Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

Μια παρέμβαση για τα γεγονότα της πλατείας Συντάγματος


του Δήμου Ε από το blog Aformi:
 
Την τελευταία εβδομάδα γινόμαστε μάρτυρες πρωτοφανών συγκεντρώσεων στην πλατεία Συντάγματος, από δεκάδες χιλιάδες πολίτες καθημερινά. Το καινοφανές έγκειται στο ότι πρόκειται για καθαρά αυθόρμητες κινητοποιήσεις, οι οποίες παρέκαμψαν τις παραδοσιακές κομματικές ή συνδικαλιστικές διαμεσολαβητικές δομές και κινητοποιήθηκαν μέσω των διαφόρων ψηφιακών κοινωνικών δικτύων (facebook, twitter, forums, κ.λπ.) αλλά και από στόμα σε στόμα.
Αυτό σε πρώτη ανάγνωση και πριν προλάβουμε να το βαφτίσουμε «κινητοποίηση του facebook», θα πρέπει να πούμε ότι ο εν λόγω τύπος κινητοποίησης (περικύκλωση της Βουλής -έξω από το κατεξοχήν κέντρο λήψης των πολιτικών αποφάσεων και λίκνο της αστικής δημοκρατίας) μάλλον ζυμωνόταν σαν ιδέα σε διευρυμένα (και ταξικά προσδιορίσιμα) κοινωνικά στρώματα κάποιο καιρό και μάλιστα φάνηκε ότι αποτελούσε κοινό τόπο (σχεδόν αδιαμφισβήτητο έχω την εντύπωση) η τροπικότητα και μορφή της διαμαρτυρίας. Προφανώς πηγή αυτής της σύλληψης ήταν οι καταλήψεις κεντρικών πλατειών στην Ισπανία και ιδιαίτερα η δυναμική κατάληψη της πλατείας Ταχρίρ από τον αιγυπτιακό λαό με συγκρουσιακά χαρακτηριστικά και απαράμιλλη επιμονή. Αναμφίβολα η νικηφόρα της κατάληξη (η αποπομπή του επί 30 συναπτά έτη προέδρου Μουμπάρακ) ενέπνευσε όλον αυτόν τον κόσμο που διαδηλώνει αυτές τις μέρες, προσφέροντάς του μια δυνητική νικηφόρα έκβαση.
Ωστόσο, το παράδοξο της όλης υπόθεσης αφορά το σκεπτικισμό, την απαξίωση ή την ακόμα και την εχθρότητα με την οποία υποδέχονται ένα σημαντικό τμήμα της Αριστεράς, τόσο κοινοβουλευτικής όσο και αντισυστημικής, τα γεγονότα των τελευταίων ημερών, έτσι όπως αποτυπώνεται από την αρθρογραφία στα διάφορα μπλογκ αλλά και στις συζητήσεις στους κόλπους των αριστερών και αντιεξουσιαστικών πολιτικών οργανώσεων. Πρόκειται για παράδοξο και αντίφαση στο βαθμό που ο εν λόγω πολιτικός χώρος αναφέρεται στις μαζικές διαδηλώσεις ως κυρίαρχο μοντέλο πολιτικής παρέμβασης, προσδίδει βαρύτητα και ιεραρχεί ως πρώτιστο καθήκον την προώθηση και ριζοσπαστικοποίηση των εξωθεσμικών κινημάτων και τέλος επιδιώκει να οικοδομεί μια τέτοια πολιτική ηγεμονία εντός τους με τελικό ορίζοντα τον επαναστατικό κοινωνικό μετασχηματισμό. Αν διατυπώσουμε την προηγούμενη πρόταση ως υπόθεση εργασίας, θα συμπέραινε κανείς ότι αυτήν τη στιγμή παρουσιάστηκε μια χρυσή και -γιατί όχι ανέλπιστη- ευκαιρία στην Αριστερά για επιτάχυνση της αναδιάταξης των ταξικών συσχετισμών δυνάμεων υπέρ της εργασίας.
Παρόλα αυτά, υπάρχουν μια σειρά λόγοι κατά τη γνώμη μου, που συντείνουν σε αυτή τη σαστισμένη και αμήχανη -στην καλύτερη περίπτωση- στάση της Αριστεράς. Εξ όσων τουλάχιστον έχω καταφέρει να σταχυολογήσω αυτοί αφορούν την κοινωνική σύνθεση των διαδηλωτών, τα χαρακτηριστικά της αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση στις συγκεντρώσεις, την αστοχία της επιλογής μιας υποτιθέμενης «μηχανιστικής» μεταφοράς της πρακτικής «Ταχρίρ» στην ελληνική πολιτική σκηνή της πάλης των τάξεων, την έλλειψη a priori καθοδήγησης και οργάνωσης των εκδηλώσεων αυτών και επιπρόσθετα σε μια σειρά παθογένειες της ελληνικής Αριστεράς (επαναστατικής και μη), αιτία την οποία θα αφήσω για το τέλος, μια που την αξιολογώ ως σπουδαιότερη όλων. Θα προσπαθήσω να επιχειρηματολογήσω σε όλα τα πιο πάνω σημεία και να διερευνήσω παράλληλα τα χαρακτηριστικά της εμπειρίας της προηγούμενης εβδομάδας.


Κοινωνική σύνθεση των διαδηλώσεων
Οι διαδηλωτές απαρτίζονται κυρίως από ένα μεγάλο τμήμα της νεολαίας -της επισφαλούς εργασίας (γενιά των 500 και 600 Ευρώ) αλλά και πολλών μαθητών και φοιτητών- όπως επίσης σημαντική είναι η παρουσία στρωμάτων της μικροαστικής τάξης (πολλοί από αυτούς που κωδικοποιημένα αποκαλούνται «νοικοκυραίοι») και τέλος αρκετοί συνταξιούχοι. Επομένως, καταρχήν και υπό τον όρο αποδοχής της περιγραφής της παραπάνω κοινωνικής σύνθεσης, η Αριστερά πρέπει να εγκληθεί έντονα να δηλώσει ηχηρή και μαζική παρουσία και να παρέμβει, αφού πρώτα και κύρια, σημαντικό τμήμα της εργατικής τάξης συμμετέχει ενεργά (και αναφορικά με τη θέση της στην καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία, αποτελεί προνομιακό έδαφος για ριζοσπαστικοποίηση). Επιπλέον όμως, η παρουσία μερίδων της μικροαστικής τάξης, όχι μόνο δεν πρέπει να φοβίζει ή να απαξιώνεται, αλλά αντιθέτως πρέπει να συνιστά πρόκληση για την Αριστερά, γιατί όσο και αν δε μας αρέσουν τα κοινωνικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά της εξαιρετικά ετερογενούς μικροαστικής τάξης, ας μην ξεχνάμε ότι αποτελούν τη λυδία λίθο της επανάστασης, η οποία, ως γνωστό από το Μαρξ, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αποκλειστικά και μόνο από το προλεταριάτο, αλλά περνάει μέσα από τις συμμαχίες που θα κατορθώσει να συγκροτήσει με αυτήν την τάξη με ηγεμονικό τρόπο (αν βέβαια μιλάμε για μια πολιτική συγκυρία που κυοφορεί επαναστατικές δυνατότητες). Πεδίον δόξης λαμπρόν συνεπώς.


Το πολιτικό πλαίσιο των κινητοποιήσεων
Εν συνεχεία, έχουν ακουστεί και πολύ σοβαρές ενστάσεις γύρω από το ζήτημα των πολιτικών χαρακτηριστικών, του πλαισίου και της στοχοθεσίας αυτών των συγκεντρώσεων. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λάβουμε πολύ σοβαρά δύο παράγοντες υπόψη μας, ως συντεταγμένες που οροθετούν τη συζήτηση.
Πρώτον, ότι είναι εξαιρετικά αναμενόμενο σε ένα κοινωνικό υποσύνολο, το οποίο δεν έχει κινητοποιηθεί ποτέ, δεν έχει συμμετάσχει σε συνέλευση ποτέ, απορρίπτει σε όλη του τη ζωή το συλλογικό δρόμο διεκδίκησης και διαπνέεται από αισθήματα ατομικισμού, οι εκδηλώσεις να μη λαμβάνουν τις μορφές τις οποίες η Αριστερά αντιλαμβάνεται ως οικείες και διαχειρίσιμες. Είναι λογικό λοιπόν, σε ένα πρώτο επίπεδο, οι συγκεντρώσεις που διεξάγονται αδιαμεσολάβητα, παρακάμπτοντας τις αριστερές οργανώσεις, χωρίς τη γνώριμη απεργιακή οδό, να λάβουν στην αρχή τουλάχιστον χαρακτηριστικά, μη επικίνδυνα πολιτικά, ειρηνικής και μόνο αντιπαράθεσης, ελάχιστη συνθηματολογία, εύκολα ενσωματώσιμες πρακτικές σε κυρίαρχα ιδεολογικά σχήματα, έλλειψη οποιουδήποτε πολιτικού σχεδίου, ακόμα και ενός συντηρητισμού της επίκλησης του δήθεν «προδομένου αδιαίρετα έθνους» που κραδαίνει υπερήφανα τις ελληνικές σημαίες. Αντί λοιπόν να στηλιτεύει αυτήν την κατάσταση η Αριστερά, θα έπρεπε να την αναμένει, αφού διαθέτει τα πολιτικά εργαλεία να εκτιμήσει τα χαρακτηριστικά που μπορεί να λάβει κάτι το οποίο δεν περνάει μέσα από τη δική της οργάνωση και πολιτική ζύμωση. Μόνο έκπληξη δε θα έπρεπε να προξενεί, αντιθέτως η Αριστερά οφείλει να την κρίνει ως τη στιγμή εκείνη που «πρέπει να αρπάξει την ευκαιρία από τα μαλλιά» και να διεκδικήσει τον αριστερόστροφο μετασχηματισμό αυτής της κατάστασης.
Επίσης, δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει το γεγονός ότι όλος αυτός ο κόσμος δεν θα μπορούσε να γεμίσει τους δρόμους εκδηλώνοντας συλλήβδην ριζοσπαστικές, συγκρουσιακές διαθέσεις με οργάνωση και κλιμάκωση, αφού εάν αυτό μπορούσε να πραγματοποιηθεί, τότε πρωτίστως η κυβέρνηση θα έπρεπε να είχε ήδη πέσει (τουλάχιστον) και ο ρόλος της επαναστατικής Αριστεράς θα ήταν από καιρό περιττός. Αυτό είναι κάτι που θέλει πεισματώδη δουλειά, παρέμβαση και υπομονή και σίγουρα δεν είναι απλή υπόθεση. Ο ρόλος της πολιτικής πρωτοπορίας τελικά είναι αυτός: Δεν είναι μόνο να εντάξει μέλη στις γραμμές του πολιτικού οχήματος σε μια γραμμική και αναμφισβήτητη πορεία προς την επανάσταση, αλλά κυρίαρχα το να μπολιάσει τις μάζες με την προοπτική της, να παρέμβει στις συνειδήσεις συγκροτώντας θύλακες αντι-ιδεολογίας, να δώσει εναλλακτική προοπτική, να εμπνεύσει, να καταστεί ο Ηγεμόνας της κοινωνίας, ο πολιτικός ενοποιός των συμφερόντων των υποτελών κοινωνικών τάξεων και η συνεκτική τους ραχοκοκαλιά, χωρίς προϋποθέσεις μάξιμουμ πολιτικών δεσμεύσεων και οργανωτικών στρατολογήσεων. Η ηγεμονία που κερδίζει η αντισυστημική Αριστερά έχει πολλά επίπεδα και σε τελική ανάλυση πρέπει να την ενδιαφέρει να διαμορφώσει μια γραμμή των μαζών και να μη φοβάται το κατά πόσο θα μπορέσουν όλοι να αποδεχτούν τις προωθημένες θέσεις της στο ακέραιο, αλλά το κατά πόσο θα μπορέσουν να ακολουθήσουν σε ένα ενιαίο πολιτικό σχέδιο που θα διαθέτει πολλούς αναβαθμούς ένταξης.


Απλές ειρηνικές συγκεντρώσεις
ή εκρηκτική δυναμική
Μία σημαντική ένσταση αφορά στον απόλυτα ειρηνικό χαρακτήρα των συλλαλητηρίων που κατακρίνεται και πάλι ως πολιτικά ατελέσφορος και εύκολα ενσωματώσιμος. Είναι λογικό ωστόσο πάλι να περιμένουμε ότι ο πολύς κόσμος που κατεβαίνει στους δρόμους αυτές τις μέρες είναι ευάλωτος στην αστική ιδεολογία των ειρηνικών αντιπαραθέσεων που τις καθιστά ακίνδυνες για το συνασπισμό εξουσίας. Από την άλλη πλευρά, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας και την άλλη όψη του νομίσματος: Αυτή τη στιγμή, όλος ο αστισμός ποντάρει στη λειτουργία του εν λόγω κινήματος ως «μαξιλαράκι» ασφαλείας από μία δυναμική σύγκρουση-αναμέτρηση με έναν ευρύ λαϊκό συνασπισμό και επενδύει πάνω του σα βαλβίδα εκτόνωσης των τεράστιων αποθεμάτων λαϊκής οργής (επειδή γνωρίζει ότι είναι αδύνατο να προχωρήσει στις αναδιατάξεις κοινωνικών συσχετισμών υπέρ του, μόνο με την άσκηση στυγνής καταστολής ειδικά σε μία δυτική δημοκρατία). Παράλληλα, οι ιδεολογικοί μηχανισμοί της άρχουσας τάξης (ιδίως ΜΜΕ) επιμένουν να αναδεικνύουν και να εξυμνούν τον ειρηνικό χαρακτήρα και γενικά τις πιο συντηρητικές-αντιδραστικές πτυχές των κινητοποιήσεων, με στόχο να αφοπλίσουν τη δυναμική τους και να τις δεσμεύσουν σε αστικά κανάλια.
Αυτή η προβολή ωστόσο, στο σύνολό της, δείχνει και μία έντονη ανησυχία του κυρίαρχου μπλοκ εξουσίας να αναχαιτίσει τη κρυφή ακόμα αλλά ανεξέλεγκτη δυναμική του πράγματος. Μπορούν να την αποκρυπτογραφήσουν, για αυτό προσπαθούν να την ιδιοποιηθούν ιδεολογικά. Να ανακόψουν πάνω από όλα την εμβέλεια και νομιμοποίηση των αριστερών και γενικότερα των μάχιμων κοινωνικών πρακτικών σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα και σταδιακά να τα πιέσουν και να τα εγκαλούν στη βάση που τα δέσμευσαν. Η ανησυχία αυτή γίνεται έκδηλη, αν διαβάσει κανείς τις δύο τελευταίες παραγράφους του άρθρου του -Νο1 πολιτικού «λαγού» της ελληνικής αστικής τάξης- Πρετεντέρη, στο «Βήμα» της Παρασκευής (http://redwildwind.blogspot.com/2011/05/blog-post_4175.html).
Τελευταίο σχόλιο για τον ειρηνικό χαρακτήρα των κινητοποιήσεων: Πεποίθησή μου είναι ότι στο μέτρο που θα συνεχιστούν σε βάθος χρόνου, η άρχουσα τάξη θα γίνεται όλο και πιο ανελαστική απέναντι σε αυτό το κίνημα που μέχρι ώρας καθαγιάζει, στην αρχή ασκώντας πιέσεις μέσω των ιδεολογικών της μηχανισμών και εν συνεχεία, αν αυτό αποτύχει, εφαρμόζοντας κατασταλτικές λύσεις. Ας μην έχουμε αμφιβολία επ’ αυτού: Όλο αυτό ήρθε να εδραστεί και να εκτυλιχθεί σε ένα ήδη εκρηκτικό πεδίο ταξικής πάλης, μετά από 1,5 χρόνο μαζικών και σφοδρών απεργιακών και κοινωνικών συγκρούσεων, που πυροδότησαν οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές του μνημονίου και της τρόικας. Τα ίδια δε συνέβησαν άλλωστε το περασμένο Σάββατο στην πλατεία Puerta Del Sol, χωρίς μάλιστα να έχει προηγηθεί ανάλογος κοινωνικός αναβρασμός το προηγούμενο διάστημα;


Η ανεπάρκεια των ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ
Δεν πρέπει επίσης να αμελήσουμε να αξιολογήσουμε το ότι η ανάγκη που αισθάνθηκε όλος αυτός ο κόσμος να κινητοποιηθεί και μάλιστα με επίμονες και επαναλαμβανόμενες συγκεντρώσεις σε καθημερινό επίπεδο. Μοιάζει να λειτουργεί σαν «υποκατάσταση» των απεργιών που θα έπρεπε να πραγματοποιούνταν απέναντι σε αυτά τα αντιλαϊκά μέτρα. Παρά το γεγονός ότι έχουν διοργανωθεί γύρω στις 10 γενικές απεργίες το τελευταίο χρόνο, οι ξεπουλημένες συνδικαλιστικές ηγεσίες της ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ είναι τόσο ανεπαρκείς που αφήνουν ένα τεράστιο κενό αναφορικά με τη διάρκεια και την κλιμάκωση του αγώνα. Το καθημερινό κάλεσμα λοιπόν, των «αγανακτισμένων» στην πλατεία Συντάγματος, έχει να κάνει με τη βούληση των διαδηλωτών να δώσουν έναν αγώνα διαρκείας – έστω και με αυτά τα χαρακτηριστικά – τον οποίο δε διεξάγουν οι αστικοποιημένοι γραφειοκρατικοί συνδικαλιστικοί θεσμοί, οι οποίοι δεν πρόκειται και να προχωρήσουν ποτέ σε μια τέτοιου τύπου στρατηγική. Έτσι, πολύ πρόχειρα, παρατηρούμε πως οι «απαίδευτες και καθυστερημένες μάζες» διαθέτουν ένα οξυμένο πολιτικό αισθητήριο, να διαμορφώσουν από μόνες τους, έναν από τους όρους της αντιπαράθεσης με νικηφόρα προοπτική στη σαρωτική επίθεση του κεφαλαίου.


Η συνέλευση της πλατείας:
Νέες κινηματικές δομές γεννιούνται
Το δεύτερο μα ιδιαίτερα αξιοσημείωτο στοιχείο είναι η σχετική διαφόριση που υπάρχει τις τελευταίες μέρες στις τάξεις των διαδηλωτών. Η αναπόφευκτη αυτοοργάνωση και αυτοδιεύθυνση που συνέλαβαν οι διαδηλωτές διαμόρφωσε δύο διακριτά, αλλά όχι και ανταγωνιστικά (ή στεγανοποιημένα) μεταξύ τους συλλογικά μορφώματα. Η συνέλευση είναι κατά την άποψή μου η πιο ευχάριστη και πιο ελπιδοφόρα όψη αυτών των κινητοποιήσεων. Είναι η προσπάθεια να ανιχνευθεί η οργανωτική αναβάθμιση του εγχειρήματος, να επεξεργαστεί ζητήματα πολιτικά και ιδεολογικά με τη δική της αυτόνομη δομή και έχει σαφώς πολύ πιο ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά από τους «πάνω». Αυτό οφείλεται εν πολλοίς και στην κοινωνική σύνθεση των ατόμων που λαμβάνουν μέρος στη συνέλευση, που είναι κυρίως νέοι άνεργοι, φοιτητές και μαθητές, αλλά και χαμηλόμισθοι νεαροί εργαζόμενοι, οι οποίοι εμπνέονται από την προσπάθεια και την αγκαλιάζουν.
Η συμμετοχή της επαναστατικής Αριστεράς στις συνελευσιακές διαδικασίες της πλατείας έδωσαν ριζοσπαστικό και συχνά αντικαπιταλιστικό πρόσημο στην πολιτική στοχοθεσία και αποφάσεις τους. Η συνδιαμόρφωση με τους μη οργανωμένους ανθρώπους που έβαλαν πλάτη να χτιστεί πρωτοβουλιακά αυτή η συνέλευση άμβλυνε την αρχική αποστροφή προς τις οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις και παράλληλα κερδίζει βαθμιαία την εμπιστοσύνη αυτού του κόσμου. Υπήρξε δε καθοριστική, στο βαθμό που μέσα σε τρεις μόλις μέρες, η αρχική διακήρυξη της συνέλευσης (που ήταν πολύ ετερογενής πολιτικά), απέκτησε συνοχή και αριστερές και επιθετικές πολιτικές αιχμές. Ενδεικτικό για το πόσο δεκτικός είναι ο κόσμος στην υιοθέτηση προωθημένων αιτημάτων, αποτελεί το ότι στη συνέλευση του Σαββάτου ψηφίστηκε να δουλευτεί από όλα της τα μέλη σε όλες τις γειτονιές και κοινωνικούς χώρους η γραμμή της γενικής πολιτικής απεργίας (η καθολική απεργία των εργαζομένων μέσω της οποίας απαιτούν πολιτειακή μετάβαση, σα να λέμε κοινωνική επανάσταση)!
Επιπρόσθετα, το πιο εντυπωσιακό από όλα είναι οι δομές που επιχειρεί να χτίσει αυτή η μαζική συλλογική διαδικασία. Δομές που θέλουν να οργανώσουν, να παγιώσουν και να μεταφέρουν παντού αυτό που σήμερα λέγεται «συνέλευση της πλατείας». Στην κατεύθυνση αυτή λοιπόν, την Κυριακή το βράδυ ψηφίστηκαν μία σειρά από ομάδες εργασίας, όπως ομάδα για το λογιστικό έλεγχο του χρέους, ομάδα για στήριξη των ανέργων, ομάδα παροχής βοήθειας νομικών ζητημάτων, ομάδα φοιτητών, μαθητών και το πιο συγκινητικό ομάδα εργασίας για άτομα με ειδικές ικανότητες (πέρα από τις ομάδες περιφρούρησης, καθαριότητας, επικοινωνίας, κλπ). Αυξημένος βαθμός αυτοοργάνωσης και ραγδαία ριζοσπαστικοποίηση θα μπορούσε κάποιος να ονομάσει το φαινόμενο των τελευταίων ημερών. Τέτοιες δομές παραπέμπουν στις λαϊκές δομές της «εαμικής εμπειρίας» του 1943-44 (εμβρυακά και σπερματωδώς βέβαια και πολύ μακριά από το πολιτικά προχωρήματα της εντελώς διαφορετικής εκείνης περιόδου), βέβαια με ένα εξαιρετικά τοπικό και όχι διευρυμένο χαρακτήρα. Θα ήθελα να τονίσω ότι ειδικότερα η συγκρότηση ομάδας για τα άτομα με ειδικές ικανότητες, είναι κάτι που υπερβαίνει κατά πολύ την ίδια την Αριστερά, η οποία ως επί το πλείστον αναλώνεται και ταυτόχρονα υποτιμάει τα ζητήματα δευτερευουσών αντιθέσεων του καπιταλισμού. Συχνά οι μάζες προπορεύονται των πολιτικών υποκείμενων που επιδιώκουν να εκφράσουν τα συμφέροντά τους. Μία τέτοια περίπτωση είναι και αυτή θεωρώ και μάλιστα διαθέτει ένα γνήσιο μετανεωτερικό χαρακτήρα, μια που ενδιαφέρται για την εκφορά λόγου στους περιεκτικά αποκλεισμένους της κοινωνίας, τους homines sacri – ανάπηρους, κωφάλαλους, κλπ – μια πολιτική πρακτική που μας παραπέμπει κατευθείαν στο Φουκώ και τον Αγκάμπεν.
Εντύπωσή μου είναι εντέλει, πως έμμεσα εγγεγραμμένη στον ιδεότυπο των συγκεντρώσεων και ιδίως στην ταχεία ριζοσπαστικοποίηση του «κάτω τμήματος» είναι και οι κοινωνικές πρακτικές των κινημάτων της τελευταίας πενταετίας, του φοιτητικού κινήματος 2006-07, του Δεκέμβρη του 2008 και φυσικά των περσινών απεργιακών αγώνων. Έχω την πεποίθηση ότι έχουν μια έμμεση επιτελεστική δυνατότητα και επίπτωση σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, που δύναται να ενεργοποιείται πολύ δημιουργικά, σε περιστάσεις έντονης κοινωνικής πόλωσης σαν αυτή σήμερα στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Είναι αυτή η οικειοποίηση των κινηματικών παραστάσεων που βοηθάει στην επιτάχυνση της πολιτικοποίησης της μεγάλης αυτής μερίδας των διαδηλωτών.


Η στάση των πολιτικών πρωτοποριών
Ένα από τα σπουδαιότερα ζητήματα αποτελεί η διστακτική στάση της Αριστεράς, κυρίως της κοινοβουλευτικής της πτέρυγας (ΚΚΕ), του αντιεξουσιαστικού χώρου, αλλά και πληθώρας μεμονωμένων αγωνιστών της επαναστατικής Αριστεράς. Μία στάση, η οποία χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα από απαξίωση και υποτίμηση των παρατεταμένων πολιτικών γεγονότων και από έναν ορισμένο ελιτισμό, που αφορά την αποδοκιμασία της συντηρητικής απόρριψης των κομματικών ταυτοτήτων στην πλατεία Συντάγματος, όπως επίσης και άλλα χαρακτηριστικά, σαν την απόρριψη της «ξύλινης γλώσσας» και το απολίτικο των εκδηλώσεων.
Γνώμη μου είναι ότι θα έπρεπε να θεωρούν αυτονόητο οι επαναστατικές δυνάμεις ότι ο «απολίτικος» (σε εισαγωγικά, γιατί τίποτα δεν εκφεύγει του πολιτικού – επιχειρηματολόγησα πιο πάνω σε σχέση με αυτό) χαρακτήρας των εκδηλώσεων θα ήταν δεδομένος, αφού αυτές πραγματοποιήθηκαν ερήμην των δυνάμεων που θα μπορούσαν να πολιτικοποιήσουν τις κοινωνικές αντιστάσεις μέσω των δομών που παρεμβαίνουν (σύλλογοι, συνδικάτα, συνελεύσεις, οργανώσεις).
Δεύτερον, σημαντικός παράγοντας είναι ο εγγενής ελιτισμός αυτού του χώρου – του κατόχου της Αλήθειας – που εύκολα υποτιμάει τις διαθέσεις και την πολιτική νοημοσύνη των μαζών. Αναφέρεται και αντλεί τη νομιμοποίησή του από αυτές για να τους επιστρέψει σε μια τόσο κομβική πολιτική συγκυρία, απαξίωση ή αδιαφορία. Η στάση αυτή βέβαια μπορεί να αναχθεί τόσο στον κατακερματισμό της Αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου, όσο κυρίως στη συντριπτικά μικροαστική κοινωνική σύνθεση του δοσμένου πολιτικού χώρου. Ήρθε η ώρα να αφήσουμε πίσω μας αυτές τις αναντίστοιχες ιστορικά πολιτικές πρακτικές.
Τρίτον, οι διαδηλωτές προέρχονται από κοινωνικές μερίδες, οι οποίες δεν έχουν ή δεν είχαν ποτέ συνδικαλιστική έκφραση/εκπροσώπηση ή δεν νομιμοποιείται στα μάτια τους η παραδοσιακή «εργατοπατερική» συνδικαλιστική οργάνωση και διεκδίκηση (πολλώ δε μάλλον είναι ιστορικά χρεοκοπημένη), ώστε να έχουν παραστάσεις από πιο συντεταγμένες κοινωνικές συγκρούσεις με τον καπιταλισμό και αυτό αφήνει ένα κενό, το οποίο θα καλύψει πολύ προφανώς -όπως ειπώθηκε- η Αριστερά, για αυτό είναι επιτακτική και η παρουσία της εκεί και το μπόλιασμα του κόσμου με τις επαναστατικές της ιδέες.
Τέλος, το αντι-κομματικό στοιχείο είναι συναφές δύο παραγόντων: Αφενός, της στοχοποίησης των αστικών κομμάτων εξουσίας (ΠΑΣΟΚ-ΝΔ) ως πηγή των δεινών που βιώνουν οι λαϊκές μάζες από την εφαρμογή αντιλαϊκών πολιτικών και γενικότερα του συστήματος του οποίου σημαίνον είναι ο δικομματισμός. Αφετέρου, μπορούμε να ανιχνεύσουμε και ισχυρές επιφυλάξεις απέναντι σε αριστερές οργανωμένες δυνάμεις και αυτό δεν πρέπει να το αφήσουμε δίχως ανάλυση και αξιολόγηση, προβάλλοντας μόνο τον αντι-οργανωτισμό του αυθόρμητου, που έχει κοντά ποδάρια, κ.λπ.. Είναι ένα μήνυμα οροθέτησης του τρόπου παρέμβασης της Αριστεράς και όχι κάποιας απόρριψης στην ουσία. Η Αριστερά πρέπει να αναγνωρίσει στα πολιτικά χαρακτηριστικά (που καυτηριάζει ως μικροαστικά ή αντιδραστικά ή οτιδήποτε άλλο) αυτού του κινήματος, αντανακλάσεις των δικών της ευθυνών που τη βαραίνουν, τόσο εξαιτίας του ιδιαίτερου της καθοδηγητικής της σχέσης με τις μάζες όσο και με τις λανθασμένες ιστορικές επιλογές, που άφηναν έωλο και ακάλυπτο το λαϊκό επαναστατικό κίνημα.
Είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για την Αριστερά να κάνει έμπρακτα με την ισότιμη συμμετοχή της στις συνελεύσεις και το σεβασμό που θα επιδείξει στις διαδικασίες που ξεπήδησαν από τον «απλό» κόσμο αυθόρμητα και απροσδόκητα, να επανεφεύρει τη σχέση της με τα λαϊκά στρώματα. Η σημερινή συγκυρία είναι μία πρόβα τζενεράλε για να κερδίσει εκ νέου την εμπιστοσύνη των κυριαρχούμενων τάξεων συνολικά. Το κοντέρ έχει σχεδόν μηδενίσει και απαιτείται από την Αριστερά να επινοήσει νέου τύπου σχέσεις με τις μάζες και νέους τρόπους καθοδήγησής τους. Πρέπει να μείνουμε πιστοί στη μαοϊκή ρήση «να ξεκινάμε από τις μάζες και να καταλήγουμε σε αυτές» και όχι να τη χρησιμοποιούμε σαν κενό γράμμα. Το να επενδύσει σφαιρικά ένας λαϊκός συνασπισμός δυνάμεων σήμερα στην επαναστατική Αριστερά, προϋποθέτει κυρίως για αυτήν (στην περίοδο της «μεταμοντέρνας» πολιτικής), να τροποποιήσει ολοσχερώς τη διαπαιδαγωγητική – και εν τέλει εξουσιαστική – σχέση με τις μάζες που απολογείται στο σχήμα αποκάλυψη της μυστικοποιημένης και αλλοτριωμένης Αλήθειας και εισαγωγή της απέξω στον αδαή λαό, και να επιδιώξει τη συνάντηση και τη συνδιαμόρφωση με αυτόν. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα πρέπει η Αριστερά να υιοθετήσει τέτοιες μορφές ευελιξίας, οι οποίες θα περιλαμβάνουν με κάποιον τρόπο όλη αυτή την ιστορική αποκρυστάλλωση των δικαιολογημένων αμφιβολιών των μαζών απέναντί της. Για το λόγο αυτό, πάλι η φράση του Μάο «να κινούμαστε σαν το ψάρι στο νερό» περιγράφει το επίκαιρο και αναγκαίο αυτού του καθήκοντος.
Επιπλέον, όταν προσάπτει ο κόσμος στην Αριστερά προσπάθειες «καπελώματός» του, ουσιαστικά εκείνη τη στιγμή ανθίσταται στο διδακτισμό της, που εν ολίγοις επιθυμεί να τον εντάξει ασφυκτικά στα αδιαμφισβήτητα στρατηγικά της σχήματα. Ακόμα και η «ξύλινη γλώσσα» που πλείστοι όσοι ταυτοποιούν στο λόγο της Αριστεράς, αποτελεί τη ρηματική συμπύκνωση εκείνης της μορφής λόγου που είναι στιβαρά σπονδυλωμένη γύρω από κάποια εξουσιαστικού τύπου πρακτική (όσο πιο δύσκολα την κατανοείς τόσο περισσότερο απομακρύνεσαι από τη συμμετοχή στη διαμόρφωση της πολιτικής και η χάραξή της περιέρχεται στα χέρια ολιγάριθμων πολιτικών κέντρων). Από εκεί και πέρα, αυτό το αξιοποιούν στο έπακρο οι κρατικοί ιδεολογικοί μηχανισμοί, για να απαξιώσουν συνολικότερα τη δράση της επαναστατικής Αριστεράς και να την αποσυνδέσουν από τις πλατιές λαϊκές μάζες.
Βέβαια, η συγκεκριμένη κριτική αφορά κυρίως το ΚΚΕ και μία ολόκληρη ιστορική παράδοση της πολιτικής της Τρίτης Διεθνούς (και του σταλινικού μοντέλου κόμματος), η οποία ωστόσο αντανακλάται σε όψεις και της επαναστατικής Αριστεράς και είναι εύλογο ο κόσμος να αντιμετωπίζει τις οργανώσεις της ως μερικούς κληρονόμους αυτής της παράδοσης. Αρκεί αυτό να γίνεται με διαφορετικό τρόπο: Η Αριστερά πλέον δε θα φοβάται αλλά θα επιδιώκει να συναντιέται, να συνευρίσκεται, να τέμνεται, να εφάπτεται με όλες αυτές τις πρωτοβουλίες, σεβόμενη την σχετική αυτοτέλεια των αυθόρμητα κινητοποιούμενων μαζών, επινοώντας έτσι τον εαυτό της από την αρχή και συγκροτώντας τους όρους για μία νέα ευρεία επένδυση πολιτικής εμπιστοσύνης πάνω της. Αυτό είναι ένα από τα ιστορικά καθήκοντα της εποχής και ουδόλως μεταφράζονται σε παραίτηση της Αριστεράς από τη διεκδίκηση της ηγεμονίας, αντιθέτως διερεύνησή της με ευνοϊκότερες προϋποθέσεις.


Μία νέα αισιοδοξία της βούλησης γεννιέται
Ιδιαίτερα λοιπόν σήμερα, είναι μια σημαντική ευκαιρία και αυτό μπορούν να το αντιληφθούν όσοι πέρασαν έστω και λίγο από τη συνέλευση: Συνιστά μια εμπειρία που μπορεί να ανασυνθέσει εκ βάθρων την Αριστερά από τη μία και ένα πρωτόγνωρο και καινοτόμο χωνευτήρι πολιτικού προβληματισμού και πειραματισμού από την άλλη, από το οποίο μπορούν να ξεπηδήσουν νέες μορφές αντίστασης. Η Αριστερά μπορεί να συμβάλλει καθοριστικά σε αυτή τη διαδικασία και διασταυρούμενη με όλες αυτές τις πρωτοβουλίες και να ψηλαφίσει νέα επαναστατικά μονοπάτια. Απεμπολώντας το δεσμευτικό των κλασικών μοντελοποιήσεων των επαναστάσεων του 20ου αιώνα (που αν δε βαίνουν σε αυτόν το δρόμο τότε αντιτίθενται στην «αναγκαία και σιδηρά ιστορική εξέλιξη») και βέβαια αγκαλιάζοντας θετικά αυτήν την υπόθεση και καταθέτοντας όλες της τις δυνάμεις, μπορεί να βαθύνει αποφασιστικά το ρήγμα που προκύπτει από αυτήν. Μπορεί λοιπόν, αυτό που σήμερα είναι δυνατότητα να το μετασχηματίσει σε υλική πραγματικότητα. Και είναι τέτοιες οι δυνατότητες αυτού του ιστορικού κόμβου, που αν η Αριστερά τελικά απόσχει και όλο αυτό δεν οδηγήσει πουθενά, τότε οι αιτίες απουσίας δε θα αποτελούν τίποτα πέρα από την κυνικά αυτοεκπληρούμενή προφητεία της όλης αποτυχίας.
Συμπερασματικά, για μία ακόμα φορά είναι δουλειά της Αριστεράς να δώσει πιο μαχητικά χαρακτηριστικά στις εκδηλώσεις αυτές, να ενδυναμώσει τις λαϊκές συνελεύσεις που διεξάγονται καθημερινά, να μεριμνήσει και να συμβάλλει στην οργάνωση των μαζών που συμμετέχουν σε αυτές, στη θωράκισή τους απέναντι στην κρατική καταστολή και στην καθοδήγησή τους. Αυτή η τελευταία, θα περνά αποκλειστικά και μόνο μέσα από τη πολιτικοποίηση και τη ριζοσπαστικοποίηση του κόσμου, την κωδικοποίηση και διατύπωση των πολιτικών αιτημάτων σε ένα πρώτο χρονικό διάστημα. Σε ένα επόμενο διάστημα όμως, να φροντίσει για το ρίζωμα της κεντρικής αυτής αντιπαράθεσης σε όλους τους κοινωνικούς χώρους (την αποκέντρωση δηλαδή αυτού του κινήματος) και να χαράξει μάχιμο πολιτικό βηματισμό κλιμάκωσης και μαζικοποίησης, που θα πρέπει να ερείδεται αναμφισβήτητα στη σύνδεση του πολύμορφου αυτού ως τώρα κινήματος με το εργατικό κίνημα και τις μορφές του (καταλήψεις κτηρίων, απεργίες, διαδηλώσεις), απαραίτητος όρος για μια αξιόπιστη επαναστατική στρατηγική.
Τέλος, αν η παρατεταμένη κινηματική αυτή κατάσταση είναι ρευστή, ανοιχτή και απρόβλεπτη είναι γιατί ο κόσμος ακόμα δεν έχει κατορθώσει να αποσαφηνίσει τις σημαίνουσες πληρώσεις των σημαινόντων που χρησιμοποιεί. Παρόλα αυτά, το κίνημα αυτό μετέρχεται κυρίως των κενών σημαινόντων, με πιο χαρακτηριστική τη χρήση της αιχμής «πραγματική δημοκρατία». Αυτό απορρέει από το ότι η δεδομένη πολιτική μορφή αστικής ταξικής κυριαρχίας παραπαίει, το κενό πολιτικής εκπροσώπησης είναι τεράστιο, οπότε κομβικές έννοιες της αστικής ιδεολογικής ηγεμονίας όπως «δημοκρατία», «κράτος», «πολιτική» απεκδύονται του πάγιου σημαίνοντος περιεχομένου τους και αναδύεται η δυνατότητα αναπροσδιορισμού τους. Αυτή την πολιτική ιδιοποίηση των πιο κρισίμων κενών σημαινόντων είναι που πρέπει να αναλάβει να διεκπεραιώσει το επαναστατικό υποκείμενο, προσδιορίζοντας επαναστατικά το αφηγηματικό τους περιεχόμενο. Αυτή είναι η -κατά το Λακλάου- μια πολύ σημαντική όψη της μάχης για την πολιτική ηγεμονία του Γκράμσι, και σπουδαίο σταυροδρόμι της επαναστατικής ανακατεύθυνσης της κοινωνίας.
Χωρίς καμία αμφιβολία βρισκόμαστε εν μέσω μιας πολιτικά και οικονομικά κρίσιμης καμπής της χώρας. Δεν πρέπει να αφήσουμε ανεκμετάλλευτη αυτή τη μοναδική ευκαιρία που ανοίγεται μπροστά μας, αυτό το μαζικότατο και αδιαμόρφωτο πολιτικά κίνημα, το οποίο συντάσσεται πίσω από τη διάθεση να ανατρέψει την κυβέρνηση και να αποδεσμευθεί από το μνημόνιο – δύο αιτήματα τα οποία η περίοδος αναδεικνύει ως άκρως μαχητικά και επικίνδυνα, με απρόβλεπτες εξελίξεις στο μέλλον. Παράλληλα, παρατηρούμε ότι διεθνώς μεγεθύνονται οι κοινωνικές αναταραχές, τόσο στη Δυτική Ευρώπη (Γαλλία, Αγγλία, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία), όσο και πρόσφατα με τις εξεγέρσεις στον αραβικό κόσμο. Έχω την αίσθηση ότι πλησιάζουμε το τέλος του «Τέλους της Ιστορίας» και μάλιστα με την έννοια μιας συνολικότερης αμφισβήτησης του νεοφιλελεύθερου δόγματος με εκρηκτικές διαστάσεις. Η ανεπτυγμένη Δύση παίρνει πλέον σταθερά τη σκυτάλη από τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή. Ίσως ζούμε στην αρχή μιας διαδικασίας αντίστοιχης με εκείνη των επαναστάσεων του 1848. Σε αυτό το διεθνές πολιτικό τοπίο το ιστορικό καθήκον βαραίνει ιδιαίτερα την ελληνική Αριστερά, αν δεχτούμε ότι η Ελλάδα είναι ο αδύναμος κρίκος της δυτικοευρωπαϊκής ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, με την έννοια της συμπύκνωσης και όξυνσης πολλαπλών αντιθέσεων. Είναι η ώρα που τα επαναστατικά υποκείμενα βγαίνουν στο προσκήνιο και «πραγμοποιούνται» και ο χρόνος παίρνει μια μεσσιανική χροιά. Είναι η ώρα που η Ιστορία μας πετάει το γάντι. Ε, ας το σηκώσουμε!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: