Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2009

Ο «νέο-σταλινισμός», παιδί των «μεταμοντέρνων καιρών»



 

 

Κώστας Παλούκης


 
Το 1989, η κατάρρευση των Λαϊκοδημοκρατικών καθεστώτων της Αν. Ευρώπης και η καπιταλιστικοποίηση των υπολοίπων, π.χ. Κίνας, συνεπήρε όλα τα υπαρκτά μέχρι τότε ρεύματα της αριστεράς. Γιατί η κατάρρευση σηματοδοτούσε για πλειοψηφικά κομμάτια των κοινωνιών την αποτυχία όχι μιας μονάχα αντίληψης, αλλά του ίδιου του οράματος της κοινωνικής αλλαγής. Επειδή τελικά όμως το τέλος της ιστορίας δεν επήλθε και ο «σύγχρονος καπιταλισμός» διέψευσε πολύ πιο γρήγορα τις ελπίδες που οι αστοί διανοούμενοι γέννησαν για τις δυνατότητές του, το όραμα για μια άλλη κοινωνία επανέρχεται σιγά σιγά ξανά στο προσκήνιο. Στην Ελλάδα όμως φαίνεται ότι επανέρχεται μαζί του και εκείνη η αριστερά που κατά βάση ταυτίστηκε με τον ηττημένο γραφειοκρατικό «κομμουνισμό» του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Συγκεκριμένα, το ΚΚΕ καταφέρνει να συσπειρώνει πλατειά κομμάτια της εργατικής τάξης και της κοινωνίας προτάσσοντας ως κοινωνικό όραμα ακριβώς εκείνο το μοντέλο που απέτυχε παταγωδώς. Σήμερα στο 18o Συνέδριο το ΚΚΕ επαναφέρει το ζήτημα ασκώντας (αυτό-)κριτική για την αναθεωρητική εποχή του Χρουτσώφ., επιστρέφει δηλαδή στο σταλινικό παρελθόν αναζητώντας εκεί τον «σωστό» σοσιαλισμό και κομμουνισμό. Αλλά δεν είναι μονάχα αυτό. Αναρχικοί, «νεοκομμουνιστές», άνθρωποι που χρόνια ασκούσαν κριτική στον σταλινισμό στρέφονται ανοιχτά προς αυτόν. Συνεπώς, το ερώτημα είναι πολύ πιο γενικό. Γιατί σήμερα ο Στάλιν και η Σοβιετική Ένωση μπορούν και εμπνέουν την κοινωνία και τη νεολαία. Και επειδή τα ερωτήματα προκύπτουν από την άμεση εμπειρία μας: Τι είναι εκείνο που κάνει παππούδες και σαραντάρηδες να συγκροτήσουν μια «Επιτροπή για την υπεράσπιση της μνήμης του Ι.Β.Στάλιν» και γιατί το περιοδικό τους έχει απήχηση; Γιατί υπάρχουν νέοι κομμουνιστές που υπερασπίζονται τις δίκες της Μόσχας ή που αρνούνται τη Συμφωνία της Γιάλτας; Γιατί γοητεύονται από το «σταλινικό» παρελθόν και τους «σταλινικούς» μύθους;

 
Οι πολιτικές και κοινωνικές προϋποθέσεις
Υπάρχουν σίγουρα κάποιες πολιτικές απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα. Πολύ σημαντική είναι η ιστορική παρακαταθήκη του ΕΑΜικού κινήματος, του δεύτερου αντάρτικου και των διώξεων που επακολούθησαν. Ο σταλινισμός ταυτίζεται ιστορικά με αυτές τις πιο ένδοξες και ηρωικές παραδόσεις του ελληνικού αριστερού κινήματος διαμορφώνοντας ένα θετικό υπόστρωμα μνήμης στα λαϊκά στρώματα και μια υπαρκτή ελπίδα επανάληψης μιας τέτοιας νικηφόρας προοπτικής. Ταυτόχρονα, η μεταπολεμική εμπειρία της παρέμβασης των ιμπεριαλιστικών χωρών στον ελληνικό χώρο σε απόλυτη σύμπλευση με τις ντόπιες αστικές δυνάμεις σε βάρος των δημοκρατικών δυνάμεων, υποστήριξη του μεταπολεμικού κράτους της δεξιάς και στη συνέχεια της δικτατορίας, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη και την εμπέδωση μιας αντιαμερικανικής και αντιιμπεριαλιστικής ρητορικής σχετικά αυτονομημένης από το συνολικότερο κοινωνικό και ταξικό ζήτημα. Ως εκ τούτου, τα πατριωτικά λαϊκοδημοκρατικά «γιακωβίνικα» πολιτικά-ιδεολογικά χαρακτηριστικά του σταλινισμού της δεκαετίας του 1940 και έπειτα ταιριάζουν στις ιδιαίτερες ελληνικές συνθήκες και δημιουργούν μια ισχυρή παράδοση. Εξάλλου η επικράτηση του ΠΑΣΟΚ το 1981 δεν γίνεται σε αντιπαράθεση με τον ιδεολογικό πυρήνα του «σταλινισμού». Αντίθετα, καταφέρνει να ηγεμονεύσει στο εσωτερικό της αριστεράς γιατί εμφανίζεται ως ικανότερο να εφαρμόσει αυτές τις αρχές και αυτήν την πολιτική στις συγκεκριμένες πολιτικές συνθήκες.
Στη συνέχεια, η επικράτηση ΠΑΣΟΚ, στην Ανανεωτική Αριστερά, αλλά προσωρινά και μέσα στο ίδιο το ΚΚΕ, μιας δεξιάς, καθαρά ρεφορμιστικής, αταξικής, αντιεργατικής και ουσιαστικά αντικομμουνιστικής οπτικής, η οποία διευρύνει τον όρο «σταλινισμός» για να τον ταυτίσει με και τελικά να αρνηθεί βασικές αρχές του μαρξισμού, του λενινισμού και όλων των παραδοχών του ιστορικού υλισμού, προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί μια αρτηριοσκληρωτική αντίδραση και ένα ρεύμα υπεράσπισης του σταλινισμού στο όνομα της υπεράσπισης του μαρξισμού. Αυτό συνέβη γιατί ήταν ορατό σε όλους πως ο συμβιβαστικός-γραφειοκρατικός, διαχειριστικός και ανοιχτά συστημικός χαρακτηρας αυτής της επιχειρούμενης ανανέωσης της αριστεράς όχι μόνο δεν επέφερε κανένα θετικό αποτέλεσμα στην εργατική τάξη, αλλά επεξέτεινε και επιβεβαίωσε την ήττα του εργατικού κινήματος. Την ίδια στιγμή η συνολική χρεωκοπία και η υποταγή χωρίς καν όρους του παραδοσιακού συνδικαλισμού της ΓΣΕΕ στις κυβερνητικές και εργοδοτικές πιέσεις, με τη συμμετοχή και ευθύνη του ΣΥΝ, προκαλούσε μέσα στην εργατική τάξη μια αυθόρμητη τάση παθητικής απαξιώσης του «υπαρκτού συνδικαλισμού».
Στον αντίποδα της δεξιάς κριτικής, βρίσκεται υπαρκτή μια μειοψηφική αριστερή κριτική, η οποία όμως είτε ενσωματώνει είτε αδυνατεί να απαντήσει στον «σταλινισμό» ή στους διάφορους κατά καιρούς «σταλινισμούς». Η παραδοσιακή μαοϊκή κριτική, που διαχωρίζει τον «σταλινισμό» από το χρουτσωφικό ΚΚΕ και επιχειρεί να οικοδομήσει ένα καθαρό και επαναστατικό μαρξιστικό-λενινιστικό ΚΚΕ, τελικά έχει ήδη αποτύχει πολύ πριν το 1989, έστω και αν συνεχίζει να εκφράζει μια πιο ριζοσπαστική εκδοχή αυτής της τάσης υπεράπισης του σταλινισμού- μαρξισμού-λενινισμού-ελληνικής κομμουνιστικής παράδοσης απέναντι στους κάθε είδους αναθεωρητές. Οι τροτσκιστικές ομάδες φέρνουν από την άλλη το αρνητικό στίγμα της αντιΕΑΜικής στάσης τους, ενώ επιχειρούν κάθε φορά να μεταφέρουν στην Ελλάδα με ένα γραμμικό τρόπο μοντέλα που γεννιούνται σε διαφορετικούς κοινωνικούς σχηματισμούς. Διοχετεύουν όλη τη δυναμική τους σε δευτερεύοντα ζητήματα της ταξικής πάλης ή επιλέγουν να ασκούν πολιτική χωρίς περιεχόμενο μένοντας πάντα έξω από το εργατικό κίνημα. Τελικά, όλες αυτές οι οργανώσεις φαίνεται πως δυσκολεύονται να απαντήσουν ουσιαστικά στα πραγματικά διακυβεύματα της ελληνικής εργατικής τάξης και χάνεται η δυναμική τους στον χαοτικό πολυμερισμό τους. Στην πραγματικότητα δεν κατάφεραν ποτέ να απαντήσουν στα κοινωνικά ζητήματα από τα «αριστερά» σε σχέση με το ΚΚΕ, παρά την αριστερή κριτική και κινηματική λογική τους. Γιατί επέλεγαν να παρεμβαίνουν πάντα αμυντικά σε επιμέρους και συντεχνιακά θέματα αφήνοντας τις συνολικές απαντήσεις για το υποτιθέμενο νέο Κόμμα το οποίο αιωνίως «οικοδομούν», αλλά ποτέ δεν «φτιάχνουν». Τέλος, η νεοκομμουνιστική κριτική, που επιχειρεί να υπερβεί εξίσου από τα αριστερά την ήττα του παραδοσιακού κομμουνισμού, αλλά και του εργατικού κινήματος προτάσσοντας την ανάγκη της επανεθμελίωσης ενός νέου ανεξάρτητου εργατικού κινήματος, αδυνατεί ακόμη να αποτελέσει μια συνεκτική και ολοκληρωμένη πρόταση στην εργατική τάξη και την κοινωνία με αποτέλεσμα η επαγγελία του «νέου» να παραμένει ένα μετέωρο βήμα, ωστόσο, κατά την άποψή μου, ακόμα ανοιχτό.
Το ΚΚΕ δείχνοντας δεμένο με τα εργατικά και λαϊκά στρώματα φάνηκε να διαθέτει την δυνατότητα να αντιληφθεί και να αισθανθεί το κενό πολιτικής αντιπροσώπευσης που δημιουργούσε η δεξιά μετατόπιση του συνόλου των πολιτικών κομμάτων, ακόμη και του ίδιου, αλλά και το αδύνατο των ρωγμών στα αριστερά του από τη νέα και παλαιά εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Προφανώς, διότι ακριβώς διέθετε ζωντανά ακόμα τα εργαλεία της ταξικής ανάλυσης της κοινωνίας. Έτσι, επιχείρησε να εκφράσει την κίνηση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων με τον πολιτικό διαχωρισμό του από τις ευθύνες ΠΑΣΟΚ-ΣΥΝ αρνούμενο κάθε κοινοβουλευτική, εκλογική, συνδικαλιστική συνεργασία. Μέσω του ΠΑΜΕ προέβαλλε ένα περιεχόμενο διεκδικήσεων ικανό να υψωθεί ως αντίπαλο δέος στον συμβιβασμό ΠΑΣΟΚ-ΣΥΝ, αν και ουσιαστικά δεν κατάφερε ποτέ να δημιουργήσει ένα νέο εργατικό κίνημα μαζικών διεκδικήσεων και δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να δώσει πραγματικές μάχες. Όλα αυτά όμως κατέστησαν το ΚΚΕ τη μοναδική υπαρκτή αριστερή ταξική απάντηση μέσα στο επίσημο πολιτικό σκηνικό. Εμφανίστηκε ως ο «Κόκκινος Βράχος» μέσα στα αλλεπάλληλα καταστροφικά κύματα επιθέσεων στα εργατικά και κοινωνικά δικαιώματα. Την ίδια στιγμή οι συνθήκες αυτές σταδιακά επέδρασαν και στον ίδιο τον λόγο του ΚΚΕ, καθώς οι συνθήκες απόλυτης μετωπικής ιδεολογικής αντιπαράθεσης απαιτούν την υιοθέτηση ένος χαμένου discourse του σταλινισμού, το οποίο κατάγεται από την προσυναινετική περίοδο του σοβιετικού μαρξισμού, δηλαδή πριν από τη δεκαετία του 1950. Η επιστροφή στον «παραδοσιακό σοβιετικό μαρξισμό» και στον Στάλιν φαίνεται, λοιπόν, να αντανακλά σε μια ριζοσπαστική πολιτική τάση για απάντηση στον σύγχρονο καπιταλισμό. Και αυτό την καθιστά ελκυστική όχι μόνο σε τμήματα της εργατικής τάξης, λαϊκά μικροαστικά στρώματα αλλά και σε διανοούμενους και φοιτητές. Και ο καθένας μπορεί να διαπιστώσει το ριζοσπαστικό βάθρο αυτής της μετατόπισης διαβάζοντας όχι μόνο την εισήγηση της ΚΕ του ΚΚΕ στο 18ο Συνέδριο, αλλά και την σχετική αρθρογραφία του προσυνεδριακού διαλόγου στον Ριζοσπάστη. Το ΚΚΕ εγκαταλείπει την εποχή της «ειρηνικής συνύπαρξης» και υπόσχεται μια νέα επαναστατική περίοδο. Στην θέση του «κακού» εκφυλισμένου «υπαρκτού σοσιαλισμού» της χρουτσωφικής και μεταχρουτσωφικής περιόδου θέτει ως πρότυπο τον αυθεντικό σοσιαλισμό της «βίαιης κολλεκτιβοποίησης και βιομηχανοποίησης», της «δικτατορίας του προλεταριάτου», της επανάστασης, της πορείας προς τον κομμουνισμό. Τα προστάδια αυτής της διαδικασίας περιορίζονται βέβαια στην «Λαϊκή Οικονομία» η οποία μάλιστα μπορεί να κατακτηθεί και κοινοβουλευτικά.
Η ρητορεία, λοιπόν, του Ριζοσπάστη θυμίζει περισσότερο ένα κλασσικό «αριστερίστικο» κόμμα, παρά ένα αριστερό κοινοβουλευτικό κόμμα υπεύθυνο απέναντι στο πολιτικό σύστημα, έστω και αν τελικά δεν απαρνιέται τον κοιβονουλευτικό δρόμο.

 
Η μυθική κοινωνία
Η σοσιαλιστική ουτοπία του μέλλοντος πάντως συνεχίζει να συνδέεται με ένα κόκκινο νήμα με τον σοσιαλισμό του παρελθόντος. Και επειδή ο σοσιαλισμός που γνωρίσαμε δεν ήταν και τόσο «σοσιαλισμός», εφόσον κατέρρευσε, χρειάζεται να επιστρέψουμε ακόμη πιο παλιά, σε έναν σοσιαλισμό που δεν γνωρίσαμε. Σε αυτόν το σοσιαλισμό μπορούμε να αναζητήσουμε την αυθεντικότητα του χαμένου οράματος και να τον πλάσουμε ιδανικό μέσα στη μνήμη χωρίς τα εμπόδια της άμεσης εμπειρίας. Οι επιτυχίες των πενταετών πλάνων, η εκβιομηχάνιση, η νίκη απέναντι στον φασισμό, ακόμα και η ίδια η προσωπολατρεία του Στάλιν συνιστούν στοιχεία που επιτρέπουν στην κατασκευή ή την ξανακατασκευή ενός μύθου, πολύ χρήσιμου στις σημερινές συνθήκες.
Μια απλή επανάληψη όλων των επιχειρημάτων που μπορεί κανείς να αντλήσει από τον Ριζοσπάστη και τα άλλα έντυπα του ΚΚΕ της περιόδου του μεσοπολέμου, αλλά και του μεταπολέμου αρκεί για την επιβεβαίωση του βασικού στόχου: την ηθική δικαίωση της ΕΣΣΔ και του Ιωσήφ Στάλιν και κατ' επέκταση την δικαίωση μιας ολόκληρης εποχής. Από την δεύτερη παράγραφο η εισήγηση στο 18ο Συνέδριο μας θέτει άμεσα σε αυτό: «το διαμορφωμένο σοσιαλιστικό σύστημα του 20ού αιώνα απέδειξε την ανωτερότητά του έναντι του καπιταλισμού και τα τεράστια πλεονεκτήματα που παρέχει για την εργασία και τη ζωή των ανθρώπων». Στη συνέχεια το επιχείρημα διευρύνεται, για να αγκαλιάσει όλες τις κοινωνίες και να ορίσει ουσιαστικά με σημείο αναφοράς την σταλινική ΕΣΣΔ μια ολόκληρη εποχή, καθώς «οι κατακτήσεις των εργαζομένων στα σοσιαλιστικά κράτη για αρκετές δεκαετίες ήταν σημείο αναφοράς και συνέβαλαν στην απόσπαση κατακτήσεων από το εργατικό και λαϊκό κίνημα των καπιταλιστικών κοινωνιών.» Έτσι, «ο διεθνής συσχετισμός δυνάμεων που διαμορφώθηκε μετά το B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επέδρασε ώστε τα καπιταλιστικά κράτη να υποχρεωθούν, σε ένα βαθμό, σε υποχωρήσεις και ελιγμούς, για να αναχαιτίσουν την επαναστατική γραμμή πάλης, να διαμορφώσουν συνθήκες ενσωμάτωσης του εργατικού κινήματος.» Ακολουθεί η περιγραφή της ιδανικής κοινωνίας, που επικεντρώνεται στη σημαντικότερη κατά την εκτίμησή τους επιτυχία, την κατάργηση της μισθωτής σκλαβιάς και στη δεύτερη επιτυχία την ανάπτυξη της τεχνολογίας με άξονα τις λαϊκές ανάγκες.
Σύντομα καταλήγουν στο βασικό επίδικο σημείο, την δημοκρατικότητα των κοινωνιών αυτών: «H δικτατορία του προλεταριάτου, η επαναστατική εργατική εξουσία, ως κράτος που εξέφραζε τα συμφέροντα της κοινωνικής πλειοψηφίας των εκμεταλλευόμενων και όχι της κοινωνικής μειοψηφίας των εκμεταλλευτών, αναδείχτηκε σε ανώτερου τύπου δημοκρατία. Για πρώτη φορά στην Ιστορία έδωσε τη δυνατότητα να γίνει η μονάδα παραγωγής και πυρήνας της δημοκρατίας, με την αντιπροσωπευτική συμμετοχή των εργαζομένων στην εξουσία και τη διεύθυνση, τη δυνατότητα να εκλέγουν και να ανακαλούν εκπροσώπους μέσα από τους ίδιους τους εργαζόμενους στα ανώτερα όργανα της εξουσίας. H εργατική εξουσία έβγαλε τις μάζες από το περιθώριο, αναπτύχθηκε ένας μεγάλος αριθμός μαζικών οργανώσεων, συνδικαλιστικών, πολιτιστικών, μορφωτικών, όπου ήταν οργανωμένη η πλειοψηφία του πληθυσμού.» Κάθε κριτική σε αυτήν την εικόνα απλά είναι «αστική και οπορτουνιστική προπαγάνδα» που «προβάλλει τις έννοιες "δημοκρατία" και "ελευθερία" με το αστικό τους περιεχόμενο, ταυτίζοντας τη δημοκρατία με τον αστικό κοινοβουλευτισμό, την ελευθερία με τον αστικό ατομισμό και την ατομική καπιταλιστική ιδιοκτησία». Η αναμφισβήτητη και αξιωματική αποδοχή αυτής της θέσης συνιστά τη βάση της νεοσταλινικής μυθοποίησης. Γιατί, ενώ ακριβώς η ελευθερία σε αυτά τα καθεστώτα ήταν ένας θεμελιώδης στόχος, ήταν ακριβώς τελικά εκείνο που εξέλιπε. Ως εκ τούτου, κατασκευάζεται φαντασιακά και προβάλλεται στο παρελθόν με βάση ορθολογικά και πολιτικά κριτήρια μια κοινωνία τέτοια που θα ήθελαν όλοι μας να είναι. Το γεγονός ότι ποτέ δεν υπήρξε μετατοπίζει τον αριθμητή, «δηλαδή την σοσιαλιστική κοινωνία», από ένα κλάσμα παρανομαστή τον ορθολογισμό σε ένα κλάσμα με παρανομαστή τον ανορθολογισμό που ορίζεται από το φαντασιακό και όχι από το λογικό. Και αυτό συμβαίνει διότι σήμερα όλοι μπορούν να έχουν την ιστορική γνώση για το τι πραγματικά συνέβαινε στον κόσμο αυτόν που κατέρρευσε μέσα σε μια νύχτα σαν τραπουλόχαρτο.

 
Η ουτοπία του παρελθόντος
Γιατί όμως το όραμα για την σοσιαλιστική ουτοπία υποχρεωτικά πρέπει να συνδεθεί με το μυθοποιημένο σοσιαλιστικό παρελθόν και συγκεκριμένα με την ΕΣΣΔ; Καταρχήν καμία ουτοπία δεν συνιστά ένα ονειρικό όραμα ασύνδετο με τις καταγεγραμμένες ιστορικές συνθήκες. Όλες οι ουτοπίες εδράζονται σε δυνατότητες που συναισθηματικά και ορθολογικά είναι ορατές στην εκάστοτε ιστορική εμπειρική πραγματικότητα. Ο «νεοσταλινισμός» συγκεκριμένα συνιστά κατά πρώτο λόγο μια νεορομαντική νοσταλγική αναπόληση μιας χαμένης ουτοπίας που κάποτε ήταν υπαρκτή και ελπιδοφόρα. Κατά δεύτερο λόγο όμως στο «νεοασταλινισμό» αποκρυσταλλώνεται μια αμυντική υπεράσπιση συνολικότερα μιας παλιάς καλής εποχής, μια νεορομαντική αναπόληση ενός κόσμου που φεύγει ή έχει φύγει, καθώς πιέζεται και διαλύεται από αυτήν ακριβώς την επίθεση του σύγχρονου ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Σε αυτόν τον κόσμο βέβαια επικρατούσε ο διπολισμός και ο ανταγωνισμός των δύο πολιτικών συστημάτων και πολιτικών συνασπισμών. Και οι δύο πολιτικοί αυτοί κόσμοι, δηλαδή από τη μία το μοντέλο του δυτικοευρωπαϊκού σοσιαλδημοκρατικού κοινωνικού κράτους και από την άλλη το μοντέλο των ανατολικών λαϊκοδημοκρατιών, συνέχονταν σε ένα ενιαίο κοινό βιομηχανικό κόσμο που ήθελε να υποστηρίζει την κοινωνική αρμονία και έδινε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο κεντρικό ρόλο στην εργατική τάξη. Ακόμα περισσότερο υπερασπίζεται την «ψυχή» του «μοντέρνου» κόσμου όπως αυτή εκφράστηκε στις καλύτερες στιγμές και περιόδους του, που ίσως ήταν και οι καλύτερες στιγμές και εποχές στην ιστορία της ανθρωπότητας, όπως π.χ. η Οκτωβριανή Επανάσταση και ο διπολικός μεταπολεμικός κόσμος. Και δε θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, γιατί ο σταλινικός σοβιετικός μαρξισμός πίστευε βαθειά στο βιομηχανικό πολιτισμό και στην εκσυγχρονιστική δημοκρατική και επαναστατική δύναμη της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, στην κατάκτηση της φύσης από τον ίδιο τον άνθρωπο ως προϋπόθεση για την απελευθέρωση του ανθρώπου από τα δεσμά της εργασίας, αλλά και στη νομοτέλεια αυτού του εγχειρήματος. Ως εκ τούτου, ο «νεοσταλινισμός» και ακόμη περισσότερο το ίδιο το ΚΚΕ ως κοινωνική συμμαχία ανάγεται σε υπερασπιστή και μοναδικό απολογητή συνολικά του ηττημένου μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους και ευρύτερα της βιομηχανικής κοινωνίας. Εκφράζει την αντίσταση και τη νοσταλγία για τη χαμένη αθωότητα της μοντερνικότητας, υπερασπίζεται και αναπολεί έναν κόσμο, που μπορεί να μην ήταν ο καλύτερος, αλλά ήταν σίγουρα πολύ καλύτερος από τον παρόντα. Εξαλλου, το ίδιο το ΚΚΕ ενέχει στη δική του τη δομή, το χαρακτήρα, την ιδεολογία και την πρόταση για λαϊκή οικονομία ακριβώς εκείνο το συνασπισμό εξουσίας πάνω στον οποίο στηρίχθηκε ο μεταπολεμικός κόσμος, την κοινωνική συμμαχία δηλαδή εργατών και μικροαστών υπό την ηγεμονία τελικά όμως των δεύτερων.
Η εμμονή στην νοσταλγία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» κατά έναν τρόπο συμβαίνει διότι ο «σταλινισμός» αρνείται να παραδεχτεί την ήττα και την ιστορική χρεωκοπία του. Ο σοβιετικός μαρξισμός κατηγορούσε τον τότε υπαρκτό καπιταλισμό ότι εμπόδιζε την αναπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων καταστρέφοντας και ακυρώνοντας τις πιο ζωντανές δυνάμεις που γεννούσε ο κόσμος αυτός. Το ερώτημα, λοιπόν, αφορούσε όχι την υφή του βιομηχανικού πολιτισμού, αλλά το πόσο πλούτος παράγεται, ποιος τον παράγει και ποιος τον καρπώνεται. Υποστήριζε ότι αυτός ο στόχος είχε επιτευχθεί στα σοσιαλιστικά καθεστώτα ή αν επιτευχθόταν με έναν αυτόματο τρόπο θα φτάναμε στην αταξική κομμουνιστική κοινωνία. Πρώτα πρώτα το ίδιο το σοσιαλιστικό εγχείρημα βέβαια απέδειξε ότι αυτή η προϋπόθεση δεν οδηγεί με κανέναν τρόπο μηχανιστικά και αυτόματα σε ένα τέτοιο απελυθερωτικό τέλος. Επιπλέον σήμερα, ο βιομηχανικός πολιτισμός αποδείχτηκε στην ουσία του όχι μόνο ότι δεν είναι απελευθερωτικός, αλλά αντίθετα βαθειά αλλοτριωτικός και καταστροφικός για τον ίδιο τον άνθρωπο και το περιβάλλον του σε βαθμό να απειλεί την ίδια την ύπαρξη του πλανήτη και ως εκ τούτου την ίδια την ύπαρξη του ανθρώπου. Αποδείχτηκε ότι η λύση δεν είναι να παράξουμε πιο πολύ πλούτο, να αναπτύξουμε πιο πολύ τη βιομηχανία, και να τον κατανείμουμε απλά πιο δίκαια. Αλλά ότι χρειάζεται μια συνολική αναδόμηση του ανθρώπινου πολιτισμού. Επειδή, λοιπόν, το «σταλινικό κόμμα» από την ιδιοσυγκρασία του αυτομυθοποιείται, η θεωρητική αποδοχή του μη αντικειμενικά και νομοτελειακά προοδευτικού ρόλου της βιομηχανίας θα σήμαινε άρνηση συνολικά του δογματοποιημένου μαρξισμού, ιστορική αποδοχή της ήττας, και κατ' επέκταση αυτοδιάλυση, όπως συνέβη άλλωστε σχεδόν παντού αλλού. Σε κάθε περίπτωση, λοιπόν, αρνείται να συμβιβαστεί, να αποδεχτεί τη σύγχρονη πραγματικότητα, να την αναλύσει και να αναζητήσει σύγχρονη απάντηση που να προκύπει από σύγχρονες αναλύσεις. Αντίθετα, μετατρέπεται σε αυστηρά περιφρουρημένη κιβωτό μιας όμορφης παλιάς αλήθειας, που η παλαιότητα ορίζει την αξιοπιστίας της.
Με αυτόν τον τρόπο επιλέγει τη φυγή στο παρελθόν και μάλιστα στο μακρινό. Η ουτοπία του δεν οικοδομείται με υλικά που αντλεί από το σήμερα, αλλά από υλικά που αντλεί από ένα επινοημένο ρομαντικό παρελθόν.

 
Η μεταμοντέρνα φυγή στο παρελθόν κοινός τόπος «νεοσταλινισμού» και «νεοσυντηρητισμού»
Μπροστά σε αυτό το ζήτημα η νέα αριστερά, αλλά και δυνάμεις του αστισμού είτε μέσα από τον φιλελεύθερο αυτοκρατορισμό είτε μέσα από τον θρησκευτικό φονταμελισμό, άσκησαν δριμύτατη κριτική και αρνήθηκαν συνολικά τη νεωτερικότητα και τον βιομηχανικό πολιτισμό. Αναζήτησαν τις αιτίες στον πολιτισμό και όχι στην πολιτική υποτιμώντας την ταξική πλευρά όμως του ζητήματος και υπερτιμώντας την ηθική. Η άρνηση του μοντέρνου οδήγησε στο μεταμοντέρνο. Η ταύτιση της μοντερνικότητας με τον διπολικό μεταπολεμικό κόσμο, όπου κυριαρχούσε ο μαρξίζων λόγος, οδήγησε αυτόματα στην σύνδεση της μοντερνικότητας με τον σοβιετικό μαρξισμό και κατ' επέκταση με τον ίδιο τον μαρξισμό. Συνεπώς, η κριτική στην μοντερνικότητα επέφερε την αμφισβήτηση των ταξικών υποκειμένων και την ανάδειξη δευτερευόντων κοινωνικών ζητημάτων ως προτεύοντα ή αποδεσμευμένα με το ταξικό ζήτημα οδηγώντας στον πολυμερισμό των υποκειμένων. Θεωρητικοποιήθηκε η άρνηση του σχεδιασμού, η άρνηση της πολιτικής. Ακόμη περισσότερο θεωρητικοποιήθηκε η ρομαντική αναπόληση του προβιομηχανικού πολιτισμού, η άρνηση του διαφωτισμού, η άρνηση του ορθολογισμού, η άρνηση στην πίστη της τεχνολογίας. Η σύγχρονη ουτοπία δεν αναζητήθηκε από τους μεταμοντέρνους κάθε ιδεολογικού χρώματος σε δεδομένα του παρόντος, αλλά σε ένα επινοημένο αγροτικό ή προκαπιταλιστικό παράδεισο που κανένας βέβαια δεν έζησε για να γνωρίζει πόσο βάρβαρος ήταν. Επίσης, απορρίφθηκε συνολικά ο «δυτικός πολιτισμός» χωρίς βέβαια κανένας επισκεφθεί να βιώσει την βαρβαρότητα των σύγχρονων μη δυτικών πολιτισμών.
Συνοψίζοντας τόσο η νέα αριστερά που εμπνέεται από την παραδοσιακή κοινωνία και τις απλές κοινωνίες των άλλων πολιτισμών, όσο και η θρησκευτική δεξιά που αναζητά εξίσου την επιστροφή στην παράδοση ή και η αυτοκρατορική δεξιά συγγενεύουν με τον «νεοσταλινισμό» και έχοντας ως κοινό παρανομαστή την άρνηση του σύγχρονου καπιταλισμού προβάλλοντας την ρομαντική αναπόληση και νοσταλγία στοιχείων από παλιότερες εποχές. Δηλαδή ο κοινός παρανομαστής είναι ο ανορθολογισμός, η συναισθηματική αναζήτηση όμορφων κόσμων σε μη προσβάσιμες εμπειρικά εποχές οπότε εν δυνάμει μυθοποιημένων και μυθικών. Αυτή η σχέση καθιστά τον «νεοσταλινισμό» όχι εχθρό του ολοκληρωτικού καπιταλισμού και της μεταμοντέρνας κατάστασης, αλλά δομικό συστατικό τους.

 
Η υλική βάση στην αναζήτηση της σταλινικής μυθικής κοινωνίας
Η βασική αιτία εμφάνισης του «νεοσταλινισμού» όμως εδράζεται στους υλικούς και ιδεολογικούς τόπους της ταξικής διαπάλης στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια. Η σύγχρονη αναζήτηση των συνθηκών γέννησης της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης, όπως προβλήθηκε από όλους τους «αριστερούς» και «δεξιούς» διανοούενους, διέφυγαν του πεδίου των οικονομικών και παραγωγικών σχέσεων και εστίασε σε πολιτισμικές δομές. Ως εκ τούτου δεν είναι οι καπιταλιστικές σχέσεις που γεννάνε τους όρους εξουσίας και τους διευρύνουν και τους αναπαραγάγουν σε κάθε τομέα της κοινωνικής ζωής, αλλά η πατριαρχία, ο σεξισμός, το λευκό χρώμα, ο εθνικισμός κλπ. Οι θεωρίες αυτές συμβάλλοντας στη μετατόπιση της συζήτησης από τους καθαρά πολιτικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς όρους στον «πολιτισμό» επέτρεψαν την ανάδειξη ενός κυρίαρχου λόγου όπου διαβλέπει όχι τη σύγκρουση τάξεων ή εθνών, αλλά τη σύγκρουση πολιτισμών και τη σύγκρουση πάνω σε ζητήματα όπως η μετανάστευση, οι αμβλώσεις, ο ρατσισμός, η θρησκεία κλπ. Η προοδευτικότητα έπαψε να ταυτίζεται με το κοινωνικό κράτος, αλλά να ορίζεται με βάση αυτές τις πολιτισμικές ορίζουσες. Το διεθνές κεφάλαιο, τα αστικά κράτη και ο ιμπεριαλισμός μπόρεσαν πολύ εύκολα και ανώδυνα να παρουσιάζονται προοδευτικά και δημοκρατικά καταπατώντας όλα τα εργατικά δικαιώματα, διαλύοντας το μοντέρνο κοινωνικό κράτος και προκαλώντας πολέμους στο όνομα της δημοκρατίας απέναντι στους Σέρβους ή τους μουσουλμάνους. Έτσι, κατάφεραν να συναντηθούν με τις θεωρίες περί αυτοκρατορισμού και να εργαλειοποιηθούν και να μετατραπούν σε νομιμοποιητικά ιδεολογικά όργανα παρέμβασης του αμερικανικού και ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού.
Εφόσον ο μεταπολεμικός μοντέρνος κόσμος διαλύεται μέσα από μια συντεταγμένη επίθεση αμερικανικού και ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού, ντόπιου και διεθνούς κεφαλαίου, αλλά κάθε λογής προοδευτικών και συντηρητικών διανοουμένων και τα υλικά αποτελέσματα στην Ελλάδα είναι ορατά τόσο στην καθημερινή ζωή όσο και βαλκανικό περιβάλλον, π.χ. πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία, στην κοντινή Ανατολή μας, το ερώτημα για το ποιος μπορεί να αναδειχθεί πύργος αντίστασης δεν είναι πολύ δύσκολο. Όλοι οι παραπάνω, ενταγμένοι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στο στρατόπεδο των νικητών του «ψυχρού πολέμου», έχουν ήδη sui generis της πολιτικής τους ύπαρξης προδιορίσει τον ιδεολογικό εχθρό: δηλαδή τον «σταλινισμό», γιατί ακριβώς συνιστά μια πολιτική γλώσσα και ορίζει τα πολιτικά διακυβεύματα σε μια τελείως διαφορετική βάση. Συνεπώς, τα λαϊκά στρώματα της Ελλάδας εξ αντικειμένου διατίθενται ευνοϊκά απέναντι στα σταλινικά εργαλεία πρόσληψης του κόσμου και της πολιτικής, με τα οποία είχαν παραδοσιακά αντρωθεί για πάνω από 5 δεκαετίες. Συγκεκριμένα, ο ρόλος του σύγχρονου ιμπεριαλιστικού παράγοντα, ιδιαίτερα του αμερικανικού και ευρωπαϊκού στα Βαλκάνια και στην Ανατολή μετά το 1989 επιτρέπουν την αναπαραγωγή ενός ηττημένου σταλινισμού που επιμένει στην διαταξική συμμαχία των πατριωτικών δυνάμεων ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Γιατί ακόμα, λοιπόν, και εάν οι σημερινοί έλληνες της γενιάς των 40 και πάνω δεν έζησαν ποτέ την εποχή του μεσοπολέμου, δηλαδή την εποχή του Στάλιν, έζησαν την δυναμική εποχή του μεταπολέμου και της μεταπολίτευσης. Γιατί οι νέοι άνω των 30 μπορούν και θυμούνται τη δεκαετία του 1980. Και γνωρίζουν πολύ καλά πως η ύπαρξη της ΕΣΣΔ και το όραμα της Σοβιετίας ήταν ένα όραμα γεμάτο ελπίδες για την πρόοδο και την ειτρήνη της ανθρωπότητας. Και αυτό το όραμα, άσχετα με το τι συνέβαινε πράγματι στην Σοβιετία, επέδρασε θετικά στην καθημερινότητά τους ενισχύοντας το κοινωνικό κράτος, την κοινωνική ασφάλεια, την ευμάρεια στη δική τους χώρα. Οπότε συγκεκριμένα ένα κομμάτι του ελληνικού πληθυσμού την ίδια ακριβώς στιγμή που αναζητά μια ευθύνη για τα σημερινά δεινά, δηλαδή για τη διάλυση του «μεταπολεμικού κόσμου», την ίδια στιγμή αισθάνεται την ανάγκη να διατηρηθεί «ανέπαφος» ο ιδεολογικοπολιτικός πυρήνα εκείνης της εποχής. Αποδίδοντας έτσι όλες τις ευθύνες στον «κακό» Χρουτσώφ, κρατάνε τον «αγιοποιημένο» Στάλιν.
Και αρκετοί από αυτούς είναι έτοιμοι να ξεχάσουν πολλά αρνητικά στοιχεία εκείνης της εποχής και να την αξιολογήσουν μυθοποιητικά. Συνεπώς, η εξιδανίκευση του άμεσου παρελθόντος είναι διαφορετικής τάξης μυθοποίηση σε σχέση με τη μυθοποίηση υπερτοπικών κόσμων και μακρινών εποχών. Επιπλέον, ο «νεοσταλινισμός» φέρει ακόμη περισσότερο στοιχεία ορθολογισμού εφόσον τα ορθολογικά εργαλεία αποτελούσαν την κατεξοχήν γλώσσα της συγκεκριμένης εποχής. Ωστόσο τα οθολογικά εργαλεία του «νεοασταλινισμού» λειτουργούν σε μη ορθολογικά πλαίσια και αυτοαναιρούνται.

 
Ο «νεοσταλινισμός» του ΚΚΕ ένα είδος μεταμοντέρνου ρεύματος
Πως συμβαίνει όμως αυτή η αυτοαναίρεση; Η αντιπαράθεση δε γίνεται με όρους γραμμών, περιεχομένου και πολιτικής αντιπαράθεσης, παρά το λόγο περί του αντιθέτου. Παρά δηλαδή το γεγονός ότι το ΚΚΕ παρουσιάζει τις διαφορές του με τα άλλα ρεύματα της αριστεράς και τα αστικά κόμματα ως διαφορές σε σχέση με το περιεχόμενο. Αυτό συμβαίνει, γιατί τελικά το ΚΚΕ αρνείται να παλέψει για αυτό το περιεχόμενο αναπτύσσοντας νικηφόρους ανατρεπτικούς αγώνες. Έτσι, υψώνει, απέναντι στην άρρητη αποδοχή του αδύνατου της κοινωνικής αλλαγής, ένα ασφαλές κομματικό κάστρο συναισθηματικής, ιδεολογικής και ψυχολογικής σιγουριάς, χωρίς όμως πραγματικά αγωνιστικό και ανατρεπτικό υπόβαθρο, έναν κομματικό-γραφειοκρατικό-ιδεολογικό πύργο «αντίστασης» στην άμμο της κινηματικής νηνεμίας. Η αντιπαράθεση και η υπεράσπιση του «παλαιού κόσμου» καταλήγει να γίνεται με όρους φοβιστικής υπεράσπισης της κομμουνιστικής ταυτότητας απέναντι σε κάθε λογής αρνητή και κριτή πηγαίνοντας πίσω κάθε κεκτημένο ριζοσπαστικής κριτικής και αντικαπιταλιστικής κομμουνιστικής αναζήτησης. Η ισοπεδωτική ταύτιση της δεξιάς με την αριστερή κριτική οδηγεί μια τέτοιου είδους «αντιδραστική» υπεράσπιση του μαρξισμού-λενινισμού στην άνευ όρων υπεράπιση της Σοβιετικής Ένωσης και του Σταλινισμού. Η διαμάχη γίνεται διαμάχη ταυτότήτων, εφόσον δεν υπάρχει άμεσο υλικό αντίκρυσμα.
Με αυτόν τον τρόπο, δημιουργείται ένα νέο είδος ιδεαλισμού εφόσον η ιδεολογία αυτονομείται και αποσπάται από την υλική βάση. Ο σταλινισμός συγκροτεί ένα διαφορετικό αβαθές, μια άλλου τύπου επιφανειακότητα, υψώνει έναν άλλο είδους φορμαλισμό. Ο λόγος τελικά δογματικός, ανελαστικός και περιχαρακωμένος χάνει την επαφή του με πραγματικές κινήσεις της κοινωνίας και ως εκ τούτου την καθολικότητά του και την προοδευτικότητά του. Αν και τοποθετείται εχθρικά στη μεταμοντέρνα εξέγερση εναντίον του παλιού, αυτή η άρνηση δε γίνεται τελικά με όπλο τον ορθολογισμό και τον ιστορικό υλισμό, όπως επαγγέλλεται, αλλά μέσα από την κατασκευή κομμουνιστικών μύθων, φαινομενικά μόνο ρασιοναλιστικών, την αφαιρετική διαχείριση της συλλογικής μνήμης και λήθης, τον εθνινικισμό, τις κομματικές αλήθειες, τον ολοκληρωτισμό, τη ροπή προς τον ρομαντισμό. Η νεοσταλινική αφήγηση γίνεται λόγος για το λόγο, και τελικά μετασχηματίζεται σε ένα ακόμη γλωσικό ιδίωμα μεταξύ άλλων, με αποτέλεσμα το μοντέρνο ύφος να μετατρέπεται σε μεταμοντέρνο κώδικα. Από μια άλλη πλευρά, συγγενεύει με όλες τις χαρακτηριστικές στο μεταμοντέρνο τρόπο σκέψης αντιλήψεις αναζήτησης του «αυθεντικού», «καθαρού», «παραδοσιακού» ή «πραγματικού» κόντρα στο σύγχρονο «αλλοτροιωμένο». Βρίσκεται σε κοινό παρανομαστή με κάθε αναγέννηση του ιδεαλισμού, όπως η θρησκεία και ο εθνικισμός. Δεν είναι τυχαίο ότι φλερτάρει υπογείως και συνέχεται κοινωνικά και μερικές φορές και πολιτικά με αυτές τις τάσεις. Σε αυτή τη βάση συνέχεται σε έναν κοινό παρανομαστή με τις νεορομαντικές τάσεις του μεταμοντερνισμού εγκλωβίζοντας τον «προοδευτισμό» του μαρξισμού σε ένα μεταμοντέρνο «συντηρητικό» καβούκι.

 
Ο «νεοσταλινισμός», προδευτικός λόγος σε συντηρητικό καβούκι
Τελικά, «νεοσταλινισμός» και ΚΚΕ ορθώνονται απέναντι στο σύστημα ως αντιηγεμονικοί και καταδικασμένοι είτε να ηττηθούν είτε να αναπαράγονται ως ρετρό σε ένα κοινό με τον αντίπαλο «μεταμοντέρνο» ιδεολογικό περιβάλλον. Με αυτόν τον τρόπο, ο «κομμουνισμός του σταλινισμού» αρνείται την πραγματική σύγκρουση και την πραγματική πολιτική αντιπαράθεση με τον «μεταμοντερνισμό» και τον ίδιο τον αστισμό, με αποτέλεσμα άθελά του ή και θελημένα να γίνεται αναπόσπαστο μέρος του. Αυτός ο από παλιά βαθιά καθεστωτικός χαρακτήρας του προσαρμοσμένος στα σύγχρονα δεδομένα του επιτρέπει, αν όχι μια ανοιχτή πολιτική συμμαχία, τουλάχιστον μια από «τα κάτω κοινωνική συμμαχία» με αντιδραστικές λαϊκές-εθνικιστικές δυνάμεις καθώς και με την ίδια τη ΝΔ (βλ. παράδειγμα Καρδίτσας σε προηγούμενες δημοτικές εκλογές, καθεστωτική αντίδραση στο φοιτητικό κίνημα, στάση απέναντι στην νεολαιίστικη εξέγερση του Δεκέμβρη).
Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι η στάση του ΚΚΕ στα γεγονότα του Δεκέμβρη συνιστά τομή. Μέχρι τώρα ναι μεν ήταν διαχωρισμένο από τα κινήματα, αλλά είτε τελικά προσαρμοζόταν, π.χ. φοιτητικό κίνημα 2006, είτε επέλεγε να κάνει την δική του αυστηρά κομματική δράση. Στο κίνημα του Δεκέμβρη η προσπάθεια του ΚΚΕ να περιχαρακωθεί στις διαχωρισμένες δικές του πρακτικές κατέρρευσε, γιατί δεν απέτυχε να εκφράσει κάποια δυναμική. Ο «Κόκκινος Πύργος», φωτεινός και ισχυρός στην κινηματική νηνεμία, κινδύνευε να καταρρεύσει μέσα στην κινηματική έξαρση! Ο κίνδυνος αυτός έσπρωξε το ΚΚΕ στο να αποκαλύψει το πραγματικό καθεστωτικό και βαθειά συντηρητικό πρόσωπό του. Η συνομοσιολογία, μια επαγωγική νοητική διεργασία η οποία καλύπτει με ορθολογική τεκμηρίωση ανορθολογικούς συνειρμούς, κινητοποιείται βασικά από το συναίσθημα του φόβου και την απουσία ιδεολογικών εργαλείων για την ορθολογική κατανόηση και την ερμηνεία των οποιωνδήποτε γενόμενων διεργασιών. Εμφανίζεται κυρίως σε δυνάμεις και αντιλήψεις που δυσπιστούν βαθειά στη δυνατότητα των «από κάτω» να εφαρμόσουν μια ανεξάρτητη μαζική δράση, που δεν αναγνωρίζουν δυναμικές και κοινωνικές διεργασίες, αλλά συλλαμβάνουν την πολιτική ως ένα χειρισμό κάποιων παραγόντων και ελίτ. Και το ΚΚΕ και ο «νεοσταλινισμός» δυσπιστώντας ακράδαντα απέναντι στο αυθόρμητο μπορούσαν να συλλάβουν την εξέγερση μόνο μέσα από τέτοιες ανορθολογικές ερμηνείες συνομοσιολογίας που επικράτησαν σε βάρος των μαρξιστικών εργαλείων. Αυτοί που τα «σπάγανε» δε θα μπορούσε παρά να είναι όργανα της εξουσίας και τελικά όργανα των ιμπεριαλιστών που αποσκοπούν στην αποσταθεροποίηση του ελληνικού κράτους. Αλλά το πέρασμα του Ρουβίκωνα της καθεστωτικής στάσης έγινε όταν το ΚΚΕ εμφανίστηκε όχι ως μια διαφορετική αντίληψη του κινήματος, αλλά μια δύναμη έτοιμη να επιβάλλει την τάξη!Εφημερίδες της άκρα δεξιάς καλέσανε το ΚΚΕ να καταλάβει την Αθήνα, το πιο αντιδραστικό κομμάτι των πολιτικών αναγνώρισε στην παραδοσιακή αριστερά μια υγιή στάση, ενώ ο Ριζοσπάστης και η ηγεσία του ΚΚΕ κατήγγειλε τον Συνασπισμό ότι κάλυπτε τους αναρχικούς και καλούσε την αστυνομία να συλλάβει τους κουκουλοφόρους που προηγουμένους κατήγγειλε ως όργανα της αστυνομίας. Η πιο τραγική στιγμή για τον νεοσταλινισμό ήταν εκείνο το αφήγημα στον Ριζοσπάστη που παρουσίαζε τον Κορκονέα περίπου ως θύμα… ! Η αδυναμία του ΚΚΕ να απαντήσει ουσιαστικά μέσα από μια αριστερή και ταξική οπτική στην νεολαιίστικη εξέγερση τον οδήγησε να οχυρωθεί πίσω από την ταυτότητα του «κομμουνιστή ώστε να μπορέσει σταθεί απέναντι στις κατηγορίες που δεχότανε. Εξαφάνισε ουσιαστικά το περιεχόμενο και την πολιτική από τις αντιπαραθέσεις και καλύφτηκε πίσω από την ταμπέλα, την προβολή της ταυτότητας. Αρκούσε μόνο η προβολή της «κομμουνιστικότητας» και η καταγγελία για αντικομμουνιστική προπαγάνδα κάθε κριτική που γινότανε στις επιλογές του. Αυτή η φυγή από την πολιτική στο φαντασιακό πεδίο των ταυτοτήτων ενέταξε καθαρά το ΚΚΕ και το νεοσταλινισμό στη μεταμοντέρνα ιδεαλιστική πρακτική. Εξάλλου γενικά ο νεοσταλινισμός μετατρέπει την πολιτική διαπάλη σε διαπάλη κομμουνιστών και αντικομμουνιστών, δηλαδή σε διαπάλη ταυτοτήτων. Και αυτό το πράττει με έναν τρόπο συχνα αποσυνδεμένο από πολιτικά διακυβεύματα μετατρέποντας την ταυτότητα του κομμουνιστή σε κολυμπήθρα του Σιλωάμ, η οποία είναι δυνατόν να εξαγνίζει κάθε αντιδραστική και αντικινηματική/αντικομμουνιστική/αντεπαναστατική στάση του σταλινισμού.
Πάντως οφείλουμε να ομολογήσουμε πως ο ελληνικός «νεοσταλινισμός» εκφράζοντας αντιφατικά έναν προοδευτισμό μέσα στον συντηρητισμό των θιγόμενων μικροαστικών και εργατικών στρωμάτων προσφέρει κάτι πολύ θετικό. Λειτουργεί ως ανάχωμα απέναντι στο νεοφασισμό, ο οποίος εμφανίστηκε στη Δυτική και Ανατολική Ευρώπη για να εκφράσει ακριβώς τις συντηρητικές αντιστάσεις αυτών των στρωμάτων απέναντι στην επίθεση του κεφαλαίου σε μια εποχή ήττας του κομμουνιστικού κινήματος.

 
Το μέλλον του «νεοσταλινισμού»
Ο «νεοσταλινισμός» εκφράζει, λοιπόν, την υπαρκτή αναγκαιότητα για μια κοινωνική επαναθεμελίωση του κομμουνισμού, αλλά ταυτόχρονα την μπλοκάρει εξαιτίας της αντεπαναστατικής φύσης του, η οποία προσαρμόζεται και μετασχηματίζεται στις σύγχρονες συνθήκες και γίνεται λειτουργικό κομμάτι του σύγχρονου ολοκληρωτικού καπιταλισμού και της «μεταμοντέρνας» δομής του. Ποιο είναι όμως το μέλλον του! Η ρετρό αναπαραγωγή του σε ένα μικρό εκλογικό ποσοστό και σε μια ανεκτή πολιτική δύναμη, ικανή να ενσωματώνει τις αντιστάσεις και τις αντιδράσεις μπορεί να διατηρείται μόνο σε συνθήκες εξεγερσιακής και κινηματικής νηνεμίας. Το ΚΚΕ ή το ΠΑΜΕ με εντυπωσιακές, οριακά και ανεκτά μερικές φορές, ενοχλητικές παρεμβάσεις θα συνεχίσει να θέλει να παίζει τον ίδιο ρόλο που έπαιζε στην Νότια Δυτική Ευρώπη το παραδοσιακό κομμουνιστικό κίνημα, δηλαδή ενός θεσμικού και καθεστωτικού κόμματος που μπορεί μέσα από την υποταγή στο σύστημα και την υποταγή των εργατών σε αυτό να πετυχαίνει ανταλλάγματα. Σε εξεγερσιακές καταστάσεις θα επιδεικνύει νομιμοφροσύνη στους θεσμούς και θα προσδοκά παραχωρήσεις που θα του επιτρέπουν να παρουσιάζεται ως ο μοναδικός φορέας που είναι ικανός να κερδίζει για χάρη της εργατικής τάξης και της νεολαίας. Να λειτουργεί όπως ακριβώς το ΚΚΓ κατά την εξέγερση του Μάη του 1968. Υπάρχει όμως μια ουσιώδη διαφορά. Βρισκόμαστε σε ένα στάδιο του καπιταλισμού που το αστικό σύστημα δεν είναι διατεθειμένο, όπως δείχνει, να δίνει παραχωρήσεις. Αυτό ακριβώς είναι το όριο του ΚΚΕ από τη μία και από την άλλη η δυνατότητα και αναγκαιότητας μιας νέας κομμουνιστικής και επαναστατικής πρότασης στην ελληνική κοινωνία. Το ΚΚΕ είναι καταδικασμένο να αποδιαρθρωθεί σε μια παρατεταμένη κινηματική και εξεγερσιακή δράση του εργατικού κινήματος και να παρουσιαστεί στη θέση του ένα σύγχρονο κομμουνιστικό αντικαπιταλιστικό μόρφωμα. Αυτό ακριβώς έγινε και τη Γαλλία, αυτό ενδεχομένως να γίνει στην Ιταλία, αυτό μπορεί να γίνει και στην Ελλάδα. Και αυτό το κόμμα «νέου νέου τύπου» είναι υποχρεωμένο να έρθει σε ρήξη τόσο με τον σταλινισμό, όσο και με τον νεοσταλινισμό, αλλά τελικά και με τον νεορεφορμισμό και τη νέα σοσιαλδημοκρατία του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ.
Συνεπώς, η κομμουνιστική επαναθεμελίωση οφείλει να γίνει ο πρώτιστος στόχος για όλες εκείνες τις δυνάμεις που αποτέλεσαν αριστερά ρήγματα στον σταλινικό κομμουνισμό, κεντρικός άξονας σε μια διαδικασία ανασύνθεσης και συγκρότησης ενός τρίτου πόλου της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Το πρώτο βήμα έγινε στο Σπόρτινγκ. Μια τέτοια διαδικασία οφείλει να ενσωματώνει και να υπερβαίνει διαλεκτικά και κριτικά όλες τις παραδόσεις του ελληνικού και διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, να βάζει μέσα στον κομμουνισμό όλη τη νιότη του δικού μας κόσμου, ώστε να τον μετατρέψει σε μια πραγματική απάντηση απέναντι στον αστικό μεταμοντερνισμό και τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό.

 
(Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε σε άλλη μορφή στο τεύχος 60 του περιοδικού Σπάρτακος το 2006 και σε πιο πρόσφατη και περιορισμένη στο ΠΡΙΝ 1/3/2009)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: