Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

Πράξη Πέμπτη…

του Νίκου Αστρουλάκη


Το κείμενο πραγματεύεται την άνοδο του ακραίου εθνικισμού και την συσπείρωση του σε πολιτική έκφραση μέσα στα σπλάχνα του ελληνικού αστικού κράτους την περίοδο της νεοφιλελεύθερης οικονομικής ριζοσπαστικοποίησης.
Πράξη Πέμπτη… 


















Το οικονομικό κατεστημένο ξέρει πολύ καλύτερα από τον καθένα ότι η απορρύθμιση της οικονομίας, η εκτόξευση της κοινωνικής ανισότητας και της ανεργίας, η αποσύνθεση των λεγόμενων μικρομεσαίων κοινωνικών στρωμάτων, η φτωχοποίηση έως και εξαθλίωση των μισθωτών, και η εξάλειψη κάθε κοινωνικής προστασίας φέρνει με μαθηματική ακρίβεια κοινωνική αντίδραση. H κοινωνική αντίδραση αυτή, θα πρέπει να τιθασευτεί ή ακόμα πιο έξυπνα να λειτουργήσει ως δύναμη για περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής.
Η συνταγή που χρησιμοποιείται είναι ιστορικά δοκιμασμένη: ΑΚΡΑΙΟΣ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ. Ο ακραίος εθνικισμός έχει πολιτικό πρόσημο – εθνικιστική ακροδεξιά – και ιδεολογική ταυτότητα – την Κρατική εναντίωση στο ταξικό.
Πιο συγκεκριμένα, ο εθνικισμός είναι ιδεολογία και έκφραση πολιτικής στάσης ταυτόχρονα. Συντηρείται στο ψυγείο της αστικής ιδεολογίας μέσω των θεσμών – Οικογένεια, Θρησκεία, Παιδεία, Στρατός, Αστυνομία κ.λπ.
Θα μας βοηθούσε να έχουμε υπόψη ότι το «έθνος-κράτος» παραπέμπει στην γεωγραφική περιοχή και κοινωνικό σώμα, η άρχουσα τάξη του οποίου ασκεί την ιδεολογική και πολιτική εξουσία και ταυτόχρονα νέμεται το μεγαλύτερο μέρος του παραγόμενου προϊόντος μέσω της κοινωνικά νομιμοποιημένης ανισοκατανομής του παραγόμενου πλούτου.
Για αυτό, σε περιόδους που η οικονομική ελίτ, και η αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία που εκπροσωπεί την ιδεολογία και τα συμφέροντα της προαναφερθείσας, «κινδυνεύει» από την κοινωνική από-νομιμοποίηση, η απάντηση είναι ο ακραίος εθνικισμός. Αρχικά, ο ακραίος εθνικισμός επιδιώκει την ιδεολογική μετατόπιση του δημόσιου λόγου από το υπαρκτό κοινωνικά πεδίο της διευρυνόμενης ανισοκατανομής του προϊόντος στα αφαιρετικά εθνικιστικά ιδεώδη της καθαρότητας της ελληνικής φυλής και την υπεράσπιση των συμβολισμών και συμβόλων, καταγράφοντας οτιδήποτε ταξικό ως αντεθνικό.
Η εθνικιστική ιδεολογία συγκροτείται γύρω από την ιδέα του Κράτους ως υπέρ-θεσμού εξουσίας και όχι των πολιτικών κόμματων και του κοινοβουλευτισμού (τους πουλημένους πολιτικάντηδες σύμφωνα με την εθνικιστική ρητορική). Το Κράτος ως υπέρ-θεσμός εξουσίας και έκφραση της συλλογικότητας του έθνους θα πρέπει να αναλάβει την κατάσταση απέναντι στην εθνική απειλή (Νέα Τάξη Πραγμάτων, Μνημόνιο, Μέρκελ, μετανάστες, διαδηλώσεις εργαζομένων, κοινωνικά κινήματα, κ.λπ).
Κάτω από αυτό το ιδεολόγημα, οι ταξικές σχέσεις ανισότητας και εξαθλίωσης μπαίνουν σε γύψο. Ο γύψος όπως στην ιατρική έτσι και στην πολιτική σταθεροποιεί μια κατάσταση. Δηλαδή, διαφυλάττει παγιωμένες κοινωνικές σχέσεις και ιεραρχίες εξουσίας. Όταν μάλιστα οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται, οι μέχρι πρότινος αστικοί θεσμοί νομιμοποίησης (εκλογές, αντιπροσώπευση) χρειάζονται πολιτικό και ενίοτε στρατιωτικό γύψο για να συνεχίσουν να λειτουργούν προς όφελος των συμφερόντων της οικονομικής ελίτ και των παγιωμένων παραγωγικών σχέσεων.
Ιδεολογικός εμπνευστής του εθνικισμού είναι το αστικό Κράτος, φορέας όμως του εθνικισμού είναι η ίδια η κοινωνία. Ο λαός αισθάνεται την έννοια του «εθνικού» κυρίως μέσα από άυλα στοιχεία όπως η γλώσσα, η θρησκεία, οι κοινές παραδόσεις, τα έθιμα, τα σύμβολα (σημαία). Tο «εθνικό» αποκωδικοποιείται από την κοινωνία ως συλλογικό. Ωστόσο, μέσω της διαμόρφωσης συγκεκριμένης εθνικής συνείδησης, η άρχουσα τάξη καταφέρνει την κοινή συνύπαρξη συχνά αντιθετικών κοινωνικών συμφερόντων ανάμεσα σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευομένους.
Το πολίτευμα της οικονομίας της αγοράς είναι η αστική δημοκρατία. Ωστόσο όταν κάτι μπορεί να διαταράξει το κοινωνικό συμβόλαιο της ανισοκατανομής του πλούτου και οι μηχανισμοί κοινωνικής πειθαρχίας αποσταθεροποιούνται, ο ακραίος εθνικισμός αποτελεί συστημική λύση. Στον υπαρκτό «κίνδυνο» της πατριωτικής αριστεράς – τον κοινωνικό προσδιορισμό δηλαδή του «εθνικού» στην βάση των συμφερόντων του λαού και όχι της άρχουσας τάξης – η κυρίαρχη αστική ιδεολογία στρέφεται προς την εθνικιστική ακροδεξιά.
Τα κεντρώα ή κεντροδεξιά κόμματα που διατηρούν ακόμα την πολιτική εξουσία κάνουν στροφή από το μετριοπαθές κέντρο στον ακραίο δεξιό χώρο και συντάσσονται ιδεολογικά με τις θέσεις και πρακτικές του ακραίου εθνικισμού. Ο δημόσιος λόγος γίνεται πολεμικός, μισαλλόδοξος και φοβικός ως προς ο,τιδήποτε ταξικό και τελικά αποπροσανατολιστικός. Κοινωνικές ομάδες στοχοποιούνται ενώ πολιτικές και κοινωνικές ελευθερίες περιορίζονται. Σε πρώτη φάση, «η μπάλα πάει στην εξέδρα» και ο δημόσιος λόγος μετατοπίζεται από το βασικό κοινωνικό ζήτημα της ανισοκατανομής του πλούτου και της κοινωνικής εξαθλίωσης σε επιμέρους ζητήματα εθνικιστικής προτεραιότητας. Σε αυτή την προσπάθεια, τα συστημικά ΜΜΕ συχνά ανακαλύπτουν τον εχθρό του έθνους, είτε στο πρόσωπο του μετανάστη, είτε στην εξωτερική απειλή της Νέας Τάξης Πραγμάτων, της παγκοσμιοποίησης των αγορών κ.λπ. Εντέχνως, η εγχώρια οικονομική ελίτ βγαίνει από το κάδρο της εθνικιστικής οργής.
Η ακροδεξιά ιδεολογική στροφή του συντηρητικού χώρου και του κέντρου (ΝΔ και ΠΑΣΟΚ όπως σχηματοποιούνταν πολιτικά οι χώροι αυτοί μέχρι και πρόσφατα), καθώς επίσης η σύμπραξη τμήματος της Αριστεράς (ΔΗΜΑΡ) με τη νεοφιλελεύθερη μνημονιακή πολιτική σε συνδυασμό με την εμπέδωση ενός ακραίου εθνικιστικού και σε πολλές περιπτώσεις φασιστικού δημόσιου λόγου όξυνε την τάση σε τμήματα του πληθυσμού προς τους αυθεντικούς εκφραστές της φασιστικής ιδεολογίας και πρακτικής. Πιο ξεκάθαρα, η επιλογή της νεοφιλελεύθερης μνημονιακής πολιτικής από ΝΔ και ΠΑΣΟΚ με κάθε κοινωνικό τίμημα, αλλά και η επιμονή στην λαϊκίστικη και ανιστόρητη προσέγγιση της θεωρίας των δυο ακρών μετατόπισε ένα μέρος της λαϊκή βάσης των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ προς τον ακροδεξιό εθνικισμό.
Αυτή την τάση σχηματοποίησε σε πολιτική έκφραση η πιο χυδαία μορφή του ακραίου εθνικισμού: Ο Νεοναζισμός.
Η άνοδος του ακραίου εθνικισμού τύπου Ναζί στην Ελλάδα έχει συντελεστεί σε πράξεις. Ως «πράξη» εδώ ορίζουμε την ιστορική και ιδεολογική συνύπαρξη παραγόντων και γεγονότων.
Πράξη Πρώτη: Παρακρατική δράση
Στην Ελλάδα, η νεοφιλελεύθερη επιδρομή δεν ξεκίνησε το 2009 αλλά στις αρχές της δεκαετίας του 1990 με την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Για την ιστορία, η κυβέρνηση Μητσοτάκη κήρυξε ευθέως την ιδεολογική πολεμική στο εργατικό κίνημα και το συλλογικό, όπως εκφραζόταν από το δημόσιο χαρακτήρα κοινωνικά αναγκαίων αγαθών, χρησιμοποιώντας κοινή φρασεολογία και πρακτικές όπως αυτές της Θάτσερ και του Ρέιγκαν. Αυτό που ακολούθησε ήταν ο αστικός εκσυγχρονισμός των κυβερνήσεων Σημίτη και η επανίδρυση του αστικού κράτους των κυβερνήσεων Κώστα Καραμανλή. Εθνικιστικά και χουντικά μορφώματα δεν σταμάτησαν να υπάρχουν στην διάρκεια της μεταπολίτευσης (ΕΠΕΝ για παράδειγμα) ωστόσο η ενεργή πολιτική δραστηριοποίηση του Λαϊκού Συνδέσμου Χρυσή Αυγή ως πολιτικό κόμμα πραγματώνεται τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής τόσο σε εθνικές εκλογές όσο σε ευρωεκλογές ήταν πολύ μικρά (πολύ κάτω από την μονάδα), αλλά η παρακρατική δράση του σκληρού πυρήνα των μελών της είναι πλέον διαπιστωμένη από τον τύπο για όλη την αναφερθείσα περίοδο. Υποθέτω ότι τα κόμματα της εξουσίας (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ) γνώριζαν την παρακρατική δράση αλλά ο εμφανής στρατηγικός στόχος της περιόδου ήταν η πάταξη της τρομοκρατίας και όχι του παρακράτους. Η ψήφιση αντιτρομοκρατικών νόμων εκφράζει της αυστηροποίηση του νομικού πλαισίου απέναντι στην κοινωνική αντίδραση. Μια απόδειξη μπορεί να είναι ότι οι νόμοι αυτοί συνήθως ψηφίζονται μετά την εξάρθρωση της τρομοκρατικής οργάνωσης για την οποία ψηφίζονται. Επίσης, μετά από κάθε κοινωνική αντίδραση στην Κρατική βία (βλέπε δολοφονία Γρηγορόπουλου από αστυνομικό όργανο) το νομικό πλαίσιο αυστηροποιείται και η κρατική καταστολή ενισχύεται (προσλήψεις αστυνομικών, υλικοτεχνική υποδομή κατασταλτικών μέσων, σύσταση ειδικών κατασταλτικών μονάδων κ.λπ). Πιο γενικά, στην έλευση του νεοφιλελευθερισμού (από το 1990 και έπειτα), το κοινωνικό κράτος αποδυναμώνεται ενώ στον αντίποδα η κρατική καταστολή ενδυναμώνεται υπέρμετρα. Οι παρακρατικοί μηχανισμοί κρίνονται αναγκαίοι για την αποτελεσματικότητα της κρατικής καταστολής πάνω στην λαϊκή αντίδραση για αυτό και ενισχύονται ως ένα βασικό οργανωσιακό συστατικό της εφαρμοσμένης κατασταλτικής πολιτικής στο όνομα της νομιμότητας (τάξη και ασφάλεια απέναντι στην κοινωνική ανατρεπτικότητα). Η Χρυσή Αυγή είχε παρακρατικό ρόλο όλη την προαναφερθείσα περίοδο.
Πράξη Δεύτερη: Αστικά κοινοβουλευτική νομιμοποίηση και ευρεία κοινωνική νομιμοποίηση
Με τις εκλογές του 2012 έρχεται η κοινοβουλευτική νομιμοποίηση σε ένα κόμμα που τα κόμματα της αστικής συμμαχίας γνώριζαν ότι είναι νεοναζιστικό με παρακρατική δράση όλη την προηγουμένη περίοδο. Ωστόσο, η οικονομική ελίτ στην βάση της νεοφιλελεύθερης λογικής δεν ενδιαφέρεται αν αυτοί που θα συνδράμουν στην δουλειά είναι νεοναζί, αρκεί να «γίνει η δουλειά σωστά». Η θεωρία των δυο άκρων, έρχεται να νομιμοποίησει κοινωνικά την «αντισυστημική» (πογκρόμ εναντίων μεταναστών και άλλων κοινωνικών ομάδων) δράση της Χρυσής Αυγής. Οι δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι της αστικής συμμαχίας μπορούν πλέον να επιλέξουν μεταξύ «αντισυστημικών» αλλά νόμιμων εθνικιστών από την μια μεριά και «μπαχαλάκηδων» από την άλλη (ορολογία ΜΜΕ). Τα μικροαστικά στρώματα δύσκολα θα στήριζαν με την ψήφο τους μια νεοναζιστική οργάνωση. Ενώ θα μπορούσαν να ψηφίσουν μαζικά ένα νόμιμο εθνικιστικό κόμμα. Γι αυτό η πολιτική που ακολουθείται από τα συστημικά ΜΜΕ είναι η παρουσίαση της Χρυσής Αυγής όπως ακριβώς αυτοαποκαλείται: ως εθνικιστικό κίνημα, και όχι ως νέο-ναζιστικό μόρφωμα όπως όλοι γνωρίζουν ότι είναι. Ακόμα βαθύτερα, στο συλλογικό υποσυνείδητο είναι εδραιωμένη η εθνική αντίσταση μέσω του «στρατιωτικού-κρατικού» ως έκφραση του «εθνικού» (για παράδειγμα Δικτατορία Μεταξά). Η πατριωτική εθνική αντίσταση επιμελώς παραμελείται. Ο ρόλος του ΕΑΜ για παράδειγμα δεν τονίζεται στην εθνική ιστορική παιδεία. Το αστικό κατεστημένο γνωρίζει ότι τα μικροαστικά στρώματα που είναι η δεξαμενή των ψηφοφόρων των κομμάτων εξουσίας έχουν στερεοτυπικές γνώσεις απέναντι στην ιστορία, γι αυτό τονίζεται ο εθνικιστικός χαρακτήρας και καπηλεύoνται τα εθνικά σύμβολα. Στην περιοδο της κοινοβουλευτικής νομιμοποίησης της Χρυσής Αυγής τα ναζιστικά σύμβολα ερμηνεύονται ως αρχαιοελληνικά, οι αγκυλωτοί σταυροί βάφονται στο χρώμα της γαλανόλευκης, ο εθνικός ύμνος αντικαθιστά τα ναζιστικά εμβατήρια και ούτω καθεξής. Η ευρεία κοινωνική νομιμοποίηση της ναζιστικής Χρυσής Αυγής περνά τόσο μέσα από το αστικό κοινοβούλιο όσο και από την συνειρμική ιστορική ταύτιση με το «εθνικό».
Πράξη Τρίτη: Εθνικιστικός «ακτιβισμός»
Η διαφοροποίηση της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής από άλλες ακροδεξιές οργανώσεις ή κόμματα (ΛΑ.Ο.Σ. του Καρατζαφέρη για παράδειγμα) εδράζεται κυρίως στο στοιχείο της εφαρμοσμένης δράσης. Αυτή η δράση βασίζεται σε ένα φυλετικό αλλά και πολιτικό ρατσισμό. Οι μετανάστες όπως και οι άνθρωποι με κινηματική κοινωνική δράση ενάντια στην Κρατική αυθαιρεσία βαπτίζονται ως εχθροί του έθνους. Τα εργατικά συνδικάτα στην λογική του νεοφιλελευθερισμού είναι πουλημένα, και γενικότερα οτιδήποτε πολιτικό με ταξική αναφορά μεταφράζεται ως επικίνδυνο και αντεθνικό. Σύμφωνα με την εθνικιστική συλλογιστική, η ναζιστική οργάνωση έχει ως χρέος να προστατέψει το έθνος αφού οι πουλημένοι πολιτικάντηδες των αστικών κομμάτων δεν το κάνουν.  Αφότου στο λαϊκό κίνημα συμμετέχουν άνθρωποι και ομάδες με αναφορά στο ταξικό παράγοντα, μοιραία τα μέλη της ναζιστικής οργάνωσης οδηγούνται να ταχθούν με τις δυνάμεις κρατικής καταστολής ενάντια στους εχθρούς του έθνους. Η ακροδεξιά κυβέρνηση κλείνει συχνά πυκνά το μάτι σε αυτή την συμμαχία καταστολής εναντίων των κοινωνικών κινημάτων. Εν τω μεταξύ, τα πογκρόμ εναντίων των μεταναστών ενισχύονται τουλάχιστον με την ανοχή από τις κατασταλτικές αρχές. Επιπλέον, η κοινωνική ανοχή στην «ακτιβιστική» δράση της Χρυσής Αυγής κτίζεται από τα ΜΜΕ, προβάλλοντας επισταμένα την στερεοτυπική εικόνα του μετανάστη που βιάζει, ληστεύει, δολοφονεί. Τα ρατσιστικά πογκρόμ λειτουργούν ως πεδίο ζύμωσης των νεοναζιστών. Μέσω των δολοφονικών επιθέσεων εναντίων μεταναστών συντελείται η στρατικοποίηση των μελών της νεοναζιστικής συμμορίας ενάντια στον εχθρό στο πεδίο του δρόμου. Η δράση αυτή μετατρέπει τα απλά μελή σε οργανωμένα τάγματα εφόδου που διψάνε για αίμα «υπανθρώπων» και εχθρών του έθνους (σύμφωνα με την ρατσιστική ρητορεία) έτοιμα να χρησιμοποιηθούν εναντίον ευρύτερων λαϊκών κινημάτων όταν χρειαστεί. Η εφαρμοσμένη βία αποθρασύνει τα τάγματα εφόδου της Χρυσής Αυγής, τα μέλη των οποίων αντιλαμβάνονται ότι οι αξιόποινες πράξεις παραμένουν ατιμώρητες από τους κρατικούς θεσμούς όταν είναι για «εθνικό» σκοπό. Από την άλλη πλευρά, η οικονομική ελίτ γνωρίζει ότι στην κοινωνική σύγκρουση θα χρειαστεί τα τάγματα εφόδου της Χρυσής Αυγής ως βοηθητικό κατασταλτικό μηχανισμό με στρατευμένη δράση εναντία στο κοινωνικό κίνημα γι αυτό παραμερίζει τις ανθρωπιστικές της ευαισθησίες και η αστική δικαιοσύνη συχνά εξαντλεί τα περιθώρια ανοχής στον «ακτιβισμό» της Χρυσής Αυγής.
Πράξη Τέταρτη: Αστική νομιμότητα
Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα από την Χρυσή Αυγή είναι ένα γεγονός καμπή. Σημειολογικά, η Χρυσή Αυγή υπερβαίνει τα αφεντικά της. Στην συνείδηση των οργανωμένων μελών της αλλά και μέρους των ψηφοφόρων της η Χρυσή Αυγή υποκαθιστά το Κράτος. Για αρκετό διάστημα, οι επίσημες Κρατικές κατασταλτικές αρχές κοιτούσαν τους δολοφόνους της Χρυσής Αυγής άπρακτοι ουσιαστικά. Συνολικά, η Κρατική καταστολή ως έκφραση της νομιμότητας είχε αποδυναμωθεί στα μάτια της κοινωνίας. Όταν ένα νόμιμο πολιτικό κόμμα μπορεί να δολοφονεί πολίτες μπροστά στα μάτια της αστυνομίας, ο ρόλος του Κράτους ως εγγυητή της νομιμότητας ακυρώνεται. Οι νεοναζί σπεύδουν να αναγνωρίσουν το συγκεκριμένο έγκλημα, ως ένα τυχαίο γεγονός από ένα παράφρονα, ξεκινώντας ταυτόχρονα την γνωστή καμπάνια για την ατιμώρητη βία της Αριστεράς. Παρενθετικά, η ρητορεία αυτή συνεχίζεται από την κυβέρνηση στην βάση του «καταδικάζουμε την βία από όπου και αν προέρχεται», συμψηφίζοντας τις ρατσιστικές και πολιτικές δολοφονίες των νεοναζί με την κινηματική κοινωνική αντίδραση ενάντια στην νεοφιλελεύθερη πολιτική. Παρά ταύτα, την συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, το αστικό Κράτος είχε δυο επιλογές: Να εναρμονιστεί για μια ακόμη φορά (ηθικά και νομικά) με τους νεοναζί ή να εφαρμόσει την αστική νομιμότητα. Εκτιμώ ότι η ευθεία ταύτιση με τους νεοναζί, αυτή την ιστορική περίοδο μέσα στο υπερεθνικό πλαίσιο της ΕΕ και λοιπών διεθνών οργανισμών, κρίθηκε ως καταστροφική για τους αστικούς θεσμούς και την εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου προγράμματος. Σημαντικό είναι ότι η ελληνική κοινωνία δε θα δεχόταν σε καμία περίπτωση την ηθική δικαίωση της Χρυσής Αυγής και την ταύτιση του αστικού Κράτους με τους δολοφόνους νεοναζί. Η αρχική στάση των συστημικών ΜΜΕ κατέγραψε την αμφισημία των αστικών επιλογών. Για να μη ξεχνάμε, αρχικά η δολοφονία του Παύλου Φύσσα αποδόθηκε σε ατύχημα σε καυγά για το ποδόσφαιρο ή στην χειρότερη περίπτωση σε ακούσιο κτύπημα από μεμονωμένο άτομο (ούτε καν μέλος) που τύγχανε να σχετίζεται με την Χρυσή Αυγή. Αλλά ίσως πιο σημαντικό είναι ότι ο φάκελος με την εγκληματική και παρακρατική δράση της Χρυσής Αυγής ήταν γνωστά στην αστική δικαιοσύνη που κάτω από την πίεση των ιστορικών περιστάσεων αναλαμβάνει δράση για την αποκατάσταση της αστικής νομιμότητας. Μένει να δούμε πόσο βαθιά θα φτάσει το μαχαίρι στο κόκαλο αποκαλύπτοντας τις σχέσεις του Κράτους με τους νεοναζί ή θα παραμείνει στην επιφάνεια της επικοινωνιακής προβολής της εγκληματικής δράσης των νεοναζί ως αποκομμένη από την κρατική καταστολή.
Πράξη Πέμπτη: Δεν έχει παιχτεί ακόμα
Ωστόσο, ο λαός δεν θα πρέπει να εφησυχάζεται από τις υποσχέσεις νομιμότητας των κομμάτων της αστικής συμμαχίας. Για άλλη μια φορά, οι ψυχές των δολοφονηθέντων από την Χρυσή Αυγή θα χρησιμοποιηθούν ως επιχείρημα για ενίσχυση και αυστηροποίηση των κατασταλτικών μηχανισμών. Για την ιστορία απλά θυμίζουμε ότι την δεκαετία του 1980 σημαίνον πρόσωπο και υπουργός της σημερινής κυβέρνησης, ο Μάκης Βορίδης, είχε διαδεχτεί ως Γενικός Γραμματέας της Νεολαίας ΕΠΕΝ τον Νίκο Μιχαλολιάκο (της Χρυσής Αυγής). Επίσης θυμίζουμε ότι τα μέλη της Χρυσής Αυγής είχαν κατέλθει στις Δημοτικές και Νομαρχιακές Εκλογές του 2002 με την παράταξη του Γιώργου Καρατζαφέρη «Με Καθαρή Καρδία» (η Χρυσή Αυγή δεν είχε κατεβάσει δικό της συνδυασμό στις εν λόγω εκλογές). Ακόμα σήμερα γνωρίζουμε ότι ο αρχηγός και μέλη της Χρυσής Αυγής αμείβονταν από κρατικά κονδύλια για παροχή υπηρεσιών στην ΕΥΠ και Αστυνομία. Ο καιρός και η (ακροδεξιά) μοίρα το έφερε, το πολιτικό προσωπικό (όπως για παράδειγμα ο Άδωνις Γεωργιάδης, ο Μάκης Βορίδης, και λοιποί) που είχε αγαστές σχέσεις με την ναζιστική Χρυσή Αυγή όλα τα προηγούμενα χρόνια να βρίσκεται σήμερα στην κορυφή της κυβερνητικής διαχείρισης της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής.
Πέρα όμως από τα πρόσωπα, το πολιτικό συμπέρασμα είναι ότι όσο συνεχίζεται η νεοφιλελεύθερη πολιτική, οι εμπνευστές και εκφραστές του ακραίου εθνικισμού, θα είναι εκεί, έτοιμοι να εναντιωθούν σε κάθε κοινωνική αντίδραση με δολοφονίες και πογκρόμ, και κυρίως με την κατάχρηση του νομικού δικαιώματος της Κρατικής βίας. Αν και είναι παράδοξο, όσο οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές επεκτείνονται, η κοινωνική αντίδραση θα στρέφεται όλο και περισσότερο στην ακραία εθνικιστική ρητορεία και πρακτική, και η επίκληση στην Κρατική καταστολή απέναντι στην κοινωνική αντίδραση θα παρουσιάζεται ως «αντισυστημική» απάντηση στην νεοφιλελεύθερη πολιτική.
Για αυτό, η κοινωνική απάντηση θα πρέπει να συντονιστεί όχι μόνο απέναντι στην νεοναζιστική δράση της Χρυσής Αυγής αλλά απέναντι στην νεοφιλελεύθερη πολιτική, βασιζόμενη στο τετράπτυχο (1) δημοκρατία, (2) δικαιοσύνη, (3) κοινωνικό κράτος πρόνοιας και αλληλεγγύη, (4) αξιοπρεπής εργασία και συντάξεις για όλους. Η επανατοποθέτηση στο επίκεντρο του δημόσιου λόγου της πατριωτικής και κοινωνικής χειραφέτησης (πατριωτική ανεξαρτησία με κοινωνική ισότητα, εξάλειψη της ανεργίας, της φτώχειας, της εξαθλίωσης, δημόσια υγεία και παιδεία για όλους, δουλειά και στέγη για όλους) και η κοινωνική απομόνωση της ακροδεξιάς ατζέντας (εγκληματικότητα, λαθρομετανάστευση, μισαλλοδοξία, ρατσισμός, εθνικιστική συνομωσιολογία) θα οδηγούσε στην ενωτική και μαζική κινητοποίηση της κοινωνίας. Είναι υπαρκτός ο κίνδυνος από την σύνταξη των κοινωνικών κινημάτων με την λογική του «συνταγματικού τόξου» απέναντι στο νεοναζισμό, να αποκωδικοποιηθεί από μια μερίδα πολιτών, ως συστημική ταύτιση της αριστεράς με τα κόμματα της αστικής συμμαχίας. Η αριστερά ενωμένη θα πρέπει να καταστήσει σαφές στον λαό την δικιά της πρόταση εξουσίας, προγραμματικά και κινηματικά. Το κοινωνικό αίτημα για «από-φασιστικοποίηση» του Κράτους θα μπορέσει να συντελεστεί με επιτυχία με την κυβέρνηση της Αριστεράς σε συνδυασμό με την έμπρακτη μεταβολή της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής προς όφελος της κοινωνίας. Η σύλληψη της ηγεσίας της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής δεν σημαίνει και αλλαγή του πρόσημου της επίσημης Κρατικής καταστολής στην λογική της ακραίας εθνικιστικής ρητορείας και πρακτικής. Η ανατροπή της σημερινής ακροδεξιάς κυβέρνησης και πολιτικής θα ήταν ένα ξεκίνημα για την δημοκρατική χειραφέτηση της ελληνικής κοινωνίας.
πηγη: http://www.candianews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: