Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

O Χαρίλαος Τρικούπης

O Χαρίλαος Τρικούπης (Ναύπλιο, 1832 – Κάννες, 1896) ήταν διπλωμάτης, πολιτικός και Πρωθυπουργός. Η παρουσία του ταυτίζεται με τα εκσυγχρονιστικά οράματα της ελληνικής κοινωνίας, τη συγκρότηση του δικομματικού-διπολικού πολιτικού συστήματος, τα μεγάλα έργα, αλλά και την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας σε βάρος του κοινοβουλίου. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο και καταγόταν από την ιστορική οικογένεια Τρικούπη του Μεσολογγίου. Ήταν γιός του Σπυρίδωνα Τρικούπη και της Αικατερίνης, αδελφής του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου. Μεγαλωμένος μέσα στην οικογενειακή παράδοση του Αγγλικού Κόμματος, θα είναι ο πιο συνεπής υποστηρικτής και συνεχιστής του φιλοαγγλισμού το τελευταίο μισό του 19ου αιώνα. Για τον κοσμοπολίτη Τρικούπη ο αγγλικός και ευρύτερα ο δυτικός πολιτισμός ήταν το αυτονόητο περιβάλλον της ζωής του, μέτρο για μια ρεαλιστική πολιτική δραστήριας ανάπτυξης της ελληνικ΄ς οικονομίας. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι. Με το τέλος των σπουδών του ανέλαβε ιδιαίτερος γραμματέας του πατέρα του, που ήταν πρέσβης στο Λονδίνο, ενώ το 1856 διορίσθηκε επίσημος γραμματέας της ελληνικής πρεσβείας στο Λονδίνο. Έτσι, ξεκίνησε καριέρα στο διπλωματικό σώμα. Το 1862 εκλέχτηκε πληρεξούσιος της Συντακτικής εθνοσυνέλευσης της Ελληνικής παροικίας του Λονδίνου. Στη συνέχεια διαδέχτηκε τον πατέρα του στη θέση του επιτετραμμένου της πρεσβείας. Από τη θέση αυτή συμμετείχε το 1863 στις διαπραγματεύσεις με την αγγλική κυβέρνηση  για την παραχώρηση των Ιονίων νήσων στην Ελλάδα.
Το 1864 παραιτήθηκε από την διπλωματική υπηρεσία για να συμμετάσχει στις εκλογές. Στη συντακτική εθνοσυνέλευση αρχικά στήριζε το φιλοβασιλικό κόμμα των Ορεινών που είχε ταυτιστεί με την αυλή του Γεωργίου Α΄ και συγκεκριμένα με τον σύμβουλό του Σπέννεκ. Σύντομα, όμως η λειτουργία ενός είδους «καμαρίλας» έσπρωξε τον Τρικούπη να υποστηρίξει περισσότερο το κόμμα των Πεδινών εναντίον του βασιλιά συγκροτώντας μια ομάδα μετριοπαθών αντιπολιτευόμενων βουλευτών Το 1865 εκλέχτηκε βουλευτής Μεσολογγίου και το 1866 ανέλαβε την θέση του υπουργού Εξωτερικών στην κυβέρνηση του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου. Από τη θέση αυτή συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις και υπέγραψε στο Βέσλαου σύμφωνο αμυντικής συνεργασίας με τη Σερβία του Μιχαήλ. Αλλά στους επόμενους μήνες ήρθε σε διάσταση απόψεων με τον Βασιλιά Γεώργιο Α΄ και απομακρύνθηκε από την κυβέρνηση. Για 4 χρόνια πολιτεύτηκε (1868-1872) ανεξάρτητα από τα κόμματα που υπήρχαν. 
Το 1870 συγκροτεί μαζί με τον Κωνσταντίνο Λομβάρδο και τον τραπεζίτη Ευθύμιο Κεχαγιά το λεγόμενο «Πέμπτο Κόμμα». Το Κόμμα αυτό αποσπάστηκε από την κοινοβουλευτική ομάδα του Κουμουνδούρου. Το 1872 προσχωρεί σε αυτό και μια ομάδα Κερκυραίων βουλευτών. Πολύ γρήγορα ο Τρικούπης αναδείχτηκε αρχηγός του νέου αυτού κόμματος. Το Πέμπτο Κόμμα υποστήριζε την εφαρμογή ενός κοινοβουλευτικού συστήματος όπου την διακυβέρνηση θα αναλάμβανε το κόμμα που θα είχε την αποδεδειγμένη πλειοψηφία στη βουλή, δε θα προερχόταν από εκλογές νοθείας, θα ήταν αρραγές και όχι αποτέλεσμα συνασπισμών και ο πρωθυπουργός θα ήταν ελεύθερος και δυνατός τόσο απέναντι στο βασιλιά όσο και απέναντι στις πιέσεις των βουλευτών να καθορίζει την πολιτική, να σχεδιάζει και να αποφασίζει για τους υπουργούς. Προπαγάνδιζε μια συνταγματική τάξη που θα μπορούσε να αποτελέσει θεμέλιο για τον ολοκληρωτικό εκσυγχρονισμό της χώρας, την οποία θεωρούσε καθυστερημένη. Σταθερή βάση του κόμματος αποτελούσαν στην Επτάνησο οι οπαδοί του Ζακυνθινού Λομβάρδου και γενικότερα εκπρόσωποι των αστικών στρωμάτων των πόλεων, στην Πελοπόννησο έμποροι και επιφανείς οικογένειες, αλλά και γυναίκες των μεσαίων στρωμάτων καθώς τους προσέφερε έναν εναλλακτικό ρόλο μέσα στα πλαίσια της πατριαρχικής οικογένειας. Το 1874μέσα σε κλίμα αυθαιρεσίας της κυβέρνησης Βούλγαρη, του βασιλιά Γεωργίου και της ομάδας των χρηματιστών ομογενών πέριξ του Ανδρέα Συγγρού, ο Χαρίλαος Τρικούπης γράφει στην εφημερίδα Καιροί το άρθρο «Τις πταίει». Κεντρική θέση του Τρικούπη ήταν ότι την κύρια ευθύνη φέρει το Στέμμα και όχι ο λαός, γιατί διορίζονταν κυβερνήσεις μειοψηφίας και οι εκλογές χαρακτηρίζονταν από νοθεία. Η μόνη θεραπεία που έβλεπε ήταν ο σχηματισμός κυβερνήσεων πλειοψηφίας και διαμόρφωση δικομματικού συστήματος, στο οποίο θα συγχωνευόταν το πλήθος των μικρών κομμάτων, γιατί τα μικρά κόμματα τα είχε γεννήσει η τακτική του βασιλιά. Για το άρθρο του αυτό φυλακίστηκε, αλλά αργότερα ύστερα από κινητοποιήσεις του λαού και μπροστά στον κίνδυνο ανατροπής του θρόνου, ο βασιλιάς υποχώρησε και του ανέθεσε την κυβέρνηση. Ο Τρικούπης προκήρυξε και εφάρμοσε τις πρώτες εκλογές χωρίς νοθεία τις οποίες κέρδισε το κόμμα του Κουμουνδούρου.
Οι τρικουπικοί κατάφεραν να επανέλθουν στην εξουσία το 1878, αλλά μόνο το 1880 κατάφεραν να συγκροτήσουν κυβέρνηση ικανή να αναλάβει μεταρρυθμίσεις. Με την στήριξη όλων των κομμάτων ψήφισε νόμο μονιμοποίησης των δημοσίων υπαλλήλων και αντικατέστησε το φορολογικό σύστημα της δεκάτης με αυτό επί των αροτριώντων ζώων. Ακόμη, στήριξαν ένα μακρύ εξοπλιστικό πρόγραμμα του στρατού και της χωροφυλακής. Τέλος, η πρώτη κυβέρνηση Τρικούπη προχώρησε στην πρώτη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση καταργώντας την μέθοδο Λάνκαστερ στα σχολεία προσανατολίζοντας την εκπαίδευση προς τον τεχνικό τομέα. Στις εκλογές του 1881 η επιρροή του Τρικούπη διευρύνθηκε στις Νέες Χώρες Ήπειρο και Θεσσαλία. Στην εξωτερική πολιτική προωθούσε ένα σχέδιο ενίσχυσης γενικότερα του ελληνισμού και όχι μόνο της Ελλάδας. Θεωρούσε ότι, επειδή η προοπτική κρίσης στο Ανατολικό δεν ήταν ένα άμεσο ενδεχόμενο, έπρεπε να προωθηθεί ο εσωτερικός εκσυγχρονισμός. Σημαντικό έργο των πρώτων Τρικουπικών κυβερνήσεων ήταν οι συμβάσεις για την την αποξήρανση της λίμνης Κωπαΐδας και την δημιουργία σιδηροδρομικού δικτύου. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ το 1882 υπήρχαν σε λειτουργία μόνο 9 περίπου χιλιόμετρα σιδηροδρομικής γραμμής που συνέδεαν την Αθήνα (Θησείο) με το επίνειό της, τον Πειραιά, το 1893 λειτουργούσαν 914 σιδηροδρομικά χιλιόμετρα και άλλα 490 ήταν υπό κατασκευή. Για την χρηματοδότηση των έργων πήρε δυο μεγάλα δάνεια και επέβαλε φορολογία στον καπνό στο κρασί. Δική του έμπνευση ήταν η διώρυγα της Κορίνθου την οποία και εγκαινίασε το 1893.
Στην επόμενη διακυβέρνηση του (1886-1890) μείωσε τον αριθμό των βουλευτών από 240 σε 150 (το κατώτατο όριο που προέβλεπε τότε το Σύνταγμα) και επίσης ενίσχυσε το πολεμικό ναυτικό με παραγγελία τριών πλοίων, των θωρηκτών Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά, για την χρηματοδότηση των οποίων αναγκάστηκε να πάρει και άλλο ένα δάνειο. Επέβαλε και φόρο επί των οικοδομών. Στα 1885 όμως η δυσβάσταχτη φορολογική πολιτική, η δανειοληπτική πολιτική, η σταθερή ενίσχυση των αστικών στρωμάτων και ο περιορισμός της δύναμης της κοινοβουλίου σε όφελος της εκτελεστικής εξουσίας και τελικά του στέμματος έσπρωξε τα λαϊκά στρώματα προς το πιο δημοκρατικό και πιο φιλοκοινοβουλευτικό κόμμα του Δηλιγιάννη, ο οποίος διαδέχτηκε τον Κουμουνδούρο. Η σύγχρονη πολιτική σκέψη αποθεώνοντας την πολιτική του Τρικούπη επιρρίπτει τις ευθύνες της αποτυχίας του εκσυγχρονισμού και τελικά της χρεοκοπίας της Ελληνικής οικονομίας στα 1893, όχι στον πολιτικά υπεύθυνο, που ήταν ο Τρικούπης, αλλά στον Δηλιγιάννη. Αντιθέτως, όμως η πολιτική Δηλιγιάννη των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών και της άρνησης υπέρογκων δανεισμών ενδεχομένως να ήταν πιο κοντά στην πραγματικότητα και τις ανάγκες της Ελλάδας. Έτσι στα 1895 ο Τρικούπης δέχτηκε μια τεράστια εκλογική ήττα. Μάλιστα, δεν κατάφερε να εκλεγεί ούτε ο ίδιος βουλευτής, ενώ το κόμμα του εξέλεξε πολύ λίγους βουλευτές. Την επόμενη χρονιά πέθανε στις Κάννες και θάφτηκε στην Αθήνα. Διάδοχός του αναδείχτηκε τα επόμενα χρόνια ο Γεώργιος Θεοτόκης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: