Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

O Σπυρίδωνας Τρικούπης (1788-1873) υπ...

O Σπυρίδωνας Τρικούπης (1788-1873) υπήρξε σημαίνων λόγιος, πολιτικός και ιστοριογράφος της Ελληνικής επανάστασης του 1821. Διετέλεσε πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου, ουσιαστικά δηλαδή πρώτος πρωθυπουργός του ελεύθερου ελληνικού κράτους, του Ελληνικού Βασιλείου.
Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1788, ήταν γιός του Ιωάννη Τρικούπη και της Αλεξάνδρας Παλαμά και πατέρας του μετέπειτα πρωθυπουργού Χαρίλαου Τρικούπη. Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στη Σχολή των Παλαμάδων στο Μεσολόγγι. Στη συνέχεια έμαθε ιταλικά, αγγλικά και γαλλικά στην Πάτρα, όπου εργάστηκε ως υπάλληλος του αγγλικού προξενείου.  Εκεί ανέπτυξε σχέσεις με σημαίνοντες πολιτικούς, όπως το λόρδο Guilford. Με προτροπή και έξοδα του τελευταίου, ταξίδεψε στην Ευρώπη, για να παρακολουθήσει σπουδές φιλολογίας και φιλοσοφίας στη Ρώμη και στο Παρίσι. Ο Guilford σχεδίαζε να τον διορίσει διευθυντή της Ιονίου Σχολής που επρόκειτο να ιδρύσει στην Κέρκυρα. Με την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης διέκοψε τις σπουδές του προκειμένου να επιστρέψει και να συμμετάσχει ενεργά σε αυτήν. Έφτασε στην Ελλάδα τους πρώτους μήνες του 1822. Αμέσως τάχθηκε στο πλευρό του Αλ. Μαυροκορδάτου. Ταξίδεψε σε διάφορες περιοχές για να προωθήσει τους σκοπούς της επανάστασης. Από το 1824, που πέθανε ο πατέρας του, ασχολήθηκε με την πολιτική και εκλεγόταν πληρεξούσιος της επαρχίας Μεσολογγίου. Συντασσόμενος με το λεγόμενο Αγγλικό Κόμμα προωθούσε την πολιτική σύνδεση Ελλάδας και Αγγλίας και αγωνιζόταν για τη θέσπιση φιλελεύθερου Συντάγματος. Το 1826 ορίστηκε μέλος της Προσωρινής Επαναστατικής Κυβέρνησης. Από τη θέση αυτή μετείχε σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα στη πρώτη γραμμή των πολιτικών πραγμάτων με αποτέλεσμα να αναδειχτεί σε μία από τις σημαντικότερες πολιτικές προσωπικότητες της εποχής αναλαμβάνοντας κυρίως τα εξωτερικά ζητήματα της επανάστασης. Στα 1827 Συνέλευση της Ερμιόνης, που ελεγχόταν από τον Κολοκοτρώνη, επικύρωσε το αίτημα για βρετανική διαμεσολάβηση μεταξύ Επαναστατικής Ελληνικής Κυβέρνησης και Υψηλής Πύλης. Αντίθετα με τους βουλευτές της Ερμιόνης ο αγγλόφιλος Σπ. Τρικούπης εξέφρασε την αγανάκτησή του για τη βρετανική πίεση να αποδεχτούν οι έλληνες ένα δυσμενή συμβιβασμό με την Τουρκία και απείλησε να γίνει ο χειρότερος εχθρός του ναυάρχου Χάμιλτον αν συνεχίζονταν αυτές οι πιέσεις.
Συνεργάστηκε με τον Ι. Καποδίστρια ως γενικός γραμματέας της Επικρατείας και επί των Εξωτερικών υποθέσεων. Αργότερα, διαφώνησε στο θέμα του εκλογικού νόμου και συνολικά με την πολιτική του Κυβερνήτη. Παραιτήθηκε από το υπουργικό αξίωμά του και από την θέση του πληρεξούσιου του Μεσολογγίου και ταυτόχρονα συντάχθηκε με την αναδυόμενη αντιπολίτευση συνεργαζόμενος κυρίως με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Μάλιστα, παντρεύτηκε την αδερφή του, Αικατερίνη Μαυροκορδάτου. Και οι δύο κατέφυγαν μαζί με τους άλλους αντιπολιτευόμενους στην Ύδρα. Μετά την δολοφονία του Καποδίστρια επέστρεψε στο Ναύπλιο, όπου ανέλαβε υπουργός εξωτερικών. Προσπάθησε να αποφευχθεί η εμφύλια σύγκρουση και διεύθυνε τις διαπραγματεύσεις που κατέληξαν στην εκλογή του Όθωνα.
 Γενικά, οι επιφανέστεροι εκπρόσωποι του Αγγλικού Κόμματος δεν είχαν μεταξύ τους ούτε με τον Μαυροκορδάτο σχέσεις που θα μπορούσαν να περιγραφούν με την έννοια της πελατειακής ένωσης ή έστω μιας χαλαρής φατρίας οικογενειών. Η συγγένεια Μαυροκορδάτου-Τρικούπη δε συνηγορεί υπέρ μιας αντίθετης υπόθεσης, διότι πρώτα αναπτύχθηκαν στενοί πολιτικοί δεσμοί μεταξύ των δύο πολιτικών προσώπων και ύστερα συνάφθηκε ο γάμος. Βέβαια, φανερώνεται η τάση να επιβεβαιωθεί αυτή η σχέση με συγγενικούς δεσμούς, αλλά δεν κυριαρχούνται οι σχέσεις με βάση τα συγγενικά – πελατειακά κριτήρια, αλλά κυρίως με βάση τη συμφωνία στις πολιτικές αρχές του Κόμματος.
Στη διάρκεια της Αντιβασιλείας (1833) ο Σπυρίδων Τρικούπης ανέλαβε την προεδρία της κυβερνήσεως καθώς και τη γραμματεία επί των Εξωτερικών και Εκκλησιαστικών. Αυτήν την περίοδο πρωτοστάτησε στις ενέργειες εναντίον του Κολοκοτρώνη και των οπαδών του Ρωσικού Κόμματος. Ο ίδιος ανέλαβε την προεδρία της επταμελούς επιτροπής για την επεξεργασία ενός νέου κανονισμού για την εκκλησία. Αυτή η επιτροπή πρότεινε να είναι ο βασιλιάς κοσμικός ηγέτης της εκκλησίας, να διαλυθούν όσα μοναστήρια είχαν λιγότερους από 30 μοναχούς και να απαλλοτριωθεί από το κράτος η έγγεια ιδιοκτησία των υπολοίπων. Σύμφωνα με αυτήν την επιτροπή δεν ήταν δυνατόν ο αρχηγός της εκκλησίας ενός ανεξάρτητου κράτους να είναι ηγέτης οργανισμού ενός άλλου κράτους, δηλαδή ο Πατριάρχης. Η εφαρμογή αυτών των προτάσεων θα αποτελέσουν την βάση για την ιδεολογική, πολιτική και κοινωνική αντιπαράθεση κατά τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα, πεδίο αντιπαράθεσης με το Ρωσικό Κόμμα και αφορμή εξεγέρσεων. Ο Σπυρίδων Τρικούπης έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην εφαρμογή αυτής της πολιτικής.  Σύντομα ήρθε όμως σε αντιπαράθεση με την Αντιβασιλεία και παραιτήθηκε. Από το 1834 ως το 1837 διετέλεσε πρεσβευτής της Ελλάδος στο Λονδίνο. Το 1837 ανέλαβε τη διεύθυνση της ελληνικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη. Το 1838 ο Όθωνας ενηλικιώθηκε και ανέλαβε τα καθήκοντά του ο ίδιος. Ο Τρικούπης ήρθε σε αντιπαράθεση μαζί του και ως εκ τούτου ανακλήθηκε στην Ελλάδα. Επιστρέφοντας και έχοντας την υποστήριξη των Άγγλων τέθηκε επικεφαλής της συνταγματικής αντιπολίτευσης. Για το αγγλικό Κόμμα βασικές αρχές μιας νόμιμης εξουσίας ήταν το κοινοβουλευτικό αντιπροσωπευτικό σύστημα και η διάκριση των εξουσιών, αρχές στις οποίες είχαν σταθεί πάντοτε πιστοί κατά τη διάρκεια του πολέμου της ανεξαρτησίας. Όμως η λαϊκή κυριαρχία και το καθολικό εκλογικό δικαίωμα ήταν αρχές που είχαν αναπτυχθεί σε ελληνικό έδαφος και δεν ίσχυαν στην Αγγλία. Συνεπώς, η μάζα των οπαδών του Αγγλικού Κόμματος με τον κυρίαρχο στην πολιτική συζήτηση όρο «αγγλική τάξη» πραγμάτων εννοούσε ένα γραπτό σύνταγμα. Ο Μαυρομιχάλης φαίνεται ότι υποχώρησε από αυτήν την άποψη θεωρώντας το σύνταγμα τελική πράξη μιας μακράς διαδικασίας εσωτερικών μεταρρυθμίσεων που θα συγκροτούσε ένα κράτος δικαίου. Έτσι, το 1841, όταν ο Όθωνας επαναπροσέγγισε τους Άγγλους, μπόρεσε να συγκλίνει και πολιτικά το Αγγλικό Κόμμα. Οπότε πρωθυπουργός ανέλαβε ο Αλ. Μαυροκορδάτος. Ο Τρικούπης ήρθε σε αντιπαράθεση όμως με τον Μαυροκορδάτο στο ζήτημα του Συντάγματος υποστηρίζοντας ότι το Σύνταγμα θα έπρεπε να προηγηθεί της εσωτερικής αναμόρφωσης του κράτους, καθώς θα εγκαθίδρυε φιλελεύθερους θεσμούς. Έτσι, ο Τρικούπης επανατοποθετήθηκε στη θέση του πρέσβη στο Λονδίνο. Το 1843 επέστρεψε μόνιμα στην Ελλάδα και συμμετείχε στην Εθνοσυνέλευση συμβάλλοντας στη ψήφιση του Συντάγματος και μετέχοντας στη σύντομη κυβέρνηση του Μαυροκορδάτου ως Υπουργός Εξωτερικών και Παιδείας. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης για το νέο Σύνταγμα, ο Σπυρίδων Τρικούπης ως κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του Αγγλικού Κόμματος παρέπεμψε στα παραδείγματα της Αγγλίας και της Γαλλίας, καθώς και των ΗΠΑ, που είχαν προέλθει από επανάσταση, και υποστήριξε την αναγκαιότητα μιας γερουσίας για την επιμελή προετοιμασία των νομοσχεδίων και για την ισορροπία μεταξύ κοινοβουλίου και εκτελεστικής εξουσίας. Μετά την ανατροπή της κυβέρνησης Μαυροκορδάτου ο Σπυρίδων Τρικούπης ανέλαβε ως γερουσιαστής την αρχηγία του Αγγλικού Κόμματος. Ήλθε όμως σε σύγκρουση μαζί τους και ιδιαίτερα με τον Αλ. Μαυροκορδάτο διότι η αντιπολίτευσή του απέναντι στον Όθωνα γινόταν ολοένα και πιο αντιθεσμική και άρχιζε να υποστηρίζει τη δημιουργία στάσεων κατά του βασιλιά. Έτσι  απομακρύνθηκε από το Αγγλικό Κόμμα και συνέδραμε τον Όθωνα υποστηρίζοντας την φιλορωσική κυβέρνηση του Κουντουριώτη. Όταν ανασυστάθηκαν οι Πρεσβείες στα 1850, ο Σπυρίδων Τρικούπης ανέλαβε εκ νέου τη διεύθυνση της ελληνικής πρεσβείας στο Λονδίνο. Ήταν η εποχή που ο βασιλιάς επέστρεψε στη συχνή προκοινοβουλευτική πρακτική και έστειλε τους σημαντικούς πολιτικούς ως πρέσβεις σε τιμητική εξορία. Ως πρεσβευτής της Ελλάδας υπερασπίστηκε με σθένος τη στάση της Ελλάδας να παραμείνει τελικά ουδέτερη κατά τον Κριμαϊκό πόλεμο ύστερα από την κατάληψη σημαντικών λιμανιών της χώρας από αγγλογαλλικά στρατεύματα. Η στάση των συμμάχων έναντι της Ελλάδας αναπροσάρμοσε την τοποθέτηση του Τρικούπη απέναντι στις Μεγάλες Δυνάμεις και την Αγγλία. Σε επιστολή του προς τον Μαυροκορδάτο έγραφε: «αυτό που θεωρώ, αδελφέ, είναι αυτό που εσύ το δίχως άλλο θεωρείς απαραίτητο: να απελευθερωθούμε το συντομότερο δυνατό από το ξένο μαστίγιο». Στη θέση του πρέσβη παρέμεινε μέχρι το 1861, οπότε και παραιτήθηκε, αυτή τη φορά για λόγους υγείας. Πέθανε στην Αθήνα το 1873.
Το 1857 κυκλοφόρησε στο Λονδίνο το τετράτομο έργο του, «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», ενώ είχε γράψει θούρια όπως: «Ο Δήμος», «Η λίμνη του Μεσολογγίου», «Ο καιρός αδελφοί της ελευθερίας φθάνει» κ.ά. Η «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» θα αποτελέσει για πολλά χρόνια τη βάση και την πηγή για κάθε αναφορά στην ελληνική επανάσταση και θα είναι ένα από τα πιο σημαντικά ιστοριογραφικά έργα για την νεοελληνική ιστορία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: