Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

Ο Αλέξανδρος Ι. Σβώλος (Κρούσοβο 1892...

 Ο Αλέξανδρος Ι. Σβώλος (Κρούσοβο 1892 – Αθήνα
1956) υπήρξε διαπρεπής νομικός και πολιτικός, ένας διανοούμενος, αλλά και
ταυτόχρονα αγωνιστής, συνεπής μέχρι το τέλος στις σοσιαλιστικές του και
μεταρρυθμιστικές του ιδέες. Διετέλεσε διευθυντής Εργασίας και Κοινωνικής
Πρόνοιας στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας. Κατά την περίοδο της Κατοχής,
διετέλεσε πρόεδρος της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ). Γιος
των βλαχικής καταγωγής Ιωάννης και Θάλειας Σβώλου και γεννημένος στην Δυτική
Μακεδονία, σημερινή ΠΓΔΜ, σπούδασε νομικά στην Κωνσταντινούπολη και στη
συνέχεια στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχοντας ως δάσκαλο τον Ν. Σαρίπολο
ανακηρύχθηκε το 1915 διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών με τη διατριβή
Το
δικαίωμα τού συνεταιρίζεσθαι και το δίκαιον των σωματείων,
που αφορούσε τα
βασικά συνταγματικά δικαίωματα του συνδικαλισμού των εργαζομένων. Αμέσως μετά
δημοσίευσε μελέτες επί του δικαιώματος της ειρηνικής συνάθροισης σε δημόσιους
χώρους.
  Λίγο αργότερα  βραβεύεται στο Ράλλειο Διαγωνισμό της Νομικής
Σχολής για τη μελέτη του επί της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των τσιφλικιών προς
όφελος ακτημόνων αγροτών με τίτλο "Περί απαλλοτριώσεων διά αποκατάστασιν
ακτημόνων αγροτών, υπό συνταγματικήν και οικονομικήν άποψιν". Το 1928
δημοσίευσε την μελέτη
Το Νέον Σύνταγμα και αι βάσεις του Πολιτεύματος,
με την οποία αναδεικνύεται το πώς προέκυψε το προοδευτικό Σύνταγμα της
Ελληνικής Δημοκρατίας του 1927. Η ερμηνεία που δίνει ο Σβώλος για το Σύνταγμα
έχει χαρακτηριστεί «ριζοσπαστική» για την εποχή της. Το 1929, στον εναρκτήριο
λόγο του, ως τακτικού καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου , με τίτλο «Προβλήματα
της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας», ο Σβώλος τόνισε την ανάγκη προστασίας των
μειοψηφιών και εξισορρόπησης έναντι τής ολοένα ενισχυόμενης εκτελεστικής
εξουσίας. Το 1954-5, δημοσίευσε μαζί με τον Γ. Βλάχο τους δύο πρώτους τόμους
του έργου
Το Σύνταγμα της Ελλάδος, όπου ερμηνεύονται «με πνεύμα
εξαιρετικά προωθημένο, ανανεωτικό και φιλελεύθερο» οι ατομικές ελευθερίες, έτσι
όπως καθορίζονται από το Σύνταγμα του 1952.
 Το 1919 διαδέχθηκε τον Ν. Ν.
Σαρίπολο στην έδρα του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στην έδρα
αυτή παρέμεινε μέχρι το 1946, οπότε και αποπέμφθηκε οριστικά κατηγορούμενος ως
«ελληνόφων καθηγητής και αποστάτης της εθνικής ιδέας». Εξαιτίας των αριστερών
πεποιθήσεών του, είχε ήδη παυθεί από την έδρα του Συνταγματικού Δικαίου άλλες
τρεις φορές: το 1935 , το 1936 και το 1944. Για τους ίδιους λόγους,
  ο Ιωάννης Μεταξάς τον εξόρισε καθόλη την
περίοδο 1936-1940. Γυναίκα του υπήρξε η Μαρία Δεσύπρη – Σβώλου, μια από τις
κορυφαίες αγωνίστριες και ηγετική μορφή του φεμινιστικού κινήματος στην Ελλάδα.
Μαζί αποτελούσαν ένα πρότυπο ζευγάρι, μοντέρνο ακόμη και για τη δική μας εποχή.


Η πολιτική και δημόσια δράση του
Σβώλου ξεκινά με την "Εταιρεία Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών"
που είχε ιδρύσει ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου. Ακολουθεί η συμμετοχή του στις
δημόσιες θέσεις, η οποία όμως υποδηλώνει μια εκσυγχρονισμένη κουλτούρα για
ουσιαστική λειτουργία των κρατικών θεσμών. Ο

κύκλος γύρω από τον ίδιο και τον Σπύρο Θεωδορόπουλο αποτέλεσε μια
εσωτερική ομάδα δημοκρατικών διανοουμένων και ανώτερων κρατικών υπαλλήλων στα
αριστερά του βενιζελισμού που υποστήριξε και θεμελίωσε κατά το μεσοπόλεμο την
κρατική παρέμβαση στην οικονομία και την οικονομία και διαμόρφωσε την κοινωνική
πολιτική. Πλέον η πρωτοβουλία και το βάρος της κοινωνικής πρόνοιας δεν είναι
υπόθεση των αστών ευεργετών που επιθυμούν να συνετίσουν και να ελεήσουν τις
εργαζόμενες τάξεις, αλλά κόστος του κράτους, επωμιζόμενο μαζί με τους εργοδότες
και τους εργάτες. Ο κύκλος αυτός θα αναλάβει να μεταφέρει και να προσαρμόσει
στην Ελλάδα το διεθνές εργατικό δίκαιο υπό την καθοδήγηση του Διεθνούς Γραφείου
Εργασίας της ΚτΕ, φέρνοντας την Ελλάδα σε μια νέα εποχή. Θα ενσαρκώσει τη
σοσιαλδημοκρατική πολιτική που εφαρμοζόταν σε όλες τις χώρες της Ευρώπης.
Απότοκος αυτής της προσπάθειας θα είναι το ΙΚΑ. Ο ίδιος θα είναι και από τα
πρώτα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του. Δυστυχώς όμως στην πλειονότητά τους
οι νόμοι και οι επεξεργασίες αυτής της ομάδας θα εφαρμόζονται ελλιπώς σε όλο το
μεσοπόλεμο. Συγκεκριμένα, κατά την περίοδο 1917 - 1920 ο Αλέξανδρος Σβώλους
διετέλεσε διευθυντής στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, στην Διεύθυνση Εργασίας
και Κοινωνικής Πολιτικής. Από την θέση αυτή, συνέταξε τον νόμο 2112/1920 «περί
καταγγελίας συμβάσεως εργασίας», φρόντισε ώστε να κυρωθούν διά νόμου οι
Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας της Ουάσιγκτον και οργάνωσε τις υπηρεσίες του
Υπουργείου και της Επιθεώρησης Εργασίας. Η Μαρία Δεσύπρη – Σβώλου θα είναι μια
από τις πρώτες επιθεωρήτριες Εργασίας. Κατά τα έτη 1921-1922, εργάσθηκε ως
γενικός διευθυντής στην Προύσα της Μικράς Ασίας, όπου ο τρόπος διοίκησής του
υπήρξε υποδειγματικός δε μια πολύ δύσκολη και τεταμένη συνθήκη πολέμου. Κατά
παραγγελία του Ύπατου Αρμοστή Σμύρνης Στεργιάδη συνέταξε το Σύνταγμα της
Ιωνικής Πολιτείας. Εξίσου υποδειγματική υπήρξε η στάση του την ώρα της
κατάρρευσης των πάντων μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Στα 1923 επιχειρεί να
συγκροτήσει αγροτικό κόμμα υιοθετώντας και ο ίδιος την κυρίαρχη άποψη στους
πολιτικούς κύκλους της εποχής ότι το μέλλον της Ελλάδας βρίσκεται στη γεωργία.
Στα 1928 θα έρθει σε ρήξη με τον Βενιζέλο διαφωνώντας με την
  πορεία αυταρχικοποίησης της Ελληνικής
Δημοκρατίας που επιχειρούσε με βάση το “ιδιώνυμο”. Έκτοτε θα ακολουθήσει μια
συνεπή σοσιαλιστική παρέμβαση στα πολιτικά δρώμενα. Ο ίδιος μαζί με τη γυναίκα
του συμμετέχουν ενεργά στους αγώνες για την απόκτηση πολιτικής ψήφου των
γυναικών, προσπάθεια που θα ευοδωθεί εν μέρει με την παροχή ψήφου στις
δημοτικές εκλογές και υπό όρους. Τη δεκαετία του '30 θα συμμετάσχει στην
"Εταιρεία Σοσιαλιστικής Έρευνας των Ελληνικών Προβλημάτων". Θα
αγωνιστεί για την αναβάθμιση του θεσμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ιδρύοντας και
προεδρεύοντας της "Ενώσεως Υπέρ της Αυτοδιοικήσεως". Θα συμμετάσχει
ενεργά
  στον "Εκπαιδευτικό
Όμιλο" και θα τοποθετηθεί με σαφήνεια την ώρα της πρώτης διάσπασής του στα
1927, σε αυτή την ιστορική πράξη πολιτογράφησης των αριστερών διανοουμένων στην
ελληνική πολιτική ζωή. Θα είναι συνήγορος στη δίκη των Παναΐτ Ιστράτι, Δημήτρη
Γληνού και Νίκου Καζαντζάκη στα 1928.

Στα 1936 συμμετέχει στην "Ένωσιν υπέρ των Ελευθεριών του Ανθρώπου
και του Πολίτου".


Στα πρώτα χρόνια της τριπλής
Κατοχής διατέλεσε πρόεδρος της Επιτροπής Μακεδόνων και Θρακών και συνέταξε
υπομνήματα προς τις γερμανικές Αρχές Κατοχής καταγγέλλοντας τις ωμότητες
των
  Βουλγάρων κατά των πληθυσμών των δύο
αυτών περιοχών. Συγκρότησε το Σοσιαλιστικό Κόμμα, το οποίο συνεργάστηκε με την
Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας του και ανέπτυξε αντιστασιακή δραστηριότητα.
Παράλληλα, οι αγώνες και οι αγωνίες του για μια ευρύτερη εθνική συνεννόηση τον
έφεραν τελικά τον Απρίλιο του 1944 στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας ως πρόεδρο
της διευρυμένης ΠΕΕΑ. Ήταν εκείνος που έπεισε τους τότε ηγέτες του ΕΑΜ και ΚΚΕ,
Σιάντο, Ιωαννίδη, Ρούσσο και Πορφυρογένη, να μεταβούν στη Μέση Ανατολή για την
Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητος υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου. Ο ίδιος βρέθηκε στο
Κάιρο στη συνέχεια στο περίφημο Συνέδριο του Λιβάνου και ξανά στα ευρυτανικά
βουνά.
  Συμμετείχε στην Κυβέρνηση της
Απελευθέρωσης ως Υπουργός των Οικονομικών. Όμως τα μέτρα τα οποία έλαβε για να
ανορθώσει την ελληνική οικονομία έδωσαν λαβή σε έντονη αμφισβήτηση και κριτική
εναντίον του. Τελικά παραιτήθηκε, μαζί με όλους τους υπουργούς του ΕΑΜ τον
Δεκέμβρη του '44, αρνούμενος να συνυπογράψει την διάλυση του ΕΛΑΣ, όπως
απαιτούσε ο Γεώργιος Παπανδρέου. Λίγο καιρό αργότερα, αποπέμφθηκε και από το
Πανεπιστήμιο Αθηνών. Αμέσως μετά τον Δεκέμβρη προσπαθεί
  για τη συνένωση των διάσπαρτων σοσιαλιστών σ'
έναν ενιαίο κομματικό σχηματισμό. Από το 1945 έως το 1953 διατέλεσε πρόεδρος
του Σοσιαλιστικού Κόμματος ΕΛΔ και, μετά την συγχώνευση του κόμματος αυτού με
το Δημοκρατικό Κόμμα, διετέλεσε πρόεδρος του ενιαίου Δημοκρατικού Κόμματος του
Εργαζόμενου Λαού (1953-1956) . Στα χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου, εργάστηκε για
την εθνική συμφιλίωση, την ομαλότητα, την αμνηστεία και την αποκατάσταση των
συνταγματικών ελευθεριών.


 Το 1950 εκλέχθηκε βουλευτής Θεσσαλονίκης ως
συνεργαζόμενος με την αριστερά, όπως επίσης συνέβη και στις εκλογές του 1956.
Επίσης, βουλευτής της ΕΔΑ εκλέχτηκε δύο φορές και η Μαρία Σβώλου. Ο Αλέξανδρος
Σβώλος πέθανε μόλις τρεις ημέρες μετά την δεύτερη εκλογή του. Στη Νομική Σχολή
του
  Πανεπιστημίου Αθηνών, στην οδό
Σόλωνος, υπάρχει αίθουσα στην οποία έχει δοθεί το όνομά του.
Κώστας Παλούκης εφημ. Σκριπ






Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: