Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

O Κωνσταντίνος Δεμερτζής

O Κωνσταντίνος Δεμερτζής (Αθήνα, 1876 – Αθήνα, 1936) υπήρξε διαπρεπής νομικός και πολιτικός. Διετέλεσε υπουργός, αρχηγός κόμματος και πρωθυπουργός της χώρας. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Αφού ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1896 αναγορεύτηκε διδάκτωρ της Σχολής και στη συνέχεια ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Στη Γερμανία έζησε για τρία χρόνια. Επιστρέφοντας στην Αθήνα ξεκίνησε τη δικηγορία με επιτυχία. Το 1904 κατάφερε να εκλεγεί υφηγητής της έδρας του Ρωμαϊκού Δικαίου στην Νομική Σχολή, όπου και δίδαξε για τέσσερα χρόνια. Το ρεύμα αλλαγής που έφερε η εμφάνιση του Ελευθερίου Βενιζέλου στην πολιτική σκηνή της Ελλάδας τον έσπρωξε στην πολιτική δράση. Έτσι εκλέχτηκε  στη Β΄ Αναθεωρητική Βουλή στις 28 Νοεμβρίου 1910 βουλευτής Αττικοβοιωτίας μέσα από τις λίστες του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Συνέβαλε ουσιαστικά στην αναθεώρηση του Συντάγματος και τη διαμόρφωση του νέου συνταγματικού χάρτη που ψηφίστηκε το 1911. Υποστήριξε τη θέση να καταργηθεί η ισοβιότητα των δικαστών πιστεύοντας ότι μόνο με αυτόν τον τρόπο θα αναστηλωνόταν και θα αναδημιουργούταν ο Άρειος Πάγος. Στα 1910 χρημάτισε για πρώτη φορά υπουργός αναλαμβάνοντας το χαρτοφυλάκιο του Υπουργείου Ναυτικών στην κυβέρνηση Ελ. Βενιζέλου. Επανεκλέχτηκε βουλευτής το 1913. Το 1915 μεταπηδάει στο αντιβενιζελικό στρατόπεδο. Βασική του διαφωνία η πρόθεση του Βενιζέλου να εντάξει την χώρα στον πόλεμο με την πλευρά της Αντάντ. Την ίδια περίοδο εκδίδει την εφημερίδα Ημερήσιος Τηλέγραφος με αρχισυντάκτη τον Σπύρο Μελά, η οποία εκφράζει τις αντιπολιτευτικές θέσεις της παράταξης του Γούναρη. Συμμετείχε στην κυβέρνηση του Ζαΐμη το 1917 αναλαμβάνοντας πάλι το υπουργείο Ναυτικών. Η μετριοπαθής πολιτική στάση του όλη την κρίσιμη περίοδο που ακολούθησε θα επιτρέψει τις αντίπαλες πολιτικές δυνάμεις να συμφωνήσουν το 1926 στο πρόσωπό του για υποψήφιο Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως αντίπαλο του δικτάτορα Θεόδωρου Πάγκαλου. Η πρόταση για το πρόσωπο του Δεμερτζή ανήκε αρχικά στην βενιζελική παράταξη. Στη συνέχεια συμφώνησαν το Μεταρρυθμιστικό Κόμμα και το Λαϊκό Κόμμα. Πάνω σε αυτήν τη σύμπραξη θεμελιώνεται η μετέπειτα αποκαλούμενη Οικουμενική Κυβέρνησης του Αλ. Ζαΐμη στην οποία ο Δεμερτζής θα είναι υπουργός. Ακόμα και το ΚΚΕ βρήκε ελκυστική την πρόταση Δεμερτζή και προσανατολίστηκε στην υπερψήφισή του επιδιώκοντας πολιτικά οφέλη από την ενδεχόμενη ήττα και πτώση του Πάγκαλου. Τελικά όμως σύσσωμα τα πολιτικά κόμματα κατέληξαν στην απόφαση να μη συμμετάσχουν στις εκλογές γιατί δε θα διεξάγονταν την ίδια ημέρα σε όλη την επικράτεια, αλλά κατά περιοχές. Το γεγονός αυτό από μόνο του ακύρωνε το αξιόπιστο της εκλογικής διαδικασίας. Μετά την πτώση της δικτατορίας, κατά την περίοδο της μεταπολίτευσης ο Δεμερτζής έρχεται σε αντιπαράθεση με τον Παναγή Τσαλδάρη, ηγέτη του Λαϊκού Κόμματος, θεωρώντας ότι δεν είναι αρκετά συναινετικός. Έτσι προχωρά στην ίδρυση του «Ενωτικού Προοδευτικού Κόμματος» με μετριοπαθείς πολιτικές αντιλήψεις. Το Κόμμα αυτό επεδίωκε την εσωτερική συνεννόηση και τη θεμελιώδη συναίνεση των δύο παρατάξεων για το χαρακτήρα του πολιτεύματος. Την ίδια στιγμή όμως έκανε σφοδρές επιθέσεις εναντίον των στρατιωτικών και των προσφύγων, δηλαδή των πιο ριζοσπαστικών και δυναμικών στοιχείων των Φιλελευθέρων και ουσιαστικά της βάσης του βενιζελικού κόμματος. Για τον Δεμερτζή η υπάρχουσα δημοκρατία ήτα στρατιωτική και προσφυγική και ως εκ τούτου απαράδεκτη. Συνεπώς, η εσωτερική ειρήνευση και γαλινεύση της χώρας προϋπέθετε τον διαχωρισμό των προσφύγων σε ιδιαίτερο πολιτικό σώμα με λιγότερα πολιτικά δικαιώματα και βαρύτητα στο πολιτικό σκηνικό. Το Κόμμα του επιδιώκοντας να εκφράσει αντιφατικές μεταξύ τους λογικές, καθώς δε θα μπορούσε με κανέναν τρόπο να υπάρξει συναίνεση με ταυτόχρονη υποβάθμιση των προσφύγων δεν κατάφερε να αποκτήσει κάποια σημαντική επιρροή. Η αποτυχία του να έχει σημαντικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις τον ωθεί να επιστρέψει στην πανεπιστημιακή καριέρα. Έτσι, το 1928 χρημάτισε καθηγητής του Οικογενειακού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1935. Τότε ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄, ο οποίος μόλις είχε επιστρέψει από την εξορία με τη βοήθεια των φιλοβασιλικών και πρωτεργάτη τον Κονδύλη, επέλεξε τον Δεμερτζή για πρωθυπουργό σε υπηρεσιακή κυβέρνηση που θα οδηγούσε σε νέες εκλογές. Με την κίνησή του αγνόησε το νόμιμο δικαίωμα του κόμματος των Λαϊκών και του Παναγή Τσαλδάρη να σχηματίσουν κυβέρνηση. Επεδίωξε να παρουσιάσει το Στέμμα υπερκομματικό και εκκινούσε μια νέα περίοδο παρεμβάσεων του Παλατιού στην ελληνική πολιτική σκηνή. Η νέα κυβέρνηση ορκίστηκε στις 30 Νοεμβρίου περιλαμβάνοντας επιφανείς προσωπικότητες της δημόσιας ζωής. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός κράτησε το Υπουργείο Εξωτερικών. Ο διορισμός του Αλεξ. Παπάγου ως υπουργού Στρατιωτικών έγινε με σκοπό να καθησυχάσει τις ανησυχίες των φιλοβασιλικών αξιωματικών. Η νέα κυβέρνηση αμνήστευσε αμέσως όλους τους πολίτες που είχαν συμμετάσχει στην αντιμοναρχική εξέγερση της 1ης Μαρτίου 1935 και έδωσε χάρη στους αξιωματικούς και στους δημοσίους υπαλλήλους που είχαν καταδικαστεί, στους οποίους όμως θα οριζόταν ένας υποχρεωτικός τόπος διαμονής (δηλαδή εκτόπισης). Επίσης, ρύθμισε την επιστροφή των δημευμένων περιουσιών. Από ότι φαίνεται να κόμματα της αντιπολίτευσης έδειχναν να έχουν περισσότερη εμπιστοσύνη στον διορισμένο πρωθυπουργό παρά στην πλειοψηφία της Βουλής. Η νέα κυβέρνηση διεξήγαγε εκλογές με απλή αναλογική στις 26 Ιανουαρίου 1936, με αποτέλεσμα κανένα από τα μεγάλα κόμματα να μην μπορεί να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Εντωμεταξύ το Παλλαϊκό Μέτωπο του ΚΚΕ είχε πετύχει αυξημένη παρουσία στη νέα Βουλή και φαινόταν να επιδιώκει το ρόλο του ρυθμιστή των πραγμάτων. Ο Γεώργιος προχώρησε σε αποτυχημένες διαβουλεύσεις με τους αρχηγούς των κομμάτων. Το ΚΚΕ υπογράφει το λεγόμενο σύμφωνο Σκλάβαινα – Σοφούλη με το οποίο δέχεται να στηρίξει με όρους μια κυβέρνηση Φιλελευθέρων. Έτσι στηρίζει τον Σοφούλη στην εκλογή προέδρου της Βουλής. Ο βασιλιάς όμως προτίμησε για να αποφύγει αυτό το ενδεχόμενο να διατηρήσει την κυβέρνηση του Κ. Δεμερτζή, με υπουργό Στρατιωτικών τον Ιωάννη Μεταξά. Η κίνηση αυτή ήταν όμως επίφοβη, καθώς η πλειοψηφία των αξιωματικών συμπαθούσαν τον Παπάγο. Τελικά, ο Σοφούλης και οι Φιλελεύθεροι δεχόμενοι μεγάλες πιέσεις δεν τήρησαν τις συμφωνίες με τους Κομμουνιστές και προτίμησαν να στηρίξουν την κυβέρνηση Δεμερτζή. Εξάλλου δεν μπορούσαν οι ίδιοι να αναλάβουν την διακυβέρνηση και ούτε οι ακραίοι και των δύο μεγάλων κομμάτων επέτρεπαν την σύγκλιση σε μία Οικουμενική Κυβέρνηση. Στις 14 Μαρτίου ο Μεταξάς ανέλαβε και το Υπουργείο Αεροπορίας και προάχθηκε σε αναπληρωτή του πρωθυπουργού. Στις13 Απριλίου 1936 ο πρωθυπουργός όμως πέθανε μετά από ανακοπή καρδιάς. Την ίδια χρονιά πέθαναν όλοι οι σημαντικοί ηγέτες του φιλομοναρχικού χώρου (Κονδύλης, Παναγ. Τσαλδαρης), αλλά και ο Ελ. Βενιζέλος. Έτσι, ο βασιλιάς διόρισε νέο πρωθυπουργό στις 27 Απριλίου τον Ιωάννη Μεταξά.
Ο Κωνσταντίνος Δεμερτζής συνέγραψε επίσης μια σειρά επιστημονικών συγγραμμάτων, όπως: «Περί αναγκαστικής διαδοχής παρά Ρωμαίοις και άλλαις νομοθεσίαις», «Περί της ευθύνης του κράτους εκ των παρανόμων πράξεων και παραλείψεων των υπαλλήλων αυτού» κ.α. Τέλος, υπήρξε πρόεδρος της επιτροπής για τη σύνταξη του ελληνικού αστικού κώδικα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: