Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

Όψεις της πολιτικής συμπεριφοράς των προσφύγων στην μεσοπολεμική Αθήνα


Η πολεμική δεκαετία 1912-1922 (Βαλκανικοί Πόλεμοι, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Μικρασιατική Εκστρατεία) ήταν η περίοδος υλοποίησης του οράματος της Μεγάλης Ιδέας. Το ελληνικό κράτος πολλαπλασίασε την επικράτειά του, εντάσσοντας σε αυτή τους ελληνικούς πληθυσμούς της Ηπείρου, της Μακεδονίας, της Θράκης και των μικρασιατικών παραλίων. Η κατάληξη του οράματος αυτού ήταν η τραγική, για τους ανθρώπους που υπέστησαν τις συνέπειές της, ήττα του ελληνικού στρατού στο μέτωπο της Μικράς Ασίας, γνωστή ως Μικρασιατική Καταστροφή. Οι χειρισμοί της ελληνικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας είχαν ως αποτέλεσμα το βίαιο εκτοπισμό περίπου 1.500.000 Ελλήνων και αρκετών χιλιάδων Αρμενίων από τα μικρασιατικά παράλια προς την Ελλάδα. Η ανταλλαγή πληθυσμών που ακολούθησε, με την οποία παράλληλα με τον εκτοπισμό των ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας εκτοπίστηκαν και εκατοντάδες χιλιάδες μουσουλμάνων από την Ελλάδα, σηματοδότησε τη μεγαλύτερη έως τότε αναγκαστική μετακίνηση πληθυσμών παγκοσμίως και αποτέλεσε υπόδειγμα για τις μετέπειτα παρόμοιες πληθυσμιακές «διευθετήσεις» σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Του Μενέλαου Χαραλαμπίδη, από την εφημερίδα ο "Δρόμος της Αριστεράς"
Μετά την άφιξη των προσφύγων στην Αθήνα προέκυψε ουσιαστικά μια νέα πρωτεύουσα. Μέχρι το 1928 είχαν εγκατασταθεί στην πόλη περισσότεροι από 130.000 πρόσφυγες. Το 1920, δύο χρόνια πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή, η Αθήνα είχε πληθυσμό 297.276 ατόμων, ενώ οκτώ χρόνια μετά, σύμφωνα με την απογραφή του 1928, σε αυτή κατοικούσαν 131.810 γηγενείς, 129.380 πρόσφυγες και 198.021 εσωτερικοί μετανάστες.
Πέρα από την εικόνα που παρουσιάζουν οι αριθμοί, η άφιξη των προσφύγων άλλαξε τον πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό χαρακτήρα της πόλης. Η πρώτη μεγάλη αλλαγή προέκυψε από τη δημιουργία των προσφυγικών συνοικιών. Στη δεκαετία του 1920 δημιουργήθηκαν οι συνοικισμοί της Ν. Φιλαδέλφειας, Ν. Ιωνίας, Περιστερίου, Καισαριανής, Βύρωνα, Υμηττού, Ν. Σμύρνης και πλήθος άλλων μικρότερων. Η δημιουργία των προσφυγικών συνοικισμών στα όρια του έως τότε οικιστικού ιστού της Αθήνας, υπήρξε το χωροταξικό αποτύπωμα της πολιτικής που ακολούθησαν οι μεσοπολεμικές κυβερνήσεις, με στόχο το διαχωρισμό προσφύγων και γηγενών προς αποφυγή κοινωνικών προστριβών.
Πράγματι, στην εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο της δεκαετίας του 1920, με τη ρευστή πολιτική κατάσταση και την κατεστραμμένη οικονομία λόγω των πολυετών πολεμικών επιχειρήσεων, η έλευση των προσφύγων εγκυμονούσε ποικίλους κινδύνους για το ισχύον πολιτικοκοινωνικό καθεστώς. Για τους γηγενείς που είχαν υποστεί τις οικονομικές και ψυχολογικές συνέπειες μιας ολόκληρης δεκαετίας πολέμων, η άφιξη των προσφύγων υπήρξε ένα τεράστιο και ανεπιθύμητο βάρος. Οι επιτάξεις κτιρίων –που είχαν ως αποτέλεσμα την αναγκαστική «φιλοξενία» προσφύγων από γηγενείς, μια συγκατοίκηση που όξυνε τις μεταξύ τους σχέσεις– και οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις οικοπέδων που ανήκαν σε γηγενείς και αποδίδονταν στους πρόσφυγες για την αποκατάστασή τους, υπήρξαν μερικά από τα πρώτα και επείγοντα μέτρα που οδήγησαν από πολύ νωρίς στην όξυνση των σχέσεων ανάμεσα σε πρόσφυγες και γηγενείς. Με άλλα λόγια, πρόσφυγες και γηγενείς καλούνταν να συμβιώσουν στην Αθήνα κάτω τις χειρότερες δυνατές συνθήκες.

Οι πρόσφυγες ως ανταγωνιστικό εργατικό δυναμικό
Με αφετηρία την πολιτική διάσταση, την εισαγωγή δηλαδή των προσφύγων στο κυρίαρχο πολιτικό δίπολο της περιόδου ανάμεσα σε βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς, το προσφυγικό πρόβλημα απέκτησε σύντομα οικονομικές και πολιτισμικές προεκτάσεις. Όσα χώριζαν πρόσφυγες και γηγενείς σε πολιτικό επίπεδο, όπως θα δούμε στη συνέχεια, αποτυπώθηκαν τόσο στις μεταξύ τους σχέσεις στους χώρους εργασίας, όσο και σε επίπεδο καθημερινότητας.
Αν για τους γηγενείς εργοδότες, οι εξαθλιωμένοι πρόσφυγες που ήταν διατεθειμένοι να εργαστούν με εξαιρετικά χαμηλά ημερομίσθια, συνιστούσαν μια ευκαιρία μείωσης του κόστους εργασίας και άρα αύξησης των κερδών τους, για τους ντόπιους εργαζόμενους αποτελούσαν ανταγωνιστικό εργατικό δυναμικό. Παράλληλα, σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, το προσφυγικό εργατικό δυναμικό (στο οποίο κυριαρχούσαν οι γυναίκες και τα ανήλικα παιδιά) χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές ως εργατική «εφεδρεία» ενάντια στις διεκδικήσεις του συνδικαλιστικού κινήματος. Την περίοδο αυτή καταγράφονται πολλές περιπτώσεις χρησιμοποίησης των ανοργάνωτων συνδικαλιστικά προσφύγων, ως απεργοσπαστών κατά τη διάρκεια απεργιακών κινητοποιήσεων. Όπως επισήμαινε ο Δημήτρης Στρατής, γνωστός συνδικαλιστής του Μεσοπολέμου, σε επιστολή του προς το διευθυντή του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας A. Thomas στις 2 Μαρτίου 1927: «Η εργατική τάξη είναι αδύνατο να επιβληθεί στους εργοδότες οι οποίοι σε κάθε εργατική διεκδίκηση των οργανωμένων εργατών απαντούν με μαζικές απολύσεις, αντικαθιστώντας τους συνδικαλισμένους εργάτες με ασυνδικάλιστους από τους πρόσφυγες».
Προερχόμενοι κυρίως από αγροτικές κοινότητες χωρίς να φέρουν συνδικαλιστική εμπειρία, οι πρόσφυγες αντιλαμβάνονταν την αντιπαράθεσή τους με τους γηγενείς εργάτες με πολιτισμικούς και όχι με ταξικούς όρους. Έτσι, η χρησιμοποίησή τους από την εργοδοσία ως απεργοσπαστών δεν γινόταν αντιληπτή στο πλαίσιο των ταξικών σχέσεων εξουσίας, αλλά σε αυτό της πολιτισμικής διαφοράς ανάμεσα σε πρόσφυγες που διεκδικούσαν το δικαίωμα στην εργασία και σε γηγενείς που το κατείχαν. Χαρακτηριστικά ήταν όσα διαδραματίστηκαν στο λιμάνι του Πειραιά κατά τη διάρκεια της γενικής απεργίας τον Αύγουστο του 1923. Στο μεγαλύτερο εργασιακό χώρο του λεκανοπεδίου –όπου κυριαρχούσαν λιμενεργάτες, υποστηρικτές του Λαϊκού Κόμματος και του βασιλιά, καταγόμενοι από τη Μάνη– πρόσφυγες «έσπασαν» την απεργία καταλαμβάνοντας τις θέσεις τους. Η πράξη αυτή έγινε κατανοητή από τους πρόσφυγες με πολιτισμικούς όρους ως «σπάσιμο» του «μανιάτικου μονοπωλίου» και όχι με ταξικούς, ως «σπάσιμο» της απεργίας.
Τέτοιου είδους προστριβές, υπήρξαν αποτέλεσμα της διαφορετικής εμπειρίας που έφεραν οι πρόσφυγες από τις πατρίδες τους στη Μ. Ασία. Οι άνθρωποι αυτοί έπρεπε να προσαρμοστούν σε μια κοινωνία που ήταν διαφορετικά οργανωμένη από αυτή που γνώριζαν στα μικρασιατικά παράλια. Από τις κοινωνίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που ήταν δομημένες και ιεραρχημένες πολιτισμικά (ανάλογα με τη θρησκεία και την εθνικότητα), οι πρόσφυγες καλούνταν να προσαρμοστούν άμεσα στην κοινωνική δομή ενός έθνους-κράτους, η οποία ιεραρχούνταν με πολιτικούς και οικονομικούς όρους. Όσα τους διέκριναν στο πλαίσιο των πολυεθνικών-πολυπολιτισμικών κοινωνιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (θρησκεία, εθνικότητα και γλώσσα), δεν αποτελούσαν πλέον στοιχεία διάκρισης. Αντίθετα, όσα μοιράζονταν με τους αλλοεθνείς και αλλόθρησκους γείτονές τους στις πόλεις και τα χωριά της Μ. Ασίας (ένδυση, κουζίνα, μουσική), τους διαφοροποιούσαν πλέον από τους παλιούς κατοίκους της Αθήνας.
Η πολιτισμική ετερότητα των προσφύγων ως πεδίο αντιπαράθεσης
Δεν ήταν όμως μόνο οι προστριβές στους χώρους εργασίας που καθιστούσαν δύσκολη τη συμβίωση. Πρόσφυγες και γηγενείς δεν αποτελούσαν συμπαγείς πολιτισμικά ομάδες, καθώς στο εσωτερικό τους υπήρχαν πολλές και σημαντικές διαφοροποιήσεις. Όμως τα αντικρουόμενα συμφέροντα και ιδιαίτερα η πολιτική πόλωση ανάμεσα σε βενιζελικούς πρόσφυγες και αντιβενιζελικούς γηγενείς, ομαδοποίησαν τις διαφοροποιήσεις αυτές εντάσσοντάς τες κάτω από τις έννοιες-ομπρέλα: πρόσφυγες και γηγενείς. Έτσι λοιπόν, η ανάδειξη της πολιτισμικής ετερότητας των προσφύγων ως παράγοντα αντιπαράθεσης, υπήρξε αποτέλεσμα της πολιτικοποίησης των πολιτισμικών τους χαρακτηριστικών, συνέπεια της ταύτισής τους με το βενιζελικό χώρο, και της κοινωνικής-οικονομικής περιθωριοποίησής τους. Ο δημόσιος λόγος των αντιβενιζελικών (στη πλειοψηφία τους γηγενών) συνέδεε τα «ανατολίτικα» στοιχεία του προσφυγικού πολιτισμικού υποστρώματος, με την πολιτική τους συμπεριφορά: οι πρόσφυγες είχαν μετατραπεί σε υποχείρια του Βενιζέλου διότι δεν έφεραν κοινοβουλευτική πολιτική κουλτούρα στις «σκλαβωμένες» πόλεις και χωριά της Μ. Ασίας.
Έτσι λοιπόν η πολιτισμική διαφορά, όπως εκδηλώνονταν στην καθημερινότητα από το συγχρωτισμό ανθρώπων με εντελώς διαφορετικά πολιτισμικά χαρακτηριστικά, υπήρξε ένα ακόμη πεδίο εμφάνισης της αντιπαράθεσης προσφύγων και γηγενών. Πολλοί πρόσφυγες ήταν τουρκόφωνοι ή μιλούσαν τα ακατανόητα ποντιακά, φορούσαν σαρίκια και φέσια, έπιναν ούζο και όχι ρετσίνα, έτρωγαν διαφορετικά φαγητά (η μικρασιατική κουζίνα με τις έντονες γεύσεις και τα πικάντικα φαγητά ήταν κάτι εντελώς ξένο για τους γηγενείς) και «λικνίζονταν προκλητικά» στους ρυθμούς του ανατολίτικου αμανέ.
Οι πρόσφυγες δεν αμφισβητούσαν απλά την πολιτική κυριαρχία των αντιβενιζελικών στην Αθήνα, όπως θα δούμε στη συνέχεια, αλλά και την ηθική τάξη λόγω του διαφορετικού πολιτισμικού υποστρώματος που έφεραν από τις πατρίδες τους. Για παράδειγμα μπορεί οι γυναίκες που περιποιούνταν τον εαυτό τους να ήταν μια συνηθισμένη εικόνα για την αστική τάξη της πόλης, όμως στις φτωχές, πλέον, προσφυγοπούλες που κυκλοφορούσαν στους δρόμους της Αθήνας αρωματισμένες και μακιγιαρισμένες σύμφωνα με τις συνήθειες που έφεραν από την πολυπολιτισμική και κοσμοπολίτικη Σμύρνη, αποδόθηκε ο χαρακτηρισμός της «παστρικιάς», της γυναίκας δηλαδή που χρησιμοποιούσε τη γοητεία της για να προσελκύσει πλούσιους γηγενείς, με απώτερο στόχο την «απόδραση» από τους άθλιους προσφυγικούς συνοικισμούς.
Οι πρόσφυγες συνιστούσαν μια σημαντική απειλή για την ισχύουσα κοινωνική τάξη. Ήταν οι εκατοντάδες χιλιάδες πολιτισμικά «άλλοι», οι οποίοι αποτελώντας το 1/3 του πληθυσμού της πόλης μπορούσαν, όπως και έκαναν, να «αλλοιώσουν» τα πολιτικά, κοινωνικά και πολιτισμικά δεδομένα στην πρωτεύουσα.
Οι πρόσφυγες ως πολιτική απειλή
Η εγκατάσταση χιλιάδων φανατικά βενιζελικών προσφύγων στην Αθήνα, αμφισβητούσε άμεσα την πολιτική κυριαρχία των αντιβενιζελικών, στην πλειοψηφία τους, γηγενών της πόλης. Οι ευθύνες που έφερε το Λαϊκό Κόμμα και ο βασιλιάς για τον ξεριζωμό των ελληνικών πληθυσμών της Μ. Ασίας, είχαν ως αποτέλεσμα την α πόλυτη ταύτιση των προσφύγων με το πρόσωπο του Ελευθερίου Βενιζέλου και το βενιζελικό πολιτικό χώρο. Τα εκλογικά ποσοστά που συγκέντρωσε στις προσφυγικές συνοικίες η βενιζελική παράταξη στις εκλογές του 1928 ήταν συντριπτικά για τους υποψηφίους του αντιβενιζελικού χώρου: 98,5% στην Καισαριανή, 98,1% στη Ν. Ιωνία, 98% στη Ν. Κοκκινιά, 97,4% στο Βύρωνα, όταν στην περιοχή πρωτευούσης συγκέντρωσε το 63,7%.
Σύσσωμοι οι βουλευτές του Λαϊκού Κόμματος και ο αντιβενιζελικός Τύπος κατηγορούσαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο για το καθεστώς συνδιαλλαγής που είχε επιβάλει. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, οι βενιζελικοί «εξαγόραζαν» την προσφυγική ψήφο παραχωρώντας περιουσίες, σε πολλές περιπτώσεις γηγενών, μέσω αναγκαστικών απαλλοτριώσεων σε πρόσφυγες. Η χρησιμοποίηση της προσφυγικής ψήφου από το βενιζελικό στρατόπεδο, στιγματίστηκε από τους πολιτικούς του αντιπάλους ως εκλογικό πραξικόπημα. Σε άρθρο του ο βουλευτής Αθηνών του Λαϊκού κόμματος Κων/νος Δεμερτζής, κατηγορούσε προσωπικά τον Ελευθέριο Βενιζέλο ότι μέσω της προσφυγικής ψήφου επιδίωκε την αλλοίωση του πολιτικού φρονήματος στην πρωτεύουσα με «την εγκαθίδρυσιν της προσφυγικής δικτατορίας, μεθ’ όλων των ολεθρίων συνεπειών της ένεκα του μίσους και της διακρίσεως, ήτις αυτομάτως προκαλείται οσάκις η μια μερίς της χώρας δεν σέβεται τα ιστορικά και αναμφισβήτητα δικαιώματα της ετέρας».
Η αντίληψη πάνω στην οποία επιχειρήθηκε η αμφισβήτηση της προσφυγικής ψήφου, βασίζονταν στην άποψη ότι οι πρόσφυγες στερούνταν «πολιτικής αγωγής» λόγω του μακρόχρονου «ξενικού ζυγού» κάτω από τον οποίο ζούσαν στα μικρασιατικά παράλια. Από τη στιγμή λοιπόν που οι πρόσφυγες, προερχόμενοι από διαφορετικού τύπου κοινωνίες, δεν έφεραν την πολιτική κουλτούρα της κοινοβουλευτικής βασιλευόμενης ή μη δημοκρατίας, δεν μπορούσαν να καθορίζουν τις τύχες των πολιτών της χώρας. Η λογική αυτή έφτασε μέχρι του σημείου της ευθείας αμφισβήτησης του δικαιώματος των προσφύγων να εκλέγονται, αλλά ακόμη και να ψηφίζουν.
Η πολιτική συμπεριφορά των προσφύγων υπήρξε ένα τεράστιο πρόβλημα για το Λαϊκό Κόμμα. Το πρόβλημα αυτό λύθηκε, όταν το 1933 κατάφεραν οι Λαϊκοί να κερδίσουν τις εκλογές. Ένα από τα πρώτα μέτρα που προώθησε η κυβέρνηση Τσαλδάρη, ήταν η απόσπαση των προσφυγικών συνοικιών από το Δήμο Αθηναίων και μετατροπή τους σε αυτόνομους δήμους. Η τακτική του «εκλογικού μαγειρέματος» υπονόμευσε την προσφυγική ψήφο στις μεγάλες πόλεις της χώρας. Για παράδειγμα, οι προσφυγικές συνοικίες της Αθήνας και του Πειραιά αποσπάστηκαν από τους δύο μεγάλους δήμους και εντάχθηκαν στο Νομό Αττικοβοιωτίας όπου διακυβεύονταν μόλις τρεις κοινοβουλευτικές έδρες σε σχέση με τις 31 σε Αθήνα και Πειραιά.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1930, η πολιτική συμπεριφορά των προσφύγων παρουσίασε ένα διαφορετικό πολιτικό κίνδυνο.Η υπογραφή του Ελληνοτουρκικού Συμφώνου από τον Ελευθέριο Βενιζέλο το 1930 –το οποίο ουσιαστικά υποτιμούσε τις περιουσίες των χριστιανών που εγκατέλειψαν τη Μ. Ασία σε σχέση με αυτές των μουσουλμάνων που αναχώρησαν από την Ελλάδα κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών– και η οικονομική κρίση που οδήγησε στην πτώχευση 1του 1932 –την οποία χρεώθηκε πολιτικά ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος– είχαν ως αποτέλεσμα την αποστασιοποίηση ενός σημαντικού τμήματος του προσφυγικού στοιχείου από το βενιζελικό πολιτικό χώρο. Οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης στις πολυπληθείς φτωχές προσφυγικές συνοικίες, η αποτυχία των πελατειακού τύπου σχέσεων που είχαν αναπτύξει οι πρόσφυγες με το Κόμμα των Φιλελευθέρων με στόχο την ικανοποίηση βασικών προβλημάτων τους (στέγαση, επαγγελματική αποκατάσταση, αποζημιώσεις) και η δραστηριοποίηση του Κομμουνιστικού Κόμματος στις συνοικίες, οδήγησαν στην εκλογική και πολιτική ενδυνάμωση του ΚΚΕ. Πλέον οι πρόσφυγες δεν αποτελούσαν απειλή μόνο για τους οπαδούς του Λαϊκού Κόμματος και του βασιλιά, αλλά για το σύνολο του αστικού πολιτικού συστήματος.
Η μεγάλη εκλογική επιτυχία του Κομμουνιστικού Κόμματος στις προσφυγικές συνοικίες στις εκλογές του 1933, θορύβησε τον αστικό πολιτικό κόσμο καθώς και όσους πρόσφυγες δραστηριοποιούνταν ως «μεσάζοντες» στα πελατειακά δίκτυα που είχαν αναπτύξει τα δύο μεγάλα κόμματα με την εκλογική τους βάση. Αυτοί οι «μεσάζοντες» λειτουργούσαν ως διαμορφωτές της προσφυγικής κοινής γνώμης (εκδότες εφημερίδων προσφυγικών συμφερόντων, πρόσφυγες βουλευτές, πρόεδροι προσφυγικών ενώσεων και σωματείων), με στόχο τον έλεγχο του τρόπου εκδήλωσης των προσφυγικών διεκδικήσεων και την πολιτική τους διαχείριση, εξασφαλίζοντας ότι αυτές δε θα συνδεθούν με ανατρεπτικά νοήματα και πρακτικές.
Η αρθογραφία των μεγάλων προσφυγικών εφημερίδων, όπως ο Προσφυγικός Κόσμος, έλαβε καθαρά αντικομμουνιστικό χαρακτήρα κυρίως μετά τα γεγονότα του Μαΐου του 1936 στη Θεσσαλονίκη. Λίγες ημέρες μετά, στο πρωτοσέλιδο κύριο άρθρο με τίτλο «Διαγράψατε τα προσφυγικά χρέη πριν εκσπάση η κοινωνική θύελλα», η εφημερίδα Προσφυγικός Κόσμος, προειδοποιούσε την κυβέρνηση για τον κίνδυνο μαζικής μετατόπισης του προσφυγικού στοιχείου προς την Αριστερά, όχι στη βάση μιας ιδεολογικής επιλογής, αλλά ως εκδήλωση διαμαρτυρίας. Η εξέλιξη αυτή ερμηνεύονταν ψυχολογικά ως «σεισμός ψυχής», για να υπονομευτεί τυχόν ιδεολογική ταύτιση των προσφύγων με το Κομμουνιστικό Κόμμα:
«Τέτοιοι σεισμοί της ψυχής είνε εκείνοι, που ωδήγησαν εις την Γαλλικήν Επανάστασιν […] Αλλά σήμερον δεν είνε της μόδας το σύστημα της Επαναστάσεως εκείνης. Σήμερον έχομεν άλλα υποδείγματα […] Έχομεν το υπόδειγμα της επαναστάσεως της Μόσχας. Κάπου εκεί, ενεδρεύει κακός της δυστυχούσης προσφυγικής ζωής, σύμβουλος. Ο κομμουνισμός!»
Το γεγονός που ανησυχούσε τον αστικό πολιτικό κόσμο δεν ήταν τόσο τα πρωτόγνωρα ποσοστά που συγκέντρωσε το Κομμουνιστικό Κόμμα στις προσφυγικές συνοικίες στις εκλογές του 1933 (12,4% στη Ν. Ιωνία, 12% στην Καισαριανή, 11,2% στη Ν. Κοκκινιά, 10,5% στο Βύρωνα11), αλλά ο τρόπος με τον οποίο τα μέλη του κινητοποιούσαν τους κατοίκους. Ο μαχητικός και κυρίως συλλογικός χαρακτήρας των κινητοποιήσεων που οργάνωναν οι κομμουνιστές, «καταργούσε» το χώρο δράσης των τοπικών μεσαζόντων στο πλαίσιο των πελατειακών δικτύων. Οι κομματικές και εξωκομματικές οργανώσεις του ΚΚΕ, εισήγαγαν μια νέα πολιτική κουλτούρα που βασίζονταν στην ενεργοποίηση των κατοίκων και στην ανάληψη σημαντικών αρμοδιοτήτων από την πλευρά τους. Υπό την καθοδήγηση των κομμουνιστών, οι ίδιοι οι κάτοικοι συγκροτούσαν επιτροπές αγώνα, δίκτυα συμπαράστασης απεργών, ομάδες υλικής υποστήριξης φυλακισμένων και εξορίστων, ενεργοποιώντας μια διαδικασία όπου η ανάληψη ευθυνών ενίσχυε την αλληλεγγύη των κατοίκων και το συλλογικό χαρακτήρα της δράσης τους. Με άλλα λόγια, η δράση των κομμουνιστών στις προσφυγικές συνοικίες της Αθήνας, έδειχνε στην πράξη τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα του ρόλου των ποικίλων μεσαζόντων και πρότεινε ένα διαφορετικό τρόπο διεκδίκησης, πολιτικοποιώντας παράλληλα τις κινητοποιήσεις των κατοίκων για στέγαση, ύδρευση, εργασία κ.ά.
Τους τελευταίους μήνες πριν την επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, η κλιμάκωση της δράσης του Κομμουνιστικού Κόμματος πανελλαδικά, οδήγησε σε εντονότερες αντιδράσεις. Έτσι σε ένα ακόμη κύριο άρθρο της εφημερίδας Προσφυγικός Κόσμος με τίτλο «Το κράτος με την αναλγησίαν του μας οδηγεί βία προς τα αριστερά», ο συντάκτης επικαλείται τη μικρασιατική παράδοση, τις «ρίζες» των προσφύγων, για να υποστηρίξει ότι ο κομμουνισμός δεν «ταιριάζει» στην ψυχοσύνθεσή τους, ενώ παράλληλα προσπαθεί να αποκρούσει τις κατηγορίες, κυρίως από την πλευρά του Λαϊκού Κόμματος, ότι οι πρόσφυγες είναι κομμουνιστές:
«Ο προσφυγικός κόσμος ποτέ – μα ποτέ, δεν υπήρξεν αριστερός. Εις τας πατρίδας του, η κοινωνική ιεραρχία ήτο ριζωμένη ως θρησκεία μέσα εις τας συνειδήσεις του […] Και οι πλέον γλίσχρως αμειβόμενοι εργάται είχαν την μικροαστικήν νοοτροπίαν των. Το σπιτάκι των, το νοικοκυριό των […] Πώς να εμφιλοχωρήση ο κομμουνισμός μέσα εις αυτήν την ειδυλλιακώς ισορροπημένην κοινωνικήν ευδαιμονίαν; […] Όχι! Δεν είνε κομμουνισταί οι πρόσφυγες. Και η επιθυμία των, είνε να μείνουν δεξιά. Αλλ’ αν συν εχισθή αυτή η κοινωνική τραγωδία των […] αι τότε και οι πρόσφυγες θα βγουν εις το πεζοδρόμιον έξαλλοι, θα θελήσουν να αναμετρηθούν με το Κράτος […] Και θα είνε αδιάφορον, αν αυτό θα είνε κλίσις προς τα αριστερά ή όχι.»
Προβάλλοντας την «ειδυλλιακώς ισορροπημένην κοινωνικήν ευδαιμονίαν» του μικρασιατικού παρελθόντος, οι εκφραστές του προσφυγικού στοιχείου στη δημόσια σφαίρα, αρνούνταν να κατανοήσουν ή να παραδεχθούν δημοσίως τον κοινωνικό μετασχηματισμό που προκλήθηκε από τη μακροχρόνια εξαθλίωση των προσφύγων: οι «νοικοκυραίοι» των μικρασιατικών παραλίων είχαν πλέον μετατραπεί σε προλετάριους των φτωχών συνοικιών της Αθήνας.
Δεν ήταν όμως μόνο οι εκφραστές του προσφυγικού στοιχείου που «διέγνωσαν» τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Η ριζοσπαστικοποίηση μέρους του προσφυγικού κόσμου προκάλεσε την αντίδραση των γηγενών, κυρίως του τμήματος που υποστήριζε το Λαϊκό Κόμμα. Με τη δημοσίευση άρθρων σε εφημερίδες που στήριζαν το Λαϊκό Κόμμα, το τμήμα αυτό των γηγενών στράφηκε ενάντια στο προσφυγικό στοιχείο, επαναφέροντας το δίπολο πρόσφυγες-γηγενείς στον πολιτικό ανταγωνισμό της περιόδου. Σε επιστολή του που δημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη, ο Σ. Αθανασάκης, αρτεργάτης, κάτοικος Καισαριανής, έκανε αναφορά στους «τσαλδαρικούς και κονδυλοθεοτοκικούς» που μέσω προσβλητικών δημοσιευμάτων στις εφημερίδες Ελληνικό Μέλλον και Τύπος, «τελευταία προσπαθούν να ξεσηκώσουν μια αισχρή αντιπροσφυγική κίνηση. Καλούν τους γηγενείς να ενωθούν εναντίον των προσφύγων, ζητώντας να απομονωθούν σε ιδιαίτερους εκλογικούς συλλόγους οι προσφυγικοί συνοικισμοί κτλ. […] Επειδή η μάζα των προσφύγων δεν τους ψήφισε, μας λένε “σαρικοφόρους” και “Τουρκόγλωσσους”».
Το ζήτημα αυτό έλαβε διαστάσεις, όταν τρεις μέρες αργότερα πραγματοποιήθηκε στην Καλλιθέα συνδιάσκεψη με τη συμμετοχή 70 εκπροσώπων προσφυγικών οργανώσεων της Αθήνας και του Πειραιά. Ο κεντρικός εισηγητής και εκπρόσωπος των προσφυγικών οργανώσεων της Καλλιθέας, Μήτσος Παπαδόπουλος, αναφέρθηκε σε ένα κίνδυνο που μόλις οκτώ χρόνια μετά, κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, έγινε πραγματικότητα κάτω από ένα διαφορετικό πλαίσιο εκδήλωσης της διάστασης ανάμεσα σε πρόσφυγες και γηγενείς: «Κινδυνεύουμε να βρεθούμε καμμιά μέρα με καμμένους τους συνοικισμούς μας, να πάθουμε χειρότερα απ’ ότι πάθαμε απ’ τον Τούρκο, αν δεν οργανωθούμε, αν δεν διαμαρτυρηθούμε στο Βασιληά, στην κυβέρνηση, σ’ όλον το κόσμο, για να μπει τέρμα σ’ αυτή την εκστρατεία».
Αν και, τόσο η απειλή του κομμουνισμού όσο και αυτή του καψίματος των προσφυγικών συνοικισμών από τους «δεξιούς» του Μεσοπολέμου, ήταν σαφώς υπερεκτιμημένη, απέκτησε εντελώς διαφορετική δυναμική κατά την περίοδο της Κατοχής. Η αντιπαλότητα προσφύγων και γηγενών, όπως εκφράστηκε σε μεγάλο βαθμό μέσα από το κυρίαρχο δίπολο βενιζελικοί-αντιβενιζελικοί κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, έλαβε νέες διαστάσεις και διαφορετικά νοήματα, όταν κατά την κατοχική περίοδο η μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων στις προσφυγικές συνοικίες ταυτίστηκε με το ΕΑΜ, ενώ παράλληλα η συντριπτική πλειοψηφία των αξιωματικών και ανδρών της Χωροφυλακής και των Ευζωνικών Ταγμάτων Ασφαλείας, που πρωτοστάτησαν στις συγκρούσεις και τα μπλόκα στις προσφυγικές συνοικίες, κατάγονταν από την Παλαιά Ελλάδα15.

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2011

Μαζικός αντικαπιταλιστικός αγώνας κατά της ΕΕ!

Των Ιπποκράτη Κωστή και Νίκου Ξηρουδάκη
 Σημαντική και κρίσιμη, ιδιαίτερα μετά τις τελευταίες εξελίξεις, είναι κατά τη γνώμη μας η πρωτοβουλία που αναλαμβάνουν αγωνιστές της αριστεράς κατά της ΕΕ και του ευρώ, υπερβαίνοντας τις μεταξύ τους επιμέρους διαφορές.
 Η διαπίστωση:
Η πολιτική ανάδειξη του ρόλου της ΕΕ στη διαχρονική καταστροφή των εργασιακών σχέσεων και των κοινωνικών πολιτικών στην Ελλάδα, αλλά και στην τωρινή εξέλιξη της κρίσης και της χρεοκοπίας, άργησε επικίνδυνα.
Οι πρόσφατες αποφάσεις της ΕΕ έχουν στόχο την κινεζοποίηση της εργασίας στην χώρα μας, αλλά και ευρύτερα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Προστατεύουν δήθεν τις καταθέσεις, κλείνοντας το μάτι στα μικρομεσαία στρώματα. Εξασφαλίζουν δήθεν τηβιωσιμότητα του δημόσιου χρέους, ενώ στην ουσία διαιωνίζουν την κλοπή από τον κόσμο της εργασίας.
Συνθλίβουν το μοναδικό παράγοντα που παράγει αξία για την κοινωνία, που είναι βέβαια η εργασία.
Το τρίμηνο βασανιστήριο της σταγόνας, η απόλυτη άλωση του δημόσιου αλλά και του ιδιωτικού τομέα, δημιουργούν εκρηκτικό κοινωνικό μίγμα και αυτό θα φανεί στο αμέσως επόμενο διάστημα.
 Το πρόβλημα:
Η αριστερά ψελλίζει και στέκεται αμήχανη. Υποτάσσεται στην κινδυνολογία για καταστροφή με την έξοδο από το ευρώ (Παπαρήγα), παρουσιάζει την ΕΕ σαν «σωτηρία έναντι του ΔΝΤ» (Τσίπρας).
Με μια φωνή ζητούν εκλογές, προσφέροντας κρίσιμο χρόνο στο αστικό μπλοκ που θα χρησιμοποιηθεί για την εξαθλίωση της κοινωνίας και την κάμψη των λαϊκών αντιστάσεων. Ο χρόνος στην σημερινή συγκυρία είναι κρίσιμος παράγοντας.
 Η καθ’ ημάς κοινοβουλευτική αριστερά υποτάσσεται στην εκλογολογία-σωσίβιο και όπλο ενσωμάτωσης του συστήματος. Δεν τολμάει να εναντιωθεί στους υπερεθνικούς επιθετικούς καπιταλιστικούς σχηματισμούς, πόσο μάλλον να αμφισβητήσει και τις δομές του εγχώριου καπιταλιστικού σχηματισμού.
Μπορεί η αριστερά να προτείνει «επίλυση της κρίσης» εντός του συστήματος χωρίς αντικαπιταλιστική ανατροπή;
Μπορεί να υπάρξει πραγματικά λύση για τα λαϊκά συμφέροντα με ενεργούς τους μηχανισμούς της ΕΕ, τους μηχανισμούς καταλήστευσης της εργασίας σε εθνικό και διεθνικό επίπεδο;
Μπορεί η αριστερά σήμερα να μη θέτει ζήτημα αποδέσμευσης από ΕΕ και φυσικά από το ευρώ και να προσπαθεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες του ταξικού και λαϊκού κινήματος;
 Η χρησιμότητα:
Να συνδεθεί η πλατιά λαϊκή δυσαρέσκεια με μαζικούς όρους με την σύγκρουση με βασικούς πυλώνες του καπιταλιστικού συστήματος, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι εφικτό αυτό σήμερα, καθώς ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας αναζητούν λύση στα βιωματικά τους πλέον αδιέξοδα.
Απορρίπτουν τα χιλιάδες δήθεν εναλλακτικά προγράμματα που κινούνται στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος. Αρχίζουν να ανιχνεύουν και να απαιτούν πραγματικά μια νέα οργάνωση της κοινωνίας
 Η ελπίδα:
Η αντικαπιταλιστική αριστερά, με θαρρετό, αποφασιστικό και ενωτικό τρόπο, θα πάρει στην πλάτη της αυτή την ανάγκη, προβάλλοντας συγκεκριμένους πολιτικούς στόχους δράσης για ρήξη εδώ και τώρα με την ΕΕ, από αριστερή και αντικαπιταλιστική σκοπιά.
 Ο κίνδυνος:
Το ογκούμενο λαϊκό έρεισμα της αντι-ΕΕ άποψης, μη βρίσκοντας διέξοδο στην κοίτη της αριστεράς, θα βρει άλλη διέξοδο, με αντιδραστικό πρόσημο. Θα λεηλατηθεί απ’ την ακροδεξιά. Και όταν θα γιγαντωθούν τερατογενέσεις, θα τρέχουμε όλοι και δεν θα φτάνουμε. Τα παραδείγματα πανευρωπαϊκά είναι πολλά. Και είναι η πιο ακατάλληλη πολιτικά περίοδος για ν’ αφήνει η αριστερά τέτοια κενά: με την εκτεταμένη καταστροφή μεσοστρωμάτων, την ανεργία να θερίζει, με το πολιτικό σκηνικό του προσωπικού της αστικής τάξης σε διάλυση, με τη λαϊκή βάση του ΠΑΣΟΚ να μένει ακάλυπτη.
Η φύση και η πολιτική απεχθάνονται τα κενά. Αν δεν καλύψει η αριστερά με το λόγο, με τις ιδεολογικές και πολιτικές της αποσκευές κάποιον χώρο, σίγουρα θα βρεθεί κάποιος άλλος να τον καλύψει. Καλοθελητές υπάρχουν πολλοί.
 Η αριστερά του «ανήκομεν εις την Δύσιν»
Η πικρή αλήθεια είναι ότι μεγάλα κομμάτια της αριστεράς, είναι ενταγμένα οργανικά εδώ και δεκαετίες στην λογική του ευρωπαϊσμού. Έχουν ταυτίσει την κοινωνική πρόοδο, με την αστική στρατηγική για ένταξη στην ΕΟΚ παλιότερα, την ΕΕ τώρα. Επένδυσαν ιδεολογικά και συνεισέφεραν επίσης στα σχετικά μυθεύματα περί ωφελημάτων και διεθνιστικών βημάτων. Συμμετείχαν στη συγκρότηση των μηχανισμών προσαρμογής της Ελλάδας στην ΕΕ. Εργάστηκαν αντίστροφα στην διάχυση των πολιτικών της ΕΕ στην ελληνική κοινωνία σεπολλούς τομείς. Διαχειρίστηκαν και διαχειρίζονται μέσα στον κρατικό μηχανισμό την εφαρμογή τους. Από ένα σημείο και πέρα, ταυτίστηκαν με την πολιτική της ΕΕ, έζησαν και ζουν από αυτήν. Αυτή η  «ευρωπαϊκή αριστερά», είναι αριστερά του συστήματος που πρέπει να ηττηθεί.
 Ο σεχταρισμός του ελάχιστου κοινού σημείου…
Δεν είναι όμως το μοναδικό πρόβλημα που υπάρχει, η «ευρωπαΐζουσα» αριστερά. Είναι και ο απίστευτος πολιτικός δισταγμός που εμποδίζει την θαρραλέα προβολή μιας αντι-ΕΕ γραμμής από αντικαπιταλιστική σκοπιά, από δυνάμεις που κατανοούν πολιτικά αυτή την ανάγκη. Η στάση αυτή επενδύεται με τη θεωρία της διαφύλαξης έναντι του κινδύνου του «σεχταρισμού». Πράγματι, έχει επικρατήσει τα τελευταία χρόνια στην πολιτική ταξική πάλη καθώς και στη διαπάλη στο χώρο της θεωρίας, η άποψη πως αυτός που βγαίνει μπροστά από τις απόψεις της κοινοβουλευτικής αριστεράς, είναι σεχταριστής κι αντίστοιχα αυτός που αναφέρεται πολιτικά στον «κοινό παρονομαστή», στο έλασσον του κοινού τόπου, είναι «κανονικός» και σώφρων. Ενδιαφέρουσα προσέγγιση και απολύτως λογική, αν αυτός που την εκφέρει έχει αυτήν ακριβώς την ελάσσονα γραμμή. Την άποψη για παράδειγμα ότι σήμερα πρέπει να τίθεται θέμα αντίστασης στις πολιτικές της νεοφιλελεύθερης ΕΕ, αλλά όχι θέμα εξόδου από την ευρωζώνη και την ΕΕ. Αν όμως δεν έχεις αυτή την ελάσσονα άποψη ―και είναι αλήθεια ότι λιγοστεύουν οι οπαδοί της σήμερα στο φόντο της κρίσης― το φαινόμενο χρειάζεται διαφορετική πραγμάτευση για να κατανοηθεί.
 Έχει μακριά ουρά αυτή η ιστορία: Ο καθένας κάνει σκόντο στην άποψή του, γιατί «υπάρχει ο παραδιπλανός, που υπολογίζουμε στην ενότητα μαζί του και δεν πρέπει να θιγεί…». Πιο δίπλα φυσικά είναι άλλος, και πάει λέγοντας.
Βρισκόμαστε έτσι, ανεπαισθήτως, πιασμένοι σ’ ένα γαϊτανάκι στην άλλη άκρη του οποίου κύριος οίδε ποιος βρίσκεται εκάστοτε. Αλλά και εκ του αντιθέτου αν το εξετάσουμε, αριστερός σεχταριστής είναι ο Τσίπρας, με σύστημα αναφοράς τις απόψεις του Κουβέλη, ο Αλαβάνος για τον Τσίπρα και ούτω καθεξής.
 …και κάποια ερωτήματα:
Μήπως όλη αυτή η δήθεν πολιτική κριτική και περί σεχταρισμού φιλολογία, υποκρύπτει μια ανομολόγητη προσπάθεια έκφρασης και εκπροσώπησης διστακτικών μικροαστικών στρωμάτων που ακριβώς ταλαντεύονται προ του «κινδύνου» να ανατραπεί η σημερινή τάξη πραγμάτων;
Μπορεί όμως η αριστερά να υποκύπτει σε παρόμοια διλήμματα; Ο στόχος είναι τα εκλογικά ποσοστά; Αλλά όποιος ζητάει επίμονα εκλογές, δεν ενδιαφέρεται και για τα εκλογικά ποσοστά;
Πότε αν όχι σήμερα, θα χαράξει η αριστερά πολιτική γραμμή αντικαπιταλιστικής ανατροπής και ρήξης με την ΕΕ και το ευρώ, που αποτελεί πολύτιμο εργαλείο για το αστικό μπλοκ στον αγώνα ενάντια στις δυνάμεις της εργασίας;
 Κοιτάζοντας λίγο προς τα πίσω…
Σεχταριστής λοιπόν όποιος ξεφεύγει απ’ τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή; Πρόκειται για τη μεγαλύτερη διαστρέβλωση: σεχταρισμός είναι να είσαι έξω από την αίσθηση του κόσμου της εργασίας, του κόσμου του αγώνα. Ο σεχταρισμός έχει πρόσημο: υπάρχει αριστερός, υπάρχει όμως και δεξιός σεχταρισμός. Σεχταριστής στο Πολυτεχνείο του ’73 ήταν όποιος εκόμιζε την κομματική του γραμμή περί «φιλελευθεροποίησης Μαρκεζίνη», την ώρα που εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές αγωνίζονταν για την πτώση της δικτατορίας.
Περνάνε τα χρόνια, και βλέπει κανείς εκ των υστέρων τι μετράει η γραμμή του, τι πιάνει ο ίσκιος του. Ας σκεφτούμε πώς ακούγονται σήμερα οι κριτικές της εποχής προς όσους «άκαιρα» και «σεχταριστικά» παρενέβαλλαν στα «καθαρώς σπουδαστικά αιτήματα» του κινήματος, τα αντιαμερικάνικα-αντιιμπεριαλιστικά συνθήματα και το –«αριστερίστικο», μην ξεχνάμε, για την κομματική γραφειοκρατία της εποχής― αίτημα της πτώσης της δικτατορίας. Είναι γνωστό πως οι κομματικές ηγεσίες της επίσημης αριστεράς τράβαγαν με χέρια και πόδια τα μέλη της που πρωτοστατούσαν στον αντιδικτατορικό αγώνα για «απαγκίστρωση» απ’ την κατάληψη του Πολυτεχνείου.
Σεχταριστής ήτανε μια ζωή ο Κύρκος, κι ας είχε σημαία του το «εθνικό ακροατήριο». Το δείχνανε άλλωστε και τα εκλογικά του ποσοστά: 1,37% το ’81, 2,7% το πολυδιαφημισμένο ενωτικό εγχείρημα της Συμμαχίας στις εκλογές του ’77. Και η επίσημη κομματική άποψη για την εκλογική συντριβή της; «Ο λαός έχει δικαίωμα να σφάλλει»…
 …για να κάνουμε ένα βήμα μπροστά
Σήμερα, μετά το Σύνταγμα και τις συνελεύσεις γειτονιάς όπου ο κόσμος μπαίνει μαζικά στο προσκήνιο, ίσως όχι πάντοτε με τον τρόπο που εμείς φανταζόμασταν ή θα θέλαμε (κι αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και θ’ άξιζε να συζητηθεί εκτενέστερα), έχει πια καταδειχτεί ότι δε θέλει ούτε ν’ ακούσει για την ΓΣΕΕ και τον Παναγόπουλο. Τον Παναγόπουλο που έχει την παγκόσμια πρωτοτυπία να μην μπορεί να συμμετάσχει στις συγκεντρώσεις που ο ίδιος διοργανώνει! Ποιος ακριβώς είναι λοιπόν σήμερα ο σεχταριστής; Σίγουρα όχι αυτός πάντως που μένει μακριά από τα βρόμικα ξεπουληματικά και προδοτικά παζάρια της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, που τα ΄χει πάρει χαμπάρι και τα ξεφωνίζει ο κόσμος.
 Μαζικός αντικαπιταλιστικός αγώνας κατά της ΕΕ!
Το μεγαλειώδες κίνημα των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης, είχε αντιαμερικάνικο – αντιιμπεριαλιστικό περιεχόμενο. Αντίστοιχα στο σήμερα, οι καιροί επιτάσσουν τη δημιουργία ενός ρωμαλέου μαζικού κινήματος κατά της ΕΕ.
Ο κατάλογος των αγωνιστών που υπερβαίνοντας στενά κομματικά μετερίζια, συμβάλλουν ενωτικά στην κρίσιμη για την κοινωνία και την αριστερά πρωτοβουλία, ήδη διευρύνεται. Σπάει επιτέλους, με μαζικούς όρους, το «άλεκτον» και το ταμπού της ρήξης με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ!

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011

OΚΤΩΒΡΙΑΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ


του Αντώνη Αντωνίου, ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2008

Ήδη πριν από 3 περίπου δεκαετίες ο ιστορικός της Οκτωβριανής επανάστασης Carr έλεγε ότι υπάρχει ο κίνδυνος να αποσιωπηθούν και να ξεχαστούν συνολικά οι κατακτήσεις που προέκυψαν από αυτή. Σαν κριτήριο, απέναντι σ΄αυτό, προέτρεπε να σκεφτούμε τις πρωτόγνωρες αλλαγές στη ζωή των απλών ανθρώπων από το ’17 και μετά. Στην ίδια κατεύθυνση, ο θεωρητικόs των πολιτισμικών σπουδών Raymond Williams,  έλεγε ότι θα πρέπει πολύ απλά να αντιμετωπίζουμε τον  Οκτώβρη σαν μια από τις 2-3 σπουδαιότερες στιγμές στην ανθρώπινη ιστορία.[1]


H τοπική, ευρωπαϊκή και παγκόσμια σημασία της Οκτωβριανής Επανάστασης, η διεθνής εμβέλεια της και τα αποτελέσματα της ως προς την αλλαγή των κοινωνικών συσχετισμών και της παγκόσμιας πραγματικότητας θέτουν και τους όρους της μεταγενέστερης πρόσληψης στο χώρο της ιστοριογραφίας: θα αποτελέσει έτσι (η ιστοριογραφία) πεδίο οπου θα διασταυρωθούν ιστοριογραφικές προσεγγίσεις που θα εκφράζουν διαφορετικές κοσμοθεωρητικές αντιλήψεις και πολιτικές αντιπαραθέσεις.[2]
Η ιστοριογραφία και οι σχετικές συζητήσεις κινούνται αναπόφευκτα στο φόντο των οικονομικοκοινωνικών αλλά και μεθοδολογικών εξελίξεων των 2 τελευταίων δεκαετιών. Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ, η είσοδος της Ρωσίας στον κόσμο της ελεύθερης αγοράς, οι επανερμηνείες της οκτωβριανής ιστορίας με βάση νέες αφηγήσεις και οπτικές δυτικών ιστορικών και η αναθεώρηση της ιστοριογραφίας στο εσωτερικό της ίδιας της Ρωσίας συνθέτουν το τοπίο. Τα αποτελέσματα της Επανάστασης, αποτελέσματα καθοριστικά για την πορεία της παγκόσμιας εξέλιξης, δημιούργησαν εξαρχής ένα φορτίο ακτινοβολίας και ένα περιεχόμενο λίγο ως πολύ μυθικό. Το φορτίο αυτό γίνεται σήμερα αντικείμενο επαναδιαπραγμάτευσης και οι σύγχρονοι πολέμιοι του Οκτώβρη αποδίδουν στα γεγονότα αυτά την αρχή της παρακμής και την πορεία προς την τελική κατάρρευση. Στο χώρο βέβαια της κριτικής αριστεράς είχαν σχηματιστεί, ήδη πριν την κατάρρευση, 3 βασικά ρεύματα ανάγνωσης της φύσης του σοβιετικού κράτους.α) H κλασική τροτσκιστική θεώρηση (που συνέχισε ο Μαντέλ), σύμφωνα με την οποία επρόκειτο πλέον για ένα εργατικό κράτος εκφυλισμένο. Με βάση αυτή τη θεώρηση οι παραγωγικές σχέσεις παρέμεναν κατά βάση σοσιαλιστικές, αλλά μια παρασιτική γραφειοκρατία ασκούσε την πολιτική εξουσία και απολάμβανε οικονομικά προνόμια β) Οι θεωρίες του κρατικού καπιταλισμού, οπου η ΕΣΣΔ γίνεται αντιληπτή ως κοινωνία καπιταλιστική ειδικού τύπου. Ο έλεγχος του κράτους και ο έλεγχος της οικονομίας θεωρούνται εδώ ως η βάση της εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας και της συσσώρευσης του κεφαλαίου και οι αξιωματούχοι του κόμματος και του κράτους γίνονται αντιληπτοί ως καπιταλιστική κυρίαρχη τάξη (Τοny Cliff,παλιότερα ΚΚΚ κ.α) γ) θεωρήσεις που έβλεπαν την ΕΣΣΔ ούτε ως καπιταλιστική ούτε ως σοσιαλιστική, αλλά ως ένα κοινωνικό σχηματισμό καινούργιου και ιδιαίτερου ιστορικά τύπου.*[3]
  Τα γεγονότα του Οκτώβρη έγιναν από την αρχή αντικείμενο διαφορετικών μεταξύ τους ερμηνειών. Είναι γνωστή η φράση του Γκράμσι ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση αποτέλεσε ταυτόχρονα και επανάσταση απέναντι στο κεφάλαιο του Μάρξ, αναδεικνύοντας έτσι την πρωτοβουλία των λαϊκών μαζών και τη μη επιβεβαίωση της αναγκαιότητας των νόμων ιστορικής εξέλιξης των λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών. Επρόκειτο για μια ερμηνευτική και φιλοσοφική στροφή σε σχέση με τη διαλεκτική του Κάουτσκι και της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, οπου η προτεραιότητα δινόταν στους νόμους της οικονομικής εξέλιξης και όχι στο πεδίο της πολιτικής διαπάλης.[4] Σε τελείως αντίθετη κατεύθυνση και αρκετά χρόνια μετά, ο Πώλ Σουήζυ θα υποστηρίξει:΄΄Η ρωσική Επανάσταση του 1917 δίνει πολλά ισχυρά εμπειρικά στοιχεία για την εγκυρότητα της θεωρίας του Μάρξ. Η επανάσταση αυτή συντελέστηκε μέσα σε μια χώρα στην οποία η σύγχρονη βιομηχανία βρισκόταν στη διαδικασία της εδραίωσης της και στην οποία είχε δημιουργηθεί ένα μεγάλο και επαναστατικό προλεταριάτο των πόλεων. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, όταν η επαναστατική κατάσταση ωρίμασε, το προλεταριάτο έπαιξε ακριβώς το ρόλο που του αποδίδει η μαρξική θεωρία. Μέσα στις κοινωνικές επιστήμες πολύ σπάνια μια θεωρία γνωρίζει τέτοια εκπληκτική επιβεβαίωση.’’[5] Από μια μαρξιστική οπτική, ήταν η ιδιαίτερη θέση της ρωσικής αυτοκρατορίας μέσα στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, η αντίφαση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις παραγωγικές σχέσεις, οι επιπτώσεις του πολέμου στο εσωτερικό της ρωσικής κοινωνίας, η αδυναμία της ρωσικής αστικής τάξης και φυσικά η επαναστατική δράση των μπολσεβίκων και των ρώσων εργατών που κατέστησαν εφικτή την Επανάσταση.
    Ο Οκτώβρης του ’17 μοιάζει να προσπέρασε μια εποχή ολόκληρη, να μετέφερε τους εργάτες και τους αγρότες σε ένα διαφορετικό κοινωνικό κόσμο. Ενώ το 1860 στη ρωσική αυτοκρατορία ίσχυε ακόμα το καθεστώς της δουλείας, σε μια άλλη μακρινή αλλά ενδεικτική αντανάκλαση του Οκτώβρη και ένα χρόνο πριν το Μάη του ’68, το 61% των γάλλων θεωρούσαν τα επιτεύγματα της Επανάστασης θετικά.[6] Η κατανόηση της ιστορίας από το ’17 και μετά είναι αδύνατη χωρίς την κατανόηση του Οκτώβρη και γι’αυτό, παρά τις προσπάθειες που γίνονται, δεν υπάρχει τρόπος διαγραφής από την ιστορία της Επανάστασης σαν να μην υπήρξε ποτέ.[7]
   Πριν από οποιαδήποτε ιστοριογραφικη επεξεργασία και συστηματική οργάνωση των γεγονότων, η πρόσληψη των γεγονότων του ’17 έχει άμεσο χαρακτήρα και επιδρά καθοριστικά στις συνειδήσεις των εργατών και τις επαναστατικές κινήσεις ολόκληρου του κόσμου. Σε επίσημο επίπεδο, τα γεγονότα της Ρωσίας δέχονται σφοδρή πολεμική. Ο Λένιν χαρακτηρίζεται ως πράκτορας του γερμανικού ιμπεριαλισμού, παντού κυριαρχεί ο φόβος μήπως ο επαναστατικός άνεμος φτάσει μέχρι τη δύση,την Ιταλία και τη Γαλλία. Ακόμα και για τις κεντρικές αυτοκρατορίες και τη Γερμανία, η ικανοποίηση της κατάρρευσης ενός από τους εχθρούς συνδυαζόταν με τις έντονες ανησυχίες μήπως τα επαναστατικά γεγονότα προσλάβουν διεθνή διάσταση.[8] (ανθρωπολογικό ενδιαφέρον-πώς κατασκευάζεται η εικόνα του μπολσεβίκου,ίσως εβραϊκά στερεότυπα,βασίζεται σε προϋπάρχουσες λαϊκές παραστάσεις, ο άλλος, ο ξένος που απειλεί-εικόνες τέτοιες στο βιβλίο του Καζαντζάκη)*
  Aντίθετα, μεγάλη είναι η  δυναμική ενίσχυσης των εργατικών και επαναστατικών κινήσεων.Μέσα σε λίγες εβδομάδες από την κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων, και ενώ οι μπολσεβίκοι προσπαθούν να διαπραγματευτούν την ειρήνη με τον γερμανικό στρατό, μεγάλο κύμα μαζικών πολιτικών απεργιών και αντιπολεμικών διαδηλώσεων ξεσπάει στην κεντρική Ευρώπη.  Στο πολεμικό μέτωπο οι ελπίδες των στρατιωτών για ειρήνη (βλέπε λογοκριμένες επιστολές του στρατού της Αυστροουγγαρίας Νοεμβρίου 1917-Μαρτίου 1918-στην αρχή επικλαλούνταν το θεό) συχγωνεύονται με την ελπίδα της επανάστασης. Στις λογοκριμμένες αυτές επιστολές οι προσδοκίες ειρήνευσης έχουν ως βάση τους πλέον τη Ρωσία και την επανάσταση. Η  γερμανική επανάσταση θα οδηγήσεί στην παραίτηση του βασιλιά και στην ανακήρυξη της δημοκρατίας. Η ήττα του παλαιού καθεστώτος και η επαναστατική ορμή οδηγεί στη συγκρότηση δυαδικών μορφών εξουσίας, ως την τελική αποκατάσταση της καπιταλιστικής τάξης με δημοκρατική μορφή αυτή τη φορά. Με μεγάλη βαναυσότητα θα καταπνιγεί και η Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία του 1919. Η Οκτωβριανή Επανάσταση  ασκεί μεγάλη έλξη στα διεθνή σοσιαλιστικά κινήματα, που βγαίνουν από τον πόλεμο πιο ριζοσπαστικά και ενισχυμένα. Η επίδραση της είναι τεράστια και οι αναταραχές,οι απεργίες και οι επαναστατικές απόπειρες στο ευρωπαϊκό έδαφος ενισχύουν τις προοπτικές για την εξάπλωση της επανάστασης του παγκόσμιου προλεταριάτου.[9] Η απόφαση των επαναστατών σε διάφορες χώρες να  υιοθετήσουν το μπολσεβίκικο μοντέλο οργάνωσης και λίγο αργότερα να ενταχθούν στη διεθνή, δεν οφείλεται μόνο στον ενθουσιασμό αλλά και στη διαπιστωμένη αποτυχία όλων των άλλων μορφών οργάνωσης, στρατηγικής και τακτικής. Η σοσιαλδημοκρατία και ο αναρχοσυνδικαλισμός είχαν αποτύχει, εκείνος που είχε νικήσει ήταν ο Λένιν.[10]
   Τα χρόνια εκείνα, τα γεγονότα της επανάστασης πριν ακόμα γίνουν αντικείμενο συστηματικής ιστορικής καταγραφής και επεξεργασίας και πριν βρεθούν για τα καλά στο επίκεντρο των πολιτικών συζητήσεων για τον απολογισμό, την επανεκτίμηση τους και τον εκ νέου καθορισμό της διεθνούς τακτικής και στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος, έχουν τρομακτικό αντίκτυπο στην πολιτική συνείδηση και γενικά στον ψυχισμό της διεθνούς εργατικής τάξης. Η πρόσληψη της επανάστασης γίνεται ταυτόχρονα και όχημα για την αλλαγή της κυρίαρχης πραγματικότητας. Η μεταφορά συγκινησιακών φορτίων και η οραματική διάσταση για έναν άλλο κόσμο που γίνεται πλέον υλική πράξη μέσα από την επανάσταση, αλλάζει τις παραστάσεις του ατόμου απέναντι στον κόσμο που το περιβάλλει και κινητοποιεί εσωτερικές ανατρεπτικές δυνάμεις που μορφοποιούνται με συλλογικές δράσεις και μορφές πάλης. Στο σημείο αυτό, ακολουθώντας τη στροφή των κοινωνικών επιστημών σε μια ‘ιστορία από τα κάτω’ και στο πώς οι ίδιοι οι άνθρωποι βίωναν και συναισθάνονταν τα γεγονότα της ζωής τους, αξίζει να μεταφερθούμε στη Γαλλία του 1920. Τη χρονιά εκείνη, ένας από τους αρχηγούς των μενσεβίκων, ο Μαρτώφ, εγκατέλειψε τη Ρωσία και κατέφυγε στο Παρίσι. Οι διεθνιστές γάλλοι αγνοούσαν με ποια ιδιότητα είχε φτάσει εκεί. Σε μια μεγάλη συγκέντρωση που οργανώθηκε προς τιμήν του ο Μαρτώφ εξέφρασε τις επιφυλάξεις του απέναντι στο νέο καθεστώς και υποστήριξε ότι λόγω αυτών ακριβώς των διαφωνιών δεν άντεχε πλέον την κατάσταση και κατέφυγε στη Γαλλία. Οι συγκεντρωμένοι τότε, που είχαν πάει να υποδεχτούν έναν σεβαστό συναγωνιστή του Λένιν, άρχιζαν να αποδοκιμάζουν έντονα τον Μαρτώφ, ο οποίος αναγκάστηκε να αποχωρήσει.[11] Και με τα λόγια του Γκράμσι στο Τορίνο του 1917,  λίγο μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου που ανέτρεψε τον τσάρο: ‘ Η είδηση της ρωσικής επανάστασης έγινε δεκτή με μεγάλη χαρά. Οι εργάτες έκλαιγαν από συγκίνηση μαθαίνοντας ότι τα αδέρφια τους της Πετρούπολης ανέτρεψαν την τσαρική κυβέρνηση. Στη συνέχεια οι εργάτες του Τορίνο δεν ξεγελάστηκαν από τη δημαγωγική φρασεολογία του Κερένσκι και των μενσεβίκων. Όταν το Μαιο του 1917 έφτασε στο Τορίνο η πολεμική αποστολή που στάλθηκε από το σοβιέτ της Πετρούπολης στη δυτική Ευρώπη, οι αντιπρόσωποι που μίλησαν μπροστά σε ένα πλήθος από 50.000 εργάτες, έγιναν δεκτοί με μια κραυγή που επαναλήφθηκε 1.000 φορές:’ Ζήτω ο σύντροφος Λένιν, ζήτω οι μπολσεβίκοι’.[12]
   Στο χώρο της ιστοριογραφίας τώρα, ένας από τους πιο επιφανείς εκπροσώπους των ηττημένων της επανάστασης είναι ο ιστορικός Μιλιούκοφ, αρχηγός του κόμματος των Καντέτων, που επεξεργάζεται ουσιαστικά μια φιλελεύθερη εκδοχή και αιτιολόγηση των γεγονότων. Για τον Μιλιούκοφ δεν επρόκειτο για επανάσταση αλλά για πραξικόπημα που ανάτρεψε την προσωριν’ή κυβέρνηση.  Η υπέρβαση της κρίσης στη Ρωσία έπρεπε να προέλθει από μια προοδευτική μεταρρυθμιστική κίνηση και όχι από μια βίαιη ανατροπή. Ο Μιλιούκοφ αμφισβητούσε τόσο την αναγκαιότητα όσο και τη νομιμότητα της εξουσίας των σοβιέτ. Έτσι, μη μπορώντας να βασίσει την ανάγνωση των γεγονότων στην σύνθετη οικονομική, κοινωνική και πολιτική ρωσική και διεθνή πραγματικότητα και στην όξυνση του κοινωνικού ταξικού ανταγωνισμού, ο Μιλιούκοφ ακολουθεί, βασισμένος πιο πολύ στις δικές του αξιολογικές κρίσεις και λιγότερο στο έδαφος της ιστορικής πραγματικότητας, σενάρια συνωμοσίας. Το ρωσικό αυτό πραξικόπημα αποδίδεται στο γερμανικό ρόλο και στη γερμανική ενίσχυση. Σύμφωνα με την οπτική αυτή, η επανάσταση αποτελούσε ρήξη της Ρωσίας με το ίδιο της το παρελθόν, μια ρήξη που ακύρωσε οτιδήποτε θετικό και δημιουργικό υπήρχε στη ζωή της χώρας αυτής. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η επανάσταση ταυτίζεται με τον εφιάλτη του ολοκληρωτισμού και του φανατισμού, ένα σημείο που θα αποτελέσει κοινό τόπο στην αστική ενατένιση του Οκτώβρη διαχρονικά(θα συναντήσουμε και παρακάτω νεότερες εκδοχές της θέσης αυτής). Μια τέτοια θέαση του ιστορικού παρελθόντος και ειδικά της Οκτωβριανής επανάστασης χαρακτηρίζει όχι μόνο τη ρωσική αλλά γενικά τη φιλελεύθερη αστική ιστοριογραφία.[13]
   Στην αντίπερα όχθη και στο στρατόπεδο των επαναστατών, η αποτίμηση και η εξέταση της σημασίας του Οκτώμβρη αποκτούσε, με τα λόγια του Λένιν, την παρακάτω σημασία:΄΄ Μέσα σε μερικές βδομάδες ανατρέψαμε την αστική τάξη και τσακίσαμε την ανοιχτή αντίσταση της στον εμφύλιο πόλεμο. Διατρέξαμε με τη νικηφόρα πορεία του μπολσεβικισμού από άκρη σε άκρη την τεράστια χώρα μας. Σηκώσαμε για την ελευθερία και για μια ανεξάρτητη ζωή τα κατώτατα στρώματα των εργαζόμενων μαζών που καταπιέζονταν από τον τσαρισμό και την αστική τάξη. Εγκαθιδρύσαμε και εδραιώσαμε τη Σοβιετική Δημοκρατία, κράτος νέου τύπου, ασύγκριτα ανώτερο και ασύγκριτα πιο δημοκρατικό από τις καλύτερες αστικές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Εγκαθιδρύσαμε τη δικτατορία του προλεταριάτου που την υποστηρίζει η φτωχή αγροτιά και εγκαινιάσαμε ένα καλομελετημένο σύστημα σοσιαλιστικών μετασχηματισμών. Εμπνεύσαμε σε εκατομμύρια και εκατομμύρια εργάτες όλων των χωρών την πίστη στις δυνάμεις τους και ανάψαμε τη φλόγα του ενθουσιασμού. Σαλπίσαμε παντού το εγερτήριο για τη διεθνή εργατική επανάσταση. Ρίξαμε το γάντι στους ιμπεριαλιστές ληστές όλων των χωρών’’[14]
    Ο Λέων Τρότσκι το 1924(το έργο του ιστορία της ρωσικής επανάστασης εκδόθηκε το 1932 όταν ο ίδιος ήταν εξόριστος-μελέτη που αποτελεί αφετηρία για μια λεπτομερή εξέταση της επαναστατικής περιόδου) υποστήριζε ότι ΄΄παντού οπου χρειάζεται πρέπει να τεθεί απλά και καθαρά στην ημερήσια διάταξη το καθήκον της μελέτης της Οκτωβριανής Επανάστασης, τόσο μέσα στο κόμμα όσο και σ’ολόκληρη τη Διεθνή. Είναι απαραίτητο για ολόκληρο το κόμμα και ιδιαίτερα για τη νέα γενιά να μελετήσει και να αφομοιώσει βήμα προς βήμα την πείρα του Οκτώβρη που μας προσέφερε μια υπέρτατη επαλήθευση του παρελθόντος μας και άνοιξε διάπλατα την πόρτα του μέλλοντος. Για τη μελέτη των νόμων και των μεθόδων της προλεταριακής επανάστασης δεν υπάρχει, μέχρι σήμερα, πιο σοβαρή και πιο πλούσια πηγή από τη δική μας εμπειρία του Οκτώβρη’’. Aλλού, για την αποφυγή μιας στείρας ανασκόπησης της ιστορίας του Οκτώβρη ο Τρότσκι έλεγε ότι ΄΄δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος επαλήθευσης των απόψεων για την επανάσταση από την εφαρμογή τους στη διάρκεια της ίδιας της επανάστασης’’. Έκρινε ταυτόχρονα, συκγρίνοντας των Οκτωβριανή με τις αστικές επαναστάσεις, ότι ΄΄η συνείδηση, η προετοιμασία και ο σχεδιασμός έπαιξαν πολύ μικρότερο ρόλο στις αστικές επαναστάσεις από αυτόν που θα παίξουν και παίζουν στην εργατική επανάσταση.[15]
 Όπως λοιπόν φαίνεται, οι ερμηνείες της Επανάστασης  άρχισαν να διαμορφώνονται σε 2 βασικά και αντιπαραθετικά μεταξύ τους ρεύματα: από τη μια οι επίσημες εκδοχές του ΚΚ, που αντιλαμβάνονταν το σοβιετικό κράτος σαν συνέχεια του Οκτώμβρη και  και από την άλλη οι ιστορίες των ηττημένων αντιπάλων του εξωτερικού που η αρνητική ενατένιση της επανάστασης προεκτεινόταν στην άρνηση του ίδιου του σοβιετικού καθεστώτος. Στο εσωτερικό, δεν επρόκειτο πλέον για μια απλή Επανάσταση. Η ιστορική αναγκαιότητα και η παγκόσμια πορεία νίκης του κομμουνισμού που  θεωρήθηκε οτι ξεκινούσε, οδηγούσαν τον Οκτώβρη στη μυθοποίηση και την αποθέωση. Με την επικράτηση του Στάλιν, η σοβιετική ιστοριογραφία αναπροσαρμόζεται και ακολουθεί τις γενικότερες πολιτικές εξελίξεις. Μια νέα διορθωμένη εκδοχή της επανάστασης εμφανίζεται, σύμφωνα με την οποία στόχος του Οκτώβρη ήταν η οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε 1 μόνο χώρα.[16] Στην επίσημη σοβιετική ιστοριογραφία, η Επανάσταση θα ενταχθεί στα πλαίσια μιας νομοτελειακής κοσμοϊστορικής εξέλιξης προς το σοσιαλισμό, που έφερε το ρωσικό προλεταριάτο στην εμπροσθοφυλακή του παγκόσμιου κινήματος. Η νίκη αποδίδεται στην καθυστέρηση του ρωσικού καπιταλισμού και την αδυναμία της αστικής τάξης, στη μαχητική συμμαχία των εργατών και των φτωχών αγροτών, καθώς βέβαια και στην πολιτική θεωρία και δράση του κόμματος των μπολσεβίκων. Σε αντίθεση με όλες τις άλλες επαναστάσεις, η διαφορά της Οκτωβριανής θεωρείται οτι βρίσκεται στην κατάργηση κάθε εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, καθώς επίσης και κάθε μορφής κοινωνικής και εθνικής καταπίεσης και ανισότητας. Με βάση αυτή την επίσημη ιστορική εκδοχή της ΕΣΣΔ, οι γενικές νομοτέλειες της Επανάστασης θεωρείται οτι βρήκαν αργότερα τη λαμπρή επαλήθευση τους στην πείρα των άλλων χωρών οπου νίκησαν οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις και άρχισε η οικοδόμηση του σοσιαλισμού. [17]
 Αντίστοιχα, και οι ιστορικοί της δύσης χωρίστηκαν σε 2 στρατόπεδα: σε εκείνους που έβλεπαν με συμπάθεια την Ε.Σ.Σ.Δ και σε εκείνους που είχαν στάση εχθρική. Στις μεταξύ τους διαμάχες, η συζήτηση σε σχέση με τις αιτίες επικράτησης των μπολσεβίκων κατείχε θέση περίοπτη.[18]
   Μετά το β’ παγκόσμιο, οι μαρξιστές ιστορικοί( Carr, Cristorher Hill), βασισμένοι πιο πολύ σε ένα μηχανιστικό μαρξισμό, απομονώνουν στην ανάλυση τους την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και υπο αυτό το πρίσμα εξετάζουν τη σοβιετική κοινωνία και τη θέση της Ε.Σ.Σ.Δ στο παγκόσμιο σύστημα. H μεταπολεμική ανάπτυξη και η, έστω και αντιφατική, σταθεροποίηση της ΕΣΣΔ, ταυτόχρονα με τη μετασταλινική φάση του σοβιετικού κράτους, συντελούν στην επαναφορά της θέσης για το αναπόφευκτο της νίκης των μπολσεβίκων. Έτσι, τονίζεται η μαζική δράση των μαζών στα γεγονότα του ΄17, η αποφασιστική πίεση που ασκήθηκε στους μετριοπαθείς σοσιαλιστές, η δύναμη και η ταξική σύνθεση του μπολσεβίκικου κόμματος. Tις δεκαετίες του ΄60 και του ’70 ένας σημαντικός αριθμός δυτικών ιστορικών αντιμετωπίζουν με συμπάθεια τις εξελίξεις στην ΕΣΣΔ και επιδιώκουν να τοποθετηθούν απέναντι στα γεγονότα πιο αντικειμενικά από ότι οι ιστορικοί του ψυχροπολεμικού κλίματος. Το  ’70 το κύρος του προσώπου και του ιστορικού ρόλου του Λένιν αυξάνεται, ενώ δίνεται μεγαλύτερη σημασία στα έργα των σοβιετικών ιστορικών. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1988, λίγο δηλαδή πριν τα μεγάλα γεγονότα που θα ακολουθούσαν, οι σοβιετικοί ιστορικοί επισημαίνουν με ικανοποίηση τις θετικές αλλαγές που είχαν σημειωθεί τις δυο προηγούμενες δεκαετίες στη δυτική ιστοριογραφία αναφορικά με τα γεγονότα του ’17. [19]  Δεν λείπουν βέβαια και προσπάθειες για μια  δημιουργική ανανέωση του μαρξισμού ως προς τη μελέτη και τη σημασία της Οκτωβριανής Επανάστασης. Για τον Eric Hobsbawm, η Οκτωβριανή Επανάσταση είχε πιο βαθιές και μεγάλες συνέπειες ακόμα και από την Γαλλική,  καθώς οι πρακτικές συνέπειες του ’17 ήταν πολύ μεγαλύτερης έκτασης και διάρκειας από αυτές του 1789. Για τον μεγάλο αυτό μαρξιστή ιστορικό, η Οκτωβριανή Επανάσταση παρήγαγε αναμφισβήτητα το πιο εκπληκτικά οργανωμένο επαναστατικό κίνημα στη σύγχρονη ιστορία. Τονίζει, επίσης, πως η επανάσταση δεν έγινε για να φέρει την ελευθερία και το σοσιαλισμό στη Ρωσία, αλλά για να φέρει την παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση. Για τον Λένιν και τους συντρόφους του, η νίκη του μπολσεβικισμού στη Ρωσία αποτέλεσε μια μάχη στην εκστρατεία για την παγκόσμια επικράτηση του κομμουνισμού.[20] Όπως ο ίδιος ο μπολσεβίκος ηγέτης τόνιζε, η σημασία ήταν όχι μόνο τοπική, όχι μόνο εθνικά ειδική, αλλά διεθνής. Αυτό που έπρεπε να λαμβάνεται υπ’οψιν ήταν η ιστορική αναγκαιότητα επανάληψης της Επανάστασης σε διεθνή κλίμακα.[21] Ο Ζαν Ελλενστέϊν, στο βιβλίο του ‘Ιστορία της ΕΣΣΔ, διατυπώνει τη θέση ότι ΄΄ δεν υπάρχει τίποτα πιο εσφαλμένο και τίποτα πιο αντίθετο προς την ιστορική αλήθεια από το να θεωρεί κανείς την εξέγερση σαν απλό πραξικόπημα. Οι μπολσεβίκοι έχουν την υποστήριξη των μαζών, τους υποστηρίζουν δηλαδή οι εργάτες, οι στρατιώτες και οι αγρότες.[22]
      Από την άλλη πλευρά, μέσα στις συνθήκες του ψυχρού πολέμου, αναβιώνει η μυθολογία του οκτωβριανού πραξικοπήματος και του Λένιν ως οργανωτή πραξικοπημάτων. Η νικη των μπολσεβίκων αποδίδεται στην αφαίρεση κάθε ελευθερίας και στην απαγόρευση της ύπαρξης άλλων κομμάτων. Η γενικευμένη αναταραχή που επικρατούσε στη χώρα και η αποτυχία ανταπόκρισης των δημοκρατικών κομμάτων ήταν τα στοιχεία που επέτρεψαν στους μπολσεβίκους με το συγκεκριμένο πρόγραμμα τους και την πολιτική τους αυτοπεποίθηση να υπερισχύσουν  H σοβιετική κοινωνία περιγράφεται ως ολοκληρωτική και η Οκτωβριανή Επανάσταση θεωρείται ως η έναρξη μιας εποχής επιβολής ενός πολιτικού προγράμματος με τη βια.  Ο βραβευμένος με νόμπελ λογοτεχνίας το 1970  και συγγραφέας με μεγάλη επιρροή Σολτζενίτσιν, στο έργο του ‘αρχιπέλαγος των γκούλακ’ χαρακτηρίζει όχι μόνο τη σταλινική περίοδο αλλά και την περίοδο της Οκτωβριανής επανάστασης σαν μια εποχή θεσμισμένης κόκκινης τρομοκρατίας, την οποία επέτρεπε η απουσία κάθε νόμου και νομιμότητας. Υποστηρίζοντας και αυτός με τη σειρά του πως η Ρωσία ήταν ανώριμη για επανάσταση, θεωρεί πως για όλα φταίει ο ιδεολογικός φανατισμός, εξισώνοντας τους μπολσεβίκους με τους γιακωβίνους, τους φασίστες, τους  ιεροεξεταστές κτλ.[23]
       Το ρεύμα αυτό ενισχύεται φυσικά αποφασιστικά από το ’90 και μετά. Η καταπιεστική φύση του τσαρικού καθεστώτος υποβαθμίζεται, ενώ προβάλλεται η εικόνα μιας ειδυλλιακής προεπαναστατικής ζωής, μιας πολύ δυναμικά ανερχόμενης οικονομικά πολυεθνοτικής αυτοκρατορίας. Στο ντοκιμαντέρ ‘Η Ρωσία που χάσαμε’,το οποίο προβλήθηκε στη ρωσική τηλεόραση το1991, παρουσιάζονται σκηνές αγροτών να δουλεύουν χαρούμενα στους αγρούς, καθώς και γιγάντια εργοστάσια, ενώ μια ενενηντάχρονη γυναίκα αναφέρεται στο πόσο καλά ζούσαν οι άνθρωποι πριν την Επανάσταση. Σε αντίθεση με την σοβιετική θέση ότι η Ρωσία πριν το 1917 ήταν μια χώρα χωρίς υποδομές και πολιτισμό, δίνεται τώρα βαρύτητα στις προόδους της ρωσικής κοινωνίας από το 1880 και μετά και στη βάση αυτή στηρίζεται η εκτίμηση ότι αυτό που ήταν αναγκαίο ήταν όχι μια Επανάσταση αλλά η συνέχιση μιας ειρηνικής μεταρρυθμιστικής εξέλιξης. Επανέρχεται, δηλαδή, κατά κάποιο τρόπο, η παλία μενσεβίκικη θέση του Rafael Abramovich ότι η Ρωσία τις παραμονές του πολέμου βρισκόταν στο δρόμο της εξέλιξης προς ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος. Αν ο πόλεμος δεν είχε μεσολαβήσει, θα μπορούσε να έχει εξελιχθεί ειρηνικά, μέσα από τις πιέσεις του ανερχόμενου εργατικού κινήματος, τη φιλελεύθερη μεσαία τάξη και τους διανοούμενοους-αρκετοί ρώσοι ιστορικοί κατά το διάστημα ΄89-91 επέστρεψαν στις βασικές θέσεις των μενσεβίκων και υποστήριξαν πως ήταν αυτοί και όχι οι μπολσεβίκοι που είχαν εκτιμήσει με πιο ορθό τρόπο τα πράγματα. Σε διάφορα ιστορικά έργα της δεκαετίας του ’90 (πχ. Richard Pipe, Martin Malia) υιοθετείται η άποψη πως η Οκτωβριανή Επανάσταση υπήρξε μια μνημειώδης αποτυχία και ότι το βασικό ερώτημα προς διερεύνηση ήταν γιατί ένα τέτοιο αυταρχικό και εύθραυστο καθεστώς κατάφερε να διατηρήσει την εξουσία για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και να κερδίσει με το μέρος του τόσο μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Σε κάποια από αυτά τα έργα υποστηρίζεται επίσης πως αιτία της καταστροφής δεν ήταν η οικονομική και κοινωνική καθυστέρηση της Ρωσίας αλλά οτι η ίδια η ιδέα του σοσιαλισμού ήταν η ιδανική προϋπόθεση για μια πορεία προς τον ολοκληρωτισμό. Συνοπτικά, μπορούμε να πούμε ότι τα επιχειρήματα αυτά είχαν σαν βάση την εκτίμηση πως η Επανάσταση υπήρξε συνολικά αποτυχημένη  σε σχέση με αυτό που οι ηγέτες της ήθελαν να πετύχουν και ότι ναρκοθέτησε τις δυνατότητες ενός καλύτερου μέλλοντος για τη χώρα. Εχει διατυπωθεί μάλιστα η άποψη ότι σε πολλά σημεία η σοβιετική εμπειρία ενέπνευσε και δίδαξε τον Χίτλερ.  Παράλληλα με τις εξελίξεις αυτές  στην ιστοριογραφία, η δυναμική των κοινωνικών εξελίξεων και οι συνέπειες της κατάρρευσης επαναφέρουν σε κοινωνικό επίπεδο στερεότυπα. Οι μπολσεβίκοι ταυτίζονται με το απόλυτο κακό, αποδίδεται σε αυτούς η ολοκληρωτική καταστροφή της ρωσικής κοινωνίας και του ρωσικού πολιτισμού, γίνονται αντιληπτοί όχι ως ρώσοι αλλά ως ξένοι που μισούσαν τη Ρωσία και αποσκοπούσαν στον αφανισμό της. Σε αυτά τα πλαίσια, δεκάδες άρθρα και βιβλία πραγματεύονται το ποσοστό των εβραίων στην ηγεσία του μπολσεβίκικου κόμματος, φτάνοντας μέχρι το σημείο να ερευνούν ποιοι από όσους δεν ήταν εβραίοι είχαν όμως εβραίες συζύγους. [24]
       Παράλληλα, από  τη δεκαετία του ’80 και μετά, αρχίζει να σημειώνεται στροφή στην ιστοριογραφία της ΕΣΣΔ, με εμφανείς μεταμοντέρνες επιδράσεις.( Acton κ.α) Για διάφορους ιστορικούς, στο χώρο κυρίως της κοινωνικής και πολιτισμικής ιστορίας, το σοβιετικό κράτος πάυει να αντιμετωπίζεται σαν ενιαία  δομή και αναζητούν τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις και πολλαπλότητες που συναποτελούν το σοβιετικό οικοδόμημα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη μελέτη των διαφόρων κοινωνικών ομάδων και στη μελέτη των μη μητροπολιτικών περιοχών, πέρα δηλαδή από την Αγ. Πετρούπολη και τη Μόσχα κατά τη διάρκεια των επαναστατικών γεγονότων. Οι ιστορικοί αυτοί θεωρούν ότι οι προηγούμενες απόπειρες δε διεισδύουν στις πολύπλοκες διαστάσεις της σοβιετικής πραγματικότητας και γι’αυτό διερευνούν τα διαφορετικά ρεύματα και εντάσεις της σοβιετικής κοινωνίας, όπως για παράδειγμα τις διαφοροποιήσεις ανάμεσα σε κεντρικό και τοπικό επίπεδο και τις διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα οικονομικά και στα πολιτικά συμφέροντα και προτεραιότητες.[25] Επιστρατεύονται τα όπλα της αποδόμησης, της ερμηνευτικής, της μελέτης της κοινωνικής και ατομικής μνήμης. Με αυτούς τους όρους, η Επανάσταση μετονομάζεται σε Ρωσική (και για αναρχικούς ιστορικούς),* εξετάζεται με βάση δυναμικές αντιθετικών τάσεων, στην ανάλυση συνεκτιμώνται η τυχαιότητα, το μη προβλεπόμενο και το υποκειμενικό.[26] Η Επανάσταση  εξετάζεται ως κορύφωση πολλών αντιθετικών στοιχείων σε μια από τις πολλές πιθανές εκδοχές.
 Χαρακτηριστική είναι ως προς αυτό η αμφισημία του ίδιου του όρου επανάσταση στη σημερινή Ρωσία. Αποσπασμένη από τα ιστορικά συμφραζόμενα, τις εννοιολογικές νοηματοδοτήσεις στο χρόνο και την ταξική πραγματικότητα, επιχειρείται η έννοια της ‘επαναστατικής μετάβασης’ να περιγράψει όχι το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, αλλά από τον λεγόμενο υπαρκτό σοσιαλισμό στην οικονομία της αγοράς.
      Αν η ιστορία αποτελεί πεδίο ανταγωνισμών και διαφορετικών ερμηνειών του παρελθόντος, η ξεχωριστή συμβολική, ιστορική και κοινωνική σημασία του Οκτώβρη εντείνει στο έπακρο την παραπάνω διαπίστωση στην περίπτωση αυτή. Είναι γεγονός ότι η μεταβολή του παρόντος οδηγεί στη μεταβολή των ερμηνειών του παρελθόντος, που κάθε φορά προσδιορίζονται από την κυρίαρχη κοινωνική πραγματικότητα. Η ενατένιση του παρελθόντος είναι αδύνατον να αποσπαστεί από τις ανάγκες του παρόντος και τις προσδοκίες του μέλλοντος.[27] Την ίδια στιγμή όμως, η μελέτη της Οκτωβριανής Επανάστασης δε μπορεί να επιχειρηθεί χωρίς  τη μελέτη του τρόπου με τον οποίο οι κοινωνίες αλλάζουν, χωρίς την αναζήτηση των φαινομένων της κοινωνικής εξέλιξης. Δεν είναι δυνατόν πάντα να γίνουν τα πάντα. Έρχονται κάποιοι καιροί, κάποιες στιγμές, που δεν είναι ίδιες με άλλες στιγμές της ιστορίας. Ο ιστορικός χρόνος δεν είναι ομοιογενής και ευθύγραμμος, έχει πολλές στροφές και πολλές παλινδρομήσεις.  Παράλληλα όμως, η ιστορία δεν είναι ένα σκόρπιο συνοθύλευμα που δε μπορεί να διερευνηθεί. Υπάρχει δυνατότητα διερεύνησης με μια ιστορική μέθοδο που θα μπορεί να εξάγει τη διαλεκτική της συγκεκριμένης ιστορίας, που είναι πάντα μια ιστορία αντιφατική. [28]  Για τη μαρξιστική προσέγγιση, στην ιεράρχηση των κοινωνικών επιπέδων εκείνα που αναφέρονται στις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής είναι πρωταρχικά. Σε αυτή τη βάση, η ιεράρχηση των επιπέδων είναι απαραίτητη καθώς έτσι μόνο είναι δυνατόν να εξηγηθεί γιατί η ιστορία έχει κάποια ορισμένη κατεύθυνση. Βασικό χαρακτηριστικό της ιστορικής σκέψης του Μάρξ είναι όχι μια κοινωνιολογική ή μια στενά οικονομική αντίληψη, αλλά η ταυτόχρονη παρουσία τους.[29]
    Σε κάθε περίπτωση βέβαια, ο Οκτώβρης δεν αποτελεί απλά αντικείμενο ιστορικής αποτίμησης, ούτε μπορεί η νίκη και ο μετέπειτα εκφυλισμός και η τελική ήττα να συμψηφίζονται και η επαναστατική σημασία του τελικά να μηδενίζεται


[1] P. Corrigan, H. Ramsay, D. Sayer, 1981. Bolshevism and the USSR. New Left Review Ι/125, σ. 8
[2] Α. Διάλλα, 2007. Ιστοριογραφία της Οκτωβριανής Επανάστασης. Στο Η Επανάσταση του ’17 και ο Λένιν. Ε Ιστορικά 2007, σ. 128
[3] P. Corrigan, H. Ramsay, D. Sayer, 1981. Bolshevism and the USSR. New Left Review Ι/125, σ. 2-3
[4] P. Noutsos, 1999. The October Revolution and the National Question.  Στο Επιστημονική Επετηρίδα του τμήματος ΦΠΨ του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Τόμος ΚΗ΄. Ιωάννινα: Δωδώνη 1999, σ. 13
[5] Π. Σουήζυ, 1977. Ο σύγχρονος Καπιταλισμός και άλλα Δοκίμια. Αθήνα: Μπουκουμάνη, σ. 194
[6] Μ. Ferro, 1973. Η Ρωσική Επανάσταση. Στο R. Romano (επιμ) 1973. Ιστορία των Επαναστάσεων, Οι Σοσιαλιστικές Επαναστάσεις Τόμος ΙΙΙ. Αθήνα: Ακμή, σ. 169
[7] Ε. Hobsbawm, 1999(γ΄έκδοση). H Εποχή των Άκρων, ο Σύντομος 20ος Αιώνας. Αθήνα: Θεμέλιο, σ. 115
[8] Μ. Ferro, 1973. Η Ρωσική Επανάσταση. Στο R. Romano (επιμ) 1973. Ιστορία των Επαναστάσεων, Οι Σοσιαλιστικές Επαναστάσεις Τόμος ΙΙΙ. Αθήνα: Ακμή, σ. 172
[9] Ε. Hobsbawm, 1999(γ΄έκδοση). H Εποχή των Άκρων, ο Σύντομος 20ος Αιώνας. Αθήνα: Θεμέλιο, σ. 85,94,97
[10] Ε. Hobsbawm, 1969. Problems of Communist History. New Left Review I/54, σ. 1
[11] Μ. Ferro, 1973. Η Ρωσική Επανάσταση. Στο R. Romano (επιμ) 1973. Ιστορία των Επαναστάσεων, Οι Σοσιαλιστικές Επαναστάσεις Τόμος ΙΙΙ. Αθήνα: Ακμή, σ. 178
[12] Α. Γκράμσι. Το Κίνημα των Εργοστασιακών Συμβουλίων στο Τουρίνο. Στο Άρθρα για την Αυτοδιαχείριση. Αθήνα: Ανδρομέδα, σ. 17
[13] Α. Διάλλα, 2007. Ιστοριογραφία της Οκτωβριανής Επανάστασης. Στο Η Επανάσταση του ’17 και ο Λένιν. Ε Ιστορικά 2007, σ. 125-126
[14] Θ. Λιακόπουλος( επιμ), 1987. Λενινιστικές Αλήθειες. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, σ. 218
[15] Λ. Τρότσκι, 1997. Τα Διδάγματα του Οκτώβρη. Αθήνα: Εργατική Δημοκρατία, σ. 17,19,78
[16] Α. Διάλλα, 2007. Ιστοριογραφία της Οκτωβριανής Επανάστασης. Στο Η Επανάσταση του ’17 και ο Λένιν. Ε Ιστορικά 2007, σ. 127
[17] Ι.Ι Μίντς( επιμ) 1981. Παγκόσμια Ιστορία, Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ. Αθήνα: Μέλισσα, σ. 73-76
[18] J. Claydon, 2002. Changing Interpretations of Soviet Russia. History Review December 2002, σ. 29
[19] W. Laqueur, 1994. The Dream that Failed. Reflections on the Soviet Union. New York Oxford: Oxford Universtity Press, σ. 43,44,46,47
[20] Ε. Hobsbawm, 1999(γ΄έκδοση). H Εποχή των Άκρων, ο Σύντομος 20ος Αιώνας. Αθήνα: Θεμέλιο, σ. 80-81
[21] Ι.Ι Μίντς( επιμ) 1981. Παγκόσμια Ιστορία, Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ. Αθήνα: Μέλισσα, σ. 77
[22] Ζ. Ελλενστέϊν, 1976. Ιστορία της ΕΣΣΔ,τόμος α΄. Αθήνα: Θεμέλιο, σ. 127
[23] Ε. Mandel, 1974. Solzhenitsyn, Stalinism and the October Revolution. New Left Review I/86, σ. 2,4,5
[24]   W. Laqueur, 1994. The Dream that Failed. Reflections on the Soviet Union. New York Oxford: Oxford Universtity Press, σ. 28,32,35,38,39
[25] J. Claydon, 2002. Changing Interpretations of Soviet Russia. History Review December 2002, σ. 30
[26] Α. Διάλλα, 2007. Ιστοριογραφία της Οκτωβριανής Επανάστασης. Στο Η Επανάσταση του ’17 και ο Λένιν. Ε Ιστορικά 2007, σ. 131
[27] Α. Λιάκος, 2007. Πώς το παρελθόν γίνεται ιστορία; Αθήνα: Πόλις,σελ. 166,179,185
[28] Θ. Κουτσουμπός. Μαρξισμός και Ιστορία. www.politikokafeneio.com
[29] E. Hobsbawm, 1981. H Συμβολή του Καρόλου Μάρξ στην Επιστήμη της Ιστορίας. Αθήνα: ΕΜΝΕ-μνήμων, σ. 18,24,25

πόσοι μας διάβασαν: