Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011

Ανιχνεύοντας το δρόμο της αναγκαίας εξόδου από τη ζώνη του ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση


Η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ για 30 χρόνια και στη ζώνη του ευρώ τα δέκα τελευταία συνέβαλλαν καθοριστικά στην κρίση και στο χρέος (αν και δεν τα δημιούργησαν) αλλά και στο χτύπημα των εργατικών δικαιωμάτων.
Του Βασ. Μηνακάκη* 
 Τριάντα χρόνια μετά την κύρωση της συνθήκης εισόδου της Ελλάδας στην ΕΕ και δέκα χρόνια μετά την είσοδό μας στην ευρωζώνη, μια σειρά μύθοι κλονίζονται.
 Μύθος πρώτος: «Η ΕΕ έδωσε απλόχερα ― εμείς ξοδέψαμε αλόγιστα»
Η αλήθεια είναι αρκετά διαφορετική: το σύνολο της εισροής χρημάτων από την ΕΕ μέσω των  περίφημων «πακέτων», των ΜΟΠ της περιόδου 1986-93 (471 εκατ. ευρώ), του Β΄ ΚΠΣ της περιόδου 1994-99 (12,3 δισ.), του Γ΄ ΚΠΣ της περιόδου 2000-2006 (26,1 δισ.) και του ΕΣΠΑ της περιόδου 2007-2013 (26,2 δισ.), αθροίζουν ένα ποσό περίπου 65 δισ. ευρώ. Από αυτά τα 65 δισ., μέχρι τα τέλη του 2009 είχαν εκταμιευτεί τα 43 δισ. Tο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου της Ελλάδας έναντι της ΕΕ από το 1980 μέχρι το 2009 είναι 254 δισ. ευρώ!
Δηλαδή: Δώσαμε 254 δισ. (για εισαγωγές από τις πολυεθνικές των χωρών της ΕΕ) και πήραμε 43 δισ. (από τα «πακέτα»).
Ακόμη και η Ελευθεροτυπία, που ανέβαζε τα ποσά που «πήραμε» ως χώρα μέχρι σήμερα από ΜΟΠ, ΚΠΣ και ΕΣΠΑ στα 120 δισ. ευρώ -στο μισό δηλαδή του εμπορικού ελλείμματος- σημείωνε ότι τα 51,3 δισ. επιστράφηκαν σε πολυεθνικές της δυτικής Ευρώπης για προμήθεια μηχανημάτων, εξοπλισμού κ.λπ.
 Μύθος δεύτερος: Όλοι αράξαμε τσιμπολογώντας επιδοτήσεις από τους κουτόφραγκους…
 Στην πραγματικότητα, το 80% των επιδοτήσεων εισπράχθηκε από το μόλις το 20% των αγροτών αλλά και μη αγροτών, με τη μερίδα του λέοντος να την παίρνουν μεγάλοι οινοπαραγωγοί ή κτηνοτρόφοι τύπου Βιβάρτια.
Το 50% του Γ΄ ΚΠΣ πήγε σε συγκοινωνιακούς άξονες με βάση τα συμφέροντα των τεχνικών εταιριών και των πολυεθνικών για εμπορικούς δρόμους ή σε προγράμματα… «κατάρτισης» που στόχευαν σε αναδιάρθρωση παραγωγής και στη μείωση του «εργατικού κόστους».
 Μύθος τρίτος: Η κοινοτική βοήθεια έδωσε ώθηση στην εκσυγχρονισμό της ελληνικής οικονομίας.
 Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι τα χρηματοδοτικά εργαλεία, δεν ήταν καθόλου ουδέτερα, ούτε τυφλά: αποζημίωσαν κατά μερικό τρόπο το ξεκλήρισμα της παραδοσιακής αγροτικής παραγωγής. Πριμοδότησαν τις αναδιαρθρώσεις και την καπιταλιστικοποίηση της γεωργικής και της βιομηχανικής  παραγωγής. Ετεροχρόνισαν την εξαθλίωση των εργαζόμενων και των αγροτών κι αποτέλεσαν μοχλό για την επιβολή νέων εργασιακών σχέσεων. Αποτελούσαν, δηλαδή, λιπαντικό μιας αντεργατικής, αντι-αγροτικής και ευρύτερα αντι-κοινωνικής  πολιτικής.
Η ΕΕ πράγματι άλλαξε την όψη της Ελλάδας: για παράδειγμα από εξαγωγική χώρα αγροτικών προϊόντων πριν την ένταξη στην ΕΟΚ μετατράπηκε σε χώρα εισαγωγική. Μάλιστα, οι εισαγωγές αγροτικών προϊόντων που θα μπορούσαν να παραχθούν στην Ελλάδα, φτάνουν κάθε χρόνο τα 5-6 δισ. ευρώ.
 Μύθος τέταρτος: με την ενσωμάτωση στην ΕΕ η Ελλάδα έπαψε να είναι …τριτοκοσμική χώρα
 Στην πραγματικότητα, η  τριαντάχρονη πορεία της Ελλάδας στην ΕΕ και η δεκάχρονη στο ευρώ είχε καταστροφικές συνέπειες.
  • Στους μισθούς: Η Ελλάδα είναι -μαζί με το Βέλγιο- οι μόνες κοινοτικές χώρες στις οποίες οι πραγματικοί κατώτατοι μισθοί μειώθηκαν την περίοδο 2000-8. Κατά -0,5% ετησίως στην Ελλάδα και κατά -0,2% στο Βέλγιο (Εurostat). Γενικότερα, το σκληρό ευρώ και οι κανόνες της ΟΝΕ ευνοούσαν τις μεγάλες πολυεθνικές, με αποτέλεσμα οι μικρότερες εταιρείες να έχουν μόνο ένα όπλο για να είναι ανταγωνιστικές: τη μείωση του εργατικού κόστους.
  • Στο ασφαλιστικό: Η ΕΕ πίεζε διαρκώς για αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης, μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, τζογάρισμα των ασφαλιστικών στο χρηματιστήριο. Αυτό ακριβώς υλοποιούσαν οι αντιασφαλιστικοί νόμοι Ρέππα, Πετραλιά και Λοβέρδου. Κι έτσι προέκυψαν τα «δομημένα ομόλογα» του ΤΕΑΔΥ, που ως προς τον τρόπο υλοποίησης ήταν σκάνδαλα, αλλά ως προς την ουσία ήταν ό,τι ακριβώς απαιτούσαν η ΕΕ και οι χρηματαγορές για τα αποθεματικά των ταμείων.
  • Στις εργασιακές σχέσεις: Ήδη από τη «Λευκή Βίβλο» του 1994 η ΕΕ πίεζε για ελαστικές σχέσεις εργασίας και μερική απασχόληση. Ακολούθησαν η λεγόμενη «ελαστασφάλεια», η οδηγία Μπολκενστάιν και τόσα άλλα, στα οποία πρωτοστάτησε ο σοσιαλδημοκράτης Γκ. Σρέντερ και η διαβόητη «Ατζέντα 2010» που προώθησε και κατεδάφισε κάθε έννοια κοινωνικού κράτους. Σε αυτή την Ατζέντα και στα 7,5 εκατομμύρια Γερμανών που εργάζονται με ελαστικές μορφές απασχόλησης και αποδοχές κάτω από 400 ευρώ στηρίχτηκε η άνοδος της ανταγωνιστικότητας των γερμανικών πολυεθνικών.
  • Στην ανεργία: Το περιβάλλον ανταγωνισμού που δημιουργήθηκε με την ένταξη στην ΕΕ και το ευρώ οδήγησε πολλές ελληνικές παραγωγικές μονάδες να μετατραπούν σε προβληματικές ή να κλείσουν. Και μπορεί οι ιδιοκτήτες τους να σώθηκαν, γιατί εντάχθηκαν σε διάφορους νόμους ή μετανάστευσαν στα Βαλκάνια, χιλιάδες εργαζόμενοι όμως έμειναν χωρίς δουλειά. Θα πει κάποιος: δεν φταίει και γι’ αυτό η ΕΕ. Φταίει ότι οι ελληνικές εταιρείες δεν ήταν ανταγωνιστικές. Πώς όμως θα γίνουν ανταγωνιστικές; Με μισθούς Βουλγαρίας, ασφάλιση Αλβανίας, συνθήκες εργασίας Ταϊλάνδης και ωράρια Κίνας. Με τον τρόπο, δηλαδή, που περιγράφει το Σύμφωνο για το ευρώ.
  • Στην παιδεία: Ποιος δεν θυμάται ότι τη στιγμή που οι φοιτητές ξεσηκώνονταν ενάντια στην αναθεώρηση του άρθρου 16, η ΕΕ προωθούσε οδηγία που νομιμοποιούσε από την «πίσω πόρτα» τα ιδιωτικά ΑΕΙ και τα κολέγια; Κι ότι με τη λεγόμενη στρατηγική της Λισαβόνας η ανώτατη εκπαίδευση παραδίδεται στην αγορά;
  • Στην αγροτική παραγωγή: Ενώ -για παράδειγμα- η Ελλάδα ήταν αυτάρκης κι είχε υψηλή παραγωγικότητα στην τευτλοκαλλιέργεια, μείωσε κατά εννιά φορές (από 320.000 τόνους σε 35.000) τις ποσότητες που παράγει και τώρα εισάγει από τη Γερμανία και τη Γαλλία το 50% των αναγκών της. Παράλληλα, έκλεισαν τα 2 από τα 5 υπερσύγχρονα εργοστάσια ζάχαρης, ενώ τώρα ιδιωτικοποιούν και τα υπόλοιπα. Με άλλες κοινοτικές αποφάσεις, μειώθηκε η εγχώρια παραγωγή καπνού κατά 82% (παρότι η ΕΕ εισάγει το 75% των αναγκών της), βαμβακιού, βιομηχανικής ντομάτας, σταφίδας, χοιρινού κρέατος κ.ά. με ποσοστώσεις και πρόστιμα. Παράλληλα, χιλιάδες αγρότες ξεκληρίστηκαν: το 1981 υπήρχαν 997.000 αγροτικά νοικοκυριά ενώ το 2007 είχαν μείνει 614.000 – δηλαδή σε 28 χρόνια περίπου 800.000 αγρότες εγκατέλειψαν την αγροτική δραστηριότητα. Την τελευταία 10ετία, οι αγρότες μειώθηκαν κατά 35% (από το 17% το 2000 πήγαν στο 11% το 2009 του ενεργού πληθυσμού) και το αγροτικό εισόδημα μειώθηκε δραστικά, περίπου κατά 19%.
 Μύθος πέμπτος: χωρίς το ευρώ θα ήμασταν περισσότερο εκτεθειμένοι στον κίνδυνο χρεοκοπίας
 Η αλήθεια είναι ότι με ελλειμματικό ισοζύγιο εμπορικών συναλλαγών, είναι μοιραίο να αυξάνεται το χρέος. Τα ελλείμματα των PIGS αποτελούν προϋπόθεση για  τα πλεονάσματα των γερμανικών πολυεθνικών που εκμεταλλεύτηκαν το οικονομικό περιβάλλον του ευρώ και της ΟΝΕ για να κυριαρχήσουν.
Το ελληνικό δημόσιο χρέος επταπλασιάστηκε από το 1981 μέχρι την ένταξη στο Μνημόνιο. Το ευρώ -όπως άλλωστε και το «αόρατο χέρι» της θεάς αγοράς, κατά πως θέλουν οι νεοφιλελεύθεροι- δεν μας προστάτεψε από τις επιθέσεις των κερδοσκόπων και την κρίση, αντίθετα τη γενίκευσε και τη μετακύλησε στις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας και, πάνω από όλα, στους εργαζόμενους.
 Μύθος έκτος: η ΕΕ μας προσφέρει βοήθεια για έξοδο από την κρίση
Με μια πρώτη ματιά, η ΕΕ βοηθά την Ελλάδα να ξεπεράσει την «κρίση χρέους» προσφέροντάς της, μαζί με το ΔΝΤ, με το πρώτο πακέτο 110 δισ. και με το δεύτερο περίπου 120 δις.
Γιατί, όμως, η ΕΕ προσφέρει τόσο απλόχερα μια τέτοια βοήθεια, που ισοδυναμεί με τα 2/3 του ελληνικού χρέους;
Πρώτον, γιατί οι γαλλικές και οι γερμανικές κυρίως τράπεζες, που κατέχουν μεγάλο μέρος των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου, φοβούνται ότι μια ανοιχτή χρεοκοπία της Ελλάδας θα οδηγούσε και τις ίδιες στην κατάρρευση. Έτσι, διασώζοντας την Ελλάδα σώζουν και τον εαυτό τους. Παράλληλα, χορηγώντας τα δάνεια του Μνημονίου και του δεύτερου πακέτου, κερδίζουν χρόνο, ώστε να απαλλαγούν από τα ελληνικά ομόλογα και να περιορίσουν τους κινδύνους τους.
Δεύτερον, γιατί οι ευρωπαϊκές πολυεθνικές -με αιχμή τις γερμανικές- φοβούνται ότι μια ανοιχτή χρεοκοπία της Ελλάδας θα οδηγήσει σε συνολική κατάρρευση το ευρώ, οπότε θα καταβαραθρωθούν οι εξαγωγές τους. Άρα, διασώζοντας την Ελλάδα σώζουν το νομισματικό πλαίσιο που τους επιτρέπει να έχουν κέρδη, να πλεονεκτούν απέναντι στους ανταγωνιστές τους.
Τρίτον, γιατί το αντίτιμο της «σωτηρίας» μας -οι όροι, δηλαδή, με τους οποίους παρέχεται η «βοήθεια»- τους ωφελεί πολλαπλά: Μειώνει δραματικά το εργατικό κόστος και συντρίβει την εργασία, γεγονός που πολλαπλασιάζει τα κέρδη των εργοδοτών. Επιτρέπει στις μεγαλύτερες πολυεθνικές και τράπεζες να καταβροχθίσουν τις μικρότερες και τα φιλέτα της δημόσιας περιουσίας που ιδιωτικοποιούνται. Και τέλος, μέσω της αποπληρωμής των δανείων αυτών -που προφανώς δεν δίνονται άτοκα ούτε χαριστικά- τους επιτρέπει να ιδιοποιούνται ένα διαρκώς αυξανόμενο μέρος του κοινωνικού πλούτου που παράγεται στην Ελλάδα. Βεβαίως, κάποιοι -και μιλώ για τους κατόχους των λεγόμενων CDS- κερδίζουν και από τις φημολογίες ή το ενδεχόμενο χρεοκοπίας ή αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους.
Άρα λοιπόν, στηρίζοντας την Ελλάδα στηρίζουν πρώτα από όλα τον εαυτό τους και τα κέρδη τους. Γι’ αυτό και 50 μεγάλες γαλλικές και γερμανικές πολυεθνικές κάνουν τις τελευταίες ημέρες μια τεράστια διαφημιστική καμπάνια υπέρ της Ελλάδας.
Ποιος απ’ τους προστάτες, θα μας προστατέψει ποιος;
Τι μας νοιάζει εμάς, θα αντέτεινε κάποιος. Αφού έτσι «σωζόμαστε» από τη χρεοκοπία, όλα τα άλλα έχουν δευτερεύουσα σημασία. «Σωζόμαστε», όμως; Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι το δημόσιο χρέος από 144% του ΑΕΠ όταν εγκρίθηκε το Μνημόνιο θα φτάσει φέτος στο 167%. Με άλλα λόγια, το φάρμακο έγινε φαρμάκι.
Σίγουρα σώζονται οι εργοδότες, ο ΣΕΒ. Με το Μνημόνιο, το Μεσοπρόθεσμο, το Σύμφωνο για το ευρώ και τα άλλα κυβερνητικά μέτρα εξασφαλίζουν μειωμένους μισθούς, ελαστική εργασία, ατομικές κι επιχειρησιακές συμβάσεις, μειωμένη φορολογία, μειωμένες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, ελευθερία απολύσεων. Τι περισσότερο θα μπορούσαν να ζητήσουν για να αυξήσουν τα κέρδη τους;
Σώζονται και οι τράπεζες. Τα 110 δισ. του πρώτου Μνημονίου είναι ακριβώς ίσα με τα 108 δισ. που έχουν τούς δοθεί με τα διάφορα πακέτα στήριξης των κυβερνήσεων Καραμανλή και Παπανδρέου.
Αυτοί που σίγουρα δεν σώζονται είναι οι εργαζόμενοι. Το Μνημόνιο, το Σύμφωνο για το ευρώ, το Μεσοπρόθεσμο, γενικότερα η πολιτική της κυβέρνησης, της ΕΕ και του ΔΝΤ θα τους βυθίσουν στην εξαθλίωση, θα απογειώσουν τη φορομπηξία και την ανεργία, θα εξαφανίσουν την κοινωνική ασφάλιση, θα συντρίψουν την παιδεία και την υγεία, θα ιδιωτικοποιήσουν τα πάντα – και το σπουδαιότερο, χωρίς φως στο βάθος του τούνελ.
Αλλά ούτε και η «εθνική οικονομία» σώζεται, καθώς με αυτούς τους όρους και με τους ασφυκτικούς μηχανισμούς επιτήρησης και προώθησης του Συμφώνου για το ευρώ και του Μνημονίου να διεισδύουν ακόμη και στον τελευταίο δήμο ή στο τελευταίο σχολείο και νοσοκομείο, η δυνατότητα για οικονομική ανάκαμψη με βάση τις λαϊκές ανάγκες μοιάζει κάτι παραπάνω από όνειρο θερινής νυκτός.
 Σύμφωνο για το ευρώ: Πανευρωπαϊκό μνημόνιο διαρκείας
 Με αυτό, θυσιάζονται σαν σύγχρονες Ιφιγένειες τα δικαιώματα των Ευρωπαίων εργαζομένων για να πνεύσει ούριος άνεμος στα πανιά του κέρδους και της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών πολυεθνικών. Δύο είναι οι κύριες κατευθύνσεις του.
Η πρώτη αφορά τη δραστική συρρίκνωση των εργατικών μισθών, ώστε το κόστος εργασίας να αξιολογείται «βάσει της παραγωγικότητας και των αναγκών προσαρμογής της ανταγωνιστικότητας». Μιας ανταγωνιστικότητας που, για να ξεπεράσει τους κύριους εμπορικούς αντιπάλους της ΕΕ, όπως η Κίνα ή οι ΗΠΑ, θα συντρίψει τους μισθούς.
Η δεύτερη αφορά τη διαμόρφωση ενιαίων κανόνων λειτουργίας της ευρωπαϊκής οικονομίας σε ένα πολύ πιο ευρύ πεδίο από αυτό που αποτυπώνεται στην ΟΝΕ, με πολύ πιο δεσμευτικούς όρους, με πολύ πιο πιεστικούς, άμεσους και τακτικούς μηχανισμούς «ελέγχου», «εποπτείας», «επιτήρησης» και «επιβολής» (οι εντός εισαγωγικών λέξεις, προέρχονται αυτούσιες από το κείμενο της ΕΕ) και με «επικέντρωση ιδίως σε τομείς που εμπίπτουν στην εθνική αρμοδιότητα» ως τώρα. Κανόνων που -όπως γίνεται πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις- αποτυπώνουν το «δίκαιο του ισχυρού».
Το Σύμφωνο για το ευρώ είναι η αντιδραστική συνέχεια της Λευκής Βίβλου, του Μάαστριχτ, της Λισαβόνας, της Ευρωσυνθήκης. Είναι η οικονομική πλευρά μιας ΕΕ που βομβαρδίζει στη Λιβύη -όπως χθες στην πρώην Γιουγκοσλαβία, στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν- που στήνει τείχη ρατσισμού και εκκολάπτει το αβγό του νεοφασισμού και του εθνικισμού, που προωθεί ένα όργιο καταστολής και ηλεκτρονικού φακελώματος, που ως χτες βάφτιζε δημοκράτες τον Μπεν Αλί και τον Μουμπάρακ. Δεν αποκαλύπτει απλώς την κυριαρχία των τραπεζών και των αγορών, το στρεβλό χαρακτήρα της ευρωπαϊκής οικοδόμησης ή την έλλειψη Ευρωπαίων ηγετών μεγάλου διαμετρήματος, αλλά τον βαθύτατο αντιδραστικό χαρακτήρα της ίδιας της ΕΕ και του ευρώ, από τη δημιουργία τους ως σήμερα.
 Αυτός ο χαρακτήρας δεν αλλάζει, δεν μεταρρυθμίζεται – μόνο ανατρέπεται, διαλύεται. Κι αυτό πρέπει να γίνει με την ΕΕ συνολικά. Γιατί η ΕΕ δεν μπορεί να επανιδρυθεί σε φιλολαϊκή βάση. Ούτε είναι μια προοδευτική ή δήθεν αντικειμενική διαδικασία. Είναι μια ένωση που σχεδιάστηκε, οικοδομήθηκε και πορεύεται με αδιαπραγμάτευτο κριτήριο τα συμφέροντα των πολυεθνικών, του κεφαλαίου, των αγορών. Κι αυτό το κριτήριο παραμένει σταθερό, όσο κι αν τσακώνονται μεταξύ τους για τη μοιρασιά της λείας οι γαλλικές, οι γερμανικές ή οι βρετανικές πολυεθνικές, όσο κι αν τσακώνεται η ΕΕ με τις ΗΠΑ ή την Κίνα.
 Ένοχοι και η ΕΕ και η κυβέρνηση
Ποιος είναι αυτός που ευθύνεται για τα προβλήματα των εργαζομένων και των νέων; Η κυβέρνηση ή η ΕΕ; Αλίμονο αν πέσουμε στην παγίδα να δείχνουμε μόνο τις ελληνικές κυβερνήσεις ή μόνο την ΕΕ και το ευρώ, κι αν «βγάζουμε λάδι» άλλοτε την ΕΕ (διότι δήθεν η ελληνική κυβέρνηση προωθεί τα μέτρα) και άλλοτε την κυβέρνηση (διότι δήθεν τα μέτρα που προωθεί είναι εντολές της ΕΕ και των πιστωτών). Κι ακόμη, αλίμονο αν πούμε, δεν φταίει η ΕΕ, αλλά ο καπιταλισμός, λες και η ΕΕ και το ευρώ δεν είναι τέκνα του καπιταλισμού, δεν είναι φορείς της λογικής του, του κέρδους, των αγορών Δεν είναι, λοιπόν, ή το ένα ή το άλλο. Είναι και το ένα και το άλλο. Στην επίθεση κατά των εργαζομένων βρίσκονται χέρι-χέρι χρόνια τώρα οι ελληνικές κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, η ΕΕ, ο ΣΕΒ και εσχάτως και το ΔΝΤ. Με αυτή την έννοια, το κίνημα, οι λαϊκοί αγώνες, οι απεργίες και οι πλατείες πρέπει «να τους στήνουν στον τοίχο» όλους αυτούς, αλλά και τον καπιταλισμό ως σύστημα. Κι όταν φωνάζουμε «να φύγουν όλοι» εννοούμε και την όποια κυβέρνηση υλοποιεί αυτή την πολιτική, και το ΔΝΤ, και την ΕΕ, αλλά και το κέρδος, την αγορά, την εκμετάλλευση, την ανταγωνιστικότητας ως θεμέλια της κοινωνίας.
 Ποιος ο λόγος να μείνουμε στη ζώνη του ευρώ και της  ΕΕ;
Η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ για 30 χρόνια και στη ζώνη του ευρώ τα δέκα τελευταία συνέβαλλαν καθοριστικά στην κρίση και στο χρέος (αν και δεν τα δημιούργησαν) αλλά και στο χτύπημα των εργατικών δικαιωμάτων. Επιπλέον, η συμμετοχή αυτή όχι μόνο δεν βοηθάει στην αντιμετώπιση της κρίσης, αλλά γίνεται και βασικό όχημα για την άγρια επίθεση κατά των εργαζομένων, την άνοδο της ανεργίας, τις περικοπές των μισθών και των συντάξεων, τις ιδιωτικοποιήσεις, το κλείσιμο σχολείων, νοσοκομείων και παιδικών σταθμών, τις ατομικές συμβάσεις εργασίας, τη σύνταξη στα 70, το κλείσιμο προγραμμάτων όπως η βοήθεια στο σπίτι και τόσα άλλα.
Αν έτσι είναι τα πράγματα κι αν ο χαρακτήρας της ΕΕ δεν μπορεί να αλλάξει, τότε ποιος ο λόγος να παραμένουμε στη ζώνη του ευρώ και στην ΕΕ; Για να αρχίζουν να λύνονται τα προβλήματα των εργαζομένων και των νέων είναι απαραίτητο να έρθουμε σε συνολική ρήξη με το ευρώ, την ΟΝΕ και την ΕΕ, να απαλλαγούμε από τα δεσμά τους.
Μια έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ θα απάλλασσε τον ελληνικό λαό από έναν από τους βασικούς υπαίτιους της κρίσης αλλά και της αντεργατικής επίθεσης. Θα έδινε άλλες δυνατότητες και εργαλεία (που σήμερα ακυρώνονται από το πλαίσιο της ΕΕ) για μια παραγωγή, για μια οικονομική πολιτική, για μια κοινωνία βασισμένες στις λαϊκές ανάγκες και όχι στο κέρδος. Θα επανενεργοποιούσε κρυμμένες δυνάμεις και δυνατότητες στην αγροτική παραγωγή, στη βιομηχανία και σε άλλους τομείς παραγωγής κοινωνικά χρήσιμων προϊόντων που τώρα καταστρέφονται ή μένουν αδρανείς όσο η Ελλάδα παραμένει στην ΕΕ, το ευρώ, το μονόδρομο του κέρδους και των αγορών.
Μια τέτοια έξοδος δεν μπορεί να λειτουργήσει υπέρ των λαϊκών συμφερόντων από μόνη της. Πρέπει να συνοδεύεται και από άλλα πράγματα. Από τη διαγραφή όλου του χρέους. Από τη ριζική ανακατανομή του κοινωνικού πλούτου εις βάρος του κεφαλαίου και υπέρ των εργαζομένων, ώστε να αυξηθούν οι μισθοί, να αντιμετωπιστεί η ανεργία, να υπάρξει μόνιμη και σταθερή δουλειά, να βελτιωθούν η υγεία και η παιδεία, να είναι δημόσια και δωρεάν και όχι ιδιωτικά και πανάκριβα τα κοινωνικά αγαθά. Αλλά και από το πέρασμα στο δημόσιο με εργατικό έλεγχο του τραπεζικού συστήματος, που καταβροχθίζει πακτωλούς χρημάτων αλλά και τις ζωές μας. Από την απαγόρευση της φυγής κεφαλαίων από τη χώρα. Μόνο σε ένα τέτοιο πλαίσιο -που κινείται με πνεύμα ανατροπής και πάει κόντρα στην αντεργατική επίθεση και στη φυλακή του σύγχρονου καπιταλισμού- η έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ μπορεί να λειτουργήσει υπέρ των εργαζομένων. Αν, δηλαδή, αποτελεί κομμάτι μιας συνολικότερης πορείας που θα καθορίζεται από τις λαϊκές ανάγκες και όχι από τα κέρδη και τις αγορές.
Έχουμε συνείδηση ότι μια τέτοια έξοδος δεν μπορεί να λειτουργήσει μόνο σε εθνικά πλαίσια –και ούτε την προτείνουμε από «εθνική» σκοπιά ή έχοντας την αυταπάτη ότι μπορεί να σταθεί κάποιου τύπου «εθνική ανάπτυξη» στο σύγχρονο διεθνοποιημένο κόσμο. Χρειάζεται μια ευρύτερη διεθνή στήριξη και πάλη. Και θα έχει καλύτερα αποτελέσματα, θα μπορέσει να περπατήσει αν το δρόμο της Ελλάδας ακολουθήσουν και οι λαοί άλλων χωρών, αν όλοι αυτοί οι λαοί δημιουργήσουν τη δική τους ένωση, μια ένωση που θα είναι απαλλαγμένη από ανταγωνισμούς και «προστατευτισμούς», θα αναπτύσσει τα εργατικά δικαιώματα, θα βάζει στην πρώτη γραμμή τους εργαζόμενους και όχι τις πολυεθνικές και τις τράπεζες. Ο τρόπος που επικοινωνούν το Σύνταγμα με την Πουέρτα δελ Σολ και τις άλλες πλατείες της Ευρώπης δείχνει πως κάτι τέτοιο δεν είναι ανέφικτο. Αρκεί κάποιος να κάνει το πρώτο βήμα και να μη μένουν όλοι πίσω περιμένοντας τους άλλους για να κινηθούν όλοι μαζί. Γιατί τότε δεν θα γίνει κανένα βήμα από κανέναν.
Η  θέση αυτή συναντά και  πολλές αντιρρήσεις. Την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ, λένε κάποιοι, την προτείνουν και μερικοί από τους ισχυρούς του χρήματος στην ΕΕ. Έτσι είναι. Ωστόσο, οι κυρίαρχοι κύκλοι της ΕΕ και των πολυεθνικών σήμερα αντιμετωπίζουν με τρόμο ένα τέτοιο ενδεχόμενο – ειδικά αν γίνει «από τα κάτω» κι από ένα μαχόμενο κίνημα. Ακόμη κι ο πολύς Μπεν Μπερνάνκι, δήλωνε προχτές ότι μια κατάρρευση της Ελλάδας θα επηρέαζε αρνητικά την παγκόσμια οικονομία. Γι’ αυτό ακριβώς μας «σώζουν», γι’ αυτό και η καμπάνια των 70 γαλλογερμανικών πολυεθνικών υπέρ της Ελλάδας.
 Κάποιοι άλλοι ανακάλυψαν πως την έξοδο από την ΕΕ τη θέλει το ελληνικό κεφάλαιο –ή έστω κάποια τμήματά του. Άρα, όποιος την προτείνει, γίνεται ουρά του και  τσαλαβουτάει στον εθνικισμό. Τίποτα πιο αναληθές– παρότι υπάρχουν μερίδες του κεφαλαίου που θίγονται από τη συμμετοχή στην ΕΕ. Ο ίδιος ο πρόεδρος του ΣΕΒ δήλωσε ευθαρσώς προ ημερών τη σταθερή προσήλωση των ηγετικών κύκλων του ελληνικού κεφαλαίου στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Το ίδιο και άλλοι κορυφαίοι του επιχειρηματικού κόσμου. Ουρά του κεφαλαίου, συνεπώς, δεν είναι όποιος λέει έξω από το ευρώ και την ΕΕ, αλλά όποιος λέει ναι όπως και ο ΣΕΒ και οι δυτικοευρωπαϊκές πολυεθνικές και οι τράπεζες. Και συνεπής διεθνιστής δεν είναι εκείνος που φυλακίζει το διεθνισμό του στο έδαφος που διαμορφώνουν ο κοσμοπολιτισμός του κεφαλαίου και οι δυτικοευρωπαϊκές πολυεθνικές, αλλά εκείνος που αγωνίζεται για να σπάσει αυτό το πλέγμα, πρώτα απ’ όλα στη χώρα του, και για να οικοδομηθούν μορφές διεθνούς συνεργασίας πέραν της αγοράς και του κέρδους -συνεπώς και πέραν της ΕΕ- στην Ελλάδα, την Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο.
 Πορεία σύγκρουσης
Δεν ισχυριζόμαστε  ότι η έξοδος από την ΕΕ και το ευρώ που θα επιβληθεί από την πίεση του κινήματος είναι μια προοπτική στρωμένη με ροδοπέταλα. Η εγχώρια και δυτικοευρωπαϊκή αστική τάξη, που θέλουν την παραμονή της Ελλάδας σε ευρώ και ΕΕ, είναι φυσικό να αντιδράσουν. Όπως αντιδρά ένας εργοδότης όταν οι εργάτες κάνουν απεργία ζητώντας αυξήσεις. Οι εργαζόμενοι, το κίνημα πρέπει από πριν να είναι προετοιμασμένοι γι’ αυτή την αντίδραση και να είναι έτοιμοι να την υπερνικήσουν με τη συλλογική, μαζική πάλης και τη διεθνιστική αλληλεγγύη. Άλλωστε και η ακύρωση του Μνημονίου, του Μεσοπρόθεσμου, του Συμφώνου για το ευρώ και, πολύ περισσότερο, η αποχώρηση από το ευρώ και την ΕΕ, μόνο με τη δύναμη αυτή της  πάλης μπορούν να επιβληθούν κι όχι με κοινοβουλευτικές διαδικασίες.
Ισχυριζόμαστε, όμως ότι το κόστος της παραμονής εντός ευρώ και ΕΕ είναι ασύλληπτα μεγαλύτερο από το κόστος της εξόδου. Το πρώτο το ζούμε και θα το ζούμε για πολλά χρόνια, αν δεν ανατρέψουμε την πολιτική τους. Το δεύτερο, υπερβάλλεται από την  κυρίαρχη προπαγάνδα, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να συγκριθεί με τις ολέθριες συνέπειες που έχει για τους εργαζόμενους η ασκούμενη πολιτική. Επιπλέον, το κόστος της παραμονής είναι μακρόχρονο, διαρκές, ενώ το κόστος της εξόδου θα είναι πρόσκαιρο.
Μια έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ, σε συνδυασμό με τη στάση πληρωμών και τον επανέλεγχο του εθνικού νομίσματος και των τραπεζών, θα άλλαζε ριζικά την κατάσταση υπέρ των εργαζομένων. Τα κεφάλαια που θα χρειαστούν και δεν θα δοθούν με το γνωστό αντίτιμο από την ΕΕ και το ΔΝΤ, μπορούν να βρεθούν από τη μη πληρωμή των τοκοχρεολυσίων (που υπερβαίνουν τις δαπάνες του προϋπολογισμού για μισθούς και συντάξεις), από τα 600 δισ. των κεφαλαιούχων που βρίσκονται στις ελβετικές τράπεζες, από τη φορολόγηση του κεφαλαίου, από την εθνικοποίηση των τραπεζών, από τη δήμευση της εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας, από τη δραστική μείωση των εξοπλιστικών δαπανών και –επιτέλους, δεν χάθηκαν στον πλανήτη οι πέραν της ΕΕ και του ΔΝΤ πιστωτές.
Επιπλέον, η άσκηση εθνικής νομισματικής πολιτικής θα οδηγήσει σε νέο εθνικό νόμισμα, που πιθανότατα θα υποτιμηθεί. Αυτό στις σημερινές συνθήκες θα αυξήσει τη ζήτηση για εγχώρια προϊόντα και θα μειώσει την κατανάλωση εισαγόμενων. Θα τονωθεί η παραγωγή, θα αυξηθεί το ΑΕΠ, θα βελτιωθεί το εμπορικό ισοζύγιο, θα αυξηθεί η κατανάλωση. Για όσα προϊόντα δεν παράγονται στη χώρα και λόγω της υποτίμησης θα αυξηθεί η τιμή τους, θα μπορεί το κράτος να εφαρμόσει το μέτρο της διατίμησης ή και να μειώσει τη φορολογία για όσα είναι πρώτης ανάγκης (π.χ. βενζίνη).
Σε κάθε περίπτωση, η υποτίμηση του εθνικού νομίσματος μάλλον δεν θα είναι σαρωτική, καθώς η αποχώρηση της Ελλάδας από την ευρωζώνη θα «τραυματίσει» το ευρώ, που πιθανά θα αρχίσει να κατρακυλάει στις διεθνείς αγορές. Επιπλέον, η υποτίμηση αυτή δεν θα οδηγήσει σε μεγάλη άνοδο του πληθωρισμού, όπως μας λένε, η οποία θα οδηγήσει σε άμεση εξάτμιση του οφέλους που έχει η υποτίμηση. Κι αυτό γιατί, όπως δείχνει η πείρα, η υποτίμηση εξατμίζεται μακροχρονίως κι όχι άμεσα, και κάνει χρόνια για να μετακυλιστεί στις τιμές. Η τελευταία επίσημη υποτίμηση του Σημίτη (Μάρτιος 1998) κατά περίπου 15%, δημιούργησε, τον πρώτο χρόνο, πληθωριστικό κύμα 1,2%, που έβαινε μειούμενο. Ακόμη όμως και αν το δίλλημα ήταν -που δεν είναι- 25% πληθωρισμός ή 25% ανεργία, φτώχεια, διάλυση της κοινωνικής ασφάλισης και της παιδείας, οι εργαζόμενοι μάλλον πρέπει να διαλέξουν το πρώτο.
Ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ, παρομοίασε την Ελλάδα με αυτόν που έχει πονόδοντο και πρέπει να κάνει οπωσδήποτε εξαγωγή δοντιού. Η εξαγωγή θα πονέσει περισσότερο βραχυχρόνια αλλά δεν μπορείς να ζεις αιωνίως με πονόδοντο. Και μόνο με την εξαγωγή επέρχεται η θεραπεία. Με αυτή την έννοια, καταστροφή δεν είναι η έξοδος από το ευρώ, αλλά η παραμονή στην ΕΕ και το ευρώ.
 *Ο Βασίλης Μηνακάκης είναι συγγραφέας-ειδικός μελετητής θεμάτων ευρωπαϊκής πολιτικής. Το παρόν στηρίζεται στην παρέμβαση του στη ΛΑΪΚΗ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΕ στη Συνέλευση της Πλατείας Συντάγματος στις  24/6/2011.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: