Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

Οι έννοιες της Τάξης, της Εμπειρίας και του Πολιτισμού στην Ιστοριογραφία και η συγκρότηση της εργατικής τάξης στη Γαλλία



του Γιώργος Καψωμένος στο Φεβρουαρίου 25, 2008 
1. Εισαγωγή
Ο ταξικός σχηματισμός, δηλαδή η διαδικασία, οι συνθήκες-προϋποθέσεις, οι διαμορφωτικοί παράγοντες και οι μορφές της συγκρότησης των κοινωνικών τάξεων, ως ιδιαίτερης μορφής κοινωνικών ομαδοποιήσεων, αποτελεί ένα από τα κυριότερα θέματα και ανοιχτά προβλήματα της ιστοριογραφίας, της κοινωνικής θεωρίας και της πολιτικής και οικονομικής επιστήμης της νεώτερης εποχής. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός πως το φαινόμενο της ανάδυσης κοινωνικών τάξεων, συνεπώς και η εξήγηση και ερμηνεία του, εμπλέκει και αφορά καίριας σημασίας ιστορικά γεγονότα και διεργασίες, μεγάλης και μικρής ταυτόχρονα κλίμακας, για τη διαμόρφωση της νεώτερης και της σύγχρονης εποχής, όπως η Βιομηχανική Επανάσταση, η διάσπαση των παλαιών μοναρχιών, η Γαλλική Επανάσταση, η δημιουργία του Έθνους-Κράτους. Σημαντικό παράγοντα για τη διατήρηση στο προσκήνιο της ιστοριογραφικής και θεωρητικής συζήτησης του θέματος του ταξικού σχηματισμού συνιστά επίσης το γεγονός πως ένας ταξικός λόγος ή ένας λόγος για τη τάξη συνεχίζει σήμερα να πληροφορεί τον πολιτικό διάλογο, την συνδικαλιστική οργάνωση, τη κοινωνική διάδραση, την σκέψη και τις πρακτικές πολλών ανθρώπων τόσο στις ανεπτυγμένες όσο και στις αναπτυσσόμενες ή υπανάπτυκτες χώρες στα πλαίσια ενός οικονομικά, πολιτικά, επικοινωνιακά και πολιτισμικά παγκοσμιοποιημένου περιβάλλοντος. Ακόμη, ιδιαίτερα σημαντική συμβολή στη δυναμική της συζήτησης για τη τάξη, πέραν του ιστορικού-θεωρητικού ενδιαφέροντος, της σημασίας και των επιπτώσεων του λόγου για την τάξη στις σύγχρονες διεργασίες και εξελίξεις, έχουν προσδώσει οι θεωρητικές και επιστημολογικές ανακατατάξεις στο εσωτερικό των ιστορικών, πολιτικών-οικονομικών, κοινωνιολογικών και ανθρωπολογικών πειθαρχιών, οι οποίες έχουν προκύψει στα πλαίσια των ερευνών τους σε παρελθοντικό και συγχρονικό επίπεδο σε συνάφεια με τα δεδομένα που θέτουν οι δύο προηγούμενες κατευθύνσεις στη συζήτηση αυτή, αλλά και στα πλαίσια ενός διευρυνόμενου διαλόγου, θετικού και αρνητικού μεταξύ αυτών των πειθαρχιών. Στην Ιστορία η κοινωνιολογική προσέγγιση υποχώρησε σταδιακά καθώς η έρευνα κινήθηκε προς τις νέες κατευθύνσεις της πολιτικής και του πολιτισμού, στην Κοινωνιολογία σημειώθηκε μια μετατόπιση από στατικές-λειτουργιστικές σε ιστορικές και πολιτισμικές προσεγγίσεις, ομοίως και στην Πολιτική Οικονομία, ενώ στην Ανθρωπολογία αναδείχθηκαν οι διαστάσεις της ιστορικότητας της κοινωνίας και του πολιτισμού και των πολιτικών, συμβολικών σχέσεων ισχύος[1]. Καθοριστική σε όλο το εύρος των κοινωνικών επιστημών ήταν η κριτική επίδραση της φεμινιστικής θεωρίας και της μεταδομιστικής προσέγγισης που ανασύνταξαν τις καθιερωμένες επιστημολογικές αντιλήψεις (ή επικλήσεις) περί αντικειμενικότητας και ενιαίου ανθρώπινου υποκειμένου.
Η επιστημονική αναζήτηση για γενικές προτάσεις, νομοτέλειες και επιδραστικούς παράγοντες έχει αναδείξει τρία κεντρικά πεδία εντάσεων που διατρέχουν το πεδίο της θεωρίας των κοινωνικών επιστημών: συνέχεια / αλλαγή, περιορισμός / αυτονομία, υλισμός / ιδεαλισμός. Βασικό πρόβλημα έχει αποτελέσει η εξήγηση της ταυτόχρονης αλλαγής και συνέχειας της ανθρώπινης κοινωνίας, της ανθεκτικότητας των δομών στα πλαίσια της ρευστής καθημερινής πρακτικής, δραστηριότητας και αλληλεπίδρασης, ο εντοπισμός των δυνάμεων αδράνειας και μετασχηματισμού των κοινωνικών και πολιτισμικών μορφών. Αυτή η συζήτηση εκφέρεται με όρους ντετερμινισμού / αυτονομίας, δομής / δράσης, ορθολογικότητας / πολιτισμού και συνδέεται στενά με το ζήτημα των σχέσεων εξουσίας που δομούν και επενεργούν εντός της κοινωνικής διαδικασίας καθορίζοντας τόσο την διατήρηση όσο και τον μετασχηματισμό των κοινωνικών δομών. Τέλος, έρχεται στο προσκήνιο η διαμάχη μεταξύ των υλιστικών και ιδεαλιστικών φιλοσοφικών παραδόσεων ως προς το ποιόν της υποκείμενης δύναμης που ορίζει τη γένεση, την αναπαραγωγή, την αλλαγή, τη μορφή και τα γνωρίσματα της κοινωνίας και του πολιτισμού: είναι οι γνωστικές μορφές της νόησης, η ανθρώπινη επιθυμία και βούληση ή η υλική πραγματικότητα, οι οικονομικές σχέσεις που ορίζουν τη παραγωγή, προμήθεια και κατανάλωση υλικών, κοινωνικών αγαθών;
Οι όροι της τάξης, της εμπειρίας και του πολιτισμού συμπυκνώνουν τους άνωθεν προβληματισμούς και οι τρόποι εννοιολόγησης και συσχέτισής τους αντανακλούν την πορεία από την Κοινωνική στη Νέα Κοινωνική Ιστορία και στη Πολιτισμική Ιστορία και προσδιορίζουν τις ερωτήσεις και τις αντίστοιχες απαντήσεις που κάθε προσέγγιση έθεσε και έδωσε στο πρόβλημα του ταξικού σχηματισμού.
2. Η Κοινωνική Ιστορία και η Μαρξιστική παράδοση
Ο Μαρξ παραλαμβάνοντας αυτό που στην φιλοσοφία συνέλαβε πρώτος ο Ηράκλειτος, πως οι μεταβολές της ποιότητας δεν είναι ανεξάρτητες από τις μεταβολές της ποσότητας, στη βάση αφενός μιας υλιστικής, αντι-μεταφυσικής προσέγγισης και αφετέρου μιας διαλεκτικής μεθόδου ανάλυσης και μιας αντίληψης περί συνεχούς και αδιάλειπτου μετασχηματισμού και κίνησης της πραγματικότητας, προέβαλε το επιχείρημα ότι ορισμένα ποσοτικά στοιχεία στην οικονομική τάξη προκαλούν, ωθούν προς μια ποιοτική αλλαγή στην διάταξη της κοινωνίας. Η αύξηση δηλαδή της φτώχειας, της εξάρτησης, της εκμετάλλευσης οδηγεί σταδιακά σε εντατικοποίηση και ενίσχυση του ρόλου των εργατικών δυνάμεων και η δυναμική αυτή οδηγεί προς ένα μετασχηματισμό της κοινωνικής δομής[2].
Αυτές οι δύο συσχετιζόμενες κατηγορίες, της ποσότητας και της ποιότητας, αντανακλούν εκείνες του αντικειμένου και υποκειμένου που βρίσκονται σε σχέση διαλεκτικής ενότητας και αμοιβαίου μετασχηματισμού. Οι φιλοσοφικές κατηγορίες που δηλώνουν αυτή την αμφίδρομη σχέση και επίδραση, κατά τη διαδικασία της οποίας μεταβάλλονται ποιοτικά και το υποκείμενο και το αντικείμενο, είναι η εξαντικειμένωση και ηαπαντικειμένωση (εξωτερίκευση και εσωτερίκευση μελετώμενες σε ατομικό επίπεδο). Κατά τη διαδικασία της εξαντικειμένωσης οι δυνάμεις, ικανότητες και σκέψεις του ανθρώπου μετασχηματίζονται σε προϊόντα που έχουν αντικειμενική ύπαρξη (και αξία) και δημιουργούν το υλικό και πνευματικό βιοτικό του περιβάλλον, έναν κοινωνικό κόσμο. Κατά τη διαδικασία της απαντικειμένωσης ο άνθρωπος προσκτάται το αντικείμενο, την ουσία, τις ιδιότητες και τη «λογική» του και τα οικειοποιείται. Έτσι απαντικειμενοποιεί τα φυσικά και πολιτισμικά, κοινωνικά φαινόμενα που αφομοιώνονται υποκειμενικά, συγκροτώντας «έναν κόσμο σ’ έναν κόσμο»[3]. Κοινωνικό Είναι και Κοινωνική Συνείδηση, βρίσκονται λοιπόν σε σχέση δομικής ομολογίας.
Οι κατηγορίες και οι συσχετίσεις της ποσότητας-ποιότητας, αντικειμένου-υποκειμένου προσδιορίζουν και την μαρξιστική εννοιολόγηση της κοινωνικής τάξης με διττό τρόπο: ως αντικειμενικά προσδιορίσιμη οικονομική-κοινωνική κατηγορία με βασικό κριτήριο διαφοροποίησης τις σχέσεις προς τα μέσα παραγωγής και ως υποκειμενικά διαμορφωμένη συνείδηση της ταξικά προσδιορισμένης θέσης στην οικονομική και κοινωνική δομή, που πληροφορεί, οργανώνει και κινητοποιεί τη πολιτική δράση με ταξικό περιεχόμενο και στόχους[4].
Στην μαρξιστική θεωρία η υλική πραγματικότητα, οι ρυθμίσεις του πεδίου της οικονομίας που ορίζουν την παραγωγή, την κυκλοφορία και την πρόσβαση σε υλικά – κοινωνικά αγαθά, καθορίζουν τη διάταξη των κοινωνικών σχέσεων, την οργάνωση των κοινωνικών και συμβολικών διακρίσεων μεταξύ ομάδων ανθρώπων και τις σχέσεις εξουσίας εντός της κοινωνίας. Ο αντικειμενιστικός προσδιορισμός αυτών των διατάξεων και κατηγοριών – που θέτει βέβαια το ερώτημα του κατά πόσο, ακόμη και από οικονομική σκοπιά, είναι αυστηρά οριοθετημένες αυτές οι τάξεις – συνεπάγεται και τον προσδιορισμό των αντικειμενικών συμφερόντων των μελών των κοινωνικών αυτών κατηγοριών[5], που στο επίπεδο της συνείδησης λειτουργούν ως παράγοντας ενοποίησης και ως κινητήριες δυνάμεις δράσης. Τα υποκείμενα, λοιπόν, βιώνουν την καπιταλιστική διάταξη των κοινωνικών σχέσεων τόσο στο πεδίο της εργασίας όσο και εκτός αυτού. Η δραστηριότητα της εργασίας, ωστόσο, ο χώρος εργασίας και οι εργασιακές σχέσεις, συνιστούν το βασικό πεδίο συγκρότησης της συνείδησης ως νοητικής αναπαράστασης της πραγματικότητας των παραγωγικών και κοινωνικών σχέσεων ∙ η αιτιώδης αρχή των κοινωνικών σχέσεων γίνεται έτσι και τόπος, «μήτρα» όπου κυοφορείται και γεννιέται η ταξική συνείδηση.
Η εμπειρία στο μαρξιστικό λεξιλόγιο μπορεί να νοηθεί ως διαδικασία ή επίπεδο διαδικασίας για τη νοητική ανασύσταση της πραγματικότητας με αφετηρία την κατ’ αίσθηση αντίληψη. Έχει, λοιπόν ένα ισχυρό ρεαλιστικόπροσανατολισμό που συνδυάζει στοιχεία αιτιακών θεωρήσεων της γνώσης[6], σύμφωνα με τις οποίες νοητικές καταστάσεις αντιστοιχούν σε εξωτερικές καταστάσεις πραγμάτων, και ορθολογιστικών θέσεων για την αναστοχαστική λειτουργία της νόησης στο επίπεδο του λόγου, η οποία ανασυγκροτώντας τα διανοητικώς μεσολαβημένα αισθητηριακά δεδομένα, επιστρέφει στο εγνωσμένο επιμέρους και δίνει διέξοδο στην πρακτική δραστηριότητα[7]. Η ρεαλιστική θεώρηση της γνώσης θεμελιώνει και συμπληρώνει την σύνδεση μεταξύ της αντικειμενικής ρύθμισης και διάταξης των κοινωνικών σχέσεων, των αντικειμενικά, ταξικά διαφοροποιημένων συμφερόντων, και της συνείδησης αυτής της πραγματικότητας, της νοητικής αναπαράστασής της, που φέρει κινητήρια ισχύ πρακτικής δράσης για τον μετασχηματισμό της.
Το εννοιολογικό πλαίσιο της ρεαλιστικής γνωσιολογικής προσέγγισης, καθορίζει και τον ορισμό της απόκλισης από την ρεαλιστική αναπαράσταση ως «ψευδούς συνείδησης», ως ιδεολογίας. Η εννοιολόγηση τουπολιτισμού ως ιδεολογίας, ως συστήματος ιδεών, πεποιθήσεων και ανθρώπινων σχέσεων που προβάλλονται στον κόσμο και πραγμοποιούνται ως ανεξάρτητα από τον ανθρώπινο παράγοντα, συνιστά μια δημοφιλή τάση εντός του μαρξιστικού παραδείγματος που κατευθύνει τη μελέτη στην ανάλυση της λειτουργίας διαφόρων πολιτισμικών φαινομένων στην αναπαραγωγή της οικονομικής και κοινωνικής δομής. Μια άλλη χρήση του όρου του πολιτισμού στην μαρξιστική ανάλυση είναι η αναφορά συνολικά στον κοινωνικο-οικονομικό σχηματισμό ή ακόμη σε μια διάσταση της κοινωνικής ζωής, διακριτή αλλά στενά συνδεδεμένη με την οικονομικο-κοινωνική δομή, μια σφαίρα δημιουργικής πράξης (philosophy of praxis) ουσιαστικά επαναστατικής καθώς, ενώ ως εποικοδόμημα βασίζεται η ίδια σε μια διάταξη του οικονομικού και κοινωνικού, συνιστά μέσο και διαδικασία πραγμάτωσης της ταξικής συνείδησης[8].
Η Κοινωνική Ιστορία βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στις παραδοχές της μαρξιστικής κοινωνικής θεωρίας για τις κοινωνικές τάξεις και τον κοινωνικό μετασχηματισμό και οι κύριες ερευνητικές κατευθύνσεις που έθεσε ανταποκρίνονταν στα δύο επίπεδα συγκρότησης της κοινωνικής τάξης:
1) Η ιστορία του εργατικού κινήματος διερευνούσε την οργανωμένη πολιτική και συνδικαλιστική δράση φορέων που επικαλούνταν την εκπροσώπηση της εργατικής τάξης, κατ’ αντιστοιχία του υποκειμενικού επιπέδου της κοινωνικής τάξης, της ταξικής συνείδησης και δράσης, ενώ 2) η ιστορία που ανίχνευε τους όρους και τις συνθήκες εμφάνισης της εργατικής τάξης στις οικονομικές διαδικασίες και τις συνθήκες εργασίας με μακροσκοπική οπτική ανάλυσης, εκκινούσε από την έννοια της τάξης ως αντικειμενικού κριτηρίου ταξινόμησης.
Οι ιστορικές μελέτες που διεξήχθησαν στην Ευρώπη βάσει αυτού του παραδείγματος, αλλά και η ίδια η ιστορία των εργατικών κινημάτων κατέδειξαν αποκλίσεις από τις αρχές και τις προβλέψεις, από τα αναμενόμενα δεδομένα, όπως είχαν σκιαγραφηθεί από τη μαρξιστική κοινωνική θεωρία, με καίριο παράδειγμα την «ελλιπή» επαναστατική πολιτική συνείδηση και δράση των εργατικών ενώσεων. Αυτά τα δεδομένα με τη σειρά τους τροφοδότησαν έρευνες που στράφηκαν – σύμφωνα με την διχοτομική λογική της «απόκλισης» – στην διερεύνηση, αφενός, των παραγόντων που παρεμπόδισαν την ανάπτυξη επαναστατικής ταξικής συνείδησης και αφετέρου, των παραλλαγών στις οικονομικές διαδικασίες που διαμόρφωσαν διαφορετικές εργασιακές και κοινωνικές συνθήκες, συνεπώς και διαφορετικές μορφές και περιεχόμενο συνείδησης. Στην πρώτη περίπτωση ανήκει η διερεύνηση της λενινιστικής θέσης περί «εργατικής αριστοκρατίας», που αναδεικνύει την εσωτερική διαφοροποίηση των οικονομικών συμφερόντων διαφόρων κατηγοριών εντός της εργατικής τάξης, ενώ στην δεύτερη περίπτωση η μελέτη της διαδικασίας προλεταριοποίησης[9]. Το θεωρητικό μοντέλο της προλεταριοποίησης που ανιχνεύει τις αντιδράσεις των εργατών στην διαδικασία επέκτασης των καπιταλιστικών σχέσεων, της υπαγωγής τους δηλαδή σε σχέσης μισθωτής εργασίας, μπορεί να ενταχθεί και στο πλαίσιο της Νέας Κοινωνικής Ιστορίας, ανάλογα και με την εκδοχή του, θεωρητικά, ωστόσο τοποθετείται εγγύτερα στο κλασικό μαρξιστικό παράδειγμα, ενώ καταδεικνύει και το ζήτημα των συνεχειών και των ασυνεχειών στην αλλαγή επιστημονικού παραδείγματος.
3. Η Νέα Κοινωνική Ιστορία και Θεωρητικές Ανακατατάξεις
Η θεώρηση της κοινωνικής τάξης ως αντικειμενικής πραγματικότητας, αυστηρά οριοθετημένης από τις άλλες τάξεις και εσωτερικά αδιαφοροποίητης, με αντικειμενικά προσδιορίσιμα συμφέροντα, και της οικονομικής πραγματικότητας ως καίριου παράγοντα διαμόρφωσης της κοινωνικής ζωής, δέχθηκε κριτική τόσο εκ των έσω όσο και από μη μαρξιστικές τοποθετήσεις, στα πλαίσια ευρύτερων θεωρητικών ανακατατάξεων. Εντός του ίδιου πλαισίου αμφισβητήθηκαν η ρεαλιστική σύλληψη της γνώσης που συνδέει την αντικειμενική πραγματικότητα με την υποκειμενική συνείδηση, η θεωρούμενη προτεραιότητα της διατεταγμένης εργασιακής δραστηριότητας και των εργασιακών σχέσεων για την συγκρότηση της ταξικής συνείδησης, καθώς και ο τελεολογισμός της μεταφοράς καθαυτών των αντικειμενικών διχοτομικών οικονομικών και κοινωνικών διακρίσεων στο πεδίο της πολιτικής, και η πρόσδωση σ’ αυτές επαναστατικού περιεχομένου. Τέλος, ο προσδιορισμός του πολιτισμού είτε ως ηγεμονικής ιδεολογίας (σημαίνοντας την ρήξη αντικειμενικότητας – συνείδησης), είτε ως δημιουργική εμπρόθετη πρακτική δραστηριότητα (σημαίνοντας την ταύτιση και πραγμάτωση της ταξικής πραγματικότητας-συνείδησης-δράσης), θεωρήθηκε ιδιαίτερα στενός, με περιορισμένη αναλυτική χρησιμότητα.
Αυτές οι ανασημάνσεις και αναθεωρήσεις συνδέονται αφενός με την επίδραση και την αυξανόμενη επιρροή δομιστικών, ερμηνευτικών και συμβολικών θεωρητικών προσεγγίσεων με προέλευση την φιλοσοφία, την ανθρωπολογία και την γλωσσολογία, κι αφετέρου με τα δεδομένα και τα πορίσματα της ιστορικής έρευνας που έθεσαν υπό αμφισβήτηση καθιερωμένες παραδοχές. Η μαρξιστική κοινωνική θεωρία χρειάστηκε να εξηγήσει την παρατηρούμενη ανομοιογένεια και οικονομική διαφοροποίηση των εργατικών δυνάμεων που παρήγαγε η διαδικασία προλεταριοποίησης και έθετε πιεστικά το πρόβλημα της ενότητας ή ενοποίησης της εργατικής τάξης, ενώ παράλληλα το αυξανόμενο ενδιαφέρον για τον πολιτισμό και τις συμβολικές διαστάσεις της κοινωνικής ζωής εισήγαγε νέα εννοιακά εργαλεία και μετατόπισε τις κατευθύνσεις έρευνας από το αυστηρά οικονομικό στο κοινωνικό και κυρίως στο πολιτισμικό και πολιτικό πεδίο.
Κεντρική μορφή και συγγραφέας του έργου που σήμανε την αφετηρία της Νέας Κοινωνικής Ιστορίας είναι ο E.P. Thompson και βασικό του ιστορικό έργο το The Making of the English Working Class[10]. Θεμελιώδης επίδραση στην οπτική και τη συγγραφή του έργου διαφαίνεται ένας φαινομενολογικός υποκειμενισμός που φέρνει τον Thompson σε άμεση ρήξη με τις αντικειμενιστικές δομικές αναλύσεις και τη χρήση αποκλειστικά ποσοτικών μεθόδων και εργαλείων για τη μελέτη και εξήγηση του ταξικού σχηματισμού. Υπό αυτή την έννοια, το έργο του Thompson συνιστά ενός είδους επιστροφή στον Marx και το πρώιμο έργο του ως προς την επανεισαγωγή του υποκειμενικού παράγοντα στη μελέτη των ιστορικών κοινωνικών διαδικασιών[11].
Στη βάση της φαινομενολογικής έμφασης στην υποκειμενική συνείδηση, ο Thompson αντιτίθεται στις αντικειμενιστικές στατικές και κατηγορικές αναλύσεις της πραγματικότητας, η οποία θεωρούν πως έχει μια δομή εξωτερικά ορατή και μετρήσιμη και την οποία προσπαθούν να συλλάβουν ανεξάρτητα από τις ανθρώπινες αναπαραστάσεις ή υπάγοντας τες σε μια αυστηρή συστημική λογική, μεταπίπτοντας έτσι από το μοντέλο στη πραγματικότητα. Με τον τρόπο αυτό υποστασιοποιούν τις δομές και τούς προσδίδουν την ικανότητα να δράσουν ως υποκείμενα[12] με εξωτερικά και αντικειμενικά προσδιορίσιμο (και προκαθορισμένο) τρόπο[13]. Ταυτόχρονα, αντιπαρατίθεται σε κοινωνιολογικές προσεγγίσεις που προσπαθούν να συναγάγουν από το δίκτυο των κοινωνικών διαδράσεων τις υποκειμενικές δράσεις και να προσδιορίσουν το νοηματικό τους περιεχόμενο[14]. Και οι δύο αυτές προσεγγίσεις συνιστούν μια αφαίρεση από την πραγματικότητα, από τις ιστορικές σχέσεις όπως είναι ενσωματωμένες σε πραγματικά πρόσωπα που συσχετίζονται και αλληλεπιδρούν σε πραγματικά συμφραζόμενα. Επιχειρηματολογώντας υπέρ της μη αναγωγής της συνείδησης και της δράσης σε εξω-υποκειμενικές νομοτέλειες και υπέρ της σαφώς προσδιορισμένης ιστορικότητας των σχέσεων, των προσώπων και των νοημάτων που τα πρόσωπα αυτά παρήγαγαν στις μεταξύ τους σχέσεις, ο Thompson μπορεί να τοποθετηθεί εντός μιας παράδοσης ερμηνευτικής ανάλυσης[15] που ξεκινάει από τον Schleiermacher τον 18ο και συνεχίζεται με τον Dilthey τον 19ο αιώνα και τον Husserl τον 20ο.
Στο έργο του υιοθετεί ένα διττό σύστημα εξήγησης – με μαρξιστικές καταβολές και αναφορά στο οικονομικό πεδίο – και ερμηνείας – που αντλεί από την παράδοση της ερμηνευτικής και της φαινομενολογίας. Αυτή η θεωρητική και αναλυτική διττότητα αντανακλάται στη χρήση των όρων «εμπειρία» και «συνείδηση». Η εμπειρία στο έργο του Thompson μπορεί να νοηθεί ως μεσολαβητικό στάδιο[16] μεταξύ πραγματικότητας και συνείδησης, ως κενός πίνακας εγγραφής των αισθητηριακών δεδομένων (the raw material of experience[17]) και ως καθοριζόμενης, συνεπώς, από τις υλικές και κοινωνικές συνθήκες ζωής, από το αντικειμενικό και δομικό επίπεδο. Η εμπειρία, λοιπόν, επιτελεί έναν διπλό ρόλο: αφενός συνιστά το πεδίο καταγραφής και πρόσληψης της ιστορικής πραγματικότητας καθαυτής, και αφετέρου τον φορέα διάθεσης των δεδομένων στην συνείδηση προς επεξεργασία, με τρόπο όμως ώστε η τελευταία να διακρίνεται και να αυτονομείται από τον δομικό επικαθορισμό, ορίζοντας όμως το αντικείμενο εφαρμογής της, της προθετικότητάς της, και εξασφαλίζοντας τη στενή της σύνδεση με την πραγματικότητα, τον αντικειμενικό κόσμο. Σε αντίθεση, λοιπόν, με την εμπειρία, η συνείδηση συνιστά τον ενεργητικό φορέα σκέψης και δράσης που διαχειρίζεται τους όρους που θέτουν οι σχέσεις παραγωγής στην οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων, το υλικό της εμπειρίας, την οποία συγκροτεί νοηματικά και τη μετασχηματίζει σε αξιακά συστήματα, ιδέες, παραδόσεις, πρακτικές και θεσμούς, παρεμβαίνοντας έτσι δραστικά στην αντικειμενική πραγματικότητα[18]. Κατά το πρότυπο του Husserl, η συνείδηση συνιστά την έδρα της νοητικής και πρακτικής προθετικότητας, το «υπερβατολογικό εγώ», που υπάρχει ως υποκείμενο και ποτέ ως αντικείμενο, ως ενεργό ατομικό υποκείμενο «μέσα στο οποίο δημιουργούνται διαδοχικά τα αντικείμενα της επίγνωσης και ενοποιούνται χάρη στην οργανωτική του δύναμη»[19]. Συνεπώς, στο έργο του Thompson θα πρέπει να διακριθεί η εμπειρία από την βιωμένη εμπειρία, το βιωμένο νόημα του κοινωνικού κόσμου που προϋποθέτει την επενέργεια της συνείδησης και την εφαρμογή των ταξινομικών κατηγοριών της στο υλικό της εμπειρίας.
Η κοινωνική τάξη για τον Thompson προκύπτει, λοιπόν, στη διατομή επικαθορισμού (conditioning[20]), επενέργειας δηλαδή των οικονομικών παραγόντων διαμόρφωσης της πραγματικότητας και της εμπειρίας, καιδράσης, ενσυνείδητης δηλαδή εμπρόθετης δραστηριότητας οργανωμένης και οργανωνόμενης από τα ενεργήματα της συνείδησης. Συνιστά ένα ιστορικό φαινόμενο, μια ιστορικά προσδιορισμένη διαδικασία «ενοποίησης ενός αριθμού διαφορετικών και φαινομενικά ασύνδετων γεγονότων, τόσο στο ακατέργαστο υλικό της εμπειρίας, όσο και στη συνείδηση»[21]: «προκύπτει όταν ορισμένοι άνθρωποι (men=άνδρες), ως αποτέλεσμα κοινών εμπειριών, αισθάνονται και διατυπώνουν την ταυτότητα των συμφερόντων μεταξύ τους και ενάντια σε άλλους ανθρώπους, των οποίων τα συμφέροντα είναι διαφορετικά (και συνήθως αντίθετα) από τα δικά τους». Ο ταξικός σχηματισμός, ενώ δηλαδή προϋποθέτει ορισμένες κοινωνικο-οικονομικές διεργασίες που διαφοροποιούν τις συνθήκες διαβίωσης για τα μέλη μιας κοινωνίας, συνεπώς και τις εμπειρίες τους από την πραγματικότητα αυτή, ορίζεται πάντα από τα ενεργήματα και το περιεχόμενο της συνείδησης. Αν οι οικονομικοί μετασχηματισμοί μπορούν να μελετηθούν και να εξηγηθούν με οικονομικούς και αντικειμενικούς όρους, η λειτουργία και τα προϊόντα της συνείδησης δεν μπορούν να υπαχθούν στις ίδιες διεργασίες και να μελετηθούν με τους ίδιους όρους ∙ επομένως, δεν μπορεί να συναχθεί κάποιος οικουμενικός νόμος για τις ακριβείς συνθήκες εμφάνισης της τάξης, το περιεχόμενο της ταξικής συνείδησης, του ταξικού συμφέροντος, της πολιτικής οργάνωσης και πολιτικής δράσης. Η τάξη, λοιπόν, συνιστά έναν κοινωνικό καιπολιτισμικό σχηματισμό, που ορίζεται πάντοτε από την συνείδηση, όπως τυχόν ορίζεται, στις εκάστοτε ιστορικές σχέσεις και ιστορικά οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα.
Η φαινομενολογική θεώρηση προσδιορίζει μια ιδιογραφική προσέγγιση στην ανάλυση του ταξικού σχηματισμού, η οποία – με κοινή αφετηρία τις αναλύσεις του Schleiermacher και του Dilthey, οι οποίοι υποστήριξαν την ανάγκη διαχωρισμού μεταξύ φυσικών και ανθρωπιστικών επιστημών και πως το εγχείρημα της κατανόησης συνίσταται σε αναζήτηση λόγων παρά αιτιών – παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με την πολιτισμική και ερμηνευτική προσέγγιση των Boas και Geertz στη μελέτη του πολιτισμού. Η σύλληψη της ιθαγενούς σκοπιάς στο έργο των τελευταίων βρίσκει το ισοδύναμό του στην κατανόηση εκ των έσω, της συνειδησιακής πράξης, στο έργο του Thompson και στην έμφαση στην «βιωμένη εμπειρία» των εργατών και την «εργατική κουλτούρα». Σημαντικό επίσης κοινό στοιχείο στις προσεγγίσεις των Dilthey, Thompson, Boas-Geertz συνιστά μια καντιανή γνωσιολογική προσέγγιση, η οποία διαχωρίζει ανάμεσα στον κόσμο όπως είναι και στον κόσμο όπως φαίνεται, δηλαδή όπως γιγνώσκεται (όπως μπορεί να γνωσθεί) από το υποκείμενο. Σε αντίθεση, ωστόσο με τον Kant, οι κατηγορίες που συγκροτούν την εμπειρία και οργανώνουν τη δράση των υποκειμένων δεν είναι a priori, αλλά οι ίδιες είναι πολιτισμικά συγκροτημένες, συνιστούν προϊόν διαλόγου με τους άλλους ανθρώπους και με τον κόσμο, και η συγκρότηση, πρόσληψη και χρήση τους συνιστούν δημόσια κοινωνικά γεγονότα[22]. Αν και ο διάλογος αυτός διέπεται από μια γνώσιμη λογική, το αποτέλεσμα του διαλόγου αυτού δεν είναι προκαθορισμένο, καθότι η γνώση δεν συγκροτείται κατ’ αντιστοιχία ή αντανάκλαση του κοινωνικού κόσμου και οι κατηγορίες της συνείδησης δεν μπορούν εξηγήσουν τον κόσμο, αλλά μόνο να τον προικίσουν με νόημα. Το νόημα αυτό παράγεται, τόσο για τον Thompson όσο και για τον Geertz, στη διατομή κοινωνικού κόσμου και των προσπαθειών των ανθρώπων να τον κατανοήσουν, απηχώντας και πάλι τη θέση του Dilthey πως ο κόσμος παρουσιάζεται στα υποκείμενα ως «έτοιμος για δράση», από την οπτική της δικής τους ελευθερίας καθώς πλάθουν νοηματικά τον κόσμο με τρόπο ώστε να ευθυγραμμίζεται με τα λογικά τους σχέδια[23]. Έτσι, λοιπόν, για τον Thompson και τους εκπροσώπους της Νέας Κοινωνικής Ιστορίας, η κοινωνική τάξη θα πρέπει να νοηθεί ως προϊόν «των προσπαθειών των εργατών να κατανοήσουν τις νέες κοινωνικές συνθήκες στις οποίες βρίσκονται και μέσω συλλογικής άσκησης ισχύος να διατηρήσουν ή να αμφισβητήσουν αυτές τις σχέσεις σε κάθε φάση της κοινωνικής ζωής»[24].
Ο πολιτισμός στη Νέα Κοινωνική Ιστορία μπορεί να θεωρηθεί πως αναφέρεται σε μια αυτόνομη συμβολική διάσταση της κοινωνικής ζωής, υπό την έννοια της λειτουργίας της συνείδησης για την κατασκευή νοημάτων σε σχέση με τον κόσμο και τους άλλους ανθρώπους που δεν υπόκειται σε νόμους και αναγωγές, χωρίς όμως να συνίσταται αποκλειστικά και επακριβώς σε ένα «σύστημα σημασιών και συμβόλων» κατά τον Geertz. Παράλληλα, οι μαρξιστικές καταβολές και όψεις της θεώρησης της Νέας Κοινωνικής Ιστορίας συνδέουν την έννοια του πολιτισμού με το κοινωνικό και πολιτικό πεδίο, προσδίδοντάς της μεγαλύτερη περιεκτική ευρύτητα ως έναν ολικό τρόπο ζωής.
Σε συμφωνία με το διττό θεωρητικό πλαίσιο του έργου του Thompson, οι μελέτες της Νέας Κοινωνικής Ιστορίας, που εγκαινίασε μαζί με τον Hombsbawm, κινήθηκαν προς δυο ερευνητικές κατευθύνσεις: 1) Την μελέτη της ταξικής συγκρότησης σε διάφορες χώρες με συγκριτική πρόθεση και με έμφαση τόσο στους δομικούς όσο και στους πολιτισμικούς παράγοντες, και 2) την μελέτη της εμπειρίας των εργατών εντός και εκτός της σφαίρας παραγωγής συνδέοντας το πεδίο των εργασιακών σχέσεων με άλλα πεδία της εργατικής ζωής όπως η οικογένεια και η κοινότητα.
Οι μελέτες που ακολούθησαν το πρότυπο που έθεσε το έργο του Thompson, υιοθετώντας και μια μικροσκοπική αναλυτική προσέγγιση, ανέδειξαν πολλές αποχρώσεις και παραλλαγές στη ταξική συγκρότηση που σχετίζονται με πολλούς παράγοντες, όπως οι παραδόσεις κοινωνικής διαμαρτυρίας, οι μη-ταξικές μορφές ανισότητας, οι τρόποι άσκησης της πολιτικής και ο ρόλος του κράτους, ενώ κατέδειξαν πως ο χώρος και οι σχέσεις εργασίας, αν και συνιστούν σημαντική πηγή πολιτισμικών νοημάτων και συμπεριφορών, δεν έχουν απαραίτητα προτεραιότητα έναντι της οικογένειας, της γειτονιάς, της εθνοτικής ομάδας, του φύλου και των διαφόρων μορφών και πρακτικών κοινωνικής οργάνωσης και αλληλεγγύης των εργατικών στρωμάτων. Ακόμη αναδείχθηκε το πολιτικό πεδίο σε κεντρικό παράγοντα ενοποίησης, σχετικά αυτόνομου από τις οικονομικές δομές[25].
4. Η Πολιτισμική Ιστορία
Στο πλαίσιο των συνεχειών και ασυνεχειών, των ανασημάνσεων και των «εμπλουτισμένων» από τον τρέχοντα επιστημονικό διάλογο επιστροφών σε παλαιότερες θέσεις, αναδύεται και μορφοποιείται και το σύγχρονο θεωρητικό παράδειγμα στην ιστοριογραφία, η Πολιτισμική Ιστορία. Η νέα αυτή θεωρία και πρακτική ιστοριογραφίας, εσωτερικά διαφοροποιημένη η ίδια, παρακολουθεί την πορεία από τον μοντερνισμό στον μεταμοντερνισμό μέσω της αναστοχαστικής κριτικής στις ίδιες τις έννοιες, τις υποκείμενες παραδοχές, τις μεθόδους και τις πρακτικές των επιστημών. Στη συγκρότησή της ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο διαδραματίζει το αυξανόμενο ενδιαφέρον για τον πολιτισμό και η αναγνώρισή του ως διακριτού μορφοποιητικού παράγοντα και διάστασης της κοινωνικής ζωής, κι ως κατεξοχήν «χώρο» παραγωγής, κυκλοφορίας, αλλαγής αλλά και αναλυτικού εντοπισμού του νοήματος[26]. Αυτή η θεώρηση της αναλυτικής κεντρικότητας του νοήματος συναρτάται με τις ραγδαία αναπτυσσόμενες έρευνες στο χώρο της γλωσσολογίας και την επιρροή των δομιστικών, σημειωτικών και μεταδομιστικών προσεγγίσεων που εξαπλώνονται σ’ όλο το εύρος των ανθρωπιστικών επιστημών, από τη λογοτεχνική κριτική, την ανθρωπολογία, την ψυχολογία και την ψυχανάλυση έως τις πολιτικές επιστήμες και την ιστορία.
Στα ανωτέρω θεωρητικά πλαίσια επανεκτιμήθηκε και η συμβολή του Thompson στην ιστορία της συγκρότησης της εργατικής τάξης, σημαίνοντας την θεωρητική κρίση της Νέας Κοινωνικής Ιστορίας και την καθιέρωση νέου ιστοριογραφικού παραδείγματος, της Πολιτισμικής Ιστορίας. Συγκεκριμένα συγκέντρωσε αυστηρή κριτική η περιγραφή της διαδικασίας ενοποίησης των διάσπαρτων εργατικών στρωμάτων σε εργατική τάξη με συνείδηση κοινών συμφερόντων και κυρίως ο μετασχηματισμός της εμπειρίας των καπιταλιστικών σχέσεων σε συνείδηση της τάξης[27]. Στο δυϊστικό σχήμα του Thompson (πραγματικότητας-βιωμένης εμπειρίας, οικονομικού δομικού επικαθορισμού-συνείδησης και δράσης, αντικειμένου-υποκειμένου, εξήγησης-ερμηνείας), η κοινωνική τάξη ορίζεται από τη συνείδηση, συγκροτείται πολιτισμικά, αλλά πάντα στη βάση της κοινής, δεδομένης και ομοιόμορφης επίδρασης των σχέσεων παραγωγής. Η ανάπτυξη των σχέσεων παραγωγής στο επίπεδο που προσδιορίζεται από τη μαρξιστική θεωρία ως καπιταλιστικό, συνιστά την αναγκαία αλλά καιεπαρκή συνθήκη συγκρότησης της εργατικής τάξης. Από την στιγμή που η προϋπόθεση αυτή εκπληρωθεί, που καλυφθούν οι αναγκαίες συνθήκες της ταξικής συγκρότησης με τα εργατικά στρώματα να υπάγονται σε σχέσεις εξαρτημένης εργασίας, το περιεχόμενο, η μορφή της ταξικής συνείδησης, της πολιτικής δράσης μπορεί να συγκροτείται πολιτισμικά, να μην υπόκειται σε μηχανιστικές νομοτέλειες, ωστόσο, το πέρασμα στην συνείδηση κοινών συλλογικών συμφερόντων θεωρείται απολύτως δεδομένο ότι θα συντελεστεί. Εν τέλει ο Thompson, στη βάση του διττού πλαισίου εξήγησης/ερμηνείας, κατάφερε να συνδυάσει το μηχανικό αίτιο του αντικειμενικού οικονομικού επικαθορισμού, με το τελικό αίτιο της υποκειμενικής νοητικής και πρακτικής προθετικότητας: η εμπειρία των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής συνιστά το κοινό υπόβαθρο στονεμπρόθετο συνειδητό προσδιορισμό και ενοποίηση σε μια εργατική κουλτούρα των διαφόρων εργατικών στρωμάτων, στην προσπάθειά τους να κατανοήσουν τις νέες συνθήκες και να παρέμβουν σε αυτές. Η εμπειρία, λοιπόν, συνιστά την απαρχή μιας διαδικασίας που οδηγεί τελεολογικά στην συνείδηση της τάξης και του ταξικού συμφέροντος[28], προσδίδοντας στα εργατικά στρώματα μια συνεκτική, κοινή και ολοκληρωμένη ταυτότητα.
Από το ανωτέρω σημείο εκκινεί και μια δεύτερη κριτική της Νέας Κοινωνικής Ιστορίας, η οποία αφορά ακριβώς την θεώρηση της «εργατικής κουλτούρας», των αντιλήψεων, της βιωμένης εμπειρίας και των συμπεριφορών των εργατικών στρωμάτων ως στοιχείων ενός διακριτού και οριοθετημένου πολιτισμού, με την δική του «ιεραρχημένη δομή σημασιών»[29], η οποία, κατά το πρότυπο της ερμηνευτικής ανθρωπολογίας θα πρέπει να αναγνωσθεί ως κείμενο και να αποκρυπτογραφηθεί μέσω της μεθόδου της πυκνής περιγραφής[30]. Στη βάση της κριτικής επιχειρηματολογίας της πολιτικής οικονομίας, υποστηρίχθηκε ότι η αναλυτική εξατομίκευση της «εργατικής κουλτούρας» υποστασιοποιεί τα αποδιδόμενα χαρακτηριστικά της (και την ίδια την έννοια του πολιτισμού), και μέσω αυτών και το ίδιο το υποκείμενο του μελετώμενου πολιτισμικού συστήματος[31]. Ακόμη, παραβλέπονται οι διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της θεωρούμενης ομάδας που προσδιορίζουν το διαφοροποιημένο βίωμα της κοινωνικής τάξης και των σχέσεων παραγωγής. Κυρίως, όμως, υποσκελίζεται το ζήτημα των σχέσεων εξουσίας που επενεργούν εντός της εργατικής τάξης και μεσολαβούν την πολιτική διαδικασία παραγωγής και καθιέρωσης συγκεκριμένων εννοιολογήσεων της τάξης και των συμφερόντων της.
Από αυτή τη θεμελιώδη παρατήρηση εκκινεί κι ο δεύτερος καίριος κριτικός λόγος στο πεδίο της ιστορίας, καθώς και των άλλων πειθαρχιών των ανθρωπιστικών επιστημών, ο λόγος της φεμινιστικής θεωρίας, που εισήγαγε τη διάσταση της έμφυλης διαφοράς ως κεντρική κατηγορία της υποκειμενικότητας και της κοινωνικής οργάνωσης, καθιστώντας το κοινωνικό φύλο απαραίτητο εννοιακό εργαλείο ανάλυσης στην ιστορική έρευνα. Με τον τρόπο αυτό έθεσε και θέλησε να αποκαταστήσει την «διπλή περιθωριοποίηση» των γυναικών «από το ιστορικό κατεστημένο και από τα κεντρικά ερωτήματα της εργατικής ιστορίας»[32]. Η μαρξιστική Κοινωνική Ιστορία είχε συγκροτήσει έναν στενό ορισμό της τάξης, της ταξικής συνείδησης-δράσης και της εργασίας, επικεντρωνόμενη στην αντικειμενιστική ανάλυση της ταξικής δομής των πολιτικών δράσεων των διαφόρων εργατικών ενώσεων και κομμάτων[33] ∙ με τον τρόπο αυτό είχε αποκλείσει την εμπειρία των γυναικών από τις καπιταλιστικές σχέσεις, η οποία ήταν διαφορετική από εκείνη των ανδρών, λόγω της διπλής εκτέλεσης καθηκόντων οικιακής και κοινωνικής μισθωτής εργασίας και της απουσίας τους από τις μαζικές επίσημα οργανωμένες δράσεις. Αντιμετωπίζοντας την τάξη ως κοινωνικό και οικονομικό δεδομένο, είχε υποβαθμίσει το ζήτημα του φύλου στην διαδικασία ταξικού σχηματισμού, προβάλλοντας τις οικονομικές διεργασίες ως καθοριστικό παράγοντα διαμόρφωσης του κοινωνικού, κι απούσης μιας φαινομενολογικής προσέγγισης, ως κοινό για όλη την εργατική τάξη με ομοιογενή τρόπο[34]. Οι φεμινίστριες ιστορικοί ανέλαβαν μέσω των ερευνών τους να καταστήσουν ορατή την δράση των γυναικών στην ταξική πάλη, να καταδείξουν την χρήση της έμφυλης διαφοράς ως κατηγορία προσδιορισμού των θέσεων στον καταμερισμό της εργασίας, συνεπώς και των έμφυλων σχέσεων εξουσίας, να διερευνήσουν την εννοιολόγηση της εργασίας ώστε να συμπεριλάβουν και την οικιακή εργασία[35]. Συμπέραναν, λοιπόν, ότι ο ταξικός λόγος ήταν έμφυλος, και ότι η εργατική τάξη συγκροτήθηκε μέσα από τον ταξικό λόγο και τις πολιτικές δράσεις ως κατεξοχήν αρσενική, προβάλλοντας μια ανδρική εργατική ταυτότητα και παράλληλα υποβαθμίζοντας τη συμμετοχή και τη ταξική δράση των γυναικών και ταυτίζοντάς τις με τον οικιακό χώρο. Τα ερωτήματα που τέθηκαν στη βάση αυτών των στοιχείων ήταν: 1) ποιά ήταν η ταξική θέση των γυναικών, 2) πώς εννοιολογούνταν η τάξη για τους άνδρες και τις γυναίκες, και 3) πώς η έμφυλα διαφοροποιημένη εμπειρία επηρεάζει την ταξική συνείδηση, την ανάπτυξη διάφορων μορφών ταξικής αλληλεγγύης και δράσης, συνεπώς την διαφορική συγκρότηση ανδρών και γυναικών ως δρώντων πολιτικών υποκειμένων. Κατέστησε συνεπώς αναγκαίο η ιστοριογραφική έρευνα να υιοθετήσει ένα εννοιολογικό πλαίσιο που θα της επιτρέψει να μελετήσει την διαδικασία ταξικής συγκρότησης χωρίς να «αποκλείει από την ανάλυσή της ένα μεγάλο μέρος της κοινωνικής ομάδας στην οποία υποτίθεται ότι αναφέρεται».
Το εννοιολογικό αυτό οπλοστάσιο το παρείχε η θεωρία του κοινωνικού κονστρουκτιβισμού που από μια άποψη συνιστούσε συνέχεια της φαινομενολογικής και ερμηνευτικής προσέγγισης (στην ανθρωπολογία) του Geertz και του Schneider. Παρά τον ιδεαλιστικό, απολιτικό και ανιστορικό χαρακτήρα της, η ερμηνευτική ανθρωπολογία, με τη θεώρηση του πολιτισμού ως συστήματος συμβόλων και σημασιών, κατάφερε να θέσει το νόημα και τη διαδικασία παραγωγής του στο επίκεντρο της πολιτισμικής ανάλυσης ως καθολική διάσταση της κοινωνικής ζωής, που υπερέβαινε τα όρια των θεσμικά κατηγοριοποιημένων ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Μεταφερόμενη στο πεδίο της ιστορίας του ταξικού σχηματισμού και της εργασίας, συνέβαλε τα μέγιστα στην μετατόπιση της έρευνας από το στενά οικονομικό επίπεδο, σ’ εκείνο της «παραγωγής συμβολικών νοημάτων»[36]. Η θεωρία του Foucault παρείχε μια ιδιαίτερα δημοφιλή διέξοδο από τους περιορισμούς της ερμηνευτικής ανθρωπολογίας, καθώς κατόρθωνε να ιστορικοποιήσει τους «κοινωνικά καθιερωμένους ιστούς νοήματος», και να πολιτικοποιήσει την διαδικασία συγκρότησης και αναπαραγωγής τους καθώς και τη λειτουργία τους.
Αντλώντας από τα πορίσματα της δομικής γλωσσολογίας, σύμφωνα με την οποία η εμπειρία δομείται μέσω της γλώσσας, ως συστήματος σημείων, καθώς και από την θεωρητική και επιστημολογική συνάμα θέση της ερμηνευτικής παράδοσης ότι οι διάφορες αντιλήψεις και παραδοχές που δομούν τη σκέψη και τη δράση των υποκειμένων συνιστούν «πολιτισμικές κατασκευές»[37], ο Foucault έστρεψε το ερευνητικό και αναλυτικό του βλέμμα στους διάφορους κοινωνικούς «λόγους» που παράγουν παραστάσεις για την πραγματικότητα και διαμορφώνουν τις κοινωνικές σχέσεις. Συνεπώς, είδε αυτούς τους λόγους ως φορείς και παραγωγούς παραστάσεων και νοημάτων, καθώς και ως πολιτικούς τελεστές στον βαθμό που συγκρουόμενοι και επικρατούντες στο πολιτικό επίπεδο των σχέσεων εξουσίας, προσδιορίζουν τα όρια της αλήθειας, της γνώσης, της ίδιας της κοινωνικής πραγματικότητας και την ταυτότητα των ίδιων των υποκειμένων που αποτελούν τους φορείς αυτών των λόγων[38]. Σ’ αυτά τα πλαίσια η τάξη νοείται όχι ως αντικειμενική κατηγορία της οικονομικής και κοινωνικής δομής, αλλά ως κοινωνική κατασκευή, ως «σύστημα πολιτισμικών παραστάσεων και λεκτικών διατυπώσεων, που τοποθετούνται στρατηγικά στο πεδίο της πολιτικής» και στοχεύουν να αναδιοργανώσουν τον κόσμο σύμφωνα με τους δικούς τους όρους. Ο ταξικός λόγος συνιστά ένα σύστημα κανόνων που επιτρέπουν τον σχηματισμό ορισμένων αποφάνσεων για τον κόσμο και ορίζουν τα όρια της γνώσης του[39] ∙ συνίσταται σ’ ένα σύνολο «συμβολικών τρόπων νοηματικής συγκρότησης της εμπειρίας των εργατών και στην ίδια αυτή τη παραγόμενη νοηματοδότηση, που οργανώνει την αντίληψή τους για τον κόσμο και δομεί και κινητοποιεί την δράση τους σε αυτόν»[40]. Από αυτή τη σκοπιά, το εγχείρημα ιστορικής ερμηνείας του ταξικού σχηματισμού μετατοπίζεται στη μελέτη του πότε, από ποιούς, σε ποιά συμφραζόμενα, με ποιούς τρόπους και με ποιούς ορισμένους στόχους, συγκροτήθηκε η κοινωνική τάξη ως πολιτισμική παραδοχή, δηλαδή ως κατηγορία οργάνωσης της σκέψης, της δράσης των εργατών και πώς ορίστηκαν και αναπτύχθηκαν οι πρακτικές που προσιδιάζουν σε αυτή τη παραδοχή[41]. Η έμφαση στον προσδιορισμό του υποκειμένου της δράσης και των συγκεκριμένων εννοιολογήσεων της εργατικής τάξης και του συμφέροντός της ως τάξης, έγκειται στην ιστορική και αναλυτική ανάγκη ανάγνωσης των σχέσεων εξουσίας που μεσολαβούν τη διαδικασία συγκρότησης και καθιέρωσής τους έναντι εναλλακτικών λόγων, ώστε να αποφευχθεί η γενίκευσή τους και η υποστασιοποίηση του υποκειμένου του εργατικού λόγου ως ενικού και καθολικού.
Μια δεύτερη ιδιαίτερα δημοφιλής προσέγγιση στην Πολιτισμική Ιστορία και ίσως κυρίαρχη στον ανθρωπολογικό λόγο από τη δεκαετία του ’80, αποτελεί η λεγόμενη «θεωρία της πρακτικής» (ή δομικού κονστρουκτιβισμού), κύριος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο P. Bourdieu. Καίριο σημείο διαφοροποίησης της συγκεκριμένης προσέγγισης από τις άλλες εκδοχές κονστρουκτιβισμού, αποτελεί η ρεαλιστική γνωσιολογική της θεώρηση. Σε συμφωνία με τις φαινομενολογικές, ερμηνευτικές θεωρίες, δέχεται την μία όψη της καντιανής παράδοσης, ότι τα υποκείμενα μπορούν να γνωρίσουν τον κόσμο μόνο μέσω των κατηγοριών που δομούν την σκέψη τους, ότι δηλαδή ο κόσμος είναι προσβάσιμος σε αυτά μόνο μέσω των δικών τους ερμηνειών, αλλά απορρίπτει την ύπαρξη του κόσμου καθαυτού, ως αντικειμενικής πραγματικότητας ανεξάρτητηςαπό την ανθρώπινη σκέψη και δράση. Υιοθετώντας μια πιο ακραία κονστρουκτιβιστική θέση[42], θεωρεί πως ο ίδιος ο κόσμος είναι συγκροτημένος βάσει αυτών των υποκειμενικών ερμηνειών. Ο κοινωνικός κόσμος συγκροτείται από τις ανθρώπινες κοινωνικές διαδράσεις και συνέχεται από τα νοήματα που παράγονται, ανταλλάσσονται, αναπαράγονται και μετασχηματίζονται στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και προσδιορίζουν την τροπικότητα του υλικού κόσμου και τη διαχείριση των πόρων του. Ο κομβικός όρος στη σύλληψη αυτή είναι η πρακτική, η ανθρώπινη κοινωνική δράση, η οποία οργανώνεται στη βάση κατηγοριών που συγκροτούν νοηματικά την υποκειμενική εμπειρία, την αντίληψη του κόσμου, συνιστούν την βάση και προσδιορίζουν τις μορφές της εμπρόθετης προδιατεθειμένης συμπεριφοράς. Όπως και στην ερμηνευτική προσέγγιση, λοιπόν, η ανθρώπινη κοινωνική δράση νοείται ως φορέας νοημάτων, που ορίζονται σε σχέση με ένα σημειωτικό σύστημα, αλλά διαφοροποιούμενη από αυτήν η πραξεολογική προσέγγιση θεωρεί πως το νόημα αυτό δεν είναι ή γίνεται απλώς δημόσιο, αλλά εξαντικειμενικεύεται στον κόσμο, στην πραγματικότητα των κοινωνικών σχέσεων, και με τον τρόπο αυτό προσδιορίζει τις προϋποθέσεις της δημοσιότητας και διυποκειμενικότητάς του. Το σύνολο των νοηματικά συγκροτημένων κοινωνικών σχέσεων και ο πολιτισμός ως σύστημα σημειωτικών σχέσεων, μπορούν με τον τρόπο αυτό να νοηθούν ως «εξαντικειμενικευμένη υποκειμενικότητα» και αντιστρόφως προς το αντικείμενο της συνείδησης, το υποκείμενό της μπορεί να νοηθεί ως «υποκειμενικευμένη αντικειμενικότητα». Το σχήμα αυτό της γενετικής ανάλυσης κοινωνικών σχέσεων και νοητικών (καθώς και σωματικών) σχημάτων αντίληψης και δράσης στηρίζεται στην ιστορικότητα και τον κοινωνικό χαρακτήρα του αντικειμένου της συνείδησης, της μετασχηματιζόμενης κοινωνικής πραγματικότητας. Ο Bourdieu επισημαίνει πως δεν είναι τα ίδια τα επιμέρους άτομα που έχουν κατασκευάσει τις κατηγορίες και συμβολικές ταξινομήσεις μέσω των οποίων νοηματοδοτούν τον κόσμο και οργανώνουν τη δραστηριότητά τους σ’ αυτόν[43], αλλά τις έχουν προσλάβει, εσωτερικεύσει, από τις ιστορικά πραγματωμένες κοινωνικές σχέσεις, συγκροτημένες οι ίδιες βάσει υποκειμενικών ερμηνειών (και πάλι αυτές ιστορικά παραγμένες και εσωτερικευμένες). Η δοξική εμπειρία, το υποκειμενικό βίωμα και η βιωμένη σημασία του κοινωνικού κόσμου προϋποθέτει, λοιπόν, τις ιστορικές αντικειμενικές κοινωνικές σχέσεις που διέπονται και είναι οργανωμένες από αυτά τα νοήματα[44].
Η κοινωνία προβάλλει, λοιπόν, σύμφωνα με την πραξιακή θεώρηση, ως σύνθεση αντικειμενικών κοινωνικών δομών και δοξικών παραστάσεων και ερμηνειών, ως ένα δισδιάστατο σύστημα κοινωνικών σχέσεων καισχέσεων νοήματος[45]. Τα νοητικά σχήματα αντίληψης και δράσης, ωστόσο, δεν βρίσκονται σε σχέση αντιστοιχίας ή αντανάκλασης με την κοινωνική πραγματικότητα. Η τελευταία είναι διηρημένη οριζόντια σε πεδία, το πολιτικό, το οικονομικό, το πνευματικό, το καλλιτεχνικό, το θρησκευτικό (καθώς και το μεταπεδίο της ισχύος), που είναι σχετικά αυτόνομα το ένα από το άλλο, λόγω της ιδιαίτερης εσωτερικής λογικής τους, που δομείται από ένα σύνολο μεταβλητών, τις μορφές κεφαλαίου[46], η σύνθεση, ο όγκος και το ειδικό βάρος καθενός εκ των οποίων ποικίλει από πεδίο σε πεδίο[47]. Ακόμη, οι κοινωνικές σχέσεις και οι σχέσεις νοήματος δεν είναι μόνο οριζόντια, αλλά και κάθετα διηρημένες, δηλαδή είναι αξιολογικά ιεραρχημένες. Η σύνθεση μορφών κεφαλαίου που διαθέτει κάθε ατομικό υποκείμενο, τα κοινωνικά πεδία συμμετοχής τους και η κοινωνική διαδρομή τους (οριζόντια και κάθετα) ορίζουν την διαφορική, αντικειμενικά προσδιορίσιμη, θέση τους στην κοινωνική δομή αλλά και τον διαφορικό πολιτισμό τον οποίο φέρουν. Οι εσωτερικευμένες δομές σημασιών, (τα συστήματα προδιαθέσεων ή έξη κατά τον Bourdieu) κοινωνικά καθιερωμένες και ιστορικά παραγμένες και εσωτερικευμένες, λειτουργούν με ένα τρόπο παρόμοιο με εκείνο των «λόγων» του Foucault[48]: συνιστούν ένα σύστημα δυνατοτήτων, καθιστούν δυνατές ορισμένες αποφάνσεις, αντιλήψεις, πρακτικές αποκλείοντας εναλλακτικές δυνατότητες γνώσης και δράσης ∙ ορίζουν τα (ασταθή) όρια του εφικτού και του ανέφικτου, του φυσικού και του αφύσικου, του ανώτερου και του κατώτερου, ενεργοποιούν και απενεργοποιούν δυνητικές πρακτικές και αντιλήψεις. Συνιστούν με τον τρόπο αυτό «πόρους»[49] και «απορίες» συνάμα, τους οποίους το δρών υποκείμενο ενεργοποιεί για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων, οι οποίοι, ωστόσο, προσδιορίζονται και καθίστανται αντιληπτοί ως ανταποκρινόμενοι στις δυνατότητες που ενέχονται στο σύστημα των κοινωνικών πεδίων, από τους ίδιους αυτούς τους πόρους και τις διαθέσιμες δομές αντίληψης και δράσης, που ορίζουν έτσι και το σύνολο των λόγων και δράσεων που θα μεταχειριστεί το υποκείμενο για να τους πετύχει.
Η κατανομή όμως των πόρων, που ορίζει και τη διαθεσιμότητά τους για τα ιστορικά υποκείμενα, είναι η ίδια ελεγχόμενη από το ιστορικά συγκροτημένο σχήμα των κοινωνικών σχέσεων και τις παροντικές δράσεις των υποκειμένων που αντλούν, χρησιμοποιούν και αξιοποιούν συγκεκριμένους πόρους για να επιτύχουν ορισμένους στόχους, η αναγνώριση και η δυνητικότητα των οποίων ορίζεται από τη πρόσβαση στους πόρους αυτούς. Υπό αυτήν την έννοια, η πρόσβαση σε συγκεκριμένους πόρους και σχήματα σκέψης και δράσης, δεν διαμορφώνει απλώς το υποκειμενικό γνωστικό και δραστικό δυνητικό πεδίο, αλλά προσδίδει (ή στερεί) στα υποκείμενα και εξουσία έναντι εκείνων στους οποίους οι πόροι δεν είναι διαθέσιμοι και επί των οποίων επιχειρούν να αποκτήσουν πρόσβαση. Διαφορικά τοποθετημένα υποκείμενα, λοιπόν, με διαφορετικές αντιλήψεις και γνώσεις του κόσμου έρχονται αντιμέτωπα στο πολιτικό πεδίο προκειμένου να επιβάλλουν την δική τους εικόνα του κόσμου, που βασίζεται στην κατανομή και ιεραρχία κεφαλαίων που διαθέτουν, αλλά και την αναδιανομή των υπαρχόντων πόρων, στοχεύοντας και στις δύο περιπτώσεις στον μετασχηματισμό της δομής των κοινωνικών πεδίων[50].
Και πάλι σε συνάφεια με τον Foucault, ο Bourdieu θεωρεί πως τα νοητικά σχήματα, όπως συγκροτούνται και από τη διαθέσιμη σύνθεση κεφαλαίων, τη μετοχή στα πεδία και την ατομική κοινωνική τροχιά, συνιστούν όχι μόνο μέσα και εργαλεία γνωστικής ενσωμάτωσης και επικοινωνίας στον κοινωνικό κόσμο, αλλά και τελεστές πολιτικών λειτουργιών, στον βαθμό που κινητοποιούν τα υποκείμενα προς την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων, ως βάση της εμπρόθετης δράσης. Στους ανταγωνισμούς, ωστόσο, μεταξύ των δρώντων υποκειμένων και των ομάδων δρώντων υποκειμένων, δεν διακυβεύεται μόνο η πρόσβαση σε περιορισμένους πόρους, αλλά και η ίδια η συμβολική κυριαρχία, που καθορίζει αξιολογικά τους πρωτεύοντες στόχους των κοινωνικών δράσεων. Την σήμανση ενός είδους ή και μιας σύνθεσης κεφαλαίου ως αξιολογικά ανώτερης έχουν την εξουσία να την προσδιορίσουν και να την καθιερώσουν αυτοί των οποίων το μερίδιο και το είδος εξουσίας τους θεμελιώνεται και συναρτάται με την κατοχή των συγκεκριμένων κεφαλαίων. Συνεπώς, ο κοινωνικός ανταγωνισμός για πόρους τείνει να λάβει κάθε φορά ως περιεχόμενο τη διαμάχη για τα ίδια είδη και σύνθεση κεφαλαίων, αλλά και ως μορφή τα ειδικά μέσα και τρόπους απόκτησής τους, όπως ορίζονται από τους κυρίαρχους δράστες και τις κυρίαρχες ομάδες κοινωνικών δρώντων, εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό τις μεγαλύτερες πιθανότητες αναπαραγωγής της υπάρχουσας κοινωνικής διάταξης και της διατήρησης των συγκεκριμένων ομάδων στην κορυφή της εξουσίας[51]. Στη περίπτωση αυτή, τα συμβολικά συστήματα που έχουν εγγραφεί μέσω μιας διαδικασίας κοινωνικοποίησης στο υποκείμενο λειτουργούν πολιτικά εγκαθιδρύοντας μια συναίνεση σχετικά με τις σημασίες των πρακτικών και του κόσμου, προϊόν συναρμογής των προδιαθέσεων ως ενσωματωμένης ιστορίας και των αντικειμενικών δομών που είναι ασυμμετρικά ρυθμισμένες. Η ομολογία, συνεπώς, μεταξύ γνωστικών και κοινωνικών δομών, αποτελεί ένα από τα πιο ισχυρά θεμέλια της κοινωνικής ιεραρχίας.
Η έννοια της έξης σε σχέση με εκείνη του πεδίου επιτρέπει να αναγνωστεί ο κοινωνικός καθορισμός του υποκειμένου μ’ ένα τρόπο που να συνδυάζει και να υπερβαίνει τις θέσεις της συμβολικής ανθρωπολογίας και της μαρξιστικής παράδοσης (την έννοια του σημειωτικού συστήματος και την έννοια της ιδεολογίας). Σύμφωνα με την πρώτη ο πολιτισμός διαμορφώνει, κατευθύνει, ακόμη και επιβάλλει συμπεριφορές, τρόπους νοηματοδότησης του κόσμου, ενώ οι μαρξιστικές προσεγγίσεις επισημαίνουν τη θεμελιώδη διάσταση της κοινωνικής ασυμμετρίας και των σχέσεων εξουσίας που μεσολαβούν και θέτουν περιορισμούς στην ολική κοινωνική διαδικασία παραγωγής και οργάνωσης των παραστάσεων και ερμηνειών του κοινωνικού κόσμου. Ο πολιτισμός, εγγεγραμμένος στις δομές της έξης, ορίζει αυτό που οι άνθρωποι μπορούν να αντιληφθούν, να νιώσουν και να κάνουν, αλλά είναι κοινωνικά-ταξικά διαφοροποιημένος βάσει της θέσης που τα υποκείμενα καταλαμβάνουν στον κοινωνικό χώρο[52].
Η αναπαραγωγή της κατεστημένης συνθήκης, όμως, διακυβεύεται συνεχώς, τόσο στις κοινωνικές διαμάχες, όσο και στον τρόπο συγκρότησης και αναδόμησης της έξης, που καθιστά την μεταβλητότητα συνθήκη της κοινωνικής ύπαρξης και των γνωστικών και κινητήριων δομών της έξης. Σύμφωνα με τον Bourdieu η έξη συνιστά ένα «σύστημα διαρκών και μεταθέσιμων προδιαθέσεων», κοινωνικά, πολιτισμικά «δομημένες δομέςπροδιατεθειμένες να λειτουργούν ως δομούσες δομές, δηλαδή ως γενεσιουργές και οργανωτικές αρχές των πρακτικών και των αναπαραστάσεων»[53]. Προσλαμβάνονται μέσω της διαδικασίας κοινωνικοποίησης δια της «ανάγνωσης» και «εσωτερίκευσης» των σημειωτικών δομών των ιστορικών κοινωνικών σχέσεων στις οποίες εμπλέκεται το υποκείμενο σε κάθε φάση της ζωής του και σε κάθε κοινωνικό συμφραζόμενο. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, αυτές οι σημειωτικές δομές, που συνιστούν ταυτόχρονα επικοινωνιακές, γνωστικές, αξιολογικές, πολιτικές και κινητήριες δομές, συναρθρώνονται με τα διάφορα είδη κεφαλαίων και διαφοροποιούνται οριζόντια στα κοινωνικά πεδία, κάθετα στην αξιολογική τους ιεράρχηση και ως προς την κατανομή και την σύνθεσή τους στις αντικειμενικά διατεταγμένες κοινωνικές ομάδες. Δομώντας διαφορικά την πρακτική δραστηριότητα των διαφορικά τοποθετημένων στα κοινωνικά πεδία δρώντων, συγκροτούν την πραγματικότητα με διαφορετικό τρόπο, που φέρνει τα υποκείμενα και τις ομάδες των υποκειμένων σε διαλεκτική συνάφεια, σε διαπραγμάτευση, σε ενότητα ή σε σύγκρουση στις μεταξύ τους σχέσεις ∙ η έκβαση των υποκειμενικών δράσεων και η διαμόρφωση της πραγματικότητας παραμένει, λοιπόν, σε μεγάλο βαθμό ακαθόριστη.
Αν η διαμόρφωσή της είναι λιγότερο ή περισσότερο τυχαία, μη προβλεπόμενη, επιτελείται, όμως, με έναν διατεταγμένο τρόπο που ορίζεται από την λειτουργία της πρακτικής λογικής της έξης. Εφαρμόζοντας έναν πεπερασμένο αριθμό ιστορικά, εμπειρικά κεκτημένων (και ιστορικά παραγμένων) ταξινομικών κατηγοριών στις βιωμένες σχέσεις και συμβάντα του παρόντος μέσω μιας πράξης «πρακτικής γενίκευσης»[54] – τυχαία προϊόντα τα ίδια των διαλεκτικών κοινωνικών σχέσεων – τα υποκείμενα «παράγουν ιστορία με βάση την ιστορία»[55], δομώντας νοηματικά τις νέες εμπειρίες και οργανώνοντας τις παροντικές δράσεις στη βάσηπαρελθοντικών εμπειριών και δράσεων, προσαρμοζόμενοι παράλληλα στις απαιτήσεις των περιστάσεων για την επίτευξη μελλοντικών στόχων. Στη βάση αυτού του τριαδικού σχήματος, το παρελθόν των πραγματωμένων δομών, το παρόν της πραγματικότητας και της εφαρμογής τους και το δυνητικό μέλλον των αναγνωρισμένων και επιδιωκόμενων εκβάσεων τις οποίες εγκυμονεί το πεδίο, ο Bourdieu εντοπίζει τις συνθήκες της κοινωνικής συνέχειας και αλλαγής, αλλά και την ιστορική μοναδικότητα των πρακτικών και των αποτελεσμάτων τους, που εξασφαλίζουν και την δυναμικότητα του σύμπαντος των κοινωνικών πεδίων, στη λειτουργία και διαδικασία ανάπλασης (αναδόμησης) του κοινωνικά συγκροτημένου συστήματος γνωστικών και αξιολογικών δομών που οργανώνουν την αντίληψη του κόσμου και τη δράση στον κόσμο σύμφωνα με τις αντικειμενικές και εξαντικειμενικευόμενες δομές του κοινωνικού κόσμου. Ακόμη, αντλώντας και διαφοροποιούμενος παράλληλα από την δομιστική παράδοση, ανιχνεύει τις συνθήκες της συνοχής των σημειωτικών δομών στη «συνοχή που οι συστατικές της έξης γενεσιουργές αρχές αντλούν από τις κοινωνικές δομές από τις οποίες προκύπτουν και τις οποίες τείνουν να αναπαραγάγουν»[56]. Συνεπώς, από τη μια μεριά καταφάσκει την παραδοχή του δομισμού πως οι ταξινομικές κατηγορίες είναι αυθαίρετες και οργανώνονται δυαδικά, καθώς και την λειτουργία αναλογικής συσχέτισης και μετάθεσής τους[57] σε άλλα συμφραζόμενα δράσης (που συγκροτούνται πάντα από σχέσεις εξουσίας και σχέσεις νοήματος), αλλά αποφεύγει τον δομιστικό ιδεαλιστικό αναγωγισμό[58].
Τέλος, ενώ περιγράφει τις συνθήκες της μοναδικότητας της απαρτίωσης της έξης για κάθε ατομικό υποκείμενο, ο Bourdieu θεωρεί πως στο ιστορικά συγκροτημένο σύστημα υλικών και συμβολικών σχέσεων και διακρίσεων διαγράφονται κοινωνικές ομαδοποιήσεις βάσει εγγύτητας θέσης στο σύστημα των πεδίων, με τρόπο ώστε κάθε σύστημα ατομικών προδιαθέσεων εντός της ομάδας να αποτελεί μια δομική παραλλαγή των άλλων, μια απόκλιση από τον χαρακτήρα της κοινωνικής ομάδας ή τάξης στην οποία εντάσσεται το άτομο, συνάρτηση της μοναδικότητας της θέσης του εντός της ομάδας και της κοινωνικής τροχιάς του, δηλαδή των διαφοροποιημένων εμπειριών του[59]. Αρχή ενοποίησης αυτών των σχετικά διαφοροποιημένων ατομικών έξεων αποτελεί η δομημένη αδράνεια των πρώϊμων εμπειριών, στις οποίες αναγνωρίζεται, έτσι, ενισχυμένη αξία για τη κοινωνική συγκρότηση του ατόμου[60]. Αυτή η δομημένη αδράνεια της πρώιμα συγκροτημένης έξης, ως βάση δομικής ομολογίας μεταξύ των έξεων των μελών μιας ομάδας έγκειται σε μια τάση φιλτραρίσματος των εισερχομένων πληροφοριών και παραγωγής στρατηγικών αποφυγής συμφραζομένων που την θέτουν υπό αμφισβήτηση.
Για τον Bourdieu, η εγγύτητα θέσης εντός του κοινωνικού χώρου δεν συνεπάγεται την ύπαρξη της τάξης, αλλά συνιστά μια «αντικειμενική προϋπόθεση και δυνατότητα ενότητας». Η τάξη δεν υπάρχει στον βαθμό που παραμένει άγνωστη, δηλαδή μη αναγνωρίσιμη/καταληπτή κατηγορία του κοινωνικού κόσμου. Η τάξη είναι η κινητοποιημένη τάξη, αποτέλεσμα συμβολικής και πολιτικής διαμάχης για την κατασκευή του κοινωνικού κόσμου στην αντίληψη και στην πραγματικότητα σύμφωνα με ταξικές διακρίσεις[61].

5. Ο σχηματισμός της Γαλλικής εργατικής τάξης: 1789-1848
Η περίπτωση της Γαλλίας, ως ένα από τα τρία κύρια ιστοριογραφικά παραδείγματα ανάλυσης του ταξικού σχηματισμού, παρέχει εξαρχής μια παράδοξη εικόνα υπό την οπτική των αντικειμενιστικών προσεγγίσεων που αποδίδουν αναλυτική και αιτιακή προτεραιότητα στο οικονομικό πεδίο. Αφενός, η οικονομία της θα παραμείνει σε μεγάλο βαθμό αγροτική και χειροτεχνική μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα ∙ αφετέρου, κατέχει τα πρωτεία στα σοσιαλιστικά εργατικά κινήματα, στους σοσιαλιστές θεωρητικούς, ενώ στη Γαλλία για πρώτη φορά έγινε ο σοσιαλισμός μαζικό κίνημα. Συνεπώς, αναδεικνύεται ένα καθοριστικό ρήγμα μεταξύ των δύο αναλυτικών και αναπτυξιακών επιπέδων ταξικής συγκρότησης κατά την κλασική μαρξιστική κοινωνική θεώρηση, με το υποκειμενικό στάδιο της ταξικής συνείδησης και δράσης να βρίσκει πλήρωση χωρίς την θεωρούμενη αναγκαία αντικειμενική προϋπόθεση της εργοστασιακής βιομηχανικής καπιταλιστικής ανάπτυξης. Κι ενώ από την σύγχρονη οπτική της Πολιτισμικής Ιστορίας τα ανωτέρω μπορεί να συνιστούν ιδιαίτερα σημαντικές παρατηρήσεις, ελλοχεύει ο κίνδυνος της αναλυτικής παραγνώρισης των οικονομικών παραγόντων που επέδρασαν και διαμόρφωσαν την καπιταλιστική οργάνωση της οικονομίας στη Γαλλία ήδη από τον 16ο αιώνα. Η εξέταση του ταξικού σχηματισμού στη Γαλλία καθιστά προβληματική, λοιπόν, τόσο την θεωρητική συσχέτιση μεταξύ βιομηχανικής οικονομίας και ταξικής συνείδησης, όσο και την εφαρμογή ενός Βρετανικού μοντέλου βιομηχανικής ανάπτυξης στην αναλυτική ανάγνωση και εκτίμηση των οικονομικών διαμορφωτικών παραγόντων.
Η κατανόηση του ταξικού σχηματισμού στη Γαλλία απαιτεί τη μελέτη της τομής μεταξύ των οικονομικών, δημογραφικών, κοινωνικών, πολιτισμικών και πολιτικών παραγόντων και των μεταξύ τους συσχετίσεων[62]. Σε αντίθεση με εκείνες τις παραδοχές που παρουσιάζουν ως καθυστερημένη την βιομηχανική καπιταλιστική ανάπτυξη στη Γαλλία, ο Sewell παρατηρεί[63] ότι η Γαλλική οικονομία την περίοδο από τον 16ο έως τον 19οαιώνα χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερη μορφή βιομηχανικού καπιταλισμού η οποία δεν παρήγαγε μεγάλες μάζες ανειδίκευτων εργατών εργοστασίου ούτε σημαδεύτηκε από μια ξαφνική και μαζική αστικοποίηση[64], αλλά στηρίχθηκε κυρίως στην επανοργάνωση της εργασίας στη μικρή και μεσαία συντεχνιακή παραγωγή. Η καπιταλιστική επανοργάνωση της εργασίας στα χειροτεχνικά αστικά επαγγέλματα είχε ήδη αρχίσει πριν την Γαλλική Επανάσταση, ως αξιοποίηση των ευκαιριών που προσέφεραν οι επεκτεινόμενες εθνικές και παγκόσμιες αγορές, όπου υπήρχε ζήτηση για φτηνά, τυποποιημένα προϊόντα. Στις συνθήκες αυτές ανταποκρίθηκαν οι επιχειρηματίες επιβάλλοντας τυποποίηση και μαζικοποίηση της παραγωγής, αύξηση του καταμερισμού εργασίας, μεταφέροντας εργασίες στις γυναίκες και στα παιδιά που εργάζονταν στην οικία τους, αποδυναμώνοντας την επαγγελματική εξειδίκευση και εφαρμόζοντας την μέθοδο της υπεργολαβίας. Αυτές οι πρακτικές επέφεραν μείωση των μισθών, της εργατικής αυτονομίας και υπήρξαν πηγή και αιτίες αντίδρασης των τεχνιτών στις μετέπειτα νομιμοποιημένες φιλελεύθερες οικονομικές πρακτικές[65].
Επί Παλαιού Καθεστώτος, σχεδόν όλα τεχνικά επαγγέλματα ήταν οργανωμένα σε συντεχνίες, (ανά επαγγελματική κατηγορία) στις οποίες εκχωρούνταν το αποκλειστικό δικαίωμα να ελέγχουν πλήρως την πρακτική ενός επαγγέλματος εντός του χώρου δικαιοδοσίας τους[66]. Συνιστούσαν συλλογικά σώματα, που λειτουργούσαν με ορισμένο καταστατικό και οι κανονισμοί τους ήταν δεσμευτικοί για όλους. Προσδιόριζαν, λοιπόν, ένα σύνολο ειδικευόμενων τεχνιτών και μαστόρων ως μια κοινότητα, επαγγελματική καθώς και ηθική. Κάθε συντεχνία αντιστοιχούσε και σε μια θρησκευτική αδελφότητα υπό την αιγίδα ενός αγίου, συνιστούσε ένα ισχυρό δίκτυο αμοιβαίας βοήθειας και αλληλεγγύης, ενώ αναλάμβανε και το κόστος της κήδευσης των μελών του και της προστασίας των μελών της οικογένειάς τους[67]. Ωστόσο, υπήρχε μια αυστηρή εσωτερική ιεραρχία μεταξύ μαστόρων και ειδικευόμενων τεχνιτών, η οποία συγκροτούνταν θεσμικά – οι μαθητές ουσιαστικά δεν είχαν ανεξάρτητη θεσμική αναγνώριση και αποκλείονταν από τα αναγνωρισμένα προνόμια των μαστόρων – αλλά και γλωσσικά στη βάση ενός πατερναλιστικού συγγενειακού ιδιώματος που προσδιόριζε την εξουσία του μάστορα επί των μαθητευομένων αλλά και την υποχρέωση φροντίδας τους[68]. Οι ειδικευόμενοι τεχνίτες, ωστόσο, είχαν συγκροτήσει παράνομες αδελφότητες, με παρόμοιες λειτουργίες εκείνων των μαστόρων, μέσω των οποίων αντιστέκονταν στην εξουσία τους και διεκδικούσαν μερίδιο στον συλλογικό έλεγχο του επαγγέλματος[69]. Παρά τις εσωτερικές συγκρούσεις, όμως, η εργασία είχε για τους τεχνίτες έναν κατεξοχήν κοινωνικό χαρακτήρα, ως σημείο συναίρεσης εργασιακών, κοινωνικών, θρησκευτικών και «συγγενειακών» σχέσεων. Η οργάνωση αυτή των συντεχνιών προσδιόρισε ταυτόχρονα και τα όρια της κοινότητας και του αισθήματος αδελφότητας που την συνείχε. Επαγγελματικές κατηγορίες εμπλέκονταν σε συχνές νομικές διαμάχες για τον προσδιορισμό των προϊόντων που κάθε μια θα παρασκεύαζε και θα πωλούσε, ενώ εργοδότες (μάστορες) και εργαζόμενοι μετείχαν στην ίδια κατηγορία.
Η Γαλλική Επανάσταση μετασχημάτισε την οργανισμικά εννοούμενη, διατεταγμένη κοινωνία των προνομιούχων κοινωνικών σωμάτων με κεφαλή τον Βασιλιά, σε μια κοινωνία ελεύθερων ατόμων-πολιτών που συνδέονταν μέσω ενός κοινωνικού συμβολαίου που θεμελιωνόταν στα φυσικά δικαιώματα των ανθρώπων και τούς εξασφάλιζε ισότητα ενώπιον του νόμου. Κάθε υπερπροσωπική κοινωνική κατηγορία καταργούταν, ενώ και κάθε προσπάθεια επιβολής συλλογικών περιορισμών και κανόνων στην ατομική ελευθερία, δράση και ιδιοκτησία νοούνταν πλέον ως παραβίαση των αναπαλλοτρίωτων φυσικών δικαιωμάτων. Η κοινωνικά ελεγχόμενη επαγγελματική κοινότητα της συντεχνίας έδωσε τη θέση της σε μια διασπασμένη συλλογή επιχειρηματιών/ιδιοκτητών και εργατών που συνδέονταν μόνο μέσω των σχέσεων αγοράς. Με την κατάλυση των συντεχνιών και την νομιμοποίηση των άλλοτε παρεκκλινόντων πρακτικών, οι καπιταλιστικές πρακτικές οργάνωσης της παραγωγής συστηματοποιήθηκαν επιφέροντας αυξημένη ετερογένεια μεταξύ των τεχνιτών ως προς τους μισθούς και τις συνθήκες εργασίας[70].
Αυτές οι αλλαγές στις εμπειρίες των τεχνιτών τούς ώθησαν σε συστηματικές προσπάθειες αποκατάστασης κάποιας μορφής συλλογικού ελέγχου επί της παραγωγικής διαδικασίας. Οι κινητοποιήσεις οργανώθηκαν από τους ειδικευόμενους τεχνίτες, οι οποίοι είχαν διατηρήσει τις ήδη παράνομες οργανώσεις τους, και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1820’ είχαν συγκροτήσει συντεχνιακές εργατικές οργανώσεις σε όλα σχεδόν τα επαγγέλματα στις μεγάλες πόλεις της Γαλλίας[71]. Αυτές οι οργανώσεις, όμως, αν και αποτελούνταν από μισθωτούς εργάτες, με κοινές εμπειρίες υποταγής σε εκμεταλλευτικές πρακτικές, αδυνατούσαν να συγκροτήσουν ένα πολιτικό λόγο και πρακτικές συμβατές με το μετασχηματισμένο φιλελεύθερο πολιτικό πεδίο στη διαλεκτική τους με τη κυβέρνηση και τις υπόλοιπες κοινωνικές δυνάμεις και τις εμπεδωμένες μεταξύ τους ισορροπίες ισχύος. Αυτό οφειλόταν στους περιορισμούς στις δυνατότητες σκέψης και δράσης που έθετε το συντεχνιακό ιδίωμα της παράδοσης, των θρησκευτικά χρωματισμένων δεσμών αδελφότητας, οι μονο-επαγγελματικής μορφής οργανώσεις και το όραμα του κοινωνικά επιβεβλημένου ελέγχου. Ο συντεχνιακός λόγος και δράση, δηλαδή, αναπαρήγαν τις διαιρέσεις της προεπαναστατικής γαλλικής κοινωνίας, χωρίς να καλύπτουν το χάσμα μεταξύ των δύο πολιτικών συνθηκών, αποτρέποντας έτσι την συγκρότηση μιας εργατικής ταξικής συνείδησης.
Προς την κατεύθυνση υπέρβασης αυτών των περιορισμών έδρασε καταλυτικά η εμπλοκή των εργατών στην Ιουλιανή Επανάσταση του 1830. Η συμμετοχή τους στις λαϊκές εξεγέρσεις τούς έθεσε στο πολιτικό προσκήνιο σε άμεσο διάλογο με την κυβέρνηση ως ομάδα με συγκεκριμένα αιτήματα και κυρίαρχη, προβεβλημένη δράση. Όσο σημαντική ήταν, ωστόσο, αυτή η διάσταση, άλλο τόσο σημαντική ήταν και η άμεση απορριπτική απάντηση που τους δόθηκε στις διεκδικήσεις τους για έλεγχο επί των επαγγελμάτων τους, ως επίθεση στην «επιχειρηματική ελευθερία»[72]. Η διαλεκτική πολιτικού λόγου και εξουσίας και η αποτυχημένη εφαρμογή των συντεχνιακών νοητικών «σχημάτων» στις νέες συνθήκες της μετεπαναστατικής Γαλλίας κινητοποίησε τους εργάτες προς τον μετασχηματισμό τους και επαναπροσδιορισμό της αντίληψης του κόσμου και του εαυτού τους ως κοινωνική τάξη[73].
Οι επεξεργασίες του εργατικού λόγου στράφηκαν καταρχάς στην πολιτική νομιμοποίηση της αντικυβερνητικής δράσης τους, μέσω της ανασημασιοδότησης του επαναστατικού λόγου εναντίον της αριστοκρατίας και του Παλαιού Καθεστώτος. Η «ωφέλιμη εργασία», που παράγει τον αναγκαίο για την κοινωνία εθνικό πλούτο, προσδιορίστηκε αποκλειστικά ως χειρωνακτική εργασία[74], και το υποκείμενό της, ακολούθως, οι εργάτες, ως ο «κυρίαρχος λαός», ενώ η μπουρζουαζία έλαβε τη θέση της «νέας αριστοκρατίας» που χρησιμοποιούσε το προνόμιο της ιδιοκτησίας για να κρατήσει τους εργάτες σε υποτελή θέση, ως βιομηχανικούςδουλοπάροικους[75]. Με τον τρόπο αυτό η υπό διαμόρφωση εργατική τάξη νομιμοποιούσε τις προσπάθειες χειραφέτησής της, χρησιμοποιώντας το επαναστατικό ιδίωμα της ελευθερίας, εναντίον της φιλελεύθερης κυβέρνησης, δίνοντας σχήμα και στη γεωγραφία του πολιτικού τοπίου, προσδιορίζοντας το «εμείς» και το «άλλοι», καθώς και τον στόχο της πολιτική δράσης[76]. Η δεύτερη καθοριστική επεξεργασία στον εργατικό λόγο υπήρξε η χρήση του όρου του «συνεταιρισμού» για τον επαναπροσδιορισμό της μορφής οργάνωσης και σχέσεων μεταξύ των εργατών κατά το πρότυπο του φιλελεύθερου έθνους-κράτους και των νόμων του σεαντίθεση με τη συντεχνιακή οργάνωση και τους συλλογικά επιβεβλημένους κανονισμούς τους, που νοούνταν πλέον ως παραβίαση φυσικών και ιερών ατομικών ελευθεριών[77]. Αυτή η εξέλιξη παρείχε την αναγκαία βάση για την γενίκευση της σύλληψης της συνεταιριστικής οργάνωσης ώστε να περιλάβει όλα τα επαγγέλματα. Το βήμα αυτό συντελέστηκε ως αποτέλεσμα του συντονισμού και της αλληλοβοήθειας μεταξύ των εργατών διαφόρων κατηγοριών κατά τις απεργίες του 1833, οπότε έγινε πλέον αισθητή η κοινότητα των συμφερόντων όλων των εργατών και κατέστη δυνατή η γενίκευση του αισθήματος της αδελφότητας μεταξύ τους. Το φθινόπωρο του 1833 μπορεί, δηλαδή, να εντοπιστεί η συγκρότηση της εργατικής τάξης ως πολιτισμικής παραδοχής, (δομημένης) και δομούσας κατηγορίας της αντίληψης και της δράσης των εργατών. Παράλληλα συγκροτήθηκε και μια εναλλακτική σύλληψη του υπάρχοντος συστήματος ιδιοκτησίας, η ιδέα των «συνεταιρισμών παραγωγών» όπου οι εργάτες θα ήταν κοινοί ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής και οι οποίοι θα επεκτείνονταν σταδιακά ώστε να συμπεριλάβουν όλα τα επαγγέλματα, τους εργάτες και τους εργοδότες, εκτοπίζοντας την φιλελεύθερη ατομική ιδιοκτησία με την σοσιαλιστική «συνεταιριστική ιδιοκτησία»[78].
Τέλος, καθοριστική για τη διαμόρφωση της σύλληψης της μελλοντικής κοινωνίας της εργασίας (ή των εργατών) υπήρξε η σύμφυση σοσιαλιστικού και ριζοσπαστικού ρεπουμπλικανικού λόγου, που διεύρυνε αμοιβαία την αποδοχή σοσιαλιστικών και ρεπουμπλικανικών ιδεών στη γαλλική κοινωνία συνδέοντας τους εργατικούς συνεταιρισμούς με τις πολιτικές λέσχες των ρεπουμπλικάνων[79].
Μέχρι την άνοιξη του 1834, όταν κατεστάλη το εργατικό κίνημα και τέθηκαν περιορισμοί στο δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, σε θεσμικό επίπεδο οι επιτυχίες ήταν περιορισμένες, είχε όμως καθιερωθεί ταξικά συνειδητοποιημένος λόγος και δράση. Το 1848, λοιπόν, όταν κορυφώθηκε – έπειτα από μια οικονομική ύφεση – η εργατική ταξική δράση, έστρεψε εξαρχής την επανάσταση μέσω μαζικών κινητοποιήσεων προς έναν ρεπουμπλικανικό σοσιαλισμό και υποχρέωσε την προσωρινή κυβέρνηση να διακηρύξει το δικαίωμα στην εργασία, την ίδρυση Εθνικών Εργαστηρίων (κατά το πρότυπο των συνεταιρισμών παραγωγών) και τον διορισμό μιας ειδικής Επιτροπής (Λουξεμβούργου) για την επεξεργασία νομοθετικών σχεδίων για την πραγματοποίηση της συλλογικής οργάνωσης της εργασίας. Αυτές οι εξελίξεις ανέδειξαν τους εργατικούς συνεταιρισμούς σε κατεξοχήν πολιτικούς δρώντες για την οργάνωση απεργιών και την εκλογή εκπροσώπων στην Επιτροπή, που συνιστούσε έναν θεσμικά κυρωμένο δημόσιο χώρο διαλόγου των εργατών για τις δημόσιες υποθέσεις. Στα πλαίσια αυτά οι Γάλλοι εργάτες σχημάτισαν την δική τους εκδοχή μιας κοινωνικής δημοκρατίας θεμελιωμένης στην παραγωγική εργασία και συγκροτημένης στη βάση επιμέρους δημοκρατικών εργατικών συνεταιρισμών που θα συνδέονταν με δεσμούς αλληλεγγύης και κοινής ιδιοκτησίας[80].
Στη πραγμάτευσή του ο Sewell αναδεικνύει λοιπόν τον πολιτικό στίβο ως κυρίαρχο χώρο και παράγοντα συγκρότησης της εργατικής τάξης, ως πεδίο «πυκνής» πολιτισμικής πρακτικής όπου οργανώνονται σημειωτικά οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις, στις «προσπάθειες των αντιτιθέμενων ομάδων να δημιουργήσουν και να διατηρήσουν μια πολιτισμική συνοχή μεταξύ των ίδιων των οπαδών τους»[81].
6. Βιβλιογραφία
v R. Audi (επιμ.), “Hermeneutics”, “Naturalistic Epistemology”, “Social Constructivism” The Cambridge Dictionary of Philosophy2, Cambridge University Press, Cambridge 1999, σελ. 377-8, 598, 855.
v P. Bourdieu, Outline of a Theory of Practiceανατ. 21ημτφ. R. Nice, Cambridge University Press, Cambridge 2007.
v P. Bourdieu, Practical Reason: Οn the Theory of Actionανατ. 2η, Polity Press, Cambridge 2007.
v P. Bourdieu, L. Wacquant, An Invitation to Reflexive Sociologyανατ. 3η, Polity Press, Cambridge 2005.
v PBourdieuΗ Αίσθηση της Πρακτικής, μτφ. – επιμ. Θ. Παραδέλλης, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2006.
v PEricksonLMurphyΙστορία της ανθρωπολογικής σκέψης, μτφ. Φ. Μπούμπουλη, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2002, σελ. 182-208.
v I. Katznelson, “Working-Class Formation: Constructing Cases and Comparisons”, Working Class Formation: Nineteenth Century Patterns in Western Europe and the United States, (επιμ.) Ira Katznelson & Aristide Zolberg, Princeton University Press, Princeton 1986, σελ. 3-40.
v L. McDowell, “Home, Place and Identity”, Gender, Identity and Place, Polity Press, Cambridge 1999, σελ. 71-95.
v K. Marx, “Estranged Labor”, Economic and Philosophical Manuscripts of 1844, Marxists Internet Archive, URL=http://www.marxists.org/archive/marx/works/1844/manuscripts/labour.htm
v Marxists Internet Archive, “Antonio Gramsci Reader: VI Hegemony, Relations of Force, Historical Bloc”, URL=http://www.marxists.org/archive/gramsci/prison_notebooks/reader/q10ii-41.htm “Objectification”, URL=http://www.marxists.org/reference/archive/hegel/help/cyc.htm
v Chde MontlibertΕισαγωγή στην Κοινωνιολογική Συλλογιστική, μτφ. Κ. Διαμαντάκου, εκδ. Ινστιτούτο του Βιβλίου-Καρδαμίτσα, Αθήνα 1998, σελ. 161-282.
v S. Ortner, “Theory in Anthropology since the Sixties”, Comparative Studies in Society and History, vol. 26 (1), 1984, σελ. 126-166.
v M. Perrot, “On the Formation of the French Working Class”, Working Class Formation: Nineteenth Century Patterns in Western Europe and the United States, (επιμ.) Ira Katznelson & Aristide Zolberg, Princeton University Press, Princeton 1986, σελ. 71-110.
v MPhilp, “Michel Foucault”, Μετά τον Εμπειρισμό: Φιλοσοφία και σύγχρονες θεωρητικές αναζητήσεις στις επιστήμες του ανθρώπου, επιμ. Q.Skinner, μτφΧρ.Μαρσέλλος & ΚΧατζήςεκδΚάτοπτροΑθήνα 2006, σελ97-119.
v J. Ranciere, John Drury, Donald Reid, The Nights of Labor: The Workers Dream in Nineteenth Century France, Temple University Press, 1989.
v J.W. Scott, “The Evidence of Experience”, Critical Inquiry (17) 1991, University of Chicago Press, σελ. 773-796.
v R. Scruton, «Η Ευρωπαϊκή Φιλοσοφία από τον Fichte στον Sartre», Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, επιμ. AKenny, μτφ. Ρισσάκη, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2005, σελ. 267-326.
v W. Sewell, “A Theory of Structure: Duality, Agency and Transformation”, Logics of History: Social Theory and Social Transformation, University of Chicago Press, Chicago 2005, σελ. 175-196.
v W. Sewell, Work and Revolution in France: The Language of Labor from the Old Regime to 1848, Cambridge University Press, Cambridge 1980.
v W. Sewell, “Artisans, Factory Workers and the Formation of the French Working Class, 1789-1848”, Working Class Formation: Nineteenth Century Patterns in Western Europe and the United States, (επιμ.) Ira Katznelson & Aristide Zolberg, Princeton University Press, Princeton 1986, σελ. 45-70.
v W. Sewell, “The Concept(s) of Culture”, Beyond the Cultural Turn, (επιμ.) Victoria E.Bonnell & Lynn Hunt, University of California Press, Berkeley 1999, σελ. 35-61.
v S.E. Stumpf, “Karl Marx”, Philosophy: History and Problems4, McGraw-Hill, 1989, σελ. 428-445.
v E.P. Thompson, “Preface”, The Making of the English Working Class2, Penguin, London 1980, σελ. 9-14.
v Ε. Αβδελά, «Η κοινωνική τάξη στην σύγχρονη ιστοριογραφία: από το οικονομικό δεδομένο στην πολιτισμική κατασκευή», Τα Ιστορικά, τ. 12, (22) Ιούνιος 2005, σελ. 173-204.
v Γ. Κρητικός, «Κοινωνικό Είναι και Κοινωνική Συνείδηση», Φιλοσοφικό και Κοινωνιολογικό Λεξικό, τ. 3, εκδ. Καπόπουλος, Αθήνα 1995, σελ. 79-80.
v Α. Μπακαλάκη, «Εκδοχές της έννοιας του Πολιτισμού στην Ανθρωπολογία», Σύγχρονα Θέματα, σελ. 55-68.
v Δ. Πατέλης, «ανάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο», «αντανάκλαση», «εμπειρικό και θεωρητικό», «εξαντικειμένωση και απαντικειμένωση», «συνείδηση κοινωνική», Φιλοσοφικό και Κοινωνιολογικό Λεξικό, τ. 1, σελ. 72-73, 98-99, τ. 2, σελ. 144-145, 167, τ. 5, σελ. 69-72, εκδ. Καπόπουλος, Αθήνα 1995.
 


[1] S. Ortner, “Theory in Anthropology since the Sixties”, Comparative Studies in Society and History, σελ. 126-166. W. Sewell, “The Concept(s) of Culture”, Beyond the Cultural Turn, σελ. 35-38.
[2] S.E. Stumpf, Philosophy: History and Problems4, McGraw-Hill, 1989, σελ. 428-445.
[3] Βλ: K. Marx, “Estranged Labor”, Economic and Philosophical Manuscripts of 1844, Marxists Internet Archive, URL= http://www.marxists.org/archive/marx/works/1844/manuscripts/labour.htm, Δ. Πατέλης, «εξαντικειμένωση και απαντικειμένωση», Φιλοσοφικό και Κοινωνιολογικό Λεξικό τ. 2, σελ. 167.
Marxists Internet Archive, “Objectification”, URL= http://www.marxists.org/reference/archive/hegel/help/cyc.htm
[4] Ε. Αβδελά, «Η κοινωνική τάξη στην σύγχρονη ιστοριογραφία: από το οικονομικό δεδομένο στην πολιτισμική κατασκευή», Τα Ιστορικά, τ. 12, (22) Ιούνιος 2005, σελ. 175.
[5] Ακολούθως καθιστώντας αναγκαίο αντικείμενο διερεύνησης το κατά πόσο αυτά τα συμφέροντα είναι αδιαφοροποίητα κοινά στο εσωτερικό της ευρύτερης κατηγορίας της τάξης.
[6] Βλ: “Naturalistic Epistemology”, The Cambridge Dictionary of Philosophy2, σελ. 598.
[7] Δ. Πατέλης, «ανάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο», «αντανάκλαση», «εμπειρικό και θεωρητικό», «εξαντικειμένωση και απαντικειμένωση», «συνείδηση κοινωνική», Φιλοσοφικό και Κοινωνιολογικό Λεξικό, τ. 1, σελ. 72-73, 98-99, τ. 2, σελ. 144-145, 167, τ. 5, σελ. 69-72, Γ. Κρητικός, «Κοινωνικό Είναι και Κοινωνική Συνείδηση», Φιλοσοφικό και Κοινωνιολογικό Λεξικό, τ. 3, σελ. 79-80.
[8] Βλ: Marxists Internet Archive, “Antonio Gramsci Reader: VI Hegemony, Relations of Force, Historical Bloc”, URL= http://www.marxists.org/archive/gramsci/prison_notebooks/reader/q10ii-41.htm, Μπακαλάκη, «Εκδοχές της έννοιας του Πολιτισμού στην Ανθρωπολογία», Σύγχρονα Θέματα, σελ. 57, W. Sewell, “The Concept(s) of Culture”, Beyond the Cultural Turn, σελ. 42-43, P. Erickson, L. Murphy, “Πολιτική Οικονομία», Ιστορία της ανθρωπολογικής σκέψης, σελ. 190-196.
[9] Ε. Αβδελά, «Η κοινωνική τάξη στην σύγχρονη ιστοριογραφία…», Τα Ιστορικά, σελ. 178-183. I. Katznelson, “Working-Class Formation: Constructing Cases and Comparisons”, Working Class Formation: Nineteenth Century Patterns in Western Europe and the United States, σελ. 3-12.
[10] E.P. Thompson, The Making of the English Working Class2, (Vintage Books 1963) Penguin, London 1980.
[11] Όπ.π. σελ. 10. Ο Thompson μετατοπίζει την έμφαση στη δεύτερη κατηγορία του μαρξιστικού σχήματος τάξη-ταξική συνείδηση για την μελέτη του ταξικού σχηματισμού και τη συνδυάζει με μια φαινομενολογικής έμπνευσης ανάλυση της λειτουργίας της συνείδησης. Βλ. σελ. 9-10 της παρούσης εργασίας.
[12] Όπως θα πει αργότερα ο Bourdieu, ο Αντικειμενισμός, συλλαμβάνοντας τη πράξη και δράση αρνητικά, προβάλλει στη νόηση των δρώντων υποκειμένων μια «σχολαστική» θεώρηση της πρακτικής, ως εκτέλεση ή διενέργεια κανόνων άνωθεν ορισμένων, που κατέστη δυνατόν να συλλάβει στο βαθμό που απέκλεισε από το εξηγητικό πεδίο την υποκειμενική εμπειρία. P. Bourdieu, Η Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 45-46. P. Bourdieu, L. Wacquant, An Invitation to Reflexive Sociology, σελ. 10.
[13] E.P. Thompson, όπ.π. σελ. 9-10.
[14] Στην κατηγορία αυτή θα μπορούσαν να ενταχθούν ο Durkheim, ο Talcott-Parsons, καθώς και οι κοινωνιολογικής βάσης θεωρήσεις των εκπροσώπων του δομολειτουργισμού στην Ανθρωπολογία (πχ Radcliffe-Brown).
[15] R. Scruton, «Η Ευρωπαϊκή Φιλοσοφία από τον Fichte στον Sartre», Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, σελ. 314-5.
[16] J.W. Scott, “The Evidence of Experience”, Critical Inquiry (17), σελ. 754.
[17] E.P. Thompson, όπ.π. σελ. 9.
[18] Όπ.π. σελ. 9-10.
[19] R. Scruton, «Η Ευρωπαϊκή Φιλοσοφία από τον Fichte στον Sartre», Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, σελ. 314-5.
[20] E.P. Thompson, σελ. 9. Η αποφυγή του όρου «δομή» και η χρήση του ρηματικού τύπου “conditioning”, δηλαδή «επιδραστικότητας», «επικαθορισμού» συμβάλλει στη εννοιολόγηση του σχηματισμού της τάξης ωςδιαδικασίας παρά ως κατάστασης, κατηγορίας ή γεγονότος.
[21] Όπ.π.
[22] Α. Μπακαλάκη, «Εκδοχές της έννοιας του Πολιτισμού στην Ανθρωπολογία», Σύγχρονα Θέματα, σελ. 60, Scruton, «Η Ευρωπαϊκή Φιλοσοφία από τον Fichte στον Sartre», Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, σελ. 317.
[23] Συνεπώς, αν και αντικειμενικός κόσμος και ανθρώπινη συνείδηση και δράση συνδέονται στενά, η Καρτεσιανή αντίστιξη υποκειμένου-αντικειμένου, δομής-δράσης συνεχίζει να υφίσταται.
[24] I. Katznelson, “Working-Class Formation: Constructing Cases and Comparisons”, Working Class Formation: Nineteenth Century Patterns in Western Europe and the United States, σελ. 9.
[25] Ε. Αβδελά, «Η κοινωνική τάξη στην σύγχρονη ιστοριογραφία…», σελ. 183-186.
[26] W. Sewell, “The Concept(s) of Culture”, Beyond the Cultural Turn, σελ. 35-45.
[27] Ε. Αβδελά, «Η κοινωνική τάξη στην σύγχρονη ιστοριογραφία…», σελ. 190-1.
[28] .W. Scott, “The Evidence of Experience”, σελ. 784-6.
[29] Ε. Αβδελά, σελ. 193.
[30] Το μοντέλο της πολιτισμικής ανάλυσης που προτάθηκε από τον Geertz, αντλώντας κι ο ίδιος από την παράδοση της ερμηνευτικής του Dilthey, μπορεί να θεωρηθεί ως μετέχον και των δύο παραδειγμάτων ιστοριογραφικής έρευνας ∙ ενδεχομένως να εφαρμόστηκε πληρέστερα στα πλαίσια της Πολιτισμικής Ιστορίας, εντός της οποίας, ωστόσο, επίσης ξεπεράστηκε, λόγω της ανθρωπολογικής κριτικής της προσέγγισης και της επίδρασης των μετανεωτερικών θεωριών (όπως του Foucault και του Bourdieu και άλλων πιο ακραίων προσεγγίσεων), οι οποίες, όμως, οφείλουν πολλά στη κληρονομιά της ερμηνευτικής ανθρωπολογίας.
[31] Όπ.π. σελ. 187.
[32] Όπ.π. σελ. 187-189, 197-202.
[33] Βλ. κεφάλαιο 2 της εργασίας.
[34] Από μια διαφορετική αφετηρία και μέσω διαφορετικών θεωρήσεων, στο ίδιο συμπέρασμα είχε καταλήξει και ο Thompson, αναδεικνύοντας τις παραγωγικές σχέσεις σε κοινό παρανομαστή της εργατικής εμπειρίας, η οποία νοηματοδοτούμενη από τη συνείδηση θα ενοποιούσε τα εργατικά στρώματα, υπερβαίνοντας τις υπάρχουσες αλλά δευτερεύουσες διαφοροποιήσεις.
[35] Η οποία έτεινε να μην διαφοροποιείται από την αμειβόμενη οικιακή εργασία σε άλλα νοικοκυριά. Βλ: L. McDowell, “Home, Place and Identity”, Gender, Identity and Place, σελ. 71-95.
[36] Ε. Αβδελά, «Η κοινωνική τάξη στην σύγχρονη ιστοριογραφία…», σελ. 193.
[37] Συγκροτημένες από τα υποκείμενα στον διάλογό τους με τον κόσμο και τους άλλους ανθρώπους προκειμένου να πορευτούν μέσα στον κόσμο (ως «βιωμένο περιβάλλον»).
[38] P. Erickson, L. Murphy, Ιστορία της ανθρωπολογικής σκέψης, σελ. 199-200.
[39] M. Philp, “Michel Foucault”, Μετά τον Εμπειρισμό: φιλοσοφία και σύγχρονες θεωρητικές αναζητήσεις στις επιστήμες του ανθρώπου, σελ. 97-119.
[40] Ε. Αβδελά, σελ. 194.
[41] Όπ.π. σελ. 195.
[42] R. Audi (επιμ.), “Social Constructivism” The Cambridge Dictionary of Philosophy2, σελ. 855.
[43] P. Bourdieu, L. Wacquant, An Invitation to Reflexive Sociology, σελ. 10.
[44] P. Bourdieu, Η Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 44-46.
[45] Όπ.π. σελ. 219-220.
[46] Το «οικονομικό» ή «υλικό κεφάλαιο», δηλαδή οι διαθέσιμοι υλικοί πόροι, το «κοινωνικό κεφάλαιο», το σύνολο των μη υλικών μέσων που έχουν τα άτομα και οι ομάδες στη διάθεσή τους (δείκτες έντασης αποτελούν οι διαπροσωπικές σχέσεις, οι βραβεύσεις, οι προεδρίες), το «πολιτιστικό κεφάλαιο», που λαμβάνει δύο μορφές, την εξατομικευμένη (ό,τι εσωτερικεύεται μέσω της εκπαίδευσης και εξωτερικεύεται σε τρόπους συμπεριφοράς, ομιλίας, αντίδρασης) και την θεσμοθετημένη (πτυχία και σχολικοί τίτλοι) και το «συμβολικό κεφάλαιο», το οποίο καταμετρά το κύρος και την ευθύνη που αναγνωρίζονται σε μια κοινωνική θέση. Βλ: Ch. de Montlibert, Εισαγωγή στην Κοινωνιολογική Συλλογιστική, σελ. 169.
[47] P. Bourdieu, L. Wacquant, An Invitation to Reflexive Sociology, σελ. 17.
[48] M. Philp, “Michel Foucault”, σελ. 101.
[49] Ο Sewell στο άρθρο του προτείνει μια προσέγγιση η οποία μάλλον συνιστά ενός είδους αναπροσαρμογή και ορολογική ανασήμανση της θεωρίας του Bourdieu – με τους όρους «πόρος» και «σχήμα» να αντικαθιστούν τους αντίστοιχους «κεφάλαιο» και «έξη» – παρά κριτική και εναλλακτική θεώρησή της. Βλ: W. Sewell, “A Theory of Structure: Duality, Agency and Transformation”, Logics of History: Social Theory and Social Transformation, σελ. 175-196.
[50] Κατά την S. Ortner, «η ίδια η αλλαγή σημασιών προβάλλει ως μια επαναστατική διαδικασία». S. Ortner, “Theory in Anthropology since the Sixties”, σελ. 156.
[51] P. Bourdieu, Η Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 90, 96.
[52] «Πολιτισμός ως βιωμένη κυριαρχία και υποταγή συγκεκριμένων τάξεων». S. Ortner, “Theory in Anthropology since the Sixties”, σελ. 149, 152. Η ταξική διαφοροποίηση, ωστόσο, δεν προϋποθέτει απλώς ιστορικές πολιτισμικές διαφορές, όπως φαίνεται να ισχυρίζεται η Ortner, αλλά τις παράγει ως διαδικασία (σελ. 155).
[53] P. Bourdieu, Η Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 88.
[54] Όπ.π. σελ. 153-4.
[55] Όπ.π. σελ. 94.
[56] Όπ.π. σελ. 154.
[57] Α. Μπακαλάκη, «Εκδοχές της έννοιας του Πολιτισμού στην Ανθρωπολογία», Σύγχρονα Θέματα, σελ. 57-58.
[58] Ο Sewell στο άρθρο του παρέχει μια αντίστοιχη ερμηνεία: W. Sewell, “The Concept(s) of Culture”, Beyond the Cultural Turn, σελ. 55-58.
[59] P. Bourdieu, Η Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 100.
[60] «Η έξη που αποκτάται στο πλαίσιο της οικογένειας βρίσκεται πίσω από την δόμηση των εμπειριών του σχολείου (…) και η έξη που τροποποιήθηκε από το σχολείο, η ίδια διαφοροποιημένη, βρίσκεται πίσω από τη δόμηση όλων των μεταγενέστερων εμπειριών (…) και ούτω καθεξής, από αναδόμηση σε αναδόμηση». P. Bourdieu, Outline of Theory of Practice, σελ. 87.
[61] P. Bourdieu, Practical Reason: Οn the Theory of Action, σελ. 10-18.
[62] Στην παρούσα εργασία θα δοθεί έμφαση στην ανάλυση του συντεχνιακού και πολιτικού λόγου, κατά τον Sewell. Βλ. και το προτεινόμενο σχήμα ανάλυσης στο: I. Katznelson, “Working-Class Formation: Constructing Cases and Comparisons”, Working Class Formation: Nineteenth Century Patterns in Western Europe and the United States, σελ. 13-22.
[63] W. Sewell, “Artisans, Factory Workers and the Formation of the French Working Class, 1789-1848”, Working Class Formation: Nineteenth Century Patterns in Western Europe and the United States, σελ. 45-49.
[64] Ο μεγάλος αριθμός αγροτικού πληθυσμού και η χαμηλή συγκέντρωσή του επέβαλαν μια επιμερισμένη μορφή αγοράς εργασίας και καταναλωτικής αγοράς, που καθιστούσε ασύμφορη την επένδυση στην εργοστασιακή ανάπτυξη. Ο Perrot επισημαίνει τη σημασία της «οικιακής οικονομίας» ως δύναμης αντίστασης στις καπιταλιστικές πρακτικές και προσπάθειες προσέλκυσης εργατικού δυναμικού. Είχε, δηλαδή, μια ανασταλτική επίδραση επί των οικονομικών παραγόντων. Στη περίπτωση αυτή παρατηρείται ένας κοινωνικός και πολιτισμικός επικαθορισμός του οικονομικού. Βλ: M. Perrot, “On the Formation of the French Working Class”, Working Class Formation: Nineteenth Century Patterns in Western Europe and the United States, σελ. 71-110. Ακόμη, δημογραφικοί παράγοντες, όπως, ο χαμηλός ρυθμός πληθυσμιακής αύξησης, συνετέλεσαν στη διατήρηση των χωρικών διατάξεων πόλης-υπαίθρου, αλλά και της ίδιας της αστικής κοινωνικής γεωγραφίας. Βλ: I. Katznelson, “Working-Class Formation: Constructing Cases and Comparisons”,Working Class Formation: Nineteenth Century Patterns in Western Europe and the United States, σελ.16. Συνεπώς, υπήρξε μια συνέχεια, παρά τους καπιταλιστικούς μετασχηματισμούς, στην αστική εμπειρία των εργατών – με την μεγάλη πλειοψηφία τους να ζουν σε μεικτά κέντρα διοίκησης, εμπορίου, βιομηχανίας – ενώ οι αστοί ειδικευμένοι τεχνίτες παρέμειναν πλειοψηφία μεταξύ των βιομηχανικών εργατών. Sewell, “Artisans, Factory Workers and the Formation of the French Working Class, 1789-1848”, σελ. 49.
[65] Sewell, “Artisans, Factory Workers and the Formation of the French Working Class, 1789-1848”, σελ. 48-51.
[66] Είχαν τοπικό μονοπώλιο στην άσκηση του επαγγέλματος, ήλεγχαν αυστηρά την ποιότητα και τις τιμές, όριζαν το επίπεδο ικανοτήτων και τη διαδικασία της μαθητείας για την άσκηση του επαγγέλματος, όριζαν περιορισμούς στην είσοδο στο επάγγελμα, ενώ ασκούσαν και πειθαρχικό έλεγχο σε βάρος των παραβατών. Sewell, “Artisans, Factory Workers and the Formation of the French Working Class, 1789-1848”, σελ. 53.
[67] Συμβολίζοντας με τον τρόπο αυτό την ενότητα της συντεχνίας και στον θάνατο.
[68] Επιπλέον ο μαθητής ζούσε στο ίδιο σπίτι με τον μάστορα και μοιραζόταν το τραπέζι με την οικογένειά του. Βλ: W. Sewell, Work and Revolution in France: The Language of Labor from the Old Regime to 1848, Cambridge 1980.
[69] Sewell, “Artisans, Factory Workers and the Formation of the French Working Class, 1789-1848”, σελ. 55.
[70] Όπ.π. σελ. 57.
[71] Όπ.π. σελ. 58.
[72] Όπ.π. σελ. 60.
[73] Βλ: Sewell, “A Theory of Structure: Duality, Agency and Transformation”, Logics of History: Social Theory and Social Transformation, σελ. 175-196.
[74] Αντιστρέφοντας με τον τρόπο αυτό και την ιεραρχική αξιολόγηση διαφόρων βαθμών διανοητικής-χειρωνακτικής εξουσίας επί Παλαιού Καθεστώτος. Βλ: W. Sewell, Work and Revolution in France: The Language of Labor from the Old Regime to 1848, Cambridge 1980.
[75] Sewell, “Artisans, Factory Workers and the Formation of the French Working Class, 1789-1848”, σελ. 60.
[76] Βλ. τα σχόλια του Sewell για την συγκρότηση της πολιτισμικής συνοχής ως αποτέλεσμα συστημικών σημειωτικών σχέσεων και σχέσεων εξουσίας: W. Sewell, “The Concept(s) of Culture”, σελ. 55-58.
[77] Στη βάση αυτή μετονόμασαν και τις εργατικές οργανώσεις τους σε πχ «Φιλανθρωπική Κοινωνία», «Κοινωνία Αδελφικής Φιλίας»: W. Sewell, “Artisans, Factory Workers and the Formation of the French Working Class, 1789-1848”, σελ. 61.
[78] Όπ.π. 62-63.
[79] W. Sewell, Work and Revolution in France: The Language of Labor from the Old Regime to 1848, 1980.
[80] W. Sewell, “Artisans, Factory Workers and the Formation of the French Working Class, 1789-1848”, σελ. 64-67.
[81] W. Sewell, “The Concept(s) of Culture”, σελ. 55-57.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: