Τρίτη, 2 Ιουνίου 2015

Οι νύχτες του Θησείου και του Φιλοπάππου


Γιώργου Βαρβαρέtου, εφημ. Πατρίς, 16/7/1931.

[το παρακάτω απόσπασμα είναι χρονογράφημα από την εφημερίδα Πατρίς. Εικονογραφεί με πολύ γλαφυρό τρόπο τις βραδυνές εξόδους στην περιοχή Θησείο στις αρχές τις δεκαετίας του 1930, έρευνα Κ. Παλούκης]

Τη νύχτα το Θησείο μοιάζει σαν επαρχιώτικη πλατεία, όπου γίνεται πανηγύρι. Κίνησις, φωνές, τραγούδια, ποδήλατα, αυτοκίνητα, γραμμόφωνα, μεγάφωνα, θεάματα, κρασοκατάνυξις, ασπασμοί των αγγέλων προς τα άστρα, ραντεβουδάκια, ληστρικά κρούσματα.

Μόλις καταφθάσετε με το τραμ ή τον ηλεκτρικό στην πλατεία του Θησείου, εκείνο που θα σας κάνη ζωηρότερη εντύπωσι είνε το ομαδικό ξενύχτι. Πάνω από 7-8 χιλιάδες άνθρωποι καθισμένοι σε ανάλογες καρέκλες απολαμβάνουν τη νυχτερινή δροσιά και διασκεδάζουν καθένας με τον δικό του τρόπο,

Οι φίλοι του κρασιού και της μπύρας είναι καθισμένοι σ’ όλες τις ταβέρνες που βρίσκονται εκεί τριγύρω και κουτσοπίνουν λύοντας όλα τα προβλήματα της ημέρας μεταξύ κρασιού και μεζέ. Πάμπολοι, για λόγους οικονομίας αποφεύγουν τα καφενεία και τις ταβέρνες και στήνουν το λημέρι τους στο περιφερικό τοιχάκι του πευκόφυτου αλσυλίου του Θησείου. Η υπηρεσία Κήπων και Δενδροστοιχιών κατώρθωσε να σώση των αλσύλιο εκείνο και να το εξωραΐση με τα σιδερένια κιγκληδώματα καθυστερεί όμως ένα μικρός μέρος. Έτσι, από κει αντιστάσεως μη ούσης εν μια νυκτί και μόνη .... Ξεπερνούν αρσενικοί και θηλυκοί και υπό το σκότος που βασιλεύει κάτω από τα πεύκα μεταβάλλουν όλην την έκτασιν του αλσυλίου σε απέρνατο κοπρώνα.

Δύο ποδηλατάδικα, εγκατεστημένα στις παράγκες πούναι απέναντι από το Θησείο απ’ το Θησείο και πλάι στο θεατράκι Εντεν κάνουν χρυσές δουλειές, αφού όλοι οι σκόρτσμαν της συνοικίας ποδηλατοδρομούν αγρίως.

Αλλα οι νέοι του Θησείου είνε και φιλόμουσοι. Χωρίς σακκάκια, με τα σπορ πουκάμισα όλοι, γυρίζουν στη μεγάλη πλατεία και σιγοτραγουδούν λογής-λογής τραγουδάκια του έρωτος και της αγάπης που τ’ ακούνε με πολλή προσοχή τα κοριτσόπουλα της συνοικίας που πηγαινοέρχονται γύρω σ’ αυτούς όπως οι χρυσαλίδες γύρω απ’ τα φώτα.

Στα καφενεία του Θησείου βλέπει κανείς κόσμο κάθε τάξεως και ηλικίας, οικογένειες, εργένηδες. Είνε όλοι ελληνικώτατα ξαπλωμένοι στις καρέκλες και περιτριγυρίζονται από τα σκυλιά, τις γάτες τους και από μια δωδεκάδα ποτηρίων νερού

Πολλοί είνε θρονιασμένοι στη δεξαμενή της πλατείας που χρόνια τώρα παραμένει ξερή και άνυδρη, κι όπου τα παιδάκια κάνουν .... Φανταστικά μπάνια. Κατά περίεργη σύμπτωσι όμως η δεξαμενή είνε ολοκάθαρη και δεν έχει ούτε ίχνος σκουπιδιών μέσα. Φαίνεται ότι αυτά θα ρίχνωνται στο αλσύλιο για να χρησιμεύσουν ως λίπασμα μαζύ με το άλλο λίπασμα που αφόνουν οι νυκτερινοί διαβάται του.

Οι δυό κινηματογράφοι του Θησείου, του Πετσάλη και ο Ζέφυρος, είνε γεμάτοι από κόσμο. Πάνω από 2 χιλιάδες θεαταί είνε στον καθένα που λαμβάνουν θέσι στα τραπεζάκια αφού προηγουμένως εφοδιασθούν με οκάδες πασατέμπο από τα καροτσάκια των πασατεμπαδων. Και είνε άφθονα κι’ αυτά. Καταλαμβάνουν όλο το μήκος του προ του ναού του Θησείου δρόμου.

Εδώ ο πασατέμπος έχει καταγάγει αληθινό θρίαμβο. Μεταξύ των θαμώνων του Πετσάλη δεν κατώρθωσα να ιδώ ούτε ένα, που να μη αναμασούσε διαρκώς τους κολοκυθόσπορους.

-- Κρακ και πφου! Ακούεται παντού. Όλοι σπάζουν πασατέμπο και φτύνουν τα τσόφλια του.

Είδα θεατάς να πίνουν τον καφέ τους γαρνιρισμένο με πασατέμπο και άλλους να τρώνε το μπακλαβά τους μαζύ με τους κολοκυθόσπορους. Η απόλαυσις αυτή του “κρακ και πφου, πφού” δεν εγκαταλείπεται ούτε την ώρα που μπάινουν σ’ ενέργεια τα μεγάφωνα και εμφανίζεται ο τρελλός τραγουδιστής και οι άλλοι ήρωες της οθόνης.

Στο Θησείο ο καθείς παρέχεται σχεδόν δωρεάν. Με 6 δραχμές στο Ζέφυρο πίνετε καφεδάκι ή λεμονάδα και βλέπετε τη “Ρίο Ρίτα” και με παρόμοιο τίμημα στου Πετσάλη την “Εύθυμη Μαδρίτη”.

Ο κινηματογράφος του Πετσάλη που είνε εγκαταστημένος επί της πλατείας και γειτνιάζει με το Θησείο, μοιάζει σαν φρούριο με τα πανύψηλα καφασωτά που περικλείει το μέρος εκείνο. Νομίζει κανείς ότι το φρούριο αυτό εγκαεστάθη εκεί για ν’ ασχημίζη το Θησείο, υτυχώς όμως ότι είνε προσωρινώτατο και δεν υπάρχει παρά μόνο όσες ώρες κρατάει η παράστασις. Τα μεσάνυχτα όταν όλο ο κόσμος αποσύρεται για να κοιμηθή, αποσύρονται και τα καφασωτά και δεν μένει εκεί παρά το ατσιγγάνικο εκείνο ικρίωμα, στο οποίον το πρωί οι ξένοι περιηγηταί θα κρεμούν και το δίκηο τους την ελληνική καλαισθησία.

Το θεατράκι της συνοικίας, το Εντέν, στεγάζει και φέτος επιθεώρησι με τον τίτλο Καραμπόλα. Αρκετοί καλοί ηθοποιοί παίζουν εκεί, όπως ο αμίμητος Κοντογιάννης, η Λαουτάρη, ο Λώρης, ο Καλουτάς, η Στέλλα Χριστοφορίδου, η Μπονέλλι κλπ. Ο Κοντογιάννης με τον Καλουτά θριαμβεύουν στους Ιεροκήρυκες καθώς κι ο Λώρης στο “ερωτικό καράβι”. Επίσης η Λαουτάρη καταχειροκροτείται στη “Βενετία”, η Χριστοφορίδου στο “χαίρε Αθήνα” και η Μπονέλλι στις “ανασκαφές”.

Αλλά προς Θεού τι είνε εκείνος ο γλωσσικός ... Γυμνισμός; το σόκιν λέξεις μεταχειρίζονται οι επιθεωρησιογράφοι! Δεν χαρακτηρίζουν την επιθεώρησί τους ως ακτάλληλη; τι χρωστάει ο ανύποπτος κοσμάκης να πάη εκεί τη γυναίκα του, την αδελφή του, για ν’ ακούση προστυχιές που κινούν το ερύνθημα και του πλέον αδιάντροπου;

Γιατί πρέπει να γραφή ξεκάθαρα εδώ ότι η επιθεώρησις του Έντεν απευθύνεται στα πιο κατώτερα ασιθήματα και θέλει να προκαλέση το γέλοιο του κοινού με εξωφρενικές προστυχιές αναγόμενες στη διαστροφή του θυμικού. Στα χαμένα αγωνίζεται έπειτα ο Αρτάνωφ να σώση την κατάστασι με το θαυμάσιον αληθινά θαυμάσιο χοροό, των Κάου-μπόυ που εκτελεί με την Ίρμα τσεχ και με το γλυκό τραγούδι του Δενόγια και του Γιάμαλη.

Στο μνημείο του Φιλοπάππου

Όσοι δεν έχουν σχέσεις με το Βάκχο και το μαυροζούμι και προτιμούν αντί να θαυμάζουν τους αστέρας που πρωταγωνιστούν στην οθόνη των δύο κινηματογράφων, να γίνουν οι ίδιοι πρωταγωνισταί του έρωτος κάτω από τους αστέρας του Αττικού ουρανού΄ανέρχονται τον από Θησείου προς την Ακρόπολι δρόμο και τις πλαγιές του Φιλοπάππου.

Εδώ λατρεύεται αποκλειστικώς και μόνον η θεα΄Αφροδίτη. Σε κάθε βήμα, σε κάθε πεύκο σε κάθε βραχάκι είνε κι ένας βωμός, στον οποίον τα ζευγαράκια προσφέρουν τις θυσίες τους. Τη στιγμή που τα πηγαινοερχόμενα αυτοκίνητα καταυγάζουν το μαγευτικό τοπείο και διαλύουν φευγαλέα το σκοτάδι, διακρίνει κανείς όλους τους πιστούς του έρωτα που διακόπτουν απότομα τα παρατεταμένα φιλήματά τους.

Στη σιγαλιά της νύχτας είνε εύκολο ν’ ακούσετε τους όρκουε της αιώνιας αγάπης που προφέρονται εκεί και τους κωμικοτραγικούς διαλόγους των ερωτευμένων.

-- Σ’ αγαπώ και θα σ’ αγαπώ για πάντα χρυσή μου.

-- Ναι!.. Όλο ψευτιές. Αν μ’ αγαπούσες θα μου έφερνες απόψες τις κάλτσες που μου υποσχέθηκες!...

Ασφαλώς η στιχομυθία αυτή δεν θα έχη επαναληφθή στον ιερό εκείνο τόπο δυόμισυ χιλιάδες χρόνια πριν αφού τότε ο έρωτας δεν φορούσε κάλτσες.

Τα ζευγαράκια που καταφεύγουν στο μνημείον του Φιλοπάππου έχουν και τις ενοχλήσεις του. Δεν είναι μόνον τα γραμμόφωνα και τα μεγάφωνα των διαφόρων κέντρων που παίζουν όλα μαζί και διακόπτουν την ερωτική τους διάχυσι, αλλά και οι ... “άγνωστοι στρατιώται” που αρπάζουν τα βραχιόλια και τα προστοφόλια τους.

Τελευταίως οι “άγνωστοι στρατιώται” έχουν επεκτείνει πολύ τη δράσι τους. Όταν είδαν ότι ο Λυκαβηττός, στον οποίον έκαναν την πρώτη εμφάνισί τους φρουρείται καλά απ’ την Αστυνομία, μτέφεραν το μέτωπο στου Φιλοπάππου. Και για να επιτύχη μια τέτοια επιχείρησις δεν υπάρχουν μεγάλες δυσκολίες.

Οι επιχειρηματίαι αυτοί ξέρουν καλά την ψυχολογία του ατόμου, κι’ ακίμα καλλίτερα, ότι οι γυναίκες ποτέ τους δεν θέλουν να εκτεθούν μένα ραντεβού τους. Υπάρχει ένας μπαμπάς, ένας αδελφός, ένα εξάδελφπς και μια κουμπούρα στο σπίτι που μπορούν στις περιστάσεις αυτές να αστράψουν και να βροντήσουν. Άφοβα λοιπόν παρουσιάζονται στα ζευγαράκια και τους ζητούν να εξαγοράσουν την εχεμύθεια με το πορτοφόλι τους. Και κάνουν καλές δουλειές, κι’αποθρασύνονται κι’ όλας.

Μια πάλη στο σκοτάδι

Προχθές το βράδυ “άγωνστοι στρατιώται” έκαναν και πάλιν την εμφάνησίν τους, αλλά τα βρήκαν λιγάκι σκούρα αυτή τη φορά.

Ήταν τρεις και παραφύλαγαν στο μνημείο του Φιλοπάππυ.

Όταν άκουσαν όσα λόγια τους χρειαζόντανε, για να μισογνωρίζουν την ταυτότητα και τον όγκον των πορτοφολίων των δύο δυάδων ερωτευμένων ωρθώθησαν απειλητικοί ενώπιον των και χρησιμοποιούντες την γνωστήν μέθοδον:

-- εμπρος! Θας σας πάμε στο... Φρουραρχείον, είπαν στα ταραγμένα ζευγαράκια.

Οι ωραίες άρχισαν να κλαυθμήζουν.

Σας παρακαλούμε. Γιατί, γιατί να μας εκθέσετε; άλλως τε οι φίλοι μας δεν είνε στρατιωτικοί!

Τίποτε, τίποτε! Φορούν πολιτικά, είνε φαντάροι και θα περάσουν στρατοδικείο γι’ αυτό, εκτός....

Η δουλειά είχε και “εκτός” που οι ερωτευμένοι έσπευσαν μεν πρόθυμα να το μάθουν, όχι όμως και να το εκτελέσουν.

Οι άγνωστοι στρατιώται ζήτησαν 1500 δραχμές για να τους αφήσουν ήσυχους. Αλλά, διάβολε, ποιός πληρώνει τόσον ακριβά ένα ερωτικό βράδυ; οι φίλοι έχουν αντιρρήσεις και οι επιδρομείς ανασπούν τις αμφίστομες. Τρεις εναντίον δύο. Η πάλη είνε άνισος, αλλά υπάρχει και βοηθητικό προσωπικό. Οι γυναίκες φωνάζουν, ορύονται και οι άγνωστοι στρατιώται που φοβούνται πολύ τις γυναικείες φωνές που σηκώνουν στο πόδι αστυνομίες και το σύμπαν, το βάζουν στα πόδια, αρκούμενοι μονάχα στο βραχιόλι της μιας εξ αυτών αξίας χιλίων δραχμών, κατά τις πληροφορίας μας.

Μετά το επεισόδιον αυτό τα ζευγαράκια δεν επέμεναν περισσότερον. Τώβαλαν στα πόδια και έτσι παρετηρήθη την ώραν εκείνην ομαδική κάθοδος ερωτευμένων απ’ το Μνημέιον. Ο μακαρίτης ο Φιλόπαππος θα κατώρθωσεν ασφαλώς έπειτα να συνεχίση τον αιώνιον ύπνον του, που διετάραξαν έτσι οι βέβηλοι.


















Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: