Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

Ο Ίων (Ιωάννης) Δραγούμης (Αθήνα, 14 ...

Ο Ίων (Ιωάννης) Δραγούμης (Αθήνα, 14 Σεπτεμβρίου 1878 – Αθήνα, 31 Ιουλίου 1920) υπήρξε διπλωμάτης, πολιτικός και συγγραφέας. Υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς θεωρητικούς του ελληνικού εθνικισμού για τις αρχές του 20ου αιώνα. Η δολοφονία του αποτέλεσε μια από τις πιο σημαντικές στιγμές του Εθνικού Διχασμού. Εγγονός του πολιτικού, δημοσιογράφου και συγγραφέα Νικόλαου Δραγούμη, γιος του δικαστικού και μετέπειτα πολιτικού και πρωθυπουργού Στέφανου Δραγούμη με καταγωγή από το Βογατσικό Καστοριάς. Η οικογένειά του είχε αρβανίτικες ρίζες και εγκαταστάθηκε στο Βογατσικό τον 16ο αι. Οικογενειακοί μύθοι ανέφεραν πως ο ιδρυτής της οικογένειας ήταν «πρωτοπαλίκαρο» του Γεώργιο Καστριώτη.  Ο Ίων ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές στην Αθήνα και σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον που εμπνεόταν από ένθερμο πατριωτισμό, σε μια περίοδο που ήταν στην επικαιρότητα η Μεγάλη Ιδέα, ενώ υψωνόταν ως απειλή ο ρόλος της Μεγάλης Βουλγαρίας και του Πανσλαβισμού. Την ίδια εποχή ο Ίων Δραγούμης επηρεάζεται από την σκέψη του Νίτσε και του Μπαρρές. Το 1897 κατατάχθηκε εθελοντής στον ελληνοοθωμανικό πόλεμο, τον λεγόμενο «ατυχή». Η ήττα του ελληνικού στρατού και η επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου επηρέασε βαθειά την συνείδησή του και καθόρισε τις επιλογές του. Απαξιώνοντας τον ρόλο του κράτους και των κυβερνήσεων και υιοθετώντας τον διάχυτο αντικοινοβουλευτισμό που επικρατούσε στα μεσαία στρώματα της Αθήνας εκτιμούσε την αναγκαιότητα της αυτόνομης στράτευσης στα εθνικά ζητήματα και κυρίως στην Μακεδονία με μυστική δράση. Το 1899 εισήλθε στο διπλωματικό σώμα και το 1902 τοποθετήθηκε υποπρόξενος στο Προξενείο του Μοναστηριού. Από τη θέση αυτή και σε συνεργασία με τον πατέρα του και τον γαμπρό του Παύλο Μελά εργάστηκε επίμονα για την οργάνωση των ορθόδοξων κοινοτήτων γύρω από το Πατριαρχείο σε κόντρα με την αντίστοιχη προσπάθεια των Βουλγάρων. Οι ορθόδοξοι πληθυσμοί της Μακεδονίας βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός ιδεολογικού και πολιτιστικού ανταγωνισμού, ανάμεσα στους δύο εθνικισμούς, που πήρε τη μορφή ένοπλου αγώνα και έμεινε γνωστός ως Μακεδονικός αγώνας. Το Μακεδονικό Κομιτάτο στη συγκρότηση και τη λειτουργία έπαιξε ο ίδιος κομβικό ρόλο ανέλαβε να φέρει σε πέρας την υπόθεση αυτή. Την περίοδο αυτή συνεργάστηκε με το δημοτικιστικό περιοδικό Ο Νουμάς εκφράζοντας την εθνικιστική δημοτικιστική αντίληψη. Με τα άρθρα του ήρθε σε αντιπαράθεση με την κοινωνιστική δημοτικιστική αντίληψη που εξέφρασε ο Γ. Σκληρός. Το 1907 τοποθετήθηκε γραμματέας στην Κωνσταντινούπολη παραμένοντας μέχρι το 1908. Ήταν εκεί όταν κηρύχθηκε η επανάσταση των Νεοτούρκων. Οι επαγγελίες των επαναστατών για ισοπολιτεία των διαφόρων εθνών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας φάνηκε να δικαιώνουν τις απόψεις του που θεωρούσαν πως η λύση του ελληνικού ζητήματος θα μπορούσε να αναζητηθεί όχι στην ενσωμάτωση των αλύτρωτων περιοχών της Αυτοκρατορίας στο ελληνικό κράτος, αλλά στη «δημιουργία των συνθηκών που θα επέτρεπαν την ελεύθερη οικονομική, πολιτισμική και πολιτική ανάπτυξη των Ελλήνων στην ανατολική τους κοιτίδα». Οι απόψεις του αυτές βρίσκονταν πολύ κοντά με την αντίληψη περί ελληνοοθωμανισμού που κυριαρχούσε τον 19ο αιώνα στους Ρωμιούς της Πόλης, δηλαδή την εκ των έσω επικράτηση του ελληνικού στοιχείου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Προς αυτήν την κατεύθυνση έδρασε η Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως με επικεφαλής τους Ίωνα Δραγούμη και Αθανάσιο Σουλιώτη – Νικολαΐδη. Καθώς όμως το νέο τουρκικό κράτος δεν τήρησε τις υποσχέσεις τους επιδιώκοντας τον εκτουρκισμό της Αυτοκρατορίας σύντομα τα σχέδια αυτά έμειναν χωρίς προοπτική. Ο Ίων Δραγούμης συνέχισε να συμμετέχει σε ενέργειες για την προώθηση των ελληνικών συμφερόντων στην Κωνσταντινούπολη, τη Μακεδονία, την θράκη και της Ηπείρου διευρύνοντας το Μακεδονικό Κομιτάτο με την καινούργια επωνυμία Πανελλήνιος Οργάνωσις.  Το 1909 υπηρετεί στην πρεσβεία στην Ρώμη και το 1910 στην πρεσβεία στο Λονδίνο. Μετείχε στην οργάνωση του Στρατιωτικού Συνδέσμου και την πραγματοποίηση του κινήματος στο Γουδί. Εξάλλου ο πατέρας του θα αποτελέσει πρωθυπουργός του Κινήματος. Το 1910 συνέπραξε στην ίδρυση του «Εκπαιδευτικού Ομίλου». Το 1911, όταν κατέλαβαν τα Δωδεκάνησα οι Ιταλοί , συγκρότησε στην Πάτμο πανδωδεκανησιακό συνέδριο, που πρόλαβε να διακηρύξει το αίτημα της Ένωσης με την Ελλάδα, (Συνέδριο Πάτμου (1912)). Μαζί με τον Βίκτορα Δούσμανη και τον Ιωάννη Μεταξά στάλθηκε να διαπραγματευτεί με τον Ταχσίν πασά την παράδοση της Θεσσαλονίκης, στην οποία και πρώτος ύψωσε την ελληνική σημαία. Στους βαλκανικούς πολέμους υπηρέτησε ως δεκανέας στο επιτελείο του αρχιστράτηγου διαδόχου Κωνσταντίνου. Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους διορίστηκε διαδοχικά επιτετραμμένος στις πρεσβείες της Πετρούπολης, της Βιέννης και του βερολίνου. Το 1914 διορίστηκε πρέσβης στην Πετρούπολη. Εκεί οργάνωσε τις ελληνόφωνες κοινότητες της Ρωσίας και ως εκπρόσωπος της Ελλάδας διαχειρίστηκε το ζήτημα του Αγίου Όρους. Το 1914 με την απαρχή του Πρώτου παγκόσμιου Πολέμου ο Δραγούμης αρχικά αμφιταλαντεύεται αλλά καταλήγει ανταντόφιλος γιατί φοβόταν κυριαρχία των Ρώσων στην Κωνσταντινούπολη και τα Στενά. Έτσι, συντάχθηκε αρχικά με τον Ελ. Βενιζέλο. Στο μεταξύ κυκλοφορεί το βιβλίο του «Ελληνικός Πολιτισμός» όπου καθορίζει τους στόχους του ελληνικού έθνους. Κατ' αρχήν θα έπρεπε να υπάρξει πολιτική ένωση όλης της φυλής. Δεύτερος ο σκοπός του έθνους είναι η δημιουργία πολιτισμού. Πολιτισμού όμως που βασίζεται σε τρισχιλιετή παράδοση και όχι μίμηση ξένων προτύπων. Αντίθετα οι ηγέτες της αριστοκρατίας του έθνους «θα πρέπει να λουστούν στα φεγγερά και διάφανα νερά της λαϊκής ψυχής» για να συνταράξουν τον λαό και να τους ακολουθήσει. Γι αυτό πιστεύει στο κτύπημα της σχολαστικής παράδοσης, στην μελέτη της δημοτικής παράδοσης και την επιβολή της δημοτικής ως γνήσιας γλώσσας του λαού. Σε αυτό το βιβλίο παρουσιάζει μια εθνικιστική εκδοχή του σοσιαλισμού την οποία έβλεπε πάντα σε συνδυασμό με τον αντιδυτικισμό και το ανατολικό ιδεώδες της δυαδικής ελληνο-οθωμανικής αυτοκρατορίας. Μια άλλη πλευρά της σκέψης του Δραγούμη ήταν η πίστη στην αναβίωση του ελληνικού κοινοτισμού, της διοίκησης των αυτονόμων κοινοτήτων του Βυζαντίου και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, βασισμένη στο κοινοβιακό ιδεώδες. Το 1915 παραιτήθηκε από το διπλωματικό σώμα και αναμίχθηκε στην πολιτική θέτοντας υποψήφιος. Την ίδια χρονιά εκλέχτηκε βουλευτής Φλωρίνης στη λεγόμενη Βουλή των Λαζάρων.  Στη συνέχεια υπηρέτησε ως επιτετραμμένος στις διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Το 1916 εξέδωσε το περιοδικό «Πολιτική Επιθεώρηση» το οποίο συμμεριζόταν τις επιλογές της αντιβενιζελικής παράταξης. Το 1917, μετά την επιτυχία του βενιζελικού κινήματος της Εθνικής Αμύνης εξορίστηκε μαζί με άλλους αντιβενιζελικούς πολιτικούς στην Κορσική. Επέστρεψε αρχικά ως εξόριστος στην Σκόπελο και μετά το τέλος του πολέμου στην Αθήνα στα τέλη του 1919. Πιστεύει ότι οι Έλληνες δεν πρέπει να επιτεθούν στην Ανατολή και για αυτό τελικά εναντιώνονται στον Ελ. Βενιζέλο και την Μικρασιατική εκστρατεία. Η ένταξή του στο αντιβενιζελικό στρατόπεδο έγινε αιτία, όταν μαθεύτηκε η δολοφονική απόπειρα στο Παρίσι εναντίον του Βενιζέλου, να συλληφθεί σε ενέδρα ανδρών της, ασφαλείας του τότε αρχηγού της Χωροφυλακής Εμμανουήλ Ι. Ζυμβρακάκη, και να βρει τραγικό τέλος κοντά στους Αμπελόκηπους, εκεί όπου ήταν άλλοτε οι στρατώνες του πεζικού. Άλλα έργα του Δραγούμη είναι το "Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα". Στο πρώτο αυτό  μυθιστόρημά του έχει ως θέμα τον Μακεδονικό πόλεμο και είναι αφιερωμένο στον Παύλο Μελά. Ακολουθεί στα 1909 η «Σαμοθράκη» και το 1911  Όσοι Ζωντανοί". Το δεύτερο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του φίλου του Περικλή Γιαννόπουλου και αναφέρεται στον ελληνισμό της Πόλης. Κείμενο που εκφράζει ανάγλυφα τις θέσεις του Δραγούμη είναι το Μονοπάτι που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του από τον αδελφό του Φίλιππο. Σε αυτό ο Δραγούμης τονίζει την ανάγκη να αφήσουν οι νέοι κάθε είδους ατομικισμό ή τις άμεσες οικογενειακές φροντίδες ώστε να μπορέσουν να αναλάβουν τον ιδιαίτερο ρόλο τους, τον φορέα μια καινούργιας ιδεολογίας. Διάσημος έχει μείνει ο έρωτάς του με την Πηνελόπη Δέλτα, με την οποία ταυτίζονταν απόλυτα στις ιδεολογικές τους απόψεις και διατηρούσαν επί μακρό διάστημα αλληλογραφία.

Ο Ίωνας Δραγούμης ήταν μια προσωπικότητα που με τον λόγο και την πράξη του συνέβαλε πολύ στην καθιέρωση ενός σύγχρονου εθνικιστικού λόγου. Στο πάντρεμα σοσιαλισμού, αντικοινοβουλευτισμού, λατρείας του λαού και εθνικισμού θα μπορούσε να δει κανείς στοιχεία πρωτοφασισμού. Παρά τον αντιδυτικισμό του, την υπεράσπιση της παράδοσης, της θρησκείας και της Ανατολής, η διαμόρφωση των ιδεών του Δραγούμη γίνεται με καθαρά «δυτικά» εργαλεία και κυρίως μέσα από τον νιτσεϊσμό και την γοητεία της δύναμης στον παραδοσιακό άνθρωπο.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: