Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

Θεόδωρος Πάγκαλος

 Ο Θεόδωρος Πάγκαλος (Ελευσίνα 1878- Αθήνα
1952) υπήρξε διακεκριμένος στρατιωτικός, πολιτικός της βενιζελικής παράταξης
και δικτάτορας. Ήταν πρωτότοκος γιος του γυναικολόγου και πολιτευτή με το
Τρικουπικό Κόμμα Δημητρίου Πάγκαλου και της Κατίγκως Χατζημελέτη, κόρης
αρχοντικής οικογένειας της Ελευσίνας με αρβανίτικη
  καταγωγή και συμβολή στον
Αγώνα της Ανεξαρτησίας.
Ανάδοχός του ήταν ο στρατηγός και μακρινός
συγγενής του Τιμολέοντας Βάσος – Μαυροβουνιώτης. Το 1895 απορρίφθηκε από τη
Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, στη συνέχεια γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή, αλλά τελικά
εισάχθηκε στη Σχολή Ευελπίδων. Το 1900 αποφοίτησε
  πρώτος στην τάξη του. Το 1901 παντρεύτηκε
Αριάδνη Σκλιά-Σαχτούρη, κόρη Αιγυπτιώτη πολιτικού μηχανικού Υδραϊκής καταγωγής,
με την οποία απέκτησαν τέσσερα παιδιά. Το 1908 συμμετείχε στην ίδρυση του
“Στρατιωτικού Συνδέσμου” και πολλές από τις συνεδριάσεις του
  πραγματοποιούνταν στο σπίτι του. Ο
“Στρατιωτικός Σύνδεσμος” γρήγορα μύησε πολλούς ανώτερους και κατώτερους
  αξιωματικούς του στρατού και του ναυτικού και
η δράση του έγινε γνωστή και στους κύκλους των ανακτόρων. Στις 14 Αυγούστου
1909 ο Πάγκαλος απελευθέρωσε με τη βία αξιωματικούς του στρατού που κρατούνταν
φυλακισμένοι λόγω της τότε πολιτικής κατάστασης. Την επομένη πρωτοστάτησε στο
πραξικόπημα του Γουδί συμμετέχοντας στην επιτροπή που επισκέφθηκε τον
Πρωθυπουργό Δημ. Ράλλη και ζήτησε την παραίτησή του.
  Το Ιανουάριο του 1910 ο Πάγκαλος ανέλαβε τη
θέση του γραμματέα στην διοικητική επιτροπή του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Μετά
την ανάληψη της εξουσίας από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος
διαλύθηκε.
  Το 1911 ο Θεόδωρος Πάγκαλος
στάλθηκε για σπουδές μαζί με άλλους τέσσερις αξιωματικούς στη Γαλλική Ακαδημία
Πολέμου Σημαντική ήταν η συμμετοχή του στους Βαλκανικούς πολέμους. Αρνείται να
στηρίξει τα σχέδια του Κωνσταντίνου για ανατροπή του κοινοβουλευτισμού και
στηρίζει το “Κίνημα της Εθνικής Αμύνης” του Βενιζέλου. Αρχικά αναλαμβάνει τη
Διοίκηση του Αιγαίου και στη συνέχεια της Κρήτης, για να αναλάβει ως
αντισυνταγματάρχης τη Διοίκηση του 9ου Συντάγματος, το οποίο εισήλθε στην Αθήνα
ύστερα από την έξωση του βασιλιά Κωνσταντίνου. Το Μάρτιο του 1917, ο Πάγκαλος
αναλαμβάνει προσωπάρχης του Υπουργείου Στρατιωτικών, με Υπουργό τον ίδιο τον
Βενιζέλο. Η Ελλάδα κηρύσσει τον πόλεμο στις Δυνάμεις του Άξονα στο πλευρό της
Αντάντ. Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συμμετείχε σε διάφορες μάχες για τις οποίες
τιμήθηκε με εύφημη μνεία και πολεμικό σταυρό για να προβιβαστεί σε γενικό
επιτελάρχη της στρατιάς. Τον Μάϊο του 1919 αποβιβάστηκε στη Σμύρνη και
εγκαταστάθηκε εκεί ως αρχηγός του επιτελείου. Σύντομα ήρθε σε σύγκρουση με τον
Διοικητή Στεργιάδη και αντικαταστάθηκε, για να επανέλθει. Με δική του
πρωτοβουλία καταλήφθηκε πό τον Ελληνικό Στρατό η Προύσσα, γεγονός που τον
οδήγησε σε σύγκρουση με τον Βενιζέλο, αφού η κατάληψη της Προύσσας δεν
εντασσόταν στις συμφωνίες με τους συμμάχους. Ύστερα από την ήττα των
βενιζελικών στις εκλογές του 1920, ο Πάγκαλος ανακαλείται από το μέτωπο. Με την
εγκατάσταση
  της τριανδρίας
Πλαστήρα-Φωκά-Γονατά, ο Πάγκαλος διορίζεται διοικητής της σχολής Ευελπίδων. Τον
Οκτώβριο ανέλαβε την προεδρία της ειδικής ανακριτικής επιτροπής που καταλόγισε
ευθύνες σε αντιβενιζελικούς ηγέτες ως υπεύθυνους για την “Μικρασιατική Καταστροφή”.
Ο ίδιος διόρισε τα μέλη του
  έκτακτου
στρατοδικείου που καταδίκασε σε θάνατο τους Έξι, η εκτέλεση των οποίων θα
συνταράξει την παγκόσμια κοινή γνώμη και θα διχάσει ακόμη περισσότερο τον
ελληνικό πολιτικό κόσμο. Αργότερα, ο Πάγκαλος θα παραδεχτεί πως δεν υπήρχαν
στοιχεία ευθύνης σύμφωνα με το ποινικό δίκαιο, αλλά θα συνεχίζει να εκτιμά την
εκτέλεση αναγκαία. Το Νοέμβρη του 1922 διορίστηκε Υπουργός Εξωτερικών στην
κυβέρνηση Στυλιανού Γονατά.
  Τον Δεκέμβρη
του ανατέθηκε η αρχιστρατηγία. Εγκαταστάθηκε στην Αλεξανδρούπολη με σκοπό την
αναδιοργάνωση στου στρατού αναλαμβάνοντας έκτακτες εξουσίες. Η επιτυχία του τον
οδήγησε στην άποψη ότι μπορούσε να προχωρήσει στην κατάληψη της
Κωνσταντινούπολης. Για αυτό το λόγο η Συνθήκη της Λοζάνης τον έφερε σε σύγκρουση
με την στρατιωτική κυβέρνηση σχεδιάζοντας πραξικόπημα. Ο κατευνασμός των
φιλοπόλεμων αξιωματικών τον οδήγησε σε παραίτηση και αναχώρηση για το
εξωτερικό. Συμμετείχε στο αποτυχημένο πραξικόπημα των Λεοναρδόπουλου –
Γαργαλίδη, μιας ετερόκλητης συμμαχίας από δυσαρεστημένους αξιωματικούς όλων των
παρατάξεων. Το 1923 εκλέχτηκε όμως βουλευτής Θεσσαλονίκης με το Δημοκρατικό
Κόμμα του Αλ. Παπαναστασίου. Σε μια κατάσταση έντονων πολιτικών συγκρούσεων ο
Βενιζελικός συνασπισμός διαλύεται. Ο Βενιζέλος παραιτείται από την
πρωθυπουργία. Στις 24 Μαρτίου διορίζεται η κυβέρνηση Παπαναστασίου. Ο Πάγκαλος
αναλαμβάνει το Υπουργείο της Εννόμου Τάξεως και στη συνέχεια
  το Υπουργείο των Στρατιωτικών. Το πέρασμα του
Πάγκαλου στην πολιτική γίνεται με έναν ιδιότυπο τρόπο, αφού συμμετέχει ως
στρατιωτικός σε όλα τα βενιζελικά πραξικοπήματα. Αυτή η ιδιαίτερη εμπειρία τον
ωθεί να κατανοεί την πολιτική δράση ως μια διαδικασία εξωκοινοβουλευτική και
βίαιη. Από τα τέλη του 1924 φέρεται να ετοιμάζει νέο πραξικόπημα, καθώς
  η τεράστια οικονομική, πολιτική και κοινωνική
κρίση ως απότοκα της ήττας δυσκολεύουν το νεοπαγές δημοκρατικό καθεστώς να
σταθεροποιηθεί. Το καθεστώς της έκτακτη ανάγκης εξαιτίας του πολέμου επέτρεπε
μέχρι τότε στις κυβερνήσεις να ασκούν πίεση και να καταστέλλουν το αναπτυσσόμενο
εργατικό κίνημα. Τώρα όμως δεν υπήρχαν αυτές οι νομιμοποιήσεις. Οι μεγάλες
εργατικές κινητοποιήσεις θα αντιμετωπίζονταν με

διώξεις. Πολλοί θεωρούσαν μια επανάσαση αναγκαία για την κοινωνική
ειρήνη και την αντιμετώπιση του κομμουνιστικού κινδύνου, άλλοι ανέμεναν από μια
επαναστατική διακυβέρνηση περισσότερες δημοκρατικές ελευθερίες, οι οποίες είχαν
περιοριστεί από την Κυβέρνηση Μιχαλακόπουλου.


 Έτσι, στις 25 Ιουνίου 1925 ανατρέπει την
κυβέρνηση του Αντρέα Μιχαλακόπουλου και αναλαμβάνει ο ίδιος την πρωθυπουργία
έχοντας την έγκριση της Βουλής, τη στήριξη του Δηοκρατικού Κόμματος του
Παπαναστασίου και την ανοχή του ΚΚΕ που θεωρούσε τον Πάγκαλο δημοκρατικό.
Μάλιστα, ο Πάγκαλος στην αρχή θα απελευθερώσει και θα επαναφέρει από τις
εξορίες όλους τους διωκόμενους αριστερούς. Τον Σεπτέμβριο του 1925 όμως
κατήργησε τη Βουλή και αναλαμβάνει δικτατορικά τη διακυβέρνηση της χώρας και
σταδιακά απομακρύνεται από τα φιλελεύθερα κόμματα εντείνοντας τις διώξεις. Δε
σεβάστηκε ούτε το Σύνταγμα που είχε ψηφιστεί με τη σύμφωνη γνώμη του, αλλά
διέταξε να δημοσιευθεί μια παραλλαγή του, την οποία επίσης δεν τήρησε. Τον
Ιανουάριο του 1926 παραιτήθηκε ο ναύαρχος Χατζηκυριάκος από το Υπουργείο των
Ναυτικών, ένας απο τους σημαντικότερους υποστηρικτές του Πάγκαλουκαι τον Μάρτιο
παραιτήθηκε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Παύλος Κουντουριώτης, διαμαρτυρόμενος
για τις αυθαιρεσίες της δικτατορίας. Ο Πάγκαλος αμέσως προκήρυξε εκλογές για
την ανάδειξη νέου προέδρου, προερχόμενου αυτή τη φορά από τον λαό. Με αντίπαλο
τον
  Κωνσταντίνο Δεμερντζή, που είχε τη
στήριξη των Φιλελευθέρων, κατάφερε να εκλεγεί άνετα πρόεδρος της Δημοκρατίας,
διατηρώντας παράλληλα και το αξίωμα του Πρωθυπουργού. Τον Ιούλιο θα αναλάβει
την πρωθυπουργία ο Αθανάσιος Ευταξίας. Οι Φιλελεύθεροι όμως δεν αναγνωρίζουν
τον Πάγκαλο ως Πρόεδρο και ετοιμάζουν την ανατροπή του. Αυτό το πέτυχε μόλις
στις 23 Αυγούστου 1926 ο αρχηγός του Εθνικού Δημοκρατικού Κόμματος Γεώργιος
Κονδύλης, ο οποίος είχε αρχικά στηρίξει τον δικτάτορα. Ο Πάγκαλος δεν προσήχθη
σε δίκη και τελικά με απόφαση της της κυβέρνησης Βενιζέλου αποφυλακίστηκε. Μετά
την αποφυλάκισή του συμμετείχε στις εκλογές της ως αρχηγός της Εθνικής Ενώσεως
αλλά απέτυχε να εκλεγεί. Το 1929 συνελήφθη πάλι για τα αδικήματα της
δικτατορίας και το 1930 καταδικάστηκε για ένα σκάνδαλο σχετικά με ένα καζίνο
στην Ελευσίνα. Το 1935 έλαβε μέρος στις εκλογές ως επικεφαλής του Εθνικού
Κόμματος μόνο στην περιφέρεια Δράμας αλλά απέτυχε πάλι να εκλεγεί. Όλη αυτή την
περίοδο ο ίδιος αρθρογραφούσε σε διάφορες εφημερίδες.


Η
δικτατορική κυβέρνηση άσκησε διώξεις στους κομμουνιστές φυλακίζοντας και
δικάζοντας την ηγεσία του ΚΚΕ με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας εξαιτίας
της θέσης του ΚΚΕ για αυτονομία της Μακεδονίας και Θράκης. Με πιέσεις από το
εξωτερικό θα αποφευχθεί η εκτέλεση των Παντελή. Πουλιόπουλου και Σεραφείμ
Μάξιμου. Αλλά η δικτατορία επιδόθηκε στην δίωξη και αστών πολιτικών και
δημοσιογράφων, .τόσο βενιζελικών όσο και αντιβενιζελικών Κατα τη διάρκεια της
δικτατορίας απαγορεύθηκε και η λειτουργία της εφημερίδας Καθημερινή και του
Ριζοσπάστη. Επίσης είχε ιδρυθεί ειδικό δικαστήριο, το οποίο είχε καταδικάσει σε
θάνατο δια απαγχονισμού δύο καταχραστές αξιωματικούς. Στον οικονομικό τομέα, η
δικτατορία Πάγκαλου αναγκάστηκε να συνάψει εσωτερικό δάνειο, διχοτομώντας το
χαρτονόμισμα. Έτσι εξοικονομήθηκαν δύο δισεκατομμύρια δραχμές, ποσό πολύ
σημαντικό για εκείνη την εποχή. Το καθεστώς θα μείνει γνωστό επίσης για τη
σκανδαλώδη σύναψη της συμφωνίας με την Ούλεν, αλλά και για τη σύναψη της
συμφωνίας με τη Γιουγκοσλαβία, παραχωρώντας δικαιώματα στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.
Στην εξωτερική πολιτική υιοθέτησε

προκλητική στάση απέναντι τόσο στην Τουρκία όσο και τη Βουλγαρία. Ο πιο
γνωστός νόμος ήταν όμως εκείνος που απαγόρευε τις κοντές φούστες για τις
γυναίκες.


Κατά
τη διάρκεια της Κατοχής επιχείρησε να έρθει σε επαφή με τον Τσολάκογλου. Το
1944 το ΕΑΜ απέτυχε να τον εκτελέσει και η κυβέρνηση Παπανδρέου τον συνέλαβε.
Δικάστηκε ως δωσίλογος, αλλά αθωώθηκε με απαλλαχτικό βούλευμα. Η κατηγορία περι
συνεργασίας με τις κατοχικές δυνάμεις στηριζόταν στο γεγονός οτι είχε
συμμετάσχει στην ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας. Το 1950 ο Πάγκαλος κατέβηκε ως
υποψήφιος με το Εθνικό Κόμμα του Ν. Ζέρβα, αλλά απέτυχε να εκλεγεί. Το 1952
απεβίωσε.
Κώστας Παλούκης εφημ. Σκριπ









Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: