Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

Επαναστατικές Συγγένειες, τα κόκκινα και τα μαύρα αστέρια μας: αναζητώντας το κομμουνισμό της εποχής μας


Κώστας Παλούκης,

3ο Ελευθεριακό Φεστιβάλ Βιβλίου - 2016, Ηράκλειο Κρήτης

Το βιβλίο Επαναστατικές Συγγένειες, τα κόκκινα και τα μαύρα αστέρια μας, των Ολιβιέ Μπεζανσινό και Μισέλ Λεβί κυκλοφόρησε από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες πριν από 6 μήνες περίπου. Λίγα λόγια για τους συγγραφείς. Ο Ολιβιέ Μπεζανσενό (Olivier Besancenot, Λεβαλουά-Περρέ, 18 Απριλίου 1974) είναι Γάλλος αριστερός πολιτικός, ο οποίος ήταν υποψήφιος στις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2002 και του 2007 για την Επαναστατική Κομμουνιστική Λίγκα (Ligue communiste révolutionnaire - LCR), το γαλλικό τμήμα της Τετάρτης Διεθνούς. Το 2002 απέσπασε 1,2 εκατομμύρια ψήφους ή 4,25%, ενώ το 2007 πήρε 1,5 εκατομμύρα ψήφους ή 4,08%, ερχόμενος πέμπτος μετά τους Νικολά Σαρκοζί, Σεγκολέν Ρουαγιάλ, Φρανσουά Μπαϊρού και Ζαν-Μαρί Λεπέν, αλλά πρώτος μεταξύ των υποψηφίων στα αριστερά του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Ο ίδιος ο Μπεζανσενό έχει σπουδάσει ιστορία και εργάζεται σαν ταχυδρόμος. Το 2008 η LCR ενώθηκε με άλλες δυνάμεις και δημιουργήσανε από κοινού το ΝΡΑ. Το ίδιο το Νέο Αντικαπιταλιστικό Κόμμα έχει ως βασικό συστατικό στοιχείο του την αναζήτηση ενός νέου μαρξιστικού προτάγματος. Ο Μικαέλ Λεβί γεννήθηκε το 1938 στο Σάο Πάολο. Σπούδασε κοινωνικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο, απέκτησε το διδακτορικό του δίπλωμα στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης κάτω από την καθοδήγηση του Lucien Goldmann, ενώ εργάστηκε ως λέκτορας πολιτικής φιλοσοφίας στα Πανεπιστήμια του Τελ Αβίβ και του Μάντσεστερ. Εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Παρίσι το 1969, όπου δούλεψε με τον Νίκο Πουλαντζά στο Πανεπιστήμιο του Βενσάν. Σήμερα είναι επίτιμος διευθυντής στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών [CNRS], ενώ διδάσκει στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales [EHESS]. Είναι από τα ιδρυτικά στελέχη του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ, του Οικοσοσιαλιστικού Διεθνούς Δικτύου και του Νέου Αντικαπιταλιστικού Κόμματος [ΝΡΑ]. Με άλλα λόγια και οι δύο είναι ηγέτες ενός μαρξιστικού ρεύματος το οποίο αναζητάει το «νέο». Αυτό συμβαίνει και με άλλα μαρξιστικά ρεύματα διεθνώς, όπως και στην Ελλάδα. Κυρίως όμως συμβαίνει με τα ρεύματα της αναρχίας τα οποία σε πολλές περιπτώσεις πρωτοπορούν θεωρητικά εισάγοντας νέες ιδέες.

Πριν πάμε όμως στο βιβλίο θα ήθελα να αναφερθώ λίγο στο βιβλιοπωλείο Ακυβέρνητες Πολιτείες το οποίο πια κάνει τα πρώτα του βήματα και στον εκδοτικό χώρο. Πόσο σοβαρή θα ήταν μία ιδέα στα 2012 και 2013, στο μέσο δηλαδή της μεγάλης κρίσης, να ανοίξει κανείς εναλλακτικό βιβλιοπωλείο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης; Φαντάζομαι ότι οι περισσότεροι θα έβλεπαν τους 5 πρωτοπόρους μάλλον σαν τρελούς και το εγχείρημα υπερβολικά φιλόδοξο. Τρία χρόνια μετά, το βιβλιοπωλείο θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα από τα πιο σημαντικά ζωντανά πολιτιστικά κύτταρα της Θεσσαλονίκης. Είναι ένα σημείο συνάντησης των πιο ανήσυχων ανθρώπων και χώρος διάχυσης ιδεών για όλα τα θέματα: πολιτική, ιστορία, λογοτεχνία, φιλοσοφία, ποίηση. Είναι ένα μικρό βιβλιοστάσιο με δύσκολα βιβλία, ένα ριζοσπαστικό βιβλιοπωλείο φτιαγμένο από και απευθυνόμενο σε ενεργούς ανθρώπους του κινήματος. Γιατί όμως πέτυχε αυτή η τρελή ιδέα; Γιατί πράγματι όπως με θράσος γράφουν οι ίδιοι «είναι μια προσπάθεια βγαλμένη από την αναγκαιότητα. Την αναγκαιότητα να περπατήσει στους δρόμους της Θεσσαλονίκης το βιβλίο που δεν ενημερώνει απλά αλλά κεντρίζει, που δεν διηγιέται μοναχά αλλά παραδειγματίζει, που δεν υποτάσσεται στην ελαφρότητα της βάρβαρης εποχής μας αλλά επιμένει να βρίσκεται "εκτός των τειχών" των αλυσίδων παραγωγής υπηκόων.» Δεν είναι όμως ένα βιβλιοπωλείο με κουλτούρα χωρίς περιεχόμενο και στόχο, δηλαδή «κουλτούρα να φύγουμε», αλλά, όπως οι ίδιοι γράφουν, «οι Πολιτείες μας, φιλοδοξούν να είναι ένα βιβλιοπωλείο για το κίνημα», ενώ οι ίδιοι ρητά συντάσσονται ως συνεταιριστές όχι με τα αφεντικά, αλλά με την εργατική τάξη. Προσωπικά απολαμβάνω κάθε στιγμή συντροφιάς και κάθε βιβλίο που διαβάζω ή αγοράζω εκεί.

Η εκδοτική στροφή του βιβλιοπωλείου επίσης στέφεται με επιτυχία, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση τις Επαναστατικές Συγγένειες, ένα βιβλίο που επίσης θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ώριμο τέκνο της ανάγκης. Γιατί ένα βιβλίο δεν είναι μόνο οι συγγραφείς, αλλά και οι μεταφραστές, όπως και οι επιμελητές και γραφίστες, αλλά πάνω απ’ όλα το πολιτικό πλαίσιο αναφοράς: με άλλα λόγια οι εκδότες. Παρατηρώντας το στην προθήκη του βιβλιοπωλείου αναρωτιέται κανείς γιατί να το διαβάσει, γενικά τι έχει να του προσφέρει ένα τέτοιο πολιτικό δοκίμιο με θέμα τις επαναστατικές συγγένειες του αναρχισμού και του μαρξισμού. Προσωπική μου άποψη είναι πως η σκέψη των δύο συγγραφέων υπερβαίνει κατά πολύ μια προσπάθεια συγκερασμού ή έστω διαλεκτικής υπέρβασης των δύο ρευμάτων, όπως φαίνεται εκ πρώτης όψεως.  Οι Ολιβιέ Μπεζανσινό και Μισέλ Λεβί φαίνεται να ενδιαφέρονται για κάτι πολύ μεγαλύτερο και ουσιωδέστερο, για μία επανεθεμελίωση του κομμουνισμού στο σήμερα. Και αυτό το στοιχείο είναι που καθιστά το μικρό αυτό βιβλίο πάρα πολύ ενδιαφέρον και ίσως και πολύ σημαντικό, γιατί ακριβώς θα μπορούσε να αποτελέσει την βάση και την κοινή συνισταμένη για ένα νέο χειραφετητικό πρόταγμα το οποίο ονομάζουν ελευθεριακό μαρξισμό.

Οι δύο συγγραφείς ζώντας στην δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα παίρνουν μια απόφαση: δεν έρχονται με ξαναζεσταμένες τις χρεωκοπημένες ιδέες και πρακτικές προσπαθώντας να δικαιώσουν το ιστορικά ηττημένο. Αντίθετα, στέκονται σε απόσταση απέναντι σε όλα τα χειραφετητικά ρεύματα και κάνουν μια επιλογή στο παρελθόν με βάση ένα και μόνο κριτήριο: κρατάνε ό,τι έφτασε ή ό,τι έδρασε πιο κοντά στην ουτοπία. Η βασική τους ιδέα στηρίζεται στην εξής φράση: «σήμερα είναι σημαντικό να έρθουμε σε ρήξη με τα έτοιμα πολιτικά σχήματα που χωρίζουν τον κόσμο στα δύο – σε αυτούς που ξέρουν και σε αυτούς που δεν ξέρουν--, καθώς επίσης και να ξεκινήσουμε από το αξίωμα πως ο καθένας μας μπορεί και να ξέρει κάτι.»

Στο σημείο αυτό όμως υπήρχε στα σοβαρά ο κίνδυνος να φτιάξουν μια εκλεκτικιστική σούπα μέσα στην οποία να χωράνε όλοι. Γι’ αυτό η επιλογή τους εστιάζει σε δύο ρεύματα, το ελευθεριακό και το κομμουνιστικό. Αλλά δεν είναι μέσα όλοι οι ελευθεριακοί ή όλοι οι κομμουνιστές, αλλά μόνο εκείνοι οι οποίοι κατά την άποψή τους συγγενεύουν. Στην πράξη δρουν λίγο αφαιρετικά και κατασκευάζουν τα δύο ρεύματα κατά το δοκούν ώστε να ταιριάζουν στο προειλημμένο σχήμα τους, αλλά προσωπικά τελικά εμένα με έπεισαν ότι έχουν δίκιο στα περισσότερα. Ξαναγράφουν με λίγα λόγια την ιστορία μέσα από ένα νέο ερώτημα και δίνοντας μία νέα απάντηση. Αντί να διαπιστώσουμε πόσο καλά τα πήγε το κάθε ρεύμα μόνο του και πόσο προδοτικό ήταν το άλλο, ίσως έχει περισσότερη αξία να διερευνήσουμε και τελικά να διαπιστώσουμε πόσο καλά εξελίχθηκαν τα πράγματα σε εκείνες τις περιπτώσεις που οι αναρχικοί και οι κομμουνιστές βάδισαν μαζί. Σε κάθε περίπτωση το βιβλίο αυτό είναι μία πρόκληση για όλους τους αναρχικούς και τους κομμουνιστές να ξανασυζητήσουν για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, για αυτά που τους χωρίζουν, αλλά κυρίως γι’ αυτά που τους ενώνουν. Και αυτή η τελευταία διαδικασία είναι πάρα πολύ δύσκολη και επίμονη, χρειάζεται ανοιχτομυαλιά και όχι γκρουπισμό. Από αυτήν την άποψη, έχει μια εξαιρετική σημασία αυτή εδώ η εκδήλωση-συζήτηση. Οι ίδιοι οι συγγραφείς εξαιρούν προγραμματικά από αυτήν την συζήτηση όσους είναι «ειδικοί σε αυτήν την διαδικασία ηθικής εκτέλεσης του άλλου» και οι πρώτοι εξαιρέσιμοι είναι φυσικά οι θιασώτες του Ιωσήφ Στάλιν, ο οποίος ήδη από το 1907 έγραφε πως «οι αναρχικοί είναι πραγματικοί εχθροί του μαρξισμού» και ως εκ τούτου «πρέπει να δώσουμε μια πραγματική μάχη σε πραγματικούς εχθρούς». Κατά την διάρκεια της ιστορικής αφήγησης αφαιρούν ωστόσο από την συζήτηση και ρεύματα προερχόμενα από την αναρχία, κυρίως όσα έχουν ως βάση τον ατομισμό και την ατομική τρομοκρατία, π.χ. απορρίτουν το black block. Και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά: μπορούν να συζητήσουν και να συνθέσουν μόνο όσοι είναι σε θέση να κάτσουν σε κοινό τραπέζι και όλοι μας έχουμε εμπειρία από αυτό. Στην πράξη οι δύο συγγραφείς παρουσιάζουν την δυνατότητα μιας εκδοχής κριτικού τροτσκισμού ή μετατροτσκισμού με την πολιτική αναρχία και τον αναρχοσυνδικαλισμό.

Συγκεκριμένα, αποδέχονται τον διαχωρισμό της Ιρέν Περϊρά, δηλαδή: α) ταξικός αναρχισμός, ο οποίος βασίζεται στην πάλη των τάξεων, β) τον ελευθεριακό ανθρωπισμό, ο οποίος αντιλαμβάνεται την ανθρωπότητα ως υποκείμενο της απελευθέρωσης και  ατομικιστικό αναρχισμό. Και επιλέγουν να συνομιλήσουν με τον πρώτο για λόγους «ιστορικής εγγύτητας» θεωρώντας ότι υπάρχουν ιστορικές συγκλίσεις. Στον ταξικό αναρχισμό ανήκουν τα ελευθεριακά, αναρχοκομμουνιστικά, πλατφορμιστικά και αναρχοσυνδικαλιστικά ρεύματα.

Το βιβλίο αποτελείται από 4 μέρη και ένα πέμπτο που είναι τα συμπεράσματα. Το πρώτο κεφάλαιο έχει ως τίτλο “συγκλίσεις αλληλεγγύης” και χωρίζεται σε δύο υποκεφάλαια. Το πρώτο υποκεφάλαιο πραγματεύεται όλες εκείνες τις μεγάλες ιστορικές συγκυρίες κοινής δράσης των δύο ρευμάτων: Α Διεθνής και Κομμούνα του Παρισιού, Η 1η Μαΐου και οι μάρτυρες του Σικάγου, ο επαναστατικός συνδικαλισμός και η Χάρτα της Αμιένης, η Ισπανική Επανάσταση. Το δεύτερο υποκεφάλαιο με τίτλο “πορτρέτα” παρουσιάζει μια σειρά από προσωπικότητες οι οποίες μπορούν να θεωρηθούν συγκλίνουσες. Σε αυτές εντάσσει τους Λουί Μισέλ, Πιερ Μονάτ, Ρόζα Λούξεμπουργκ, Έμμα Γκόλντμαν, Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι, Μπενζαμέν Περέ και υποδιοικητή Μάρκος. Το δεύτερο κεφάλαιο έχει τίτλο “Συγκλίσεις και αποκλίσεις” και είναι ίσως το πιο καυτό, εκεί που οι συγγραφείς πραγματεύονται τις δύσκολες και γκρίζες καταστάσεις. Χωρίζεται σε τρεις υποενότητες με θέμα: την Οκτωβριανή Επανάσταση, Αναδρομή στην τραγωδία της Κροστάνδης, Μάχνο: Μαύροι και Κόκκινοι. Το τρίτο κεφάλαιο τιτλοφορείται: Μερικοί ελευθεριακοί μαρξιστές στοχαστές. Εμπεριέχει τους Βάλτερ Μπένγιαμιν, Αντρέ Μπρετόν και Ντανιέλ Γκερέν με τους οποίους ουσιαστικά, φτιάχνει τη γενεαλογία των θεωρητικών του ελευθεριακού μαρξισμού. Το τέταρτο κεφάλαιο φέρει τον τίτλο Πολιτικά Ζητήματα με τα οποία θέτει τις βάσεις του νέου κομμουνιστικού προτάγματος. Σε αυτό πραγματεύεται τα εξής “άτομο και συλλογικότητα”, “να κάνουμε επανάσταση χωρίς να πάρουμε την εξουσία”, “αυτονομία και φεντεραλισμός”, “δημοκρατικός σχεδιασμός και αυτοδιαχείριση”, “άμεση δημοκρατία και αντιπροσωπευτική δημοκρατία”, “συνδικάτο και κόμμα¨, “οικοσοσιαλισμός και ελευθεριακή οικολογία”. Στην πράξη κάθε κεφάλαιο και κάθε ενότητα θέτουν ένα λίθο στο νέο θεωρητικό οικοδόμημα που αναδύεται και παρουσιάζεται ως πρόταγμα στα συμπεράσματα με τίτλο “Για εναν ελευθεριακό μαρξισμό”.

Το βιβλίο προσφέρεται για πολλές σκέψεις και συζητήσεις. Πολλοί σίγουρα θα διαφωνήσουν σε πολλές πλευρές του από τη μία ή την άλλη μπάντα. Θα προσπαθήσω να εστιάσω σε δύο ζητήματα τα οποία είναι κομβικά στον διάλογο ανάμεσα σε αναρχικούς και κομμουνιστές και στα οποία το βιβλίο αναφέρεται διεξοδικά. Το πρώτο είναι η ρωσική επανάσταση και η υπόθεση της Κρονστάνδης. Οι δύο συγγραφείς προσπαθούν να αναμετρηθούν για άλλη μια φορά με το ερώτημα που απασχολεί σχεδόν όλους μας: που, πότε και γιατί πήγε το πράγμα λάθος στην ρωσική επανάσταση.  Η διαφορά είναι ότι προσπαθούν να εγγράψουν στην οπτική τους πλευρές της ελευθεριακής κριτικής. Σύμφωνα λοιπόν με τους συγγραφείς “οι μαρξιστές και οι ελευθεριακοί συνδέονται με κοινές ρίζες. Παράλληλα, όμως τους φέρνει αντιμέτωπους ένας μακρύς κατάλογος με ιστορικές διαφωνίες, ένα μείγμα από κοινές αναφορές και φλογερές αντιπαραθέσεις. Στην κορυφή του καταλόγου βρίσκεται η Ρωσική Επανάσταση του 1917. Σε πρώτη φάση, υπήρξε η σύγκλιση ανάμεσα σε πολλούς ελευθεριακούς και όχι μόνο Ρώσους με τους επαναστάτες μαρξιστές. Έπειτα, ακολούθησε μια δραματική σύγκρουση η οποία φτάνει στο αποκορύφωμά της με την Κρονστάνδη και τον πόλεμο εναντίον του Μάχνο.” οι συγγραφείς και οι ερμηνείες στις οποίες καταφεύγουν βασίζονται σε μία κοινή παραδοχή: τα Σοβιέτ ως εφαρμογή του εργατικού ελέγχου στην παραγωγή αποτέλεσαν μια κορυφαία επαναστατική διαδικασία. Σύμφωνα με τον Γκερέν η αιτία της γραφειοκρατικοποίησης βρίσκεται στον ίδιο τον μαρξισμό. “Κατά την γνώμη του, στη μαρξιστική σκέψη συνυπάρχουν  δύο πόλοι, δύο αντιθετικές αντιλήψεις: μία ελευθεριακή εκδοχή η οποία επιδιώκει ξεκάθαρα την κατάργηση του καπιταλιστικού κράτους και μια αυταρχική, ευνοϊκή προς την δημιουργία ενός νέου κράτους, μαρξιστικού, το οποίο προορίζεται μεν να αυτοκαταργηθεί, αλλα παρ’ όλα αυτά επιβιώνει. Αυτή η αμφισημία έχει την τάση να επανεμφανίζεται κάθε φορά που η λαϊκή κινητοποίηση αρχίζει να εξαντλείται. Σε αντίθεση με τον Γκερέν ο Βικτόρ Σερζ δεν βλέπει σε αυτήν την καλπάζουσα γραφειοκρατικοποίηση μια ιδεολογική βάση η οποία συνδέεται με μια πιθανή σκοτεινή πλευρά του μαρξισμού. Ο Σερζ κυρίως δίνει βάση σε μια τυπική τροτσκιστική ερμηνεία της ήττας της οκτωβριανής επανάστασης η οποία εστιάζει στην αποτυχία των άλλων ευρωπαϊκών επαναστάσεων και άρα στην δυσκολία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα. Για τους δύο συγγραφείς το έτος 1920 είναι ορόσημο. Οι μπολσεβίκοι επικρατούν στον εμφύλιο και στην απόβαση των συμμάχων στην Κριμαία καταφεύγοντας στον πολεμικό κομμουνισμό, ωστόσο το τίμημα είναι ο εσωτερικός αυταρχισμός με πρώτα θύματα τους μέχρι τότε συμμάχους αναρχικούς. Περιγράφουν την παρουσία και την δράση των αναρχικών μέχρι τη στιγμή που οι μπολσεβίκοι έσπασαν αυτήν την συμμαχία πυροδοτώντας την εξέγερση της Κροστάνδης. Θα έλεγε κανείς ότι πίσω από την πολιτική σύγκρουση μαρξιστών και αναρχικών διαβλέπουν μια σύγκρουση κοινωνικών στρωμάτων, δηλαδή εργατών και αγροτών. Στο σημείο λοιπόν αυτό οι δύο συγγραφείς δείχνουν να μετατοπίζουν το όριο τη γραφειοκρατικοποίησης των σοβιέτ πολύ πιο πίσω από την εποχή της σύγκρουσης Τρότσκι-Στάλιν και πολύ πιο πριν από τις άλλες ενδομπολσεβίκικες αντιπαραθέσεις.

Εύλογα λοιπόν το επόμενο θέμα με το οποίο αναμετριώνται είναι η σχέση κόμματος και σοβιέτ και στο κομβικό ερώτημα πως θα καταργηθεί το κράτος. Ωστόσο, αρνούνται να αποδώσουν την αποτυχία των μπολσεβίκων να καταργήσουν το κράτος στην ίδια την δομή της μαρξιστικής σκέψης και επιμένουν στην τροτσκιστική ανάγνωση που είναι τα ιστορικά διακυβεύματα της εποχής. Και θεωρούν ότι το λάθος ήταν ότι την εποχή της επαναστατικής ανόδου και ιδιαίτερα την εποχή της απειλής της επανάστασης, όταν το διακύβευμα ανάμεσα στο κόμμα και τα σοβιέτ δεν είχε ακόμα τεθεί, δόθηκε η προτεραιότητα στο κόμμα και όχι στα Σοβιέτ, δηλαδή στην δυνατότητα της κοινωνίας να αυτοδιευθυνθεί. Γι’ αυτό λοιπόν σημείωνουν πως δεν φτάνει μόνο να συγκροτούνται αντιγραφειοκρατικές πολιτικές οργανώσεις ώστε να αποφευχθεί ξανά ο κίνδυνος μιας γραφειοκρατικοποίησης, αλλά “οι επαναστατικές δυνάμεις πρέπει να εκπληρώσουν ένα ζωτικό καθήκον: να βοηθήσουν την επανάσταση να πάρει την κατάλληλη στιγμή τις επιβεβλημένες αποφάσεις, ώστε σε “τελική ανάλυση, η πραγματική εξουσία οφείλει να επιστρέφει στις δομές αυτοοργάνωσης”. Και στο σημείο αυτό νομίζω ότι κατλήγουν σε μια από τις πιο βασικές θέσεις τους, που είναι καθεαυτώ τροτσκιστική και αφορά την θεωρία περί επανάστασης. Οι δύο συγγραφείς πιστεύουν πως όλες οι επαναστάσεις κινδυνεύουν εξίσου από έναν κοινό εχθρό, αυτήν την κατά Τρότσκι θερμιδοριανή αντίδραση, δηλαδή την εσωτερική αντεπανάσταση. Ο Στάλιν είναι ο Βοναπάρτης της Ρωσικής επανάστασης και η αντεπανάσταση είναι ο αιώνιος κίνδυνος που στοιχειώνει τις επαναστάσεις ευθύς μόλις εκδηλωθούν. Και σημειώνουν πως “πρόκειται για έναν εχθρό κοινό για κόκκινους και μαύρους”. Δεν είναι λοιπόν ο μαρξισμός που γέννησε τον σταλινισμό, αλλά αυτή η κατάρα των επαναστάσεων, την οποία οι επαναστάτες εάν δεν προλάβουν να αντιμετωπίσουν τελικά θα καταστρέψει τόσο την επανάσταση όσο και τους ίδιους τους επαναστάτες ως φυσικές οντότητες. Συνοψίζοντας, οι δύο συγγραφείς αποδέχονται την κριτική των αναρχικών για την γραφειοκρατικοποίηση στα 1920, αλλά δεν αποδέχονται την στρουκτουραλιστική προσέγγιση της ερμηνείας, ότι δηλαδή η αιτία της γραφειοκρατίας ανάγεται στα βάθη του μαρξισμού και είναι εγγενής. Σε τελική ανάλυση παραμένουν τροτσκιστές.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να προεκτείνω κάπως την εξής ιδέα, ότι δηλαδή ο κίνδυνος της γραφειοκρατικοποίησης είναι κοινός τόσο στους μαρξιστές όσο και στους αναρχικούς. Πρώτον, με διαφορετικό τρόπο η γραφειοκρατικοποίηση τείνει να εμφανίζεται εξίσου στις αναρχικές και κομμουνιστικές μορφές οργάνωσης. Δεύτερον, ο ολοκληρωτισμός ενυπάρχει εν σπέρματι και στις δύο θεωρήσεις όταν τα υποκείμενα φορείς των ιδεολογιών τείνουν να ταυτίζονται με το όλο. Είναι εξίσου ολοκληρωτική ιδέα ότι ένα είναι το κόμμα μία είναι η τάξη, με την ιδέα μία είναι η συνέλευση, ένα είναι το άτομο. Φανταστείτε από τη μία ένα καθαρά ταξικό σωματείο στο οποίο απαγορεύεται δύο ή περισσότεροι εργάτες να σπάσουν την ταξική και κομματική ενότητα και να καταθέσουν δημόσια ένα διαφορετικό πλαίσιο, με μία καθαρά αντιεξουσιαστική συνέλευση σωματείου στην οποία απαγορεύεται δύο ή περισσότερα μέλη της  να φτιάξουν στο εσωτερικό της μια παράταξη. Με άλλα λόγια, η γραφειοκρατικοποίηση ως εσωτερική αντεπαναστατική τάση είναι μάλλον εγγενής σε κάθε χειραφετητικό κίνημα. Συνεπώς, το καθήκον του κάθε επαναστάτη είναι να δίνει καθημερινά διπλή μάχη τόσο απέναντι στις προφανείς εξουσιαστικές και εκμεταλλευτικές δυνάμεις του καπιταλισμού όσο και στις αφανείς γραφειοκρατικές δυνάμεις του κινήματος. Στην πράξη, τόσο οι μαρξιστές όσο και οι αναρχικοί αναγνωρίζουν αυτόν τον κίνδυνο, αλλά επιλέγουν να δίνουν την μάχη με διαφορετικό τρόπο πιστεύοντας σε διαφορετικές αιτίες. Και με αυτήν την φράση νομίζω ότι δίνω πάσα σε ένα επόμενο σημαντικό θέμα που πραγματεύονται, δηλαδή το ζήτημα της άμεσης ή αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η απάντηση που δίνουν είναι θεωρητικά εύκολη: μιλούν για τον αναγκαίο συνδυασμό των δύο “αφού καμία από τις δύο δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες της πραγματικής λαϊκής συμμετοχής”.   

Ένα άλλο ζήτημα που θα ήθελα να θίξω, ανάμεσα στα πολλά που θα μπορούσε να πει κανείς, αφορά την σχέση ατόμου και συλλογικότητας. Σύμφωνα με τους δύο συγγραφείς «σε ιστορική κλίμακα, το αναρχικό κίνημα υψώνει τη σημαία της ατομικής χειραφέτησης πολύ ψηλότερα από τη μαρξιστική οικογένεια». Στο σημείο αυτό μεταθέτουν την ευθύνη για την καταπίεση του ατόμου στον σταλινισμό και στην δικτατορία του η οποία συντελέστηκε στο όνομα του κομμουνισμού. Οπότε καταλήγουν συμπέρασμα πως «οι κοκκινόμαυρες συνάφειες υπάρχουν και σε ό,τι αφορά τη θέση του ατόμου. Διότι, αν μη τι άλλο, και τα δύο στρατόπεδα αρνούνται να αντιληφθούν αντιθετικά το άτομο και την κοινότητα, το ‘‘εγώ’’ και το ‘‘εμείς’’, το συγκεκριμένο και το γενικό, την ιδιαιτερότητα και την οικουμενικότητα». Στη συνέχεια σημειώνουν την κριτική τους απέναντι σε ορισμένα «αναρχικά ρεύματα» τα οποία «απορρίπτουν όχι μόνο κάθε οργανωτική συλλογική μορφή πάλης, αλλά φτάνουν στο σημείο να καταδικάζουν την ίδια την ιδέα ενός κοινού πεπρωμένου». Οι δύο συγγραφείς χρησιμοποιούν τα μαρξιστικά εργαλεία για να υπερασπιστούν την καταστροφή του ατόμου από τον καπιταλισμό. Αν και δεν ασκούν σοβαρή κριτική στον ατομικό αναρχισμό, μάλλον θα έλεγα τον υιοθετούν καταλήγουν σε ένα βασικό ενοποιητικό επιχείρημα. Προτείνουν ότι πρέπει από τη μία «να ‘‘επανεξατομικεύσουμε’’ το κομμουνιστικό σχέδιο», ενώ παράλληλα πρέπει «να συλλογικοποιήσουμε τις αναρχικές ιδέες».

Η δική μου άποψη είναι ότι ο σύγχρονος ολοκληρωτικός καπιταλισμός δεν αναδεικνύει το άτομο, αλλά το ρευστοποιεί. Του αφαιρεί τη δική του ατομική συνείδηση και το μεταμορφώνει σε μια επιφανειακή και ρηχή προσωπικότητα, ένα κάτοπτρο το οποίο απλά αντανακλά τον περιβάλλοντα ιδεολογικό χώρο του. Εάν το άτομο την εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού έμοιαζε με ένα εξορθολογισμένο βιομηχανικό κτίριο με έντονη δική του αισθητική, το άτομο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού μοιάζει με ένα γυάλινο κτίριο το οποίο δεν έχει δική του προσωπικότητα, αλλά κάθε φορά η δική του προσωπικότητα είναι ο αντανακλώμενος γύρω χώρος του.  Και η αιτία είναι ακριβώς ότι το έχει αποδεσμεύσει από κάθε συλλογικό αφήγημα πέρα από την ατομική του ευμάρεια. Το άτομο δεν φέρει μια συλλογική συνείδηση και αρνείται να συνυπάρξει με άλλα άτομα πέρα από ό,τι είναι προέκταση της δικής του ατομικότητας. Το πρόβλημα εδώ είναι κατά την άποψή μου πολιτικό. Πολλές φορές η ατομικιστική αναρχική ιδεολογία δεν είναι μια μάχιμη ιδεολογία, αλλά ένα καταφύγιο ή ένα άλλοθι. Η άρνηση της ένταξης στην συλλογικότητα είναι στην πράξη η άρνηση συγκρότησης μιας συνεκτικής άλλης αφήγησης. Γι’ αυτό με έναν εύκολο τρόπο, πολλοί ατομιστές κατά κύριο λόγο αναρχικοί ψήφισαν και ΣΥΡΙΖΑ. Αντίθετα, η πολιτική και συλλογική αναρχία βρίσκεται πολύ πιο κοντά σε αναζητήσεις του μαρξισμού.

Από αυτήν την άποψη, η πρόταση των δύο συγγραφέων έχει ένα τεράστιο ενδιαφέρον. Δεν είναι κάτι πρωτότυπο, αλλά μάλλον κάτι πολύ απλό. Η στράτευση γιατί η στράτευση είναι πρώτα απ’ όλα μια πηγή εμπλουτισμού της προσωπικότητας. Και προτείνουν το εξής από αυτήν την σκοπιά. « φαίνεται πως πρέπει να εγκατασταθεί επειγόντως ένα νέο λογισμικό στη λειτουργία και τη ζωή των επαναστατικών οργανώσεων είτε αυτές είναι μαρξιστικές είτε ελευθεριακές».

Πριν κλείσω όμως θα ήθελα να αναφερθώ στην Κροστάνδη γιατί είναι ένα θέμα που τους απασχολεί αρκετά. Είναι ένα θέμα που ενοχλεί συχνά τους τροτσκιστές γιατί θα ήθελαν να μην έχει αναμειχθεί ο Τρότσκι σε αυτό. Είναι αλήθεια πως οι δύο συγγραφείς προσπαθούν να τον διασώσουν κάπως λέγοντας πως απλά πήγε και έβγαλε το διάγγελμα. Όμως όπως οι ίδιοι γράφουν τόσο ο Λένιν όσο και ο Τρότσκι πίστευαν πως η εξέγερση της Κροντάνδης ήταν ένα αντεπαναστατικό κίνημα, το οποίο ανάγεται στην σύγκρουση αγροτών και εργατών. Από την άλλοι οι αναρχικοί θεμελίωσαν το σχήμα της τρίτης επανάστασης απέναντι στον ζυγό των μπολσεβίκων. Κρατούν αποστάσεις και από τις δύο ερμηνείες γράφοντας δεν βρίσκουν καμία από τις δύο μονόπλευρες αυτές αφηγήσεις ικανοποιητική. Οι ίδιοι προτείνουν ένα άλλο σχήμα: δεν είναι μια μάχη ανάμεσα σε επανάσταση και αντεπανάσταση που είναι το κοινό σημείο και των δύο αφηγήσεων, αλλά μια τραγική και αδελφοκτόνα σύγκρουση ανάμεσα σε δύο επαναστατικά ρεύματα. Θεωρούν ότι η ευθύνη είναι μοιρασμένη για αυτήν την τραγωδία, αλλά ότι ταυτόχρονα βαραίνει κυρίως εκείνους που κατείχαν την εξουσία. Τελικά, υιοθετούν την άποψη του Σερζ ότι η εξέγερση της Κρονστάνδης δεν ήταν αντεπανάσταση και η καταστολή της αποτρόπαιο γεγονός υποστηρίζοντας την θέση ότι θα μπορούσε να είχε υπάρξει ένας συμβιβασμός. Την ίδια στιγμή όμως δήλωνε σίγουρος πως η νίκη της Κρονστάνδης θα είχε οδηγήσει αναπόφευκτα στην αντεπανάσταση καθώς παρά τα λάθη του και τις υπερβολές του το μπολσεβίκικο κόμμα ήταν εκείνη την στιγμή η μεγάλη οργανωμένη δύναμη στην οποία όφειλαν παρά τις αμφιβολίες τους να δείξουν εμπιστοσύνη.

Συνοψίζοντας. Οι δύο συγγραφείς αρνούνται να δώσουν έναν ορισμό. Δεν θεωρούν ότι αυτός είναι ο στόχος του βιβλίου τους. Για τους ίδιους ο ελευθεριακός μαρξισμός δεν είναι μια συνταγή ή ένα πεπερασμένο θεωρητικό σώμα, αλλά μια συγγένεια «ένας ορισμένος πολιτικός βηματισμός. Ο κοινός παρονομαστής είναι η «κοινή επιθυμία να απαλλαγούμε μέσω επανάστασης από τη δικτατορία του κεφαλαίου, για να οικοδομήσουμε μια κοινωνία χωρίς αλλοτρίωση, μια κοινωνία ισότητας, απελευθερωμένη από τον εξουσιαστικό ζυγό του κράτους. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει μόνο ένας ελευθεριακός μαρξισμός, αλλά μια μεγάλη ποικιλία προσεγγίσεων οι οποίες έχουν πετύχει περισσότερο ή λιγότερο να γεφυρώσουν τις δύο μεγάλες επαναστατικές παραδόσεις.

 Κλείνοντας θεωρώ ότι το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα πάτημα για περισσότερη συζήτηση, αλλά κυρίως αποτελεί ένα εργαλείο για περισσότερη κοινή δράση, γιατί προτείνει την ποικοιλία και το χαλάρωμα των γραμμών. Αυτή η δράση θα μπορούσε να γίνει σε πολλά επίπεδα. Το πιο σημαντικό κατά την άποψή μου είναι στο πεδίο της αντιφασιστικής πάλης.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: