Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Η απώλεια της εργασίας ως μορφή θρήνου


του Δημήτρη Α. Κατσορίδα

1. Εισαγωγή. Η έννοια της κατάθλιψης

Πολλές φορές, μιλώντας για την ανεργία αναφερόμαστε μόνο σε αριθμούς, προσπαθώντας να δείξουμε πόσο αυξήθηκε, σε ποιες κατηγορίες, σε ποιες ηλικίες, σε ποιους κλάδους κλπ. Έτσι, παραβλέπουμε, πολλές φορές, ότι πίσω από τους αριθμούς και τα στατιστικά στοιχεία υπάρχουν ανθρώπινες ζωές, οι οποίες βιώνουν, εξαιτίας της ανεργίας, συγκεκριμένα ψυχο-κοινωνικά προβλήματα.

Στο παρόν κείμενο θα επιχειρήσουμε να αναλύσουμε την ανεργία με ψυχολογικούς όρους, προκειμένου να προσεγγίσουμε το πρόβλημα από αυτή την οπτική γωνία.

Είναι γνωστό ότι αυτό που λέμε «ψυχή του ανθρώπου», αποτελείται από τέσσερα στοιχεία: το λογικό, το συναίσθημα, τη βούληση και το ασυνείδητο. Αν αυτά τα στοιχεία προσπαθήσουμε να τα εφαρμόσουμε σε επίπεδο κοινωνίας, και συγκεκριμένα στις σημερινές συνθήκες οικονομικής κρίσης και υψηλής ανεργίας, θα παρατηρήσουμε ότι η κοινωνία αντιδρά, βάζοντας πιο πολύ σε ενέργεια το συναίσθημα. Όμως, ένα από τα στοιχεία του συναισθήματος είναι η γκρίνια, η οποία ναι μεν μπορεί να πάρει πολλές μορφές, αλλά δεν αναιρεί αυτό που πραγματικά είναι: θρήνος και οδυρμός.

Στο ερώτημα: «ανατροπή ή κατάθλιψη;», παρατηρούμε ότι η κοινωνία βιώνει την κατάθλιψη.

Τι είναι, όμως, η κατάθλιψη;

Κατάθλιψη είναι η δυσάρεστη συναισθηματική διάθεση του ατόμου που συνοψίζεται σε μια κατάσταση παθολογικής απαισιοδοξίας και θλίψης και συνοδεύεται από σημαντική μείωση του αισθήματος προσωπικής αξίας και από αισθήματα μελαγχολίας και απογοήτευσης, τα οποία ένας άνθρωπος δεν μπορεί να διαχειριστεί ή να ξεπεράσει για κάποιο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η καθημερινή του λειτουργία. Το πιο πιθανό είναι ότι δεν υπάρχει μία και μόνον αιτία και ότι η κατάθλιψη οφείλεται στην αλληλεπίδραση διαφόρων παραγόντων (βιολογικών και ψυχοκοινωνικών).[1] Μάλιστα, η κατάθλιψη έχει ορισμένα βασικά συμπτώματα, τα κυριότερα από τα οποία είναι τα ακόλουθα:
1) Ελάττωση των ενδιαφερόντων ή της ευχαρίστησης, καθώς επίσης μείωση της ικανοποίησης από δραστηριότητες και γενικά απόσυρση σχεδόν από όλα, κατά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας σχεδόν κάθε μέρα. Π.χ. μια μητέρα έχασε το ενδιαφέρον της να φροντίσει το μικρό της παιδί, να καθαρίσει το σπίτι της, να βγει έξω να ψωνίσει με μια φίλη της, να ντυθεί όμορφα, πράγματα που πριν την ευχαριστούσαν πολύ.
2) Καταθλιπτική Διάθεση, κατά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας σχεδόν κάθε ημέρα (π.χ. ο καταθλιπτικός κλαίει συχνά και φαίνεται πολύ στεναχωρημένος).
3) Απαισιοδοξία για το μέλλον και αισθήματα απελπισίας και αβοηθητότητας. Χρωματίζει το μέλλον με μαύρα χρώματα και πιστεύει ότι πολύ δύσκολα θα αλλάξει η κατάσταση της ζωής του.
4) Απώλεια των δυνάμεων και της ενεργητικότητας. Ο ασθενής με κατάθλιψη νιώθει σαν να τον έχουν εγκαταλείψει οι δυνάμεις του, αισθάνεται κουρασμένος όλη την ώρα και γι' αυτό πολλές φορές κάθεται και δεν κάνει τίποτα. Μερικοί ασθενείς μπορεί από την άλλη να εμφανίζουν έντονη ανησυχία και άγχος, σαν κάτι κακό να πρόκειται να συμβεί.
5) Αδυναμία συγκέντρωσης, σκέψης, μνήμης ή λήψης αποφάσεων. Ο ασθενής με κατάθλιψη δεν μπορεί να συγκεντρωθεί εύκολα. Το μυαλό του φαίνεται να είναι απασχολημένο με άλλες ιδέες και σκέψεις.
6) Αίσθημα ενοχής και αυτομομφής. Ο ασθενής με κατάθλιψη τυπικά πιστεύει ότι φταίει ο ίδιος για την τροπή που έχει πάρει η ζωή του και ότι όλα είναι δικό του λάθος. Νιώθει ότι η κατάσταση που περνάει είναι σαν ένα είδος τιμωρίας για πράγματα που έκανε στο παρελθόν. Μπορεί να νιώθει ότι δεν αξίζει τίποτε ως άνθρωπος ή ότι είναι ένα μηδενικό.
7) Σκέψεις αυτοκαταστροφής (τάσεις αυτοκτονίας). Μερικές φορές ο ασθενής νιώθει τόσο απελπισμένος και αβοήθητος που μπαίνουν στο μυαλό του ιδέες αυτοκτονίας. Ο κίνδυνος αυτοκτονίας είναι αυξημένος σε ασθενείς με σοβαρή κατάθλιψη.
8) Γενικά σωματικά συμπτώματα. Πολλοί ασθενείς με κατάθλιψη αναφέρουν μια ποικιλία από σωματικά συμπτώματα, όπως πονοκεφάλους, πόνους στο σώμα, προβλήματα στο γαστρεντερικό σύστημα κ.λπ.
Πάντως, δεν είναι ανάγκη να έχει κανείς όλα τα συμπτώματα για να θεωρηθεί ότι πάσχει από κατάθλιψη. Οι ειδικοί θεωρούν ότι πέντε ή περισσότερα από αυτά φτάνουν για να γίνει η διάγνωση ή ακόμη ότι ένα επαναλαμβανόμενο σοκ μπορεί να οδηγήσει σε καταθλιπτικά συμπτώματα.

2. Η απώλεια και ο θρήνος

Για να επανέλθουμε, σε ό,τι αφορά τον ρόλο του συναισθήματος, μπορούμε να πούμε, ως γενική αρχή, ότι τα συναισθήματα που βιώνει η κοινωνία μπορούν να πάρουν τη μορφή της οργής, αλλά χωρίς κοινωνικό όραμα χειραφέτησης το πιο πιθανό είναι ότι θα ηττηθεί, εντείνοντας ακόμη περαιτέρω την απώλεια και τον θρήνο.

Είναι γεγονός ότι πρώτος ο Φρόιντ μίλησε για την απώλεια και τον θρήνο και τον ρόλο τους στην κατάθλιψη. Σύμφωνα με τη φροϊδική θεώρηση, η κατάθλιψη αποτελεί έκφραση οργής προς τον εαυτό μας, εξαιτίας, για παράδειγμα, ενός αντικειμένου που έχει χαθεί.[2]  Μάλιστα, η κατάθλιψη συχνά συνδέεται με γεγονότα ζωής που για το άτομο σηματοδοτούν, έμμεσα ή άμεσα, την αίσθηση της απώλειας.

Εδώ τίθεται ένα καινούργιο ερώτημα: τι είναι η απώλεια;

Στον καθημερινό μας λόγο, την απώλεια, τη συνδέουμε με τη στέρηση για κάτι που είχαμε και με την αποτυχία να το κρατήσουμε ή να αποκτήσουμε κάτι. Κατά συνέπεια, η απώλεια κάποιου πράγματος μας βάζει σε μια διαδικασία θρήνου, ο οποίος έχει συγκεκριμένη λειτουργία με συναισθήματα θυμού, κυνικής διάθεσης, ενοχών και, τέλος, αποδοχής του γεγονότος.

Ο λόγος που τα αναφέρουμε όλα αυτά είναι για να δείξουμε ότι και η απώλεια της εργασίας δεν είναι τίποτε άλλο από μια μορφή θρήνου. Συγκεκριμένα, διάφορες έρευνες έχουν δείξει τις διάχυτες επιπτώσεις της απώλειας της εργασίας στην ψυχοκοινωνική λειτουργία του ατόμου, όπως δείχνει η μειωμένη αίσθηση αξίας και αυτοεκτίμησης, καθώς επίσης τα αυξημένα επίπεδα κατάθλιψης, απομόνωσης, άγχους, θυμού, διαπροσωπικής βίας, τάσεων για αυτοκτονία κλπ.[3] Και, όπως κάθε απώλεια έτσι και η απώλεια της εργασίας απαιτεί βίωση του θρήνου, αλλά ταυτόχρονα απαιτεί και χρόνο για να αντεπεξέλθει κάποιος στα συγκεχυμένα συναισθήματα που συνδέονται με την απώλεια της εργασίας.[4]

Σύμφωνα με τη ψυχανάλυση, «όταν το άτομο έρχεται σε επαφή με την απώλεια του αντικειμένου, ξυπνά μέσα του η ανάγκη για συμβολισμό και για δημιουργία συμβόλων. Άρα λοιπόν το σύμβολο γίνεται υποκατάστατο του χαμένου αντικειμένου.
[…] Το σύμβολο υποκαθιστώντας το χαμένο αντικείμενο χρησιμοποιείται για να εκφράσει την επιθυμία, τον φόβο, την οδύνη και την αναπόφευκτη μοίρα για καταστροφή μέσω θανάτου».[5]

Όμως, σε αντίθεση με την απώλεια που οφείλεται σε θάνατο, ένα επιπρόσθετο πρόβλημα που βιώνει ένας άνεργος είναι ότι δεν υπάρχει μια ανάλογη τελετουργία ή συμβολισμός (όπως είναι, για παράδειγμα, η τελετή του θανάτου, το μνημόσυνο κλπ.), που να μπορεί να αναγνωρίζει την αντίστοιχη απώλεια της εργασίας και να παρέχει μια κοινωνικά αποδεκτή περίοδο θρήνου και προσαρμογής σε αυτήν την κατάσταση που βιώνει.[6] Έτσι, λοιπόν, λόγω της οικονομικής κρίσης, χάνοντας πολλά από αυτά που είχαμε στη ζωή μας, νιώθουμε θυμό, φόβο, αγωνία. «Ψάχνουμε για καινούργια σύμβολα, για νέες αξίες και ταυτόχρονα θέλουμε να αγκιστρωθούμε σε ό,τι είναι γνώριμο, ασφαλές και οικείο». Τελικά, κατά πώς φαίνεται, μόνο η κινητοποίηση, η δημιουργικότητα και «η προσπάθεια του ατόμου να χτίσει μια διαφορετική εμπειρία σε σχέση με το αγαπημένο μα και απολεσθέν αντικείμενο και με το χαμένο κομμάτι του εαυτού του»[7] είναι οι κινητήριες δυνάμεις, οι οποίες λειτουργούν ρυθμιστικά και επανορθωτικά.
   

3. Από την ασθένεια στα στοιχεία σθένους

Σήμερα, ζούμε σε μια ψυχολογική αβεβαιότητα, οικονομική, πολιτική, κοινωνική, περιβαλλοντική και πολιτιστική.

Σίγουρα, η κρίση πυροδοτεί όλες τις τάσεις της εξατομίκευσης, σε συνθήκες όπου, όπως επισημαίνει ο Σ. Μιχαήλ, «…προάσπιση του ατομικού συμφέροντος και εξατομίκευση ταυτίζονται».[8]
Σίγουρα, η ασθένεια που μολύνει περισσότερο κόσμο είναι η μαζική κοινωνική κατάθλιψη, επειδή ο καπιταλισμός παράγει μια βαθιά ανασφάλεια και στεναχώρια, η οποία εμφανίζεται ως κατάθλιψη.
Σίγουρα, η κοινωνία βιώνει την επίθεση στο βιοτικό της επίπεδο και την αύξηση της ανεργίας ως απώλεια όλων των προηγούμενων σχέσεων και κατακτήσεων. Και η απώλεια, όπως αναφέραμε παραπάνω, μας βάζει σε μια διαδικασία θρήνου, με όλα τα χαρακτηριστικά που αυτός έχει (συναισθήματα θυμού, άγχους, ενοχών, κυνικής διάθεσης, οργής προς τον εαυτό μας, μειωμένης αίσθησης αυτοεκτίμησης, τάσεις για απομόνωση). Όμως, μαζί με τον θρήνο έρχεται, στο τέλος, και η αποδοχή της απώλειας, η οποία αποτελεί την πορεία προς τη διαδικασία της λύτρωσης.

Σίγουρα, η κρίση δείχνει μια κοινωνία που ασθενεί. Και όπως γνωρίζουμε, ασθένεια σημαίνει έλλειψη σθένους.

Από την άλλη μεριά, επειδή η κρίση συνθλίβει τις ανθρώπινες ζωές και αφήνει κοινωνικά ερείπια, εντούτοις μέσα στην επεκτεινόμενη κοινωνική έρημο, αρχίζουν και αναπτύσσονται, μαζί με τη συσσώρευση της λαϊκής οργής και του θυμού, τα σπέρματα μιας νέας κοινωνικής οργάνωσης, καθώς και νέων κοινωνικών σχέσεων, μέσα από μορφές αυτο-οργάνωσης και κοινωνικής αλληλεγγύης. Δηλαδή, ο ασθενής οργανισμός αρχίζει να αντιδρά, με διαφόρους ηχηρούς τρόπους, δείχνοντας στοιχεία σθένους, και άρα δύναμης, προκειμένου να διεκδικήσει ένα καλύτερο επίπεδο υγείας. Και αυτό μπορεί να συμβεί, μόνο, αν φωτισθεί η ασθένεια, μόνο αν η ασθένεια γίνει πορεία προς την αυτογνωσία, επειδή η ασθένεια δίνει πάντα στον άνθρωπο τη δυνατότητα να λυτρωθεί.[9] Στο κοινωνικό επίπεδο, μας βοηθάει να αμφισβητήσουμε τις μέχρι τώρα εικόνες, τις απόψεις, τις ιδέες και τις πρακτικές μας.

Με πιο απλά λόγια, η κρίση δεν είναι μόνο καταστροφή, αλλά είναι και μετάβαση. Μπορεί να γίνει αφορμή για συνειδητοποιήσεις και προβληματισμούς που πριν δεν ήταν εφικτοί και να αποτελέσει το έναυσμα μιας δημιουργικής επιθυμίας για αλλαγή και συνεργασία, καθώς επίσης να προσφέρει νέες δημιουργικές ιδέες και τρόπους για την υλοποίησή τους. Γι’ αυτό, βλέπουμε να ξεσπούν συνεχώς αγώνες από διαφορετικά, κάθε φορά, κοινωνικά στρώματα και κατηγορίες μισθωτών. Φοιτητές, ταξιτζήδες, φορτηγατζήδες, εργαζόμενοι στον δημόσιο τομέα, στα μέσα μαζικής μεταφοράς, στη ΔΕΗ, στα λιμάνια, στα εργοστάσια και αλλού, προσπαθούν να κρατήσουν τα κεκτημένα τους και να εμποδίσουν τη βίαιη αναδιάρθρωση της ζωής τους και των παιδιών τους. Γι’ αυτό βλέπουμε την κοινωνία να αντιδρά με διάφορες μορφές και τρόπους (μορφές αλληλεγγύης, κοινωνικά παντοπωλεία, κοινωνικά ιατρεία, λαϊκά φροντιστήρια, κοινωνικά ωδεία, αυτο-διαχειριζόμενοι χώροι κλπ.).

Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι αυτοί οι αγώνες χαρακτηρίζονται από αποσπασματικότητα και χαμηλή προσπάθεια να συνδεθούν με άλλα αγωνιζόμενα τμήματα της κοινωνίας, καθώς επίσης και από έλλειψη προοπτικής.

Συμπερασματικά, η οικονομική κρίση, μόνο εν δυνάμει και σε τελική ανάλυση, μπορεί να συμβάλει στη μεταστροφή της κοινωνικής συνείδησης σε ριζοσπαστική κατεύθυνση, με την έννοια ότι η κρίση, εκτός από αυτο-διορθωτικός μηχανισμός αυτοσυντήρησης της κεφαλαιακής σχέσης, ενσωματώνει τη δυνατότητα της βίαιης ανατροπής του κεφαλαίου, σύμφωνα με τον Μαρξ.[10] Αλλά, αυτό είναι μια δυνατότητα, η οποία προϋποθέτει να συντρέχουν και άλλοι παράγοντες, μεταξύ των οποίων είναι καταρχήν, η επιθυμία να θέλει η ίδια η κοινωνία να χειραφετηθεί, επειδή η επιθυμία για αλλαγή καθώς και η επιθυμία για συνεργασία είναι βασικοί βοηθητικοί παράγοντες για τη χειραφέτηση και κατά δεύτερον, χρειάζεται να δοθεί έμφαση και στο βίωμα. Κι αυτό επειδή η κίνηση και η συνείδηση της κοινωνίας δεν ακολουθούν ποτέ μια ευθύγραμμη πορεία.


4. «Όλοι μαζί». «Κανείς μόνος του στην κρίση»

Σε αυτό το σημείο είναι αναγκαίο να τεθούν κάποια ερωτήματα προς προβληματισμό: 1) Η επανάσταση της καθημερινής ζωής μπορεί να γίνει βιωματική; Εν συνεχεία, μπορούμε να τη μεταφέρουμε στην καθημερινή μας εμπειρία;
2) Μπορούμε να αλλάξουμε τους όρους των σχέσεών μας με την κεντρική εξουσία, αλλάζοντας τους τρόπους αντιπαράθεσης μαζί της και να τη χτυπήσουμε στο αδύνατο σημείο της, το οποίο είναι η δημιουργία μορφών αλληλεγγύης, κοινοτισμού, εναλλακτικών μορφών στην υγεία, την εκπαίδευση, την ενέργεια, τις καλλιέργειες κλπ.;
3) Μπορούμε να αναδείξουμε το τοπικό και την άμεση δημοκρατία;
4) Μπορούμε να αυτό-διαχειριστούμε τις επιχειρήσεις που κλείνουν;
5) Μπορούμε να δημιουργήσουμε μορφές αντι-εξουσίας και ενός διαφορετικού πολιτισμού;
6) Μπορούμε ως προς το συγκεκριμένο και καθημερινό να προτείνουμε και να κάνουμε κάτι στην πράξη;
7) Μπορούμε να θέσουμε στόχους πιο ταπεινούς, αλλά σε σταθερές βάσεις, δημιουργώντας συνεχώς ρωγμές; Για παράδειγμα, η ανεργία σε συνθήκες κρίσης είναι ο βασικότερος τρόπος εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης. Άρα, είναι ζήτημα στρατηγικής σημασίας για τις δυνάμεις της εργασίας. Υπό αυτήν την έννοια, το ζήτημα της κατανομής του χρόνου εργασίας και άρα η τιμή, δηλαδή ο βασικός μισθός, αποτελούν βασικά αιτήματα συσπείρωσης και διεκδίκησης.

Μια πρώτη απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα είναι, κατ' αρχάς, να ξεπεραστεί η νοοτροπία του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω».
Η δημιουργία των όρων συνείδησης και αλληλεγγύης, η οποία λέει ότι «κανείς μόνος του στην κρίση», προβάλλοντας ουσιαστικά το αίτημα «όλοι μαζί», συμβάλλουν στην ανάδειξη νέων κοινωνικών αξιών, που τόσο πολύ έχουν λείψει από τη ζωή μας. Διότι, «…η δυσκολία, ο πόνος αφορούν όλο και περισσότερους και προσφέρουν μια μοναδική ευκαιρία να απευθυνθούμε στους ανθρώπους γύρω μας. Είναι ευκαιρία να συναντηθούμε…».[11] Κατά συνέπεια, η αναγνώριση των δυνατοτήτων μας και η μετατροπή τους σε μορφές αλληλεγγύης και εφευρετικότητας, η σύναψη στενών σχέσεων με τους συνανθρώπους μας, η επαφή με την τέχνη και τον πολιτισμό, η διατήρηση του ερωτισμού, οι νέες μορφές κοινωνικής οικονομίας και τα διάφορα δίκτυα κοινωνικής αλληλεγγύης είναι ό,τι έχουμε, ώστε να υπάρχει εκ νέου αναγέννηση και δημιουργία.
Είναι αλήθεια ότι υπάρχει μεγάλη οργή και θυμός, αλλά ταυτόχρονα υπάρχει φόβος και ανασφάλεια που εντείνουν τις ιδιωτικές επιλογές απομόνωσης και κάνουν τους ανθρώπους πιο ευάλωτους στις επιθέσεις των κρατούντων. «Φτωχαίνω, έχασα τη δουλειά μου… δεν έχω να πληρώσω χαράτσια και λογαριασμούς, ακούω πόσο άσχημα είναι τα πράγματα και πόσο χειροτερεύουν… Τι μπορώ να κάνω; Για τον καθένα αυτό είναι διαφορετικό κι έχει να κάνει με τα θέλω του, τις δυνατότητές του, τις αξίες του, το προσωπικό νόημα στη ζωή… Μπορεί να είναι από το να αναζητήσει μια άλλη δουλειά, να αλλάξει τρόπο ζωής, να επιλέξει από πού ενημερώνεται, τι συζητάει και με ποιους, μέχρι το να πάει να ζήσει σε έναν άλλο τόπο, να μεταναστεύσει, να μάθει να ζει με λιγότερα, να αναζητήσει άλλους ανθρώπους που περνούν το ίδιο με εκείνον, να διεκδικήσει, να βγει στον δρόμο, να συναντήσει κόσμο… να κάνει κάτι…».[12]
Αν, λοιπόν, το βασικό στοιχείο ενός ανθρώπου που βρίσκεται σε κατάθλιψη είναι η θέληση και η διάθεσή του να κινητοποιηθεί, δηλαδή η θέληση να αντιμετωπίσει τα συμπτώματα, να αναθεωρήσει διαπροσωπικά ζητήματα, να ανακατασκευάσει την αίσθηση εαυτού, να ενημερώνεται για τα συναισθήματα των άλλων, καθώς επίσης η επιθυμία του για αλλαγή, το αίσθημα ευθύνης και η επιθυμία για συνεργασία,[13] τότε κάτι ανάλογο είναι απαραίτητο να συμβεί σε επίπεδο κοινωνικού σώματος, ώστε να ξεπεραστεί η μαζική κοινωνική κατάθλιψη. Αντίθετα, η απόπειρά μας να αντισταθούμε στην αλλαγή και να μη συμμετέχουμε συνειδητά σ’ αυτή, ώστε να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας, προκαλεί μεγάλο πόνο και δυστυχία, επειδή ακριβώς βασίζεται στην επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση, η οποία όμως έχει παρέλθει. Και αυτό συμβαίνει επειδή η αντίστασή μας στην αλλαγή οφείλεται στον φόβο και την αβεβαιότητα που τη συνοδεύει. «Όταν φοβόμαστε την φτώχια, στην ουσία φοβόμαστε την οικονομική αλλαγή στη ζωή μας σε σχέση με αυτό που ξέραμε ή πιστεύαμε ότι είμαστε ικανοί να αποκτήσουμε. Όταν φοβόμαστε ότι δεν θα μπορέσουμε να προσφέρουμε στα παιδιά μας τα βασικά, στην ουσία φοβόμαστε την ντροπή που νιώθουμε ή θα νιώσουμε γιατί δεν καταφέραμε να κάνουμε το καλύτερο ως γονείς και ούτω καθ’ εξής. Στην ουσία όμως, οι άνθρωποι γενικά κάθε μέρα κάνουν το καλύτερο που μπορούν βάσει της γνώσης και της αντίληψής τους. Κάθε μέρα σηκωνόμαστε από τα κρεβάτια μας και παλεύουμε ο καθένας με τον τρόπο του. Στο τέλος της ημέρας, όλοι κάνουμε τον απολογισμό μας είτε το καταλαβαίνουμε είτε όχι. Δρούμε πάντα στο επίπεδο που μπορέσαμε να τιθασεύσουμε τις όποιες ανασφάλειες και τους φόβους μας».[14] Όμως, όταν φοβόμαστε, εμποδίζουμε την πραγματική αλλαγή, η οποία προσπαθεί να δημιουργήσει κάτι νέο και καλύτερο που ποτέ δεν είχαμε πριν.

Κατά συνέπεια, η επίγνωση του φόβου και γενικά του προβλήματος «είναι το πρώτο βήμα προς την αλλαγή. Όταν εντοπίσουμε το πρώτο αυτό βήμα, μπορούμε να προχωρήσουμε στο δεύτερο που είναι η ‘’επιθυμία να αλλάξουμε’’ και μετά στο τρίτο που είναι η ‘’πίστη’’ ότι η αλλαγή μπορεί να επέλθει», κάνοντας έτσι την επιλογή να γίνουμε μέρος της λύσης και όχι του προβλήματος. Από εμάς εξαρτάται[15] Γι’ αυτό ακριβώς μιλάμε για συνειδητή επιθυμία για αλλαγή και άρα δημιουργικότητα, ως μια προσπάθεια του ατόμου να χτίσει μια νέα και διαφορετική εμπειρία σε σχέση με αυτό που έχει απολέσει.
Ήδη, κοινωνικοί φορείς και συλλογικότητες, σε όλη την Ελλάδα, αυτο-οργανώνονται, αναλαμβάνουν δράσεις σε διάφορα επίπεδα και συνδέονται μεταξύ τους, καθώς και με άλλους κοινωνικούς αγώνες, όπως του εργατικού κινήματος. Νέες μορφές δράσης ξεπηδούν σε πολλές περιοχές: από ανταλλακτικά παζάρια και συλλογικές κουζίνες, μέχρι κοινωνικά στέκια, κοινωνικά ιατρεία, λαϊκά φροντιστήρια και αυτο-διαχειριζόμενοι χώροι εργασίας, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μια κοινωνική οικονομία της αλληλεγγύης, από τα κάτω, με σκοπό το σπάσιμο του απομονωτισμού, της μελαγχολίας και της απαισιοδοξίας.
Αυτά όλα είναι αναγκαία να επεκταθούν και να ενισχυθούν.
Τέλος, η δημιουργία Συμβουλευτικών Κέντρων Κοινωνικής και Ψυχολογικής Υποστήριξης Εργαζομένων και Ανέργων, καθώς επίσης και η δημιουργία κινήσεων και επιτροπών κατά της ανεργίας και της εργασιακής επισφάλειας, είναι βασικοί παράγοντες που θα στηρίξουν και θα διεκδικήσουν για τα μέλη της κοινωνίας που βρίσκονται σε μειονεκτική θέση.[16]


[1] Από την αλληλεπίδραση αυτών των παραγόντων διαταράσσεται η βιοχημεία του εγκεφάλου. Μία τέτοια διαταραχή είναι η μείωση των αποθεμάτων ορισμένων νευροδιαβιβαστών, όπως είναι η σεροτονίνη και η νοραδρεναλίνη. Οι νευροδιαβιβαστές είναι χημικές ουσίες που χρησιμοποιούν τα κύτταρα  για να επικοινωνούν μεταξύ τους. Κατά συνέπεια, η ανεπάρκεια ορισμένων νευροδιαβιβαστών έχει ως αποτέλεσμα την «προβληματική» επικοινωνία μεταξύ των κυττάρων του εγκεφάλου.

[2] Ι.Μ. Μιχόπουλος – Γ.Μ. Ζέρβας, «Ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις της κατάθλιψης», περιοδικό Ψυχιατρική, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2009, τόμος 20, τεύχος 3, σελ. 212.
[3] Για περισσότερα δες Δ. Κατσορίδας – Γ. Λεχουρίτης, «Οι Κοινωνικές και Ψυχολογικές Επιπτώσεις της Ανεργίας». Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εγκέφαλος, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2010, τόμος 47, τεύχος 4, καθώς και στο περιοδικό Ενημέρωση (μηνιαία έκδοση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ), Δεκέμβριος 2010, τεύχος 178.
[4] R.A. Neimeyer, Ν’ αγαπάς και να χάνεις. Αντιμετωπίζοντας την απώλεια, εκδόσεις Κριτική, Αθήνα 2006, σελ. 58.
[5] Νόρα Κοντοστεργίου, «Ανησυχία, αταξία και ανασφάλεια. Όψεις της δημιουργίας και της καταστροφής», περιοδικό BIOnews, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2011, τεύχος 97.
[6] R.A. Neimeyer, Ν’ αγαπάς και να χάνεις…, ό.π., σελ. 58-59.
[7] Νόρα Κοντοστεργίου, «Ανησυχία, αταξία και ανασφάλεια…», ό.π.
[8] Σ. Μιχαήλ, «Grece Generale!», εφημερίδα Νέα Προοπτική, 21-1-2012, φύλλο 518.
[9] Γ. Κουνατιάδης, «Ο λόγος της ασθένειας», περιοδικό Ομοιοπαθητικά Νέα, Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 2011, τεύχος 22.
[10] Σ’ αυτό το σημείο, η εν λόγω παρατήρηση οφείλεται στον Σάββα Μιχαήλ, ο οποίος την έκανε στο άρθρο των Γ. Οικονομάκη, Μάνιας Μαρκάκη, Α. Αναστασιάδη και Γ. Παπαλεξίου, «ΗΠΑ – Ελλάδα: Όψεις της καπιταλιστικής κρίσης», περιοδικό Επαναστατική Μαρξιστική Επιθεώρηση, Νοέμβριος 2010, τρίτη περίοδος, Νο 1, σελ. 19-42. Επίσης, βλέπε και στο Κ. Μαρξ, Grundrisse, εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 1990, σελ. 575-576.

[11] Α. Σαμπαζιώτης, «Στο κλουβί της συλλογικής μας ‘’νεύρωσης’’», εφ. Ελευθεροτυπία (ένθετο: «υγεία & διατροφή»), 17-12-2011.
[12] Α. Σαμπαζιώτης, «Στο κλουβί της συλλογικής μας ‘’νεύρωσης’’», ό.π.
[13] Ι.Μ. Μιχόπουλος – Γ.Μ. Ζέρβας, ό.π., σελ. 217.
[14] Ξένια Ιωαννίδου, «Η αναγνώριση του φόβου», Holistic Life, Μάρτιος-Απρίλιος 2012, τεύχος 48.
[15] Ξένια Ιωαννίδου, ό.π.
[16] Δες Δ. Κατσορίδας – Γ. Λεχουρίτης, «Οι Κοινωνικές και Ψυχολογικές Επιπτώσεις της Ανεργίας», ό.π.


Ο Δημήτρης Κατσορίδας είναι υποψήφιος διδάκτωρ στo Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Αιγαίου και Επιστημονικός Συνεργάτης του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ. Το εν λόγω κείμενο αποτέλεσε εισήγηση σε Επιστημονικό Συνέδριο, που διοργάνωσε το ΤΕΙ Μεσολογγίου (Σχολή Διοίκησης και Οικονομίας), στις 10 και 11 Νοεμβρίου 2011, με γενικό τίτλο: «Η Ευρώπη και η Ελλάδα μετά την εκδήλωση της κρίσης». Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ενημέρωση» (μηνιαία έκδοση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ), Απρίλιος 2012, τεύχος 193. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: