Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Οι προβολές της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης στη σύγχρονη Ελλάδα της κρίσης


της Σίσσυ Μπάρα



Η απότομη άνοδος της χρυσής αυγής, οργάνωσης που επικαλείται ιδέες και αρχές του ναζισμού, στην Ελλάδα τη περίοδο της κρίσης, έφερε στο προσκήνιο της δημόσιας συζήτησης την ανάγκη αντιπαράθεσης του ελληνικού με άλλα παραδείγματα χωρών που γνώρισαν και πλήρωσαν την εμπειρία του φασισμού. Στο πλαίσιο αυτών των αναζητήσεων εντάσσεται και η προσπάθεια σύγκρισης της σύγχρονης Eλλάδας με τη πρώτη γερμανική δημοκρατία. Μια στέρεη αντιπαράθεση των δύο εμπειριών, ένας διάλογος ίσων αποστάσεων μεταξύ τους, που αναδυκνείει τις διαφορές που υπάρχουν, συνιστά  για την ιστορική έρευνα μια διαδικασία εξαιρετικά γόνιμη.  Ο τρόπος όμως με τον οποίο αποτυπώνεται στο χώρο των μμε  αυτή η αντιπαράθεση και τα πολιτικά  διακυβεύματα που φέρει,  συσκοτίζουν παρά συμβάλλουν στη κατανόηση των δεδομένων του προβλήματος. Στο δημόσιο διάλογο, έντυπο και τηλεοπτικό,  παρατηρούμε συχνά  μια προσπάθεια μεταφοράς της γερμανικής εμπειρίας του μεσοπολέμου στην ελλάδα του 2012. Επιχειρείται δηλαδή η ερμηνεία της ανόδου της χρυσής αυγής μέ βάση το γερμανικό ερμηνευτικό υπόδειγμα: οικονομική κρίση  εθνικισμός  ναζισμός. Ωστόσο μια τέτοια προσέγγιση δε φαίνεται να αντέχει μεθοδολογικά. Πράγματι, αν προσπαθήσουμε να απομονώσουμε κάποια στοιχεία ή γεγονότα που θεωρούνται από διάφορους ιστορικούς, ότι ευνόησαν την άνοδο του χίτλερ στην εξουσία, -στοιχεία μιας συζήτησης που δεν έχει λήξει απαραίτητα- και προσπαθήσουμε να τα εντοπίσουμε στη περίπτωση της Ελλάδας,  βλέπουμε ότι αυτό δεν είναι εφικτό. Επιπλέον, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το υπο μελέτη φαινόμενο δεν είναι ακριβώς το ίδιο για τις δύο περιπτώσεις. Στο παράδειγμα της Ελλάδας δεν πρόκειται για το ναζισμό της Γερμανίας του μεσοπολέμου, αλλά για την αναβίωση του στις σύγχρονες συνθήκες.    


Η άνοδος του ναζισμού στη δημοκρατία της Βαϊμάρης

Τα δραματικά γεγονότα που σημάδεψαν τη πορεία προς την ίδρυση της πρώτης γερμανικής δημοκρατίας, πέρα απο τις πολιτικές διαφορές στο εσωτερικό της αριστεράς, ως προς τους στόχους της επανάστασης, απηχούν την οξύτητα των κοινωνικών  αντιθέσεων, που με τη σειρά τους αποσταθεροποιούσαν περιοδικά το κοινοβουλευτικό καθεστώς . Πράγματι παρά την ήττα των κομουνιστών το 1919, η δημοκρατία της Βαϊμάρης, χαρακτηρίζοταν απο ιδιαίτερη πολιτική αστάθεια. Στις 13 μαρτίου του 1920 έγινε το πρώτο δεξιό, απο μια σειρά πραξικοπημάτων και προσπαθειών αποσταθεροποιήσης του καθεστώτος.Λίγες μέρες αργότερα ακολούθησε  κομουνιστική εξέγερση στο Ρουρ που καταστέλεται από το κράτος. Τον ιούνιο του 1922 δολοφονείται απο μια ακροδεξιά ομάδα ο υπουργος εξωτερικών της κυβέρνησης, με τη κατηγορία ότι ήταν εβραίος και θιασώτης της πολιτικής προσέγγισης της χώρας με τις δυνάμεις της Αντάντ. Τον οκτώβριο του 1923, κατά τη διάρκεια της γαλλικής κατοχής του Ρουρ και του υπερπληθωρισμού που μάστιζε τη χώρα, έγινε ένα ακόμα στρατιωτικό πραξικόπημα. Αιτία ήταν η απόφαση της κυβέρνησης να εφαρμόσει τη συνθηκη των βερσαλιών και στη συνέχεια να ανακύρηξει στις 26 σεπτεμβρίου του 1923 τη χωρα σε κατάσταση εκτάκτης ανάγκης. Η κίνηση αυτή προκάλεσε ταραχές σε πόλεις όπως στο Αμβουργο  και τη Σαξωνία, ενώ έδωσε αφορμή για το γνωστό αποτυχημένο πραξικόπημα του Χίτλερ το νοέμβριο του ίδιου χρόνου. Η περίοδος πολιτικής σταθεροποίησης της νεοσύστατης δημοκρατίας που ακολουθεί, με τη σχετική βελτίωση της οικονομίας, διαρκεί μέχρι το 1928.

Εκτός απο την έντονη πολιτική αστάθεια, η δημοκρατία της Βαϊμάρης μέχρι το 1924 δίνει την εικόνα μιας χώρας διαλυμένης οικονομικά, ταπεινωμένης εθνικά  απο την ήττα της στο πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, με ένα τεράστιο χρέος, το οποίο δημιουργήθηκε απο τις αποζημείωσεις που υποχρεώθηκε να καταβάλει στους νικητές. Το χρέος αυτό δεν ήταν νομιμοποιημένο στη συνείδηση των γερμανών πολιτών. Και όχι μόνο: Οι αμερικάνοι θεωρούσαν επίσης τεράστιο το ύψος του χρέους, ενώ κατηγορήθηκαν συχνά απο τους συμμάχους τους και πιστωτές της Γερμανίας,  ότι αδιαφόρησαν για την τακτική εξυπηρέτηση των χρεών αυτών και τη καταβολή των επανορθώσεων, που καθόριστηκαν από τη συνθήκη  των βερσαλιών και τις μετέπειτα οικονομικές συμφωνίες.  Τέλος, στη Γερμανία του μεσοπολέμου υπήρχε μια ισχυρή βιομηχανική τάξη, ικανή να στηρίξει την οικονομία, αλλά σε αναζήτηση πολιτικών συμμάχων, δεδομένου ότι τα αστικά κόματα δεν φαίνονταν ικανά να εξυπηρετήσουν αποτελεσματικά τα συμφέροντα της. Για το λόγο αυτό και προκειμένου να ανακόψει την μεγάλη άνοδο της αριστεράς, δεν άργησε να τους αναγνωρίσει, προς τα τέλη της δεκαετίας του 1920, στο πρόσωπο του χίτλερ.

Για κάποιους ιστορικούς η πολιτική βία της περιόδου 1918-1919 σε συνδυασμό με την αυξημένη συμμετοχή γερμανοεβραίων στην επανάσταση του Μονάχου, αλλά και γενικότερα στις τάξεις της άκρας αριστεράς, προκάλεσαν το αίσθημα των γερμανών εθνικιστών  και συνέβαλαν στη μετέπειτα διαμόρφωση της ναζιστικής ιδεολογίας. Σύμφωνα με την υπάρχουσα βιβλιογραφία, μεταξύ των παραγόντων που βοήθησαν την άνοδο του χίτλερ αναφέρεται αρχικά η παγκόσμια οικονομική ύφεση του 1929# και οι αλυσιδωτές της συνέπειες στην Ευρώπη και στη Γερμανία. Η  απόσυρση των αμερικανικών κεφαλαίων που είχαν επενδυθεί σε μεγάλη κλίμακα σε τίτλους του γερμανικού  δημοσίου χρέους και σε άλλα χρηματηστηριακά προϊόντα, προκάλεσε τη χρεωκοπία του τραπεζικού συστήματος. Το χρηματηστήριο κατέρευσε και το μαϊο του 1931 μια απο τις πιο μεγαλύτερες τράπεζες στην Ευρώπη η αυστριακή Credit -Anstalt # κύρηξε στάση πληρμών. Η  έλλειψη εμπιστοσύνης προς τις τράπεζες πήρε τη μορφή πανικού, με αποτέλεσμα τη μαζική απόσυρση των τραπεζικων καταθέσεων#. Η γερμανική οικονομία βυθίστηκε στην υφεση: η πτώση της  ζήτησης διεθνώς  έπληξε σοβαρά τις γερμανκές εξαγωγές και  η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 20%#.Το κύμα πτωχεύσεων των επιχειρήσεων αύξησε δραματικά την ανεργία που το δεκέμβριο του 1931 έφτασε στο 33%. #

Η πολιτική κρίση του 1930, η διάσπαση της αριστεράς και η αδυναμία του κοινοβουλευτικού συστήματος να διαχειριστεί την οικονομική κρίση, επαίξαν επίσης σημαντικό ρόλο στη μεταστροφή της γερμανικής κοινής γνώμης από τις δημοκρατικές σε πιο αυταρχικές πολιτικές επιλογές, κάτι που χαρακτηρίζε έξάλλου όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες του μεσοπολέμου. Εχοντας αποσπάσει τη στήριξη του βιομηχανικού κεφαλαίου, ο Χίτλερ παρουσίασε ως στρατηγικό σχέδιο εξόδου από τη κρίση τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας και το κρατικό παρεμβατισμό στην οικονομία. Το σχέδιο αυτό πλαισίωνε ένας λαϊκιστικός εθνικιστικός λόγος που στρεφόταν εναντίον των νικητών του πολέμου, και της οικονομικής τυρανίας που επέβαλαν στη Γερμανία, των αμερικανών ως υπεύθυνοι για τη παγκόσμια ύφεση, των κομουνιστών και των εβραίων. Αυτούς τους αποκαλούσε «  παράσιτα που ζουν σε βάρος της Γερμανίας.# »
 
Η ανοχή των αστικών κομάτων και της αριστεράς, αρχικά, απέναντι στο ναζισμό και η σχετικά μακρά παράδοση του αντισημιτισμού στη Γερμανία και στην Ευρώπη ευνόησαν τους  εθνικοσοσιαλιστές αφηνοντας τους να κερδίσουν χρόνο, χώρο και να νομιμοποιηθούν ιδεολογικά στη συνείδηση του κόσμου. Τέλος σημαντικές είναι οι ευθύνες της κυρίρχης κοινωνωικής ελιτ που  στήριξαν, είτε εκλογικά όπως η παλιά αριστοκρατία, είτε οικονομικά, όπως συνέβει με τους γερμανούς βιομήχανους το χίτλερ#. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, η άνοδος του εθνικοσοσιαλιστικού κόματος ήταν το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης πολλών παραγόντων. Ωστόσο η τελική του εκτίναξη στο δεδομένο οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο, τροφοδοτήθηκε κυρίως από τον πολιτικό ανταγωνισμό των υπόλοιπων κομάτων και από το φόβο που προκαλούσε στους συντηρητικούς, πολιτικούς και οικονομικούς κύκλους, το σενάριο εγκαθίδρυσης κομουνιστικού καθεστώτος στη Γερμανία.

Η ελληνική πραγματικότητα

Ο παραλληρισμός της ελληνικής με τη  περίπτωση της δημοκρατίας της Βαϊμάρης προυποθέτει τη πρόσληψη του γερμανικού παραδείγματος με βάση το εξης σχήμα:  οικομική κρίση-εθνικισμός- άνοδος του ναζισμού. Στην περίπτωση της Ελλάδας, τα δεδομένα του προβλήματος παρουσιάζονται με τρόπο διαφορετικό. Στο επίπεδο της οικονομίας υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα με το εξωτερικό χρέος και η χώρα διανύει μια περιόδο βαθιάς εσωτερικής ύφεσης στο πλαίσιο μιας ευρύτερης παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Ομως η οικονομική κρίση στην Ελλάδα, είναι διαφορετικής ποιότητας και έντασης  από αυτή της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Εχει επίσης διαφορετικά αίτια. Σε αντίθεση με τη Γερμανία, το χρέος στην Ελλάδα δεν δημιουργήθηκε απο κανέναν πόλεμο, αλλά ήταν αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων των ελληνκών κυβερνήσεων. Επιπλέον, και αυτό είναι ίσως από τα σημαντικότερα σημεία, η εξυπηρέτηση του χρέους παραμένει ακόμα και τώρα στη συνείδηση της πλειοψηφίας των πολιτών νομιμοποιημένη. Σε αντίθεση με τη γερμανική κοινή γνώμη του μεσοπολέμου, οι πολίτες στην Ελλάδα, σε μεγάλο ποσοστό, παρότι αντιδρούν στις θεραπέιες σοκ που επιβάλλονται στη χωρα, γιατί θίγονται ζωτικά εργασιακά δικαιώματα, θεωρούν ότι το χρέος πρέπει να πληρωθεί.

 Πρόκειται για αντίφαση που οφείλεται στο ότι η ευθεία σύνδεση μεταξύ της αναγνώρισης κι αποπληρωμής του χρέους, και των μέτρων λιτότητας δεν έχει καταστεί ακόμα σαφής. Οι πολίτες, άνδρες και γυναίκες, μοιάζουν να ειναι έτοιμοι/ες να διαπραγματευτούν τη λιτότητα προς χάρην της ευρώπης και καθόλου έτοιμοι/ες να την απορρίψουν μαζί με το χρέος. Γιατί κάτι τέτοιο θα έθετε πιθανότατα τη χώρα εκτός κοινού νομίσματος. Κατά μια έννοια θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ανάλογα με το πόσα είναι διατεθειμένοι/ες να θυσιάσουν, διαμορφώνεται και η ψήφος τους απέναντι στα κόματα. Από την άλλη πλευρά το σύνολο των πολιτικών κομάτων μοιάζουν απόλυτα ενσωματωμένα  στο ευρωπαίκό σύστημα. Ακόμα και αυτά που αναπτύσουν αντιευρωπαϊκή ρητορική. Στη πραγματικότητα οι πολιτικές δυνάμεις του κοινοβουλίου, έχοντας αποδεχτεί τους κανόνες συμμετοχής της χώρας, τόσο στην ΕΕ όσο και στην ευρωζώνη δεν φαντάζουν ως απειλή για την ισχύουσα  κοινωνική και διαστρωματική τάξη πραγμάτων στο εσωτερικό. Απειλή δηλαδή ικανή να οδήγησει σταδιακά την άκρα δεξιά της χρυσής αυγής στην εξουσία. Κι αυτό γιατί, στο πλαίσιο της ΕΕ και ιδιαίτερα σε αυτό της ευρωζώνης οι επιμέρους εθνικές κοινωνικές και ταξικές διαστρωματώσεις, διαμορφώνονται πλέον ευρωπαϊκά, μέσα απο τη διακρατική διαπλοκή των ιδιωτικών οικονομικών συμφερόντων και των οικονομικών επιλογών που επιβάλλουν στα κράτη μέλη οι ευρωπαϊκές Συνθήκες και συμφωνίες. Επομένως στη συγκεκριμένη περίπτωση το σχήμα οικονομική κρίση - εθνικισμός –άνοδος της χρυσής αυγής δεν φαίνεται να επαληθεύεται στην ευρωπαίκή πραγματικότητα. Στο ευρωπαίκό σύστημα, η έννοια της εθνικής αστικής τάξης στην οποία η άκρα δεξιά έχει στο παρελθόν βασιστεί για να ανέβει στην εξουσία, έχει χάσει την αυτονομία και την αυτοτέλεια της. Δεν υπάρχει ως τέτοια για να συνδιαλλαγεί μαζί της

 Η στάση των πολιτικών κομάτων απέναντι στην Ευρώπη

Ειδικότερα για τη δεξιά, το ίδιο το πολιτικό πλαίσιο της Ευρωπης και της ευρωζώνης, με τη στενή διαπλοκή των ιδιωτικών οικονομικών συμφερόντων των ευρωπαϊκών κρατών, δεν μπορεί να αναδείξει  ηγέτες, εκπροσώπους μιας εγχώριας αστικής τάξης που έχουν συμφέροντα που θίγονται ώστε να πουν όχι στα μέτρα που επιβάλλονται. Μια τέτοια εξέλιξη θα πυροδοτούσε  κοινωνικές διεργασίες στο εωτερικό της χώρας που θα έθεταν ζητήματα εσωτερικής οικονομικής πολιτικής και αναδιανομής του εθνικού εισοδήματος. Ομως τα συμφέροντα της έγχωριας αστικής τάξης είναι σε μεγάλο βαθμό συμβατά με εκείνα των ευρωπαίων. Πρόκειται κυρίως για τα επιχειρηματικά εκείνα στρώματα που ευνοήθηκαν απο την υϊοθέτηση του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος. Είναι αυτές ακριβώς οι ομάδες συμφέροντων, η δράση των οποίων υπερβαίνει γεωγραφικά το εθνικό χώρο και αποτελούν μαζί με τις κοινωνικές ελιτ των άλλων κρατών μελών, τη σύγχρονη ευρωπαϊκή τάξη.  Χαρακτηριστικό του βαθμού της ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης των εσωτερικών πολιτικών δυνάμεων της Ελλάδας, είναι το γεγονός ότι και η χρυσή αυγή ακόμα, παρά τις εθνικιστικές  κορώνες περί εξόδου της χώρας απο το ευρώ, δεν αμφισβητεί επί της ουσίας την ευρωπαϊκή ένταξη της χώρας.  Για το λόγο αυτό, ενώ τα κείμενα τους βρίθουν  « λύσεων » για το μεταναστευτικό, δεν έχει παρουσιάσει το παραμικρό σχέδιο για την πρακτική υλοποίηση της αλλαγής του νομισματικού συστήματος ή τις προτάσεις της για τη παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας σε εθνική βάση.

Σε ότι αφορά τη κοινοβουλευτική αριστερά, η ηγεσία της φαίνεται απόλυτα προσηλωμένη στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. Της είναι αδιανόητο να φανταστεί ένα άλλο μέλλον για την Ελλάδα και πιθανόν για το λόγο αυτό να αρνείται  να καταρτίσει οποιαδήποτε στρατηγική αντιμετωπίσης   της ενδεχόμενης  εξόδου απο την ευρωζώνη, στην οποία αν συνεχιστεί η λιτότητα, μοιραία θα οδηγηθούμε. Το κκε είναι το μόνο κοινοβουλευτικό κόμα που θέτει σε αμφισβήτηση την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Ομως η εκλογική του συρίκνωση, η περιορισμένη του απήχηση στη κοινωνία και η υπερφυσική προσέγγιση που έχει,  σχετικά με την επιλογή του χρόνου κατα τον οποίο είναι δυνατή η επαναστατική αλλαγή,  δεν αρκούν για να πυροδοτήσουν την αντανακλαστική άνοδο της άκρας δεξιάς και της χρυσής αυγής, που τη περίοδο που διανύουμε μονοπωλεί το πολιτικό αυτό χώρο. 

Δημοκρατία της Bαϊμάρης: Τα όρια εξαγωγής του υποδείγματος

Σε ότι αφορά την ερμηνεία του φαινομένου στην Ελλάδα, οι δύο διαφορετικές ιστορικές πραγματικότητες μοιάζουν να καθιστούν μάλλον αδύνατη την εισαγωγή του γερμανικού ερμηνευτικού υποδείγματος. Από την άλλη πλευρά οι εκδηλώσεις του φαινομένου παρουσιάζουν πράγματι κοινά μεταξύ τους. Αλλά τα κοινά αυτά  έχουν κάποια όρια στην εξέλιξη τους. Ετσι,  στην Ελλάδα έχουμε επισόδεια ρατσιστικής βίας, συγκρίσιμα με κάποια από αυτά που συναντήσαμε σε μεγαλύτερη έκταση στη περίπτωση της Βαϊμάρης, εναντίον εβραίων και άλλων ομάδων. Εχουμε επισόδεια επικίνδυνης όξυνσης του ρατσισμού, που εκφράζονται με τις καθημερινές δολοφονικές επιθέσεις κατά των μεταναστών, των ομοφυλόφιλων, επιθέσεις λεκτικές στη περίπτωση των ατόμων με ειδικές ανάγκες, ή και  με τη άσκηση βίας κατά των πολιτκών αντιπάλλων. Σαν σύνολο όμως οι δύο περιπτώσεις ερμηνευτικά, τόσο στις αιτίες όσο και στις εκδηλώσεις του φαινομένου, δεν είναι ισοδάναμες. Και ούτε μπορούν να συγκριθούν ως τέτοιες.

Για το λόγο αυτό η μεταφορά του γερμανικού παράδειγματος δεν μας βοηθά  να εξηγήσουμε σε βάθος την άνοδο της χρυσής αυγής στην Ελλάδα. Υπο αυτό το πρίσμα δεν αποτελεί παρά μια εκ των υστέρων προβολή  του ναζισμού της περιόδου του μεσοπολέμου στο σήμερα.  Το εγκαθιδρυμένο  ευρωπαϊκο ιδεώδες και η παγκοσμιοποίηση, εξακολουθούν να λειτουργούν  την εποχή της κρίσης  ως  ανάχωμα όχι του εθνικισμού ή της αναβίωσης του ναζισμού, γιατι αυτά καταφέρνουν κι επιβίωνουν. Ως ανάχωμα στην πρόσληψη της οικονομίας και των κοινωνικό οικονομικών σχέσεων με όρους έθνους κράτους. Η μεταφορά της άσκησης οικονομικής πολιτικής απο τα εθνικά και δημοκρατικά εκλεγμένα στα ευρωπαϊκά γραφειοκρατικά όργανα, δημιουργεί νέου τύπου συνθήκες οι οποίες, ειδικά όταν οι πολιτικές που εφαρμόζονται παράγουν ανεργία, θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν ακροδεξιά αντανακλαστικά με απρόβλεπτες συνέπειες. Για λόγους όμως διαφορετικούς από τη κοινωνική δυσαρέσκεια ή την απειλή της κομουνιστικής αριστεράς στο εσωτερικό της χώρας και μέσα απο διαδικασίες τελείως άγνωστες στη Γερμανία του μεσοπολέμου.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: