Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

Ο φασισμός ως ιστορικό παρελθόν και παρούσα απειλή


Διασωματειακή Επιτροπή Τρικάλων: 18.10.2013 Αντιφασιστική εκδήλωση - συζήτηση

18 Οκτώβρη 1944 – 18 Οκτώβρη 2013. Εξήντα εννέα χρόνια μετά την απελευθέρωση των Τρικάλων από τους Γερμανούς ναζιστές και την ήττα του φασισμού και του ναζισμού, γινόμαστε μάρτυρες σχεδόν παντού στην Ευρώπη της ανόδου της ακροδεξιάς. Πιο ανησυχητικό ακόμη, είναι ότι βλέπουμε να εμφανίζονται και να αναπτύσσονται στα δεξιά αυτής της άκρας δεξιάς, δυνάμεις  καθαρά νεοναζιστικές που, σε μερικές περιπτώσεις, όπως στην Ελλάδα, επιδιώκουν να ριζώσουν στην κοινωνία. Δυνάμεις, που θέλουν να συγκροτήσουν κινήματα ρατσιστικά και εξαιρετικά βίαια με διακηρυγμένο στόχο την καταστροφή κάθε συνδικαλιστικής, πολιτικής και πολιτιστικής οργάνωσης των εργαζομένων,  τη συντριβή κάθε αντίστασης των πολιτών, την άρνηση του δικαιώματος στη διαφορετικότητα και την –ακόμα και φυσική- εξόντωση των «διαφορετικών» και των αδύναμων.
 Η Διασωματειακή Επιτροπή εκπροσώπων Τρικαλινών φορέων, εργαζομένων και κοινωνικών κινημάτων ανοίγει διάλογο με την κοινωνία και ξεκινά με το θέμα της διαχρονικής απειλής του φασισμού.
Την Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου, ημέρα απελευθέρωσης των Τρικάλων από τους Γερμανούς, συζητούμε με την κοινωνία για την απειλή του φασισμού. Με δεδομένη την κοινωνική κρίση και τα κοινωνικά ερείπια που αυτή προκαλεί, την αποφασιστικότητα και επιθετικότητα της άρχουσας τάξης, τη σημασία των ιστορικών διακυβεύσεων, η αντιφασιστική πάλη συνιστά στρατηγική επιλογή, που απαιτεί οργάνωση, σοβαρότητα, αγωνιστική επένδυση.
Στις 8 το βράδυ της Παρασκευής, στην αίθουσα του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Τρικκαίων η Διασωματειακή Επιτροπή των Τρικάλων ξεκινά κύκλο δημόσιας πρό(σ)κλησης σε διάλογο, με θέμα «Ο φασισμός ως ιστορικό παρελθόν και παρούσα απειλή» και ομιλητές τον Μανώλη Γλέζο αντιστασιακό – πολιτικό της αριστεράς, τον Σπύρο Μαρκέτο, καθηγητή πολιτικών επιστημών στο ΑΠΘ και τον Κώστα Παλούκη, ιστορικό.
Διασωματειακή Επιτροπή εκπροσώπων Τρικαλινών
φορέων, εργαζομένων και κοινωνικών κινημάτων

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

Η εύφλεκτη κοινωνική ύλη και η ναζιστική έκρηξη




*Συνέντευξη με τον ιστορικό Χρήστο Χατζηιωσήφ

Πώς εξηγείται η ξαφνική –δημοσκοπική – έκρηξη της Χρυσής Αυγής; Ποιο είναι το υπόστρωμα που την ευνόησε και πώς μπορεί το φαινόμενο της ενίσχυσης της ναζιστικής επιρροής να αντιμετωπιστεί στη ρίζα του; Η συζήτηση με τον ιστορικό Χ. Χατζηιωσήφ δεν περιορίζεται σε μια αναζήτηση αναλογιών σε προηγούμενες περιόδους, αναμετριέται με τα σημερινά ερωτήματα και επιχειρεί σύγχρονες απαντήσεις.
Τη συνέντευξη πήραν
οι Παύλος Κλαυδιανός και
Στάθης Κουτρουβίδης

Πώς βλέπετε τις τελευταίες εξελίξεις στην υπόθεση της Χρυσής Αυγής;
Με δέος. Αν ήμουν πολιτικός θα οχυρωνόμουν πίσω από μια διατύπωση του τύπου  «έχω πλήρη εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη». Δεν είμαι όμως πολιτικός και καθώς κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί ότι δεν έχουμε μια δικαστική υπόθεση, αλλά μια πολιτική, επιτρέψτε μου να ανησυχώ. Γνωρίζουμε την αφορμή, αλλά όχι τα βαθύτερα κίνητρα της απότομης μεταβολής στη στάση της κυβέρνησης απέναντι στη ΧΑ. Από αυτά θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό  η έκβαση της υπόθεσης.  Θα πρόσθετα, και από την αποτελεσματικότητα των κυβερνητικών χειρισμών, όμως δεν μπορώ αυτή τη στιγμή να διακρίνω έναν τομέα όπου αυτοί υπήρξαν επιτυχείς. Οπωσδήποτε, διαπιστώνουμε ότι  βρισκόμαστε σε μια φάση μεγάλης πολιτικής και θεσμικής  ρευστότητας. Αποκαλύπτεται ότι η ΧΑ είχε διεισδύσει στην Αστυνομία, την ΕΥΠ και άλλους κρίσιμους τομείς της κρατικής μηχανής.
Αποτελεί, λοιπόν, η ΧΑ έναν πραγματικό κίνδυνο για τη δημοκρατία;
Αναμφισβήτητα ναι, αλλά όχι επειδή θα μπορούσε αυτή τη στιγμή να καταλάβει την εξουσία και να εγκαθιδρύσει ένα φασιστικό καθεστώς. Ως προς αυτό της λείπουν πολλές αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις. Ας μείνουμε στις πρώτες. Δεν φαίνεται να έχει αποκαταστήσει προγραμματικές συγκλίσεις με ισχυρά εγχώρια οικονομικά συμφέροντα και ξένα κέντρα εξουσίας. Οι θρυλούμενες σχέσεις με κάποιους εφοπλιστές ίσως να υπάρχουν, αλλά δεν αρκούν για να στοιχειοθετήσουν προγραμματικές συγκλίσεις με συλλογικούς εκπροσώπους οικονομικών συμφερόντων. Είναι επίσης πιθανό σοβαρές ξένες υπηρεσίες να είχαν άμεση γνώση μέσω εσωτερικής πληροφόρησης για τη  δράση της. Θα με εξέπληττε, όμως, αν αυτές οι σχέσεις είχαν προχωρήσει περισσότερο. Αυτή τη στιγμή οι ναζιστικές μεταμφιέσεις της παραμένουν ένα φοκλόρ, φονικό βέβαια, αλλά φολκλόρ. Ο κίνδυνος σήμερα έγκειται περισσότερο στο ότι η ΧΑ συμβάλλει στη διάλυση των πάντων, θεσμών και κοινωνίας, από την οποία δεν ξέρουμε τι θα προκύψει. Πιο επικίνδυνοι από την ίδια τη ΧΑ είναι οι διάφοροι μαθητευόμενοι μάγοι στον πολιτικό κόσμο και τα ΜΜΕ, που νομίζουν ότι μπορούν να τη χειραγωγήσουν.
Πώς εξηγείται, όμως, η αναμφισβήτητη λαϊκή υποστήριξη προς τη ΧΑ, όπως εκφράσθηκε στις εκλογές του 2012 και μέχρι πρόσφατα και στις δημοσκοπήσεις;
Για την ανάπτυξη της ΧΑ θα σας παρέπεμπα στις πολύ καλές δημοσιογραφικές έρευνες, με πλούσια τεκμηρίωση, σωστές ιστορικές πραγματείες, όπως είναι το βιβλίο του Δημήτρη Ψαρά. Αυτό που θα μπορούσα να προσθέσω από τη μεριά μου, είναι ότι την ξαφνική μαζικοποίηση παρόμοιων κινημάτων δεν μπορούμε να την εξηγήσουμε μόνο με το τι συνέβη την εποχή της ανόδου τους ή εκείνης που προηγήθηκε άμεσα από αυτήν. Η άνοδος του ναζισμού στη Γερμανία δεν μπορεί να ερμηνευθεί μόνο με την κρίση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης 1929 – 1933 ή μόνο με  ό,τι συνέβη στο Μεσοπόλεμο. Θα πρέπει να λάβει κανένας υπόψη του τις συνθήκες μέσα στις οποίες συντελέσθηκε η εκβιομηχάνιση και η αστικοποίηση της Γερμανίας από το 1870 και μετά. Ο αστικός πληθυσμός τριπλασιάσθηκε μέχρι το 1914 με την εισροή αγροτών στις πόλεις που ακόμα και όταν είχαν ενταχθεί στην παραγωγή ή είχαν επιτύχει την κοινωνική τους άνοδο, παρέμεναν αποκλεισμένοι πολιτισμικά και ψυχολογικά από τις κυρίαρχες εκφράσεις στο δημόσιο χώρο. Η οικονομική πολιτική μετά το 1929, με τη μετωπική επίθεση εναντίων τους και την αποτυχία του  λόγου που  συνόδευε αυτή την πολιτική να  πείσει, νομιμοποίησε αισθήματα και στάσεις που προηγουμένως δεν τολμούσαν να εκδηλωθούν ανοικτά και στις οποίες οι Ναζί πρόσφεραν ψυχολογική αντιστάθμιση, κοινωνική προοπτική και ένα πολιτικό πλαίσιο.
Αντίστοιχα, στη σημερινή Ελλάδα  η  διόγκωση της εκλογικής βάσης της ΧΑ δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με την κρίση και τις μνημονιακές πολιτικές. Αυτές υπήρξαν ο πυροκροτητής. Η εύφλεκτη ύλη είχε όμως σωρευθεί από δεκαετίες.  Μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας κατά τις τελευταίες δεκαετίες  ήταν ουσιαστικά αποκλεισμένο από την καταναλωτική πανδαισία και ακόμα μεγαλύτερο δεν μπορούσε να επικοινωνήσει  με τους κυρίαρχους καθημερινούς και όχι μόνο ιδεολογικούς λόγους. Η τηλεόραση κυρίως, και δευτερευόντως διάφορα γυαλιστερά έντυπα, αντιστάθμιζαν τις κάθε τύπου υλικές και ηθικές στερήσεις αυτών των στρωμάτων  συντηρώντας τον ουσιαστικό πολιτισμικό αποκλεισμό τους.
Αυτή η αλλοτρίωση «δικαιώθηκε», όταν με την κρίση διασπάσθηκαν, απογυμνώθηκαν ή κατέρρευσαν οι προηγούμενοι κυρίαρχοι λόγοι. Οι μέχρι τώρα αποκλεισμένοι αισθάνθηκαν δικαιωμένοι και η ΧΑ ήταν ένας χώρος που τους επέτρεπε να δηλώνουν την απόρριψη των κυρίαρχων ιδεολογικών δομών, χωρίς ταυτόχρονα να αισθάνονται ότι διακινδυνεύουν την ανατροπή του οικονομικού συστήματος. Η συμμετοχή τους σε αυτό ως καταναλωτές αποτελεί για αυτούς απαγορευμένο μεν, αλλά επιθυμητό καρπό. Θα εξαρτηθεί από την πολιτική και τη στάση των άλλων πολιτικών κομμάτων και κοινωνικών οργανώσεων, αν αυτή η κατηγορία συμπολιτών μας διευρυνθεί ή συρρικνωθεί σε ένα ασήμαντο αριθμητικά σκληρό πυρήνα, για τον οποίο ο λόγος και η πράξη της ΧΑ ανταποκρίνεται πλήρως στην ενστικτώδη αντίληψη που έχουν για τον κόσμο και τη ζωή.
Ανεξάρτητα από την ύπαρξη οργανωμένων πολιτικών εκφράσεων, σε όλες τις εποχές υπάρχει αυτός ο εν υπνώσει σκληρός φασιστικός πυρήνας. Οι άνθρωποι αυτοί μεταφράζουν με τους δικούς τους πολιτισμικούς κώδικες τον κυρίαρχο κοινωνικό δαρβινισμό με το λόγο περί ανταγωνιστικότητας, αριστείας, ατομισμού κλπ. Τα παιδιά μαθαίνουν από την πιο μικρή ηλικία, μέσα από τους συνεχείς διαγωνισμούς που υποβάλλονται στο σχολείο, ότι η ζωή είναι ένας αγώνας όλων εναντίον όλων, ότι επιβιώνει «ο άριστος» και οι υπόλοιποι εκπίπτουν. Πρόκειται για μια παραφθορά της παλιάς δημοκρατικής αριστείας, που προσπαθούσε να δώσει ίσες δυνατότητες στην εκκίνηση σε όλους και επιβράβευε τους πρώτους ανάμεσα στους ίσους. Οι του σκληρού πυρήνα της ΧΑ  αριστεύουν στον τσαμπουκά της γειτονιάς, στο μόνο περιβάλλον που το μπορούν. Είναι τραγικό ότι και εκτός ΧΑ, η λεκτική βία, η ειρωνεία με χυδαία υπονοούμενα, με λίγα λόγια η λαϊκότροπη μαγκιά και ο τσαμπουκάς έχουν καθιερωθεί ακριβώς στους χώρους, οι οποίοι μονίμως « καταδικάζουν τη βία από όπου και αν προέρχεται».
Ο πυροκροτητής που λέτε, κρίση και μνημόνιο, υπάρχει και σε άλλες  ευρωπαϊκές χώρες, γιατί όμως δεν έχουμε και εκεί, στην Πορτογαλία για παράδειγμα, έξαρση του φασισμού;
Δεν γνωρίζω ακριβώς τι συμβαίνει στην Πορτογαλία, αλλά διαπιστώνουμε ότι η αντιδημοκρατική δεξιά γνωρίζει άνθιση σε όλη την Ευρώπη και όχι μόνο στις χώρες του Νότου που πλήττονται  περισσότερο από τις πολιτικές της λεγόμενης λιτότητας. Στη Γαλλία το Εθνικό Μέτωπο τείνει να αναδειχθεί στην πραγματική αξιωματική αντιπολίτευση, στην εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης  βρισκόμενη Νορβηγία το αντίστοιχο κόμμα θα συμμετάσχει στην κυβέρνηση, όπως είχε συμβεί πριν από λίγα χρόνια στην Αυστρία, και σε πολλές χώρες, όπως στην Ισπανία, οι φασιστικές και ακροδεξιές τάσεις παραμένουν ακόμα ενσωματωμένες στις εκεί γαλάζιες πολυκατοικίες. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες επίσης, με το πρόσχημα της αντιμετώπισης της κρίσης, περιγράφεται, όταν δεν παραβιάζεται το σύνταγμα, όπως γίνεται και στην Ελλάδα. Από την άποψη αυτή η Ιταλία των Μόντι, Λέτα και Ναπολιτάνο αποτελεί ένα εργαστήριο μετάλλαξης σύγχρονων συνταγμάτων.
Παρά κάποιες αρχικές αμφιταλαντεύσεις η κυβέρνηση ούτε και τώρα φαίνεται να έχει εγκαταλείψει τη θεωρία των δύο άκρων που αποσταθεροποιούν, όπως λέει, τη δημοκρατία. Εσείς έχετε υποστηρίξει όμως ότι δεν υπάρχουν ομοιότητες με την περίοδο της Βαϊμάρης.
Υποστηρίζω ότι οι ομοιότητες δεν είναι εκεί που τις αναζητούν.  Η δημοκρατία της Βαϊμάρης δεν έπεσε από την πίεση των «άκρων»,  αλλά επειδή μετά από μια μακρά περίοδο υπονόμευσης του συντάγματος, προκειμένου να καμφθούν οι αντιδράσεις σε μια πολιτική περιορισμού των εισοδημάτων και των δικαιωμάτων, κυρίως των μισθωτών, η εξουσία παραδόθηκε από τους πολιτικούς εκπροσώπους του άρχοντος κοινωνικού συνασπισμού νομότυπα στους Ναζί με την φρούδα, όπως αποδείχθηκε, ελπίδα ότι  συμμετέχοντας στην εξουσία θα λογικεύονταν.
Ανάλογη οικονομική πολιτική με υποβάθμιση του κοινοβουλίου εφαρμόζεται σήμερα στην Ελλάδα, ανάλογες απόπειρες έγιναν για να ενσωματωθεί η άκρα δεξιά του ΛΑΟΣ  τα αμέσως προηγούμενα χρόνια, ενώ πρόσφατα εκφράσθηκαν δημόσια ελπίδες από τους εργολαβικούς υποστηρικτές της σημερινής πολιτικής ότι θα λογικευθεί η ΧΑ ή έστω κάποια μερίδα της.
Εδώ βρίσκονται οι πραγματικές ομοιότητες. Παρά το λόγο περί συνταγματικού τόξου, φαίνεται ότι η σχέση ανάμεσα στη ΧΑ και τα συστημικά κόμματα και ό,τι αυτά εκφράζουν δεν είναι σταθερά αρνητική, αλλά τουλάχιστον διαλεκτική, αν δεν είναι συμπληρωματική. Είναι χαρακτηριστικό, ότι ενώ πολλοί πολιτικοί της κυβερνητικής παράταξης εξέφρασαν τη διαφωνία τους με την εξίσωση ΧΑ = ΣΥΡΙΖΑ = δύο άκρα, και αυτό αναμφισβήτητα τους τιμά, εκείνοι που ο ισπανός φιλόσοφος Ουναμούνο είχε χαρακτηρίσει τους «πραιτωριανούς της αστικής τάξης», οι σχολιαστές στα ΜΜΕ, εξακολουθούν οι περισσότεροι απροκάλυπτα και μερικοί συγκεκαλυμμένα να χρησιμοποιούν τη θεωρία των δύο άκρων για να επιτεθούν στην ουσία μόνο στον ΣΥΡΙΖΑ.
Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει διανύσει πολλά χιλιόμετρα στο δρόμο του μετασχηματισμού του σε ενιαίο κόμμα. Ταυτόχρονα, κρατά με μικρή αυξητική τάση το εκλογικό του ποσοστό. Πώς θα κάνει τα επόμενα βήματα;
Αναμφισβήτητα, ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί σήμερα τη μεγάλη ελπίδα για σημαντική μερίδα των πολιτών. Η σταθερότητα του εκλογικού του ποσοστού θα μπορούσε όμως να εκληφθεί και ως στασιμότητα, δεδομένου του βαθέματος της κρίσης. Δεν είμαι αυτός που θα προτείνει το πώς θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ τα επόμενα βήματα, αλλά θεωρώ ότι θα βοηθούσε γενικά την κοινωνία η ύπαρξη κάποιων συγκεκριμένων, ρεαλιστικών στόχων, που θα ήταν κατανοητοί από όλους και θα τους κινητοποιούσαν. Αλλά για την έξοδό μας από το τέλμα δεν πρέπει να τα περιμένουμε όλα από τις προτάσεις των πολιτικών κομμάτων. Οι προγραμματικές ελλείψεις των κομμάτων αντικατοπτρίζουν εν πολλοίς αδυναμίες της κοινωνίας. Αρνούμαστε σήμερα να  αποδεχθούμε ότι αυτό που γνωρίζαμε έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί και ότι, για να έρθει το νέο, χρειάζονται θυσίες και συμμετοχή. Χρειάζεται επίσης και αμφισβήτηση πολλών παλαιών βεβαιοτήτων και τρόπων δράσης. Ειδάλλως θα υφιστάμεθα θυσίες και εξευτελισμούς χωρίς τέλος.
Και ένα νέο παραγωγικό μοντέλο θα απαιτήσει θυσίες
Μετά τρία χρόνια μνημονιακής πολιτικής  η συντελούμενη αποδιάρθρωση κάθε δημόσιου «εργαλείου» της όποιας παραγωγικής βάσης περιορίζει ένα εναλλακτικό σχέδιο, π.χ. από τον ΣΥΡΙΖΑ, να εφαρμοσθεί. Από την άλλη, αυτό επιβάλλει και επιτρέπει μια ριζοσπαστική στάση ή σωστότερα δίνει τη δυνατότητα δημιουργίας νέων θεσμών. Ποιό από τα δύο ισχύει κατά τη γνώμη σου;
Αυτό που οπωσδήποτε αληθεύει από τα διάφορα που λέγονται για τη σημερινή οικονομία της χώρας και εκεί που συμπίπτουν οι απόψεις, είναι ότι «χρειάζεται αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου». Αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου προϋποθέτει επενδύσεις και οι επενδύσεις συνήθως προϋποθέτουν και συνοδεύονται από μείωση της κατανάλωσης. Αυτοί που υποστηρίζουν τη σημερινή πολιτική, ελπίζουν ότι με τη μείωση της κατανάλωσης, μέσω της μείωσης των μισθών και των συντάξεων  και της έκπτωσης της αγοραίας αξίας της γης και των κτηρίων θα προσελκυσθούν κεφάλαια, δηλαδή επενδύσεις από το εξωτερικό που θα υλοποιήσουν την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου.  Σε παλαιότερες εποχές το ξένο κεφάλαιο  αντιμετωπιζόταν σαν «ο από μηχανής θεός», που θα απάλλασσε τα ανώτερα στρώματα της αστικής τάξης από το να συμβάλουν μέσω της φορολογίας στην εσωτερική συσσώρευση. Σήμερα όλη η χώρα υφίσταται αφαίμαξη οικονομικών και ανθρώπινων  πόρων, χρηματοδοτεί τη συσσώρευση που γίνεται αλλού.
Βέβαια επωφελείται και μια μικρή μερίδα συμπατριωτών μας, οι οποίοι δεν δρουν ως σουμπετεριανοί επιχειρηματίες, αλλά σαν ραντιέρηδες, σύγχρονοι Γκιουλμπεκιάν του 5%, ανίκανοι να δημιουργήσουν και γι’ αυτό πρόθυμοι να συμμετέχουν ως μεσάζοντες, χάρις στις διασυνδέσεις τους με την πολιτική, σε κάθε τύπου ιδιωτικοποίηση ή παραχώρηση αποκλειστικού προνομίου εκμετάλλευσης. Δέστε το παράδειγμα του ΟΠΑΠ όπου η ιδιωτικοποίηση και η επένδυση χρηματοδοτούμενη από εξωτερικό δανεισμό γίνεται από την πρώτη στιγμή και απροκάλυπτα μηχανισμός μεταφοράς πόρων εκτός της χώρας. Δεν θα μείνει η εξαίρεση. Αυτή η γιγαντιαία ανακατανομή εισοδημάτων και περιουσίας στο εσωτερικό και το εξωτερικό δεν μπορεί να γίνει με συναίνεση, αλλά επιβάλλεται με καταναγκασμό που  συνεπάγεται περιορισμό της δημοκρατίας.
Έχω την εντύπωση ότι ορισμένα μέτρα, όπως η διαθεσιμότητα ίσον απολύσεις των δημοσίων υπαλλήλων, τα οποία δεν έχουν θετικό οικονομικό αποτέλεσμα δεν οφείλονται μόνο στην προσπάθεια να ικανοποιηθούν ιδεοληψίες περί σπάταλου κράτους κλπ. στο εσωτερικό και το εξωτερικό, αλλά αποσκοπεί να τσακίσει το φρόνημα των πολιτών.  Οι εμπνευστές αυτής της πολιτικής στο εξωτερικό γνωρίζουν ότι με αυτή την πολιτική δεν πρόκειται να επιτευχθεί καμιά αναδιάρθρωση του παραγωγικού μοντέλου στην Ελλάδα, αλλά μόνο η υποβάθμισή του στο επίπεδο που βρισκόταν προ πεντηκονταετίας. Επιμένουν όμως, γιατί η αφαίμαξη σε ανθρώπους και σε πόρους στηρίζει την αναδιάρθρωση του δικού τους παραγωγικού μοντέλου. Όταν αυτή έχει προχωρήσει, δεν θα διστάσουν να επιρρίψουν την ευθύνη για την κοινωνική εξαθλίωση που συνέβαλαν να επέλθει στην Ελλάδα, στα σημερινά τους εγχώρια εκτελεστικά όργανα, τους έλληνες πολιτικούς, οι οποίοι γι’ αυτούς παραμένουν αναλώσιμοι.
Μια αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου με άλλους κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς δεν απαλλάσσεται από τους καταναγκασμούς της συσσώρευσης. Και σε αυτήν την περίπτωση θα υπάρξει μείωση της κατανάλωσης, αλλά τουλάχιστον με την ελπίδα ότι θα βελτιωθεί η απόδοση της οικονομίας και ότι οι πολίτες θα απολαύσουν κάποτε τους κόπους των θυσιών τους και, κυρίως, ότι συμμετέχοντας δημοκρατικά θα έχουν ανακτήσει την αξιοπρέπειά τους. Χρειάζεται λοιπόν και σε αυτή την περίπτωση να εξασφαλισθεί η συναίνεση. Για να γίνει αυτό με δημοκρατικά μέσα χρειάζεται να προσδιορισθούν οι στόχοι και τα μέσα για την υλοποίησή τους.
Στα μέσα περιλαμβάνονται σαφείς πολιτικές συμμαχίες. Αυτό δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα από κανέναν και αυτό δεν οφείλεται στην κατάρρευση των δημόσιων εργαλείων, αλλά στο ότι η Αριστερά  αιφνιδιάστηκε και αυτή από την κρίση. Σε αυτές τις συνθήκες, με αυτές τις προγραμματικές ελλείψεις, φοβάμαι ότι να μιλάμε για νέους ή εναλλακτικούς θεσμούς δεν έχει μεγάλο νόημα, για να το πω ευγενικά.
Από την Εποχή στις 6/10/2013

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

Το ταξίδι του Ματαρόα. Πορτραίτο μιας εξόριστης γενιάς

Ημερίδα και στρογγυλή τράπεζα

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013 | 09.30-19.00 Γαλλικό Ινστιτούτο | Auditorium Θεόδωρος Αγγελόπουλος
 Το ταξίδι του Ματαρόα, οργανωμένο το Δεκέμβριο του 1945 από το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, συνιστά ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της ελληνογαλλικής ιστορίας.


Επανεξετάζοντας την ιστορική, αλλά και τη μυθική του διάσταση, η Ημερίδα επιχειρεί να αναδείξει μερικές από τις δεσπόζουσες φυσιογνωμίες της καραβιάς, μεταξύ των οποίων φιλόφοσοι, αρχιτέκτονες, νομικοί, συγγραφείς, ποιητές ή καλλιτέχνες, ως εξέχουσες προσωπικότητες της γενιάς τους. Τη διεξαγωγή της Ημερίδας θα ακολουθήσει στρογγυλή τράπεζα με θέμα την ιστορική απήχηση του ταξιδιού και τις επανασημασιοδοτήσεις του.
  Οργανωτική Επιτροπή :
Servanne JOLLIVET, ερευνήτρια, CNRS/Curapp
Νικόλας ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ, λέκτορας, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Ομιλητές :

Νίκος ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ, καθηγητής, Πανεπιστήμιο Αθηνών
LucileARNOUX, καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο της Tours
ServanneJOLLIVET, ερευνήτρια, CNRS/Curapp
Βασιλική ΛΑΛΑΓΙΑΝΝΗ, καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
Πολύνα ΚΟΣΜΑΔΑΚΗ, επιμελήτρια, Μουσείο Μπενάκη
Κωστής ΚΟΡΝΕΤΗΣ, Επίκουροςκαθηγητής, Κέντρο Ευρωπαϊκών και Μεσογειακών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Νέας Υόρκης
Ευγένιος ΜΑΤΘΙΟΠΟΥΛΟΣ, καθηγητής, Πανεπιστήμο Κρήτης
Νικόλας ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ, λέκτορας, Πανεπιστήμιο Αθηνών
Παναγιώτης ΤΟΥΡΝΙΚΙΩΤΗΣ, καθηγητής, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.
Μαρία ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ-MEURER, καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Βιέννης
 Η Ημερίδα εντάσσεται στο πλαίσιο του τετραετούς ερευνητικού ερευνητικού προγράμματος «Αθήνα-Παρίσι, 1945-1974» της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής. Για περισσότερες πληροφορίες, http://www.efa.gr/Recherche/Manif/rech_manif_coll.htm
  Πρόγραμμα  :
09.30     Υποδοχή συνέδρων
09.45     Χαιρετισμοί
A. ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΘΕΩΡΗΣΕΙΣ : ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
10.00   Ν. ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ, Πανεπιστήμιο Αθηνών
Ματαρόα : η ανάκαμψη της φοιτητικής μετανάστευσης προς τη Γαλλία
10.30   S. JOLLIVET, CNRS, Curapp
Τρείς στρατευμένοι φιλόσοφοι : από τον Εμφύλιο στην κριτική του Μαρξισμού (Αξελός, Καστοριάδης, Παπαιωάννου)
11.00   N. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ, Πανεπιστήμιο Αθηνών
Οι νομικοί του Ματαρόα
11.30  Συζήτηση

11.45  Διάλειμμα
12.00   Ε. ΜΑΤΘΙΟΠΟΥΛΟΣ, Πανεπιστήμιο Κρήτης
Ο κόσμος της τέχνης στην Αθήνα μετά την Απελευθέρωση.
12.30   Π. ΚΟΣΜΑΔΑΚΗ, Μουσείο Μπενάκη
Οι γλύπτες του Mataroa : παρισινές κατευθύνσεις
13.00   Συζήτηση
13.15  Διάλειμμα

15.00   Π. ΤΟΥΡΝΙΚΙΩΤΗΣ, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο
Οι αρχιτέκτονες του Mataroa:  Αναδρομή σε ένα μεγάλο ξεκίνημα
15.30 Συζήτηση
15.45    L. ARNOUX, Πανεπιστήμιο της Tours
Η Ελλη Αλεξίου (1894-1988), η Μάτση Χατζηλαζάρου (1914-1987) και η  περιπέτεια του Mataroa : συγγραφικές διαδρομές

B. ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΖΟΝΤΑΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΚΑΙ ΜΥΘΟΠΟΙΗΣΕΙΣ
16.15   Β.ΛΑΛΑΓΙΑΝΝΗ, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
Γραφή, μνήμη και Ιστορία. Η περίπτωση της Μιμίκας Κρανάκη
16.45   Συζήτηση
17.00  M. OIKONOMOU-MEURER, Πανεπιστήμιο Βιέννης
Το «Ματαρόα» και η κριτική της μεθόδου: Τρεις πλόες
17.30 Συζήτηση
17.45 Διάλειμμα
18.00 Στρογγυλή Τράπεζα
Ελίτα Κουνάδη (ηθοποιός, υπεύθυνη της παράστασης MATAROA –Η διάτρητη μνήμη), Κωστής Κορνέτης (Επίκουρος καθηγητής, Πανεπιστήμιο Νέας Υόρκης), Λεωνίδας Εμπειρίκος (ιστορικός), Μάνος Ζαχαρίας (σκηνοθέτης).
19.00 Κλείσιμο εργασιών

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ: Όψεις και πτυχές της ιστορίας του ποδοσφαίρου στην Ελλάδα και στην Κύπρο



ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ



Όψεις και πτυχές της ιστορίας του ποδοσφαίρου στην Ελλάδα και στην Κύπρο


ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 18 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ - ΣΑΒΒΑΤΟ 19 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2013


ΑΙΘΟΥΣΑ ΔΙΑΛΕΞΕΩΝ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ Γ. ΛΕΒΕΝΤΗΣ Β108


Πανεπιστημιούπολη, Αγλαντζιά (Λευκωσία, Κύπρος)


Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013


18.00 Έναρξη συνεδρίου – Καλωσόρισμα εκ μέρους της Επιστημονικής Επιτροπής από τον Πέτρο Παπαπολυβίου.


Χαιρετισμοί από τους:


Πρόεδρο της Κυπριακής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου (ΚΟΠ), κ. Κώστα Κουτσοκούμνη.


Πρύτανη Πανεπιστημίου Κύπρου, καθηγητή κ. Κώστα Χριστοφίδη.


Πρέσβη της Ελλάδος στην Κύπρο, κ. Βασίλη Παπαϊωάννου.


Υπουργό Παιδείας και Πολιτισμού, κ. Κυριάκο Κενεβέζο.


18.20-19.40, ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ – Προέδρος: Αλέξανδρος Κιτροέφ


Γιώργος Μελετίου (δημοσιογράφος), «Σχέσεις και επαφές κυπριακών και ελλαδικών ομάδων από το 1930 μέχρι το 1974».


Κωστής Κοκκινόφτας (Κέντρο Μελετών Μονής Κύκκου), «Οι απαρχές του κυπριακού ποδοσφαίρου και η ίδρυση του ΑΠΟΕΛ».


Χαράλαμπος Γ. Χαραλάμπους (μεταπτυχ. φοιτητής Πανεπιστημίου Κύπρου), «Αθλητική Ένωση Λεμεσού, οι πρώτες δεκαετίες 1930-1950)».


Σάββας Παύλου (Κέντρο Μελετών Μονής Κύκκου), «Ποίηση και ποδόσφαιρο».


19.40-20.00 Συζήτηση


Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013


9.30-10.50, ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ - Προέδρος: Βασίλης Καρδάσης


Χρύσανθος Χρυσάνθου (Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου), «Πολιτική σύρραξη και ποδοσφαιρική διάσπαση: Από τον ΑΠΟΕΛ στην “Ομόνοια” και από τον “Ολυμπιακό” στον “Ορφέα”».


Πέτρος Παπαπολυβίου (Πανεπιστήμιο Κύπρου), «Στον απόηχο του ελληνικού εμφυλίου: Οι ποδοσφαιρικές διασπάσεις του 1948 στην Αμμόχωστο, τη Λάρνακα και τη Λεμεσό».


Νικόλας Καϊττάνης (μεταπτυχ. φοιτητής, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων), «”Φθάνει πεια η φθοροποιά διάσπαση των αθλητικών μας σωματείων! Φθάνει πεια το χώρισμα των ποδοσφαιρικών σωματείων σε δύο ομοσπονδίες!”: Η ενοποίηση του κυπριακού ποδοσφαίρου (23 Σεπτεμβρίου 1953)».


Σώτος Κτωρής (δρ Τουρκικών και Μεσανατολικών σπουδών), «Το τουρκοκυπριακό ποδόσφαιρο στη δίνη της εθνοτικής διένεξης στις τελευταίες δεκαετίες της Αγγλοκρατίας».


10.50-11.10 Συζήτηση


11.10 – 11.30 Διάλειμμα


11.30-12.50, ΤΡΙΤΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ – Προέδρος: Ιάκωβος Μιχαηλίδης


Βλάσης Βλασίδης (Πανεπιστήμιο Μακεδονίας), «Ποδόσφαιρο και προπαγάνδα: Οι βουλγαρικές ποδοσφαιρικές ομάδες επί Κατοχής (1941 -1944) στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη».


Ηλίας Γ. Σκουλίδας (ΤΕΙ Ηπείρου), «Μεταξύ συντροφικής αλληλεγγύης και ανεξάρτητης παρατήρησης: Το ποδοσφαιρικό δίλημμα ενός διπλωμάτη στη Γιουγκοσλαβία του Ψυχρού πολέμου».


Πάνος Χριστοδούλου (Πανεπιστήμιο Κύπρου), «”Σαν το καμένο το γήπεδο, σαν το αμόκ της μηχανής σου μέσα από της βιτρίνας τα θρύψαλα ακούω τη ψυχή σου”. Το μυστικό τοπίο του Έλληνα οπαδού».


Νίκος Κοταρίδης (Πάντειο Πανεπιστήμιο), «Η νίκη και η ήττα στη γλώσσα της κερκίδας…».


12.50-13.10 Συζήτηση


13.10 – 16.00 Μεσημβρινή διακοπή


16.00-17.40, ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ – Προέδρος: Γιάννης Ζαϊμάκης


Χρήστος Κασιμέρης (Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου), «Η σημειολογία του ποδοσφαίρου στην Ελλάδα και στην Κύπρο».


Γιάννος Κατσουρίδης (δρ Πολιτικής Επιστήμης), «Το οπαδικό κίνημα στην Κύπρο».


Θοδωρής Σπύρος (Πάντειο Πανεπιστήμιο), «Οργανωμένοι οπαδοί και συμβολικές κοινότητες: Μεταξύ “τόπου” και “βιώματος”».


Βαγγέλης Τζούκας (δρ Κοινωνιολογίας), «Μετασχηματισμοί των οπαδικών ταυτοτήτων και πολιτική: Η περίπτωση του Παναθηναϊκού».


17.20-17.40 Συζήτηση


17.40 – 18.00 Διάλειμμα


18.00-19.40, ΠΕΜΠΤΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ – Προέδρος: Πέτρος Παπαπολυβίου


Ιάκωβος Μιχαηλίδης (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), «Κοινοτική οργάνωση και αθλητισμός στη Θεσσαλονίκη κατά την ύστερη οθωμανική περίοδο: Η περίπτωση του Γ.Σ. Ηρακλής».


Γιάννης Ζαϊμάκης (Πανεπιστήμιο Κρήτης), «Ποδόσφαιρο, κρατικός παρεμβατισμός και τοπικές ταυτότητες στη σύγχρονη Ελλάδα: Ο “αντεθνικός” Εργοτέλης».


Βασίλης Καρδάσης (Πανεπιστήμιο Κρήτης), «Με αφορμή το Αρχείο του Ολυμπιακού: Ποδόσφαιρο και κοινωνική ιστορία».


Αλέξανδρος Κιτροέφ (Haverford College, ΗΠΑ), «”Έχε γεια θείε Απόστολε!”: Ο Παναθηναϊκός ως ιδέα την ηρωική εποχή της Α΄ Εθνικής, 1960-1979».


19.20-19.40 Συζήτηση


Κλείσιμο του συνεδρίου από τον καθηγητή Βασίλη Καρδάση, Αντιπρύτανη του Πανεπιστημίου Κρήτης.


ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΗΜΕΡΙΔΑΣ


Βασίλης Καρδάσης


Αλέξανδρος Κιτροέφ


Πέτρος Παπαπολυβίου


Τηλ. επικοινωνίας: 22-892188, 22-892180
** Θα δοθούν βεβαιώσεις παρακολούθησης του συνεδρίου σε φοιτητές και εκπαιδευτικούς.

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Πράξη Πέμπτη…

του Νίκου Αστρουλάκη


Το κείμενο πραγματεύεται την άνοδο του ακραίου εθνικισμού και την συσπείρωση του σε πολιτική έκφραση μέσα στα σπλάχνα του ελληνικού αστικού κράτους την περίοδο της νεοφιλελεύθερης οικονομικής ριζοσπαστικοποίησης.
Πράξη Πέμπτη… 


















Το οικονομικό κατεστημένο ξέρει πολύ καλύτερα από τον καθένα ότι η απορρύθμιση της οικονομίας, η εκτόξευση της κοινωνικής ανισότητας και της ανεργίας, η αποσύνθεση των λεγόμενων μικρομεσαίων κοινωνικών στρωμάτων, η φτωχοποίηση έως και εξαθλίωση των μισθωτών, και η εξάλειψη κάθε κοινωνικής προστασίας φέρνει με μαθηματική ακρίβεια κοινωνική αντίδραση. H κοινωνική αντίδραση αυτή, θα πρέπει να τιθασευτεί ή ακόμα πιο έξυπνα να λειτουργήσει ως δύναμη για περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής.
Η συνταγή που χρησιμοποιείται είναι ιστορικά δοκιμασμένη: ΑΚΡΑΙΟΣ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ. Ο ακραίος εθνικισμός έχει πολιτικό πρόσημο – εθνικιστική ακροδεξιά – και ιδεολογική ταυτότητα – την Κρατική εναντίωση στο ταξικό.
Πιο συγκεκριμένα, ο εθνικισμός είναι ιδεολογία και έκφραση πολιτικής στάσης ταυτόχρονα. Συντηρείται στο ψυγείο της αστικής ιδεολογίας μέσω των θεσμών – Οικογένεια, Θρησκεία, Παιδεία, Στρατός, Αστυνομία κ.λπ.
Θα μας βοηθούσε να έχουμε υπόψη ότι το «έθνος-κράτος» παραπέμπει στην γεωγραφική περιοχή και κοινωνικό σώμα, η άρχουσα τάξη του οποίου ασκεί την ιδεολογική και πολιτική εξουσία και ταυτόχρονα νέμεται το μεγαλύτερο μέρος του παραγόμενου προϊόντος μέσω της κοινωνικά νομιμοποιημένης ανισοκατανομής του παραγόμενου πλούτου.
Για αυτό, σε περιόδους που η οικονομική ελίτ, και η αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία που εκπροσωπεί την ιδεολογία και τα συμφέροντα της προαναφερθείσας, «κινδυνεύει» από την κοινωνική από-νομιμοποίηση, η απάντηση είναι ο ακραίος εθνικισμός. Αρχικά, ο ακραίος εθνικισμός επιδιώκει την ιδεολογική μετατόπιση του δημόσιου λόγου από το υπαρκτό κοινωνικά πεδίο της διευρυνόμενης ανισοκατανομής του προϊόντος στα αφαιρετικά εθνικιστικά ιδεώδη της καθαρότητας της ελληνικής φυλής και την υπεράσπιση των συμβολισμών και συμβόλων, καταγράφοντας οτιδήποτε ταξικό ως αντεθνικό.
Η εθνικιστική ιδεολογία συγκροτείται γύρω από την ιδέα του Κράτους ως υπέρ-θεσμού εξουσίας και όχι των πολιτικών κόμματων και του κοινοβουλευτισμού (τους πουλημένους πολιτικάντηδες σύμφωνα με την εθνικιστική ρητορική). Το Κράτος ως υπέρ-θεσμός εξουσίας και έκφραση της συλλογικότητας του έθνους θα πρέπει να αναλάβει την κατάσταση απέναντι στην εθνική απειλή (Νέα Τάξη Πραγμάτων, Μνημόνιο, Μέρκελ, μετανάστες, διαδηλώσεις εργαζομένων, κοινωνικά κινήματα, κ.λπ).
Κάτω από αυτό το ιδεολόγημα, οι ταξικές σχέσεις ανισότητας και εξαθλίωσης μπαίνουν σε γύψο. Ο γύψος όπως στην ιατρική έτσι και στην πολιτική σταθεροποιεί μια κατάσταση. Δηλαδή, διαφυλάττει παγιωμένες κοινωνικές σχέσεις και ιεραρχίες εξουσίας. Όταν μάλιστα οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται, οι μέχρι πρότινος αστικοί θεσμοί νομιμοποίησης (εκλογές, αντιπροσώπευση) χρειάζονται πολιτικό και ενίοτε στρατιωτικό γύψο για να συνεχίσουν να λειτουργούν προς όφελος των συμφερόντων της οικονομικής ελίτ και των παγιωμένων παραγωγικών σχέσεων.
Ιδεολογικός εμπνευστής του εθνικισμού είναι το αστικό Κράτος, φορέας όμως του εθνικισμού είναι η ίδια η κοινωνία. Ο λαός αισθάνεται την έννοια του «εθνικού» κυρίως μέσα από άυλα στοιχεία όπως η γλώσσα, η θρησκεία, οι κοινές παραδόσεις, τα έθιμα, τα σύμβολα (σημαία). Tο «εθνικό» αποκωδικοποιείται από την κοινωνία ως συλλογικό. Ωστόσο, μέσω της διαμόρφωσης συγκεκριμένης εθνικής συνείδησης, η άρχουσα τάξη καταφέρνει την κοινή συνύπαρξη συχνά αντιθετικών κοινωνικών συμφερόντων ανάμεσα σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευομένους.
Το πολίτευμα της οικονομίας της αγοράς είναι η αστική δημοκρατία. Ωστόσο όταν κάτι μπορεί να διαταράξει το κοινωνικό συμβόλαιο της ανισοκατανομής του πλούτου και οι μηχανισμοί κοινωνικής πειθαρχίας αποσταθεροποιούνται, ο ακραίος εθνικισμός αποτελεί συστημική λύση. Στον υπαρκτό «κίνδυνο» της πατριωτικής αριστεράς – τον κοινωνικό προσδιορισμό δηλαδή του «εθνικού» στην βάση των συμφερόντων του λαού και όχι της άρχουσας τάξης – η κυρίαρχη αστική ιδεολογία στρέφεται προς την εθνικιστική ακροδεξιά.
Τα κεντρώα ή κεντροδεξιά κόμματα που διατηρούν ακόμα την πολιτική εξουσία κάνουν στροφή από το μετριοπαθές κέντρο στον ακραίο δεξιό χώρο και συντάσσονται ιδεολογικά με τις θέσεις και πρακτικές του ακραίου εθνικισμού. Ο δημόσιος λόγος γίνεται πολεμικός, μισαλλόδοξος και φοβικός ως προς ο,τιδήποτε ταξικό και τελικά αποπροσανατολιστικός. Κοινωνικές ομάδες στοχοποιούνται ενώ πολιτικές και κοινωνικές ελευθερίες περιορίζονται. Σε πρώτη φάση, «η μπάλα πάει στην εξέδρα» και ο δημόσιος λόγος μετατοπίζεται από το βασικό κοινωνικό ζήτημα της ανισοκατανομής του πλούτου και της κοινωνικής εξαθλίωσης σε επιμέρους ζητήματα εθνικιστικής προτεραιότητας. Σε αυτή την προσπάθεια, τα συστημικά ΜΜΕ συχνά ανακαλύπτουν τον εχθρό του έθνους, είτε στο πρόσωπο του μετανάστη, είτε στην εξωτερική απειλή της Νέας Τάξης Πραγμάτων, της παγκοσμιοποίησης των αγορών κ.λπ. Εντέχνως, η εγχώρια οικονομική ελίτ βγαίνει από το κάδρο της εθνικιστικής οργής.
Η ακροδεξιά ιδεολογική στροφή του συντηρητικού χώρου και του κέντρου (ΝΔ και ΠΑΣΟΚ όπως σχηματοποιούνταν πολιτικά οι χώροι αυτοί μέχρι και πρόσφατα), καθώς επίσης η σύμπραξη τμήματος της Αριστεράς (ΔΗΜΑΡ) με τη νεοφιλελεύθερη μνημονιακή πολιτική σε συνδυασμό με την εμπέδωση ενός ακραίου εθνικιστικού και σε πολλές περιπτώσεις φασιστικού δημόσιου λόγου όξυνε την τάση σε τμήματα του πληθυσμού προς τους αυθεντικούς εκφραστές της φασιστικής ιδεολογίας και πρακτικής. Πιο ξεκάθαρα, η επιλογή της νεοφιλελεύθερης μνημονιακής πολιτικής από ΝΔ και ΠΑΣΟΚ με κάθε κοινωνικό τίμημα, αλλά και η επιμονή στην λαϊκίστικη και ανιστόρητη προσέγγιση της θεωρίας των δυο ακρών μετατόπισε ένα μέρος της λαϊκή βάσης των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ προς τον ακροδεξιό εθνικισμό.
Αυτή την τάση σχηματοποίησε σε πολιτική έκφραση η πιο χυδαία μορφή του ακραίου εθνικισμού: Ο Νεοναζισμός.
Η άνοδος του ακραίου εθνικισμού τύπου Ναζί στην Ελλάδα έχει συντελεστεί σε πράξεις. Ως «πράξη» εδώ ορίζουμε την ιστορική και ιδεολογική συνύπαρξη παραγόντων και γεγονότων.
Πράξη Πρώτη: Παρακρατική δράση
Στην Ελλάδα, η νεοφιλελεύθερη επιδρομή δεν ξεκίνησε το 2009 αλλά στις αρχές της δεκαετίας του 1990 με την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Για την ιστορία, η κυβέρνηση Μητσοτάκη κήρυξε ευθέως την ιδεολογική πολεμική στο εργατικό κίνημα και το συλλογικό, όπως εκφραζόταν από το δημόσιο χαρακτήρα κοινωνικά αναγκαίων αγαθών, χρησιμοποιώντας κοινή φρασεολογία και πρακτικές όπως αυτές της Θάτσερ και του Ρέιγκαν. Αυτό που ακολούθησε ήταν ο αστικός εκσυγχρονισμός των κυβερνήσεων Σημίτη και η επανίδρυση του αστικού κράτους των κυβερνήσεων Κώστα Καραμανλή. Εθνικιστικά και χουντικά μορφώματα δεν σταμάτησαν να υπάρχουν στην διάρκεια της μεταπολίτευσης (ΕΠΕΝ για παράδειγμα) ωστόσο η ενεργή πολιτική δραστηριοποίηση του Λαϊκού Συνδέσμου Χρυσή Αυγή ως πολιτικό κόμμα πραγματώνεται τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής τόσο σε εθνικές εκλογές όσο σε ευρωεκλογές ήταν πολύ μικρά (πολύ κάτω από την μονάδα), αλλά η παρακρατική δράση του σκληρού πυρήνα των μελών της είναι πλέον διαπιστωμένη από τον τύπο για όλη την αναφερθείσα περίοδο. Υποθέτω ότι τα κόμματα της εξουσίας (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ) γνώριζαν την παρακρατική δράση αλλά ο εμφανής στρατηγικός στόχος της περιόδου ήταν η πάταξη της τρομοκρατίας και όχι του παρακράτους. Η ψήφιση αντιτρομοκρατικών νόμων εκφράζει της αυστηροποίηση του νομικού πλαισίου απέναντι στην κοινωνική αντίδραση. Μια απόδειξη μπορεί να είναι ότι οι νόμοι αυτοί συνήθως ψηφίζονται μετά την εξάρθρωση της τρομοκρατικής οργάνωσης για την οποία ψηφίζονται. Επίσης, μετά από κάθε κοινωνική αντίδραση στην Κρατική βία (βλέπε δολοφονία Γρηγορόπουλου από αστυνομικό όργανο) το νομικό πλαίσιο αυστηροποιείται και η κρατική καταστολή ενισχύεται (προσλήψεις αστυνομικών, υλικοτεχνική υποδομή κατασταλτικών μέσων, σύσταση ειδικών κατασταλτικών μονάδων κ.λπ). Πιο γενικά, στην έλευση του νεοφιλελευθερισμού (από το 1990 και έπειτα), το κοινωνικό κράτος αποδυναμώνεται ενώ στον αντίποδα η κρατική καταστολή ενδυναμώνεται υπέρμετρα. Οι παρακρατικοί μηχανισμοί κρίνονται αναγκαίοι για την αποτελεσματικότητα της κρατικής καταστολής πάνω στην λαϊκή αντίδραση για αυτό και ενισχύονται ως ένα βασικό οργανωσιακό συστατικό της εφαρμοσμένης κατασταλτικής πολιτικής στο όνομα της νομιμότητας (τάξη και ασφάλεια απέναντι στην κοινωνική ανατρεπτικότητα). Η Χρυσή Αυγή είχε παρακρατικό ρόλο όλη την προαναφερθείσα περίοδο.
Πράξη Δεύτερη: Αστικά κοινοβουλευτική νομιμοποίηση και ευρεία κοινωνική νομιμοποίηση
Με τις εκλογές του 2012 έρχεται η κοινοβουλευτική νομιμοποίηση σε ένα κόμμα που τα κόμματα της αστικής συμμαχίας γνώριζαν ότι είναι νεοναζιστικό με παρακρατική δράση όλη την προηγουμένη περίοδο. Ωστόσο, η οικονομική ελίτ στην βάση της νεοφιλελεύθερης λογικής δεν ενδιαφέρεται αν αυτοί που θα συνδράμουν στην δουλειά είναι νεοναζί, αρκεί να «γίνει η δουλειά σωστά». Η θεωρία των δυο άκρων, έρχεται να νομιμοποίησει κοινωνικά την «αντισυστημική» (πογκρόμ εναντίων μεταναστών και άλλων κοινωνικών ομάδων) δράση της Χρυσής Αυγής. Οι δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι της αστικής συμμαχίας μπορούν πλέον να επιλέξουν μεταξύ «αντισυστημικών» αλλά νόμιμων εθνικιστών από την μια μεριά και «μπαχαλάκηδων» από την άλλη (ορολογία ΜΜΕ). Τα μικροαστικά στρώματα δύσκολα θα στήριζαν με την ψήφο τους μια νεοναζιστική οργάνωση. Ενώ θα μπορούσαν να ψηφίσουν μαζικά ένα νόμιμο εθνικιστικό κόμμα. Γι αυτό η πολιτική που ακολουθείται από τα συστημικά ΜΜΕ είναι η παρουσίαση της Χρυσής Αυγής όπως ακριβώς αυτοαποκαλείται: ως εθνικιστικό κίνημα, και όχι ως νέο-ναζιστικό μόρφωμα όπως όλοι γνωρίζουν ότι είναι. Ακόμα βαθύτερα, στο συλλογικό υποσυνείδητο είναι εδραιωμένη η εθνική αντίσταση μέσω του «στρατιωτικού-κρατικού» ως έκφραση του «εθνικού» (για παράδειγμα Δικτατορία Μεταξά). Η πατριωτική εθνική αντίσταση επιμελώς παραμελείται. Ο ρόλος του ΕΑΜ για παράδειγμα δεν τονίζεται στην εθνική ιστορική παιδεία. Το αστικό κατεστημένο γνωρίζει ότι τα μικροαστικά στρώματα που είναι η δεξαμενή των ψηφοφόρων των κομμάτων εξουσίας έχουν στερεοτυπικές γνώσεις απέναντι στην ιστορία, γι αυτό τονίζεται ο εθνικιστικός χαρακτήρας και καπηλεύoνται τα εθνικά σύμβολα. Στην περιοδο της κοινοβουλευτικής νομιμοποίησης της Χρυσής Αυγής τα ναζιστικά σύμβολα ερμηνεύονται ως αρχαιοελληνικά, οι αγκυλωτοί σταυροί βάφονται στο χρώμα της γαλανόλευκης, ο εθνικός ύμνος αντικαθιστά τα ναζιστικά εμβατήρια και ούτω καθεξής. Η ευρεία κοινωνική νομιμοποίηση της ναζιστικής Χρυσής Αυγής περνά τόσο μέσα από το αστικό κοινοβούλιο όσο και από την συνειρμική ιστορική ταύτιση με το «εθνικό».
Πράξη Τρίτη: Εθνικιστικός «ακτιβισμός»
Η διαφοροποίηση της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής από άλλες ακροδεξιές οργανώσεις ή κόμματα (ΛΑ.Ο.Σ. του Καρατζαφέρη για παράδειγμα) εδράζεται κυρίως στο στοιχείο της εφαρμοσμένης δράσης. Αυτή η δράση βασίζεται σε ένα φυλετικό αλλά και πολιτικό ρατσισμό. Οι μετανάστες όπως και οι άνθρωποι με κινηματική κοινωνική δράση ενάντια στην Κρατική αυθαιρεσία βαπτίζονται ως εχθροί του έθνους. Τα εργατικά συνδικάτα στην λογική του νεοφιλελευθερισμού είναι πουλημένα, και γενικότερα οτιδήποτε πολιτικό με ταξική αναφορά μεταφράζεται ως επικίνδυνο και αντεθνικό. Σύμφωνα με την εθνικιστική συλλογιστική, η ναζιστική οργάνωση έχει ως χρέος να προστατέψει το έθνος αφού οι πουλημένοι πολιτικάντηδες των αστικών κομμάτων δεν το κάνουν.  Αφότου στο λαϊκό κίνημα συμμετέχουν άνθρωποι και ομάδες με αναφορά στο ταξικό παράγοντα, μοιραία τα μέλη της ναζιστικής οργάνωσης οδηγούνται να ταχθούν με τις δυνάμεις κρατικής καταστολής ενάντια στους εχθρούς του έθνους. Η ακροδεξιά κυβέρνηση κλείνει συχνά πυκνά το μάτι σε αυτή την συμμαχία καταστολής εναντίων των κοινωνικών κινημάτων. Εν τω μεταξύ, τα πογκρόμ εναντίων των μεταναστών ενισχύονται τουλάχιστον με την ανοχή από τις κατασταλτικές αρχές. Επιπλέον, η κοινωνική ανοχή στην «ακτιβιστική» δράση της Χρυσής Αυγής κτίζεται από τα ΜΜΕ, προβάλλοντας επισταμένα την στερεοτυπική εικόνα του μετανάστη που βιάζει, ληστεύει, δολοφονεί. Τα ρατσιστικά πογκρόμ λειτουργούν ως πεδίο ζύμωσης των νεοναζιστών. Μέσω των δολοφονικών επιθέσεων εναντίων μεταναστών συντελείται η στρατικοποίηση των μελών της νεοναζιστικής συμμορίας ενάντια στον εχθρό στο πεδίο του δρόμου. Η δράση αυτή μετατρέπει τα απλά μελή σε οργανωμένα τάγματα εφόδου που διψάνε για αίμα «υπανθρώπων» και εχθρών του έθνους (σύμφωνα με την ρατσιστική ρητορεία) έτοιμα να χρησιμοποιηθούν εναντίον ευρύτερων λαϊκών κινημάτων όταν χρειαστεί. Η εφαρμοσμένη βία αποθρασύνει τα τάγματα εφόδου της Χρυσής Αυγής, τα μέλη των οποίων αντιλαμβάνονται ότι οι αξιόποινες πράξεις παραμένουν ατιμώρητες από τους κρατικούς θεσμούς όταν είναι για «εθνικό» σκοπό. Από την άλλη πλευρά, η οικονομική ελίτ γνωρίζει ότι στην κοινωνική σύγκρουση θα χρειαστεί τα τάγματα εφόδου της Χρυσής Αυγής ως βοηθητικό κατασταλτικό μηχανισμό με στρατευμένη δράση εναντία στο κοινωνικό κίνημα γι αυτό παραμερίζει τις ανθρωπιστικές της ευαισθησίες και η αστική δικαιοσύνη συχνά εξαντλεί τα περιθώρια ανοχής στον «ακτιβισμό» της Χρυσής Αυγής.
Πράξη Τέταρτη: Αστική νομιμότητα
Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα από την Χρυσή Αυγή είναι ένα γεγονός καμπή. Σημειολογικά, η Χρυσή Αυγή υπερβαίνει τα αφεντικά της. Στην συνείδηση των οργανωμένων μελών της αλλά και μέρους των ψηφοφόρων της η Χρυσή Αυγή υποκαθιστά το Κράτος. Για αρκετό διάστημα, οι επίσημες Κρατικές κατασταλτικές αρχές κοιτούσαν τους δολοφόνους της Χρυσής Αυγής άπρακτοι ουσιαστικά. Συνολικά, η Κρατική καταστολή ως έκφραση της νομιμότητας είχε αποδυναμωθεί στα μάτια της κοινωνίας. Όταν ένα νόμιμο πολιτικό κόμμα μπορεί να δολοφονεί πολίτες μπροστά στα μάτια της αστυνομίας, ο ρόλος του Κράτους ως εγγυητή της νομιμότητας ακυρώνεται. Οι νεοναζί σπεύδουν να αναγνωρίσουν το συγκεκριμένο έγκλημα, ως ένα τυχαίο γεγονός από ένα παράφρονα, ξεκινώντας ταυτόχρονα την γνωστή καμπάνια για την ατιμώρητη βία της Αριστεράς. Παρενθετικά, η ρητορεία αυτή συνεχίζεται από την κυβέρνηση στην βάση του «καταδικάζουμε την βία από όπου και αν προέρχεται», συμψηφίζοντας τις ρατσιστικές και πολιτικές δολοφονίες των νεοναζί με την κινηματική κοινωνική αντίδραση ενάντια στην νεοφιλελεύθερη πολιτική. Παρά ταύτα, την συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, το αστικό Κράτος είχε δυο επιλογές: Να εναρμονιστεί για μια ακόμη φορά (ηθικά και νομικά) με τους νεοναζί ή να εφαρμόσει την αστική νομιμότητα. Εκτιμώ ότι η ευθεία ταύτιση με τους νεοναζί, αυτή την ιστορική περίοδο μέσα στο υπερεθνικό πλαίσιο της ΕΕ και λοιπών διεθνών οργανισμών, κρίθηκε ως καταστροφική για τους αστικούς θεσμούς και την εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου προγράμματος. Σημαντικό είναι ότι η ελληνική κοινωνία δε θα δεχόταν σε καμία περίπτωση την ηθική δικαίωση της Χρυσής Αυγής και την ταύτιση του αστικού Κράτους με τους δολοφόνους νεοναζί. Η αρχική στάση των συστημικών ΜΜΕ κατέγραψε την αμφισημία των αστικών επιλογών. Για να μη ξεχνάμε, αρχικά η δολοφονία του Παύλου Φύσσα αποδόθηκε σε ατύχημα σε καυγά για το ποδόσφαιρο ή στην χειρότερη περίπτωση σε ακούσιο κτύπημα από μεμονωμένο άτομο (ούτε καν μέλος) που τύγχανε να σχετίζεται με την Χρυσή Αυγή. Αλλά ίσως πιο σημαντικό είναι ότι ο φάκελος με την εγκληματική και παρακρατική δράση της Χρυσής Αυγής ήταν γνωστά στην αστική δικαιοσύνη που κάτω από την πίεση των ιστορικών περιστάσεων αναλαμβάνει δράση για την αποκατάσταση της αστικής νομιμότητας. Μένει να δούμε πόσο βαθιά θα φτάσει το μαχαίρι στο κόκαλο αποκαλύπτοντας τις σχέσεις του Κράτους με τους νεοναζί ή θα παραμείνει στην επιφάνεια της επικοινωνιακής προβολής της εγκληματικής δράσης των νεοναζί ως αποκομμένη από την κρατική καταστολή.
Πράξη Πέμπτη: Δεν έχει παιχτεί ακόμα
Ωστόσο, ο λαός δεν θα πρέπει να εφησυχάζεται από τις υποσχέσεις νομιμότητας των κομμάτων της αστικής συμμαχίας. Για άλλη μια φορά, οι ψυχές των δολοφονηθέντων από την Χρυσή Αυγή θα χρησιμοποιηθούν ως επιχείρημα για ενίσχυση και αυστηροποίηση των κατασταλτικών μηχανισμών. Για την ιστορία απλά θυμίζουμε ότι την δεκαετία του 1980 σημαίνον πρόσωπο και υπουργός της σημερινής κυβέρνησης, ο Μάκης Βορίδης, είχε διαδεχτεί ως Γενικός Γραμματέας της Νεολαίας ΕΠΕΝ τον Νίκο Μιχαλολιάκο (της Χρυσής Αυγής). Επίσης θυμίζουμε ότι τα μέλη της Χρυσής Αυγής είχαν κατέλθει στις Δημοτικές και Νομαρχιακές Εκλογές του 2002 με την παράταξη του Γιώργου Καρατζαφέρη «Με Καθαρή Καρδία» (η Χρυσή Αυγή δεν είχε κατεβάσει δικό της συνδυασμό στις εν λόγω εκλογές). Ακόμα σήμερα γνωρίζουμε ότι ο αρχηγός και μέλη της Χρυσής Αυγής αμείβονταν από κρατικά κονδύλια για παροχή υπηρεσιών στην ΕΥΠ και Αστυνομία. Ο καιρός και η (ακροδεξιά) μοίρα το έφερε, το πολιτικό προσωπικό (όπως για παράδειγμα ο Άδωνις Γεωργιάδης, ο Μάκης Βορίδης, και λοιποί) που είχε αγαστές σχέσεις με την ναζιστική Χρυσή Αυγή όλα τα προηγούμενα χρόνια να βρίσκεται σήμερα στην κορυφή της κυβερνητικής διαχείρισης της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής.
Πέρα όμως από τα πρόσωπα, το πολιτικό συμπέρασμα είναι ότι όσο συνεχίζεται η νεοφιλελεύθερη πολιτική, οι εμπνευστές και εκφραστές του ακραίου εθνικισμού, θα είναι εκεί, έτοιμοι να εναντιωθούν σε κάθε κοινωνική αντίδραση με δολοφονίες και πογκρόμ, και κυρίως με την κατάχρηση του νομικού δικαιώματος της Κρατικής βίας. Αν και είναι παράδοξο, όσο οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές επεκτείνονται, η κοινωνική αντίδραση θα στρέφεται όλο και περισσότερο στην ακραία εθνικιστική ρητορεία και πρακτική, και η επίκληση στην Κρατική καταστολή απέναντι στην κοινωνική αντίδραση θα παρουσιάζεται ως «αντισυστημική» απάντηση στην νεοφιλελεύθερη πολιτική.
Για αυτό, η κοινωνική απάντηση θα πρέπει να συντονιστεί όχι μόνο απέναντι στην νεοναζιστική δράση της Χρυσής Αυγής αλλά απέναντι στην νεοφιλελεύθερη πολιτική, βασιζόμενη στο τετράπτυχο (1) δημοκρατία, (2) δικαιοσύνη, (3) κοινωνικό κράτος πρόνοιας και αλληλεγγύη, (4) αξιοπρεπής εργασία και συντάξεις για όλους. Η επανατοποθέτηση στο επίκεντρο του δημόσιου λόγου της πατριωτικής και κοινωνικής χειραφέτησης (πατριωτική ανεξαρτησία με κοινωνική ισότητα, εξάλειψη της ανεργίας, της φτώχειας, της εξαθλίωσης, δημόσια υγεία και παιδεία για όλους, δουλειά και στέγη για όλους) και η κοινωνική απομόνωση της ακροδεξιάς ατζέντας (εγκληματικότητα, λαθρομετανάστευση, μισαλλοδοξία, ρατσισμός, εθνικιστική συνομωσιολογία) θα οδηγούσε στην ενωτική και μαζική κινητοποίηση της κοινωνίας. Είναι υπαρκτός ο κίνδυνος από την σύνταξη των κοινωνικών κινημάτων με την λογική του «συνταγματικού τόξου» απέναντι στο νεοναζισμό, να αποκωδικοποιηθεί από μια μερίδα πολιτών, ως συστημική ταύτιση της αριστεράς με τα κόμματα της αστικής συμμαχίας. Η αριστερά ενωμένη θα πρέπει να καταστήσει σαφές στον λαό την δικιά της πρόταση εξουσίας, προγραμματικά και κινηματικά. Το κοινωνικό αίτημα για «από-φασιστικοποίηση» του Κράτους θα μπορέσει να συντελεστεί με επιτυχία με την κυβέρνηση της Αριστεράς σε συνδυασμό με την έμπρακτη μεταβολή της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής προς όφελος της κοινωνίας. Η σύλληψη της ηγεσίας της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής δεν σημαίνει και αλλαγή του πρόσημου της επίσημης Κρατικής καταστολής στην λογική της ακραίας εθνικιστικής ρητορείας και πρακτικής. Η ανατροπή της σημερινής ακροδεξιάς κυβέρνησης και πολιτικής θα ήταν ένα ξεκίνημα για την δημοκρατική χειραφέτηση της ελληνικής κοινωνίας.
πηγη: http://www.candianews.gr

πόσοι μας διάβασαν: