Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

Ο Παύλος Κουντουριώτης

Ο Παύλος Κουντουριώτης (Ύδρα, Απρίλιος 1855 - Παλαιό Φάληρο, 22 Αυγούστου 1935) υπήρξε ναύαρχος του Βασιλικού ναυτικού, αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού και αρχηγός του Β΄ Στόλου κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Συμμετείχε στην κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης ως μέλος της τριανδρίας. Διετέλεσε Αντιβασιλιάς και δύο φορές Πρόεδρος της Δημοκρατίας κατά τη διάρκεια της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας.

Γεννήθηκε στην Ύδρα. Ήταν γόνος της ελληνο-αρβανίτικης οικογένειας Κουντουριώτη με πλούσια ναυτική και εμπορική παράδοση και πολύ μεγάλη περιουσία (εκείνα τα χρόνια υπολογίζεται σε 800.000 τουλάχιστον δίστηλα). Μέλη της οικογένειας συμμετείχαν στην στον αγώνα της ανεξαρτησίας του 1821, διετέλεσαν υπουργοί, πολιτικοί και στρατιωτικοί του πολεμικού Ναυτικού. Ήταν γιος του Θεόδωρου Κουντουριώτη και εγγονός του Γεωργίου (Πρόεδρος του Εκτελεστικού κατά την επανάσταση, μέλος του Συμβουλίου του Καποδίστρια και επί Όθωνα, Πρωθυπουργός και Υπουργός Ναυτικών). Ακολουθώντας την ναυτική παράδοση της οικογένειας το 1875 κατετάγη στο Βασιλικό ναυτικό. Το 1886 συμμετείχε ως υποπλοίαρχος σε ναυτικές επιχειρήσεις στην Πρέβεζα καθώς και σε αυτές στην Κρήτη κατά τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 με τον βαθμό του πλωτάρχη. Ως κυβερνήτης του ατμομυώδρομου «Αλφειός» αποβίβασε το εκστρατευτικό σώμα του Συνταγματάρχου Τιμολέοντος Βάσσου στο Κολυμπάρι Χανίων τον Φεβρουάριο του 1897 και Σκάλα Λεπτοκαρυάς τον Απρίλιο του 1897. Ως κυβερνήτης του εκπαιδευτικού «Μιαούλης» ο ανθυποπλοίαρχος τότε Κουντουριώτης πραγματοποίησε το πρώτο υπερπόντιο ταξίδι ελληνικού πολεμικού, φθάνοντας ως την Αμερικανική ήπειρο, και συγκεκριμένα στη Βοστόνη και τη Φιλαδέλφεια. Το 1908 έγινε υπασπιστής του Γεωργίου Α΄ και τον επόμενο χρόνο προήχθη σε πλοίαρχο. Τον Ιούνιο του 1911 και λόγω απειθαρχίας του πληρώματος του θωρηκτού Αβέρωφ, την θέση του κυβερνήτη ανέλαβε ο τότε πλοίαρχος Παύλος Κουντουριώτης. Με την έκρηξη των Βαλκανικών πολέμων προήχθη σε υποναύαρχο ενώ στις 16 Απριλίου του 1912 έγινε αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τις 16 Σεπτεμβρίου του 1912. Στη συνέχεια γίνεται αρχηγός του στόλου του Αιγαίου και αναλαμβάνει δράση. Ως κυβερνήτης του θωρηκτού «Αβερωφ» καταλαμβάνει την Λήμνο ενώ τις επόμενες μέρες ακολουθούν οι Θάσος, Ίμβρος, Τένεδος, Ψαρά, Άγιος Ευστράτιος και Σαμοθράκη. Μέχρι τις 21 Δεκεμβρίου είχε κατορθώσει να καταλάβει όλα σχεδόν τα νησιά του Αιγαίου, συμπεριλαμβανομένου και της Χίου. Με το θωρηκτό «Αβέρωφ» συμμετείχε σε δύο ναυμαχίες, σε αυτή της Έλλης και της Λήμνου (5 Ιανουαρίου 1913). Η τελευταία ναυμαχία κερδίστηκε χάρις έναν παράτολμο ελιγμό του Κουντουριώτη. Οι επιτυχημένοι χειρισμοί του ανάγκασαν τον οθωμανικό στόλο να αποσυρθεί στα Δαρδανέλλια. Με την λήξη των Βαλκανικών πολέμων προήχθη σε αντιναύαρχο δια εξαιρετικάς εν πολεμώ υπηρεσίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι ήταν ο πρώτος Έλληνας μετά τον Κωνσταντίνο Κανάρη που ελάμβανε αυτό τον βαθμό.

Στη συνέχεια εμπλέκεται με τα πολιτικά πράγματα. Ανέλαβε το υπουργείο ναυτικών στις κυβερνήσεις Αλέξανδρου Ζαΐμη και Στέφανου Σκουλούδη. Καταγόμενος από μια οικογένεια που παραδοσιακά ήταν στραμμένη προς την Βρετανική πολιτική διαφώνησε με την πολιτική της ουδετερότητας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τάχθηκε υπέρ της εισόδου στον πόλεμο με το πλευρό της Αντάντ. Ως εκ τούτου, συντάχθηκε με τον Βενιζέλο στο «Κίνημα της Εθνικής Αμύνης» ως μέλος της Τριανδρίας (Δαγκλής-Βενιζέλος-Κουντουριώτης). Με αυτόν τον τρόπο το Πολεμικό Ναυτικό συντάχθηκε με την φιλο-αντατική κυβέρνηση δίνοντας ελευθερία κινήσεων των συμμαχικών στρατευμάτων στο Αιγαίο και αναγκάζοντας την πλειονότητα των πρόσφατα προσαρτημένων ναυτικών επαρχιών (νησιά του Αιγαίου – Κρήτη) να συνταχθούν με τους Βενιζελικούς και όχι με το κράτος της Αθήνας. Έτσι, η τριανδρία ξεκινώντας από την Κρήτη και αφού κατέλαβε η τριανδρία τη Σάμο, τη Χίο και τη Λέσβο αποβιβάστηκε στη Θεσσαλονίκη και κήρυξε τον πόλεμο στη Βουλγαρία και την Γερμανία. Το 1917 ανέλαβε για ακόμη μια φορά το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου ναυτικών και την ίδια χρονιά αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του ναυάρχου τιμής ένεκεν. Όταν πέθανε ο βασιλιάς Αλέξανδρος και αφού αρνήθηκε το βασιλικό αξίωμα ο πρίγκιπας Παύλος, ανατέθηκε σε αυτόν η αντιβασιλεία (ως το Νοέμβριο του 1920). Η ήττα των βενιζελικών τον ανάγκασε σε παραίτηση. Την αντιβασιλεία ανέλαβε προσωρινά η χήρα του δολοφονημένου Γεωργίου Όλγα μέχρι την επιστροφή του Κωνσταντίνου. Τότε πραγματοποιήθηκε και απόπειρα δολοφονίας του από φιλοβασιλικούς στρατιώτες μέσα στα πλαίσια των βιαιοτήτων που πραγματοποίησαν οι λεγόμενοι «επίστρατοι». Ο Κουντουριώτης ανέλαβε για δεύτερη φορά την αντιβασιλεία μετά την αναχώρηση του Γεωργίου Β΄(Δεκέμβριος 1923) από την Ελλάδα, όταν πραγματοποιήθηκε το κίνημα βενιζελικών στρατηγών. Παρέμεινε στο αξίωμα αυτό μέχρι και την ανακήρυξη της Δημοκρατίας. Με μοχλό τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου, στα 1924, η Ελλάδα ανακηρύχθηκε δημοκρατία. Τότε ο αντιβασιλιάς Κουντουριώτης δεν αρνήθηκε να δεχτεί τους εκπροσώπους των στρατιωτικών, οι οποίοι του απέδωσαν τηλεσιγραφική απαίτηση για ανακήρυξη της αβασίλευτης δημοκρατίας από τη συντακτική συνέλευση, δηλώνοντας διαφορετικά ότι οι ένοπλες δυνάμεις δε θα υπάκουαν. Με αυτόν τον τρόπο επικράτησαν οι απόψεις για την άμεση κήρυξη της αλλαγής πολιτεύματος και στη συνέχεια τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Από αντιβασιλιάς, ο Παύλος Κουντουριώτης μετονομάστηκε σε προσωρινό πρόεδρο και παρακλήθηκε να μείνει στο πόστο αυτό, ώσπου να γίνουν οι εκλογές για την ανάδειξη τακτικού προέδρου. Το πρόσωπό του ταυτισμένο μέχρι τότε με τους πολέμους, ταυτίζεται ουσιαστικά πλέον με την πορεία του αβασίλευτου δημοκρατικού πολιτεύματος. Τον Ιούνιο του 1925 ο Θεόδωρος Πάγκαλος ανέτρεψε την κυβέρνηση Μιχαλακοπούλου. Ο Παύλος Κουντουριώτης εξακολουθούσε να ασκεί τα προεδρικά του καθήκοντα, καθώς η εθνοσυνέλευση συνέχιζε να συνεδριάζει (το νέο σύνταγμα ψηφίστηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 1925). Όμως, στις 4 Ιανουαρίου 1926, ο Θεόδωρος Πάγκαλος διέλυσε τη Βουλή και κήρυξε δικτατορία. Διαμαρτυρόμενος, ο Παύλος Κουντουριώτης παραιτήθηκε από Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Στη συνέχεια ο Πάγκαλος προκήρυξε προεδρικές εκλογές για τις 4 Απριλίου 1926, θέτοντας υποψηφιότητα ο ίδιος και χωρίς αντίπαλο εκλέχτηκε Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Στις 7 Αυγούστου 1927 και ενώ βρισκόταν διακοπές στις Σπέτσες, ένα κίνημα οργανωμένο από τον υποστράτηγο Γεώργιο Κονδύλη τον ανέτρεψε. Ο τελευταίος αποκατέστησε τον Κουντουριώτη στην Προεδρία της Δημοκρατίας και έθεσε το νέο σύνταγμα σε ισχύ. Ύστερα από πίεση του Προέδρου Κουντουριώτη προκήρυξε εκλογές, οι οποίες διενεργήθηκαν με άψογη διαδικασία, και παρέδωσε την εξουσία στον Αλέξανδρο Ζαΐμη, πρωθυπουργό οικουμενικής κυβέρνησης (Δεκέμβριος 1927). Μετά την επιστροφή του Ελ. Βενιζέλου στην ενεργή πολιτική προκηρύχθηκαν εκλογές για τις 19 Αυγούστου, όπου οι Φιλελεύθεροι κέρδισαν με μεγάλη πλειοψηφία. Στις 4 Ιουνίου 1929 επανεξελέγη στο αξίωμα του προέδρου από τη Βουλή και την Γερουσία, αλλά παραιτήθηκε οριστικά αυτή την φορά, τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, για λόγους υγείας. Διάδοχός του και δεύτερος Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας ορίστηκε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης. Ο Κουντουριώτης απεβίωσε στις 22 Αυγούστου 1935 στο Παλαιό Φάληρο. Είχε παντρευτεί δύο φορές, στο Λονδίνο το 1889 με την Αγγελική Πετροκόκκινου (1865-1903) και στην Αθήνα το 1918 με την Ελένη Κούππα (1876-1957). Απέκτησε παιδιά με την πρώτη του σύζυγο. Θάφτηκε στον οικογενειακό τάφο της οικογένειας Κουντουριώτη στην Ύδρα. Ο γιός του, Θεόδωρος Κουντουριώτης, κατετάγη στο πολεμικό ναυτικό και μάλιστα διετέλεσε κυβερνήτης του θωρηκτού Αβέρωφ. Το 1944 μετέφερε με το Αβέρωφ την εξόριστη κυβέρνηση από την Αίγυπτο στην Αθήνα. Το αρχοντικό Παύλου Κουντουριώτη βρίσκεται στα δυτικά του λιμανιού της Ύδρας, στην πλαγιά χαμηλού υψώματος που φέρει στην κορυφή του μικρό οχυρό. Πρόκειται για διατηρητέο ιστορικό κτήριο που αγοράστηκε το 1991 από το Υπουργείο Πολιτισμού, προκειμένου να μετατραπεί σε μουσείο της οικογένειας των Κουντουριωτών και της βυζαντινής και μεταβυζαντινής τέχνης και ιστορίας της Ύδρας. Πολλά πολεμικά πλοία έχουν λάβει τιμητικά το όνομά του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: