Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Ο Αλέξανδρος Παπάγος



Ο Αλέξανδρος Παπάγος (Αθήνα, 9 Δεκεμβρίου 1883 – Αθήνα,
4 Οκτωβρίου 1955) ήταν στρατιωτικός και
πολιτικός. Διετέλεσε αρχιστράτηγος κατά
τον ελληνοϊταλικό και τον εμφύλιο πόλεμο
και μετέπειτα Πρωθυπουργός. Ήταν γιος
του αξιωματικού Λεωνίδα Παπάγου και της
Μαρίας Αυγερινού Αβέρωφ. Η καταγωγή της
οικογένειάς του είναι από τις Κυδωνιές
της Μικρά Ασίας, η οποία μετοίκησε στη
Σύρο. Αρχικά ο Παπάγος γράφτηκε στη Νομική
Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στη συνέχεια
όμως το ενδιαφέρον του στράφηκε στο στρατό.
Επειδή όμως η ηλικία του δεν του επέτρεπε
να γραφτεί στην Σχολή Ευελπίδων, σπούδασε
στη Στρατιωτική Σχολή των Βρευξελλών
(1902-1904) και στη συνέχεια στη Σχολή Εφαρμογής
Ιππικού της Υπρ (1904-1906). Κατετάγη στον
ελληνικό στρατό με το βαθμό του ανθυπιλάρχου
το 1906. Όντας άριστος γνώστης των ξένων
γλωσσών και της ξένης στρατιωτικής οργάνωσης
διετέλεσε υπασπιστής του υπουργού Στρατιωτικών
Ελ. Βενιζέλου το 1910. Στους βαλκανικούς
πολέμους συμμετείχε με το βαθμό του υπίλαρχου
ως διαγγελέας του αρχιστρατήγου διαδόχου
Κωνσταντίνου. Το 1911 παντρεύτηκε τη Μαρία
Καλίνσκυ, εγγονή του στρατηγού Τιμολέοντα
Βάσσου, με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά,
την Ειρήνη (μετέπειτα σύζυγο Γρυπάρη)
και το Λεωνίδα (μετέπειτα ανώτερο διπλωμάτη).
Το 1913 προήχθη σε ίλαρχο και τοποθετήθηκε
σε μάχιμες μονάδες. Κατά έτη 1913-14 φοίτησε
στο Σχολείο Ανωτέρων Σπουδών. Μετά το
κίνημα του 1917 και την επικράτηση του Βενιζέλου,
ο Παπάγος υπέβαλλε την παραίτησή του
από το στράτευμα τασσόμενος με τους αντιβενιζελικούς.
Στη συνέχεια εκτοπίστηκε στις Κυκλάδες
και μετά στην Κρήτη. Το 1920 ανακλήθηκε
στο στράτευμα και προήχθη αναδρομικά
σε αντισυνταγματάρχη. Μετά το φιλοβενιζελικό
αποτυχημένο πραξικόπημα των Λεοναρδόπουλου
– Γαργαλίδη παραιτήθηκε και επανήλθε
το 1926 επί Οικουμενικής Κυβέρνησης. Προήχθη
σε συνταγματάρχη, το 1930 σε υποστράτηγο
και ανέλαβε καίρια πόστα στο στράτευμα.
Το 1935 ανέλαβε τη διοίκηση του Γ΄ Σώματος
Στρατού και στη συνέχεια του Α΄ Σώματος
Στρατού. Από τις θέσεις αυτές ηγήθηκε
του στρατιωτικού πραξικοπήματος που
ανέτρεψε την κυβέρνηση Παναγή Τσαλδάρη
στις 10 Οκτωβρίου 1935, επέφερε πολιτειακή
μεταβολή και επανέφερε τη δυναστεία των
Γλύξμπουργκ. Στη συνέχεια ανέλαβε το
Υπουργείο Στρατιωτικών επί κυβέρνησης
Γ. Κονδύλη και αργότερα Κ. Δερμετζή. Ο
ίδιος συμμετείχε στην επιτροπή που διακοίνωσε
στον Γεώργιο Β΄ την απόφαση του δημοψηφίσματος
για την επιστροφή του. Ήρθε σε σύγκρουση
με το Βασιλιά λόγω του Συμφώνου Σοφούλη
– Σκλάβαινα, που προέβλεπε συνεργασία
του Κόμματος των Φιλελευθέρων με το κομμουνιστικό
Παλλαϊκό Μέτωπο για το σχηματισμό βιώσιμης
κυβέρνησης, αποπέμφθηκε και στη θέση
του τοποθετήθηκε ο Ιωάννης Μεταξάς. Μετά
την πρωθυπουργοποίηση του Ι. Μεταξά από
το Γεώργιο Β’ τοποθετήθηκε αρχηγός του
Γενικού Επιτελείου Στρατού την 1η Αυγούστου
1936 με σκοπό τον απόλυτο έλεγχο του στρατεύματος
κατά το επερχόμενο πραξικόπημα. Παρέμεινε
στη θέση αυτή και κατά τη διάρκεια της
Δικτατορίας της 4ης Αυγούστου συμβάλλοντας
στην αναδιοργάνωση και τον επανεξοπλισμό
του ελληνικού στρατού υπό το πρίσμα του
διαφαινόμενου πολέμου. Με την κήρυξη
του ελληνοϊταλικού πολέμου ανέλαβε Αρχιστράτηγος
των δυνάμεων του στρατού ξηράς. Συνέβαλλε
σημαντικά στη νίκη επί της Ιταλίας. Παρέμεινε
στην ηγεσία του στρατεύματος έως τις
23 Απριλίου 1941 οπότε παραιτήθηκε προκειμένου
να μη συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις
της συνθηκολόγησης μετά τη ναζιστική
εισβολή και προέλαση ενώ επέκρινε το
στρατηγό Τσολάκογλου για το σχηματισμό
δοσιλογικής κυβέρνησης. Αρνήθηκε να ακολουθήσει
το βασιλιά και παρέμεινε στην Ελλάδα.
Στη διάρκεια της Κατοχής δημιούργησε
μία πατριωτική οργάνωση τη
Στρατιωτική Ιεραρχία,
όπου συμμετείχαν Έλληνες αξιωματικοί.
Η αποκάλυψη της δράσης τους τον Ιούλιο
1943 συνοδεύτηκε από την αποστολή του, μαζί
με άλλους τέσσερεις αντιστράτηγους, σε
στρατόπεδα συγκέντρωσης, στα οποία παρέμεινε
μέχρι τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας.
Επιστρέφοντας έλαβε τον τίτλο του Στρατηγού
εν αποστρατεία, βαθμός που δεν έχει αποδοθεί
έκτοτε σε άλλον αξιωματικό. Το 1947 τοποθετήθηκε
Μέγας Αυλάρχης του βασιλιά Παύλου. Τον
Ιανουάριο 1949 η κυβέρνηση Σοφούλη τον
ανακάλεσε στο στράτευμα και του ανέθεσε
την «εν λευκώ» γενική αρχιστρατηγία,
δηλαδή την πλήρη αποφασιστική εξουσία
για τη δράση και των τριών όπλων των ενόπλων
δυνάμεων και της χωροφυλακής. Τον Αύγουστο
του 1949 ο Δημοκρατικός Στρατός της Ελλάδας
ηττήθηκε στο Γράμμο και Βίτσι και υποχώρησε
στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού.
Για την επιτυχία του αυτή ο Παπάγος έλαβε
τον τίτλο του Στρατάρχη,
απονεμόμενος για πρώτη
φορά σε Έλληνα στρατιωτικό
, και επιδόθηκε η στραταρχική
ράβδος, καθώς ήταν αρχηγός του στρατού
σε δύο νίκες του. Μετά το τέλος του πολέμου
συνέχισε να έχει τη διοίκηση του στρατεύματος.
Στις 28 Μαΐου 1951 ο Παπάγος υπέβαλε την
παραίτησή του στον Πρωθυπουργό Σοφοκλή
Βενιζέλο εκφράζοντας την πρόθεσή του
να πολιτευτεί. Ο Βασιλιάς Παύλος, επικαλούμενος
εξαπάτηση του Θρόνου με τη διαβεβαίωση
του Στρατάρχη να μην πολιτευτεί, διέταξε
τον αρχηγό Γ.Ε.Σ. στρατηγό Θρασύβουλο
Τσακαλώτο να συλλάβει τον Παπάγο αλλά
η εντολή δεν εκτελέστηκε. Το βράδυ μεταξύ
30 Μαΐου και 31 Μαΐου εκδηλώθηκε το Κίνημα
του ΙΔΕΑ από αξιωματικούς που πίστευαν
οτι ο Παπάγος αναγκάστηκε να παραιτηθεί
της Αρχιστρατηγίας ύστερα από πιέσεις
της βασιλικής οικογένειας. Ο Παπάγος
παρέμβει το πρωί της 31 Μαΐου και διέταξε
του Κινηματίες να εγκαταλείψουν την προσπάθειά
τους.

Στις 11 Αυγούστου 1951 ίδρυσε τον Ελληνικό
Συ
ναγερμό ακολουθώντας τα πρότυπα
του Ντε Γκωλ. Στο νέο κόμμα της δεξιάς
παράταξης συμμετείχαν όλοι οι πολιτικοί
και πολιτευτές του Λαϊκού Κόμματος και
μεγάλος αριθμός του βενιζελικού χώρου.
Στις εκλογές της 9 Σεπτεμβρίου του 1951
έλαβε 36%, εκλέχτηκε βουλευτής και έγινε
ηγέτης της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ενίσχυσαν την προσπάθεια οι
εκδότες Δημήτρης Λαμπράκης («ΒΗΜΑ», «ΝΕΑ»),
Γεώργιος Βλάχος («ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»), Αχιλλέας
Κύρου («ΕΣΤΙΑ») και άλλοι. Ταυτόχρονα
ο Παπάγος ενισχύθηκε και από τους «φιλελεύθερους»,
τον Γεώργιο Παπανδρέου Εμμ. Τσουδερό,
Σταμ. Μερκούρη.
Οι κεντρώες πολιτικές
δυνάμεις σχημάτισαν βραχύβια κυβέρνηση
με πρόεδρο το Νικόλαο Πλαστήρα, η οποία
μετά την ασθένεια Πλαστήρα και την εκτέλεση
Μπελογιάννη κλονίστηκε σοβαρά. Στις εκλογές
της 16ης Νοεμβρίου 1951, ο Ελληνικός
Συναγερμός νίκησε με ποσοστό 49,22% και
238 κοινοβουλευτικές έδρες. Ο Παπάγος χρίζεται
πρωθυπουργός και ακολουθεί πολιτική
πλήρους υποταγής στην αμερικανική πολιτική
επιτρέποντας τη χρήση του ελληνικού εδάφους
για την ίδρυση αμερικανικών στρατιωτικών
βάσεων. Στόχος της κυβέρνησης ήταν η σταθεροποίηση
και η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.
Υπουργός Συντονισμού ανέλαβε ο Σπύρος
Μαρκεζίνης, ο οποίος προχώρησε στην υποτίμηση κατά
50% του εθνικού νομίσματος απέναντι στο
δολάριο συνδέοντας με αυτό τον τρόπο
την ισοτιμία της δραχμής με τα διεθνή
νομίσματα σύμφωνα με την παγκόσμια συνδιάσκεψη
του Bretton Woods της 22ης Ιουλίου 1944. Η κίνηση
αυτή που θεωρήθηκε επιτυχημένη και ενισχυτική
της οικονομίας βιώθηκε εντελώς διαφορετικά
από την πλειοψηφία του λαού. Αυτή την
περίοδο κορυφώνεται ο απελευθερωτικός
αγώνας των
Κυπρίων από τη βρετανική αποικιοκρατία με αποτέλεσμα
την άμεση εμπλοκή της Ελλάδας στο θέμα,
επιδιώκοντας την ένωση αντιμετωπίζοντας
όμως και την αντίδραση της ισχυρής συμμάχου
Μεγάλης Βρετανίας. Η ελληνική διπλωματία
έδρασε επίσημα με προσφυγή στον Ο.Η.Ε.
στις 16 Αυγούστου 1954, ενώ είχε προηγηθεί
στις 22 Δεκεμβρίου 1953 συνάντηση του Παπάγου
με το Βρετανό Υπουργό Εξωτερικών Άντονυ
Ήντεν χωρίς να υπάρξει συμφωνία. Τελικά
η υπόθεση της Κύπρου αποφασίστηκε να
μη συζητηθεί από τη Γενική Συνέλευση
των Ηνωμένων Εθνών και ως απότοκα της
έντασης ανάμεσα σε ελληνοκυπρίους και
τουρκοκυπρίους συνέβησαν τα Σεπτεμβριανά
έκτροπα εναντίον των Ρωμιών της Κωνσταντινούπολης,
στα οποία η κυβέρνηση αντέδρασε με χλιαρό
τρόπο.

Η υγεία του Παπάγου
είχε όμως κλονιστεί σοβαρά εξαιτίας
της γερμανικής ομηρείας και τις
δυσκολίες του εμφυλίου πολέμου.
Έτσι, απεβίωση από φυματίωση. Ο διάδοχός
του στην ηγεσία της δεξιάς ορίστηκε
από το Παλάτι και ήταν ο Κ. Καραμανλής.
















Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: