Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

1922, Σμύρνη: ενενήντα χρόνια μετά


ΤΟΥ ΑΛΚΗ ΡΗΓΟΥ
«Η απόγνωση των ερειπίων της Μικρασίας είναι απερίγραπτη. Τα πάντα συντείνουν για την κάνουν πιο στυγνή. Οι νεκροί, για να μιλήσουν, έχουν ανάγκη από ζωντανό αίμα, είναι αυτό που λείπει εδώ», γράφει ο Γιώργος Σεφέρης όταν αντικρίζει την Σμύρνη στα 1950. Μα αν λείπει εκεί, παραμένει εδώ και αναβλύζει μέσα στις μνήμες, κυρίως των απογόνων των προσφύγων, αλλά όχι μόνο, και οι οποίοι συνεχίζουν να αναπολούν, να αναστοχάζονται νοσταλγικά μα και ερευνητικά, τούτο το ορόσημο στη συλλογική μνήμη του Ελληνισμού.
 Ενενήντα χρόνια μετά, το φαινόμενο τούτης της άσβεστης μνήμης είναι πράγματι εντυπωσιακό, ίσως και γιατί δεν το διαχειρίστηκε η επίσημη εθνική μας αφήγηση, που παραμένει αμήχανη απέναντι του και ως προς τις αιτίες που οδήγησαν στην καταστροφή και ως προς τις συνέπειες του αρνητικές μα και θετικές, για τον νεοελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, και ιδίως ως προς την σχεδόν ανοικτά ρατσιστική αντιμετώπιση από τους γηγενείς τού προσφυγικού πληθυσμού, που η Καταστροφή έριξε βίαια και αμετάκλητα στην από δω πλευρά του Αιγαίου. Άλλωστε ο πρόσφυγας –ο κάθε πρόσφυγας- ποτέ και πουθενά δεν είναι ευπρόσδεκτος.
Το ίδιο αμήχανοι στάθηκαν και οι επίσημοι πνευματική Θεσμοί, Πανεπιστήμια, Ακαδημία, Ερευνητικά Κέντρα. Το μοναδικό Κέντρο Μικρασιατικών Ερευνών και η πολύτιμη συμβολή του στη μελέτη του ελληνισμού της Μικρασίας είναι δημιούργημα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, της Μέλπως και του Οκτάβιου Μερλιέ.
Αντίθετα, πολυποίκιλες είναι οι εκδηλώσεις που οργανώνουν με αντίστοιχα θέματα οι προσφυγικής καταγωγής Δήμοι και συλλογικότητες σε όλη τη χώρα. Υπενθυμίζουμε, για να μείνουμε στις πιο πρόσφατες: την ταινία της Μαρίας Ηλιού και τη μικρή έκθεση που την συνόδευε στο Μουσείο Μπενάκη, την εντυπωσιακή έκθεση στο χώρο της Παλιάς Βουλής της Ένωσης Σμυρναίων που μόλις τελείωσε, όπως και τη συνεχή πλούσια βιβλιογραφική παραγωγή της, τον προγραμματισμό μουσικής εκδήλωσης τον Σεπτέμβριο του Δήμου Νέας Σμύρνης, το συνέδριο που ετοιμάζει για τον Δεκέμβριο ο Δήμος Καισαριανής, τα Πρακτικά του 5ου Συμποσίου του Δήμου Νέας Ιωνίας που μόλις εκδόθηκαν. Όλα αυτά συγκροτούν ένα πολύπλευρο και συνεχώς διευρυνόμενο και διεθνοποιούμενο βιβλιογραφικό corpus∙ προς αυτή την κατεύθυνση θυμίζουμε τις τρείς πιο πρόσφατες σημαντικές εκδόσεις: του γάλλου H. Georgelin, Σμύρνη. Από τον κοσμοπολιτισμό έως τους εθνικισμούς, ελ. μτφρ. Κέδρος 2007, του εγγλέζου G. Milton, Χαμένος Παράδεισος. Σμύρνη 1922. Η καταστροφή της μητρόπολης του μικρασιατικού Ελληνισμού, ελ. μτφρ. Μίνωας 2008, καθώς και την ιστορικο-μυθιοστορηματική γραφή του τούρκου Κεμάλ Αναντόλ, Ο μεγάλος χωρισμός, Θεμέλιο 2007, που αφιερώνεται μάλιστα στη Διδώ Σωτηρίου.
 Βέβαια οι εκδηλώσεις αυτές εμπεριέχουν τον κίνδυνο μιας μονόπλευρης και σε ένα βαθμό εξιδανικευμένης πρόσληψης των στοιχείων που συνθέτουν τις πολύπλευρες και πολυπολιτισμικές διαστάσεις του θέματος, ακόμη και εθνικιστικές εξάρσεις. Κίνδυνο ο οποίος δημιουργεί ως φυσικό επακόλουθο και την αντίστροφη τάση «ουδετεροποίησης», από μια δήθεν ορθολογική και «εκσυγχρονιστική» υπεροπτική και ειρωνική αναφορά στις εκδηλώσεις ζώσας μνήμης, καθιστώντας το θέμα ανοικτό διακύβευμα διαπάλης, αρκετές φορές και πολεμικής. Το φαινόμενο αποκτά επιπρόσθετες δυσκολίες, στα πλαίσια μιας «αναθεωρητικής» τάσης που έχει εμφανιστεί τελευταία και στη χώρα μας σε κάποιους κύκλους ιστορικών και πολιτικών επιστημόνων. Όσο και αν η ιστορικό-πολιτική ανάλυση γίνεται πάντοτε στα πλαίσια του παρόντος χρόνου και των ερωτημάτων που αυτός θέτει στον ερευνητή, δεν μπορεί το γεγονός αυτό να οδηγεί σε μια προκρούστεια λογική. Προφανώς ο κάθε μελετητής έχει ιδεολογικές, πολιτικές, κοινωνικές, πολιτισμικές αντιλήψεις, καταγωγές, άρα και διαφορετικές προσλαμβάνουσες, σε καμιά περίπτωση όμως –και σ’ αυτό το επίπεδο κρίνεται η επιστημονική εντιμότητά του– δεν του επιτρέπεται να παραγνωρίζει, να υπερτιμά ή να υποτιμά τα ιστορικά δεδομένα αυτά καθ’ αυτά.
Και η Αριστερά; Η Αριστερά, στην οποία εντάσσεται μετά το ’30, η πλειονότητα των προσφύγων; Η Αριστερά που απ’ αρχής στάθηκε ενάντια στην μικρασιατική εκστρατεία και κυρίως στην διχαστική διάκριση γηγενών και προσφύγων, τονίζοντας ότι: « Η Ελλάδα δεν διαιρείται σε ντόπιους και πρόσφυγες. Η Ελλάδα διαιρείται σε πλούσιους και φτωχούς, σε ανθρώπους που δε δουλεύουν και ζουν και σε ανθρώπους που δουλεύουν και δεν μπορούν να ζήσουν... Ο καθένας πρέπει να διαλέξει μεταξύ του πλούσιου πρόσφυγα που συνδυάζεται με τον πλούσιο ντόπιο και του φτωχού πρόσφυγα που σύντροφό του θα έχει το φτωχό ντόπιο εργάτη». Γιατί ας μη το λησμονούμε υπήρχαν και πλούσιοι πρόσφυγες. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ο Μποδοσάκης.
 Η Αριστερά λοιπόν, στον ηγετικό πυρήνα της οποίας πλειοψηφούν οι πρόσφυγες μετά το ’30, επιχειρεί να ψαύσει το όλο πρόβλημα υπερβαίνοντας προσωποκεντρικές, διχαστικές και εθνικιστικές ερμηνείες, έστω και αν υποτάσσει, σε μεγάλο βαθμό μονοδιάστατα, το θέμα στην ιμπεριαλιστική του διάσταση και σε μια εξαρτησιακή λογική, κάτω από την ιστορική επίδραση του Νίκου Ψυρούκη. Ιδιαίτερα στην ευφορία των αρχών του ’60, στα σαραντάχρονα της Καταστροφής, με το αφιέρωμα της Επιθεώρησης Τέχνης και τα αντίστοιχα της Αυγής του Οκτωβρίου του ‘62 –μέσα προφανώς στο πνεύμα και τα όρια της κυρίαρχης μαρξιστικής μεθοδολογίας της εποχής– επιχειρεί να αναδείξει την πολιτισμική και πολιτική διάσταση του όλου προβλήματος. Αυτή την πορεία ακολουθεί και στα χρόνια της μεταπολίτευσης, τουλάχιστον η ανανεωτική της πτέρυγα, υπερβαίνοντας τις μονοδιάστατες και δικές της παλιότερες ερμηνείες. Επιχειρεί να χαράξει μια αφήγηση απαλλαγμένη από εθνικιστικά κηρύγματα, α-ιστορικούς εκ των υστέρων χαρακτηρισμούς, εξαρτησιακές αναλύσεις, τονίζοντας και τον βαθμό ευθύνης της κρατικής μεγαλοϊδεατικής πολιτικής, χωρίς όμως σε καμιά περίπτωση να υποτιμά τα γεγονότα αυτά καθ’ αυτά ή να αποσιωπά τα δικά μας εγκλήματα στο μικρασιατικό μέτωπο. Η αρθρογραφία και από τις στήλες αυτής της εφημερίδας είναι πλούσια και συνεχής, με επιχειρήματα, αμφισβητήσεις, νέα ερωτήματα και ερευνητικές προσεγγίσεις, αναδεικνύοντας έναν πλούσιο και ζωντανό διάλογο. Ένα διάλογο που σέβεται το ιστορικό ορόσημο του 1922 αλλά και τους απογόνους των προσφύγων, που συνετέλεσαν και συντελούν ποικιλόμορφα και δημιουργικά στην πορεία του κοινωνικού μας σχηματισμού, ακόμη και σήμερα, ως διακεκριμένη κοινωνική κατηγορία με ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά και κυρίως ένα θετικό τρόπο πρόσληψης της ζωής. Ως κοινωνική κατηγορία που επιμένει να βιώνει την μνήμη όχι απλά φολκλορικά αλλά ενεργά, καθιστώντας την ζώσα μνήμη. Μια που χωρίς μνήμη, χωρίς κατανόηση του χθες, είναι αδύνατο να χαράξουμε ένα όραμα για το αύριο.
 Η Κατάρρευση
 Δεκαπενταύγουστος 1922
Το ελληνικό στρατιωτικό μέτωπο στη Μικρά Ασία διασπάται από τα στρατεύματα του Κεμάλ Αττατούρκ. Η κατάρρευση ενός κουρασμένου και διαβρωμένου από την προπαγάνδα του «οίκαδε» στρατού επέρχεται ραγδαία. Σε λιγότερο από είκοσι μέρες, ούτε ένα ελληνικό στρατιωτικό τμήμα της πάλαι ποτέ ένδοξης στρατιάς δεν απομένει στη γη της Ιωνίας.
Ο αρχιστράτηγος Χατζηανέστης ανακαλείται. Ο Ύπατος Αρμοστής –ο έλληνας δηλαδή Υπουργός της Ιωνίας- Αριστείδης Στεργιάδης, αφού μετέφερε στο αγγλικό αντιτορπιλικό Iron Duke και την τελευταία καρέκλα του σπιτιού του, αναχωρεί υπό την προστασία βρετανικού αγήματος, που άνοιξε βίαια δρόμο ανάμεσα στο έξαλλο πλήθος των Σμυρνιών που τον καταριότανε, για την Ρουμανία κι από κει για τη Νίκαια της Νότιας Γαλλίας, όπου έζησε -σύμφωνα με την μαρτυρία του Πυρομάγλου- μισθοδοτούμενος από την Ιντέλλιντζενς Σέρβις μέχρι τον θάνατό του στην περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ο μοιραίος αυτός άνθρωπος, που επιλέχθηκε προσωπικά από τον Ελευθέριο Βενιζέλο αλλά έμεινε στο πόστο του και μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920 –μόνος αυτός απ’ όλο τον βενιζελικό κόσμο– εμπόδισε συνειδητά κάθε προσπάθεια των Ελλήνων της Μικρασίας να οργανωθούν οι ίδιοι αμυντικά. Τους απέκρυψε μέχρι τέλους την αλήθεια. Αρνήθηκε να τους δώσει όπλα. Κι ακόμη περισσότερο, έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να μη φύγουν έγκαιρα από την Σμύρνη, λέγοντας, με τον κυνισμό που τον διέκρινε –σύμφωνα με την καταγραφή του Δαφνή που ουδέποτε διαψεύστηκε-, στον νεαρό Γεώργιο Παπανδρέου: «Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξη ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα, θα ανατρέψουν τα πάντα».
 Η Σμύρνη στις φλόγες
Ο τουρκικός στρατός, υπό τον Νουρεντίν Μπέη, εισέρχεται στη Σμύρνη. Ο επίσκοπός της Χρυσόστομος –η μόνη Αρχή που έχει απομείνει στην πόλη– σέρνεται στο Διοικητήριο και παραδίνεται από τον ίδιο τον Νουρεντίν στον τουρκικό όχλο που τον λυντσάρει. Σκηνές φρίκης ακολουθούν.
Οι μαρτυρίες των ξένων είναι συγκλονιστικές. Λεηλασίες, σφαγές βιασμοί και κάθε είδους φρικαλεότητες σε βάρος Ελλήνων και Αρμενίων βυθίζουν τα πάντα στο αίμα. Η Σμύρνη τυλίγεται στις φλόγες. Το λιμάνι γεμίζει πτώματα κι απελπισμένους ανθρώπους, που με κάθε μέσο προσπαθούν να φτάσουν στα αγγλογαλλικά και αμερικανικά πολεμικά για να σωθούν. Οι διαταγές των συμμαχικών κυβερνήσεων προς τους κυβερνήτες των πλοίων τους ρητές: καμία ενέργεια που θα ενοχλούσε τους Τούρκους, τις τραγικές αυτές ώρες. «Αυστηρά ουδετερότης». Κι όμως, θα αρκούσε «μια οβίδα στο βρόντο πάνω από την τουρκική συνοικία -γράφει ο τότε πρόξενος των Ηνωμένων Πολιτειών Τζωρτζ Χόρτον-, για να συγκρατηθεί η θηριωδία των Τούρκων». Μα τα συμφέροντα είχαν στομώσει τις μπούκες των κανονιών του πανίσχυρου συμμαχικού στόλου.
Ευτυχώς για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τα επίσημα συμφέροντα αντιστάθμισε το θάρρος και η μεγαλοψυχία των ατόμων.  Αρκετοί σύμμαχοι ναύτες και στρατιώτες, με τις πράξεις τους έκαναν τους διοικητές τους να ντρέπονται. Ο αμερικανός Πρόξενος εσκεμμένα παραβίασε τις διαταγές της Κυβέρνησής του -που μοναδικό κίνητρο είχαν το εμπόριο με τη νέα κεμαλική Τουρκία– για να βοηθήσει τον χριστιανικό πληθυσμό. Ο αξιωματούχος της ΧΑΝ Ειζά Τζέννινγκς ουσιαστικά διοίκησε όλο τον ελληνικό εμπορικό στόλο του Αιγαίου, στη μεγάλη σωστική επιχείρηση των αμάχων, μολονότι όπως έλεγε: «το μόνο που ήξερα από καράβια, ήταν ότι σ’ αυτά πάθαινα ναυτία»! Παρ’ όλες όμως τις εθελοντικές τούτες προσπάθειες περισσότεροι ήταν οι χιλιάδες που χάθηκαν παρά που σώθηκαν.
 Απολογισμός 700 χιλιάδες νεκροί. Ενάμισι εκατομμύριο πρόσφυγες. Κι αμέτρητες οι χιλιάδες που παίρνουν τον δρόμο της ομηρίας προς το εσωτερικό της Ανατολίας. Μόνο από την περιοχή της Σμύρνης υπολογίζονται σε εκατόν πενήντα χιλιάδες οι άντρες 18 ως 45 χρονών που χάθηκαν σ’ αυτές τις μακρές, σιωπηλές μαρτυρικές πορείες χωρίς γυρισμό.
 Το τέλος
Μέσα στα αποκαΐδια, ο Κεμάλ Αττατούρκ μπαίνει θριαμβικά στην «Γκιαούρ Ισμίρ». Ο τουρκικός πληθυσμός τον αποθεώνει.
«Στα μέρη που τραγουδήθηκαν για πρώτη φορά τα ομηρικά έπη, εκεί που πρωτογράφτηκε ελληνικά το Ευαγγέλιο, εκεί που οι σοφιστές με την παλιά καλλιέπεια ανάθρεψαν τους πατέρες της εκκλησίας, εκεί που ανάβλυσε το μεσαιωνικό έπος του Ακρίτα κι απ’ όπου ορμούσαν ακατάβλητα οι λόγιοι του 17ου και 18ου αιώνα για να ξαναφτιάξουν το γένος, εκεί ούτε ένας Έλληνας πια δεν αναπνέει. Η πόλη των Αμαζόνων και του Τάνταλου σβήνει από τους χάρτες του κόσμου»
 Η πολυπολιτισμική της προσωπικότητα ποδοπατιέται. Το Κιάι, το Παραλλέλι, η Μπελαβίστα, οι Βερχανέδες, το Μπουλβάρ Αλιότι, οι Μεγάλες Ταβέρνες, ο Κουλές, τα Τράσα, η Αγιά Φωτεινή, η Αγία Κατερίνα, τα βαποράκια του Κορδελιού, το Τράμ της προκυμαίας που το ‘σερναν άλογα, τα μονά–ζυγά φυστίκια, τα πολιτάκια με τα σαντούρια, η Όπερα, οι κομψές πεταχτές κυρίες, ο φραγκομαχαλάς, οι μπάνκες, τα κονσολάτα, η μικρή φραγκολεβαντίνα Κλότα που αγάπησε στην εφηβεία του ο πατέρας μου, του Χατζηφράγκου, τα Εγγλέζικα, τα Μαλτέζικα, τα Αρμένικα, τα Σπιτάλια, ο Άγιος Κωνσταντίνος, ο Άγιος Νικόλαος, ο Άγιος Τρύφων, ο φούρνος της προγιαγιάς μου, η Λέσχη των κυνηγών, το Tennis Club, ολόκληρη η κάτω πόλη χάνεται στις φλόγες.
 Το όνομά της πεθαίνει και στη θέση του ξεφυτρώνει το άσημο Ισμίρ. Βέβαια, επειδή η οικονομία αντέχει πιότερο απ’ όλα τούτα, το όνομά της εξακολουθεί να επιζεί στο Διεθνές Εμπόριο, χάρις στα «Smyrna figs”, αυτή την εκλεκτότερη ποικιλία ξερών σύκων του αγγλοσαξωνικού κόσμου...
 Η έσχατη ελληνική κραυγή στην Ανατολή
Την ίδια ώρα, λίγο πιο έξω από τη Σμύρνη, κατά τα δυτικά, στον Τσεσμέ, τα υπολείμματα της νικημένης Ελληνικής Στρατιάς, μέσα σε μία και μόνη νύκτα, επιβιβάζονται στα καράβια. Ούτε μια κάσα υλικού, ούτε μια σφαίρα δεν απομένει στη στεριά, εκτός από τα μη απαραίτητα πια υποζύγια. Η διαταγή αμείλικτη, να εξοντωθούν για να μην πέσουν στα χέρια του Τουρκικού Στρατού.
Τα αθώα μουλάρια παρατάσσονται μπροστά στις μπούκες των πολυβόλων, μα πολλοί αξιωματικοί παρακούνε τη σκληρή διαταγή. Κι έτσι, όσα σώθηκαν, λαβωμένα, φοβισμένα, πάνε και στήνονται γύρω από τα λιγοστά πηγάδια, ακίνητα παθητικά και άβουλα, προσμένοντας κάποιον να νοιαστεί να σβήσει τη δίψα τους. Εικόνα τραγική, που έκανε τον νεαρό τότε αμερικανό πολεμικό ανταποκριτή Έρνεστ Χεμινγουαίη να γράψει μερικές υπέροχες σελίδες, θρηνώντας τούτα τα αθώα θύματα ενός ακόμη άδικου πολέμου.
Και η βαριά μέρα τελειώνει. Το σκοτάδι πέφτει αργά. Σιγή απλώνεται στην έρημη παραλία του Τσεμέ, με τους διπλομανταλωμένους στα σπίτια τους Τούρκους. Σιγή βασιλεύει και στα καράβια. Παράξενη, κατανυκτική. Σαν ένα σιδερένιο χέρι να έκλεισε με βία τριάντα χιλιάδες στόματα. Όλοι αμίλητοι, κρατώντας λες την ανάσα τους, κοιτούν τη μαύρη ακτή. Όλα τέλειωσαν. Αυτοί είναι οι τελευταίοι της καταστροφής. Έτοιμοι να αφήσουν πίσω τους τη νεκρή πια Ιωνία.
Και ξαφνικά, μέσα σ’ αυτή την απόλυτη σιωπή της νύκτας, από το επίτακτο «Κύκνος» όπου βρίσκεται ο νέος αρχιστράτηγος Πολυμενάκος με το επιτελείο του, μια σάλπιγγα αντηχεί, τραγικά συγκλονιστική, ανατριχιαστική στο συμβολισμό της, αδυσώπητη στη μελωδία της. Δεν σημαίνει ούτε παιάνα, ούτε έφοδο∙ σημαίνει, αλίμονο, τη «Θοδώρα», που στην στρατιωτική γλώσσα μεταφράζεται σε «αποχώρηση»!
Αυτό το σάλπισμα κλείνει μια ολόκληρη εποχή χιλιετηρίδων. Ήταν το πένθιμο αντίο στην πάλαι ποτέ ελληνική Ιωνία. Η έσχατη κραυγή στην Ανατολή. Το οριστικό τέλος ογδόντα σχεδόν χρόνων Μεγαλοϊδεατισμού!
Από το βιβλίο του Άλκη Ρήγου: Τα Κρίσιμα Χρόνια 1922- 1935, τομ. πρώτος, Παπαζήσης Αθήνα 1995, γραμμένο για τις ανάγκες και τις δεσμεύσεις του ομώνυμου ντοκιμαντέρ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: