλαδή της συγχώνευσης εθνικισμού και λαϊκισμού σε μια, ενιαία και αδιαίρετη ολοκληρωτική ιδεολογία. Σε μία εξέδρα ρήτορες λάβαιναν τον λόγο. Ένας από αυτούς υποστήριζε την άμεση επέλαση της μάζας στο κοινοβούλιο και την κατάλυση του συντάγματος στο όνομα της σωτηρίας της πατρίδας και του λαού, την δημιουργία Συντακτικής Λαϊκής Συνέλευσης και ενδεχομένως την ένοπλη και βίαιη σύγκρουση με το δημοκρατικό κράτος. Ένας άλλος γενειοφόρος και ρασοφόρος μοναχός κρατώντας το λάβαρο της Αγίας Λαύρας ανέβηκε στο βήμα. Η θέα του με έκανε να πιστεύω πως ήταν μάλλον η μετενσάρκωση του Παπουλάκου, του λαϊκού εκείνου υπερορθόδοξου ρωσόφιλου μοναχού και πρώην κρεοπώλη, που τον 19ο αιώνα κήρυττε στους χωρικούς της Πελλοπονήσου εναντίον του Όθωνα και του παπισμού ξεσηκώνοντας στον λαό. Και πράγματι αυτός ήταν. Ο εχθρός ήταν φυσικά ο αιρετικός, ο τρισκατάρατος, ο άνθρωπος που υπέγραψε συμβόλαιο με τον Σατανά, ο δράκων, ο ίδιος ο σατανάς, το δικέρατο αυτό θηρίο, ο Ψευδοπροφήτης, δηλαδή ο Πάπας. Ο μοναχός αυτός μας εξηγούσε πως ο Αντίχριστος είναι πια στη γη και ότι αυτό φαίνεται με την ολοένα και μεγαλύτερη έκφραση της λατρείας προς τον Πάπα. Σημείο αυτής κυριαρχίας ήταν φυσικά το μνημόνιο, η ΕΕ και το Ευρώ, όπως φυσικά και οι νέεες ταυτότητες, τα οποία επιβλήθηκαν από τους ευρωπαίους όργανα του Σατανά και τους υποτακτικούς σε αυτούς Γιωργάκη. Απέναντι στο θηρίο αυτό του Σατανά έπρεπε όλοι εμείς οι ορθόδοξοι να ενωθούμε και να πολεμήσουμε, να νικήσουμε με κάθε τρόπο τις πολιτικές του Αντίχρηστου. Τότε ένα μέρος του κοινού διαμαρτυρήθηκε λέγοντας πως πολλοί είναι άθεοι και πως ορθόδοξοι και άθεοι είναι εχθροί. Τότε ο θεϊκός Παπουλάκος έδωσε την απάντηση εκείνη η οποία θεμελίωσε την εθνικολαϊκή συμμαχία του ολοκληρωτισμού. “Οι άθεοι δεν είναι εχθροί και ο Θεός τους συγχωρεί λόγω της άγνοιάς τους. Αυτό όμως δεν ισχύει για τους αιρετικούς παπικούς γιατί αυτοί είναι χειρότεροι, είναι ο πραγματικός εχθρός γιατί είναι συνειδητά όργανα του Σατανά”.

Και πράγματι με αυτήν την ενωτική ρήση έσπασαν τα στεγανά μεταξύ των λαϊκιστών της Κάτω Πλατείας και των εθνικιστών-φονταμελιστών της Άνω Πλατείας σε ένα και ενιαίο αδιαίρετο εθνικολαϊκιστικό δόγμα. Ο μεγάλος υποτίθεται ριζοσπάστης Τσίπρας έπιασε το νόημα των εποχών και προσπάθησε να συνενώσει σε πολιτικό μέτωπο τον εθνικολαϊκισμό. Οι ΣΥΡΙζαίοι οργανώνουν θεολογικά συνέδρια, ο Τσίπρας επισκέπτεται τον Αρχιεπίσκοπο και πρόσφατα το Άγιο Όρος. Για τον Τσίπρα «υπάρχουν κοινές αντιλήψεις, αλλά και πολλά στοιχεία της αγιορείτικης ζωής από τα οποία όλοι μπορούν να παραδειγματιστούν». Οι αξίες του Αγίου Όρους είναι κοινές και μοιάζουν με εκείνες των αγωνιστών ζαπατίστας της Ζούγκλας Λαγκαντόνα.

Όλα αυτά μέχρι χθες. Διαβάζουμε ξαφνικά στην Αυγή. Ο Πάπας δεν είναι ο τρισκατάρατος, δεν είναι το θηρίο του Σατανά. Αντίθετα, διαβάζουμε στην Αυγή και καταιγιζόμαστε με μηνύματα και επιχειρήματα στο Κόκκινο λατρείας προς το πρόσωπο του Πάπα. Είναι φανερό σε όλους. Ο Τσίπρας πρόδωσε τον λαό του. Πούλησε το κίνημα των πλατειών. Διαλύει το μέτωπο του εθνικολαϊκισμού. Ο οππορτουνισμός του δεν έχει όριο. Ο δρόμος προς την αιρετική ενσωμάτωση και τον αιρετικό ρεφορμισμό δεν έχει τέλος.

Όλα αυτά όμως θα τα βρει μπροστά του. Γιατί σίγουρα ο άλλος πόλος του εθνικοαλϊκισμού δεν θα αφήσει έτσι την προδοσία. Οι της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως οι γνήσιοι εκφραστές του εθνικολαϊκισμού θα σηκώσουν ξανά το λάβαρο της Αγίας Λαύρας στο αυθεντικό πνεύμα του κινήματος της πλατείας. Όχι στην ΕΕ, όχι στο Ευρώ, όχι στον αιρετικό Παπισμό.


Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

H άνοδος και πρώτη του ΠΑΣΟΚ και η αριστερά, τότε και τώρα


Δημήτρης Γρηγορόπουλος
Το ΠΑΣΟΚ γιόρτασε τα τεσσαρακοστά γενέθλια του όχι σε κατάσταση, πολιτικής ωριμότητας αλλά μάλλον γεροντικής άνοιας και παραλυσίας -εν μέσω παρακμιακών και αδιάφορων για την κοινωνία αντεγκλήσεων των αντιμαχόμενων μερίδων.
Η μία επαίρεται και δοξολογεί τον θλιβερό αχθοφόρο της παπανδρεϊκής πολιτικής παράδοσης, γιατί απελευθέρωσε το τζίνι των πιο καταστροφικών δυνάμεων του μνημονιακού νεοφιλελεύθερου Αρμαγεδώνα.
Η άλλη αυτοδικαιώνεται γιατί, όπως ισχυρίζεται, διέσωσε κάποια ράκη του άλλοτε κραταιού ΠΑΣΟΚ, ταπεινώνοντας το στο ρόλο της συγκυβερνώσας θεραπαινίδας της πιο ανάλγητης Δεξιάς. Ούτε όμως η Αριστερά δικαιούται να θριαμβολογεί και απλώς να ελεεινολογεί το ΠΑΣΟΚ για τον εκφυλισμό του. Είναι πιο φρόνιμο να ασχολείται με τα του οίκου της, να βλέπει την πραγματικότητα με τα «ταξικά γυαλιά» της, να κατέχει τη γενναιότητα της σκληρής αλλά και δημιουργικής αυτοκριτικής, να διδάσκεται απ' το κατάντημα του ΠΑΣΟΚ (να μην το οικτίρει απλώς) στο μέτρο και τη μορφή που σε διαφορετικές συνθήκες η ιστορία επαναλαμβάνεται.
Η κομμουνιστική Αριστερά δέσμια των αδυναμιών αλλά και των ιστορικών ταλαιπωριών της (εμφύλιος, χούντα) δεν κατόρθωσε να ηγεμονεύσει στις μεγάλες κινηματικές εξάρσεις και να τις καθοδηγήσει στην ανατροπή - ούτε στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης ούτε στο τελευταίο φτερούγισμα του 2010-12.
Στην πρώτη περίπτωση ηγεμόνευσε το ΠΑΣΟΚ υπερκεράζοντας την Αριστερά με άμεση σοσιαλιστική επαγγελία (σοσιαλισμός στις 18 Οκτώβρη των εκλογών του 1979) με την οικτρή διάψευση, που δεν άργησε.
ΠΑΣΟΚ ΚΑΙ ΣΥΡΙΖΑ- ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ ΒΙΟΙ
Στη φάση του 2010-12 ηγεμόνευσε ο ΣΥΡΙΖΑ, αξιοποιώντας το κενό τακτικής της κομμουνιστικής Αριστεράς (του ΚΚΕ κυρίως) και προβάλλοντας την εναλλακτική πρόταση της αριστερής κυβέρνησης, στην οποία ενσωμάτωσε και μετάλλαξε ρεφορμιστικά τις αυθόρμητες ριζοσπαστικές διαθέσεις των μαζών. Ούτε όμως η σοσιαλρεφορμιστική Αριστερά δικαιούται να επαίρεται και να πανηγυρίζει γιατί δεν αντικαθιστά το ΠΑΣΟΚ σαν η ριζοσπαστική υπέρβαση του. Απλώς το υποκαθιστά ως νέου τύπου, όπως επιβάλλουν οι καιροί, σοσιαλφιλελεύθερη διαχείριση της δομικής κρίσης του καπιταλισμού.
Ούτε διανοούμενοι της Αριστεράς χρειάζεται να επιδαψιλεύουν επαίνους στο ΣΥΡΙΖΑ για τη φαεινή ιδέα της κυβερνητικής πρότασης της Αριστεράς, γιατί αυτή δεν προωθεί την ιστορικά αναγκαία ταξική αυτοσυνείδηση. Αλώνει τις συνειδήσεις υποβιβάζοντας τες στον οικείο συστημικό κυβερνητισμό, υποκαθιστώντας το ξεπεσμένο ΠΑΣΟΚ μ'ένα νέο άφθαρτο ΠΑΣΟΚ (τον ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή) υποθάλποντας μια ψυχολογία απαλλαγής και λύτρωσης, αν και στις συγκεκριμένες επαγγελίες του είναι ιδιαίτερα φειδωλός. Διασπείρει σε μάζες γαλουχημένες στους πελατειακούς θεσμούς του αστικού κράτους και του κομματικού συστήματος τη γλυκιά αυταπάτη της άμεσης και ακίνδυνης «λύτρωσης»...
Η ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ
Η ίδρυση του ΠΑΣΟΚ το 1974 αποτελεί σταθμό που άλλαξε τα πολιτικά πράγ­ματα της χώρας. Αλλά και η προϊούσα αποσύνθεση και ο κατακερματισμός του αποτελούν καταλύτη για το «τέλος της Μεταπολίτευ­σης» με την αποδόμηση του δικομματικού άξονα ΠΑΣΟΚ-ΝΔ και την αντικατάστα­ση του από τον νέο άξονα ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ. Μετά την πτώση της απριλιανής χούντας στην Ελλάδα αναδύθηκε ένα κοινω­νικό και πολιτικό ρι­ζοσπαστικό κίνημα, που δεν περιοριζό­ταν στη διεκδίκηση οικονομικών και πολιτικών μεταρρυθμί­σεων, αλλά ζητούσε τη λύση των προβλη­μάτων μέσα από μια σοσιαλιστική αλτερνατίβα, αυθόρμητη κατά βάση και συγκε­χυμένη. Στη διάρκεια της χούντας και στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης συ­ντελέστηκαν στην ελληνική κοινωνία ρι­ζοσπαστικές διεργασίες στη νεολαία αλ­λά και σε εκτεταμένα τμήματα της εργατι­κής τάξης και των μικροαστών. Βασικοί πα­ράγοντες που συντέλεσαν σ' αυτές τις δι­εργασίες ήταν οι αγωνιστικές κινητοποι­ήσεις κατά της χούντας, η οργή κατά του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, στον οποίο καταλογιζόταν η ευθύνη για την επιβολή της χούντας και την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο, η συσσώρευση οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων, η ανάπτυξη του παγκόσμιου αντιιμπεριαλιστικού κινήματος, οι νίκες του, ο Μάης του '68 κ.ά.
Πλατιές λαϊκές μάζες ενεργοποιούνταν σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο. Στην Ελλάδα στις κοινωνικοπολιτικές αυτές δυ­νάμεις ηγεμόνευσε το ΠΑΣΟΚ προβάλλο­ντας στο πολιτικό προσκήνιο μ' έναν αέρα ανανέωσης και ριζοσπαστισμού, ικανοποι­ώντας τον μύχιο πόθο τους για ριζική κοι­νωνική αλλαγή, προτάσσοντας σαν άμε­σο στόχο τον σοσιαλιστικό μετασχηματι­σμό. Έτσι κυρίως υπερακόντισε την Αρι­στερά και σε λίγα χρόνια αναδείχθηκε κυβέρνηση σημειώνοντας συντριπτική νίκη (48,06%).
Το ΠΑΣΟΚ δεν πραγματοποί­ησε το πρόγραμμα ριζοσπαστικών κοινω­νικών και πολιτικών μεταρρυθμίσεων, δεν εξασφάλισε την εθνική ανεξαρτησία με την έξοδο απ' την ΕΟΚ και το NATO, δεν άλ­λαξε τις σχέσεις παραγωγής (κοινωνικο­ποίηση, αυτοδιαχείριση). Λύθηκαν όμως άλυτα δημοκρατικά προβλήματα και εγκα­θιδρύθηκαν (ανεπαρκώς) θεσμοί κοινωνι­κής πρόνοιας. Καταργήθηκε το εμφυλιο-πολεμικό κράτος, το φακέλωμα, αναγνω­ρίστηκε η εθνική αντίσταση και συνταξιο­δοτήθηκαν οι αγωνιστές, εκσυγχρονίστηκε ο οικογενειακός κώδικας, εξισώθηκε η γυ­ναίκα με τον άντρα, εγκαθιδρύθηκε Εθνι­κό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ), καθιερώθηκε η ΑΤΑ (Αυτόματη Τιμαριθμική Προσαρ­μογή), εκσυγχρονίστηκε η εργατική νομο­θεσία κ.ά.
Το ΠΑΣΟΚ στην πραγματικότητα δεν αμφισβήτησε και στη ριζοσπαστική περί­οδο του την καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, την εξουσία του αστικού κράτους, την ένταξη της χώρας στους ιμπε­ριαλιστικούς μηχανισμούς. Δεν θεωρούσε ότι οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής κυριαρχούσαν στη χώρα, αλλά ότι περιο­ρίζονταν σε ορισμένους θύλακες. Ο σοσι­αλιστικός μετασχηματισμός ταυτοποιήθηκε όχι με την εθνικο­ποίηση αλλά με την _ ανάπτυξη και την κυ­ριαρχία συνεταιριστι­κών επιχειρήσεων, τη δημιουργία νέων δη­μόσιων επιχειρήσε­ων, τη συμμετοχή και τον έλεγχο των εργα­ζομένων στον δημό­σιο και ιδιωτικό το­μέα (κοινωνικοποίη­ση - εποπτικά συμβούλια), την αυτοδιαχεί­ριση εγκαταλελειμμένων επιχειρήσεων. Για το θέμα της εξουσίας είχε επεξεργαστεί τη θεωρία της «ελληνοποίησης του κράτους.
Το ΠΑΣΟΚ, καταλαμβάνοντας το κο­ρυφαίο όργανο της εκτελεστικής εξουσί­ας, την κυβέρνηση, και καθαίροντάς την απ' τα υποτελή στον ιμπεριαλισμό στοιχεία, θα προωθούσε μ' αυτό τον τρόπο τον εκ­δημοκρατισμό του όλου κράτους. Αυτή η ανάγνωση του καπιταλισμού διευκόλυνε την αναδίπλωση του σε εκσυγχρονιστικές ή και αντιδραστικές θέσεις, όταν οξύνθη­καν οι αντιθέσεις και εντάθηκαν οι πιέσεις της εγχώριας και ξένης ολιγαρχίας. Η δο­μική καπιταλιστική κρίση πλήττει και την ελληνική οικονομία με τα χρόνια διαρθρω­τικά προβλήματα (χαμηλή παραγωγικότη­τα, κυριαρχία μικρομεσαίων επιχειρήσεων κ.ά.), η καταλυτική απελευθέρωση αγοράς που επιβάλλει η ΕΟΚ στην κίνηση κεφα­λαίων, εμπορευμάτων, προσώπων εντείνει το αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο, οι φιλολαϊ­κές οικονομικές και κοινωνικές μεταρρυθ­μίσεις προκαλούν δημοσιονομικό έλλειμμα και οδηγούν στην υπερχρέωση της χώρας. Το χρέος φτάνει στο 23% του ΑΕΠ, βαρύ στις τότε συνθήκες. Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ απεμπολεί τη συμμαχία των μη προνομιού­χων, συνθηκολογεί με τη διεθνή και εγχώ­ρια ολιγαρχία. Ψαλιδίζεται η εισοδηματική πολιτική, ψηφίζεται το 1983, το απεργοκτόνο άρθρο 4, μονογράφεται η συμφωνία πα­ραμονής των βάσεων. Το μετα­πολιτευτικό ριζοσπαστικό κύμα που είχε υπνωτιστεί απ' τη ρη­τορική του ΠΑΣΟΚ αναζωπυ­ρώνεται και οδηγείται σε μαζι­κούς απεργιακούς αγώνες, αμ­φισβητώντας την εισοδηματι­κή πολιτική, το άρθρο 4 και τους αντεργατικούς αστικούς νόμους, την ίδια τη νομιμότη­τα του καπιταλιστικού καθε­στώτος. Υπό την πίεση των δι­εθνών τραπεζών και του ΔΝΤ, τη διετία του 1985-87, μετά τη δεύτερη εκλογική νίκη του το ΠΑΣΟΚ προσχωρεί στη νεοφιλελεύθερη πολιτική που ηγεμονεύει στον καπιταλιστι­κό κόσμο, παραδίδοντας τα ηνία στον Κ. Σημίτη, ο οποίος εγκαινιάζει την πολιτική της λιτότητας. Έκτοτε αυτή η πολιτική, με παλινδρομήσεις («Τσοβόλα, δώσ' τα όλα») αποβαίνει πάγια επιλογή του ΠΑΣΟΚ.
Τη δεκαετία του 2000 εμφανίζεται με το όχημα του «εκσυγχρονισμού», αναιρώντας μία προς μία τις κατακτήσεις των πρώτων χρόνων διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Η χώρα εντάσσεται στην ΟΝΕ, με τον μεγαλοϊδεατισμό της σύγκλισης. Οι επιπτώσεις είναι ολέθριες, παρά τις ενέσεις της χρη­ματοδότησης, που κατασπαταλώνται αντι­παραγωγικά, πελατειακά, υπέρ του κεφα­λαίου, των τραπεζών, της διαπλοκής Στην κρίση του 2008 το ΠΑΣΟΚ, αναλαμβάνο­ντας την κυβέρνηση εθελούσια, μετατρέ­πεται σε πειραματόζωο των τραπεζών και των πολυεθνικών, οδηγώντας τη χώρα στον όλεθρο και τον εαυτό του στην πολι­τική αποσύνθεση.
Η ανάδυση και ηγεμονία του ΠΑΣΟΚ στη Μεταπολίτευση σχετίζεται και με χρόνιες παθογένειες της Αριστεράς. Βέβαια, η ανάρ­ρηση του ΠΑΣΟΚ στον κυβερνητικό θώκο γίνεται έπειτα απ' το συμβιβασμό της ηγεσί­ας του με την αστική τάξη και τη συγκατάνευ­ση της δεύτερης, παρά τη σχετική αβεβαιό­τητα της για την ευόδωση του εγχειρήματος.
Η Αριστερά έχει ευθύνη, για το γεγονός ότι δεν μπόρεσε να ηγεμονεύσει στο μεταπολι­τευτικό κίνημα - αλλά και για τη στάση της απέναντι στο κυβερνών ΠΑΣΟΚ. Στην προ­κειμένη περίπτωση δεν ισχύει η δικαιολογία της υστέρησης συσχετισμού δυνάμεων ένα­ντι του ΠΑΣΟΚ. Η Ενωμένη Αριστερά, στις εκλογές του 1974, είχε ισορροπία δυνάμεων με το νεότευκτο ΠΑΣΟΚ και μάλλον υπερτε­ρούσε σε οργανωμένες και αγωνιστικές δυ­νάμεις. Εξάλλου, η ηγεμονία σε μιαν ιστο­ρική στιγμή δεν εξαρτάται καθοριστικά απ' τον αντικειμενικό συσχετισμό αλλά και απ' την επάρκεια του υποκειμενικού παράγοντα να συλλάβει τις απαιτήσεις και τις δυνατότη­τες της ιστορικής στιγμής και να υποβάλει στις μάζες μιαν αντίστοιχη πολιτική πρότα­ση. Η Αριστερά δεν είχε τέτοια πρόταση ού­τε εν όλω ούτε αυτοτελώς οι συνιστώσες της. Το ΠΑΣΟΚ είχε θριαμβεύσει και έβαλε τη σφραγίδα του στην πολιτική πορεία της χώ­ρας. Οι αριστερές δυνάμεις κατατρίβονταν σ' έναν ενδοαριστερό πόλεμο και όχι στην υποβολή ενός σχεδίου ηγεμόνευσης. Σε τε­λευταία ανάλυση, οι ανεπάρκειες της Αριστε­ράς ανάγονται σε μια πρωτογενή παθογένεια, στην αδυναμία να χαράζει αυτοτελή πολιτική απ' τη σκοπιά της εργατικής τάξης και ταυτό­χρονα αποτελεσματική στην ιστορική συγκυ­ρία. Στο ΕΑΜ, παραδείγματος χάρη, εμφα­νίστηκαν και κυριάρχησαν διαδοχικά οι δύο αντίθετες γραμμές. Το ΕΑΜ ως εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα πέτυχε (παρά τις αντι­φάσεις) να συνδυάσει τοξικότητα και αποτε­λεσματικότητα, όταν όμως τέθηκε επί τάπη­τος το θέμα της εξουσίας ετεροκαθορίστηκε απ' την αστική πολιτική και ηττήθηκε οικτρά.
ΚΚΕ και ΠΑΣΟΚ
Η πολιτική του ΚΚΕ όμως και το ΚΚΕ εσ. καθορίστηκαν εντονότερα απ' την αστι­κή ιδεολογία και πολιτική όσον αφορά τη στάση τους απέναντι στη διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Η Αριστερά αντιμετώπισε το ΠΑ­ΣΟΚ ως όλο και όχι στη βάση των αντιφάσε­ων του, που αναπόφευκτα απέρρεαν απ' την ασυμβατότητα των συμφερόντων των «μη προνομιούχων» και της αριστερής πολιτι­κής παράδοσης την οποία είχε εγκολπωθεί  το ΠΑΣΟΚ με την υιοθεσία της αστικής πολιτικής από την ηγε­σία του.
Το ΚΚΕ, δέσμιο της ιδε­οληψίας του «σταδίου» της αντιμονοπωλιακής δημοκρατίας, θε­ώρησε ότι ανακάλυψε στο ΠΑ­ΣΟΚ τον πολιτικό εκπρόσωπο των αντιμονοπωλιακών κοινω­νικών δυνάμεων με τις οποίες θα συγκροτούσε το μέτωπο της αντιμονοπωλιακής αντιιμπεριαλιστικής δημοκρατίας. Δεν ήταν λανθασμένη μόνο η στρατηγική σύλληψη του αντιμονοπωλι­ακού σταδίου αλλά και η «κατα­σκευή» του κοινωνικού και πολιτικού στρα­τηγικού συμμάχου. Στις τάξεις του υπήρχαν δυνάμεις που πρέσβευαν αντιιμπεριαλιστικές και σοσιαλιστικές ιδέες, αλλά ως πολιτικό υποκείμενο το ΠΑΣΟΚ είχε προσχωρή­σει στην αστική πολιτική.
Ο ετεροπροσδιορισμός του ΚΚΕ κορυ­φωνόταν στην πρόταση της «πραγματικής αλλαγής», που αποτελούσε ένα «προστάδιο», το οποίο προέβλεπε συμμαχική κυβέρ­νηση και οριοθετημένο, χαρακτηριστικό στη σταδιολογία, πρόγραμμα αλλαγών. Ο όρος «πραγματική αλλαγή» δηλώνει μια ψευδο-ηγεμονική έννοια. Το ΠΑΣΟΚ αναγνωριζό­ταν ως δύναμη της αλλαγής με αντιφάσεις όμως και ασυνέπειες. Το ΚΚΕ ως συνεπής δύναμη επωμιζόταν το ρόλο της καθοδήγη­σης του ΠΑΣΟΚ στο δρόμο της πραγματι­κής αλλαγής. Το ΚΚΕ δεν πρότεινε μιαν αυ­τόνομη ταξική γραμμή, αλλά αυτοϋποβιβάστηκε σε επιδιορθωτή της γραμμής του ΠΑ­ΣΟΚ. Προχώρησε σε άτυπη συμμαχία με το ΠΑΣΟΚ, μετά το 1981 κήρυξε μορατόριουμ, δηλαδή αναστολή των αγώνων, σύμπλευσε στα συνδικάτα και την τοπική αυτοδιοίκηση.
Ανανεωτική αριστερά  και ΠΑΣΟΚ- Η ΕΑΔΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥ
Ποια ήταν η στάση της λε­γόμενης ανανεωτικής Αρι­στεράς (ΚΚΕ εσ., ΕΑΡ, ΣΥΝ, ΣΥΡΙΖΑ); Το ΚΚΕ εσ. αντιμετώπισε το ΠΑ­ΣΟΚ με την αστική γραμμή της ΕΑΔΕ, που αποτέλεσε ελληνική παραλλαγή του ιστορικού συμβιβασμού. Το ΚΚΕ εσ, ιδί­ως προ του 1981, καταδίκαζε τον αντιιμπεριαλισμό και το «λαϊκισμό» του ΠΑΣΟΚ, ασκώντας κριτική απ' τη σκοπιά του συμ­βιβασμού με την αστική τάξη και τον ιμπε­ριαλισμό (αποδοχή των δεσμών NATO και ΕΟΚ).
Στην ίδια γραμμή ιδίως μετά το 1996 ο ΣΥΝ εκθειάζει τον εκσυγχρονισμό του Σημίτη. Κύρκος και Σημίτης μιλούν ανοι­χτά για συμμαχία των «ανανεωτικών εκ­συγχρονιστικών δυνάμεων», η οποία τε­λεσφορεί όμως μόνο σε μαζικούς χώρους.
Η αστική παρέκκλιση της Αριστεράς το 1989
Η γραμμή της ουράς στην αστική πολιτι­κή κορυφώθηκε τη διετία 1989-1990. Το ΚΚΕ και το ΚΚΕ εσ. συγκροτούν το Συ­νασπισμό και συγκυβερνούν με τη ΝΔ, με κύριο στόχο να διώξουν δικαστικά τον ηγέτη του ΠΑΣΟΚ και να αποκόψουν τον ομφάλιο λώρο ηγεσίας - βάσης του ΠΑ­ΣΟΚ. Η τυχοδιωκτική αστική γραμμή κορυφώθηκε με τη συμμετοχή της Αριστε­ράς και στη διάδοχη κυβέρνηση Ζολώτα, παρά τη συμμετοχή του διωκόμενου ΠΑ­ΣΟΚ.
Τα επίχειρα του ακραίου οπορτου­νισμού υπήρξαν οικτρά για την Αριστερά. Ο δικομματισμός ενισχύθηκε. Το ΠΑΣΟΚ παρά τα πλήγματα συσπείρωσε τις κλονι­ζόμενες γραμμές του. Ο ηγέτης του ηρωοποιήθηκε και το 1993 ανέλαβε και πάλι την πρωθυπουργία. Η ΝΔ σημειώνει με­γάλη νίκη το 1990. Εξασφαλίζει ποσοστό 46,9% και σχηματίζει κυβέρνηση. Ο ενιαί­ος Συνασπισμός ακολουθεί καθοδική πο­ρεία. Μετά το 13,13% του 1989 κατρακυ­λά στο 10,7% το 1990. Η λαϊκή ετυμηγορία τιμώρησε αμείλικτα την Αριστερά για την ανενδοίαστη υποταγή της στην αστική πο­λιτική. Στις εκλογές του 1993 το ΚΚΕ ση­μείωσε το ιστορικό χαμηλό ποσοστό 4,5%, ενώ ο ΣΥΝ (μετά τη διάσπαση του ενιαίου Συνασπισμού) συγκέντρωσε ποσοστό 2,9% και έμεινε εκτός Βουλής...
Μετά το 14ο Συ­νέδριο του (1991) το ΚΚΕ αναδιπλώνεται σε μια σταθερή αντι-ΠΑΣΟΚ στάση, αλλά σε μιαν αποθέωση σεχταρισμού αποκλείει γενικά τις πολιτικές συμμαχίες και τις συ­μπράξεις στο μαζικό χώρο.
Ο ΣΥΝ με τη δημιουργία του ΣΥΡΙΖΑ και την «αριστε­ρή στροφή» του 2004 έχει σταθερή άνοδο και το 2012 αναδείχτηκε αξιωματική αντι­πολίτευση. Τα δύο αριστερά κόμματα μετά την αποστασιοποίηση τους απ' τη συμμα­χία με αστικά κόμματα (ΠΑΣΟΚ-ΝΔ) και τη διακήρυξη ταξικής γραμμής, παρά τις αγκυλώσεις και την ασυνέπεια τους, ενι­σχύονται στον πολιτικό και μαζικό χώρο. Μάλιστα, ο ΣΥΡΙΖΑ το 2012 εκτινάχθη­κε στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευ­σης. Στη σύγχρονη συγκυρία η πιθανότη­τα ανάδειξης αριστερής κυβέρνησης επα­ναθέτει το θέμα.
ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ
Αναπόφευκτη ενσωμάτωση
Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ
Η τραγική κατάληξη του ριζοσπαστικού, αντι-ιμπεριαλιστικού ΠΑΣΟΚ, που είχε συνεγείρει τις μάζες με την άμεση επαγγελία του σοσιαλισμού, σε κόμμα σοσιαλφιλελεύθερο αλλά και η ολό­τητα των ιστορικών εμπειριών επιβεβαιώνουν ότι ακόμη κι ένα αριστερό κόμμα, όταν ενσωμα­τώνεται στον κρατικό μηχανισμό, δεν μπορεί να έχει διαφορετική τύχη από του ΠΑΣΟΚ. Απλού­στατα, γιατί και μια τέτοια κυβέρνηση λόγω οι­κονομικού, κοινωνικού, πολιτικού συσχετισμού, εγχώριου και διεθνούς, δεν μπορεί να παρεκκλί­νει απ' τα όρια διακυβέρνησης που θέτουν οι κυ­ρίαρχες ελίτ, παρά μόνον οριακά. Αυτή η πολιτι­κή δύναμη, αν παραιτηθεί μπροστά στη δαμό­κλειο σπάθη του αστικού εκβιασμού ή μετά την ολοκλήρωση της θητείας, μπορεί να αποκατα­στήσει την αριστερή ταυτότητα της. Αν όμως κα­ταστήσει τη συμμετοχή της στη νομή της εξου­σίας πάγιο στοιχείο της πολιτικής της, όπως το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ, αυτοδίκαια αυτός ο κυβερνητισμός την εντάσσει σε μια κατηγορία του συστημικού αστερισμού. Υπάρχει η περίπτωση σε συνθήκες οξυμμένης ταξικής πάλης και κλονιζό­μενης αστικής κυριαρχίας να προκύψει μια κυ­βέρνηση που θα διακηρύξει αριστερό προσανα­τολισμό. Σε τέτοιες συνθήκες ο συσχετισμός τεί­νει υπέρ των ριζοσπαστικών δυνάμεων. Η αρι­στερή κυβέρνηση μαζί με τα λαϊκά όργανα μπο­ρεί ν' αποτελέσει μορφή περάσματος στην επα­νάσταση και την εργατική εξουσία. Αυτή η εξέ­λιξη θα εξαρτηθεί απ' το αν τα λαϊκά κινηματικά όργανα αποβούν κέντρο των εξελίξεων και αν τελικά, με την είσοδο στην επαναστατική κατά­σταση, εξελιχθούν σε όργανα δυαδικής εξουσί­ας και πάρουν στα χέρια τους όλη την εξουσία.
Η αναπόφευκτη ενσωμάτωση μιας αριστερής κυβέρνησης, εκτός απ' την εξαιρετική περίπτωση που προαναφέραμε, είναι το ένα ζήτημα. Το δεύ­τερο ζήτημα, συναρτώμενο με το πρώτο, είναι η δέουσα στάση των αντικαπιταλιστικών δυνάμε­ων απέναντι σε μια τέτοια κυβέρνηση. Από θεω­ρητικούς του ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζεται ότι η αρνητι­κή εμπειρία του ΠΑΣΟΚ στοιχειοθετεί όντως τους φόβους της ριζοσπαστικής Αριστεράς, για «πασοκοποίηση» του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ότι η σύγκριση σε κα­μιά περίπτωση δεν προεξοφλεί την ταύτιση. Απε­ναντίας ο ΣΥΡΙΖΑ, σοφότερος απ' την αποτυχία του ΠΑΣΟΚ και άλλων παραδειγμάτων, δημιουρ­γεί και τους όρους αποφυγής της ενσωμάτωσης: θ' αποφύγει τον αρχηγοκεντρικό χαρακτήρα και τον κρατισμό του ΠΑΣΟΚ, αφού στο γενετικό υλι­κό του είναι εγγεγραμμένη η συλλογικότητα και ο πλουραλισμός, η έδραση στον κοινωνιοκεντρι-σμό και στα κινήματα. Προσβλέπουν ακόμη στη συνδρομή της ριζοσπαστικής Αριστεράς, που με τις ιδέες και το ήθος της μπορεί αποφασιστικά να συμβάλει στην αποτροπή των παρεκκλίσεων απ' την κοινωνική αλλαγή. Όντως η σύγκριση με το παράδειγμα ΠΑΣΟΚ έχει σχετική κι όχι απόλυτη και μηχανιστική αλήθεια. Η ιστορία δεν επαναλαμβά­νεται, αλλά ταυτόχρονα επαναλαμβάνεται. Επα­ναλαμβάνονται (ισχύουν) οι κοινωνικοί νόμοι του καπιταλισμού σε διαφορετικές όμως μορφές και συνθήκες. Η στάση μιας πολιτικής δύναμης απέ­ναντι στην κυβέρνηση και το κράτος καθορίζεται απ' τη στάση της στο πλέγμα των ταξικών αντιθέ­σεων του καπιταλισμού. Αν σταθεί στην πλευρά της εργατικής τάξης και των άλλων υποτελών τά­ξεων, θα συγκρουστεί μέχρι επαναστατικής ρήξης με το σύστημα και το κράτος. Στην εξαιρετική πε­ρίπτωση που προκύψει αριστερή κυβέρνηση προ επανάστασης θα την αξιοποιήσει με επαναστατι­κή λογική. Στην περίπτωση όμως που μια αριστε­ρή πολιτική δύναμη, όπως το ΠΑΣΟΚ τότε, ο ΣΥ­ΡΙΖΑ σήμερα και άλλες ρεφορμιστικές αριστερές δυνάμεις, οδηγείται απ' την αυταπάτη του συμ­βιβασμού με το σύστημα και των σταδιακών αλ­λαγών χωρίς την ακραία πόλωση της «στρατηγι­κής της εφόδου», αν καταλάβει την κυβερνητική εξουσία, δεν θα τη χρησιμοποιήσει σαν μοχλό με­τασχηματισμού αλλά ενσωμάτωσης.
ΠΡΙΝ 7/9/2014

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

ΠΕΡΙ ΕΓΚΡΙΣΕΩΣ ΤΕΛΕΣΕΩΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΠΑΝΗΓΥΡΕΩΣ ΕΝ ΤΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΙ ΠΑΛΗΜΠΕΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ

 Βασιλικό Διάταγμα του 1914 για την επίσημη θεμελίωση του πανηγυριού στον Δρυμό Βονίτσης




ο νόμος είναι εδώ

Εκπαίδευση: Ανάγκη μαζικών μόνιμων διορισμών τώρα!


Το ίδιο το υπουργείο που διαπιστώνει τα κενά ανακοινώνει την πρόσληψη 14.500 αναπληρωτών μέσα από προγράμματα ΕΣΠΑ και 5.000 από τον τακτικό προϋπολογισμό. Το αξιοσημείωτο είναι ότι χωρίς κανέναν ενδοιασμό δηλώνει επί της ουσίας πως δεν υπάρχει πρόβλεψη για την κάλυψη 4.000 κενών, που αντιστοιχούν βέβαια σε περίπου 80.000 μαθητές! Αλλά ακόμα και ο ρυθμός αυτών των προσλήψεων είναι δεδομένο ότι δεν θα καλύψει τις ανάγκες από την αρχή της χρονιάς.
Ντίνα Ρέππα*
Από τα μέσα του καλοκαιριού η κυβέρνηση και η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας ανακοινώνει ότι φέτος κινδυνεύει η έναρξη της σχολικής χρονιάς από τις ελλείψεις σε εκπαιδευτικό προσωπικό, δημοσιοποιώντας αριθμό 24.000 κενών σε πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Η πραγματικότητα είναι αδυσώπητη! Τα τελευταία χρόνια έχουν συνταξιοδοτηθεί πάνω από 20.000 εκπαιδευτικοί, ενώ οι διορισμοί μονίμων δεν ξεπερνούν τις λίγες εκατοντάδες και στις δυο εκπαιδευτικές βαθμίδες.
Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν ατύχημα. Η εκπαίδευση, όπως και όλη η κοινωνία, κονιορτοποιείται από τις συμπληγάδες πέτρες της διεύρυνσης της ελαστικής, επισφαλούς εργασίας. Η δημόσια εκπαίδευση «αναπνέει» τα τελευταία χρόνια κυρίως με προσλήψεις ΕΣΠΑ και με αναπληρωτές τακτικού προϋπολογισμού που έρχονται να καλύψουν τις χιλιάδες πάγιες ανάγκες του δημόσιου σχολείου σε εκπαιδευτικό προσωπικό. Στην πραγματικότητα το 1/6 περίπου των αναγκών αυτών καλύπτεται με εργαζόμενους μιας χρήσης. Το ίδιο το υπουργείο που διαπιστώνει τα κενά ανακοινώνει την πρόσληψη 14.500 αναπληρωτών μέσα από προγράμματα ΕΣΠΑ και 5.000 από τον τακτικό προϋπολογισμό. Το αξιοσημείωτο είναι ότι χωρίς κανέναν ενδοιασμό δηλώνει επί της ουσίας πως δεν υπάρχει πρόβλεψη για την κάλυψη 4.000 κενών, που αντιστοιχούν βέβαια σε περίπου 80.000 μαθητές! Αλλά ακόμα και ο ρυθμός αυτών των προσλήψεων είναι δεδομένο ότι δεν θα καλύψει τις ανάγκες από την αρχή της χρονιάς.
Το δημόσιο σχολείο βρέθηκε και πέρυσι απέναντι στα ίδια αδιέξοδα. Τότε οι επιλογές της κυβέρνησης οδήγησαν χιλιάδες σχολικές μονάδες να λειτουργούν ως τον Οκτώβριο με μειωμένο ωράριο, προκάλεσαν χιλιάδες χαμένες ώρες μαθημάτων, εκατοντάδες ολοήμερα δημοτικά-νηπιαγωγεία που δεν λειτουργούσαν ως το Νοέμβριο, ειδικά σχολεία με εκ περιτροπής λειτουργία. Ταυτόχρονα, χιλιάδες εκπαιδευτικοί υποχρεώθηκαν σε μετατάξεις και μετακινήσεις εκτός της περιοχής της οργανικής τους θέσης, ενώ η λειτουργία των σχολικών μονάδων ομαλοποιήθηκε σχετικά μετά τον Δεκέμβριο, όταν είχε διανυθεί ήδη το 1/3 της σχολικής χρονιάς!
Η κυβέρνηση θα αποπειραθεί και φέτος, με πρόσχημα τα κενά, να καταφέρει ένα ακόμα χτύπημα στα μορφωτικά δικαιώματα των μαθητών. Οι συμπτύξεις τμημάτων, οι συγχωνεύσεις-καταργήσεις σχολείων, η πλήρης απαξίωση διδακτικών αντικειμένων, η απορρύθμιση του ολοήμερου σχολείου και η μετατροπή του σε εκ περιτροπής φύλαξη, το χτύπημα των υποστηρικτικών δομών όπως τα τμήματα ένταξης και τα ειδικά σχολεία είναι ορισμένα μόνο από τα προφανή μέτρα που έχει στην επιθετική φαρέτρα της η κυβέρνηση, για να αντιμετωπίσει τα αποτελέσματα της πολιτικής μηδενικών διορισμών. Όλα αυτά φυσικά συνοδεύονται υποχρεωτικά από χτύπημα των εργασιακών δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών, όπως η αύξηση του ωραρίου των εκπαιδευτικών, οι υποχρεωτικές μετακινήσεις, οι δεύτερες αναθέσεις μαθημάτων.
Όσο και να διαρρηγνύει τα ιμάτιά της η πολιτική ηγεσία του υπουργείου, σε μια προσπάθεια επικοινωνιακής εσωτερικής αντιπολίτευσης, το πρόβλημα είναι η πολιτική του μαύρου μετώπου κυβέρνησης-ΕΕ-ΔΝΤ-κεφαλαίου για ανταγωνιστική-επιχειρηματική εκπαίδευση, με συρρίκνωση του δημόσιου σχολείου και μετάλλαξή του, ώστε να προσαρμοστεί πλήρως στις ανάγκες της καπιταλιστικής αγοράς την εποχή της κρίσης και για το ξεπέρασμά της. Μέσα από το μηδενισμό των διορισμών, εξασφαλίζεται η πλήρης ανατροπή των εργασιακών σχέσεων και στην εκπαίδευση, αφού η θέση του μόνιμου αντικαθίσταται από τον μερικά απασχολούμενο ωρομίσθιο-αναπληρωτή με βαθιά αρνητική επίδραση στην εκπαιδευτική διαδικασία. Το σχολείο της αγοράς που ετοιμάζουν δεν έχει ανάγκη από παιδαγωγούς με μόνιμη και σταθερή σχέση εργασίας με συνέχεια και συνοχή στο εκπαιδευτικό τους έργο, αλλά μπορεί να καλύψει τις «ανάγκες του» από προσωρινούς επισκέπτες-καθηγητές που θα προσφέρουν «κατάρτιση» αντί για γνώση, δεξιότητες αντί για ολοκληρωμένη ανάπτυξη της προσωπικότητας, αποσπασματική πληροφορία αντί για παιδεία.
Την ίδια στιγμή, η πραγματικότητα των δεκάδων χιλιάδων ελαστικά εργαζομένων στην εκπαίδευση έχει όλα τα χαρακτηριστικά της βάρβαρης πολιτικής τους. Περιπλανώμενοι εκπαιδευτικοί στη διά βίου αναπλήρωση, με μισθούς από 670 ευρώ, με ολιγόμηνες συμβάσεις που λήγουν υποχρεωτικά κάθε Ιούνιο, πολλές φορές χωρίς ταμείο ανεργίας και χωρίς να γνωρίζουν αν, πού και πότε θα εργαστούν την επόμενη χρονιά!
Απέναντι σε αυτά τα δεδομένα, ο κυβερνητικός συνδικαλισμός χειρίζεται απλώς επικοινωνιακά την απόγνωση χιλιάδων αδιόριστων εκπαιδευτικών. Το ενδιαφέρον του θα εξανεμιστεί αμέσως μετά τις εκλογές για τα υπηρεσιακά συμβούλια, τον Νοέμβριο του 2014.
Αντίθετα, η μαχόμενη εκπαίδευση και η αντικαπιταλιστική πτέρυγα οφείλει και μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά με ένα συνεκτικό πλαίσιο στόχων που θα έχει στην προμετωπίδα του τα σύγχρονα μορφωτικά δικαιώματα και τις ανάγκες της εργαζόμενης πλειοψηφίας, θα απαιτεί διορισμό τώρα όλων όσων έχουν έστω και μια ώρα σύμβασης στην εκπαίδευση με ταυτόχρονη κατάργηση της επισφαλούς εργασίας όλων των μορφών, θα φτιάχνει μέτωπο με τους μαθητές και τους γονείς, θα προχωρά στην οργάνωση της πάλης με όλο το εργατικό κίνημα.
* Η Ντίνα Ρέππα είναι πρόεδρος του Συλλόγου Εκπαιδευτικών Π.Ε. “Αριστοτέλης” (Αθήνα)
Πηγή: Εφημερίδα ΠΡΙΝ, 31.8.2014

Εκκληση 139 ιστορικών

Την απόσυρση του άρθρου 2 του αντιρατσιστικού, το οποίο αναφέρεται στις γενοκτονίες, τις εθνοκαθάρσεις και το Ολοκαύτωμα, ζητούν με κείμενό τους επιστήμονες, με το επιχείρημα ότι περιορίζει την ελευθερία του λόγου.
 
 

Οσοι και όσες υπογράφουμε αυτό το κείμενο, ιστορικοί από πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και άλλους επιστημονικούς φορείς, παρακολουθούμε με μεγάλο ενδιαφέρον και αγωνία την τύχη του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου, το οποίο, έπειτα από πολλούς μήνες αναμονής, θα συζητηθεί στη Βουλή την επόμενη εβδομάδα. Κι αυτό επειδή θεωρούμε ότι ο ρατσισμός και η ρατσιστική βία είναι ένα από τα μεγάλα προβλήματα που απειλούν την κοινωνία μας και ότι μια κατάλληλη αντιρατσιστική νομοθεσία συνιστά ένα σημαντικό όπλο για την αντιμετώπισή τους.

Δεν θέλουμε εδώ να εκφράσουμε την άποψή μας για επιμέρους διατάξεις, για τα θετικά σημεία και τις αδυναμίες του συγκεκριμένου νομοσχεδίου· άλλωστε, σε πολλά από αυτά οι απόψεις μας ενδεχομένως διαφοροποιούνται. Θέλουμε ωστόσο να εκφράσουμε την έντονη κοινή μας ανησυχία για ένα ζήτημα το οποίο κυριαρχεί στη δημόσια συζήτηση και συνδέεται με το επιστημονικό αντικείμενό μας.

Το άρθρο 2 του νομοσχεδίου προβλέπει την τιμωρία όποιου «με πρόθεση, προφορικά ή διά του Τύπου, μέσω του διαδικτύου ή με οποιαδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο, επιδοκιμάζει, ευτελίζει ή κακόβουλα αρνείται τη σοβαρότητα εγκλημάτων γενοκτονιών, εγκλημάτων πολέμου, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, του Ολοκαυτώματος και εγκλημάτων του ναζισμού και η συμπεριφορά αυτή στρέφεται κατά ομάδας προσώπων που προσδιορίζεται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, ή την αναπηρία, κατά τρόπο που μπορεί να υποκινήσει βία ή μίσος ή ενέχει απειλητικό, υβριστικό ή προσβλητικό χαρακτήρα κατά μίας τέτοιας ομάδας ή μέλους της».

Μάλιστα, με ρητή δέσμευση του υπουργού Δικαιοσύνης (20.8.2014) η διάταξη θα διευρυνθεί συμπεριλαμβάνοντας και την «κακόβουλη άρνηση ή ευτελισμό» γενοκτονιών που έχουν αναγνωρίσει το ελληνικό Κοινοβούλιο, καθώς και «διεθνή ή ελληνικά δικαστήρια με αμετάκλητες αποφάσεις».

Εκφράζουμε τη ρητή αντίθεσή μας με μια τέτοια διάταξη. Είμαστε αντίθετοι στη δίωξη όλων των «αρνητών», ακόμη και εκείνων του φριχτότερου εγκλήματος του 20ού αιώνα, του Ολοκαυτώματος.

Η στάση μας αυτή δεν πηγάζει από οποιαδήποτε ανοχή στους «αρνητές» απεχθών εγκλημάτων, ούτε από την άρνηση τιμωρίας εγκληματικών πράξεων, αλλά από την πεποίθηση, ότι, όπως έχει αποδείξει και η διεθνής εμπειρία, τέτοιες διατάξεις οδηγούν σε επικίνδυνες ατραπούς: πλήττουν καίρια το δημοκρατικό και αναφαίρετο δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου, ενώ ταυτόχρονα δεν είναι διόλου αποτελεσματικές, όσον αφορά την καταπολέμηση του ρατσισμού και του ναζισμού, του ρατσιστικού και μισαλλόδοξου λόγου.

Συχνά μάλιστα οδηγούν στο αντίθετο αποτέλεσμα, επιτρέποντας οι εχθροί της δημοκρατίας να παρουσιάζονται στην κοινή γνώμη ως «θύματα» λογοκρισίας και αυταρχισμού. Οι προϋποθέσεις που θέτει το νομοσχέδιο καθώς ενέχουν μεγάλη απροσδιοριστία και ρευστότητα δυστυχώς δεν αποτελούν εγγύηση.

Επιπλέον, η προβλεπόμενη διεύρυνση του άρθρου όχι μόνο δεν θεραπεύει αλλά μεγεθύνει το πρόβλημα. Θεωρούμε ότι ο χαρακτηρισμός και η προσέγγιση μαζικών εγκλημάτων ως γενοκτονιών, εθνοκαθάρσεων ή σφαγών πρέπει να είναι αντικείμενο επιστημονικού και νηφάλιου δημόσιου διαλόγου και όχι νομοθετικής ρύθμισης και ποινικής τιμωρίας, με κίνδυνο να φιμώνεται κάθε αντίθετη στην κυρίαρχη άποψη, ακόμα και αυτή η ιστορική έρευνα και διδασκαλία. Επειδή η ελευθερία του λόγου και της γραπτής έκφρασης –ακόμη και των πιο λανθασμένων απόψεων– είναι σύμφυτη με τη δημοκρατία, καλούμε την κυβέρνηση να αποσύρει το παραπάνω άρθρο.

Εφη Αβδελά (Πανεπιστήμιο Κρήτης), Χριστίνα Αγριαντώνη (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας), Σία Αναγνωστοπούλου (Πάντειο Πανεπιστήμιο), Αντώνης Αναστασόπουλος (Πανεπιστήμιο Κρήτης), Ελένη Ανδριάκαινα (Πάντειο Πανεπιστήμιο), Κωνσταντίνα Ανδριανοπούλου (υπ. δρ Παντείου Πανεπιστημίου), Μανόλης Αρκολάκης (ΕΑΠ), Φωτεινή Ασημακοπούλου (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Σπύρος Ι. Ασδραχάς, Στέφανος Βαμιεδάκης (υπ. δρ. Πανεπιστημίου Κρήτης), Μάνος Αυγερίδης (υπ. δρ Πανεπιστημίου Αθηνών), Ελένη Βαρίκα (Πανεπιστήμιο Paris VIII), Δήμητρα Βασιλειάδου (υπ. δρ Πανεπιστημίου Κρήτης), Λίνα Βεντούρα (Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου), Θάνος Βερέμης (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Ιόλη Βιγγοπούλου (Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών, ΣΚΙ), Πολυμέρης Βόγλης (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας), Κώστας Γαβρόγλου (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Κώστας Γαγανάκης (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Θανάσης Γάλλος (ΑΣΚΙ), Αλκη Γαρμπή (Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών – ΙΤΕ, Ρέθυμνο), Γιάννης Γιαννιτσιώτης (Πανεπιστήμιο Αιγαίου), Ελένη Γκαρά (Πανεπιστήμιο Αιγαίου), Σάκης Γκέκας (Πανεπιστήμιο York, Τορόντο), Γλαύκη Γκότση (Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας), Κατερίνα Δαλακούρα (Πανεπιστήμιο Κρήτης), Κατερίνα Δέδε (Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών), Μαρίνα Δημητριάδου (υποψήφια δρ Πανεπιστημίου Κρήτης), Δημήτρης Δημητρόπουλος (Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών), Αντα Διάλλα (Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών), Χάρης Εξερτζόγλου (Πανεπιστήμιο Αιγαίου), Ελευθερία Ζέη (Πανεπιστήμιο Κρήτης), Παναγιώτης Ζεστανάκης (υπ. δρ Πανεπιστημίου Κρήτης), Βάσω Θεοδώρου (Πανεπιστήμιο Θράκης), Νίκος Θεοτοκάς (Πάντειο Πανεπιστήμιο), Πολίνα Ιορδανίδου (ΑΣΚΙ), Παναγιώτης Ιωάννου (Πανεπιστήμιο Κρήτης), Ελένη Καλαφάτη (ΕΜΠ), Σπύρος Καράβας (Πανεπιστήμιο Αιγαίου), Αννυ Καρακατσούλη (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Βαγγέλης Καραμανωλάκης (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Βίκυ Καραφουλίδου (δρ Πανεπιστημίου Αιγαίου), Βασίλης Καρδάσης (Πανεπιστήμιο Κρήτης), Κωστής Καρπόζηλος (Princeton University), Αγλαΐα Κάσδαγλη (Πανεπιστήμιο Κρήτης), Σοφία Κατόπη, ιστορικός τέχνης (υπ. δρ Πανεπιστημίου Κρήτης), Κώστας Κατσάπης (Πάντειο Πανεπιστήμιο), Βαγγέλης Κεχριώτης (Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου, Τουρκία), Αντωνία Κιουσοπούλου (Πανεπιστήμιο Κρήτης), Γιάννης Κοκκινάκης (Πανεπιστήμιο Κρήτης), Ηλίας Κολοβός (Πανεπιστήμιο Κρήτης), Ελσα Κοντογεώργη (ΚΕΙΝΕ, Ακαδημία Αθηνών), Χαρά Κούκη (υπ. δρ. Πανεπιστήμιο Λονδίνου), Χριστίνα Κουλούρη (Πάντειο Πανεπιστήμιο), Δημήτρης Κουσουρής (Πανεπιστήμιο Κωνσταντίας, Γερμανία), Μαρία Κοτζάμπαση, Ελένη Κυραμαργιού (υπ. δρ Πανεπιστήμιο Αιγαίου), Αγγελική Κωνσταντακοπούλου (Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων), Κατερίνα Κωνσταντινίδου (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Κώστας Κωστής (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Τάσος Κωστόπουλος (υπ. δρ Πανεπιστημίου Ιωαννίνων), Σοφία Λαΐου (Ιόνιο Πανεπιστήμιο), Δήμητρα Λαμπροπούλου (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Ιωάννης Λημνιός-Σέκερης, Aντώνης Λιάκος (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Λίνα Λούβη (Πάντειο Πανεπιστήμιο), Χρήστος Λούκος (Πανεπιστήμιο Κρήτης), Ανδρέας Λυμπεράτος (Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών-ΙΤΕ, Ρέθυμνο), Αννυ Μάλαμα (Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλέξανδρου Σούτσου), Βασίλης Μανουσάκης (υπ. δρ. ΑΠΘ), Ικαρος Μαντούβαλος (Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο), Σπύρος Μαρκέτος (ΑΠΘ), Πελαγία Μαρκέτου, Παρασκευάς Ματάλας (δρ Πανεπιστημίου Κρήτης), Αννα Ματθαίου (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας), Σοφία Ματθαίου (Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών), Ευγένιος Ματθιόπουλος (Πανεπιστήμιο Κρήτης), Νίκος Μελίστας, Ζαχαρίας Μουτούκιας (Παν. Paris VII, Παρίσι), Ιλεάνα Μορώνη (δρ. Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociale, Παρίσι), Λάμπρος Μπαλτσιώτης (Πάντειο Πανεπιστήμιο), Δημήτρης Μπαχάρας (ΜΙΕΤ-ΕΛΙΑ), Ρίκα Μπενβενίστε (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας), Στρατής Μπουρνάζος, Ειρήνη Νάκου (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας), Αγγελος Παληκίδης (Πανεπιστήμιο Θράκης), Μαρία Πάλλα (δρ Πανεπιστημίου Paris VII), Κώστας Παλούκης (υπ. δρ. Πανεπιστημίου Κρήτης), Στέφανος Παπαγεωργίου (Πάντειο Πανεπιστήμιο), Δέσποινα Παπαδοπούλου (δρ Ιστορίας), Γιάννης Παπαδόπουλος (Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου), Νικόλας Παπαζαρκάδας (Πανεπιστήμιο Berkeley), Ιωάννα Παπαθανασίου (ΕΚΚΕ – ΑΣΚΙ), Μαρία Παπαθανασίου (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Κατερίνα Παπακωνσταντίνου (δρ Πανεπιστημίου Αθηνών), Πάρις Παπαμίχος-Χρονάκης (Πανεπιστήμιο του Ιλινόις, Σικάγο), Λήδα Παπαστεφανάκη (Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων), Αλεξάνδρα Πατρικίου (ΚΕΝΙ-Πάντειο Πανεπιστήμιο), Ελένη Πασχαλούδη (δρ Πανεπιστημίου Μακεδονίας), Στάθης Παυλόπουλος (ΑΣΚΙ), Στέφανος Πεσμαζόγλου (Πάντειο Πανεπιστήμιο), Σωκράτης Πετμεζάς (Πανεπιστήμιο Κρήτης), Πέτρος Πιζάνιας (Ιόνιο Πανεπιστήμιο), Πόπη Πολέμη (Βιβλιολογικό Εργαστήρι Φίλιππος Ηλιού- Μουσείο Μπενάκη), Αλέξης Πολίτης (Πανεπιστήμιο Κρήτης), Ράνια Πολυκανδριώτη (Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών), Νίκος Ποταμιάνος (δρ Πανεπιστημίου Κρήτης), Μαρία Πρέκα (υπ. δρ Πανεπιστημίου Κρήτης), Βάλλια Ράπτη (υπ. δρ Πανεπιστήμιο Αθηνών), Κώστας Ράπτης (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Σωτήρης Ριζάς (ΚΕΙΝΕ, Ακαδημία Αθηνών), Τάσος Σακελλαρόπουλος (Μουσείο Μπενάκη), Νίκος Σιγάλας (CNRS, IFEA Κωνσταντινούπολη), Κική Σακκά (σχολική σύμβουλος φιλολόγων, δρ Πανεπιστημίου Πελοποννήσου), Αιμιλία Σαλβάνου (δρ Πανεπιστήμιο Αιγαίου), Μαρίνος Σαρηγιάννης (Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών – ΙΤΕ, Ρέθυμνο), Βάσω Σειρηνίδου (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Ηλίας Σκουλίδας (ΤΕΙ Ηπείρου), Μαρία Σπηλιωτοπούλου (ΚΕΙΝΕ, Ακαδημία Αθηνών), Παναγιώτης Στάθης (υποψήφιος δρ Πανεπιστημίου Κρήτης), Δημήτρης Σταματόπουλος (Πανεπιστήμιο Μακεδονίας), Γιάννης Στεφανίδης (Νομική ΑΠΘ), Αθηνά Συριάτου (Πανεπιστήμιο Θράκης), Αλεξάνδρα Σφοίνη (Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών), Γιώργος Τζεδόπουλος (δρ Πανεπιστημίου Αθηνών), Δημήτρης Τζιόβας (Πανεπιστήμιο Birmingham), Γιάννα Τζουρμανά (δρ Παντείου Πανεπιστημίου), Γιώτα Τουργέλη (υπ. δρ Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου), Λάμπρος Φλιτούρης (Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων), Ελένη Φουρναράκη (Πανεπιστήμιο Κρήτης), Χρύσα Τζαγκαρουλάκη (ΚΕΝΙ – Πάντειο Πανεπιστήμιο), Νίκος Χατζηνικολάου (Πανεπιστήμιο Κρήτης), Mαρία-Χριστίνα Χατζηιωάννου (Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών), Κωνσταντίνος Κ. Χατζόπουλος (Πανεπιστήμιο Θράκης), Αγγελική Χριστοδούλου (ΑΣΚΙ), Αγγέλικα Ψαρρά, Μιχάλης Λυμπεράτος (Πάντειο Πανεπιστήμιο)

πόσοι μας διάβασαν: