Σάββατο 24 Απριλίου 2010

Η Μελίνα Μερκούρη (Μαρία Αμαλία Μερκο...

Η Μελίνα Μερκούρη (Μαρία Αμαλία Μερκούρη) (Αθήνα, 18 Οκτωβρίου 1920 – Νέα Υόρκη, 6 Μαρτίου 1994) υπήρξε καταξιωμένη ηθοποιός, αγωνίστρια της δημοκρατίας, σημαίνουσα πολιτικός και υπουργός Πολιτισμού. Ήταν εγγονή του Σπύρου Μερκούρη, επί πολλές δεκαετίες δημάρχου Αθηναίων και ταυτισμένου με το φασιστικό καθεστώς του Μεταξά. Πατέρας της ήταν ο Σταμάτης Μερκούρης, στρατιωτικός και βουλευτής. Προερχόμενη από οικογένεια πολιτικών του συντηρητικού χώρου και πολυαγαπημένη του παππού της, η Μελίνα με ατίθασο πνεύμα από μικρή έφερε σχεδόν επανάσταση στην οικογένεια με την απόφασή της να ασχοληθεί με το θέατρο, σε μια εποχή που το θέατρο και ιδιαίτερα οι «θεατρίνες» είχαν ένα πάρα πολύ κακό όνομα. Αδιαφορώντας για το σχολείο και πανεπιστημιακές σπουδές, το Σεπτέμβρη του 1938 γίνεται δεκτή στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Το χειμώνα του 1939 σε ηλικία 21 ετών παντρεύεται τον κατά πολύ μεγαλύτερό της Πάνο Χαροκόπο και μένει μαζί του μέχρι το 1962, οπότε και χωρίζουν. Πρωτοεμφανίζεται στη θεατρική σκηνή το 1944 σε ηλικία 24 ετών στο Θέατρο Βρετάνια με το θίασο του Γιώργου Παππά και Αντώνη Γιαννίδη, με το έργο του Αλέξη Σολομού "Το μονοπάτι της Λευτεριάς" και ακολουθεί το έργο του Laszlo Bus-Fekete "H κόμισσα και ο καμαριέρης". Ακολουθούν πάρα πολλές επιτυχίες μέχρι την δεκαετία του 1950. Το "Λεωφορείον ο Πόθος" αποτέλεσε μια από τις παραστάσεις σταθμούς στην καριέρα της (ήταν η παράσταση για την οποία γράφτηκε το τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι "Χάρτινο το Φεγγαράκι). Από το 1951 αρχίζει να πρωταγωνιστεί παράλληλα και στην Γαλλική θεατρική σκηνή, όπου έγινε μούσα ενός από τους μεγαλύτερους θεατρικούς συγγραφείς, του Μαρσέλ Ασάρ. Συνεχίζει την παράλληλη πορεία της και στις δύο σκηνές, την αθηναϊκή και την παριζιάνικη. Το 1960 παίζει με το θέατρο Τέχνης το "Γλυκό Πουλί της Νιότης" με τον πρωτοεμφανιζόμενο τότε Γιάννη Φέρτη. Το  1955 γυρίζει την ταινία "Στέλλα". Η Στέλλα έγινε το σύμβολο της γυναικείας χειραφέτησης σε εποχές που η ελληνική πραγματικότητα είχε πολύ δρόμο μπροστά της. Η Μελινα ως Στελλα προτάθηκε για το Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας στις Κάννες, που τελικά δεν το πήρε. Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στις Κάννες γνωρίζεται με τον Αμερικανό σκηνοθέτη και φιλέλληνα Ζυλ Ντασέν (Jules Dassin), που ήταν πατέρας του διάσημου Γαλλοαμερικανού τραγουδιστή της ποπ Τζο Ντασέν (Joe Dassin). Μεταξύ τους αναπτύσσεται ένας φλογερός έρωτας, ο οποίος σύντομα καταλήγει σε ένα ευτυχισμένο γάμο που τους κρατά για πάντα δεμένους. Μαζί συνεργάζονται για τη δημιουργία εννέα κινηματογραφικών ταινιών. Το  1956 γυρίζουν την ταινία "Ο Χριστός ξανασταυρώνεται" βασισμένη στο μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη, το 1957 γίνεται μαυρομάλλα για το ρόλο της "Η Τσιγγάνα και ο Τζέντελμαν". Το 1958 γυρίζει ταινία το μυθιστόρημα του Ρότζερ Βάιλαντ, "Ο νόμος", ενώ στα 1958-1960 γυρίζει το "Ποτέ την Κυριακή" που την κάνει διάσημη σε όλη την υφήλιο, ταινία η οποία βραβεύτηκε με Όσκαρ Καλύτερου Τραγουδιού (ήταν υποψήφια για άλλα τέσσερα Όσκαρ). Η ταινία της χάρισε αρκετές σημαντικές διακρίσεις και παγκόσμια αναγνώριση, όπως το βραβείο πρώτου γυναικείου ρόλου στις Κάννες, η υποψηφιότητα για Όσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου. Ακολουθούν μια σειρά ταινίες στο εξωτερικό που την καθιερώνουν διεθνώς. Οι περισσότερες από αυτές τις ταινίες παραμένουν μέχρι και σήμερα άγνωστες στην Ελλάδα. Επόμενος σημαντικός σταθμός στην θεατρική της καριέρα είναι το "Illya Darling" που ανεβάζει, με προπωλημένα όλα τα εισιτήρια των παραστάσεων και με συμπρωταγωνιστή τον Νίκο Κούρκουλο, στο Broadway στις ΗΠΑ, ενώ είχε ήδη κάνει περιοδεία σε ολόκληρες της Ηνωμένες Πολιτείες. Το έργο είναι η θεατρική διασκευή του κινηματογραφικού έργου "Never on Sunday". Κατά τα έτη 1967-1974, τα χρόνια της δικτατορίας, από τη στιγμή που τελείωσε τις παραστάσεις του "Illya Darling" έπαιξε μόνο την Λυσιστράτη το 1972. Το 1975 και ενώ έχει επιστρέψει στην Ελλάδα, ανεβάζει στο θέατρο Κάππα με τον Νίκο Κούρκουλο την "Όπερα της πεντάρας", το 1976 την "Μήδεια" με το Κ.Θ.Β.Ε., ενώ το 1978 το "Συντροφιά με το Μπρεχτ" από το Ελληνικό θέατρο του Μάνου Κατράκη, παράσταση για την οποία γράφτηκε από το Θάνο Μικρούτσικο το "Άννα μην κλαις" για να τραγουδηθεί από τη Μελίνα Μερκούρη και τον Γιάννη Κούτρα. Το 1992 κάνει μια τελευταία, έκτακτη, εμφάνιση στην όπερα Πυλάδης, σε βιντεοσκοπημένη σκηνή, στο ρόλο της Κλυταιμνήστρας, που παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Παράλληλα είχε σπουδαία πορεία στη δισκογραφία καθώς έχουν κυκλοφορήσει πάνω από δεκαπέντε δίσκοι της, πέρα από soundtrack ταινιών και θεατρικών παραστάσεων. Έχει τραγουδήσει μεγάλους Έλληνες συνθέτες, Μάνο Χατζιδάκι (με τον οποίο τους συνέδεε προσωπική φιλία), Μίκη Θεοδωράκη, Σταύρο Ξαρχάκο, Γιάννη Μαρκόπουλο, Βασίλη Τσιτσάνη αλλά και κορυφαία ερμηνεία μουσικών έργων των Κουρτ Βάιλ και Μπέρτολτ Μπρεχτ. Εμφανίσεις έκανε και στην τηλεόραση, σε σειρά ντοκιμαντέρ του BBC σε επεισόδιο με τίτλο "Η Ελλάδα της Μελίνας", από όπου και ο ομώνυμος δίσκος του Σταύρου Ξαρχάκου, όπως και σε σήριαλ και εκπομπές στη Γαλλική και τη Γερμανική τηλεόραση. Επίσης έγραψε και ένα βιογραφικό βιβλίο με τίτλο "Γεννήθηκα Ελληνίδα. Ο τίτλος του βιβλίου της είναι η απάντηση που έδωσε στους δημοσιογράφους όταν της ζήτησαν να κάνει μία δήλωση για την αφαίρεση της υπηκοότητάς της από τους συνταγματάρχες: "Γεννήθηκα Ελληνίδα και θα πεθάνω Ελληνίδα". Η ίδια εκμεταλλευόμενη την διεθνή φήμη και την αναγνώριση που της έφερε ο κινηματογράφος πολέμησε σφοδρά τη Χούντα των Συνταγματαρχών. Έδωσε αρκετές συναυλίες και διοργάνωσε αρκετά μεγάλο αριθμό πορειών αντιδικτατορικού χαρακτήρα. Επεδίωξε και συναντήθηκε με πολιτικούς αλλά και με πνευματικές προσωπικότητες παγκοσμίου κύρους, με σκοπό να τους ευαισθητοποιήσει. Κατά την διάρκεια των αγώνων της έγιναν εναντίον της απόπειρες δολοφονίας, μία από τις οποίες παραλίγο να της στερήσει τη ζωή. Με την πτώση της χούντας επιστρέφει στην Ελλάδα όπου και εγκαθίστανται μόνιμα πλέον και συνεργαζόμενη με στελέχη της αντιστασιακής οργάνωσης Π.Α.Κ. και τον Ανδρέα Παπανδρέου ιδρύουν το ΠΑΣΟΚ. Κατεβαίνει υποψήφια στη Β` Πειραιά το 1974 αλλά δεν καταφέρνει να εκλεγεί βουλευτής, πράγμα το οποίο επιτυγχάνει το 1977. Διετέλεσε υπουργός Πολιτισμού το 1981-1989 και 1993-1994, θέση η οποία της έδωσε το έναυσμα για να ξεκινήσει εκστρατεία για την επιστροφή των κλεμμένων μαρμάρων της Ακρόπολης από τον Λόρδο Έλγιν, τα οποία βρίσκονται στις προθήκες του Βρετανικού Μουσείου, να δημιουργήσει το θεσμό των δημοτικών περιφερειακών θεάτρων (γνωστά ως ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.) με σκοπό την πολιτιστική ανάπτυξη της ελληνικής περιφέρειας αλλά και τον θεσμό των πολιτιστικών πρωτευουσών της Ευρώπης, με πρώτη την Αθήνα το 1985. Το 1990 διεκδίκησε την δημαρχία της Αθήνας χωρίς όμως επιτυχία. Στη δεύτερη θητεία της στο υπουργείο πολιτισμού δίνει μεγάλη σημασία στην εισαγωγή του πολιτισμού και της θεατρικής αγωγής στα σχολεία αλλά καταβεβλημένη από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο Memorial της Νέας Υόρκης, την Κυριακή 6 Μαρτίου του 1994. Η σορός της έφτασε στην Ελλάδα στις 8 Μαρτίου του 1994 και τέθηκε σε διήμερο λαϊκό προσκύνημα στο παρεκκλήσι της Μητρόπολης Αθηνών, ενώ ταυτόχρονα κηρύχθηκε τριήμερο εθνικό πένθος. Την Πέμπτη 10 Μαρτίου του 1994 ψάλλεται η νεκρώσιμος ακολουθία στον Καθεδρικό Ναό Αθηνών και αμέσως μετά εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι τη συνοδεύουν ως το Α' Νεκροταφείο Αθηνών. Ήταν η πρώτη Ελληνίδα που κηδεύτηκε με τιμές αρχηγού κράτους. Ενταφιάστηκε σε οικογενειακό τάφο. Μετά το θάνατό της, συνεχιστής του έργου της αποδείχτηκε ο Ζυλ Ντασέν, ο οποίος ίδρυσε το Ίδρυμα «Μελίνα Μερκούρη» με σκοπούς, μεταξύ άλλων, την οργάνωση διαλέξεων, συνεδρίων, εκδόσεων και εκπαιδευτικών προγραμμάτων.

 

Σάββατο 3 Απριλίου 2010

O Γεώργιος Ράλλης

O Γεώργιος Ράλλης (Αθήνα, 26 Δεκεμβρίου
1918 – 15 Μαρτίου 2006) υπήρξε διακεκριμένος πολιτικός της Δεξιάς, πρόεδρος της
Νέας Δημοκρατίας, υπουργός και πρωθυπουργός της Ελλάδας. Ήταν γόνος μεγάλων
πολιτικών και οικονομικών τζακιών Κερκυραϊκής προέλευσης: παππούς του ο
πρωθυπουργός Δημήτριος Ράλλης, πατέρας του ο Ιωάννης Ράλλης, κατοχικός
πρωθυπουργός διορισμένος από τους ΝΑΖΙ, μητέρα του η Ζαΐρα Θεοτόκη, κόρη του
πολιτικού και πρωθυπουργού Γεωργίου Θεοτόκη και αδελφή του επίσης πολιτικού και
πρωθυπουργού Ιωάννη Θεοτόκη. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Με την αποφοίτησή του το 1939, υπηρέτησε τη θητεία του. Κατετάγη στη Σχολή
Εφέδρων Ιππικού Λαρίσης και κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου
υπηρέτησε ως έφεδρος ανθυπίλαρχος. Στη συνέχεια αποστρατεύτηκε και άσκησε τη
δικηγορία, ενώ ο πατέρας του αναλάμβανε τη δοτή πρωθυπουργία και έστηνε τα
Τάγματα Ασφαλείας. Η οικογενειακή αυτή στράτευση στο πλευρό των καταχτητών τον
οδηγεί μεταπολεμικά σε ενεργή δράση με το αντικομμουνιστικό μπλοκ. Έτσι,
επανακατατάσσεται στο στρατό και συμμετέχει στον εμφύλιο πόλεμο ως έφεδρος
αξιωματικός των Τεθωρακισμένων. Την ίδια περίοδο ο πατέρας του καταδικάζεται σε
ισόβια κάθειρξη για συνεργασία με τους κατακτητές και πεθαίνει στην φυλακή το
1946. Παρά τη ρητή εντολή του πατέρα του να μη
στραφεί στην πολιτική, ο Γεώργιος Ράλλης κατεβαίνει στις εκλογές του 1950.
Ενδεχομένως αυτό που τον ωθεί σ’ αυτή του την απόφαση είναι να αποκαταστήσει το
όνομα της οικογένειάς του, όπως εξομολογείται σε μια από τις τελευταίες του
συνεντεύξεις το 2004.
Η οικογενειακή του καταγωγή από τα παλιά μεγάλα
τζάκια τον τοποθετεί στο Λαϊκό Κόμμα και όχι στο Βενιζελικό. Το 1950 εκλέγεται
από τις λίστες του Λαϊκού Κόμματος για πρώτη φορά βουλευτής Αθηνών.
Επανεκλέγεται με το κόμμα του Ελληνικού Συναγερμού (1951–1952) και της ΕΡΕ
(1956). Διετέλεσε υπουργός Προεδρίας της Κυβερνήσεως επί κυβέρνησης Παπάγου
1954–1956 και υπουργός Δημοσίων Έργων και Συγκοινωνιών στην κυβέρνηση
Κωνσταντίνου Καραμανλή (1956–1958), απ' όπου παραιτήθηκε (1958) λόγω διαφωνίας
του για τον εκλογικό νόμο, μη λαμβάνοντας μέρος στις εκλογές του ίδιου έτους. Επί
της υπουργείας του διαπραγματεύτηκε και υπέγραψε τη συμφωνία για την ίδρυση της
Ολυμπιακής Αεροπορίας, ενώ ήταν από τους πρώτους που προώθησαν την δημιουργία
Μετρό στην Αθήνα. Στη βραχύβια κυβέρνηση
Κανελλόπουλου, το 1967 αναλαμβάνει το υπουργείο Δημόσιας Τάξης. Μετά την
εκδήλωση του πραξικοπήματος των συνταγματαρχών, προσπαθεί από το Τμήμα Αμέσου
Δράσεως της Χωροφυλακής να κινήσει το Β’ και Γ’ Σώμα Στρατού εναντίον των
πραξικοπηματιών, αλλά αποτυγχάνει. Συλλαμβάνεται και τίθεται υπό κατ’ οίκον
περιορισμό για δύο μήνες. Τον Απρίλιο του ’68 συλλαμβάνεται και πάλι και
εκτοπίζεται στην Κάσο έως το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου. Έτσι, έρχεται άμεσα
αντιμέτωπος
με το βαθύ πυρήνα του μετεμφυλιακού στρατιωτικού κράτους και παρακράτους. Όταν
επιστρέφει στην Αθήνα, με τη χαλάρωση των αυστηρών μέτρων της κυβέρνησης
Παπαδόπουλου συνεχίζει να τίθεται εναντίον της δικτατορίας εκδίδοντας το
περιοδικό Πολιτικά Θέματα. Η περίοδος της δικτατορίας επιδρά σημαντικά στις
πολιτικές του αντιλήψεις και επανεκτιμά τη στάση του απέναντι στην αριστερά
διαπιστώνοντας ότι πολλοί από τους πρώην αντιπάλους του ήταν άνθρωποι
καλλιεργημένοι και όχι άβουλα όργανα της Μόσχας, πατριώτες και όχι προδότες.  Η εμπειρία αυτή θα βοηθήσει στη συναίνεση
μεταξύ αριστεράς και δεξιάς μεταπολιτευτικά, παρά το γεγονός ότι στο πολιτειακό
δημοψήφισμα μετά την πτώση της δικτατορίας υποστήριξε την βασιλευομένη
δημοκρατία. Αναγνωρίζει και αποδέχεται όμως το αποτέλεσμα. Εντάσσεται αμέσως
στην Νέα Δημοκρατία. Στην πρώτη κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον Καραμανλή το
1974, ο Γεώργιος Ράλλης ανέλαβε το Υπουργείο Προεδρίας της Κυβερνήσεως, θέση
που διατήρησε και στην πρώτη κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας μέχρι τον Ιούλιο
του 1976. Κατόπιν ανέλαβε το Υπουργείο Παιδείας για να εισηγηθεί την
εκπαιδευτική μεταρρύθμιση με την υποχρεωτική εννιάχρονη εκπαίδευση και την
καθιέρωση της δημοτικής σε όλες της βαθμίδες της εκπαίδευσης και της Διοίκησης.



Ως υπουργός Εξωτερικών το
1978-1980 ανέλαβε τις διαπραγματεύσεις για την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ το
1979. Η παραίτηση του Κ. Καραμανλή από την πρωθυπουργία και την προεδρία της
Νέας Δημοκρατίας τον φέρνει μετά από ψηφοφορία στην Κοινοβουλευτική Ομάδα στην
αρχηγία του κόμματος. Μετά την ήττα όμως το 1981 παραιτείται. Η άνοδος του Κων.
Μητσοτάκη στην ηγεσία τον φέρνει εκτός κόμματος, αλλά με πρόσκληση του ίδιου
του νέου αρχηγού επανεντάσσεται και εκλέγεται βουλευτής Κερκύρας το 1989 και το
1990. Στις 29 Μαρτίου του 1993, παραιτήθηκε από βουλευτής και αποσύρθηκε
οριστικά από την πολιτική θεωρώντας λανθασμένες τις πολιτικές κινήσεις του
πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη αλλά και της Αντιπολίτευσης του ΠΑΣΟΚ, που
δεν δέχθηκαν συμβιβασμό με μία σύνθετη ονομασία για την Πρώην Γιουγκοσλαβική
Δημοκρατία της Μακεδονίας για λόγους κομματικής σκοπιμότητας. Πέθανε από
ξαφνική καρδιακή προσβολή, και η κηδεία του έγινε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου
2006 με δημόσια δαπάνη και τιμές εν ενεργεία πρωθυπουργού.



Ήταν σύζυγος της Λένας Ράλλη, το
γένος Βούλτσου, με την οποία είχε αποκτήσει δύο κόρες, την Ζαΐρα (συζ.
Παπαληγούρα) και την Ιωάννα (συζ. Φαρμακίδου).



χει τιμηθεί με διάφορα παράσημα
και έχει γράψει διάφορα πολιτικά και ιστορικά έργα.Απολογία του Πρωθυπουργού
(1946) ,Ο Ιωάννης Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου (1947) Δυνατότης
αυξήσεως γεωργικού εισοδήματος
(1952), Δύο δρόμοι (1958), Κομμουνισμός
και δημοκρατία
(1959), Η αλήθεια για τους έλληνες πολιτικούς(1971), Η
τεχνική της βίας
(1972), Άρθρα, λόγοι, συνεντεύξεις (1977, σε δύο
τόμους), Ώρες ευθύνης (1983), Χωρίς προκατάληψη για το παρόν και το
μέλλον
(1983), Γεώργιος Θεοτόκης (1986), Griechenland und
Balkanpolitik
(Μόναχο 1988),Πολιτικές εκμυστηρεύσεις (1990), Κοιτάζοντας
πίσω
(1993), Εις ώτα μη ακουόντων (1995), Τάδε έφη (1997), Το
ημερολόγιό μου, τον καιρό της δικτατορίας
(1997), Με ήσυχη συνείδηση
(2002)

Κώστας Παλούκης εφημ. Σκριπ



 

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2010

Οικοδόμοι, οι άνθρωποι που έχτισαν την Αθήνα, 1950 - 1967

Παρουσίαση του βιβλίου της Δήμητρας Λαμπροπούλου
Κώστας Παλούκης

Ήδη κυκλοφορεί εδώ και καιρό το δεύτερο βιβλίο της Δήμητρας Λαμπροπούλου με τίτλο Οικοδόμοι, οι άνθρωποι που έχτισαν την Αθήνα, 1950 - 1967, από τις εκδόσεις Βιβλιόραμα. Πρόκειται για μια επεξεργασμένη εκδοχή της διδακτορικής διατριβής της που εκπόνησε στο Τμήμα Ιστορίας- Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Με αρκετή καθυστέρηση και περίπου στα μέσα της δεκαετίας του 1990, η ελληνική μαρξιστική ιστοριογραφία δέχεται το κριτικό κύμα των νέων επεξεργασιών πάνω σε μεθοδολογικά εργαλεία, αντιλήψεις και θεωρίες για την ιστορία που από καιρό είχαν επικρατήσει στην Ευρώπη και την Αμερική προκαλώντας έναν τεράστιο σεισμό. Το έργο της Δήμητρας Λαμπροπούλου συγκαταλεγόμενο σε αυτό το νεωτερικό εγχείρημα δοκιμής/σύνθεσης από την πλευρά της νέας ιστοριογραφικής σχολής βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με μια πλειάδα ξένων έργων των οποίων τα εργαλεία προσπαθεί να χρησιμοποιήσει, υπόθεση διόλου εύκολη. Η ουσιαστική εμβάνθυνση και εξοικείωσή της όμως της επιτρέπει την παρουσίασή τους και τον ταυτόχρονο υποδειγματικό χειρισμό/προσαρμογή τους πάνω στο δικό της αντικείμενο δημιουργώντας για τα ελληνικά δεδομένα πράγματι νέα ιστοριογραφικά παραδείγματα. Καταρχήν, από καθαρά μεθοδολογική πλευρά χρησιμοποιεί εργαλεία της κοινωνικής ιστορίας, της ιστορικής ανθρωπολογίας, της ιστοριογραφίας του φύλου, της πολιτισμικής ιστορίας και κυρίως της προφορικής ιστορίας. Με αρκετή σαφήνεια η ίδια περιγράφει τον μεθοδολογικό της συνθετικό στόχο: δεν είναι μόνο "ο τρόπος παραγωγής", αλλά και πως "αυτός ο τρόπος παραγωγής γίνεται πραγματικότητα, πως βιώνεται από τους εργάτες , τι είδους τροποποιήσεις, προσαρμογές περιέρχονται στην εμπειρία αυτή". Έτσι, στην παραδοσιακή προσέγγισης της εργασίας "ως αποκλειστική ή κυρίως οικονομικό μέγεθος" η Λαμπροπούλου δεν αντιπαραθέτει, αλλά προσθέτει "τις πολιτισμικές προϋποθέσεις" και "την έμφυλη συγκρότηση". Ρητά η έννοια της υποκειμενικότητας παραμένει στο επίκεντρο της συνολικής πραγμάτευσης του θέματος μέσω της επεξεργασίας των προφορικών συνεντεύξεων. Βέβαια, δεν μένει μόνο σμε όσα τα υποκείμενα λένε για τους εαυτούς τους, αλλά και όσα λένε άλλα υποκείενα για αυτά αναδεικνύοντας μια συνολικότερη διαδικασία συγκρότησης της εργατικής/ανδρικής ταυτότητας. Για αυτό το λόγο, χρησιμοποιεί και άλλες πηγές όχι απλά για να επαληθεύσει, αλλά για να καταδείξει "το πυκνό δίκτυο νοημάτων που παράγονται και διακινούνται μέσα στην κοινωνική δράση και ανταλλαγή". Ταυτόχρονα, βοηθά στην διαμόρφωση μέσα στην ελληνική ιστοριογραφία ενός ειδικού πεδίου γύρω από ζητήματα εργατικής και συνδικαλιστικής ιστορίας που απουσιάζει εν γένει ως συγκεκριμένος και διακριτός τομέας της σύγχρονης ιστορίας.
Η νέα αυτή ιστοριογραφική σχολή ασκεί κριτική στην παραδοσιακή μαρξιστική ανάλυση που ανάγει τον βιομηχανικό καπιταλισμό ως το κατεξοχήν καπιταλιστικό πρότυπο και συνάμα προοδευτικό μοντέλο οργάνωσης της παραγωγής και ως εκ τούτου θεωρεί την εκβιομηχάνιση ως προϋπόθεση και αναγκαίο βήμα εκσυγχρονισμού για την ωρίμανση των διαδικασιών μετάβασης στον σοσιαλισμό. Τέτοιες, προσεγγίσεις είχαν οδηγήσει την ελληνική ιστοριογραφία σε απόψεις που ουσιαστικά αρνούνταν την ύπαρξη της μισθωτής εργασίας στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό και κατέληγαν να αρνούνται την ίδια κυριαρχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Κατά ένα τρόπο αυτή η ιστοριογραφία αντανακλούσε τις επικρατούσες απόψεις της ελληνικής αριστεράς περί ιστορικής καθυστέρησης της Ελλάδαςε έναντι της βιομηχανικής και μοντέρνας Δύσης καθυστερημένη που οδήγησαν σε στρατηγικές περί αστικοδημοκρατικού εκσυγχρονισμού. Με το ίδιο πρίσμα η νέα αριστερή κριτική ιστοριογραφία αρνείται να βλέπει το καθαρά βιομηχανικό προλεταριάτο ως το αποκλειστικό υποκείμενο με επαναστατικό προορισμό, τη μοναδική δυνατή μορφή της χειραφετημένη εργατικής τάξης, προϋπόθεση της επανάστασης. Αποδομεί τον θετικιστικό ντετερμινισμό του παραδοσιακού μαρξισμού που θεωρούσε το προβιομηχανικό προλεταριάτο a priori καθυστερημένο και προδιαγεγραμμένη φυσική νομοτέλεια την εξαφάνισή του προς όφελος της κυριαρχίας του βιομηχανικού προλεταριάτου. Αντίθετα, αναδεικνύει τη θέση, τη σημασία και την πολιτική δράση του προβιομηχανικού συντεχνιακού προλεταριάτου. Και πράγματι, τόσο στο μεσοπόλεμο με τους καπνεργάτες, αρτεργάτες, υποδηματεργάτες κλπ όσο και στον μεταπόλεμο με τους οικοδόμους, τυπογράφους κλπ οι εξεγέρσεις, οι απεργίες και η κομμουνιστική αριστερά συνδέθηκαν μάλλον με τα συντεχνιάζοντα αυτά στρώματα, παρά με το βιομηχανικό προλεταριάτο. Θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι την εποχή της μεταπολίτευσης για να αναδειχθεί ουσιαστικά ένα εργατικό κίνημα του βιομηχανικού προλεταριάτου στην Ελλάδα. Το νέο ιστοριογραφικό αυτό ρεύμα εμφανίστηκε στην Ελλάδα με τον Αντώνη Λιάκο και στη συνέχεια εκφράστηκε με τις εργασίες του Κώστα Φουντανόπουλου. Βέβαια, πολλές φορές η υπερεκτίμηση του πολιτισμικού παράγοντα οδήγησε σε απόψεις που υποτίμησαν τις καθαρά οικονομικές διεκδικήσεις αυτών των στρωμάτων. Το βιβλίο της Δήμητρας Λαμπροπούλου συμβάλλει καταλυτικά στην πλήρη αποδόμηση αυτών των δήθεν "μαρξιστικών" απόψεων ακριβώς αναδεικνύοντας το ρόλο των οικοδόμων. Την ίδια στιγμή δείχνει να υπερβαίνει τις αδυναμίες της νέας ιστοριογραφίας διαμορφώνοντας ένα πιο ολοκληρωμένο και σύγχρονο ηγεμονικό συνθετικό παράδειγμα το οποίο σε κάθε περίπτωση ανατρέπει τον μέχρι τώρα τρόπο γραφής της ιστορίας.
Εκκινούμενη από την αποκαλούμενη ιστορία " απο τα κάτω" θέτει ως αντικείμενο της μελέτης της όχι μια κοινωνική κατηγορία, αλλά το ίδιο το υποκείμενο, δηλαδή τους οικοδόμους. Ταυτόχρονα, κεντρικό στοιχείο του προβληματισμού της είναι ο ίδιος ο εκσυγχρονισμός ως διαδικασία και στόχο που μετασχηματίζει την πόλη. Συγκεκριμένα, ξεκινάει με το ζήτημα της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, το ίδιο το πρόβημα της στέγης και την αντιμετώπισή του. Το ζήτημα της ιδιόκτητης κατοικίας είναι σύμφωνα με την Λαμπροπούλου αποτέλεσμα μιας μακράς ιδεολογικής και πολιτικής επιλογής στήριξης της μικρής ιδοκτησίας εκ μέρους του ελληνικούς κράτους και φυσικά συνδέεται άμεσα με το οξύ στεγαστικό πρόβλημα μια σαφή πλευρά του "κοινωνικού προβλήματος" που δημιούργησε η αστυφυλία λόγω των καταστροφικών και ιδεολογικών συνεπειών του εμφυλίου πολέμου στην ύπαιθρο. Στο κεφάλαιο με τίτλο η δυναμική της οικοδομικής παραγωγής περιγράφεται η κατασκευαστική παραγωγή "ως τομέας θέρμανσης και αποθέρμανσης της ελληνικής οικονομίας", ενώ το οικοδομικό προϊόν ως ένα μαζικό προϊόν. Έτσι, την μεταπολεμική περίοδο η Αθήνα μεταμορφώνεται από πόλη σε αστική περιφέρεια. Παρουσιάζεται η κυρίαρχη άποψη για τον μη παραγωγικό χαρακτήρα της οικοδομής και η εξαίρεση του Βαρβαρέσσου, αλλά και η αποδοχή της ως παραμέτρου της γενικής "προόδου του ανθρώπου".
Σε επόμενο κεφάλαιο παρουσιάζει τον λόγο των μηχανικών, την αυτοεικόνα τους ως υπεύθυνους τεχνικούς που εργάζονται για την αναμόρφωση της χώρας και παράλληλα την απαξίωση του οικοδομικού εργατικού δυναμικού. Παρουσιάζει, τους διαχωρισμούς που προκαλεί ο περιορισμένος εκμηχανισμός της κατασκευαστικής παραγωγής αναπαράγοντας σε ένα νέο πλαίσιο τους παραδοσιακούς συντεχνιακούς ρόλους και, επίσης, τις στερεοτυπικές αναπαραστάσεις που ακολουθούν την εικόνα του οικοδόμου, η οποία όμως καταλήγει να είναι πολιτική: ο οικοδόμος "από την πιάτσα, το γιαπί ή το δρόμο, άλλοτε ταράζει την εικόνα του καθημερινού τοπίου, άλλοτε πάλι συμβολίζει τη διαταραχή ως στοιχείο της ιδιοσυστασίας αυτού του τοπίου." Στη συνέχεια συσχετίζει την οικοδομική εργασία με την εσωτερική μετανάστευση και παρατηρεί ότι προϋπάρχει σχετική εμπειρία με τον ένα ή τον άλλον τρόπο ήδη στην αγορτική περιφέρεια η οποία επιτρέπει το επόμενο βήμα που είναι η μετάβαση στην Αθήνα με σκοπό την εργασία στην οικοδομή. Σε κάθε περίπτωση οι πολιτικές διώξεις λειτούργησαν καθοριστικά σε αυτήν τη μετάβαση.
Σε άλλο κεφάλαιο πραγματεύεται τις "Εργασιακές σχέσεις και την οργάνωση της οικοδομικής παραγωγής". Εδώ επισημαίνει την αύξηση του τεχνικού καταμερισμού των οικοδομικών εργασιών, αλλά το πιο σημαντικό είναι η σύνδεση των ειδικοτήτων με τον καταμερισμό κατά φύλο και ηλικία. Η επιμονή της Λαμπροπούλου στην έμφυλη νοηματοδότηση του οικοδόμου καταδεικνύει ακριβώς ότι η έννοιες που ακολουθούν κάθε εργατική επαγγελματική κατηγορία δεν είναι ουδέτερες από την άποψη του φύλλου ούτε εν γένει πολιτισμικά, αλλά σύμφυτες και αξεχώριστες. Όχι μόνο ο "μπεταντζής" που περιγράφεται στο βιβλίο, αλλά επίσης η "σταφιδού" παλιότερα, θα προσθέταμε εμείς, ή ο "τσαγγάρης", ο αρτεργάτης κ.α., είναι ζωντανές εργατικές ταυτότητες με συγκεκριμένα πολιτισμικά σημαινόμενα τόσο για τα ίδια τα υποκείμενα όσο και για τους άλλους που τα προσλαμβάνουν ζώντας στην ίδια κοινωνία. Περιγράφει την κινητικότητα των οικοδόμων μεταξύ της μισθωτής εργασίας και την αυτοαπασχόληση και ιδιαίτερα το σύστημα των υπεργολαβιών. Αναλύοντας τη σχέση της φυσικής ικανότητας με την τεχνική δεξιοσύνη διερευνά πιο επισταμένα τη σωματική σύλληψη της οικοδομικής εργασίας το οποίο φέρει έναν κυρίαρχα χειρωνακτικό χαρακτήρα. Μελετά την καταστροφή του και την καταπόνηση του σώματος "ως συνεκτική ουσία ενός πολιτισμού ανδρικής υπερηφάνειας" μέσα στα γενικότερα τα πλαίσια "ενός ιστορικά διαμορφούμενου ιστορισμού" και της τεχνικής δεξιότητας ως αναπόσπατο στοιχείο της. Εστιάζει στο ζήτημα της κατοχής της τέχνης και στα μυστικά αναδεικνύοντας από άλλη πλευρά την σχέση ταξικότητας/εργασίας/ανδρισμού. Σημειώνουμε την παρατήρησή της για την τάση που παρουσιάζουν οι οικοδόμοι να άρουν την διάκριση του καταμερισμού χειρωνακτικής/διανοητικής εργασίας που επιχειρείται να εμπεδωθεί από τους μηχανικούς καθώς προσλαμβάνουν την εργασία τους ως "τέχνη", δηλαδή όχι μόνο απλά προϊόν εκτελεστικής, αλλά συνάμα και νοητικής διεργασίας.
Προς το τέλος του βιβλίου πλησιάζει πια αρκετά κοντά το υποκείμενο περιγράφοντας τους οικοδόμους ως ανδρική κοινότητα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περιγραφή της πιάτσας ως ταξικής κοινότητας και ταυτόχρονα κοινότητας ανδρών και η συλλογική δράση των οικοδόμων. Θέτει τις πολιτισμικές προϋποθέσεις, τη συνδικαλιστική συγκρότηση και το διεκδικητικό περιεχόμενο. Ένας είδος "λαϊκού κομμουνισμού", όπως τον ορίζει, διαμορφωμένου αρχικά στον αγροτικό κόσμο συναρθρώνεται με τον ταξικό λόγο για τα δεινά της εργατικής τάξης και αναπτύσσεται μέσα σε νέες μορφές κοινωνικότητας στην πόλη επιτρέποντας τη μαζική συμμετοχή και τη στράτευση στις αριστερές οργανώσεις και τα συνδικάτα. Ο όρος «λαϊκός κομμουνισμός» εμφανίζεται ακριβώς για να περιγράψει τον τρόπο που βιώνουν την έννοια του κομμουνισμού τα λαϊκά στρώματα έξω από τις περιγραφές του κόμματος ως μια σχέση στο παρόν και όραμα στο μέλλον. Βέβαια, υπάρχει μια διαλλεκτική αλληλεπιδρούμενη σχέση μεταξύ του επίσημου και του λαϊκού κομμουνισμού που πολλές φορές ο όρος αυτός δείχνει να υποτιμάει καθώς τα φυσικά αυτά πρόσωπα είναι μέλη των πρωτοπόρων οργανώσεων της αριστεράς που λειτουργούν. Εδώ η Λαμπροπούλου προσπαθεί να υπερβεί αυτόν τον σκόπελο προβάλλοντας τη θέση των οικοδόμων μέσα στην αριστερά. Αναφέρεται στις συγκρούσεις, τις νίκες και τις αποτυχίες τους, στο ρόλο τους μέσα στο πολιτικό σκηνικό. Αξίζει η διάκριση σε επίσημο και ανεπίσημο συνδικαλισμό, όπου σημειώνεται ο ρόλος του Λυκιαρδόπουλου, η πολυμέρεια των οικοδομικών οργανώσεων, αλλά και η παρατήρηση ότι η διακίνηση των αριστερών ιδεών στο οικοδομικό κίνημα παρουσίαζε μεγαλύτερη ποικιλία από όσο αφήνεται να υπονοηθεί και αφορούσε "ετερόδοξες" αριστερές ομάδες. Και πράγματι, η παρουσία των τροτσκιστών στο σωματείο των Μπετατζήδων τις δεκαετίες 1950-1960 βρίσκεται σε απόλυτη συνάφεια με την δράση των αρχειομαρξιστών σε αυτόν τον κλάδο την περίοδο 1924-1934.
Μελετά την οικοδομική εργασία και τα σώματα των οικοδόμων ως κοινωνικά και πολιτικά διαμφισβητούμενα πεδία χρησιμοποιώντας τις έννοιες της βιοεξουσίας και της βιοπολιτικής για να φτάσει στο ζήτημα περί βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων. Αναφέρεται στα κοινωνικά δικαιώματα και την πολιτική σύγκρουση των οικοδόμων όπου τίθεται το αίτημα της κοινωνικής ασφάλισης περιγράφει την απεργία του Δεκεμβρίου του 1960. Εδώ εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η άποψη της ότι η συλλογική δράση των οικοδόμων στις αρχές της δεκαετίας του 1960 μπορεί να ιδωθεί ως ένδειξη μιας ευρύτερης τάσης εξέγερσης την οποία εμφανίζει η μεταπολεμική νεολαία. Συγκεκριμένα, η συγκρουσιακότητα της απεργία του Δεκέμβρη 1960 θα αποτελέσει μια από τις καταστατικές στιγμές στη διαδικασία διαμόρφωσης κινηματικής εμπειρίας της πολιτικής, η οποία θα σημαδέψει στο εξής τις μορφές σύγκρουσης μεταξύ νεολαίας, εργατικής ή/και φοιτητικής, και αστυνομίας στο κέντρο της πόλης. Στο τελευταίο κεφάλαιο περιέχονται οι ερμηνείες των ίδιων των οικοδόμων για την κοινωνική αλλαγή πράγμα που .
Στον επίλογο του βιβλίου συνοψίζοντας γίνεται αναφορά στη σημερινή κατάσταση του οικοδομικού κλάδου και τις αναλογίες που παρουσιάζει η εποχή των εσωτερικών οικοδόμων μεταναστών με την εποχή των αλβανών οικοδόμων εξωτερικών μεταναστών δίνοντας έτσι τη σκυτάλη στους ιστορικούς του μέλλοντος. Το βιβλίο αυτό σίγουρα θα απογοητεύσει όσους αναζητούν τα γεγονότα ως αυτά καθεαυτά στοιχεία της ιστορικής αφήγησης. Χωρίς να απουσιάζουν οι αναφορές στα συμβάντα, δεν πρόκειται για μια συμβατική ιστορία του συνδικαλισμού. Σε κάθε περίπτωση το βιβλίο της Λαμπροπούλου αλλάζει τον τρόπο που προσεγγίζουμε την εργατική ιστορία στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, πρόκειται για ένα επίκαιρο έργο που δεν αφορά μόνο ιστορικούς, αλλά και τα ίδια τα υποκείμενα στα οποία αναφέρεται και βέβαια στους επιγόνους τους.

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

Η Μεγάλη Ιδέα, η Μικρασιατική Καταστροφή και η Αναψηλάφιση της δίκης των έξ

Κώστας Παλούκης

Η "δίκη των έξι" θα επαναληφθεί 87 χρόνια μετά σύμφωνα με πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Το αίτημα υπεβλήθη από τον Μιχάλη Πρωτοπαπαδάκη, εγγονό του εκτελεσθέντα Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη. Ταυτόχρονα, τον Οκτώβρη του 2009 διοργανώθηκε από το Ιδρυμα Ιστορίας του Ελευθερίου Βενιζέλου εκδήλωση με θέμα «Η δίκη των οκτώ και η εκτέλεση των έξ- Ενα δράμα του σύγχρονου Ελληνισμού», ενώ ο τύπος γεμίζει με σχετική αρθρογραφία. Τέλος, δεκάδες μικρασιατικά σωματεία διαμαρτύρονται για την απόφαση αυτή. Γιατί όμως 9 δεκαετίες μετά ένα τόσο παλιό ζήτημα είναι ξανά επίκαιρο;
Στις 10 Αυγούστου 1920 παραχωρούνται από τους νικητές του μεγάλου Πολέμου στην Ελλάδα ολόκληρη η Δυτική Θράκη, η Ανατολική Θράκη έως τα οχυρά της Τσατάλντζας, όλα τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου πλην Δωδεκανήσων και η περιοχή της Σμύρνης για μια περίοδο πέντε ετών. Θα ακολουθούσε δημοψήφισμα με βάση το οποίο οι κάτοικοι θα αποφάσιζαν την προσάρτηση ή όχι στην Ελλάδα. Η "Ελλάδα των δύο Ηπείρων και των Πέντε Θαλασσών" ήταν πραγματικότητα. Ο Ελ. Βενιζέλος αναλαμβάνοντας το υψηλότατο ρίσκο να στηρίξει τις δυνάμεις της Αντάντ και να διχάσει την ελληνική κοινωνία, αλλά και χειριζόμενος αριστοτεχνικά τη διπλωματία ήταν ο μεγάλος νικήτης. Και όμως στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 νικητής αναδείχθηκε η Ηνωμένη Αντιπολίτευσις και τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου ο επάρατος Κωνσταντίνος βρισκόταν πάλι στο θρόνο του δημοκρατικά νομιμοποιημένος, ενώ ο Βενιζέλος επέστρεφε ηττημένος στο Παρίσι!
Η Ελλάδα μπήκε σε έναν πόλεμο επιβεβλημένο από τις Μεγάλες Δυνάμεις με τη μορφή Στρατιωτικής Κατοχής και μιας τριετούς βενιζελικής δικτατορίας. Η πλειοψηφία των λαϊκών στρωμάτων της Παλιάς Ελλάδας, οι μειονοτικοί πληθυσμοί της Μακεδονίας και της Ηπείρου, οι κοσμοπολίτικοι εβραϊκοί πληθυσμοί αδυνατούσαν να κατανοήσουν τον "εθνικοαπελευθερωτικό και δημοκρατικό" χαρακτήρα όχι μόνο του λήξαντα πολέμου, αλλά ακόμη περισσότερο του νέου που εγκαινιαζόταν στη Μικρά Ασία. Μπορεί οι πρόσφυγες, οι Κρήτες και οι νησιώτες να στήριζαν στα 1920 Βενιζέλο, αλλά ο ελληνικός λαός ψήφισε το αντιβενιζελικό σύνθημα "Οίκαδε", " πίσω στα σπίτια".
Οι κυβερνήσεις όμως του Λαϊκού Κόμματος συνέχισαν το πόλεμο με αποτέλεσμα την καταστροφή του μικρασιατικού ελληνισμού. Η επαναστατική κυβερνηση των βενιζελικών δίκασε και καταδίκασε σε θάνατο με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας πέντε πολιτικούς και έναν στρατιωτικό του αντιβενιζελικού στρατοπέδου: οι Δ. Γούναρης, Π. Πρωτοπαπαδάκης, Ν. Στράτος, Ν. Θεοτόκης, Γ. Μπαλτατζής και ο αρχιστράτηγος Γ. Χατζηανέστης. 
 
Στις 10 Αυγούστου 1920 υπογράφεται στο προάστιο Sevres του Παρισιού η Συνθήκη Ειρήνης των νικητών του Μεγάλου Πολέμου με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πρόσθετες συναφείς Διεθνείς πράξεις της ίδιας ημερομηνίας παραχωρούν στην Ελλάδα ολόκληρη τη Δυτική Θράκη, την Ανατολική Θράκη έως τα οχυρά της Τσατάλντζας, όλα τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου πλην Δωδεκανήσων και την περιοχή της Σμύρνης για μια περίοδο πέντε ετών. Μετά τη λήξη της περιόδου αυτής θα ακολουθούσε δημοψήφισμα με βάση το οποίο οι κάτοικοι θα αποφάσιζαν την προσάρτηση ή όχι στην Ελλάδα. Η "Ελλάδα των δύο Ηπείρων και των Πέντε Θαλασσών" ήταν πραγματικότητα. Ο Ελ. Βενιζέλος αναλαμβάνοντας το υψηλότατο ρίσκο να στηρίξει τις δυνάμεις της Αντάντ καινα διχάσει την ελληνική κοινωνία φτάνοντας στο σημείο του εμφυλίου, αλλά και χειριζόμενος αριστοτεχνικά όλα τα διπλωματικά παχνίδια ήταν αναμφισβήτητα ο μεγάλος νικήτης. Και όμως στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 νικητής αναδείχθηκε η Ηνωμένη Αντιπολίτευσις, ένας Συνασπισμός Αντιβενιζελικών κομμάτων, και τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου ο επάρατος Κωνσταντίνος βρισκόταν πάλι στο θρόνο του δημοκρατικά νομιμοποιημένος, ενώ ο Βενιζέλος επέστρεφε ηττημένος στο Παρίσι! Εδώ και δεκαετίες οι ιδεολογικοί κληρονόμοι του Βενιζελισμού προσπαθούν να εξηγήσουν, αλλά και να εξωραϊσουν αυτό "τραύμα", τη μικροψυχία δηλαδή του ελληνικού λαού απέναντι στον μεγάλο του ηγέτη.
Η Μεγάλη Ιδέα ήταν αναμφισβήτητα ένα όνειρο με βάση το οποίο γαλουχήθηκαν γενιές και γενιές ελλήνων. Κάλυπτε όλο το ιδεολογικό και πολιτικό φάσμα καθώς προβαλλόταν μέσα σε διαφορετικά πολιτικοϊδεολογικά συμφραζόμενα, καθώς μπορούσε να ταυτίζεται με τα σχέδια όλων των κοινωνικών στρωμάτων (αγρότες, μικροαστούς ή μισθωτούς τεχνίτες, μεσοαστούς διανοούμενους, μεγαλοαστούς). Αφορούσε πρωτίστως την επαναστατική σοσιαλιστική ή γιακωβίνικη δημοκρατική αριστερά (Καλλέργης και άλλοι πρώιμοι σοσιαλιστές, Επτανήσιοι ριζοσπάστες, Κρήτες δημοκράτες) που συνέδεαν την επαναστατική και κοινωνική αλλαγή με την ανατροπή όλων των παλαιών καθεστώτων και την εγκαθίδρυση σοσιαλιστικών ή λαϊκοδημοκρατικών καθεστώτων γιακωβίνικου τύπου. Προτασσόταν από την "ρεφορμιστική" και "συντηρητική" εκδοχή του γιακωβινισμού, δηλαδή τον αντιπλουτοκρατικό δημοκρατικό κοινοβουλευτισμό του Δεληγιάννη ως ένα σχέδιο που θα ήταν επαναστατικό για τους καταπιεζόμενους πληθυσμούς, αλλά ταυτόχρονα και επεκτατικό για την Ελλάδα με στρατιωτικού τύπου μάχες, όπως π.χ. ο "ειρηνοπόλεμος" του 1885 και ο πόλεμος στα Θεσσαλικά πεδία του 1897 που ήταν ταυτόχρονα επανάσταση στην Κρήτη. Τέλος, είχε τη μορφή μιας πλήρως μεταρρυθμιστικής διαδικασίας με στόχο την "από τα πάνω" εσωτερική πολιτισμική κυριαρχία του ελληνικού κεφαλαίου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία όπως εκφραζόταν από την εκσυγχρονιστική αντικοινοβουλευτική ιμπεριαλιστική πολιτική του μεγάλου χρηματιστικού κεφαλαίου και εκφραζόταν από τον Τρικούπη και τον Γεώργιο για λάβει η τελευταία αυτή εκδοχή σε μια εποχής οικονομικής αβεβαιότητας για μεγάλο ελληνικό κεφάλαιο τη μορφή μιας καθαρά στρατιωτικής πολεμικής επέμβασης εκφρασμένη από τον Ελ. Βενιζέλο.
Εάν στα 1912-13 ο προοδευτικός βενιζελισμός της εργατικής νομοθεσίας και του υποσχόμενου κοινωνικού κράτους μπορούσε να εκφράζει κάπως ένα ηγεμονικό συλλογικό όραμα και να ταυτίζεται κατά έναν τρόπο με τα εθνικοαπελευθερωτικά οράματα, στα 1915 και ακόμη περισσότερο στα 1920 τα πράγμα ήταν πολύ διαφορετικά. Η Ελλάδα μπήκε με το ζόρι σε έναν πόλεμο επιβεβλημένο από τις Μεγάλες Δυνάμεις με τη μορφή Στρατιωτικής Κατοχής και με την επιβολή μιας τριετούς βενιζελικής δικτατορίας. Η πλειοψηφία των λαϊκών στρωμάτων της Παλιάς Ελλάδας, οι μειονοτικοί πληθυσμοί της Μακεδονίας και της Ηπείρου, οι κοσμοπολίτικοι εβραϊκοί πληθυσμοί αδυνατούσαν να κατανοήσουν τον "εθνικοαπελευθερωτικό και δημοκρατικό" χαρακτήρα όχι μόνο του λήξαντα πολέμου, αλλά ακόμη περισσότερο του νέου που εγκαινιαζόταν στη Μικρά Ασία. Η συμπεριφορά δε του ελληνικού στρατού στην "απελευθερωμένη" Σμύρνη επιβεβαίωνε ακόμη και σε τμήματα του ελληνικού στρατού τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Μπορεί οι πρόσφυγες για τους δικούς τους λόγους και προσδοκίες, οι Κρήτες και οι νησιώτες -- ενταγμένοι μέσα από επαναστατικές διαδικασίες στον εθνικό κορμό -- να στήριζαν στα 1920 Βενιζέλο, αλλά ο ελληνικός λαός ψήφισε το αντιβενιζελικό σύνθημα "Οικάδε", " πίσω στα σπίτια".
Η μεγάλη λοιπόν προδοσία της ηγεσίας της αντιβενιζελικής παράταξης είναι ότι ακριβώς πούλησε πολύ γρήγορα και εύκολα το λαϊκό αυτό αίσθημα που τους ανέδειξε στην εξουσία. Διεκδικώντας για τον εαυτό τους τις δάφνες του αντιπάλου θέλησαν να αποδείξουν πως μπορούν να εκφράσουν καλύτερα τα συμφέροντα του μεγάλου ελληνικού κεφαλαίου και να φτάσουν την Ελλάδα ακόμη πιο μακριά. Θα μπορούσε κανείς να αναζητήσει δεκάδες περιπτώσεις και υποπεριπτώσεις μεγαλύτερων ή μικρότερων "προδοσιών", παραλείψεων, αστοχιών με βάση τα εθνικά, διπλωματικά και στρατιωτικά κριτήρια, με κορύφωση την διαταγή της απαγόρευσης εξόδου από την Ανατολή όλων των Ελλήνων και την παράδοσή τους στο έλεος του εχθρού, τη στιγμή μάλιστα που αποφάσισαν την στρατιωτική εγκατάλειψη της Μικράς Ασίας (Ιούλιος 1922). Η κοινή συνισταμένη όλων αυτών των "προδοσιών" ήταν η πραγματική αδιαφορία για τους κάθε λογής "από κάτω": στρατιώτες, υπαλλήλους, εργάτες, χριστιανούς μικρασιάτες έχοντας ως μοναδικό πολιτικό κριτήριο τελικά τη διάσωση του θρόνου. Σε κάθε περίπτωση, λοιπόν, και παρά τις αστοχίες των αντιβενιζελικών κυβερνήσεων στο καθαρά στρατιωτικό, αλλά και στο διπλωματικό πεδίο, η πραγματική αιτία της ήττας ήταν ακριβώς ότι αυτοί που πολεμούσαν δεν ενδιαφέρονταν και δεν καταλάβαιναν την αξία αυτού του πολέμου. Αντίθετα, ο εχθρός ήταν εξαιρετικά πεισμένος για τον δικό του πραγματικά εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα εναντίον των ελλήνων κατακτητών. Αυτοί λοιπόν που διέταξαν και καθοδηγησαν την Μικρασιατική Εκστρατεία ήταν καθαρά καιροσκόποι και εξαιτίας τους δεν καταστράφηκε μόνο η Μεγάλη Ιδέα -- το μόνο θετικό--, αλλά ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι και μαζί τους μια ολόκληρη κοινωνία μπήκε σε μια εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία ανοικοδόμησης.
Για όλους αυτούς τους "προδομένους" στρατιώτες, ξεσπιτωμένους "πρόσφυγες" και τις οικογένειες χωρίς γιους, συζύγους και πατεράδες δε χρειαζόταν καμία δίκη που θα αποδείκνυε εκείνο που όλοι γνώριζαν και βίωναν. Τον Αύγουστο του 1922 δεν κατέρρευσε μόνο το μέτωπο, αλλά κατέρρευσε μερικώς και το ίδιο το κράτος ριζοσπαστικοποιώντας πολιτικά τα λαϊκά στρώματα. Και πράγματι οι βενιζελικοί αξιωματικοί που ανέλαβαν τη διακυβέρνηση ήταν σε θέση να αντιληφθούν τον τεράστιο κίνδυνο που ενδεχομένως να αντιμετώπιζε το αστικό καθεστώς συνολικά. Για αυτό όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και βιαστικά έπρεπε οι υπαίτιοι να δικαστούν, να καταδικαστούν και να εκτελεστούν. Και ίσως να είχαν δίκιο να φοβούνται. Το Σοσιαλδημοκρατικό ΣΕΚΕ που είχε καταφέρει να εκφράσει το αντιπολεμικό κλίμα με μεγαλύτερη συνέπεια, παρότι δεν μπόρεσε να αντιδράσει άμεσα και να πρωταγωνιστήσει στα 1922, διαπεράστηκε όμως γρήγορα από το ρεύμα ριζοσπαστικοποίησης, μετασχηματίστηκε σε ΚΚΕ και έγινε αρκετά απειλητικό μέσα σε συνθήκες διόγκωσης των εξαθλιωμένων προλεταρίων.
Δεν είναι όμως μια απλή υπόθεση η εκτέλεση τριών πρωθυπουργών, δύο υπουργών και ενός αρχιστρατήγου. Οι αστοί πολιτικοί, αλλά και γενικότερα οι πολιτικές ηγεσίες, όπως παλιότερα και οι βασιλιάδες, ενώ εύκολα αποφασίζουν πολέμους, τη βίαιη καταστολή εξεγέρσεων και τη θανατική καταδίκη των εξεγερμένων ή των απλών εγκληματιών και γενικότερα των κάθε λογής "από κάτω", πολύ δύσκολα συναινούν στην εκτέλεση ισοτίμων τους. Συνήθως, επικρατεί, ακόμα και στους φανατικότερους εχθρούς, μια είδους ταξική αλληλεγγύη. Σε όλο το μεσοπόλεμο χιλιάδες εργάτες σοσιαλιστές, κομμουνιστές του Αρχειομαρξισμού και του ΚΚΕ φυλακίστηκαν, εκτοπίστηκαν σάπισαν από αρρώστιες για τα πιο μικρά παραπτώματα με την κατηγορία ότι στρέφονταν εναντίον του κοινωνικού καθεστώτος. Αντίθετα, πολιτικοί και στρατιωτικοί εκατέρωθεν των δύο αστικών στρατοπέδων και εν μέσω οξυμένου του εθνικού διχασμού πολύ εύκολα έδιναν χάρη ο ένας στον άλλο εν ονόμαστι της εθνικής συμφιλίωσης, ενώ όλοι είχαν σχεδόν συμμετάσχει σε ένα τουλάχιστον πραγματικό πραξικόπημα ή κάποια άλλη πραγματική κίνηση εναντίον του πολιτεύματος. Το 1944, ακόμα και η ηγεσία του ΚΚΕ, ηττημένη στα Δεκεμβριανά, κατάφερε να εξαιρεθεί στη Συμφωνία της Βάρκιζας από ενδεχόμενες εκδικητικές κινήσεις των νικητών, ενώ η ΕΑΜική βάση παρέμενε έκθετη. Ακόμη και ο συνεργάτης των Γερμανών Ιωάννης Ράλλης καταδικάστηκε απλώς σε ισόβια στις δίκες των δοσιλόγων. Όχι τυχαία ο ίδιος ο Ελ. Βενιζέλος είχε στείλει επιστολή με την οποία διαφωνούσε με την εκτέλεση των έξι. Ακόμα και εάν έφτανε νωρίτερα, δε θα άλλαζε βέβαια την απόφαση της εκτέλεσης.
Η ελληνική αστική τάξη, επανενοποιημένη μεταπολεμικά υπό την ηγεμονία της δεξιάς και μεταπολιτευτικά υπό τη σχετική ηγεμονία της κεντροαριστεράς, βίωνε την αναγκαστική αυτή εκτέλεση μελών της υπό την πίεση του λαϊκού παράγοντα ως ένα εξαιρετικά μεγάλο συλλογικό τραύμα. Εκατοντάδες κείμενα, άρθρα σε εφημερίδες, δεκάδες βιογραφίες και ιστορίες, ιδιαίτερα εκείνα που προέρχονταν από αστούς πολιτικούς (βλ Π. Κανελλόπουλος, Γ. Παπανδρέου, Κ. Τσάτσος, Κ. Καραμανλής, Σπ. Μαρκεζίνης) εδώ και δεκαετίες καλλιεργούν το "καλό" πρόσωπο των εκτελεσθέντων, αλλά και την αδικία που διαπραχθηκε σε βάρος τους. Με αυτόν τον τρόπο η κίνηση για αναψηλάφιση της δίκης των έξι και η θετική απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου δεν είναι κεραυνός εν αιθρία, καθώς το έδαφος έχει εδώ και καιρό προλειανθεί. Εξάλλου, σήμερα η συναίνεση και η ομοφωνία της αστικής τάξης βρίσκεται σε πρωτοφανή βαθμό σε σχέση με το ιστορικό παρελθόν και διευκολύνει εξαιρετικά σε μια τέτοια αναθεώρηση της ιστορίας. Επίσης, δεν είναι τυχαίο ότι ιδεολογικός ταγός της αναψηλάφισης δεν είναι άλλος από τον Θάνο Βερέμη, η ιστορική οπτική του οποίου είναι καθαρά από τη μεριά του αστισμού.
Τέλος, δεν είναι άσχετη η υπόθεση αυτή εν γένει με τη σχέση Μικρασιατικης Καταστροφής και σύγχρονου ελληνικού κράτους. Οι ευθύνες του αστισμού σε αυτήν τη μεγάλη λαϊκή καταστροφή επέφεραν την υποχρέωση του να φροντίσει για την υλική αποκατάσταση και αναπαραγωγή των λαϊκών στρωμάτων διαμορφώνοντας έτσι το σύγχρονο κοινωνικό κράτος. Εάν λοιπόν η Μικρασιατική Καταστροφή δεν είναι παρά ένας "συνωστισμός", οι υπεύθυνοι αυτού του "συνωστισμού" δεν υπήρχε λόγος να τιμωρηθούν και να πληρώσουν με τη ζωή τους, ενώ βέβαια συνολικά η αστική τάξη δεν είναι υποχρεωμένη να μοιράζεται τον πλούτο της με κανέναν άλλον. Δεν είναι άνευ ταξικού προσήμου η συνολική αυτή προσπάθεια αναθεώρησης της επίσημης ιστορίας στο όνομα της εθνικής και κοινωνικής συναίνεσης.
Είναι πραγματικά προκλητικό, όταν χιλιάδες δίκες κομμουνιστών της περιόδου του εμφυλίου ή δίκες κομμουνιστών, όπως του Μπελογιάννη, του Πλουμπίδη κ.α. δεν έχουν αναθεωρηθεί, όταν δίκες αθωωμένων δοσιλόγων δεν έχουν αναψηλαφισθεί, όταν η δίκη του Γρηγόρη Στακτόπουλου για την υπόθεση Πολκ δεν έχει αναθεωρηθεί, το σημερινό αστικό κράτος να ανοίγει την υπόθεση των έξι που είναι καταφανώς υπεύθυνοι.

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009

το βιβλίο της Λήδας Παπαστεφανάκη, διδάσκουσας στο Τμήμα Ιστορίας - Αρχαιολογίας Ιωαννίνων, με τίτλο "Εργασία, τεχνολογία και Φύλο στην Ελληνική Βιομηχανία, Η κλωστοϋφαντουργία του Πειραιά 1870 - 1940"

 
Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης το βιβλίο της Λήδας Παπαστεφανάκη, διδάσκουσας στο Τμήμα Ιστορίας - Αρχαιολογίας Ιωαννίνων, με τίτλο "Εργασία, τεχνολογία και Φύλο στην Ελληνική Βιομηχανία, Η κλωστοϋφαντουργία του Πειραιά 1870 - 1940". Πρόκειται για μια πιο ολοκληρωμένη επεξεργασία του διδακτορικού της που εκπόνησε στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης υπό την επίβλεψη του Χρήστου Χατζηιωσήφ. Έχοντας ως ερευνητική αφετηρία το εργοστάσιο Ρετσίνα, η έρευνά της ξεδιπλώνεται μέσα από τα ερωτήματά της και τη δημιουργική σύνθεση διαφορετικών μεθοδολογικών προσεγγίσεων σε πολλαπλά πεδία χωρίς να συνθλίβεται στη σύγχιση και στη μερικότητα. Πρώτον γιατί έχει πλήρη και καθαρή συνείδηση του εγχειρήματός της και δεύτερον γιατί αισθάνεται σίγουρη για τη μεθοδολογική της βάση και τις προτεραιότητες που δίνει σε αυτή. Συγκεκριμένα επιλέγοντας να χρησιμοποιήσει το αναλυτικό εργαλείο "κοινωνικό φύλο" επιμένει πως η ταξική ανάλυση δεν είναι ένα εξαντλημένο και αποδυναμωμένο ιστοριογραφικά εργαλείο, δεν είναι απλά μια αφηγηματική αρχή ισότιμη διπλα στις άλλες. Αντίθετα, "η έννοια της κοινωνική τάξης παραμένει αναλυτική κατηγορία απαραίτητη για την εξήγηση της κοινωνικής αλλαγής και της συλλογικής δράσης των υποκειμένων". Συνδυαστικά και όχι ανταγωνιστικά "κοινωνική τάξη" και "κοινωνικό φύλλο" είναι συστατικό στοιχείο των κοινωνικών σχέσεων. Ταυτόχρονα, ενώ αναγνωρίζει τη σημασία της μελέτης "των αναπαραστάσεων και των λεκτικών κατασκευών" για τη ζωή κα τη δράση των ιστορικών υποκειμένων, σε τελική ανάλυση τονίζει πως "τόσο οι έμφυλες όσο και οι ταξικές σχέσεις διαμορφώνονται και συγκροτούνται απο συνθήκες υλικές και πολιτικές". Με αυτόν τον τρόπο, η Παπαστεφανάκη μετέχει στο ζωντανό "διάλογο" που διεξάγεται τα τελευταία χρόνια στον χώρο της ελληνικής ιστοριογραφίας και ευρύτερα των κοινωνικών επιστημών προσφέροντας μια συνθετική ματιά που έχει όμως συγκεκριμένο ηγεμονικό πρόσημο. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό, σε μια εποχή που οι κοινωνικοί επιστήμονες θεωρητικοποιούν τη ρευστότητα, μαγεύονται από τις ενδιάμεσες αποχρώσεις και τα μη "καθαρά" χρώματα, εμμένουν στο ανολοκλήρωτο ως μεθοδολογική πρόταση, αλλά και ως καταληξη πολλές φορές των ερευνητικών συμπερασμάτων, η Παπασταφενάκη τολμά να συγκροτεί μια ολοκληρωμένη μεθοδολογική πρόταση και να ολοποιεί το αντικείμενό της. Με άλλα λόγια, μας προσφέρει τελικά μια συνολικοποιημένη και ενιαία εικόνα- άποψη για την ελληνική κλωστοϋφαντουργία, τη γυναίκα εργάτρια, την εργατική πόλη του Πειραιά. Και αυτό το καταφέρνει πετυχαίνοντας ακόμη μια σύνθεση, ενοποιώντας την κοινωνική με τη βιομηχανική ιστορία. Δεν παρουσιάζει δηλαδή τις τεχνικές πλευρές της παραγωγής με μια κουραστική λεπτομέρεια αποξενωμένες από τον εργάτη-άνθρωπο, αλλά σε άμεση συνάρτηση με την προϊούσα αλληλεπιδρούμενη ιεραρχική, έμφυλη, χωρική, ταξική κοινωνική δομή. Δεν ανακαλύπει βέβαια η Παπαστεφανάκη μόνη της αυτές τις ηγεμονικές συνθέσεις ούτε όμως είναι απλή προσαρμογή στα ελληνικά δεδομένα διεθνών ιστοριογραφικών προτάσεων. Προέρχεται από μια συγκεκριμένη, θα λέγαμε, μαρξιστική τοποθέτηση στην ελληνική ιστοριογραφία. Δε μένει όμως φοβικά έγκλειστη, ανήμπορα παραδοσιακή και απλώς καταγγέλουσα απέναντι στις θεωρητικές και μεθοδολογικές προκλήσεις της εποχής. Με αυτοπεποίθηση, αν και απολογητική σε κάποια σημεία σα να αισθάνεται μεγάλο το βάρος, σηκώνει το γάντι και τολμά να απαντήσει, να αντιπροτείνει, να προχωρήσει τη συζήτηση. Βάζει το δικό της λιθαράκι στη διαμόρφωση μιας σύγχρονης φεμινιστικής μαρξιστικής ελληνικής ιστοριογραφίας.
Συγκεκριμένα, αφού στην εισαγωγή παρουσιάζει τους μεθοδολογικούς της προβληματισμούς ξεκινάει το πρώτο μέρος με τίτλο "πόλη, βιομηχανία, αγορά εργασίας". Στο πρώτο κεφάλαιο παραθέτει την γένεση και την ιστορική εξέλιξη του Πειραιά από το 1830 έως το 1940. Δίπλα στα δημογραφικά δεδομένα, τις οικονομικές δραστηριότητες στο εμπόριο, το λιμάνι, τη βιομηχανία, δίπλα στις περιγραφές των υποδομών και των χώρων, αναδεικνύεται η εργατούπολη με τις εργατικές συνοικίες, την τεράστια δυστυχία, τις παράγκες, τις αρρώστιες, τον θάνατο. Αναδεικνύεται ο αστικός λόγος που κατασκευάζει την κυρίαρχη ιδεολογία για τους εργάτες και το εργατικό ζήτημα. Για παράδειγμα, ο προβληματισμός για τα εργατικά δεινά συχνά αφεστιάζει των ταξικών αιτιών και ηθικοποιείται μέσα από μια αστική παρτεναλιστική οπτική καταγγέλοντας την ηθική και πολιτισμική κατάπτωση των εργατικών στρωμάτων. Ταυτόχρονα, περιγράφονται οι νέες μορφές κοινωνικότητας και θεάματα που διαμορφώνουν τη συλλογική ζωή της πόλης. "Η αθλητική δραστηριότητα τόσο της μεσαίας τάξης όσο και της κατώτερης τάξης προσέφερε ένα μέσο για τη συγκρότηση εθνικών (αλλά και τοπικών, ταξικών, έμφυλων) ταυτοτήτων", γράφει η Παπαστεφανάκη αναφερόμενη στους αθλητικούς συλλόγους. Αναφέρεται στην πρόσληψη της πόλης ως μοντέρνας και βιομηχανικής από τους διηγηματογράφους. Δίνει τη διάσταση των λαϊκών μορφών ψυχαγωγίας του λαϊκού θεάτρου, του ρεμπέτικου, του εργατικού αθλητισμού. Στο δεύτερο κεφάλαιο με τίτλο "Η αποκατάστασις της κόρης" και ο "χρηστός τεχνίτης", και υπότιτλο άνδρες και γυναίκες στην αγορά εργασίας" παρατηρεί τον μετασχηματισμό του παραδοσιακού οικογενειακού καταμερισμού εργασίας με την ενεργό συμμετοχή των γυναικών στην μισθωτή εργασία, την προλεταριοποίηση δηλαδή των γυναικών. Η γυναίκα εργάτρια και ο άνδρας τεχνίτης δεν είναι ουδέτρες έννοιες ούτε ταξικά ούτε από την πλευρά του φύλλου. Συνδέει την πρακτική της φιλανθρωπίας με την εργασιακή πειθαρχία και τον εγκλεισμό των αλητών στα φιλανθρωπικά ιδρύματα με μια βίαιη και εξωοικονομικη προλεταριοποίηση προς όφελος των επιχειρηματικών σχεδίων. Ως εκ τούτου δε διαβλέπει στο λόγο περί ηθικής και στην ιδεολογία της φιλανθρωπίας μόνο μια λειτουργία που αποφέρει κύρος στους αστούς και καλύπτει τον ελεύθερο χρόνο των αστών γυναικών. Αντίθετα, βλέπει μια λειτουργία ενταγμένη σε ένα ταξικό οικονομικό σχέδιο βιομηχανικής καπιταλιστικής ανάπτυξης που προϋποθέτει τον ταξικό έλεγχο, την υποταγή και πειθαρχία και αποσκοπεί στην οικονομική εκμετάλλευση των ημιπρολεταριακών και λούμπεν προλεταριακών στρωμάτων του Πειραιά. Περιγράφει τις ιδιαιτερότητες της γυναικείας εργασίας μέσα από το δικό τους πρίσμα, τη δική τους κουλτούρας με βάση το δικό τους αξιακό σύστημα. Οι γυναίκες βλέπουν την εργασία τους ως ένα προσωρινό στάδιο πριν από τον γάμο και όχι ένα βιοποριστικό επάγγελμα που τους αποδίδει ταυτότητα εργάτη όπως συμνβαίνει αντίστοιχα στους άντρες εργάτες. Αναφέρεται στο ρόλο της παιδικής εργασίας ως φτηνής και υπερεκμεταλλευόμενης εργασίας και την άρνηση τόσο του εργατικού πληθυσμού όσο και του επιχειρηματικού κόσμου να προσαρμοστεί στις κρατικές προσπάθειες περιορισμού και προστασίας της, αλλά και στην ίδρυση των πρώτων σωματείων.
Στο δεύτερο κεφάλαιο μελετά την κλωστοϋφαντουργία και την τεχνολογική αλλαγή περιγράφει το ελληνικό μοντέλο σε σχέση με το διεθνές. Έτσι, στο τρίτο κεφάλαιο ξεκινά με την περιγραφή της παραγωγικής διαδικασίας και των μηχανών που μεταποιούν το βαμβάκι σε ύφασμα τον 19ο αιώνα διεθνώς. Βασικό της επιχείρημα είναι ότι "παρά τις μηχανικές εξελίξεις στα κλωστικά μηχανήματα, η ανθρώπινη παρέμβαση κατά τη διάρκεια της νηματοποίησης δεν εξαλείφθηκε πλήρως." Παρακολουθεί το διεθνές πλαίσιο, την ηγεμονία της Βρετανίας, την εμφάνιση στη συνέχεια των άλλων βιομηχανικών κρατώντόσο των μεγάλων (ΗΠΑ, Ιαπωνία) όσο και των μικρότερων (Βαλκάνια) διαμορφώνοντας έτσι το πλαίσιο του διεθνούς ανταγωνισμού, ενώ μικρή αναφορά γίνεται και στον ρόλο του διεθνούς εργατικού κινήματος και του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας. Συνδέει την εμφάνιση της ελληνικής βαμβακουργίας με τον Αμερικανικό Εμφύλιο, σημειώνει τη δυσκολία μετάβασης στην υφαντουργία και τη σημαντικο ρόλο των κρατικών παραγγελιών για τα Πειραιώτικα υφαντουργία. Η κλωστοϋγφαντουργία του μεσοπολέμου χαρακτηρίστηκε από ποσοτική επέκταση και ταχεία ανάπτυξη τη δεκαετία του 20 και από σχετική επιβράδυσνη κατά τη δεκαετία του 1930. Οι εγκαταστάεις της βαμβακουργίας ήταν από τις φθηνότερες βιομηχανικές εγκαταστάσεις τον 19ο και τις αρχές του 20ου αιώνα. Η βαμβακουργία απασχολούσε σημαντικό αριθμό εργαζομένων από τον 19ο αιώνα και ως τον μεσοπόλεμο, με υψηλή συμμετοχή γυναικών. Η διάρκεια εργασίας αποτέλεσε καίριο ζήτημα διαπραγματεύσεις τόσο μεταύ των εργατών όσο και μεταξύ των βιομηχάνων αφού οι Μεκαεδονικές εταιρείες παραβίαζαν τις εργατικές νομοθεσίες. Η πλειονότητα των προϊόντων που απευθύνονταν στην ελεύθερη αγορά καταναλώνονταν από τα λαϊκά στρώματα, ενώ ένα μέρος της εξαγόταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στο τέταρτο κεφάλαιο εστιάζει στην κλωστοϋφαντουργία Ρετσίνα, την ιστορία της οικογένειας, την ίδρυση της βιομηχανίας, τις οικογενειακές και πολιτικές στρατηγικές της, την τεχνολογία της βιομηχανίας, τα κεντρικά πρόσωπα της εταιρίας, τα προϊόντα και τις αγορές στις οποίες απευθύνονταν φτάνοντας στη διάλυση της εταιρίας και το κλείσιμο του εργοστασίου στα 1981. Το πιο ενδιαφέρον, θα έλεγε κανείς, μέρος του βιβλίου αφορά την εργασία. Στο πέμπτο κεφάλαιο ερευνάται η σύνθεση του προσωπικού στη Βιομηχανία Ρετσίνα, που αποτελείταιμ από άντρες γυναίκες και παιδιά, οι δυνατότητες της κινητικότητας και ο ρόλος της γυναικείας εργασίας μέσα από το πρίσμα όχι της ευκαιριακής εργασίας, αλλά της πραγματικής προλεταριοποίησης. Στην κλωστοϋφαντουργία Ρετσίνα συνυπήρχαν δύο κατηγογρίες εργατικού δυναμικού. Η πρώτη κατηγορία αποτελείται από άνδρες και γυναίκες όλων των ειδικοτήτων με σταθερή σχέση εργασίας και η δεύτερη κυρίως γυναίκες με περιστασιακή και κυμαινόμενη σχέση. Αυτή η δεύτερη αποσκοπούσε στη μείωση του κοστους εργασίας και συνδυάζεται με τον "παλαιό" τεχνολογικό εξοπλισμό. Τα εθνοτοπικά δίκτυα από τις περιοχές των Κυκλάδων και της Πελοποννήσου εξασφάλιζαν το εργατικό δυναμικό της Εταιρείας. Στο έκτο κεφάλαιο αναλύει διεξοδικά τον καταμερισμό εργασίας κατά φύλο ως στοιχείο που εξυπηρετεί την ανισότητα των ανδρικών και γυναικείων ημερομισθίων, την κατ' αποκοπή μορφή αμοιβής που ενισχύει την εντατική εργασία για την αύξηση του μεροκάματου, τη λειτουργία του συστήματος των υπεργολαβιών που εντείνει την ανισότητα των αποδοχών, ενώ η αμοιβή με ημερομίσθια παρουσιάζει επίσης ανισότητες μεταξύ ανδρών και γυναικών, οι οποίες προκύπτουν από τις γενικότερες κοινωνικές σχέσει εξουσίας της Πειραϊκής κοινωνίας. Τέλος, εξετάζει τον μισθό ως οικογενειακό εισόδημα και τη σημασία να εργάζονται πολλά μέλλη μιας οικογένειας στην επιχείρηση. Η χρήση πινάκων εξασφαλίζει την άμεση κατανόηση των δεδομένων. Στο έβδομο κεφάλαιο εξετάζει τις ειδικότητες και την ιεραρχία στην εργασία διερευνώντας σε βάθος τη σχέση επιπέδου εκμηχάνισης και ειδικοτήτων. Η εταιρεία χρησιμοποιεί εσωτερική αμισθί γενική και τεχνική εκπαίδευση για τους νέους/ες εργάτες/τριες διαμορφώνοντας τους τεχνίτες που χρειάζεται φτηνά. Η τάση αυτή των εταιρειών συσχετίζεται με την αδιαφορία που επέδειξαν οι ιθύνοντες και ο ίδιος ο Ρετσίνας ως δήμαρχος να ιδρυθούν τεχνικές σχολές στην πόλη. Η κοινωνική αντίληψη ότι οι άντρες γενικά έχουν κλίση προς τις μηχανές καθορίζει και την έμφυλη σχέση εργασίας-τεχνολογίας και δημιουργεί ειδικευμένους τεχνίτες και "αποειδικευμένες" εργάτριες. Αλλά και μέσα στις δύο αυτές κατηγορίες υπάρχουν διαβαθμίσεις, καθώς στις εργασίες των μεταφορέων και όπου χριεάζεται μυική δύναμη αναλαμβάνουν οι άντρες. Στο σημείο αυτό παρουσιάζεται βήμα βήμα και λεπτομερώς η διαδικασία της παραγωγής σε σχέση με την εργασία. Στο όγδοο κεφάλαιο εξετάζονται το ωράριο (το ωχτάωρο καθιεωθηκε το 1937 στον κλάδο), συνέπειες των συνθηκών εργασίας στην υγεία των εργαζομένων. Δεν είναι τα εργατικά στρώματα νοσηρά, αλλά η ίδια η εργασία είναι που εμπεριέχει τη νοσηρότητα. Δεν είναι επιπόλαιοι οι εργάτες για τα εργατικά ατυχήματα, δεν είναι η αμορφωσιά των εργατών η αιτία για την άρνηση προσαρμογής σε προστατευτικά μέσα, αλλά είναι υπεύθυνη η ίδια η εντατικοποίηση της εργασίας. Οι γνωματεύσεις του γιατρού της επιχείρησης, οι καταγγελίες των εργατικών εφημερίδων, οι διαμαρρτυρίες των ίδιων των εργατριών μας διαφωτίζουν για τις συγκεκριμένες νόσους και τα εργατικά ατυχήματα που προκαλούσε το εργοστάσιο στους/στις εργάτες/τριες. Στο 'ενατο κεγφάλαιο η συγγραφέας διαπραγματεύεται το ζήτημα της διαχείρισης της εργατικής δύναμης. Στον Ρετσίνα ενδύεται έναν φιλανθρωπικό πατερναλιστικό λόγο και πρακτική. Ο βιομήχανος-δήμαρχος Ρετσίνας εξελίσσεται από φιλάνθρωπο προστάτη των εργαζομένων σε προστάτη ολόκληρης της εργατικής τάξης της πόλης. Προσέφερε συσσίτιο στους εργάτες και δάνεια στους επί χρόνια εργαζόμενους στο εργοστάσιο. Το πρώτο προκαλούσε αντιδράσεις ενώ το δεύτερο διαμόρωνε μια σταθερή συναίνεση και οικονομική σχέση. Στο δέκατο κεφάλαιο παρουσιάζει την εργατική συλλογική δράση, τον συνδικαλισμό, τις διαμαρτυρίες και τις απεργίες στον Πειραιά και στα σωματεία του κλάδου δίνοντας έμφαση στον ρόλο του κομμουνιστικού κινήματος, τόσο του ΚΚΕ όσο και Σπαρτακιστών και των Αρχειομαρξιστών. Περιγράφει τις συγκρούσεις μέσα στα σωματεία μεταξύ των ρεφορμιστικών και κομμουνιστικών παρατάξεων, Το τελευταίο αυτό κεφάλαιο συνιστά μια σημαντική συμβολή στην ιστορία του εργατικού κινήματος καθώς παρουσιάζει τον οικονομικό χαρακτήρα των εργατικών διεκδικήσεων.
Το έργο της Παπαστεφανάκη εξαιτίας ακριβώς αυτής της πολυπρισματικότητας συνομιλεί και αντιπαρατίθεται ταυτόχρονα με πολλές απόψεις για τον Πειραιά, για τα ημερομίσθια, για τον χαρακτήρα της εργασίας και των διεκδικήσεων, για το φύλλο. Σε κάθε περίπτωση εκτός από ιστορικό εργαλείο είναι ένα σημαντικό εργαλείο για το ίδιο το συνδικαλιστικό και εργατικό κίνημα.





πόσοι μας διάβασαν: