Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

90 χρόνια από το τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας: Το κίνημα ενάντια στο δεκαετή πόλεμο


του Λέαδρου Μπόλαρη, Εργατική Αλληλεγγύη, 12/9/2012Επιστρατευμένοι απεργοί σιδηροδρομικοί στο Γ’ Σώμα Στρατού στη Θεσσαλονίκη.Επιστρατευμένοι απεργοί σιδηροδρομικοί στο Γ’ Σώμα Στρατού στη Θεσσαλονίκη.
Όταν τα ελληνικά στρατεύματα παρέλαυναν μέσα σε κλίμα «εθνικής έξαρσης» στην προκυμαία της Σμύρνης εκείνο τον Μάη του 1919 τίποτα δεν φαινόταν να προμηνύει τις τραγικές σκηνές που θα εκτυλίσσονταν στο ίδιο σημείο τρεισήμισι χρόνια μετά. Οι εικόνες από την φλεγόμενη Σμύρνη και τους στοιβαγμένους σε βάρκες και καΐκια έλληνες κατοίκους της να προσπαθούν να γλυτώσουν όπως-όπως τη ζωή τους, έχουν χαραχτεί στην ιστορική μνήμη. Στις φλόγες της Σμύρνης και στο θρήνο των προσφύγων βούλιαξαν οι φιλοδοξίες μιας άρχουσας τάξης που είχε πίσω της δέκα χρόνια σχεδόν αδιάκοπων και νικηφόρων πολέμων.
Για τους εργάτες και τους αγρότες πίσω στη «μητέρα Ελλάδα» ο πόλεμος είχε γίνει μια μισητή υπόθεση πολύ πριν την κατάρρευση της στρατιάς της Μικράς Ασίας. Αυτό φαίνεται παράδοξο σε όσους εξετάζουν την ιστορία από την σκοπιά του έθνους. Και η εξήγηση που δίνουν είναι ο «Διχασμός» ανάμεσα στις δυο στρατιωτικο-πολιτικές μερίδες της κυρίαρχης τάξης ανάμεσα στους Φιλελεύθερους και τους Μοναρχικούς, ανάμεσα στον Βενιζέλο και τον βασιλιά Κωνσταντίνο. Το παράδοξο εξαφανίζεται, όμως, όταν καταλάβουμε ότι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις τάξεις είναι αυτή που καθορίζει τα πράγματα.
Στη δεκαετία που προηγήθηκε της Μικρασιατικής Καταστροφής, τα κέρδη από τις «μεγάλες εθνικές επιτυχίες» τα καρπώθηκε η κυρίαρχη τάξη, οι τραπεζίτες, οι μικροί και μεγάλοι κερδοσκόποι, οι εφοπλιστές, οι βιομήχανοι (πολλές φορές τα ίδια πρόσωπα είχαν όλες ή περισσότερες από μια από τις παραπάνω ιδιότητες). Τις θυσίες, τις επωμίστηκαν οι εργάτες και οι αγρότες. Θυσίες όχι μόνο σε αίμα, αλλά και σε πείνα και αρρώστια.

Τρελά κέρδη

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και μετά ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έφεραν μια χρυσή βροχή κερδών για τους καπιταλιστές. Η έκταση του ελληνικού κράτους υπερδιπλασιάστηκε, τα μεροκάματα ήταν φτηνά, η διαταραχή του εμπορίου από τον πόλεμο και τον αποκλεισμό τόνωσε τη βιομηχανική παραγωγή.
Όμως, παράλληλα, τα δάνεια για την εξυπηρέτηση της πολεμικής προσπάθειας και τα τεράστια κέρδη που λίμναζαν από ένα σημείο και μετά στα ταμεία των καπιταλιστών, δημιούργησαν συνθήκες που η κερδοσκοπία χτύπησε κόκκινο και μαζί της ο πληθωρισμός. Το 1918 το ελληνικό χρηματιστήριο ζούσε στιγμές δόξας με αιχμή την «ατμοπλοϊκή φρενίτιδα» (ναυτιλιακές εταιρείες) και σύντομα με την ίδρυση νέων τραπεζών: μια από αυτές ήταν η Τράπεζα Καλαμών, η μετέπειτα Πίστεως και σημερινή Alpha Bank.
«Οι μετοχές ανεβαίνουν, οι προλετάριοι πέφτουν» έγραφε το 1916 η μεγάλη επαναστάτρια Ρόζα Λούξεμπουργκ. Στην Ελλάδα οι προλετάριοι πεινούσαν γιατί οι τιμές των βασικών ειδών κάλπαζαν. Σύντομα θα έπρεπε να σηκώσουν και άλλες θυσίες καθώς η εκστρατεία στη Μικρά Ασία ρουφούσε πόρους και ανθρώπους σε απίστευτους ρυθμούς.
Η δυσαρέσκεια ενάντια στον πόλεμο ήταν γενικευμένη. Περίπου σε 90.000 υπολογίζονται οι λιποτάκτες και οι ανυπότακτοι εκείνα τα χρόνια. Ήταν ένα τεράστιος αριθμός, αν αναλογιστούμε ότι στο αποκορύφωμα της εκστρατείας, περίπου 180.000 στρατιώτες βρίσκονταν στη Μικρά Ασία, στην πραγματικότητα στα βάθη της Τουρκίας.
Η εργατική τάξη απάντησε σε αυτή την αφαίμαξη με το συλλογικό της όπλο, τις απεργίες. Από το 1919 μέχρι το 1921 ξεσπάνε κύματα απεργιών. Από τους καπνεργάτες της Μακεδονίας ως τους μηχανουργούς του Πειραιά, από τους τραπεζικούς μέχρι τους ηθοποιούς, από τους εργάτες της Ομοσπονδίας Ηλεκτροκινήσεως μέχρι τους σιδηροδρομικούς.
Τα γεγονότα του Βόλου, τα λεγόμενα «Φεβρουαριανά», ήταν απόδειξη πόσο το μίσος για τον πόλεμο συνδεόταν με τη ταξική πάλη. Το υπόβαθρο της έκρηξης ήταν η αύξηση της τιμής του ψωμιού.
Στις 15 Φλεβάρη 1921, η «Πανεργατική Ένωση» της πόλης σε συνεργασία με το τοπικό τμήμα του ΣΕΚΕ καλούν σε συλλαλητήριο. Τη συνέχεια την αφηγείται ο Α. Μπεναρόγια:
«Μετά το συλλαλητήριον οργανώθη διαδήλωσις... Εν ριπή οφθαλμού πόρτες, παράθυρα και τζάμια του μακαρονοποιείου θραύονται. Η μανία του εξεριθισθέντος πλήθους εκσπά εις το σπάσιμο των τζαμιών όλων των πέριξ καταστημάτων. Ματαίως οι Μπεναρόγιας, Κανάβας, Αποστολίδης, Αδαμίδης και άλλοι παρεκάλουν τους θερμοαίμους όπως σταματήση το άσκοπον έργον της καταστροφής. …Εκλήθη ο στρατός συγκεντρωθέντος εις τας παρόδους της παραλίας και έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν τα όπλα των οι στρατιώται ανέμενον την διαταγή ‘πυρ’. Αλλά επενέβησαν και πάλι οι ως ανω διαμαρτυρόμενοι και αιτούντες παρά των αξιωματικών όπως αποφευχθή η αιματοχυσία, ανελάμβανον δε όπως τερματίσουν την διαδήλωσιν. Η συμπάθεια των στρατιωτών εφαίνετο προς το μέρος των διαδηλωτών και οι αξιωματικοί φοβούμενοι, ίσως περιπλοκάς επικινδύνους πλέον, εδέχθησαν την πρότασιν. Το σπάσιμο είχε ήδη σταματήσει. Η διαδήλωση εσυνεχίσθη και από τα μπαλκόνια αναπετάσσοντο ερυθραί σημαίαι προς εξευμενισμόν των διαδηλωτών…».
Λίγες μέρες μετά τα «Φεβρουαριανά» στο Βόλο ξεκίνησε η θρυλική απεργία των σιδηροδρομικών. Το βασικό αίτημα ήταν το 8ωρο. Από την αρχή η απεργία μετατράπηκε σε μετωπική σύγκρουση με την κυβέρνηση. Η αυτοπεποίθηση των απεργών ήταν τόσο δυνατή που όταν η κυβέρνηση τους πρότεινε εννιαμισάωρο, όχι μόνο το απέρριψαν αλλά πρόσθεσαν στα αιτήματα και την …απόλυση των λιγοστών απεργοσπαστών! Τα καράβια και ο σιδηρόδρομος έπαιζαν αποφασιστικό ρόλο στον πόλεμο. Και οι σιδηροδρομικοί, που δεν φημίζονταν για τον ριζοσπαστισμό τους, όχι μόνο απεργούσαν εν καιρώ πολέμου αλλά πρόσβαλαν τα ιερά και τα όσια:
«Κατά το διάστημα της απεργίας έγιναν οι γάμοι του βασιλέως Γεωργίου Β’ στους οποίους προσκλήθηκε να ευλογήσει ο Πατριάρχης Αντιοχείας ο οποίος απεβιβάσθηκε στη Καλαμάτα. Η Κυβέρνησιν εζήτησεν από τη Διοίκηση της ΠΟΣ, να επιτρέψει την κυκλοφορία μίας μηχανής με ένα όχημα για τη μεταφορά του Πατριάρχου στην Αθήνα. Η Διοίκηση όμως αρνήθηκε! Την άρνηση αυτή εκμεταλλεύθηκε η Κυβέρνηση και ο τύπος καθώς και τα ολιγάριθμα όργανά της μέσα στους σιδηροδρομικούς, και τα εξέγειραν κατά της Ομοσπονδίας και της απεργίας».
Το 1921 «έκλεισε» απεργιακά με την απεργία της Ομοσπονδίας Ηλεκτροκινήσεως, (τραμ, ηλεκτρικός σιδηρόδρομος, γκάζι και ηλεκτρικό της Αθήνας-Πειραιά) τον Νοέμβρη. Ήταν τόσο απόλυτη η απεργία, που όταν «κατέβηκαν οι διακόπτες» έσβησαν τα φώτα στην Βουλή την ώρα που αγόρευε ο Δ. Γούναρης ο πρωθυπουργός.
Η κυβέρνηση κατέστειλε την απεργία των σιδηροδρομικών, επιστρατεύοντας εκατοντάδες και στέλνοντάς τους στη Μικρά Ασία. Πιο χειροπιαστή απόδειξη για τον πραγματικό χαρακτήρα του πολέμου δεν μπορούσε να υπάρξει. Όμως, το «αντιπολεμικό μικρόβιο» σάρωνε και στις γραμμές των φαντάρων. Ο Αλέξανδρος Γκούντας ήταν εκείνη την εποχή ναύτης στο «Βέλος» και μέλος των αντιπολεμικών ομάδων που είχαν συγκροτηθεί με πρωτοβουλία κομμουνιστών φαντάρων:

«Αντιπολεμικό μικρόβιο»

«Εκείνο που μας ζήτησαν οι φαντάροι, για λογαριασμό της άγνωστης σε μας αντιπολεμικής οργάνωσης, ήταν έντυπο υλικό. Αποφασίσαμε να τους εξυπηρετήσουμε, ξέροντας ότι έτσι εξυπηρετούμε τον αντιπολεμικό αγώνα. Από το τέλος του 1920 αν θυμάμαι καλά, αρχίσαμε να μεταφέρουμε από την Ελλάδα στην Σμύρνη την εφημερίδα «Ριζοσπάστης» του ΣΕΚΕ που διεξήγαγε σφοδρό αντιπολεμικό αγώνα.
Το «Βέλος», στο οποίο υπηρετούσα εγώ, έκανε δυο ταξίδια τη βδομάδα ανάμεσα Πειραιά-Σμύρνη, για να μεταφέρει το ταχυδρομείο. Τώρα άρχισε να μεταφέρει και «Ριζοσπάστη». Όχι εκατό, ούτε διακόσια φύλλα σε κάθε ταξίδι, αλλά χιλιάδες. Πολλές χιλιάδες. Υπήρχε τόση δίψα για «Ριζοσπάστη» ώστε δεν προφταίναμε να την κορέσουμε. Είμαι βέβαιος ότι τότε θα ξοδεύονταν περισσότερος «Ριζοσπάστης» στο μέτωπο από την υπόλοιπη Ελλάδα, μαζί και την Αθήνα..»
Τον ίδιο Σεπτέμβρη, ο Εργατικός Αγώνας, άλλη εφημερίδα του ΣΕΚΕ, δημοσίευσε ένα κείμενο με τίτλο «Η Φωνή των Στρατιωτών του Μετώπου». Ο Βενιζέλος μόλις είχε πετύχει τον «εθνικό θρίαμβο» της Συνθήκης των Σεβρών και πήγαινε για εκλογές. Οι φαντάροι απαντούσαν:
«Αφού τόσον καιρό στρώσαμε της Βαλκανικής, της Ρωσίας και της Ανατολής τα βουνά και τους κάμπους με τα κουφάρια μας και με το σκοτωμένο αίμα μας εβάψαμε το χώμα και τις πέτρες τους, αφού οι αφέντες που μας κυβερνάνε μας δέσανε με τις βαρειές αλυσίδες της οργανωμένης βίας σαβανώνοντας τα σπιτικά μας με τη μαυρίλα της δυστυχίας, έρχονται τώρα με την απαίσια ικανοποίηση του θριάμβου των να μας ζητήσουνε ψήφο ευγνωμοσύνης για το μεγάλωμα της ‘Πατρίδος’ και για την απελευθέρωση των ‘υπόδουλων αδελφών’».
Συγγραφέας αυτών των γραμμών ήταν ο Παντελής Πουλιόπουλος. Μετά τον πόλεμο θα πρωταγωνιστούσε με τους συντρόφους του στο κίνημα των «Παλαιών Πολεμιστών» και με την ιδιότητα αυτή θα έγραφε το συγκλονιστικό τους μανιφέστο, «Πόλεμος κατά του Πολέμου». Το 1924 αργότερα θα γινόταν γραμματέας του ΣΕΚΕ (Κ) όταν μετονομάστηκε σε ΚΚΕ. Ο σημαντικότερος μαρξιστής θεωρητικός που έβγαλε το κίνημα, θα κρατούσε ψηλά τη σημαία της επανάστασης και του διεθνισμού τα επόμενα χρόνια, ερχόμενος σε σύγκρουση με το σταλινισμό και τασσόμενος στο πλευρό του Τρότσκι.
Το ΣΕΚΕ είχε ιδρυθεί το 1918 σχεδόν μαζί με την ΓΣΕΕ. Τα μέλη του δεν πρωταγωνίστησαν «απλά» στις απεργίες και στους αντιπολεμικούς ξεσηκωμούς όπως τα «Φεβρουαριανά» του Βόλου ή στην αντιπολεμική δράση των φαντάρων. Προσπάθησαν να μπολιάσουν αυτούς τους αγώνες με την συνολική σύγκρουση με τον καπιταλισμό, να κάνουν την προοπτική της επαναστατικής ανατροπής του χειροπιαστή για τους εργάτες και τις εργάτριες που έμπαιναν στη μάχη.
Τον Φλεβάρη του 1921 ο Ευ. Ευαγγέλου, γραμματέας της ΓΣΕΕ (και μέλος του ΣΕΚΕ) υπεράσπιζε στον Ριζοσπάστη την απεργία των υφαντουργών του «Ρετσίνα» στον Πειραιά. Πρόβαλε το αίτημα για «επίταξη» (δηλαδή κρατικοποίηση του εργοστασίου) συνδέοντας τη διεθνιστική, αντιπολεμική πολιτική με το ταξικό συμφέρον και ανάγκες των εργατριών. Αυτή ήταν «η ενδεδειγμένη λύσις» μιας και ο πελάτης της επιχείρησης ήταν ο στρατός (δηλαδή το κράτος) και οι δε καταναλωτές των προϊόντων (οι εργάτες) «διατελούν υπό επίταξιν […] πολεμούντες εις άγνωστα εδάφη διά την μεγάλην πατρίδα του κ. Ρετσίνα και των λοιπών μεγαλοβιομηχάνων, οι οποίοι αύριον θα επεκτείνουν τας εργασίας των εις τα διά του αίματος των αδελφών των δυστυχισμένων αυτών εργατριών καταλαμβανόμενα μέρη». Κι ο Ευαγγέλου συμπέραινε: «Αλλά το κράτος δεν εννοεί
να αναμιχθή, δεν εννοεί να θίξει την ιερότητα της ατομικής ιδιοκτησίας. Το κράτος είναι παρόν μόνο όταν πρόκειται να πιάσει τους εργάτας και να τους στείλη να σφάζωνται εις το μέτωπον, μόνο όταν πρόκειται να επιστρατεύση τους απεργούντας εργάτας».
Σήμερα τέτοια αιτήματα θα τα ονομάζαμε «μεταβατικά» και αντικαπιταλιστικά. Η σημερινή Αριστερά πρέπει να αναστήσει τις επαναστατικές διεθνιστικές ρίζες της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: