Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

Να αντιστρέψουμε την ιεράρχηση: με την στρατηγική στο τιμόνι και την τακτική στις ταχύτητες, με την αντικαπιταλιστική αριστερά της ρήξης και της ανατροπής


Κώστας Παλούκης

Την περίοδο της εξέγερσης του Δεκέμβρη του 2008 ακούσαμε πολλές θεωρίες συνωμοσίας. Η τότε γραμματέα του ΚΚΕ θεωρούσε ύποπτο πως στάλθηκαν τόσα πολλά μηνύματα μέσα σε ένα βράδυ προσκαλώντας σε πορείες και διαδηλώσεις. Μια σωστή συγκέντρωση θα πρέπει να  προσκαλείται μόνο από οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις. Όμως δεν ήταν η μοναδική. Την ίδια εποχή οι ταξιτζήδες, συνήθης φωνή του καφενειακού συντηρητισμού, μιλούσαν για τα σχέδια διαφόρων κέντρων που υπονόμευαν την Ελλάδα, για περίεργους μηχανισμούς και μυστικές υπηρεσίες, για τον ρόλο των μεταναστών.
Την ίδια ακριβώς συγκυρία διακινήθηκε και ένα email που περιείχε τη συνέντευξη του Φραντσέζο Κοσσίγκα, πρώην προέδρου της ιταλικής δημοκρατίας. Σε αυτό παρουσιαζόταν ο τρόπος σκέψης του «βαθέος κράτους». Ο Κοσσίγκα θεωρούσε ότι την περίοδο μιας εξέγερσης η κυβέρνηση θα πρέπει να αφήσει τους διαδηλωτές «να κάνουν ο,τι θέλουν». Πρότεινε λοιπόν προς τις κυβερνήσεις τα εξής: «Αποσύρετε την αστυνομία από τους δρόμους και τα πανεπιστήμια, διαβρώστε το κίνημα βάζοντας προβοκάτορες έτοιμους για τα πάντα, και αφήστε τους διαδηλωτές για καμμιά βδομάδα, να σπάνε καταστήματα, να καίνε αυτοκίνητα και να δημιουργούν χαμό στους δρόμους.» Σύντομα τα αποτελέσματα θα είναι θετικά για το κράτος γιατί: «Τότε, με την κοινή γνώμη στο πλευρό σας, ο ήχος των σειρήνων των ασθενοφόρων θα πνίξει τις σειρήνες της αστυνομίας και των καραμπινιέρων».
Υποτίθεται ότι η κυβέρνηση Καραμανλή ακολούθησε αυτό το μοντέλο καταστολής. Η εξέγερση δεν ήταν παρά μια αυταπάτη, μια αυτό-κοροϊδία των εξεγερμένων, οι οποίοι σαν ανεγκέφαλος όχλος δεν μπορούσε να καταλάβει τον ρόλο που οι κυβερνώντες τους έβαζαν μέσα στην σκακιέρα της πολιτικής. Οι δημοσιογράφοι, οι έμπειροι πολιτικοί της αριστεράς και της δεξιάς όμως ήταν σε θέσει να το καταλάβουν. Στην πράξη δηλαδή η εξέγερση του ‘08 ήταν ένα σχέδιο της κυβέρνησης να εκθέσει το κίνημα, να γεννήσει την αντεπανάσταση και να βαθύνει τις αυταρχικές δομές.
Απέναντι σε αυτήν την ανάλυση προέκυψαν δύο αντιδράσεις, αντιδιαμετρικά αντίθετες. Η πρώτη, πιο τίμια και πιο επαναστατική, θεωρούσε ότι η αριστερά έπρεπε να συμμετάσχει στο κίνημα, ωστόσο να διαχωριστεί από τα αντικατασταλτικά χαρακτηριστικά του και τα περίεργα αντιμπατσικά συνθήματα και να το μπολιάσει με πολιτικά, αντικυβερνητικά και εργατικά αιτήματα, να την μετατρέψει σε κάτι άλλο. Αυτή η αριστερά στην πράξη πίστευε στη δύναμη και στην αυτενέργεια των από κάτω, αλλά επιθυμούσε να εξελίξει την εξέγερση και από επικίνδυνη για τον λαό και ωφέλιμη για την εξουσία να την μετατρέψει σε ωφέλιμη για γον λαό και επικίνδυνη για την εξουσία.
Η δεύτερη, φοβική, μικροαστική και ουσιαστικά αντιδραστική, θεωρούσε ότι οι συσχετισμοί δεν υπάρχουν για μια πιο οργανωμένη παρέμβαση. Έπρεπε λοιπόν οι οργανωμένες και πολιτικές δυνάμεις της αριστεράς να καταγγείλουν και να διαχωριστούν από το κίνημα. Στην περίπτωση που καταλάβαιναν πως μια καταγγελία τους εξέθετε και δεν μπορούσαν να καταγγείλουν το κίνημα, προσπάθησαν να το νουθετήσουν, να διαχωριστούν οι ίδιοι με την απουσία τους ή να το εμποδίσουν να εκφραστεί, να φτάσει σύντομα στο τέλος του γιατί ήταν επικίνδυνο. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, η πολιτικοποίηση του κινήματος ήταν ακόμη πιο επικίνδυνη, γιατί π.χ. το αίτημα να ανατραπεί η κυβέρνηση με μαθηματική ακρίβεια θα έφερνε το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία με αποτέλεσμα η εξέγερση να υπηρετεί τα σχέδια του ΠΑΣΟΚ. Συνεπώς, κάθε προσπάθεια ήταν χρεωκοπημένη.  Όχι λοιπόν πορείες στην Αθήνα και στις γειτονιές, όχι πολιτικά αιτήματα, εδώ και τώρα υπονόμευση. Στην καλύτερη δυνατή περίπτωση απομονωμένες συγκεντρώσεις χωρίς αναρχικούς και περίεργους τύπους που θα έληγαν με ευχαριστίες στους παριστάμενους διαδηλωτές και σε νέο κάλεσμα για τους νέους αγώνες που θα έρθουν στο μέλλον!
Αυτή η αριστερά αποδείκνυε στην πράξη ότι ο γραφειοκρατισμός των ηγεσιών ή οι μεγάλες προσωπικότητες ήταν βαθειά αντιδραστικοί. Ουσιαστικά, αισθάνονταν ότι κατείχαν θεσμικούς ρόλους είτε ως συλλογικές ηγεσίες είτε ως προσωπικότητες και ως εκ τούτου ήταν εκτεθειμένοι απέναντι στο κράτος για καταστάσεις και γεγονότα που δεν μπορούσαν να ελέγξουν ή πίστευαν ότι δεν είχαν τα εργαλεία να ελέγξουν. Το κυρίαρχο κλίμα του «μεγάλου φόβου» που τα ΜΜΕ καλλιεργούσαν τους είχε κατακλύσει και τους είχε αντιδραστικοποιήσει. Η υποταγή στους συσχετισμούς τους υπέταξε στην αστική νομιμότητα και αμέσως τους έθεσε στο αστικό στρατόπεδο, παρά την κομμουνιστική ρητορική τους.
Το 2008 έδειξε τα όρια της αριστεράς, καθεστωτικής και μη. Από τη μία οι επαγγελματίες αριστεροί ηγέτες (ΚΚΕ, ηγεσία του ΣΥΝ) και οι χομπίστες μικροαστοί «μικρο-ηγέτες» που ταυτίστηκαν με την αντίδραση και επέδειξαν χυδαίο καθεστωτικό προσωπείο και από την άλλη οι ηγεσίες με επαναστατικά αντανακλαστικά, αλλά κυρίως ο κόσμος της αριστεράς και της εξέγερσης (δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ευρύτερα της τότε αντικαπιταλιστικής αριστεράς που σήμερα διαλύονται στον ΣΥΡΙΖΑ, δυνάμεις της αναρχίας). Την στάση όλων αυτών απέναντι στην εξέγερση του 2008 μπορεί κανείς σήμερα να διαβάσει στις επιλογές απέναντι στην κρίση που έδωσε η καθεστωτική αριστερά, αλλά και άλλες καθεστωτικές λογικές.
Η εξέγερση του 2008 ακόμα και σήμερα είναι ένα κριτήριο που διακρίνει την αριστερά ακόμη και σήμερα από μια άλλη πλευρά όμως. Από τη μία η αριστερά που προωθεί την αγωνιστική αυτό-οργάνωση και ταυτόχρονα την ρήξη και την ανατροπή και από την άλλη η αριστερά που είτε προωθεί μόνο την αγωνιστική αυτό-οργάνωση είτε προωθεί μόνο την ρήξη και την ανατροπή. Όσοι προωθούν μόνο την αγωνιστική αυτοοργάνωση εύκολα υποκύπτουν στον αριστερό κυβερνητισμός (αναρχισμός, κυρίως ο «αναρχοσυνασπισμός», δηλαδή «πολιτισμικός αναρχισμό», ΣΥΡΙΖΑ, ρεφορμιστική ηγεσία και πρώην αντικαπιταλιστικές αυτοδιαλυόμενες συνιστώσες).
Όσοι προωθούν την ρήξη και την ανατροπή μόνο φραστικά, εύκολα υποκύπτουν στον «κομματικό ή παραταξιακό σεχταρισμό» μέσω της «υπερεπαναστατικής φρασεολογίας» (ΚΚΕ, διάφοροι μικροπαράγοντες χομπίστες της αριστεράς). Κάθε μέσο λαϊκής αυτοοργάνωσης κατανοείται σαν ανταγωνιστικό στο κόμμα και τις παρατάξεις του. Από τη στιγμή που θεωρείται ως δεδομένο πως οι συσχετισμοί είναι αρνητικοί, ενώ παράλληλα δεν υπάρχει εμπιστοσύνη στο υποκείμενο, αλλά και στις κομματικές και παραταξιακές δυνάμεις, η μόνη λύση είναι ο διαχωρισμός και η απομόνωση. Το άρθρο τάδε σε ένα καταστατικό ενός συλλόγου ή ενός συνεταιρισμού, η φράση τάδε σε ένα πολιτικό κείμενο, ή απουσία της διαρκούς επανάληψης συγκεκριμένων σωστών κατά τα άλλα φράσεων είναι τεράστιοι κίνδυνοι που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν. Η κομματική ή παραταξιακή δουλειά συνεπώς είναι ο πολιτικός και ιδεολογικός διαχωρισμός από κάθε τι που είναι μη «καθαρό» και η ιδεολογική και πολιτική παρέμβαση μέσω της κομματικής ή παραταξιακής προπαγάνδας.
Εάν η πρώτη φιλοκυβερνητική άποψη είναι μια σοβαρή μικροαστική αντίληψη που οδηγεί στον ρεφορμισμό, η δεύτερη δεν είναι τίποτε άλλο παρά μικροαστικός φόβος, ακόμη πιο επικίνδυνος και πιο αντιδραστικός γιατί κρύβεται κάτω από το «υπερεπαναστατικό προσωπείο». Συγκεκριμένα, μάλιστα η εμπειρία της σχέσης ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύει πως τελικά ο μικροαστικός φόβος για να μην ενισχυθεί ο ΣΥΡΙΖΑ οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε ενίσχηση του ΣΥΡΙΖΑ.   
Ας επιστρέψουμε εκεί που ξεκινήσαμε. Στην δημόσια συζήτηση για την εξέγερση της Τουρκίας ξαναμπαίνει πάλι το επιχείρημα του Κοσσίγκα  Ο κόσμος που διαδηλώνει είναι αφελής και εν τέλει παίζει τον ύποπτο ρόλο διαφόρων κέντρων που έχουν ως στόχο την οικονομία της Τουρκίας και την δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση του Ερντογάν. Ταυτόχρονα, είναι εμφάνες πως το κίνημα αυτό προς το παρόν ευνοεί την κεμαλική αντιπολίτευς. Με λίγα λόγια η συζήτηση για τον αυθόρμητο ρόλο ενός κινήματος και τη σχέση της αριστεράς με αυτό επανέρχεται σήμερα με αφορμή την εξέγερση στην Τουρκία. Τι πρέπει να κάνει η αριστερά να μείνει έξω και να καταγγείλει ή να μπει μέσα και να βάλει πολιτικά αιτήματα; Το αίτημα για ανατροπή της κυβέρνησης Ερντογάν ποιόν ενισχύει;
Εκεί η αριστερά όλων των εκδοχών ρεφορμιστική και επαναστατική, κομμουνιστική και ευρωκομμουνιστική, βρίσκεται παρούσα και δίνει τη δική της μάχη μέσα στο αναπτυσσόμενο κίνημα. Αυτό συμβαίνει γιατί το αυταρχικό και αντιδραστικό καθεστώς της Τουρκίας δεν επέτρεπε την εμφάνιση μιας καθεστωτικής αριστεράς ούτε την ανάδυση του φαινομένου της «αριστερής δράσης ως χόμπι». Ακόμα και το πιο ρεφορμιστικό κομμάτι, ακόμα και ο πιο μεταρρυθμιστής δημοκρατικός πολίτης κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να χάσει τη δουλειά του και να βρεθεί στη φυλακή, να τραυματιστεί, να βασανιστεί. Η αριστερά αυτή καταλαβαίνει πως η ανατροπή μιας αντιδραστικής κυβέρνησης (Ερντογάν) από ένα λαϊκό κίνημα, ακόμα και εάν έρθει στη θέση της μια άλλη νέα αντιδραστική κυβέρνηση (Κεμαλικοί) είναι μια σημαντική παρακαταθήκη για τα λαϊκά-ταξικά συμφέροντα και συνολικά για την υπόθεση της απελευθέρωσης. Η νέα κυβέρνηση θα είναι υπόλογη στο λαό με διαφορετικό τρόπο. Οι συσχετισμοί θα έχουν ανατραπεί και ένα νέο ποτάμι θα έχει ξεκινήσει να ρέει αναζητώντας τη θάλασσα ενός νέου κόσμου. Η επαναστατική και κομμουνιστική αριστερά της Τουρκίας στο σύνολό της ιεράρχησε διαφορετικά τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Αντέστρεψε την ιεράρχηση και έθεσε το στρατηγικό στόχο στο τιμόνι και την τακτική στις ταχύτητες. Venceremos!!!!  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: