Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

Επαναστατικές Συγγένειες, τα κόκκινα και τα μαύρα αστέρια μας: αναζητώντας το κομμουνισμό της εποχής μας


Κώστας Παλούκης,

3ο Ελευθεριακό Φεστιβάλ Βιβλίου - 2016, Ηράκλειο Κρήτης

Το βιβλίο Επαναστατικές Συγγένειες, τα κόκκινα και τα μαύρα αστέρια μας, των Ολιβιέ Μπεζανσινό και Μισέλ Λεβί κυκλοφόρησε από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες πριν από 6 μήνες περίπου. Λίγα λόγια για τους συγγραφείς. Ο Ολιβιέ Μπεζανσενό (Olivier Besancenot, Λεβαλουά-Περρέ, 18 Απριλίου 1974) είναι Γάλλος αριστερός πολιτικός, ο οποίος ήταν υποψήφιος στις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2002 και του 2007 για την Επαναστατική Κομμουνιστική Λίγκα (Ligue communiste révolutionnaire - LCR), το γαλλικό τμήμα της Τετάρτης Διεθνούς. Το 2002 απέσπασε 1,2 εκατομμύρια ψήφους ή 4,25%, ενώ το 2007 πήρε 1,5 εκατομμύρα ψήφους ή 4,08%, ερχόμενος πέμπτος μετά τους Νικολά Σαρκοζί, Σεγκολέν Ρουαγιάλ, Φρανσουά Μπαϊρού και Ζαν-Μαρί Λεπέν, αλλά πρώτος μεταξύ των υποψηφίων στα αριστερά του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Ο ίδιος ο Μπεζανσενό έχει σπουδάσει ιστορία και εργάζεται σαν ταχυδρόμος. Το 2008 η LCR ενώθηκε με άλλες δυνάμεις και δημιουργήσανε από κοινού το ΝΡΑ. Το ίδιο το Νέο Αντικαπιταλιστικό Κόμμα έχει ως βασικό συστατικό στοιχείο του την αναζήτηση ενός νέου μαρξιστικού προτάγματος. Ο Μικαέλ Λεβί γεννήθηκε το 1938 στο Σάο Πάολο. Σπούδασε κοινωνικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο, απέκτησε το διδακτορικό του δίπλωμα στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης κάτω από την καθοδήγηση του Lucien Goldmann, ενώ εργάστηκε ως λέκτορας πολιτικής φιλοσοφίας στα Πανεπιστήμια του Τελ Αβίβ και του Μάντσεστερ. Εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Παρίσι το 1969, όπου δούλεψε με τον Νίκο Πουλαντζά στο Πανεπιστήμιο του Βενσάν. Σήμερα είναι επίτιμος διευθυντής στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών [CNRS], ενώ διδάσκει στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales [EHESS]. Είναι από τα ιδρυτικά στελέχη του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ, του Οικοσοσιαλιστικού Διεθνούς Δικτύου και του Νέου Αντικαπιταλιστικού Κόμματος [ΝΡΑ]. Με άλλα λόγια και οι δύο είναι ηγέτες ενός μαρξιστικού ρεύματος το οποίο αναζητάει το «νέο». Αυτό συμβαίνει και με άλλα μαρξιστικά ρεύματα διεθνώς, όπως και στην Ελλάδα. Κυρίως όμως συμβαίνει με τα ρεύματα της αναρχίας τα οποία σε πολλές περιπτώσεις πρωτοπορούν θεωρητικά εισάγοντας νέες ιδέες.

Πριν πάμε όμως στο βιβλίο θα ήθελα να αναφερθώ λίγο στο βιβλιοπωλείο Ακυβέρνητες Πολιτείες το οποίο πια κάνει τα πρώτα του βήματα και στον εκδοτικό χώρο. Πόσο σοβαρή θα ήταν μία ιδέα στα 2012 και 2013, στο μέσο δηλαδή της μεγάλης κρίσης, να ανοίξει κανείς εναλλακτικό βιβλιοπωλείο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης; Φαντάζομαι ότι οι περισσότεροι θα έβλεπαν τους 5 πρωτοπόρους μάλλον σαν τρελούς και το εγχείρημα υπερβολικά φιλόδοξο. Τρία χρόνια μετά, το βιβλιοπωλείο θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα από τα πιο σημαντικά ζωντανά πολιτιστικά κύτταρα της Θεσσαλονίκης. Είναι ένα σημείο συνάντησης των πιο ανήσυχων ανθρώπων και χώρος διάχυσης ιδεών για όλα τα θέματα: πολιτική, ιστορία, λογοτεχνία, φιλοσοφία, ποίηση. Είναι ένα μικρό βιβλιοστάσιο με δύσκολα βιβλία, ένα ριζοσπαστικό βιβλιοπωλείο φτιαγμένο από και απευθυνόμενο σε ενεργούς ανθρώπους του κινήματος. Γιατί όμως πέτυχε αυτή η τρελή ιδέα; Γιατί πράγματι όπως με θράσος γράφουν οι ίδιοι «είναι μια προσπάθεια βγαλμένη από την αναγκαιότητα. Την αναγκαιότητα να περπατήσει στους δρόμους της Θεσσαλονίκης το βιβλίο που δεν ενημερώνει απλά αλλά κεντρίζει, που δεν διηγιέται μοναχά αλλά παραδειγματίζει, που δεν υποτάσσεται στην ελαφρότητα της βάρβαρης εποχής μας αλλά επιμένει να βρίσκεται "εκτός των τειχών" των αλυσίδων παραγωγής υπηκόων.» Δεν είναι όμως ένα βιβλιοπωλείο με κουλτούρα χωρίς περιεχόμενο και στόχο, δηλαδή «κουλτούρα να φύγουμε», αλλά, όπως οι ίδιοι γράφουν, «οι Πολιτείες μας, φιλοδοξούν να είναι ένα βιβλιοπωλείο για το κίνημα», ενώ οι ίδιοι ρητά συντάσσονται ως συνεταιριστές όχι με τα αφεντικά, αλλά με την εργατική τάξη. Προσωπικά απολαμβάνω κάθε στιγμή συντροφιάς και κάθε βιβλίο που διαβάζω ή αγοράζω εκεί.

Η εκδοτική στροφή του βιβλιοπωλείου επίσης στέφεται με επιτυχία, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση τις Επαναστατικές Συγγένειες, ένα βιβλίο που επίσης θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ώριμο τέκνο της ανάγκης. Γιατί ένα βιβλίο δεν είναι μόνο οι συγγραφείς, αλλά και οι μεταφραστές, όπως και οι επιμελητές και γραφίστες, αλλά πάνω απ’ όλα το πολιτικό πλαίσιο αναφοράς: με άλλα λόγια οι εκδότες. Παρατηρώντας το στην προθήκη του βιβλιοπωλείου αναρωτιέται κανείς γιατί να το διαβάσει, γενικά τι έχει να του προσφέρει ένα τέτοιο πολιτικό δοκίμιο με θέμα τις επαναστατικές συγγένειες του αναρχισμού και του μαρξισμού. Προσωπική μου άποψη είναι πως η σκέψη των δύο συγγραφέων υπερβαίνει κατά πολύ μια προσπάθεια συγκερασμού ή έστω διαλεκτικής υπέρβασης των δύο ρευμάτων, όπως φαίνεται εκ πρώτης όψεως.  Οι Ολιβιέ Μπεζανσινό και Μισέλ Λεβί φαίνεται να ενδιαφέρονται για κάτι πολύ μεγαλύτερο και ουσιωδέστερο, για μία επανεθεμελίωση του κομμουνισμού στο σήμερα. Και αυτό το στοιχείο είναι που καθιστά το μικρό αυτό βιβλίο πάρα πολύ ενδιαφέρον και ίσως και πολύ σημαντικό, γιατί ακριβώς θα μπορούσε να αποτελέσει την βάση και την κοινή συνισταμένη για ένα νέο χειραφετητικό πρόταγμα το οποίο ονομάζουν ελευθεριακό μαρξισμό.

Οι δύο συγγραφείς ζώντας στην δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα παίρνουν μια απόφαση: δεν έρχονται με ξαναζεσταμένες τις χρεωκοπημένες ιδέες και πρακτικές προσπαθώντας να δικαιώσουν το ιστορικά ηττημένο. Αντίθετα, στέκονται σε απόσταση απέναντι σε όλα τα χειραφετητικά ρεύματα και κάνουν μια επιλογή στο παρελθόν με βάση ένα και μόνο κριτήριο: κρατάνε ό,τι έφτασε ή ό,τι έδρασε πιο κοντά στην ουτοπία. Η βασική τους ιδέα στηρίζεται στην εξής φράση: «σήμερα είναι σημαντικό να έρθουμε σε ρήξη με τα έτοιμα πολιτικά σχήματα που χωρίζουν τον κόσμο στα δύο – σε αυτούς που ξέρουν και σε αυτούς που δεν ξέρουν--, καθώς επίσης και να ξεκινήσουμε από το αξίωμα πως ο καθένας μας μπορεί και να ξέρει κάτι.»

Στο σημείο αυτό όμως υπήρχε στα σοβαρά ο κίνδυνος να φτιάξουν μια εκλεκτικιστική σούπα μέσα στην οποία να χωράνε όλοι. Γι’ αυτό η επιλογή τους εστιάζει σε δύο ρεύματα, το ελευθεριακό και το κομμουνιστικό. Αλλά δεν είναι μέσα όλοι οι ελευθεριακοί ή όλοι οι κομμουνιστές, αλλά μόνο εκείνοι οι οποίοι κατά την άποψή τους συγγενεύουν. Στην πράξη δρουν λίγο αφαιρετικά και κατασκευάζουν τα δύο ρεύματα κατά το δοκούν ώστε να ταιριάζουν στο προειλημμένο σχήμα τους, αλλά προσωπικά τελικά εμένα με έπεισαν ότι έχουν δίκιο στα περισσότερα. Ξαναγράφουν με λίγα λόγια την ιστορία μέσα από ένα νέο ερώτημα και δίνοντας μία νέα απάντηση. Αντί να διαπιστώσουμε πόσο καλά τα πήγε το κάθε ρεύμα μόνο του και πόσο προδοτικό ήταν το άλλο, ίσως έχει περισσότερη αξία να διερευνήσουμε και τελικά να διαπιστώσουμε πόσο καλά εξελίχθηκαν τα πράγματα σε εκείνες τις περιπτώσεις που οι αναρχικοί και οι κομμουνιστές βάδισαν μαζί. Σε κάθε περίπτωση το βιβλίο αυτό είναι μία πρόκληση για όλους τους αναρχικούς και τους κομμουνιστές να ξανασυζητήσουν για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, για αυτά που τους χωρίζουν, αλλά κυρίως γι’ αυτά που τους ενώνουν. Και αυτή η τελευταία διαδικασία είναι πάρα πολύ δύσκολη και επίμονη, χρειάζεται ανοιχτομυαλιά και όχι γκρουπισμό. Από αυτήν την άποψη, έχει μια εξαιρετική σημασία αυτή εδώ η εκδήλωση-συζήτηση. Οι ίδιοι οι συγγραφείς εξαιρούν προγραμματικά από αυτήν την συζήτηση όσους είναι «ειδικοί σε αυτήν την διαδικασία ηθικής εκτέλεσης του άλλου» και οι πρώτοι εξαιρέσιμοι είναι φυσικά οι θιασώτες του Ιωσήφ Στάλιν, ο οποίος ήδη από το 1907 έγραφε πως «οι αναρχικοί είναι πραγματικοί εχθροί του μαρξισμού» και ως εκ τούτου «πρέπει να δώσουμε μια πραγματική μάχη σε πραγματικούς εχθρούς». Κατά την διάρκεια της ιστορικής αφήγησης αφαιρούν ωστόσο από την συζήτηση και ρεύματα προερχόμενα από την αναρχία, κυρίως όσα έχουν ως βάση τον ατομισμό και την ατομική τρομοκρατία, π.χ. απορρίτουν το black block. Και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά: μπορούν να συζητήσουν και να συνθέσουν μόνο όσοι είναι σε θέση να κάτσουν σε κοινό τραπέζι και όλοι μας έχουμε εμπειρία από αυτό. Στην πράξη οι δύο συγγραφείς παρουσιάζουν την δυνατότητα μιας εκδοχής κριτικού τροτσκισμού ή μετατροτσκισμού με την πολιτική αναρχία και τον αναρχοσυνδικαλισμό.

Συγκεκριμένα, αποδέχονται τον διαχωρισμό της Ιρέν Περϊρά, δηλαδή: α) ταξικός αναρχισμός, ο οποίος βασίζεται στην πάλη των τάξεων, β) τον ελευθεριακό ανθρωπισμό, ο οποίος αντιλαμβάνεται την ανθρωπότητα ως υποκείμενο της απελευθέρωσης και  ατομικιστικό αναρχισμό. Και επιλέγουν να συνομιλήσουν με τον πρώτο για λόγους «ιστορικής εγγύτητας» θεωρώντας ότι υπάρχουν ιστορικές συγκλίσεις. Στον ταξικό αναρχισμό ανήκουν τα ελευθεριακά, αναρχοκομμουνιστικά, πλατφορμιστικά και αναρχοσυνδικαλιστικά ρεύματα.

Το βιβλίο αποτελείται από 4 μέρη και ένα πέμπτο που είναι τα συμπεράσματα. Το πρώτο κεφάλαιο έχει ως τίτλο “συγκλίσεις αλληλεγγύης” και χωρίζεται σε δύο υποκεφάλαια. Το πρώτο υποκεφάλαιο πραγματεύεται όλες εκείνες τις μεγάλες ιστορικές συγκυρίες κοινής δράσης των δύο ρευμάτων: Α Διεθνής και Κομμούνα του Παρισιού, Η 1η Μαΐου και οι μάρτυρες του Σικάγου, ο επαναστατικός συνδικαλισμός και η Χάρτα της Αμιένης, η Ισπανική Επανάσταση. Το δεύτερο υποκεφάλαιο με τίτλο “πορτρέτα” παρουσιάζει μια σειρά από προσωπικότητες οι οποίες μπορούν να θεωρηθούν συγκλίνουσες. Σε αυτές εντάσσει τους Λουί Μισέλ, Πιερ Μονάτ, Ρόζα Λούξεμπουργκ, Έμμα Γκόλντμαν, Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι, Μπενζαμέν Περέ και υποδιοικητή Μάρκος. Το δεύτερο κεφάλαιο έχει τίτλο “Συγκλίσεις και αποκλίσεις” και είναι ίσως το πιο καυτό, εκεί που οι συγγραφείς πραγματεύονται τις δύσκολες και γκρίζες καταστάσεις. Χωρίζεται σε τρεις υποενότητες με θέμα: την Οκτωβριανή Επανάσταση, Αναδρομή στην τραγωδία της Κροστάνδης, Μάχνο: Μαύροι και Κόκκινοι. Το τρίτο κεφάλαιο τιτλοφορείται: Μερικοί ελευθεριακοί μαρξιστές στοχαστές. Εμπεριέχει τους Βάλτερ Μπένγιαμιν, Αντρέ Μπρετόν και Ντανιέλ Γκερέν με τους οποίους ουσιαστικά, φτιάχνει τη γενεαλογία των θεωρητικών του ελευθεριακού μαρξισμού. Το τέταρτο κεφάλαιο φέρει τον τίτλο Πολιτικά Ζητήματα με τα οποία θέτει τις βάσεις του νέου κομμουνιστικού προτάγματος. Σε αυτό πραγματεύεται τα εξής “άτομο και συλλογικότητα”, “να κάνουμε επανάσταση χωρίς να πάρουμε την εξουσία”, “αυτονομία και φεντεραλισμός”, “δημοκρατικός σχεδιασμός και αυτοδιαχείριση”, “άμεση δημοκρατία και αντιπροσωπευτική δημοκρατία”, “συνδικάτο και κόμμα¨, “οικοσοσιαλισμός και ελευθεριακή οικολογία”. Στην πράξη κάθε κεφάλαιο και κάθε ενότητα θέτουν ένα λίθο στο νέο θεωρητικό οικοδόμημα που αναδύεται και παρουσιάζεται ως πρόταγμα στα συμπεράσματα με τίτλο “Για εναν ελευθεριακό μαρξισμό”.

Το βιβλίο προσφέρεται για πολλές σκέψεις και συζητήσεις. Πολλοί σίγουρα θα διαφωνήσουν σε πολλές πλευρές του από τη μία ή την άλλη μπάντα. Θα προσπαθήσω να εστιάσω σε δύο ζητήματα τα οποία είναι κομβικά στον διάλογο ανάμεσα σε αναρχικούς και κομμουνιστές και στα οποία το βιβλίο αναφέρεται διεξοδικά. Το πρώτο είναι η ρωσική επανάσταση και η υπόθεση της Κρονστάνδης. Οι δύο συγγραφείς προσπαθούν να αναμετρηθούν για άλλη μια φορά με το ερώτημα που απασχολεί σχεδόν όλους μας: που, πότε και γιατί πήγε το πράγμα λάθος στην ρωσική επανάσταση.  Η διαφορά είναι ότι προσπαθούν να εγγράψουν στην οπτική τους πλευρές της ελευθεριακής κριτικής. Σύμφωνα λοιπόν με τους συγγραφείς “οι μαρξιστές και οι ελευθεριακοί συνδέονται με κοινές ρίζες. Παράλληλα, όμως τους φέρνει αντιμέτωπους ένας μακρύς κατάλογος με ιστορικές διαφωνίες, ένα μείγμα από κοινές αναφορές και φλογερές αντιπαραθέσεις. Στην κορυφή του καταλόγου βρίσκεται η Ρωσική Επανάσταση του 1917. Σε πρώτη φάση, υπήρξε η σύγκλιση ανάμεσα σε πολλούς ελευθεριακούς και όχι μόνο Ρώσους με τους επαναστάτες μαρξιστές. Έπειτα, ακολούθησε μια δραματική σύγκρουση η οποία φτάνει στο αποκορύφωμά της με την Κρονστάνδη και τον πόλεμο εναντίον του Μάχνο.” οι συγγραφείς και οι ερμηνείες στις οποίες καταφεύγουν βασίζονται σε μία κοινή παραδοχή: τα Σοβιέτ ως εφαρμογή του εργατικού ελέγχου στην παραγωγή αποτέλεσαν μια κορυφαία επαναστατική διαδικασία. Σύμφωνα με τον Γκερέν η αιτία της γραφειοκρατικοποίησης βρίσκεται στον ίδιο τον μαρξισμό. “Κατά την γνώμη του, στη μαρξιστική σκέψη συνυπάρχουν  δύο πόλοι, δύο αντιθετικές αντιλήψεις: μία ελευθεριακή εκδοχή η οποία επιδιώκει ξεκάθαρα την κατάργηση του καπιταλιστικού κράτους και μια αυταρχική, ευνοϊκή προς την δημιουργία ενός νέου κράτους, μαρξιστικού, το οποίο προορίζεται μεν να αυτοκαταργηθεί, αλλα παρ’ όλα αυτά επιβιώνει. Αυτή η αμφισημία έχει την τάση να επανεμφανίζεται κάθε φορά που η λαϊκή κινητοποίηση αρχίζει να εξαντλείται. Σε αντίθεση με τον Γκερέν ο Βικτόρ Σερζ δεν βλέπει σε αυτήν την καλπάζουσα γραφειοκρατικοποίηση μια ιδεολογική βάση η οποία συνδέεται με μια πιθανή σκοτεινή πλευρά του μαρξισμού. Ο Σερζ κυρίως δίνει βάση σε μια τυπική τροτσκιστική ερμηνεία της ήττας της οκτωβριανής επανάστασης η οποία εστιάζει στην αποτυχία των άλλων ευρωπαϊκών επαναστάσεων και άρα στην δυσκολία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα. Για τους δύο συγγραφείς το έτος 1920 είναι ορόσημο. Οι μπολσεβίκοι επικρατούν στον εμφύλιο και στην απόβαση των συμμάχων στην Κριμαία καταφεύγοντας στον πολεμικό κομμουνισμό, ωστόσο το τίμημα είναι ο εσωτερικός αυταρχισμός με πρώτα θύματα τους μέχρι τότε συμμάχους αναρχικούς. Περιγράφουν την παρουσία και την δράση των αναρχικών μέχρι τη στιγμή που οι μπολσεβίκοι έσπασαν αυτήν την συμμαχία πυροδοτώντας την εξέγερση της Κροστάνδης. Θα έλεγε κανείς ότι πίσω από την πολιτική σύγκρουση μαρξιστών και αναρχικών διαβλέπουν μια σύγκρουση κοινωνικών στρωμάτων, δηλαδή εργατών και αγροτών. Στο σημείο λοιπόν αυτό οι δύο συγγραφείς δείχνουν να μετατοπίζουν το όριο τη γραφειοκρατικοποίησης των σοβιέτ πολύ πιο πίσω από την εποχή της σύγκρουσης Τρότσκι-Στάλιν και πολύ πιο πριν από τις άλλες ενδομπολσεβίκικες αντιπαραθέσεις.

Εύλογα λοιπόν το επόμενο θέμα με το οποίο αναμετριώνται είναι η σχέση κόμματος και σοβιέτ και στο κομβικό ερώτημα πως θα καταργηθεί το κράτος. Ωστόσο, αρνούνται να αποδώσουν την αποτυχία των μπολσεβίκων να καταργήσουν το κράτος στην ίδια την δομή της μαρξιστικής σκέψης και επιμένουν στην τροτσκιστική ανάγνωση που είναι τα ιστορικά διακυβεύματα της εποχής. Και θεωρούν ότι το λάθος ήταν ότι την εποχή της επαναστατικής ανόδου και ιδιαίτερα την εποχή της απειλής της επανάστασης, όταν το διακύβευμα ανάμεσα στο κόμμα και τα σοβιέτ δεν είχε ακόμα τεθεί, δόθηκε η προτεραιότητα στο κόμμα και όχι στα Σοβιέτ, δηλαδή στην δυνατότητα της κοινωνίας να αυτοδιευθυνθεί. Γι’ αυτό λοιπόν σημείωνουν πως δεν φτάνει μόνο να συγκροτούνται αντιγραφειοκρατικές πολιτικές οργανώσεις ώστε να αποφευχθεί ξανά ο κίνδυνος μιας γραφειοκρατικοποίησης, αλλά “οι επαναστατικές δυνάμεις πρέπει να εκπληρώσουν ένα ζωτικό καθήκον: να βοηθήσουν την επανάσταση να πάρει την κατάλληλη στιγμή τις επιβεβλημένες αποφάσεις, ώστε σε “τελική ανάλυση, η πραγματική εξουσία οφείλει να επιστρέφει στις δομές αυτοοργάνωσης”. Και στο σημείο αυτό νομίζω ότι κατλήγουν σε μια από τις πιο βασικές θέσεις τους, που είναι καθεαυτώ τροτσκιστική και αφορά την θεωρία περί επανάστασης. Οι δύο συγγραφείς πιστεύουν πως όλες οι επαναστάσεις κινδυνεύουν εξίσου από έναν κοινό εχθρό, αυτήν την κατά Τρότσκι θερμιδοριανή αντίδραση, δηλαδή την εσωτερική αντεπανάσταση. Ο Στάλιν είναι ο Βοναπάρτης της Ρωσικής επανάστασης και η αντεπανάσταση είναι ο αιώνιος κίνδυνος που στοιχειώνει τις επαναστάσεις ευθύς μόλις εκδηλωθούν. Και σημειώνουν πως “πρόκειται για έναν εχθρό κοινό για κόκκινους και μαύρους”. Δεν είναι λοιπόν ο μαρξισμός που γέννησε τον σταλινισμό, αλλά αυτή η κατάρα των επαναστάσεων, την οποία οι επαναστάτες εάν δεν προλάβουν να αντιμετωπίσουν τελικά θα καταστρέψει τόσο την επανάσταση όσο και τους ίδιους τους επαναστάτες ως φυσικές οντότητες. Συνοψίζοντας, οι δύο συγγραφείς αποδέχονται την κριτική των αναρχικών για την γραφειοκρατικοποίηση στα 1920, αλλά δεν αποδέχονται την στρουκτουραλιστική προσέγγιση της ερμηνείας, ότι δηλαδή η αιτία της γραφειοκρατίας ανάγεται στα βάθη του μαρξισμού και είναι εγγενής. Σε τελική ανάλυση παραμένουν τροτσκιστές.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να προεκτείνω κάπως την εξής ιδέα, ότι δηλαδή ο κίνδυνος της γραφειοκρατικοποίησης είναι κοινός τόσο στους μαρξιστές όσο και στους αναρχικούς. Πρώτον, με διαφορετικό τρόπο η γραφειοκρατικοποίηση τείνει να εμφανίζεται εξίσου στις αναρχικές και κομμουνιστικές μορφές οργάνωσης. Δεύτερον, ο ολοκληρωτισμός ενυπάρχει εν σπέρματι και στις δύο θεωρήσεις όταν τα υποκείμενα φορείς των ιδεολογιών τείνουν να ταυτίζονται με το όλο. Είναι εξίσου ολοκληρωτική ιδέα ότι ένα είναι το κόμμα μία είναι η τάξη, με την ιδέα μία είναι η συνέλευση, ένα είναι το άτομο. Φανταστείτε από τη μία ένα καθαρά ταξικό σωματείο στο οποίο απαγορεύεται δύο ή περισσότεροι εργάτες να σπάσουν την ταξική και κομματική ενότητα και να καταθέσουν δημόσια ένα διαφορετικό πλαίσιο, με μία καθαρά αντιεξουσιαστική συνέλευση σωματείου στην οποία απαγορεύεται δύο ή περισσότερα μέλη της  να φτιάξουν στο εσωτερικό της μια παράταξη. Με άλλα λόγια, η γραφειοκρατικοποίηση ως εσωτερική αντεπαναστατική τάση είναι μάλλον εγγενής σε κάθε χειραφετητικό κίνημα. Συνεπώς, το καθήκον του κάθε επαναστάτη είναι να δίνει καθημερινά διπλή μάχη τόσο απέναντι στις προφανείς εξουσιαστικές και εκμεταλλευτικές δυνάμεις του καπιταλισμού όσο και στις αφανείς γραφειοκρατικές δυνάμεις του κινήματος. Στην πράξη, τόσο οι μαρξιστές όσο και οι αναρχικοί αναγνωρίζουν αυτόν τον κίνδυνο, αλλά επιλέγουν να δίνουν την μάχη με διαφορετικό τρόπο πιστεύοντας σε διαφορετικές αιτίες. Και με αυτήν την φράση νομίζω ότι δίνω πάσα σε ένα επόμενο σημαντικό θέμα που πραγματεύονται, δηλαδή το ζήτημα της άμεσης ή αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η απάντηση που δίνουν είναι θεωρητικά εύκολη: μιλούν για τον αναγκαίο συνδυασμό των δύο “αφού καμία από τις δύο δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες της πραγματικής λαϊκής συμμετοχής”.   

Ένα άλλο ζήτημα που θα ήθελα να θίξω, ανάμεσα στα πολλά που θα μπορούσε να πει κανείς, αφορά την σχέση ατόμου και συλλογικότητας. Σύμφωνα με τους δύο συγγραφείς «σε ιστορική κλίμακα, το αναρχικό κίνημα υψώνει τη σημαία της ατομικής χειραφέτησης πολύ ψηλότερα από τη μαρξιστική οικογένεια». Στο σημείο αυτό μεταθέτουν την ευθύνη για την καταπίεση του ατόμου στον σταλινισμό και στην δικτατορία του η οποία συντελέστηκε στο όνομα του κομμουνισμού. Οπότε καταλήγουν συμπέρασμα πως «οι κοκκινόμαυρες συνάφειες υπάρχουν και σε ό,τι αφορά τη θέση του ατόμου. Διότι, αν μη τι άλλο, και τα δύο στρατόπεδα αρνούνται να αντιληφθούν αντιθετικά το άτομο και την κοινότητα, το ‘‘εγώ’’ και το ‘‘εμείς’’, το συγκεκριμένο και το γενικό, την ιδιαιτερότητα και την οικουμενικότητα». Στη συνέχεια σημειώνουν την κριτική τους απέναντι σε ορισμένα «αναρχικά ρεύματα» τα οποία «απορρίπτουν όχι μόνο κάθε οργανωτική συλλογική μορφή πάλης, αλλά φτάνουν στο σημείο να καταδικάζουν την ίδια την ιδέα ενός κοινού πεπρωμένου». Οι δύο συγγραφείς χρησιμοποιούν τα μαρξιστικά εργαλεία για να υπερασπιστούν την καταστροφή του ατόμου από τον καπιταλισμό. Αν και δεν ασκούν σοβαρή κριτική στον ατομικό αναρχισμό, μάλλον θα έλεγα τον υιοθετούν καταλήγουν σε ένα βασικό ενοποιητικό επιχείρημα. Προτείνουν ότι πρέπει από τη μία «να ‘‘επανεξατομικεύσουμε’’ το κομμουνιστικό σχέδιο», ενώ παράλληλα πρέπει «να συλλογικοποιήσουμε τις αναρχικές ιδέες».

Η δική μου άποψη είναι ότι ο σύγχρονος ολοκληρωτικός καπιταλισμός δεν αναδεικνύει το άτομο, αλλά το ρευστοποιεί. Του αφαιρεί τη δική του ατομική συνείδηση και το μεταμορφώνει σε μια επιφανειακή και ρηχή προσωπικότητα, ένα κάτοπτρο το οποίο απλά αντανακλά τον περιβάλλοντα ιδεολογικό χώρο του. Εάν το άτομο την εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού έμοιαζε με ένα εξορθολογισμένο βιομηχανικό κτίριο με έντονη δική του αισθητική, το άτομο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού μοιάζει με ένα γυάλινο κτίριο το οποίο δεν έχει δική του προσωπικότητα, αλλά κάθε φορά η δική του προσωπικότητα είναι ο αντανακλώμενος γύρω χώρος του.  Και η αιτία είναι ακριβώς ότι το έχει αποδεσμεύσει από κάθε συλλογικό αφήγημα πέρα από την ατομική του ευμάρεια. Το άτομο δεν φέρει μια συλλογική συνείδηση και αρνείται να συνυπάρξει με άλλα άτομα πέρα από ό,τι είναι προέκταση της δικής του ατομικότητας. Το πρόβλημα εδώ είναι κατά την άποψή μου πολιτικό. Πολλές φορές η ατομικιστική αναρχική ιδεολογία δεν είναι μια μάχιμη ιδεολογία, αλλά ένα καταφύγιο ή ένα άλλοθι. Η άρνηση της ένταξης στην συλλογικότητα είναι στην πράξη η άρνηση συγκρότησης μιας συνεκτικής άλλης αφήγησης. Γι’ αυτό με έναν εύκολο τρόπο, πολλοί ατομιστές κατά κύριο λόγο αναρχικοί ψήφισαν και ΣΥΡΙΖΑ. Αντίθετα, η πολιτική και συλλογική αναρχία βρίσκεται πολύ πιο κοντά σε αναζητήσεις του μαρξισμού.

Από αυτήν την άποψη, η πρόταση των δύο συγγραφέων έχει ένα τεράστιο ενδιαφέρον. Δεν είναι κάτι πρωτότυπο, αλλά μάλλον κάτι πολύ απλό. Η στράτευση γιατί η στράτευση είναι πρώτα απ’ όλα μια πηγή εμπλουτισμού της προσωπικότητας. Και προτείνουν το εξής από αυτήν την σκοπιά. « φαίνεται πως πρέπει να εγκατασταθεί επειγόντως ένα νέο λογισμικό στη λειτουργία και τη ζωή των επαναστατικών οργανώσεων είτε αυτές είναι μαρξιστικές είτε ελευθεριακές».

Πριν κλείσω όμως θα ήθελα να αναφερθώ στην Κροστάνδη γιατί είναι ένα θέμα που τους απασχολεί αρκετά. Είναι ένα θέμα που ενοχλεί συχνά τους τροτσκιστές γιατί θα ήθελαν να μην έχει αναμειχθεί ο Τρότσκι σε αυτό. Είναι αλήθεια πως οι δύο συγγραφείς προσπαθούν να τον διασώσουν κάπως λέγοντας πως απλά πήγε και έβγαλε το διάγγελμα. Όμως όπως οι ίδιοι γράφουν τόσο ο Λένιν όσο και ο Τρότσκι πίστευαν πως η εξέγερση της Κροντάνδης ήταν ένα αντεπαναστατικό κίνημα, το οποίο ανάγεται στην σύγκρουση αγροτών και εργατών. Από την άλλοι οι αναρχικοί θεμελίωσαν το σχήμα της τρίτης επανάστασης απέναντι στον ζυγό των μπολσεβίκων. Κρατούν αποστάσεις και από τις δύο ερμηνείες γράφοντας δεν βρίσκουν καμία από τις δύο μονόπλευρες αυτές αφηγήσεις ικανοποιητική. Οι ίδιοι προτείνουν ένα άλλο σχήμα: δεν είναι μια μάχη ανάμεσα σε επανάσταση και αντεπανάσταση που είναι το κοινό σημείο και των δύο αφηγήσεων, αλλά μια τραγική και αδελφοκτόνα σύγκρουση ανάμεσα σε δύο επαναστατικά ρεύματα. Θεωρούν ότι η ευθύνη είναι μοιρασμένη για αυτήν την τραγωδία, αλλά ότι ταυτόχρονα βαραίνει κυρίως εκείνους που κατείχαν την εξουσία. Τελικά, υιοθετούν την άποψη του Σερζ ότι η εξέγερση της Κρονστάνδης δεν ήταν αντεπανάσταση και η καταστολή της αποτρόπαιο γεγονός υποστηρίζοντας την θέση ότι θα μπορούσε να είχε υπάρξει ένας συμβιβασμός. Την ίδια στιγμή όμως δήλωνε σίγουρος πως η νίκη της Κρονστάνδης θα είχε οδηγήσει αναπόφευκτα στην αντεπανάσταση καθώς παρά τα λάθη του και τις υπερβολές του το μπολσεβίκικο κόμμα ήταν εκείνη την στιγμή η μεγάλη οργανωμένη δύναμη στην οποία όφειλαν παρά τις αμφιβολίες τους να δείξουν εμπιστοσύνη.

Συνοψίζοντας. Οι δύο συγγραφείς αρνούνται να δώσουν έναν ορισμό. Δεν θεωρούν ότι αυτός είναι ο στόχος του βιβλίου τους. Για τους ίδιους ο ελευθεριακός μαρξισμός δεν είναι μια συνταγή ή ένα πεπερασμένο θεωρητικό σώμα, αλλά μια συγγένεια «ένας ορισμένος πολιτικός βηματισμός. Ο κοινός παρονομαστής είναι η «κοινή επιθυμία να απαλλαγούμε μέσω επανάστασης από τη δικτατορία του κεφαλαίου, για να οικοδομήσουμε μια κοινωνία χωρίς αλλοτρίωση, μια κοινωνία ισότητας, απελευθερωμένη από τον εξουσιαστικό ζυγό του κράτους. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει μόνο ένας ελευθεριακός μαρξισμός, αλλά μια μεγάλη ποικιλία προσεγγίσεων οι οποίες έχουν πετύχει περισσότερο ή λιγότερο να γεφυρώσουν τις δύο μεγάλες επαναστατικές παραδόσεις.

 Κλείνοντας θεωρώ ότι το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα πάτημα για περισσότερη συζήτηση, αλλά κυρίως αποτελεί ένα εργαλείο για περισσότερη κοινή δράση, γιατί προτείνει την ποικοιλία και το χαλάρωμα των γραμμών. Αυτή η δράση θα μπορούσε να γίνει σε πολλά επίπεδα. Το πιο σημαντικό κατά την άποψή μου είναι στο πεδίο της αντιφασιστικής πάλης.


Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

Οι αρχειομαρξιστές στον εμφύλιο πόλεμο: Το «Τρίτο Μέτωπο» και «ο αγώνας για το τσάκισμα της ανταρσίας»

Κώστας Παλούκης
"Διαστάσεις του ελληνικού εμφυλίου πολέμου 1946-1949"
Συνέδριο στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, 7-12 Δεκεμβρίου 2016.

Το Κομμουνιστικό Αρχειομαρξιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΑΚΕ) είναι το όνομα της αρχειομαρξιστικής οργάνωσης από το 1935 μέχρι το 1947. Την περίοδο 1930 -1935 ονομαζόταν Κομμουνιστική Οργάνωση Μπολσεβίκων Λενινιστών Αρχειομαρξιστών Ελλάδας (ΚΟΜΛΕΑ) και σίγουρα ήταν πολύ πιο μαζική από το ΚΑΚΕ. Την περίοδο της κατοχής το ΚΑΚΕ έδρασε στην βάση του εαμικού κινήματος, ενώ στα Δεκεμβριανά είχε ως αίτημα να μετατραπεί ο ΕΛΑΣ σε πραγματικό επαναστατικό στρατό και να καταλάβει την εξουσία. Στο παρόν σημείωμα θα παρουσιάσω την στροφή της αρχειομαρξιστικής ομάδας προς την σοσιαλδημοκρατία και τελικά την αλλαγή στρατοπέδου και το πέρασμα στο αντικομμουνιστικό μπλοκ.

Στα 1945-1946 το ΚΑΚΕ θεωρεί πως η ΕΣΣΔ προσχωρεί στις μεθόδους των ιμπεριαλιστικών κρατών καθώς συμμετέχει σε στρατιωτική κατοχή στις ηττημένες χώρες και επιδιώκει διαρρύθμιση συνόρων όχι με βάση την εθνολογική σύνθεση, αλλά με βάση των στρατηγικών της συμφερόντων. Δηλώνει απογοήτευση γιατί η είσοδος του κόκκινου Στρατού δε σήμαινε αντικαπιταλιστική επανάσταση όπως ήλπιζε και χρεώνει την ευθύνη αυτή στον Στάλιν.[1] Σύντομα εξελίσσει αυτήν την άποψη και παρουσιάζει την ΕΣΣΔ ως το αντίθετο του αμερικανικού καπιταλισμού, καθώς εξίσου στηρίζει την δική της παραγωγική ανάπτυξη καταστρέφοντας τις παραγωγικές δυνάμεις των κατεχόμενων χωρών. Συνεπώς, «η σοβιετική ηγεσία γίνεται από τα πράγματα συντηρητική και αντιδραστική», καθώς «ανάμεσα στους δύο όγκους (Ρωσσία και Αμερική) συμπιέζεται ασφυκτικά σήμερα ο κόσμος». Το καθήκον λοιπόν των κομμουνιστών σύμφωνα με το ΚΑΚΕ δεν είναι να βοηθούν αυτές τις δυνάμεις, αλλά να ανατρέψουν τον καπιταλισμό.[2]

Σταδιακά, το ΚΑΚΕ αναβιβάζει, αν και με μια καθυστέρηση, τους φόνους των μελών του σε κεντρικό διαχωριστικό σημείο απέναντι στο Εαμικό μπλοκ. Ωστόσο, ενόψει τον εκλογών προτείνει κοινό πολιτικό συνασπισμό ΚΚΕ, ΣΚ-ΕΛΔ, τροτσκιστές και ΚΑΚΕ με στόχο αυτός ο συνασπισμός να μην περιοριστεί απλά στο μποϊκοτάρισμα των εκλογών, αλλά να αγωνιστεί για τις δημοκρατικές ελευθερίες. Μετά τις εκλογές καλούσε σε αγώνες «κατά της τρομοκρατίας, για τις δημοκρατικές ελευθερίες, για τη διάλυση της νόθου βουλής, για τη διενέργεια ελεύθερων εκλογών, για την ανεξαρτησία, για τη μη επαναφορά του βασιλιά, για ένα επίπεδο ζωής πολιτισμένου ανθρώπου», «κατά του νέου πολέμου» και «για την ανατροπή της κεφαλαιοκρατίας, για το σοσιαλισμό».[3]

Η αρχειομαρξιστική ομάδα καλούσε απέναντι στη λευκή τρομοκρατία, νόμιμη και παράνομη, σε οργάνωση της αυτοάμυνας και αντίσταση. Στα μέσα του 1946 υποστηρίζει κριτικά το νέο αντάρτικο που αναπτύσσεται στην Ελλάδα. Θεωρεί ότι  δεν ελέγχεται, αλλά σαμποτάρεται από το ΚΚΕ.[4] Το ΚΑΚΕ αναγνωρίζει πως «οι προδομένοι της Βάρκιζας έχουν απόλυτα δίκιο να υπερασπίσουν τη ζωή τους». Ωστόσο, εκτιμά πως «δεν υπάρχουν οι ίδιες αντικειμενικές δυνατότητες όπως επί κατοχής για τη δημιουργία του και την ανάπτυξη του» αντιστασιακού κινήματος και την διεκδίκηση της εξουσίας. Για τους αρχειομαρξιστές η μόνη λύση είναι η γενική πολιτική αμνηστία και η επιστροφή σε μια νομιμότητα. Παράλληλα, δηλώνουν πως θα αγωνιστούν ενάντια στο ψήφισμα για το ΚΚΕ και πως είναι αποφασισμένοι να υποστούν θυσίες για να ανατρέψουν τόσο το ίδιο, όσο και  τους συντάκτες του. Τέλος, καλούσαν μέχρι τον Ιούνιο σε αποχή από το δημοψήφισμα για την βασιλεία.[5]

Η αρχειομαρξιστική ομάδα για πρώτη φορά στην ιστορία της διαχωρίζει τον «επαναστατικό αγώνα» σε στάδια διακρίνοντας τον άμεσο αγώνα για την δημοκρατία από τον αγώνα για την επανάσταση.[6] Αυτή η τομή διευρύνεται γρήγορα μετασχηματίζοντας το ΚΑΚΕ σε σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Σύντομα λοιπόν αλλάζει θέση αποφασίζοντας «να κινητοποιήσει όλες του τις δυνάμεις για την επιτυχία του αγώνα υπέρ της δημοκρατίας και ενάντια στη βασιλεία», ενώ πλέον διαχωρίζει τα αστικά κόμματα σε φιλομοναρχικά και δημοκρατικά». Για τους αρχειομαρξιστές πλέον μέσα από την «αληθινή, οικονομική και πολιτική δημοκρατία» θα επέλθει ο θρίαμβος του σοσιαλισμού.[7]

Το ΚΚΕ παρουσιάζεται στις αναλύσεις της αρχειομαρξιστικής ομάδας ολοένα και πιο συχνά «δεσμευμένο απέναντι της ρώσσικης πολιτικής απ’ την οποία εξαρτάται και καθοδηγείται» και χαρακτηρίζεται ως όργανο της Ρωσίας. Την ίδια στιγμή, το ΚΑΚΕ αρχίζει να εξελίσσει την άποψή του για την ΕΣΣΔ. Συγκεκριμένα, συγκρίνοντας την παραγωγή, την ζωή και την οικονομική ανάπτυξη της σοβιετικής ένωσης με τον δυτικό καπιταλισμό εκτιμά πλέον πως ο σταλινισμός έχει εγκαταλείψει τον δρόμο προς τον σοσιαλισμό. Κατηγορεί την ΕΣΣΔ  για τη συμμετοχή της στο Προεδρείο των τριών για την Ειρήνη με το επιχείρημα ότι αυτή η συμμετοχή δεν συνιστά πλέον μια θετική βοήθεια για το εργατικό κίνημα, αλλά αντίθετα δρα κατασταλτικά συντελώντας στην ματαίωση της επανάστασης την επομένη του πολέμου τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα. Η Ρωσική πολιτική στην Ευρώπη και τα Βαλκάνια κατηγορείται ότι έχει εγκαταλείψει τις αρχές του διεθνισμού και της αυτοδιάθεσης των λαών και έχει υιοθετήσει «μια εθνικιστική πολιτική διείσδυσης και επέκτασης».[8]

Ο νέος στόχος του ΚΑΚΕ είναι τα δημοκρατικά κόμματα να αγωνιστούν για ομαλότητα και ελεύθερες εκλογές.[9] Την ίδια στιγμή η λευκή τρομοκρατία εντείνεται έχοντας θύματα και από τη μεριά του ΚΑΚΕ. Ωστόσο, η αρχειομαρξιστική ηγεσία αποστασιοποιείται για πρώτη φορά στην ιστορία του ρεύματος από τον κομμουνιστικό πόλο με σοβιετική αναφορά υποστηρίζοντας την ανάγκη μιας ανεξάρτητης πολιτικής. Υποστηρίζοντας την βήμα προς βήμα πάλη για κάθε ελευθερία αναζητά μια δημοκρατική κυβέρνηση κατευνασμού στο πρόσωπο του Σοφούλη που θα αποτρέψει όξυνση της αγγλικής παρέμβασης και μια νέα ένοπλη αναμέτρηση, ενώ ζητά την αμνηστία για όλους χωρίς προϋποθέσεις ως πρώτο όρο αποκατάστασης εσωτερικού κατευνασμού. Ο σοσιαλισμός θεωρείται πια ότι ανήκει στους «τελικούς σκοπούς του αγώνα», ενώ οι δημοκρατικές λύσεις προβάλλονται ως οι «μόνες δυνατές να βγάλουν την χώρα από το σημερινό αδιέξοδο».[10]

Η νέα αυτή κατεύθυνση επιβεβαιώνεται με τις αποφάσεις της 10ης ολομέλειας της ΚΕ του ΚΑΚΕ και βρίσκεται σε πλήρη ακολουθία με τις μετατοπίσεις του Διεθνούς Επαναστατικού Μαρξιστικού Κέντρου στο οποίο το ΚΑΚΕ έχει ενταχθεί από το 1939. Στο Κέντρο αυτό συμμετείχαν μεταξύ άλλων το ισπανικό ΠΟΥΜ και το βρετανικό ILP (Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα) το οποίο το 1947 εντάχθηκε ως αριστερή πλατφόρμα στο Εργατικό Κόμμα. Η αρθρογραφία του Γιωτόπουλου στην Πάλη των Τάξεων υποδεικνύει αυτές τις αλλαγές.[11] Το ΑΕΚ και μέσω αυτού το ΚΑΚΕ θεωρεί ότι το μοντέλο της κεντρικά σχεδιασμένη κοινωνίας τύπου έχει κοινή βάση σε ναζισμό  και ΕΣΣΔ η οποία δεν τραβάει πια τον δρόμο της σοσιαλιστικής ισότητας και προτάσσει μια κεντρικά σχεδιασμένη κοινωνία με ελευθερία. Παράλληλα, η αρχειομαρξιστική εφημερίδα Πάλη των Τάξεων δημοσιεύει κείμενα του Μαρσώ Πιβέρ, μέλους της διεθνούς τάσης τους, με τίτλο «σοσιαλισμός και ελευθερία» απέναντι στον σοσιαλισμό χωρίς ελευθερία της ΕΣΣΔ. Σε άλλο κείμενο ο Πιβέρ χωρίζει τον κόσμο σε δύο συνασπισμούς, τον δυτικό και τον ανατολικό, και σε ένα τρίτο μέτωπο εναντίον και των δύο, ένα «ευρωπαϊκό επαναστατικό σοσιαλιστικό ανεξάρτητο από τα δύο μπλοκ» με σκοπό στην Ευρώπη μιας αταξικής κοινωνίας. Τέλος, δημοσιεύεται άρθρο του Βίκτορ Σερζ με τίτλο «ο αγώνας για τη σοσιαλιστική δημοκρατία στη Ρωσίας υποστηρίζοντας την ανάγκη του εκδημοκρατισμού της ολοκληρωτικής ΕΣΣΔ.[12]

Το ΚΑΚΕ υποστηρίζει πως διατυπώνει το όραμα του επαναστατικού απελευθερωτικού σοσιαλισμού και του διεθνισμού, όμως τελικά περιγράφει έναν κοινοβουλευτικό δρόμο, την ώρα που στην επαρχία οργανώνεται το δεύτερο αντάρτικο.[13] Βέβαια συνεχίζει να παρουσιάζει την δική του πρόταση ως πιο αριστερή καθώς αντιπροτάσσει την ιδέα της σοσιαλιστικής δημοκρατίας απέναντι στην λαϊκή δημοκρατία του ΚΚΕ. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο τελικά θα πραγματοποιηθεί η ιστορική διάλεξη με το ΚΚΕ σε έναν κινηματογράφο. Η διάλεξη έλαβε χαρακτήρα αποτίμησης των ιστορικών διαδρομών των δύο ρευμάτων και εστιάστηκε σε ζητήματα βίας επαναφέροντας τις προπολεμικές αντιθέσεις που εν πολλοίς είχαν ξεχαστεί κατά την διάρκεια της κατοχικής περιόδου. [14]

Στα 1947 ο Γιωτόπουλος επέστρεψε στην Ελλάδα για να εισηγηθεί στο αρχειομαρξιστικό κόμμα μια συνολική στροφή από τον επαναστατικό κομμουνιστικό μπολσεβικισμό στον σοσιαλιστικό μεταρρυθμισμό, την πολιτική της τρίτης δύναμης μαζί με άλλα δημοκρατικά και σοσιαλιστικά στοιχεία της Ευρώπης με στόχο της Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης. Στο κίνημα αυτό πρωταγωνιστούσαν ο Μαρσό Πιβέρ, το ΑΕΚ και άλλοι σοσιαλιστές. Οι αρχειομαρξιστές αποδέχτηκαν την νέα προσέγγιση και προσπάθησαν να την επεξεργαστούν στις ελληνικές συνθήκες.[15]  Σταδιακά και στις αρχές του 1947 ο λόγος του ΚΑΚΕ απέναντι στο ΚΚΕ λαμβάνει όλο και πιο αντικομμουνιστικό χαρακτήρα αποτυπώνοντας συνολικά την αποστασιοποίηση της ιστορικής ηγεσίας του αρχειομαρξιστικού ρεύματος από τον κομμουνιστικό πόλο. Πλέον αρχίζει να αναπαράγει μια ρητορική με στοιχεία «ψυχροπολεμικά» χαρακτηρίζοντας π.χ. την πολιτική του ΚΚΕ «πρακτοριακή» και καλεί το «κόμμα που θα κυβερνά πρέπει να εξουδετερώσει κάθε προσπάθεια που θα τείνει να κάνει τη χώρα εξάρτημα του βορρά». Ωστόσο, ακόμα διαχωρίζει το κίνημα της αυτοάμυνας ως προϊόν της τρομοκρατίας σε βάρος του λαού από την «πρακτοριακή πολιτική του ΚΚΕ», η οποία σύμφωνα με την αρχειομαρξιστική ανάλυση δίνει το πάτημα στην κυβέρνηση Τσαλδάρη να παρουσιάζει αυτό το κίνημα σαν κατευθυνόμενο από τους βόρειους γείτονες.[16] Πλέον η ιστορική ηγεσία του αρχειομαρξισμού ανοιχτά χαρακτηρίζει το ΚΚΕ ως μη δημοκρατικό κόμμα το οποίο δεν μπορεί να συμμαχεί μαζί με τα άλλα δημοκρατικά κόμματα, ενώ προσδοκά τον κατευνασμό από μια δημοκρατική κυβέρνηση.[17] Κατά την άποψη του ΚΑΚΕ, το πολιτικό σκηνικό διχάζεται ανάμεσα στην πολιτική της ολοκληρωτικής βίας που εκφράζει η μοναρχική κυβέρνηση και της πολιτικής του κατευνασμού που εκφράζουν το κόμμα των φιλελευθέρων και τα εξωκοινοβουλευτικά αστικά κόμματα.[18]

Στα μέσα του 1947 το κεντρικό σύνθημα είναι «όχι πειά άλλο αίμα για ξένα συμφέροντα». Με την ανάληψη της ευθύνης των αμερικανών το κεντρικό σύνθημα ανανεώθηκε: «κατά του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και του ρωσικού ολοκληρωτισμού», «για να σταματήσει το ματοκύλισμα και η καταστροφή».[19] Τα μέλη του ΚΑΚΕ αντιμετωπίζουν βέβαια διώξεις όσο εντείνεται η επιθετικότητα της κυβέρνησης. Πολλοί αρχειομαρξιστές μεταφέρονται σε φυλακές και ξερονήσια μαζί με τους κομματικούς.[20] Τον Μάιο του 1947 θα πραγματοποιηθεί στο Παρίσι με πρωτοβουλία του ΑΕΚ το Συνέδριο της Επιτροπής Μελέτης και Δράσης για τις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης. Το ΚΑΚΕ εκπροσώπησε ο Γιωτόπουλος. Βασική ιδέα του Συνεδρίου ήταν μια Ευρώπη δημοκρατική, σοσιαλιστική και μια τρίτη δύναμη «απόλυτα διακεκριμένη και απόλυτα αντίθετη και στη ρωσική ολοκληρωτική δικτατορία του κράτους-μηχανής και στην αμερικανική δικτατορία του μονοπωλιακού κεφαλαίου».[21]

Την ίδια περίοδο στην 13η Ολομέλεια του ΚΑΚΕ, η οργάνωση θα αφαιρέσει την λέξη κομμουνιστικό και θα μετονομαστεί σε Αρχειομαρξιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΑΚΕ). Διακηρύσσει πως από τη μία επιδίωξη του ΚΚΕ για την δημιουργία Ελεύθερης Ελλάδας και κυβέρνησης στηρίζεται από τους σταλινικούς όλου του κόσμου και ιδιαίτερα στους βόρειους γείτονες και έχει ως «σκοπό» το «διαμελισμό της ελληνικής εθνότητας και την υπαγωγή της Ελλάδας στη ρωσσική επιρροή», ενώ από την άλλη η δεξιά χρησιμοποιεί αυτήν την δήλωση για την διατήρηση της Ελλάδας στην αγγλοαμερικανική επιρροή.[22] Παρότι το ΑΚΕ υποστηρίζει ότι κρατά ίσες αποστάσεις, στην πράξη τοποθετείται πια ανοιχτά με την πλευρά του αστικού μπλοκ. Η 14η και 15η Ολομέλεια ξεκαθαρίζουν ακόμα περισσότερο την εχθρότητα του ΑΚΕ απέναντι στο αντάρτικο και θέτει ως στόχο την ανασυγκρότηση ενοποίηση των σοσιαλιστικών δυνάμεων της Ελλάδας.[23] Η διακήρυξη της κυβέρνησης του βουνού έφερε νέα καταδίκη του αντάρτικου. Κύριο επιχείρημα είναι ότι το ΚΚΕ έχει απομονωθεί από το πλατύ εαμικό ρεύμα όχι μόνο εξαιτίας της προδοσίας στον Δεκέμβρη, αλλά και εξαιτίας της αντεργατικής πολιτικής των εαμιτών υπουργών της εθνικής κυβέρνησης και δεν εκφράζει παρά την πολιτική της Ρωσίας.[24] Στις 24 Οκτωβρίου 1949 «Η Τρίτη Εθνική Διάσκεψις του Αρχειομαρξιστικού Κόμματος» τοποθετείται δημόσια απέναντι στην ήττα του Δημοκρατικού Στρατού με μια χαιρετιστήρια επιστολή η οποία καταδεικνύει την χωρίς επιστροφή κατάληξη του αρχειομαρξισμού στο αντικομμουνιστικό στρατόπεδο. Τελικά, το ΑΚΕ συνεργάστηκε στα 1950 με το ΣΚ-ΕΛΔ και μαζί σύντομα συγκρότησαν την Σοσιαλιστική Κίνηση Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης.

Για πολλούς δημοσιολόγους και ιστορικούς η μετατόπιση του πυρήνα της ιστορικής ηγεσίας του αρχειομαρξιστικού ρεύματος στον σοσιαλιστικό μεταρρυθμισμό και τον αντικομουνισμό θεωρείται αυτονόητη συνέχεια της μεσοπολεμικής αντικομουνιστικής δράσης και της αντιεαμικής ή εχθρικής προς την αντίσταση στάσης του ΚΑΚΕ. Όμως από άλλες έρευνες γύρω από την αρχειομαρξιστική ομάδα προκύπτει με σαφήνεια η σταθερότητα του μεσοπολεμικού και αντιστασιακού αρχειομαρξισμού στον κομμουνιστικό πόλο. Ιδιαίτερα την περίοδο της αντίστασης, παρότι η κριτική τους απέναντι στο ΕΑΜ ήταν παρόμοια με αυτή των άλλων τροτσκιστικών ομάδων, είχαν μια πολύ πιο θετική στάση απέναντι στο εαμικό κίνημα, συμμετείχαν ως κομμάτι του στην εξέγερση του Δεκέμβρη. Επίσης, σε αντίθεση με τις άλλες τροτσκιστικές ομάδες οι αρχειομαρξιστές ανέπτυξαν ένοπλη αντίσταση ενάντια στον κατακτητή. Με λίγα λόγια οι θέσεις του ΚΑΚΕ στα 1944-45 δεν έδειχναν με κανένα τρόπο την εξέλιξη στα 1947-1949. Η ήττα του Δεκέμβρη, οι δολοφονημένοι αρχειομαρξιστές, η συμφωνία της Βάρκιζας είναι σίγουρα το πολιτικό υπόστρωμα καθώς πλέον δεν υπήρχε η εμπιστοσύνη στην ηγεσία του ΚΚΕ πως μπορεί να οδηγήσει σε νίκη, ενώ διαφαινόταν από τις πρακτικές ένας ολοκληρωτισμός που απειλούσε τους διαφωνούντες. Στην πραγματικότητα το ΑΚΕ εξέφρασε την απογοήτευση, την ηττοπάθεια και ως εκ τούτου την άρνηση ενός μεγάλου κομματιού της εαμικής βάσης να ακολουθήσει τον δρόμο του δεύτερου αντάρτικου, ενώ κινήθηκε προς το νέο κέντρο. Η αρχειομαρξιστική οργάνωση ήταν πλέον ένα ρεύμα στα αριστερά του Πλαστήρα.





[1] «Αναίρεση μιας ανακρίβειας», ΠτΤ, 14/1/1946∙ «Η εξωτερική πολιτική της Ρωσίας», ΠτΤ, 15/12/1946.
[2] «Στις αντιθέσεις των μεγάλων, μόνη διέξοδος η ανατροπή του καπιταλισμού», ΠτΤ, 12/2/1946.
[3] «Ενάντια στο εκλογικό πραξικόπημα», ΠτΤ, 18/3/1946∙ «Μακρυά απ’ τις κάλπες», ΠτΤ, 25/3/1946∙ «Η πείρα οδηγός για τους νέους αγώνες», ΠτΤ, 1/4/1946∙ «Απόφαση του ΠΓ του ΚΑΚΕ», ΠτΤ, 8/4/1946∙ «Ανοιχτό Γράμμα», ΠτΤ, 15/4/1946.
[4] «Η Βάρκιζα;», ΠτΤ, 5/8/1946.
[5] «Νόμιμη και παράνομη τρομοκρατία, να οργανώσουμε την αυτοάμυνα», ΠτΤ, 6/5/1946∙ «Η τρομοκρατία του μοναρχισμού συστηματοποιείται και εντείνεται», ΠτΤ, 13/5/1946∙ «Η γενική πολιτική αμνηστία, η μόνη λύση», ΠτΤ, 10/6/1946∙ «Το ψήφισμα καταργεί το σύνταγμα», ΠτΤ, 17/6/1946.
[6] «Να ματαιώσουμε τα σχέδια της πλουτοκρατίας», ΠτΤ, 22/7/1946.
[7] «Ας αγωνιστούμε δραστήρια για τη δημοκρατία, για το σοσιαλισμό», ΠτΤ, 28/8/1946.
[8] «Τα τρόφιμα μένουν αζήτητα», ΠτΤ, 26/8/1946∙ «Η νέα μεταπολεμική περίοδος και τα προβλήματα του εργατικού επαναστατικού κινήματος», ΠτΤ, 16/9/1946.
[9] «Ύστερα απ’ το ψευτοδημοψήφισμα, ας εντείνουμε την πάλη για τον θρίαμβο των ιδεών μας», ΠτΤ, 8/9/1946∙ «Η νέα μεταπολεμική περίοδος και τα προβλήματα του εργατικού επαναστατικού κινήματος», ΠτΤ, 16/9/1946.
[10] «Αποφάσεις της 10ης ολομέλειας της ΚΕ του ΚΑΚΕ», Σ. Βήτας, «Η νέα μεταπολεμική περίοδος και τα προβλήματα του εργατικού επαναστατικού κινήματος», «Εκτελέστηκε ο σύντροφος Βήλος στη Θεσσαλονίκη», ΠτΤ, 30/9/1946∙ «Που τραβάμε, η πολιτική κατάσταση και η θέση μας», ΠτΤ, 28/10/1946∙ «Να φύγη», ΠτΤ, 4/11/1946∙ «Η χωρίς όρους γενική αμνηστία», , ΠτΤ, 30/9/1946∙ «Ο δολοφονημένος σ. Πλατίδης», ΠτΤ, 2/12/1946. «Κυβέρνηση δημοκρατική», ΠτΤ, 22/12/1946.
[11] «Αποφάσεις της 10ης ολομέλειας της ΚΕ του ΚΑΚΕ», Σ. Βήτας, «Η νέα μεταπολεμική περίοδος και τα προβλήματα του εργατικού επαναστατικού κινήματος», ΠτΤ, 30/9/1946.
[12] «Η ελευθερία μέσα σε ωργανωμένη πάνω σε σχέδιο κοινωνία», «Σοσιαλισμός και ελευθερία για ένα σωστό προσανατολισμό», ΠτΤ, 18/11/1946∙ «Ο αγώνας για τη σοσιαλιστική δημοκρατία στη Ρωσσία», ΠτΤ, 7/12/1947.
[13] «Τα σύγχρονα επαναστατικά σοσιαλιστικά προβλήματα», ΠτΤ, 25/11/1946.
[14] «Μερικές παρατηρήσεις πάνω στη διάλεξη-συζήτηση ανάμεσα στο Κόμμα μας και το ΚΚΕ», ΠτΤ, 22/12/1946∙ Για την διάλεξη με το ΚΔΚΕ βλ. Διαλέξεις – συζητήσεις του ΚΚΕ και του ΚΔΚΕ, Πάλη των Τάξεων, πρωτοπορειακή Βιβλιοθήκη.
[15] Θ. Μπενάκης, Δημήτρης Γιωτόπουλος, ό.π., σ. 155-7.
[16] «Ο αγώνας για κατευνασμό πρέπει να γίνη ό.π.όθεση του λαού», ΠτΤ, 5/1/1947.
[17] «Ο μόνος δρόμος», ΠτΤ, 12/1/1947.
[18] «Η πολιτική κρίση δεν βρήκε τη λύση της», ΠτΤ, 26/1/1947.
[19] «Ενάντια και στις δύο αντιδράσεις», ΠτΤ, 16/5/1947∙ «Όχι πεια άλλο αίμα για ξένα συμφέροντα», ΠτΤ, 1/6/1947∙ «Κατά του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και του ρωσικού ολοκληρωτισμού», ΠτΤ, 22/7/1947∙ «Για να σταματήσει το ματοκύλισμα και η καταστροφή», 3/8/1947.
[20] «Η κυβέρνηση συνεχίζει τις συλλήψεις», ΠτΤ, 3/8/1947.
[21] Θ. Μπενάκης, Δημήτρης Γιωτόπουλος, ό.π., σ. 165.
[22] «Συνήλθε η 13η ολομέλεια της ΚΕ του ΑΚΕ», ΠτΤ, 13/7/1947∙ «Ενάντια στην ένοπλη σύγκρουση», ΠτΤ, 13/7/1948.
[23] «Απόφαση της 14ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΑΚΕ», ΠτΤ, 21/9/1947∙ «Για τις δημοκρατικές ελευθερίες για γενική αμνηστία», «Απάντηση σε προσταλινικούς Σκ-ΕΛΔ», ΠτΤ, 23/3/1947∙
[24] «Απόφαση του ΠΓ της ΚΕ του ΑΚΕ πάνω στη δημιουργία της ψευδοκυβέρνησης του ΚΚΕ», ΠτΤ, 4/1/1948∙ «Να συγκροτήσουμε τρίτη δύναμη», ΠτΤ, 15/2/1948.



Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Κύκλος αυτομόρφωσης: Η σχολή της Θεσ/νίκης στο ελληνικό τραγούδι


Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

3o Ελευθεριακό Φεστιβάλ Βιβλίου | Ηράκλειο Κρήτης 2016

  


15232344_341773026191584_3227116225706779481_n
3ο Ελευθεριακό Φεστιβάλ Βιβλίου
Παρασκευή 2/12
Εκδήλωση – Συζήτηση
Οι ιστορικές στιγμές και οι σημερινές προοπτικές σύμπραξης
μεταξύ μαρξιστών και ελευθεριάκων
με αφορμή το βιβλίο “ Επαναστατικές συγγένειες: τα κόκκινα και τα μαύρα αστέρια μας” (εκδ. Ακυβέρνητες Πολιτείες)

Ομιλητής : Κώστας Παλούκης, ιστορικός

Θα ακολουθήσει καφενείο στην Κατάληψη Ευαγγελισμού

Σάββατο 3/12
Εκδήλωση – Συζήτηση
Το πολιτικό ρεύμα του Κοινωνικού Αναρχισμού και η επικαιρότητά του σήμερα
με αφορμή το βιβλίο “Ενάντια στο Κράτος: το ανοιχτό πέρασμα στην κοινωνική απελευθέρωση” (εκδ. Ναυτίλος)

Ομιλητής : Παναγιώτης Δράκος, συγγραφέας
Θα ακολουθήσει Jazz βραδιά στην Κατάληψη Ευαγγελισμού

Κυριακή 4/12
Εκδήλωση – Συζήτηση
Η καπιταλιστική κρίση και τα σύγχρονα επαναστατικά καθήκοντα
με αφορμή το 3ο τεύχος της πολιτικής επιθεώρησης ΜΟΛΟΤ
(εκδ. ΜΟΛΟΤ)

Ομιλητές : μέλη της Συνέλευσης Αναρχικών Κομμουνιστών για την Ταξική Αντεπίθεση ενάντια στην Ε.Ε.
*Όλες οι εκδηλώσεις θα πραγματοποιηθούν στην Κατάληψη Ευαγγελισμού, Θεοτοκοπούλου 18, ώρα 19:00
*στον χώρο θα λειτουργεί έκθεση του βιβλιοπωλείου
της Κατάληψης από τις 17:00

«Η απόκρια με τις ελευθερίες της»: το καρναβάλι στην Ελλάδα 19ος-21ος αιώνας



 
 
Ημερίδα
 
«Η απόκρια με τις ελευθερίες της»: το καρναβάλι στην Ελλάδα 19ος-21ος αιώνας
 
 
Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016,
Μουσείο Ελληνικών Λαϊκών Μουσικών Οργάνων
(Παράρτημα του Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης),
Διογένους 1-3, Πλάκα
 
Επιστημονική οργανωτική επιτροπή: Νίκη Δάφνη, Χρυσούλα Κουλουράκη, Ελένη Μελίδη, Νίκος Ποταμιάνος, Ουρανία Ράπτη
 
Η ημερίδα πραγματοποιείται στο πλαίσιο μεταδιδακτορικής υποτροφίας του ερευνητή κ. Νίκου Ποταμιάνου από το Κέντρο Έρευνας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες (ΚΕΑΕ, www.rchumanities.gr) για το έτος 2016.
 
 
Πρόγραμμα
 
09.30 - 09.40: Χαιρετισμοί
 
09.40 – 11.10: Τα υλικά τεκμήρια του καρναβαλιού συναντούν την άυλη πολιτιστική κληρονομιά
Πρόεδρος: Αλεξάνδρα Νικηφορίδου  
·         Ελένη Μελίδη, Νίκη Δάφνη: Απόκριες και Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης: μια ιστορία χρόνων που εξελίσσεται
·         Ιωάννης Δρίνης, Μαρία Φακιολά: Η λειτουργία των εθιμικών καρναβαλικών δρωμένων  και η άυλη πολιτιστική κληρονομιά
·         Αναστασία Φαλτάιτς: «Το Καρναβάλι της Σκύρου και η καταγωγή των Απόκρεων»
 
11.10 – 11.25: Διάλειμμα
 
 
11.25 – 12.25: Μετασχηματισμοί του καρναβαλιού στη νεότερη και σύγχρονη εποχή
Πρόεδρος: Μιχάλης Μερακλής
·         Νίκος Ποταμιάνος: Οι απόκριες στην Αθήνα 1800-1940: τάξη, φύλο και χώρος στον μετασχηματισμό του καρναβαλιού
·         Μανώλης Σειραγάκης: "Η Αθήνα έχει πάντα καρναβάλι": η επέκταση της αποκριάτικης α-ταξίας στη μεσοπολεμική θεατρική διασκέδαση
 
            12.25 – 12.40: Διάλειμμα
 
 
12.40 – 13.40: Το καρναβάλι ως κοινωνικό φαινόμενο
Πρόεδρος: Νίκος Ποταμιάνος
·         Ρεγγίνα Ζερβού: Από την ακριτική Αγιάσο στον μητροπολιτικό Κεραμεικό: παλιές και νέες μορφές του καρναβαλιού στην αυγή του 21ου αιώνα
·         Γιάννης Κιουρτσάκης: Το καρναβάλι ως γλώσσα
 
 
Ομιλητές
 
Νίκη Δάφνη, Επιμελήτρια Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης & Ελληνικών Λαϊκών Μουσικών Οργάνων – Συλλογή Φοίβου Ανωγειανάκη
Ιωάννης Δρίνης, Λαογράφος, Προϊστάμενος Τμήματος Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς και Διαπολιτισμικών Θεμάτων,  Διεύθυνση Νεώτερου Πολιτιστικού Αποθέματος και Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού
Ρεγγίνα Ζερβού, Κοινωνική λαογράφος, Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής
Γιάννης Κιουρτσάκης, Ερευνητής, συγγραφέας της μελέτης Καρναβάλι και Καραγκιόζης
Ελένη Μελίδη, Διευθύντρια Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης & Ελληνικών Λαϊκών Μουσικών Οργάνων – Συλλογή Φοίβου Ανωγειανάκη
Μιχάλης Μερακλής, Ομότιμος Καθηγητής Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πρόεδρος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας
Νίκος Ποταμιάνος, Μεταδιδακτορικός ερευνητής, Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας & Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.
Αλεξάνδρα Νικηφορίδου, Μουσειολόγος
Μανώλης Σειραγάκης, Θεατρολόγος, Επίκουρος καθηγητής, Τμήμα Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης
Μαρία Φακιολά, Κοινωνική ανθρωπολόγος, Τμήμα Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς και Διαπολιτισμικών Θεμάτων, Διεύθυνση Νεώτερου Πολιτιστικού Αποθέματος και Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού
Αναστασία Φαλτάιτς: Ιστορικός, Διευθύντρια Λαογραφικού και Εθνολογικού Μουσείου Μάνου και Αναστασίας Φαλτάιτς.

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016

Το Ταξίδι στο Ρέθυμνο: Οι Νοικοκυραίοι του Ν. Ποταμιάνου και η συζήτηση για τις κοινωνικές τάξεις


Κώστας Παλούκης

παρουσίαση του βιβλίου
«Οι Νοικοκυραίοι»
σε εκδήλωση που διοργάνωσε
το συνεργατικό βιβλιοπωλείο
Ακυβέρνητες Πολιτείες,
Παρασκευή 4 Νοεμβρίου.


Ο Νίκος Ποταμιάνος ανήκει σε εκείνη την ομάδα των ιστορικών με προπτυχιακές σπουδές στο τμήμα ιστορίας και αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών οι οποίοι αποφάσισαν να κάνουν το ταξίδι στο Ρέθυμ
νο. Τι σημαίνει όμως αυτό το ταξίδι στο Ρέθυμνο. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 συγκροτήθηκαν τρία ιστοριογραφικά μέτωπα τα οποία με διαφορετική οξύτητα το καθένα παραμένουν  ενεργά μέχρι και σήμερα: το πρώτο αφορούσε την συζήτηση γύρω από τον εθνικισμό, το δεύτερο αφορούσε την συζήτηση γύρω από τον εμφύλιο πόλεμο και την εαμική αντίσταση, ενώ το τρίτο αφορούσε την συζήτηση γύρω από τις τάξεις. Και οι τρείς συζητήσεις με τον έναν ή τον άλλον τρόπο εμπλέχτηκαν με τις λεγόμενες θεωρίες της αποδόμησης. Και οι τρεις συζητήσεις ξεπήδησαν από τη λεγόμενη αριστερή ιστοριογραφία λαμβάνοντας όμως διαφορετική πορεία στην κάθε περίπτωση. Σε πολλές περιπτώσεις η αντιπαράθεση έμεινε στο εσωτερικό της ευρύτερης αριστερής ιστοριογραφίας και τα στρατόπεδα χωρίστηκαν ανάμεσα σε μεταμοντέρνους και μαρξιστές, σε άλλες η αντιπαράθεση απέκτησε τον χαρακτήρα έντονης σύγκρουσης ανάμεσα σε αριστερή και δεξιά ή νέο-δεξιά ιστοριογραφία.  Αυτές οι τομές διαπέρασαν και διαπερνούν ακόμα τις τρεις αυτές βασικές συζητήσεις με μία εσωτερική ποικιλία. Παλιότερα λέγαμε ότι η δεκαετία του 1990 ήταν η εποχή της σύγχυσης, ωστόσο μάλλον ήταν η εποχή της ζύμωσης και της διαμόρφωσης νέων στρατοπέδων τα οποία ήλθαν στην επιφάνεια με οξύ τρόπο την εποχή της κρίσης.



Την εποχή λοιπόν που ο Νίκος μπήκε στο πλοίο Αρκάδι ή στο πλοίο Πρέβελη με προορισμό την Κρήτη άφηνε κάτι πίσω του στην Φιλοσοφική τη Αθήνας, εκτός βέβαια από τη μουντάδα των πολυκατοικιών του Ζωγράφου. Συγκεκριμένα, από το 1995 μέχρι το 2005 στο Ιστορικό Αρχαιολογικό Τμήμα του ΕΚΠΑ αναπτύσσεται ή μάλλον βρίσκεται στην διαδικασία κορύφωσης μια μεθοδολογική προσέγγιση η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως σχολή της αποδόμησης. Οι νέοι ερευνητές στα μεταπτυχιακά προγράμματα προσπαθούσαν να εισάγουν το νέο στην ελληνική ιστοριογραφία, μία διαδικασία που ίσως στα μάτια τους να φάνταζε με μια εκδοχή νέου διαφωτισμού, ότι δηλαδή είχε έρθει η ώρα να έλθουν τα φώτα της δυτικής ιστοριογραφίας στην πάντα καθυστερημένη ελληνική πραγματικότητα και ότι οι ίδιοι μπορούσαν να γίνουν οι κύριοι φορείς αυτής της αλλαγής επιστημονικού παραδείγματος. Η αλήθεια βέβαια είναι πως στην περίπτωση της Φιλοσοφικής Αθήνας τα σκοταδιστικά κατάλοιπα του εθνικιστικού ιστορικισμού παρέμεναν ακόμα ενεργά και η ανάγκη για ανανέωση ήταν πολύ έντονη στα πιο ανήσυχα μυαλά.

Παράλληλα, όμως κάτι βρήκε στο Ρέθυμνο το πρωί εκείνο που κατέφτασε στο μικρό ενετικό λιμανάκι, και δεν αναφέρομαι βέβαια στην αίσθηση Μαϊάμι της τουριστικής παραλιακής και τις βοκαμβίλιες της Παλιάς Πόλης. Τότε το Ιστορικό Αρχαιολογικό της Κρήτης βρισκόταν στην πιο μεστή εποχή του καθώς δίδασκαν μερικοί από τους πιο σημαντικούς μαρξιστές ιστορικούς και αρχαιολόγους της Ελλάδας. Στα νέα μεταπτυχιακά συμμετείχαν εκτός από τους νέους ερευνητές που έκαναν το ταξίδι, ερευνητές που είχαν ολοκληρώσει τις προπτυχιακές σπουδές τους στην Κρήτη και αποφάσισαν να συνεχίσουν. Όλοι αυτοί ήταν επίσης ανήσυχα πνεύματα. Συγκεκριμένα, αναζητούσαν να απαντήσουν στις προκλήσεις της νέας εποχής έχοντας σε πολύ μεγάλο βαθμό κατανοήσει ότι το επιστημονικό παράδειγμα αλλάζει ή πρέπει να αλλάξει. Για μερικούς το κύριο ζήτημα ήταν η πολεμική απέναντι στον επελαύνοντα μεταμοντερνισμό. Όμως στην πράξη αδυνατούσαν να αναμετρηθούν ευθέως. Για κάποιους άλλους ή για όσους συνειδητοποίησαν πως το κλείσιμο σε μία κόκκινη κιβωτό δεν ήταν η λύση, έγινε επιτακτικό καθήκον μια πιο δύσκολη δουλειά. Γι’ αυτούς κύριο ζήτημα έγιναν να αντιπροτάξουν μία νέα συνεκτική μαρξιστική απάντηση, μια μορφή επανεθεμελίωσης του μαρξιστικού παραδείγματος, μια δημιουργική σύνθεση υπό την ηγεμονία του μαρξισμού. Μέσα στο κλίμα λοιπόν της σύγκρουσης ανάμεσα σε μεταμοντέρνους και μαρξιστές ξεπήδησε στο Ρέθυμνο μια ευρύτερη ιστοριογραφική αναζήτηση η οποία επιχειρούσε να υπερβεί διαλεκτικά την σύγκρουση. Όπως κατανοώ εγώ αυτήν την διαδικασία, στόχος της ήταν να αναμετρηθεί και να διαλεχθεί με σημαντικές κατακτήσεις της σύγχρονης διεθνούς και να τις μεταφέρει στο ελληνικό ιστοριογραφικό τοπίο ιστοριογραφίας κρατώντας αποστάσεις. Ήταν η άλλη εκδοχή του προτάγματος για έναν νέο ιστοριογραφικό διαφωτισμό.

Το έργο του Ποταμιάνου λοιπόν τόσο στην εκτεταμένη εκδοχή του, δηλαδή στην διατριβή του, όσο και στην σύντομη εκδοχή του, δηλαδή στο βιβλίο, είναι ένα από τα πιο πετυχημένα παιδιά αυτών των αναζητήσεων. Δεν είναι βέβαια μόνο το δικό του έργο, αλλά μια σειρά από σημαντικές διατριβές και μελέτες που έχουν ακριβώς αυτό το στοιχείο ως κοινό σημείο αναφοράς, ενώ πολλές από αυτές συνομιλούν μεταξύ τους συγκροτώντας ενδεχομένως και μια μορφή σχολής. Συγκεκριμένα όμως οι μικροαστοί νοικοκυραίοι του Ποταμιάνου συνιστούν ένα μεγάλο συνθετικό ιστορικό έργο, μια κομβική συμβολή στην συζήτηση για τις τάξεις στην Ελλάδα και ο Νίκος αναδεικνύεται μέσα από αυτήν τη μελέτη μαζί με πολλές άλλες δουλειές του σε έναν από τους καλύτερους νέους μαρξιστές θεωρητικούς και ως εκ τούτου σε έναν από τους πιο σημαντικούς νέους ιστορικούς.

Στην εισαγωγή της μελέτης του, ο Ποταμιάνος καταπιάνεται λοιπόν με την θεωρία των τάξεων επιχειρώντας να δομήσει το δικό του νέο επιστημονικό παράδειγμα για τους μικροαστούς. Ωστόσο, τόσο η διεθνής και όσο και η εγχώρια αντιπαράθεση ξεκίνησε έχοντας ως πεδίο μελέτης κυρίως την εργατική τάξη και δευτερευόντως την αστική τάξη. Έχει πολύ δίκιο συνεπώς όταν σημειώνει πως η συζήτηση για τον ταξικό χαρακτήρα των μικροαστών «έμεινε εν πολλοίς έξω από τις διαμάχες σχετικά με την τάξη, που κατέληξαν στον εξοβελισμό της τελευταίας από τα κυρίαρχα στην επιστημονική κοινότητα αναλυτικά εργαλεία». Ο ίδιος εισέρχεται επομένως σε αυτό μεγάλο διάλογο δυναμικά και με πρωτότυπο τρόπο φέρνοντας στην επιφάνεια τους ξεχασμένους μικροαστούς. Η επιλογή αυτή κατά την άποψή μου κρύβει έναν άσσο στο μανίκι. Εάν η ρευστότητα των τάξεων αποτελεί ένα βασικό επιχείρημα στην αποδόμηση της έννοιας της εργατικής ή της αστικής τάξης, καθώς θεωρούνται δυσδιάκριτα τα όρια με τους μικροαστούς με αποτέλεσμα να καθίσταται δύσκολη η δυνατότητα ακριβών ορισμών, τότε αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να στραφούμε ακριβώς στους μικροαστούς, στην τάξη δηλαδή με την οποία οι εργάτες και οι αστοί συνορεύουν. Με αυτόν τον τρόπο, οι μικροαστοί βρίσκονται από το περιθώριο στο επίκεντρο διεκδικώντας να δώσουν τη μεγάλη απάντηση. Και ο Νίκος δεν κομπάζει, δεν φοβάται να αναμετρηθεί με τις μεγάλες αφηγήσεις, αλλά αναζητά να φτιάξει μια τέτοια για τους μικροαστούς. Ο ίδιος βέβαια δεν υποστηρίζει ότι η απάντησή του μπορεί να αποτελέσει ένα γενικότερο θεωρητικό μοντέλο για τις τάξεις. Αυτό θα κριθεί σε άλλες μελέτες. Προσωπικά, χρησιμοποιώ ως έναν βαθμό στη δική μου διατριβή το μοντέλο του Νίκου, αλλά και γενικότερα την ορολογία που γεννάει αυτό ως εναλλακτικό αναλυτικό εργαλείο.  

Ο Ποταμιάνος ξεκινάει την διαπραγμάτευση του θέματος βάζοντας ένα ερωτηματικό μετά από τη λέξη τάξη. Σηκώνει συνεπώς το γάντι και χωρίς δισταγμό απαντάει με ευθύτητα ως μαρξιστής χρησιμοποιώντας έναν ορισμό από τον de Ste Croix, τον διάσημο συγγραφέα του έργου Ο ταξικός αγώνας στον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Γράφει λοιπόν στην αρχή: «αντιλαμβανόμαστε τις τάξεις κατ’ αρχάς ως τη συλλογική κοινωνική έκφραση του γεγονότος της εκμετάλλευσης», των σχέσεων που αναπτύσσονται στη βάση της ιδιοποίησης από κάποιους πλεονάσματος που άλλοι παρήγαγαν». Και συνεχίζει: “εξ ορισμού ένα σημαντικό (και πάντως το πρωταρχικό) κομμάτι των σχέσεων ανάμεσα στις τάξεις αναπτύσσεται στο επίπεδο των παραγωγικών σχέσεων και αυτό δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι «η κοινή θέση στις σχέσεις παραγωγής εγγυάται μια ενδογενή τάση για κοινή συλλογική δράση» (της οποίας βέβαια η έκβαση και η μορφή είναι μια σύνθετη υπόθεση). Και αυτό θεωρεί ο ίδιος ότι είναι μια σημαντική παραδοχή κρατώντας όλες τις αναγκαίες επιφυλάξεις για τις οποίες κάποιος θα μπορούσε να τον κατηγορήσει για οικονομικό αναγωγισμό. Επιμένει όμως πως το κύριο θέμα είναι ότι τα διαδοχικά βήματα απομάκρυνσης της ανάλυσης των ιστορικών από το πρωτογενές αυτό επίπεδο έφθασαν στο σημείο που η αποσύνδεση της τάξης από τις σχέσεις παραγωγής την καθιστούσε πλέον άχρηστη ως αναλυτική κατηγορία. Κρίσιμη στιγμή σε αυτήν την πορεία ήταν η παραδοχή ότι τα κοινά ταξικά κοινά συμφέροντα αποτελούν εξ ολοκλήρου μια κατασκευή που συντελείται στο επίπεδο του πολιτικού λόγου. Όμως όπως επισημαίνει ο ίδιος «όσο σημαντικό και αν είναι το συγκεκριμένο επίπεδο για την άρθρωσή τους, οι πιθανές εκδοχές ταξικού συμφέροντος δεν είναι άπειρες ούτε ισοδύναμες». Με άλλα λόγια, ο Ποταμιάνος χωρίς να εγκαταλείπει την πλευρά των ταυτοτήτων επιμένει ότι σε τελική ανάλυση είναι οι παραγωγικές σχέσεις.

Στη συνέχεια ο Νίκος αναμετριέται με διάφορες θεωρίες για τους μικροαστούς για να καταλήξει σε έναν ορισμό. Ορίζοντας την παραδοσιακή μικροαστική τάξη εντός του καπιταλισμού και αποσυνδέοντάς την από την απλή εμπορευματική παραγωγή, όπως προτείνει ο Πουλαντζάς, υποστηρίζει ότι αποτελεί τάξη στο εσωτερικό της οποίας ενυπάρχουν αντιφατικά οι δύο πόλοι του καπιταλισμού κάτι που συνεπάγεται μια μη πάγια θέση των φορέων της ως προς τις σχέσεις εκμετάλλευσης». Αυτός ο ορισμός δεν αρνείται λοιπόν την ρευστότητα και την θολή θέση του μικροαστού, αλλά επιχειρεί να εντάξει αυτό το στοιχείο στα συνεκτικά χαρακτηριστικά. Προτείνει δηλαδή αντί να αρνηθεί στην παραδοσιακή μικροαστική τάξη τον χαρακτήρα της τάξης εξαιτίας της ρευστότητας να ενσωματώσει ως δομικό χαρακτηριστικό τις εγγενείς αντιφάσεις και δυσκολίες συγκρότησης αφήνοντας ανοιχτή την έκβαση του ποια θα είναι κάθε φορά η ακριβής θέση ως προς τις σχέσεις εκμετάλλευσης, τόσο κάθε μονάδας ξεχωριστά όσο και του πυρήνα που πρωτοστατεί στη συγκρότηση του ταξικού πόλου. Και η τελευταία φράση είναι η βασική αναλυτική πρόταση και ιδέα που εισάγει ο Ποταμιάνος

Ορίζοντας με την έννοια ταξικός πόλος δεν εννοεί τον πιο σταθερό μέσα στην όλη κοινωνική ρευστότητα δημογραφικό και κοινωνικό πυρήνα των τάξεων, παρότι ασφαλώς σχετίζεται στενά με αυτόν. Ταξικό πόλο αποκαλεί τον οργανωτικό, πολιτικό και ιδεολογικό πυρήνα που διεξάγει την πάλη για την τάξη: συγκροτεί και διακινεί μια ταυτότητα, απευθύνει ταξικές εγκλήσεις, διαμορφώνει και προπαγανδίζει αιτήματα, διατυπώνει τα συλλογικά συμφέροντα που ορίζουν την τάξη και τα διατηρεί αρθρωμένα, αγωνίζεται να προσελκύσει κομμάτια περιφερειακά και αμφιταλαντευόμενα. Με άλλα λόγια «ο ταξικός πόλος συνιστά την οργανωτική, θεσμική και ιδεολογική υποδομή που περιορίζει τα αποτελέσματα της κοινωνικής ρευστότητας, λειτουργεί ανασχετικά ως προς την αποδόμηση της τάξης, υποστηρίζει την αναπαραγωγή της».

Με την θεωρητική αυτή πρόταση ο Νίκος έρχεται επομένως με ένα δυνατό χαρτί να τοποθετηθεί στην συνολική συζήτηση περί διαμόρφωσης των τάξεων στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς με βάση τις μετατομσιανές προσεγγίσεις. Η συμβολή του E. P. Thompson έγκειται ότι πρώτος αμφισβήτησε τη μαρξιστική οπτική του Ένγκελς αντιπροτείνοντας ουσιαστικά ένα νέο «βρετανικό» παράδειγμα. Σύμφωνα με αυτό οι βιομηχανικοί εργάτες νέου τύπου παρέμεναν ακόμα μειοψηφία μέσα στον εργατικό πληθυσμό, ενώ ακόμα μέχρι το 1830 το πρότυπο του «μέσου άνδρα εργάτη» αντιστοιχούσε σε έναν ενήλικα άντρα βαμβακουργό χειροτεχνίτη. Η διαμόρφωση της εργατικής τάξης, μια διαδικασία όχι μόνο οικονομική, αλλά εξίσου πολιτική και πολιτισμική, προέκυψε από τη συμμετοχή κυρίως αυτών των στρωμάτων.  Η νέα αυτή οπτική οδήγησε διεθνώς σε μια ερευνητική στροφή προς τα στρώματα των ειδικευμένων χειροτεχνιτών και κατ’ επέκταση τις συντεχνίες, ενώ αποτέλεσε τη βάση για την κοινωνική και πολιτισμική προσέγγιση της ιστορίας της εργασίας και του εργατικού κινήματος. Ουσιαστικά, ο Thompson πυροδότησε έναν διεθνή ιστοριογραφικό διάλογο, αλλά και συναγωνισμό για τη μεταφορά του τομσιανού παραδείγματος σε άλλες χώρες ή και σε άλλες περιοχές. Δεκάδες έως και εκατοντάδες μελέτες παράγονταν για δεκαετίες με τον τίτλο the making. Υπήρξαν πολλές μελέτες που αμφισβήτησαν μερικώς ή διόρθωσαν το παράδειγμα Thompson, ενώ όσοι διαφώνησαν πλήρως αναγκάστηκαν να αναμετρηθούν με αυτό.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 ξεκίνησε ένας σοβαρός, αν και πολύ έντονο στην αρχή, επιστημονικός και δημόσιος διάλογο ανανεώνοντας την ελληνική ιστοριογραφία. Σε μεγάλο βαθμό ωστόσο, αναπαράχθηκαν κάποια συγκεκριμένα ιστοριογραφικά δίπολα που αναπτύχθηκαν στην διεθνή μετατομσιανή βιβλιογραφία. Σε αυτό το πολυπρισματικό μετατομσιανό ρεύμα ανήκουν οι θεμελιακές για την ιστοριογραφία της εργατικής τάξης δουλειές των Γιώργου Παπαγεωργίου, Χαράλαμπου Γκούτου, Έφης Αβδελά, Αντώνη Λιάκου, Κώστα Φουντανόπουλου, Δήμητρας Λαμπροπούλου, Ποθητής Χατζαρούλας.  Κριτικά με αυτό το ρεύμα συνομιλεί η δουλειά της Λήδας Παπαστεφανάκη.  Εντελώς, στον αντίποδα κινούνται οι μελέτες του Αναστάση Γκίκα και του Σταμάτη Λιαδάκη.  Οι πρώτοι γενικά αποδίδουν κεντρική σημασία στα συντεχνιάζοντα χειροτεχνικά στρώματα, ενώ οι δεύτεροι γενικά στα κυρίως βιομηχανικά με την διαφορά ότι η Παπαστεφανάκη χρησιμοποιεί το αναλυτικό εργαλείο του φύλου στα πλαίσια μιας γενικότερης θεωρίας της εργασίας. Ο Νίκος λοιπόν προτείνει ένα συνεκτικό μοντέλο διαμόρφωσης της μικροαστικής τάξης, ένα the making για τους μικροαστούς. Με αυτόν τον τρόπο κατά την άποψή μου κλείνει οριστικά τις αμφισβητήσεις και επιτρέπει από καλύτερες θέσεις να γραφτεί το the making της ελληνικής εργατικής τάξης. Στα σημεία τα οποία κάποιος μπορεί να αμφισβητήσει την σταθερότητα μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο ταξικό πόλο με τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα. Ο ταξικός πόλος σε αυτήν την περίπτωση θα είναι οι συγκροτημένες εργατικές οργανώσεις και οι ιδεολογίες τους. Ένα ερώτημα για το σήμερα είναι εάν και κατά πόσο αυτή η ορολογία και αυτή η ιστοριογραφική συζήτηση μπορεί να μας βοηθήσει στο να ξεδιαλύνουμε το σύγχρονο κουβάρι της συγκρότησης των τάξεων και ιδιαίτερα της εργατικής τάξης.

πόσοι μας διάβασαν: