Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

Η θεωρία του κονστρουκτιβισμού για το ελληνικό έθνος: Τα όρια ενός «μη παραδείγματος» (με αφορμή τη σύγκρουση για το βιβλίο της ιστορίας Στ Δημοτικού)




                                           Κώστας Παλούκης


Ο κοντστρουκτιβισμός ως διεθνές παράδειγμα
Η σύγχρονη κριτική στο ελληνικό έθνος ως διιστορική φυσική οντότητα έρχεται στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του 1990 με φορέα τον κονστρουκτιβισμό. Γενικά, κονστρουκτιβισμός είναι σύμφωνα με τον Ernst von Glasersfeld η φιλοσοφική άρνηση της θέσης ότι η γνώση θα πρέπει να θεωρείται αληθινή μόνο εάν αντανακλά σωστά τον ανεξάρτητο κόσμο. Δηλαδή ο κονστρουκτιβισμός ασκεί κριτική στην πεποίθηση  ότι η γνώση συνεχώς διαστέλλεται με σκοπό να καταλάβει και να κατανοήσει το σύνολο της πραγματικότητας. Ο κονστρουκτιβισμός πιστεύει αντίθετα ότι μεταθέτει την εστίαση σε κάτι πιο σημαντικό από τον ανεξάρτητο κόσμο, στη δράση του ατόμου μέσα στον ίδιο τον δικό του εμπειρικό κόσμο. Το βασικό ερώτημα των κονστρουκτιβιστών είναι πως θα αντιμετωπιστούν με πετυχημένο τρόπο τα αντικείμενα που αποκαλούμε φυσικά και οι αφηρημένες έννοιες. Αμφισβητεί την έννοια της επιστήμης ως υποκατάστο της θρησκείας, δηλαδή ως απόλυτης αλήθειας που μπορεί να οδηγήσει σε λυτρώσεις ατομικές ή κοινωνικές «Η γνώση είναι μια προσαρμόσιμη δραστηριότητα. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί κάποιος να σκεφτεί την γνώση σαν ένα είδος σύνοψης εννοιών και ενεργειών που έχει βρεθεί να είναι επιτυχής, δοθέντων των προθέσεων που είχε στο μυαλό του.» Η γνώση είναι ένα λογικό σύστημα της ανθρώπινης νόησης.[1]
Αυτό το νέο φιλοσοφικό σύστημα επιδρά σε όλα τα επιστημονικά πεδία. Στις κοινωνικές επιστήμες επιδρά καταλυτικά «αποδομώντας» ταυτόχρονα την υποτιθέμενη επιστημονική τελεολογία τόσο του μαρξιστικού κοσμοσυστήματος όσο και του εθνικού. Το έθνος είναι μια κατασκευή, ένα επακόλουθο της νεωτερικότητας. Αποτελεί μια νοητική σύλληψη και ένταξη του ατόμου σε αυτό. Δεν είναι ένα φυσικό διιστορικό σώμα. Έργο το οποίο θεμελιώνει αυτήν την οπτική είναι καταρχήν το βιβλίο του Έρνεστ Γκέλνερ «Έθνη και εθνικισμός». Εκεί αναλύεται η θέση ότι «ο εθνικισμός δε σημαίνει ότι τα έθνη αφυπνίζονται στην αυτοσυνειδησία», αλλά ότι ο εθνικισμός «επινοεί έθνη εκεί που δεν υπάρχουν». Ο Γκέλνερ συνδέει την εμφάνιση των εθνών καταρχήν με τη βιομηχανική κοινωνία η οποία ενέχει ως δομικό της χαρακτηριστικό την πολιτισμική και συνειδησιακή ομοιογένεια και κατά δεύτερον με τον τρόπο που συμμετέχουν και αντιδρούν στην ομογενοποιημένη βιομηχανική κοινωνία οι κατώτερες τάξεις και οι διάφορες κοινωνικές ομάδες. Βασικά εργαλεία της ανάλυσής του είναι η εγγραμματοσύνση, η δομή της ιεραρχίας και οι δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης, η πολιτισμική εντροπία και τα πολιτισμικά στοιχεία που κληροδότησε η προβιομηχανική εποχή και πάνω σε αυτά οικοδομήθηκαν τα έθνη.[2]
Μεγάλη τομή σε αυτή τη συζήτηση θα είναι το βιβλίο του Μπεντεντίκτ Άντερσον «Φαντασιακές Κοινότητες». Ο Άντερσον κατηγορεί τον Γκέλνερ ότι βιάζεται να αποδείξει την πλαστότητα των εθνων υπονοώντας ότι υπάρχουν κάποιες άλλες πραγματικές κοινότητες. Ο ίδιος θεωρεί ότι οι κοινότητες δε διακρίνονται μεταξύ τους από την πλαστότητα/ γνησιότητά τους, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο συλλαμβάνονται με τη φαντασία. Ο δικός του διάσημος πλέον ορισμός ορίζει το έθνος ως «μια ανθρώπινη κοινότητα που φαντάζεται τον εαυτό της ως πολιτική κοινότητα, εγγενώς οριοθετημένη και ταυτόχρονα κυρίαρχη. Αποτελεί κοινότητα σε φαντασιακό επίπεδο επειδή κανένα μέλος, ακόμα και του μικρότερου έθνους, δε θα γνωρίσει ποτε τα περισσότερα από τα υπόλοιπα μέλη, δε θα τα συναντήσει ούτε καν θα ακούσει γι’ αυτά, όμως ο καθένας έχει την αίσθηση του συνανήκειν.» Καθοριστικός παράγοντας στη διαμόρφωση του έθνους σύμφωνα με τον Άντερσον θα είναι η ανάδυση του αστικού κράτους και του έντυπου καπιταλισμού που θα μετασχηματίσει τις παραδοσιακές δομές και θα εκκοσμικεύσει γλώσσα, σκέψη, πολιτισμικά στοιχεία. Και οι δύο συνδέουν τη δομή με την ιδεολογία. Το νεωτερικό κράτος δημιουργεί τις υλικές προϋποθέσεις και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς. Αυτό που ενώνει και τους δύο είναι τελικά μια δομιστική σύλληψη της εξέλιξης της κοινωνίας, όπου οι ταξικές αντιπαραθέσεις απουσιάζουν. Η κοινωνία μετασχηματίζεται χωρίς η ίδια να λαμβάνει ενεργά και συνειδητά μέρος. Στον Γκέλνερ οι ταξικές αντιπαραθέσεις έχουν τη μορφή «εντροπίας», ενώ στον Άντερσον αυτό το στοιχείο παραβλέπεται ως δεδομένο και αυτονόητο μεταθέτοντας το ερώτημα αλλού. Στο τέλος του κεφαλαίου «Κρεολοί Πρωτοπόροι» γράφει: «Επιδιώξή μου δεν ήταν να εξηγήσω την κοινωνικο-οικονομική βάση της αντίστασης στη μητρόπολη στο δυτικό ημισφαίριο μεταξύ των ετών 1760 και 1830. Στόχος μου ήταν κυρίως να εξηγήσω για ποιο λόγο η αντίσταση έγινε αντιληπτή με ποικίλες «εθνικές» μορφές παρά με άλλες.» Όμως πριν ακριβώς από αυτό έχει ήδη δηλώσει πως «σαν προσωρινό συμπέρασμα, θα ταίριαζε ίσως να τονίσω ξανά την περιορισμένη ισχύ της μέχρι τώρα επιχειρηματολογίας μου». Στο σημείο λοιπόν αυτό θα μπορούσε κανείς να εικάσει πως ο Άντερσον  αφήνει ένα κενό σε μια σχέση που ο ίδιος αναγνωρίζει. Τη σχέση του εθνικού με τις οικονομικές-κοινωνικές συγκρούσεις. Αυτό είναι το μικρό παράθυρο που αφήνει ο Άντερσον σε πιο μαρξιστικές αναλύσεις.[3]
Από κάθε άποψη ο κονστρουκτιβισμός εμφανίστηκε στις κοινωνικές επιστήμες ως ένα ριζοσπαστικό ρεύμα που ανέτρεψε κάθε βεβαιότητα θέτοντας σε κίνηση έναν πολύ εποικοδομητικό και ουσιαστικό διάλογο μεταξύ όλων των ρευμάτων. Συγκεκριμένα στη θεωρία περί εθνών η ιστορικοποίηση του εθνικού φαινομένου «άλλαξε» το επιστημονικό παράδειγμα με έναν καθολικό και αναπόδραστο τρόπο. Κανείς δε δύναται να μιλάει για το έθνος όπως πριν. Και αυτή είναι μια επαναστατική και σίγουρα θετική συμβολή στο βαθμό που ακόμα και οι πιο «αντι-εθνικές» ή «διεθνιστικές» μαρξιστικές προσεγγίσεις αμφισβητούσαν όχι την ιστορική ύπαρξη ενός έθνους, αλλά το δημοκρατικό ή επαναστατικό πρόσημο μιας εθνικής ιδεολογίας. Ωστόσο, η κριτική του κονστρουκτιβισμού στον εθνικισμό ενέχει όρια στο βαθμό που αδυνατεί ή δε θέλει να συγκροτήσει ένα «νέο παράδειγμα», δηλαδή μια «νέα μεγάλη εθνική αφήγηση» που θα αντικαταστήσει την παλαιά με αποτέλεσμα να καταλήγει σε ένα «μη παράδειγμα». Επίσης, ενέχει όρια ακόμα και όταν επιχειρεί να συγκροτήσει ένα «νέο εθνικό παράδειγμα», καθώς η ίδια η μεθοδολογία το οδηγεί σε αδιέξοδο. Σε κάθε περίπτωση αποκαλύπτονται τα όρια του ριζοσπαστισμού του, οι εγγενείς αντιφάσεις του και η αδυναμία του να είναι ένα νομιμοποιητικό στις πολιτικές συνειδήσεις, αλλά λειτουργικό μέσα στην κοινωνία σύστημα. Παράμενει εν τέλει ένα «μη παράδειγμα» που όμως στην εφαρμογή του αποκτά αντιδραστικό πρόσημο.

Η ελληνική εκδοχή του κονστρουκτιβισμού
Στην Ελλάδα αυτές οι θεωρίες-μοντέλα έρχονται και διεισδύουν στην μαρξιστική πανεπιστημιακή διανόηση των αρχών της δεκαετίας του 1990. Η κονστρουκτιβιστική σύνδεση της εμπειρικής σύλληψης με την ταυτόχρονα ιδεολογική κατασκευή της εθνικής πραγματικότητας εμφανίζεται στην ελληνική εκδοχή της με μια βασική αντιστροφή. Το έθνος πρώτα επινοείται ως ιδέα και μετά, και μόνο, μέσα από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους επιβάλλεται στον πληθυσμό. Ο Αντώνης Λιάκος, ένας από τους πιο διαπρεπείς εκφραστές του, είναι σαφής σε αυτό: «η νεοελληνική ταυτότητα και η εθνική αυτοσυνειδησία δεν προκύπτουν ως αποτέλεσμα πολιτισμικών διαδικασιών όπου η Αρχαιότητα συναντά την Ορθοδοξία και η Δύση την Ανατολή, αλλά ως αποτέλεσμα της ενεργούς παρέμβασης του κράτους».[4] Με τον ίδιο περίπου τρόπο που οι Ιταλοί έπρεπε να φτιάξουν το ιταλικό έθνος, έπρεπε και οι έλληνες να φτιάξουν το ελληνικό έθνος. Ακόμα και αν κάποιοι διανοούμενοι φέρουν την ελληνική «ταυτότητα», αυτό δε σημαίνει ότι υφίσταται ελληνικό έθνος. Διότι «το έθνος δεν είναι υπόθεση της ταυτότητας των ελίτ αλλά υπόθεση των μαζών» ούτε «είναι υπόθεση μιας ταυτότητας ανάμεσα σε άλλες, αλλά υπερίσχυσης της εθνικής ταυτότητας πάνω στις άλλες.»[5] Ακόμα και αν η «ελληνική» επανάσταση λειτούργησε ως «μηχανισμός μαζικής εθνοποίησης», καθώς «οι άνθρωποι μπαίνοντας σ' αυτήν, θέλοντας μη θέλοντας, ή για χίλιους δυο λόγους, έβγαιναν πατριώτες», η συγκρότηση κράτους και η συνειδητή παρέμβαση της άρχουσας ελίτ μέσω του κράτους ήταν εκείνος ο καθοριστικός παράγοντας που ενοποιώντας γλωσσικά, πολιτισμικά, ιδεολογικά, οικονομικά τον πληθυσμό, του προσέδωσε και ελληνική εθνική ταυτότητα, δηλαδή τον «εξελλήνισε».[6] Με άλλα λόγια το ελληνικός έθνος σχηματίστηκε αρχικά στη σκέψη κάποιων διανοουμένων ως ιδέα και ταυτοτητα για τους ίδιους. Στη συνέχεια η ελίτ αυτή ως κυριαρχική σε ένα «εθνικό κράτος» επιβάλλει την εθνική ταυτότητα και δημιουργεί το ελληνικό έθνος ως «μαζικό έθνος».
Ωστόσο, το αρχικό αυτό βασικό σχήμα περί κατασκευής του ελληνικού έθνους ενέχει κάποιες ουσιώδεις αδυναμίες. Καταρχήν, η εμμονή στον καθοριστικό παράγοντα της ύπαρξης κράτους αδυνατεί να εξηγήσει πως επεκτάθηκε αυτή η «ταυτότητα» και σε άλλους πληθυσμούς εκτός Ελλάδος, που είτε βρίσκονταν πολύ μακριά από την Ελλάδα, στα βάθη της Ασίας, στη Νότια Ρωσία, την Δ. Ευρώπη ή που είτε δεν ήταν καν «ελληνόφωνοι». Τον αδύναμο αυτόν κρίκο θα επιχειρήσει να υπερβεί η Σία Αναγνωστοπούλου εξελίσσοντας την ιδεά του Κιτρομηλίδη[7] σύμφωνα με την οποία η ορθόδοξη νοερή (φαντασιακή) κοινότητα θα μετασχηματιστεί σε εθνική φαντασιακή κοινότητα πάντα με τη συμβολή των διανοουμένων του διαφωτισμού. Μέσα στο Οθωμανικό Κράτος συγκροτείται μια εθνοθρησκευτική κοινότητα ως επίσημος θεσμός του Οθωμανικού κράτους με κέντρο το Πατριαρχείο, η οποία επενεργεί πάνω στους πληθυσμούς ως ένα είδος κρατικού μηχανισμού. Ο Πατριαρχικός μηχανισμός, αφού περάσει μια μακρά περίοδο ανταγωνισμού με την Αθήνα, τελικά θα υπαχθεί στο σχεδιασμό του ελληνικού κράτους και θα βοηθήσει στην τελική ελληνοποίηση των Ρωμιών. Το ελληνικό κράτος είναι τελικά εκείνο που και στην περίπτωση των Ρωμιών της Ανατολής θα πετύχει την ελληνοποίησή τους, εκτός από την περίπτωση των Καππαδόκων, όπου εκεί αναγνωρίζεται ο ρόλος που έπαιξε η θρησκεία και οι πρώην «μιλλιέτ» θεσμοί.[8]
Το σημαντικότερο, το πλέον επαναστατικό και ίσως το πιο συνασπαστικό στοιχείο στην κονστρουκτιβιστική κριτική στο ελληνικό έθνος είναι σε κάθε περίπτωση η αμφισβήτηση της εθνικής συνέχειας και η προβολή της ιστορικότητας στην διαδικασία της διαμόρφωσής του. Επίσης, πολύ σημαντική είναι η συμβολή του ρεύματος στην αποκαθήλωση πολλών εθνικιστικών μύθων. Πρόκειται σίγουρα για μια επαναστατική τομή τόσο στον επιστημονικό όσο και στον δήμοσιο διάλογο περί έθνους στην Ελλάδα.
Το θεμελιώδες όμως πρόβλημα της κονστρουκτιβιστικής αυτής αντίληψης είναι ο βαθύς ελιτισμός της και ο δομοκεντρισμός τους. Οι ελίτ συλλαμβάνουν την ιδεά, καταλαμβάνουν ένα κράτος ή το μηχανισμό ενός κράτους έστω και αν είναι υποτελείς σε αυτό και αναπτύσσοντας ομοιογενείς εθνικές δομές διαμορφώνουν και επιβάλλουν μια «ταυτότητα» στους «από κάτω». Οι «από κάτω» σχεδόν παθητικά «από αδράνεια ή όχι, εντάσσονται στη διαδικασία περάσματος από μία εποχή σε μίαν άλλη, κατά την οποία η δική τους μικρόπραγματικότητα προβάλλεται σε μιαν άλλη, εθνική πραγματικότητα, η οποία γίνεται εξίσου δική τους».[9] Χωρίς σχεδόν να το καταλάβουν ξαφνικά περνούν από την ειρηνική συνύπαρξη στη συγκρουσιακή ζωή, από Ρωμιοί γίνονται Έλληνες. Ο βασικός κοινωνικός κορμός είναι οι «από κάτω». Αυτοί οι «από κάτω» ζουν στον δικό τους διακριτό λαϊκό πολιτισμό. Και οι ελίτ σαν να βρίσκονται εκτός αυτού του κοινωνικού σώματος, απ’ έξω και εξωιστορικά κατασκευάζουν και εισάγουν με ιδεολογικές ενέσεις εθνικοφροσύνης ή ιδρύοντας απλά εθνικές ημι-κρατικές δομές την ελληνική «ταυτότητα». Οι εξαρτημένες εκμεταλλευόμενες λαϊκές τάξεις των τεχνιτών, των αγροτών και των ένοπλων ομάδων απουσιάζουν παντελώς ως δρώντα υποκείμενα από αυτή τη διαδικασία. Οι ταξικές αντιπαραθέσεις δεν παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των ιδεολογιών.

Η εθνική ιδεολογία όχι ως κατασκευή, αλλά ως πολιτικό σχέδιο

Ο Λιάκος συνειδητά παραβλέπει τον παράγοντα της επανάστασης. Εκεί όμως οι χριστιανοί Ρωμιοί επιλέγουν να συμμετάσχουν και να διαμορφώσουν ένα επαναστατικό Ελληνικό έθνος. Και αυτό δεν επινοείται. Αντίθετα, από τους μέχρι τότε διαφορετικούς μεταξύ τους προσδιορισμούς (Γκρεκοί, Ρωμιοί, Έλληνες, Γένος) επιλέγεται συνειδητά και ηγεμονεύει ένας όρος για μια συγκεκριμένη ενιαία κοινότητα στην οποία όλοι αισθάνονται ότι συμμετέχουν και ανήκουν φαντασιακά. Και αυτή η επιλογή δεν είναι τυχαία, αλλά καθορίζεται από το περιεχόμενο της κάθε έννοιας, το πολιτικό και ταξικό πρόσημο που φέρει μέσα σε μια δοσμένη ιστορικά ταξική διαπάλη.
Αυτό το οποίο συνέχει την κοινότητα είναι το κοινό παρελθόν της κατάκτησης, της διάλυσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κατάλυσης της Πόλης, και η αναπαραγωγή της θεσμικά στο παρόν δημιουργώντας μια κοινή εμπειρία. Ο κάθε χριστιανός γνωρίζει ότι στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπάρχουν άλλοι χριστιανοί που βρίσκονται στην ίδια με αυτόν θέση. Αυτή η υλική σχέση τον εντάσει φαντασιακά σε αυτήν. Νέες ελίτ με κοσμικό χαρακτήρα εμφανίζονται οι οποίες είτε στο επίπεδο της εκπαίδευσης είτε στο επίπεδο της σχέσης με το Οθωμανικό κράτος αποσπούν τον εξουσιαστικό τους ρόλο από το Πατριαρχείο. Ένας εκκοσμικευμένος «Ρωμαϊκός» πρωτο-εθνικισμός περιβάλλει το όραμα για μια πεφωτισμένη ορθόδοξη μοναρχία που θα αντικαταστήσει το Σουλτάνο, αποκαθιστώντας τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Τα κείμενα του Αγαθάγγελλου που κυκλοφορούσαν το 18ο αι. με τη μορφή λαϊκών φυλλάδων ενισχύοντας το ριζοσπαστικό χαρακτήρα μιας λαϊκής θρησκευτικής συνείδησης προμηνύουν την κάθοδο του «Ξανθού Γένους», των ορθόδοξων Ρώσων. Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος όμως τελειώνει χωρίς την πραγμάτωση της προφητείας. Μαζί με αυτό το ανεκπλήρωτο της υπόσχεσης χρεωκοπεί πολιτικά και όλο το ιδεολογικό σύστημα του ρωμέικου χριστιανισμού. Το Πατριαρχείο, η Ρωσία, η εκκλησία και η δική τους αντίληψη για το ρόλο και το χαρακτήρα της ενιαίας αυτής κοινότητας ταυτίζονται με την Οθωμανική εξουσία. Το ιδεολογικό και πολιτικό κενό μιας στρατηγικής απελευθέρωσης θα έρθει να καλύψει τώρα ένα νέο και διαφορετικό ιδεολογικοπολιτικό κοσμοσύστημα. Η διαμόρφωση χριστιανικών αστικών στρωμάτων εκτός Οθ. Αυτοκρατορίας και το βάθεμα του πολιτικού και κοινωνικού ανταγωνισμού μέσα στις χριστιανικές ελίτ της Οθ. Αυτοκρατορίας ανάμεσα σε μικροαστούς διανοούμενους και στην καθεστηκυία πλέον διοικητική τάξη των Φαναριωτών θα δημιουργήσει μια νέα εθνική ιδεολογία, ανταγωνιστική στην πρωτο-εθνική «αριστοκρατική» Φαναριώτικη «Ρωμαϊκή» της πεφωτισμένης δεσποτείας. Οι μικροαστοί διανοούμενοι, όπως ο Ρήγας ή ο Κοραής, υιοθετούν τον ριζοσπαστικό διαφωτισμό της Γαλλικής επανάστασης και μαζί με αυτόν εσωτερικεύουν ως ιδεολογική αντανάκλαση την εθνική εικόνα που έχουν οι δυτικοί για αυτούς. Σε αυτό το σημείο διαμορφώνεται μια ελληνική εθνική ιδεολογία. Η ελληνική συνείδηση διαχέεται στα μικροαστικά στρώματα των παροικιών και της Αυτοκρατορίας ως μια εναλλακτική πολιτική συγκρότηση στην «πεφωτισμένη δεσποτεία» και ως μια διαφορετική εναλλακτική στρατηγική άρσης της κατάκτησης από τους Οθωμανούς. Ταυτίζεται με το πολιτικό μοντέλο της δημοκρατίας των πολιτών, της αυτοδιάθεσης του λαού, της διάλυσης των «Παλαιών Καθεστώτων».[10]
Αυτή η συνείδηση αφορά όμως την ίδια φαντασιακή κοινότητα. Η αντίδραση των λαϊκών στρωμάτων της χριστιανικής φαντασιακής κοινότητας σε αυτή τη νέα ιδεολογία δε θα είναι ενιαία. Στη Σμύρνη η νέα αυτή ιδεολογία θα υιοθετηθεί από τους αστούς μέσα από το Φιλολογικό Γυμνάσιο, στο οποίο διδάσκουν οι «φλογεροί διαφωτιστές» διανοούμενοι, και θα αποτελέσει τον ιδεολογικό άξονα στην αντιπαράθεσή τους με τους ντόπιους εκκλησιαστικούς άρχοντες για τον έλεγχο της κοινότητας. Θα έχει καθαρά αστικό ταξικό πρόσημο. Στα 1819 μια εξέγερση των χριστιανικών συντεχνιών εναντίον των χριστιανών εμπόρων θα λάβει τη μορφή της ιδεολογικής αντιπαράθεσης συνολικά με το διαφωτισμό και ό,τι αυτός σημαίνει οδηγώντας στην καταστροφή του Φιλολογικού Γυμνασίου. Εκεί ο εξεγερμένος λαός των συντεχνιών, που θα επιχειρήσει να καταλάβει και την εξουσία της κοινότητας, θα συνταχθεί με την εκκλησία, τον αντιδιαφωτισμό, θα φέρει τη συνείδηση του πιστού Ρωμιού χριστιανού στο Πατριαρχείο και τον Σουλτάνο.[11] Η ταξικά εχθρική αυτή σχέση του μικρασιατικού χριστιανικού πληθυσμού με την ελληνική συνείδηση εξηγεί ως ένα βαθμό και το γεγονός ότι στη Μικρά Ασία δεν έγινε ποτέ επανάσταση στα 1821.
Το ίδιο θα συμβεί και στην Μολδοβλαχία. Ο χριστιανικός λαός όχι μόνο δε θα συμπλεύσει, αλλά και θα εξεγερθεί ενάντια στον Αλέξαντρο Υψηλάντη, γιατί ακριβώς εκείνος επέλεξε τη συμμαχία με τους «Έλληνες» Φαναριώτες διοικητές της περιοχής. Εκεί «Έλληνας» σημαίνει έμπορος και οθωμανική διοικητική αριστοκρατία. Το ίδιο και στα αγροτικά στρώματα της Μακεδονίας η έννοια «Έλληνας» ολοένα και περισσότερο θα ταυτίζεται με την πόλη και θα σημαίνει για αυτούς έμπορος, γυρολόγος με αρνητική σημασία, ενώ «Βούλγαρος» θα ταυτίζεται στη συνείδηση των αστών εμπόρων με τους αγροίκους αγρότες. Μέσα σε αυτό το κοινωνικό πλαίσιο γινόταν ευρέως αποδεκτό στην περιοχή της Ηπείρου και το κήρυγμα του Κοσμά Αιτωλού στα τέλη του 18ου αιώνα, το οποίος υπερθεμάτιζε υπέρ της υποταγής στο Σουλτάνο υπερασπίζοντας την ορθοδοξία: «Δεν είστενε Έλληνες, δεν είστενε ασεβείς, αιρετικοί, άθεοι, αλλ’ είστενε ευσεβείς ορθόδοξοι χριστιανοί». Η χρήση των εθνοτικών όρων λαμβάνει ολοένα και περισσότερο πολιτισμική-ταξική σημασία και γίνεται ο πολιτισμικός, νοητικός, γλωσσικός και ταυτοποιητικός κώδικας με βάση τον οποίο θα διεξάγεται ο ταξικός ανταγωνισμός.
Εκείνοι που θα τοποθετηθούν θετικά στη νέα στρατηγική τοποθέτηση απέναντι στην κατάκτηση και θα επιλέξουν να υιοθετήσουν τον ελληνικό εθνικισμό για συνείδηση και ιδεολογία είναι οι διανοούμενοι, οι ένοπλοι και οι προεστώτες της Νότιας Βαλκανικής. Η οικονομική κρίση, η παράλυση του Οθωμανικού κράτους και η πολιτική ενδυνάμωση των προεστών και των ενόπλων τους καθιστα ως μια εν δυνάμει εναλλακτική εξουσία σε αυτή των Οθωμανών. Εκεί ο ριζοσπαστικός διαφωτισμός μπορεί να βρει έκφραση. Έλληνας είναι ο κάθε χριστιανός που εξεγείρεται συνειδητά εναντίον του Σουλτάνου. Δε διαδέχεται απλά την έννοια Ρωμηός, αλλά φορτίζεται πολιτικά και ταξικά. «Έλληνας» είναι ο εξεγερμένος υπόδουλος «Ρωμιός». Το Σύνταγμα του 1822 ορίζει με αυτόν ακριβώς το χαρακτήρα την ελληνική υπηκοότητα: «Έλληνες είναι οι χριστιανοί κάτοικοι ενός επαναστατικά ιδρυμένου ελληνικού κράτους».[12] Αυτή η διαδικασία ένταξης στο ελληνικό έθνος δε γίνεται μέσω μιας ιδεολογικής ένεσης των ελίτ στους χωρικούς και τους κλεφταρματωλούς, αλλά μέσα από τη διαμόρφωση κοινωνικών συμμαχιών, τη συμμετοχή στον πόλεμο, τη συγκρότηση εθνοσυνέλευσης. Δεν είναι η προπαγάνδα της Φιλικής Εταιρία το βασικό μας πρόβλημα, αλλά το γιατί αυτή έγινε αποδεκτή και επικράτησε.
Ο ελληνισμός είναι μια ιδέα ουσιωδώς κοινή και ομοιογενής εφόσον υπάρχει και λειτουργεί ως κοινός ιδεολογικός παρανομαστής σε όλους τους πληθυσμούς άσχετα με τις επιμέρους διαφορές που αναπτύσσονται. Αυτές αποτελούν τον αριθμητή μιας κοινής εθνικής βάσης. Με λίγα λόγια ο ελληνισμός παρουσιάζει ιστορικά πολλές και διαφορετικές εκδοχές. Σε κάθε ιστορική στιγμή ή περίοδο μία από αυτές αποκρυσταλλώνεται σε ηγεμονική και κυριαρχεί επιτρέποντας άλλες εκδοχές να συνυπάρχουν ως αντίπαλες μέσα στον ίδιο κορμό μέχρι πάντοτε ενός σημείου ανοχής. Για παράδειγμα άλλες φορές οι διαφορετικές αυτές εκδοχές τέθηκαν σε εχθρική αλληλο-αποκλειόμενη θέση, όπως π.χ. με τον Εθνικό Διχασμό ή τον εμφύλιο πόλεμο και την μετεμφυλιακή περίοδο.[13] Θα έλεγε κανείς ότι στις τελευταίες περιπτώσεις το ελληνικό έθνος ουσιαστικά είχε διασπαστεί σε δύο έθνη. Συγκεκριμένα, η κάθε πρόταση για τον χαρακτήρα, την φύση ή την ιστορία του ελληνικού έθνους ήταν και παραμένει πάντοτε μια πολιτική πρόταση για την δομή και τον χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας. Αυτή η πρόταση ήταν και παραμένει πάντοτε τμήμα ενός ευρύτερου πολιτικού σχεδίου που εκφραζόταν είτε από ένα κόμμα είτε από μια παράταξη είτε από μια κοινωνική τάξη. Αυτή η πρόταση κατατετίθετο μέσα στα όρια της φαντασιακής ελληνικής κοινότητας την οποία όμως ως πραγματικό κοινωνικό σώμα μετασχημάτιζε εφόσον την κατανοούσε, την ερμήνευε, αλλά και την διαμόρφωνε με έναν διαφορετικό τρόπο.[14]

                                                Τα όρια του κοντστρουκτιβισμού
Αντίθετα με την παραπάνω προσέγγιση της φαντασιακής κοινότητας ως πραγματικής υλικής κοινότητας που εξελίσσεται, μετασχηματίζεται και αποκρυσταλώνεται σε ηγεμονικές μορφές, στην κονστρουκτιβιστική οπτική επικρατεί μια ρευστή προσέγγιση του φαινομένου, αλλά ακόμα περισσότερο μια ιδεαλιστική ερμήνευσή του. Συγκεκριμένα, οι κονστρουβιστές κοινωνικοί επιστήμονες χρησιμοποιούν ως μεθοδολογικό εργαλείο περισσότερο ή λιγότερο τον λόγο ως βασικό αναλυτικό εργαλείο μέσα από το οποίο θεωρείται ότι επιτελείται η εθνική ταυτότητα. Η ταξική πάλη, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, οι παραγωγικές σχέσεις, οι εκμεταλλευτικές σχέσεις δεν εμφανίζονται να παίζουν κάποιο συνολικά καθοριστικό ρόλο. Όλα υποβαθμίζονται σε μια γενική εξουσιαστική σχέση που διαχέεται παντοειδώς στην κοινωνία και η οποία εμφανίζεται μέσα από την επιβολή του ιδεολογικού μηχανισμού του κράτους στους «από κάτω» και επιβάλλει το δικό της εξουσιαστικό λόγο. Αυτός ο λόγος απλά έρχεται και επικάθεται στις ανθρώπινες συνειδήσεις μετασχηματίζοντας τις προϋπάρχουσες σημασίες των εννοιών, χωρίς αυτοί να αντιδρούν.
Ακόμα και αυτή η στροφή στην προφορική ιστορία, στη μικροϊστορία, στην ιστορία των από κάτω που υποτίθεται ότι αναγάγει τους «από κάτω» από παθητικά υποκείμενα σε ενεργητικά υποκείμενα πνίγεται τελικά στην παραγνώριση της δυνατότητας αυτών των «από κάτω» να δράσουν συλλογικά και να αλλάξουν δραματικά οι ίδιοι τον εαυτό τους και την κοινωνία τους, να έχουν οι ίδιοι συλλογικά μια δική τους άποψη, εικόνα και αντιπρόταση για τον δικό τους κόσμο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το έργο της Λουίζας Πασσερίνι «Σπαράγματα Ιστορίας».[15] Το άτομο, η γυναίκα, ο εργάτης, το θύμα του φασιστικού ή σταλινικού ολοκληρωτισμού κινεί την ιστορία μόνο του με τις δικές του αποκλειστικά δυνάμεις και πετυχαίνει μόνο πολύ μικρές ανατροπές στο πολύ άμεσο περιβάλλον του. Χάνονται οι δομές, οι σχέσεις των ανθρώπων, οι συλλογικότητες και οι νόμοι που κινούν την ιστορία και εμφανίζεται το άτομο ως ο κεντρικός κινητήριος μοχλός της ιστορίας. Τα πρόσωπα και τα συμβάντα, μικρά ή μεγάλα, τα συναισθήματα και η βιωμένη εμπειρία συνιστούν το κεντρικό ιστορικό αφήγημα. Οι ιδέες και η συνείδηση υποβιβάζονται στο πεδίο των ταυτοτήτων. Ο λόγος και το κείμενο αυτονομούνται και απολυτοποιούνται. Ο αισθητικός φορμαλισμός κυριαρχεί, η λογοτεχνία και η ιστορία συναντιούνται ξανά. Ο λόγος για το λογο, η τέχνη για την τέχνη, η δράση για τη δράση, η ιστορία για την ιστορία. Ο ορθολογισμός, η αιτιοκρατία, οι νομοτέλειες ορθώνονται ως το αντίπαλο δέος που οδηγούν στον ολοκληρωτισμό. Δηλαδή σε κάθε περίπτωση και με κάθε τρόπο αυτό το οποίο απαξιώνεται και εξαλείφεται από την ιστορική οπτική είναι η ικανότητα και η δυνατότητα αυτών των «από κάτω» να συγκροτούν ένα δικό τους συλλογικό σχέδιο, μια δικιά τους ταξική στρατηγική για το σύνολο της κοινωνίας. Καταδικάζονται να υπάρχουν και να λειτουργούν είτε ως κοινωνικές ομάδες είτε ως ατομικότητες.
Τα έθνη, και συγκεκριμένα το ελληνικό έθνος, προκύπτουν, συνεπώς, σα μια «εργαστηριακή επινόηση», σαν ένα κατασκευασμένο ιδεολόγημα κάποιων πρωτοπόρων υποκειμένων, κομμάτι κάποιας αποσπασμένης από την κοινωνία εξουσίας. Με κανένα τρόπο δε συνιστούν αποτέλεσμα μιας διαλεκτικής κίνησης της κοινωνίας, όπου οι λαϊκές τάξεις και ο ταξικός ανταγωνισμός επενεργούν και συνδιαμορφώνουν διαλεκτικά μέσα από συγκρούσεις. Δεν αποτελούν μια σύνθεση που ναι μεν παραμένει ηγεμονική υπέρ των «από πάνω», αλλά ενσωματώνει διαλεκτικά στοιχεία του πολιτισμού, των υλικών συμφερόντων, της οπτικής, της πολιτικής, της ιδεολογίας των «από κάτω». Γιατί ακριβώς θέλουν να ξεχνάνε αυτοί που γράφουν την ιστορία ότι είναι υποχρεωμένοι οι «από πάνω» να λαμβάνουν υπόψη τους τους «από κάτω». Η κριτική στον εθνικισμό τελικά δε στρέφεται εναντίον των ταξικών συμφερόντων που γέννησαν τον εθνικισμό, αλλά ουσιαστικά λειτουργεί και συνεργεί υπέρ τους. Ό,τι θετικό δηλαδή προσέφεραν οι κονστρουκτιβιστές αυτό-ακυρώθηκε και έφτασε πολύ σύντομα στα όριά του.


Το πολιτικό στίγμα του κοντρουκτιβισμού,
παιδί των «μεταμοντέρνων» καιρών

Στην Ελλάδα τόσο η αριστερά όσο και η δεξιά επιχειρεί από τη δεκαετία του 1950 να συγκροτήσει ένα πατριωτικό μέτωπο. Η αριστερά αναφέρεται στην εθνική ανεξαρτησία που προϋποθέτει τη λαϊκή κυριαρχία και ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος. Η δεξιά προσφέρει ένα πατερναλιστικό σκληρό κράτος, όπου η κοινωνική πρόνοια διαπερνάται μέσα από τις πελατειακές σχέσεις μεταξύ των εθνικοφρώνων. Το κοινωνικό κράτος δεν αφορά δηλαδή το σύνολο της κοινωνίας. Το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 οι κυβερνήσεις Καραμανλή θα επιχειρήσουν να διευρύνουν την κοινωνική συμμαχία, αλλά αυτό επιτευχθεί τελικά με τις πρώτες κυβερνήσεις  του ΠΑΣΟΚ. Το αστικό κράτος προσφέρει έναν λαϊκό πατριωτισμό στα κατώτερα στρώματα, για να τα ενσωματώσει στην κυρίαρχη ιστορική αφήγηση, να τα ενσωματώσει στον εθνικό κοινωνικό κορμό. Με αντάλλαγμα του προσφέρει κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά δικαιώματα. Σημαντικό εργαλείο για την επίτευξη αυτού του συμβιβασμού είναι το σχήμα του Ν. Σβορώνου για το ελληνικό έθνος.[16] Η ταινία «Μάθε παιδί μου γράμματα» είναι ενδεικτική αυτού του κλίματος. Θυμίζω ότι ο μύθος του κρυφου σχολείου παρουσιάζεται σαν ένα αριστερό αντιιμπεριαλιστικό στοιχείο του ελληνισμού. 
Η δεκαετία του 1990 σημαδεύεται από την παγίωση των δομών του σταδίου του ολοκληρωτικού καπιταλισμού στην Ελλάδα, γεγονός που σημαδεύεται από σημαντικές ανατροπές σε όλους τους τομείς της οικονομίας, της κοινωνίας, της πολιτικής, του κράτους και του πολιτισμού. Οι θεωρίες του τέλους της ιστορίας που έπονται της κατάρρευσης του «υπαρκτού σοσιαλισμού» διατρανώνουν την ιστορική νίκη του καπιταλισμού, της αστικής δημοκρατίας και το τέλος των ιδεολογιών. Οι πολιτικοί αντιπροτείνουν στα μεγάλα οράματα τον ρεαλισμό, την αντιμετώπιση των μικρών καθημερινών προβλημάτων, ενώ η πολιτική ως μαζική διαδικασία υποκαθίσταται από την μιντιακή πολιτική. Το κοινωνικό κράτος αφήνει τη θέση του στο κράτος στρατηγείο και όλα τα πολιτικά ζητήματα θεωρούνται διαχειριστικά και αμιγώς τεχνοκρατικά, που μπορούν να επιλύονται από εκσυγχρονισμένο κράτος και πολιτικό σύστημα που θα έχει εγκαταλείψει τον «λαϊκισμό». Οι κεϊνσιανές πολιτικές εγκαταλείπονται χάριν του νεοφιλελευθερισμού στον οποίο συγκλίνουν κεντροδεξιά και κεντροαριστερά. Ο εκσυγχρονισμός του Κ. Σημίτη, το πρόταγμα της ισχυρής Ελλάδας και ο ευρωπαϊσμός συμπυκνώνουν στην ελληνική πολιτική σκηνή αυτές τις τάσεις.
Σε αυτό το πλαίσιο η σχέση «δεξιάς και αριστεράς» καταργείται, δεν υπάρχει η θέση για μεγάλες αφηγήσεις, για μεγάλα οράματα, για ουτοπίες. Η πολιτική εστιάζεται και υπάρχει μόνο για την καθημερινότητα του πολίτη, διακηρύσσει την κοινωνία των πολιτών όπου δεν υπάρχει κάποια μαζική συλλογική δράση των τάξεων, των σωματείων, των οργανώσεων, των κομμάτων. Το ίδιο ακριβώς διακηρύσσει και η ιστορία για το παρελθόν. Δεν είναι τα κόμματα, οι οργανώσεις, τα σωματεία, οι εφημερίδες, οι τάξεις, αλλά τα πρόσωπα που ενδιαφέρουν και η δική τους βιωμένη πραγματικότητα.  Η πολιτική διακηρύσσει την καθαρότητα της διαχείρισης ως πολιτική πράξη και η ιστορία την καθαρότητα του λόγου ως ιστορική πράξη. Η πολιτική χωρίς πολιτική και η ιστορία χωρίς ιστορία πάνε χέρι χέρι ως εκφραστές του σύγχρονου κοινωνικού αβαθούς, όπου το μόνο σημαντικό είναι αντανάκλαση, όπως δύο μοντέρνοι γυάλινοι πύργοι αντανακλούν ο ένας τον άλλον και μαζί το περιβάλλον τους. Και αυτό είναι το πρότυπο, είναι η πρόταση.
Εκείνη ακριβώς την περίοδο αναδεικνύεται και γίνεται καθεστώς στα ελληνικά Πανεπιστήμια το κονστρουκτιβιστικό ρεύμα και εμφανίζονται οι θεωρίες αποδόμησης των «μεγάλων αφηγήσεων» και του βέβαια εθνικισμού. Φέρνει έναν νέο αστικό δημοκρατικό ριζοσπαστισμό που αντανακλά στο όραμα μιας νέου είδους αστικής δημοκρατίας, της «πολυπολιτισμικής».  Σε μια παγκόσμια κοινότητα όλα τα έθνη και όλες οι ταυτότητες μπορούν να συνυπάρχουν ειρηνικά. Ιδρύονται νέες σχολές, ενώ στα παλιά Πανεπιστήμια προωθούνται νέοι καθηγητές. Συγκεκριμένα, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών οι υπερσυντηρητικοί γέροντες αντικαθίστανται από τους φερέλπιδες «αριστερόφρωνες» εκσυγχρονιστές ιστορικούς. Αυτοί αναλαμβάνουν να ξαναγράψουν την εθνική ιστορία ορθολογικά, αφαιρώντας τον «εθνικισμό».
Ποια είναι εκείνη η λεπτη γραμμή που ενώνει ιδεολογικά και στρατηγικά σε ένα ενιαίο μέτωπο τον «εκσυγχρονισμό» της κοινωνίας με τον «εκσυγχρονισμό» της ιστορίας; Το κράτος και η κυβέρνηση «από τα πάνω», ανεξάρτητα από κάθε «πελατειακή» πίεση και λαϊκό έλεγχο, ουδέτερη, αντικειμενική, «απ’ έξω» από την κοινωνία που είναι η κοινωνία των πολιτών, ορίζουν την κοινωνία σαν ένα είδος στρατηγείου ειδικών επιστημόνων. Με τον ίδιο τρόπο «από τα πάνω» και «απ’ έξω» από την κοινωνία οι νέοι επιστήμονες κλεισμένοι στο στρατηγείο του Πανεπιστημίου ορίζουν τη νέα ιστορία. Είναι δηλαδή η τεχνοκρατική, διαχειριστική αντίληψη για την κίνηση της κοινωνίας. Κάποιοι πολύ έξυπνοι διανοούμενοι από κάπου ψηλά «κατασκευάζουν» για αυτούς που βρίσκονται χαμηλά.
Γιατί όμως το έθνος δέχεται μια τόση μεγάλη επίθεση; Το ολοκληρωμένο έθνος κράτος του μεταπολεμικού μονοπωλιακού καπιταλισμού ταυτίζεται με το κράτος πρόνοιας που χαρακτηρίζει τόσο τις κοινωνίες της Δύσης όσο και εκείνων των αποτυχημένων απόπειρων οικοδόμησης σοσιαλισμού. Αποτελεί την ίδια στιγμή το μοναδικό τρόπο ενσωμάτωσης της εργατικής διαμαρτυρίας, αλλά και είναι ένας μηχανισμός εξόδου από τις κρίσεις του καπιταλισμού. Το παρεμβατικό, παρτεναλιστικό κράτος με τις δημόσιες επιχειρήσεις, τη δημοκρατική συμμετοχή στην εξουσία μέσω ενός είδους δημοκρατίας των συνδικάτων, στηρίζεται σε μια συμμαχία των εργατών με τα μεσαία αστικά και μεγάλο-αστικά στρώματα σε μια ενιαία εθνική ενότητα. Η διάλυση του κοινωνικού κράτους και η απαξίωσή του ως κάτι παλιό στηρίζεται στην ίδια την απαξίωση αυτού του μοντέλου οργάνωσης της κοινωνίας.
Επίσης, υπάρχει ένα νέο κοινωνικό πλαίσιο. Ο τρίτος κόσμος έρχεται με τη μετανάστευση και γίνεται τέταρτος στις μητροπόλεις. Τα μεγάλα έθνη κράτη δεν πρέπει να επιτρέψουν στους μετανάστες να πολιτικοποιηθούν με όρους ταξικούς. Προωθούν το διαχωρισμό σε εθνότητες και σε κάθε είδους πολιτισμικές κοινότητες και το νέο έθνος πρότυπο του Έρνεστ Γκέλνερ είναι έτοιμο: «Θα υποχρεωθεί να σεβαστεί πολιτισμικές διαφορές, όπου αυτές επιβιώνουν αρκεί να είναι επιφανειακές και να μη γεννούν αυθεντικούς φραγμούς μεταξύ των ανθρώπων». Το νέο έθνος θα είναι πολυπολιτισμικό. Οι εθνότητες των μεταναστών πρέπει να είναι συγκροτημένες ως εθνότητες, να μην συγχωνευθούν, να μην ενοποιηθούν, να μην αναμειχθούν για να φτιαχτεί κάτι νέο και ενιαίο, αλλά να είναι υποταγμένες μέσα από τη διαφορετικότητά τους στον φιλελεύθερο ορθολογικό εθνικισμό των αστικών αρχουσών εθνικών τάξεων. Το νέο διεθνές ιμπεριαλιστικό πλέγμα δεν επιθυμεί έναν εθνικισμό με εχθρούς τις γειτονικές αστικές τάξεις, όπου αυτό προϋποθέτει διαταξική πατριωτική συμμαχία ανάμεσα στις ανώτερες και τις κατώτερες τάξεις ενός κράτους. Αλλά μια υπερεθνική κοσμοπολίτικη ταξική συμμαχία όλων των εθνικών αστικών τάξεων κάτω από την ηγεμονία της ΕΕ και των ΗΠΑ.
Ο εχθρός σε αυτόν τον κοσμοπολίτικο εθνικισμό δεν πρέπει να είναι ταξικός και διεθνιστικός, αλλά πατριωτικός και λαϊκός, εθνικιστικός, σωβινιστικός, αντιδημοκρατικός, φονταμενταλιστικός. Έτσι, ενισχύεται παντού ο θρησκευτισμός ως μοναδικό ιδεολογικό και πολιτικό όπλο των λαϊκών τάξεων για την υπεράσπιση των κοινωνικών τους δικαιωμάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι η κυβέρνηση Μπους ουσιαστικά έφτιαξε τον εχθρό Αλ Κάϊντα. Ο κίνδυνος του εξωτερικού ή εσωτερικού θρησκευτικού ολοκληρωτισμού θα υποτάσσει τις αρχόμενες τάξεις στον δημοκρατικό φιλελεύθερο εθνικισμό. Η νέα γλώσσα των ταξικών αντιθέσεων θα είναι εθνική-θρησκευτική και μόνο.
Το ελληνικό κράτος φέρνει τους μετανάστες, τους υπερεκμεταλλεύεται και την ίδια στιγμή ξοδεύει εκατομμύρια στα πανεπιστήμια για την διαμόρφωση μιας στρατηγικής ενσωμάτωσής τους. Είναι εντυπωσιακό πόσα πολλά χρηματικά ποσά έχουν δοθεί σε μελέτες και συνέδρια με αντικείμενο τη μετανάστευση. Το ίδιο το κράτος χρησιμοποιεί και τον ρατσισμό και τον αντιρατσισμό. Τον ρατσισμό για την εκμετάλλευση, τον αντιρατσισμό για τη διατήρηση του εκμεταλλευτικού καθεστώτος και τη σταδιακή ενσωμάτωση. Ο παλιός κρατικός εθνικισμός πρέπει να αλλάξει να γίνει πιο ανοιχτός και πιο ευέλικτος. Μία απάντηση σε αυτό το πρόβλημα μπορεί να δωθεί μέσω των πολλαπλών ταυτοτήτων, αντί της μίας και μοναδικής εθνικής ταυτότητας. Δηλαδή στα πλαίσια μιας πολυπολιτισμικής πλουραλιστικής αστικής δημοκρατίας η κάθε κοινωνική ομάδα ή το κάθε υποκείμενο μπορεί να επιλέγει και να καλλιεργεί τη δική του ξεχωριστή ταυτότητα: οι μουσουλμάνοι, οι αλβανοί, οι αριστεροί, οι γυναίκες, οι άντρες, οι ομοφυλόφιλοι, οι φανατικοί χριστιανοί, οι φανατικοί έλληνες κτλ μέχρι και οι ολυμπιακοί και οι αεκτζήδες. Μια τέτοια «δημοκρατική» πρόταση είναι φανερό ότι ταιριάζει απόλυτα στην ευρωπαϊκή ιδέα και στην «δημοκρατική αριστερά», γιατί ακριβώς μια «δημοκρατία» που προτάσσει τη «φόρμα» και στερείται πολιτικού ταξικού περιεχομένου είναι δυνατόν να συνάδει με τις πιο αντιδραστικές πολιτικές και να συνιστά τη «δημοκρατική» διέξοδο του αστισμού.
Προβάλλονται ουσιαστικά δύο εχθρικοί εθνικισμοί: ο ένας είναι ο σύγχρονος δημοκρατικός και ορθολογικός εθνικισμός, ο εθνικισμός της ισχυρής Ελλάδας. Ο άλλος είναι ο συναισθηματικός, άλογος, βιωματικός, ανορθολογικός, λαϊκός εθνικισμός του μίσους και του ρατσισμού. Είναι ο εθνικισμός του κοινωνικού πατριωτικού έθνους κράτους. Χαρακτηριστικό ιστορικό έργο της εποχής εκείνης που επιχειρεί να εκτείνει στο παρελθόν το δίπολο αυτό είναι η «Η ευγενίς μας τύφλωσις …» του Γ. Γιαννουλόπουλου. Το βιβλίο επιχειρεί να ερμηνεύσει συνολικά τη περίοδο 1870-1930 με βάση το δίπολο εκσυγχρονιστές – αναχρονιστές, ορθολογικοί  - ανορθολογικοί που επιχειρεί να ξεχωρίσει δύο πολιτικά ρεύματα της εποχής ένα το Τρικουπικό, το οποίο παρουσιάζεται ως το ρεαλιστικό και ένα το Δηλιγιαννικό που παρουσιάζεται ως το εθνικιστικό ανεδαφικό.[17] Η συζήτηση επανέρχεται ξανά με το σχέδιο Ανάν, ενώ το νέο βιβλίο της Σίας Αναγνωστοπούλου έρχεται να θέσει πάλι ξανά τα ίδια δίπολα[18].

Το βιβλίο της Στ΄ Δημοτικού: ο ελληνικός κονστρουκτιβισμός δεν έχει αντιπρόταση
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναδιάρθρωσης της ελληνικής κοινωνίας, η κυβέρνηση Σημίτη επιχείρησε μια συνολική αναθεώρηση και εκσυγχρονισμό των σχολικών εγχειριδίων. Πιο ξώφθαλμο παιδί υπήρξε το βιβλίο της ιστορίας Στ Δημοτικού. Αν και έχουν περάσει κάποια χρόνια από την κορύφωση της συζήτησης για το θέμα αυτό, παραμένει πάντοτε ένα καλό παράδειγμα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Έχει γίνει πολύς λόγος για τα «καυτά» σημεία του συγκεκριμένου βιβλίου. Βέβαια, ζήτημα είναι λιγότερο το ίδιο το βιβλίο και περισσότερο η σύγκρουση γύρω από αυτό. Πριν όμως κανείς φτάσει εκεί, θα πρέπει να σημειώσει ότι ο «καπνός» που σηκώθηκε είχε ως πηγή δύο μεγάλες «εστίες» που προέρχονταν μέσα από το ίδιο το βιβλίο. Ο ένας αφορά τη θέση της εκκλησίας στην εθνική ιστορία. Το ζήτημα αυτό τέθηκε με άξονα το κρυφό σχολειό. Ο δεύτερος αφορά τη θέση των λαϊκών στρωμάτων μέσα στην εθνική ιστορία. Το ζήτημα αυτό τέθηκε με άξονα τη διαχείριση της μνήμης της Μικρασιατικής Καταστροφής. Το πρώτο ζήτημα έβρισκε ανταπόκριση, αλλά σε ένα περιορισμένο τελικά πολιτικά και ιδεολογικά ακροατήριο. Θα λέγαμε το «καθαρά» δεξιό. Το δεύτερο ζήτημα αγκάλιασε σχεδόν όλη την κοινωνία. Δεν υπήρχε κανένας που να μην θεωρεί τη συγκεκριμένη διατύπωση περί «συνωστισμού» προβληματική. Ένας τεράστιος θυμός διαπέρασε όλες τα πολιτικά και ιδεολογικά στεγανά και συνένωσε την κοινωνία. Κατά την εκτίμησή μου, όλο το ζήτημα με το εν λόγω βιβλίο παίχτηκε εκεί. Πολλοί υποστήριξαν ότι πρόκειται για μια ατυχής διατύπωση, ένα λάθος. Αλλά στις πιο ακραίες εκφράσεις και εκφάνσεις της μπορεί κανείς να ανιχνεύσει μια πολιτική, και στη συγκεκριμένη περίπτωση μια ιστοριογραφική, λογική, γιατί τότε ακριβώς αναδεικνύεται στην απόλυτη καθαρότητά της.
Δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Μικρασιατικός Πολιτισμός, έστω και αναμειγμένος με ντόπια πολιτισμικά στοιχεία, είναι εκείνος που εξέφρασε στα αστικά κέντρα μέσα από το ρεμπέτικο τραγούδι τις λαϊκές ανησυχίες, τα αδιέξοδα της ζωής των εργατών, που σφράγισε τον εργατικό πολιτισμό. Η υπόθεση Μικρά Ασία και Μικρασιατική Καταστροφή ήταν πάντοτε μια υπόθεση συνυφασμένη με τους «από κάτω», τους εργάτες πρόσφυγες. Όταν η Μικρασιατική Καταστροφή θα ενταχθεί στο ηγεμονικό εθνικό αφήγημα θα ενταχθεί ως ένα συλλογικό εθνικό και κοινωνικό τραύμα. Ως εκ τούτου, οι συγγραφείς του βιβλίου της Στ΄Δημοτικού αφαίρεσαν από τη λαϊκή μνήμη ή προσέβαλαν ακριβώς ένα πολύ σημαντικό «τραύμα» για τη λαϊκή συνείδηση. Με την χρήση αυτού του τραύματος τα λαϊκά στρώματα διεκδικούσαν τότε από τους ιθύνοντες και τους υπεύθυνους της καταστροφής την υλική και κοινωνική αποκατάστασή τους. η αποκατάσταση των προσφύγων αποτελούσε μια ηρωική εθνική αφήγηση Αυτό το τραύμα για δεκαετίες έδινε υπόσταση και θέση στα λαϊκά στρώματα μέσα στον κοινωνικό κορμό, ενώ υπενθύμιζε στο κράτος ότι τους χρωστούσε. Συνεπώς, σήμερα η προσβολή ή η αφαίρεση αυτού του «Μεγάλου Τραύματος» από την επίσημη ιστορία αυτής της χώρας σημαίνει αφαίρεση του κόπου και του μόχθου των «από κάτω», σημαίνει εξαφάνιση της συμβολής και της οπτικής του λαϊκού παράγοντα από την ιστορία και την κοινωνία. Εξαφάνιση των κοινωνικών, πολιτικών, δημοκρατικών δικαιωμάτων. Επίσης, σημαίνει ότι το κράτος σταματάει πια να τους χρωστάει. Τα ξεπλήρωσε όλα και τα παίρνει πίσω.
Στο μυαλό και στη σκέψη των συγγραφέων-ορθολογιστών ο «εθνικισμός» είναι ένα κατεξοχήν λαϊκό συναίσθημα και ως εκ τούτου ανορθολογικό. Άρα ο εθνικισμός εξαφανίζεται όταν εξαφανιστούν από την ιστορία οι «εθνικές καταστροφές», που στην πραγματικότητα είναι «λαϊκές καταστροφές». Οι «εθνικές πολιτικές», π.χ. η πολιτική της «εθνικής ολοκλήρωσης» του βενιζελισμού δε στιγματίζεται ως υπεύθυνη, ούτε καν ως νύξη, όχι σα βεβαιότητα. Αυτό γιατί ένα τέτοιο «εθνικό σχέδιο» είναι αυτονόητα εθνικό, φυσικά ορθολογικό και μια τέτοια «εθνική υπόθεση», αφορά κυρίως τους ορθολογικούς σχεδιασμούς της άρχουσας τάξης. Ένας τέτοιος σαφής και καθαρός «εθνικισμός» δεν αμφισβητείται ούτε στο ελάχιστο. Η ταξική οπτική στο τι είναι και τι δεν είναι εθνικιστικό και είναι  ολοφάνερη. Έτσι, εξηγείται γιατί τελικά δεν αμφισβητείται κανένα θεμελιώδες στοιχείο της τρισχιλιετούς εθνικής μας ιστορίας και φυσικά υπάρχουν και εξυμνούνται όλα εκσυγχρονιστικά εθνικά οράματα της αστικής τάξης από τον Τρικούπη μέχρι σήμερα. Όχι μόνο η προσεγγιση της Μικρασιατικής Καταστροφής, όπου απλά υπάρχει συνωστισμός, αλλά και η προσέγγιση της Αναγέννησης, που παρουσιάζεται σα μια περίοδο γενικευμένης χαράς, δεν είναι κάποιες «ατυχείς» περιπτώσεις, αλλά αντίθετα η πεντακάθαρα ταξική προσέγγιση. Αυτό συμβαίνει μέσα στην διαδικασία καταγραφής της ιστορίας γιατί στο παρόν ο λαϊκός παράγοντας πράγματι απουσιάζει από το πολιτικό προσκήνιο. Έτσι, οι νικητές ξαναγράφουν την ιστορία χωρίς αυτόν. Δεν προσφέρουν στους «από κάτω» κανένα ρόλο.
Στη σύγκρουση για αυτό το βιβλίο τέθηκε συνεπώς ένα πολύ σημαντικό πολιτικό ζήτημα: ποιος έχει το δικαίωμα να γράφει την ιστορία; Η Χριστίνα Κουλούρη ήταν τότε σαφής: δεν μπορούν οι πλοίαρχοι, οι κτηνοτρόφοι και οι νοικοκυρές να έχουν άποψη για την ιστορία τους.[19] Την ίδια άποψη εξεδήλωσε με πολύ υποτιμητικό τρόπο τότε και ο Αντώνης Λιάκος.[20] Γιατί κατά την άποψη τους προφανώς την ιστορία δεν την «γράφουν» οι λαοί ως δική τους συνείδηση, αλλά την κατασκευάζουν οι «ελίτ» ως ταυτότητα. Δηλαδή την ιστορία δεν την φτιάχνουν και δεν την κάνουν οι λαοί, αλλά οι ηγέτες τους, οι άρχοντές τους. Και τότε στο παρελθόν και τώρα στο παρόν οι «από κάτω» δεν έχουν δικαίωμα και λόγο, είναι οι βουβοί παρατηρητες ενός κόσμου που κινείται, υπάρχει, λειτουργεί και ως εκ τούτου περιγράφεται από τους ειδικούς τεχνοκράτες. Αυτούς τους τεχνοκράτες πολιτικούς και ιστορικούς που διαχειρίζονται υπεύθυνα τη ζωή και τη συλλογική ιστορική μνήμη όλων.
Με το βιβλίο της Στ Δημοτικού το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα αναδιαμόρφωσης της ιστορικής μνήμης ως με βάση τα κονστρουκτιβιστικά εργαλεία κατέδειξε τα ιδεολογικά και πολιτικά όριά του. Η άρνηση του βιβλίου υπήρξε ως ένα βαθμό μια «εξέγερση» των «από κάτω» που διεκδικούσαν και διεκδικούν το ρόλο που τους αξίζει και τους ανήκει στην ιστορία, αλλά και σε αυτήν εδώ τελικά την κοινωνία. Υπήρξε ως ένα βαθμό η άρνηση και η αντίσταση σε συμβολικό και ιδεολογικό επίπεδο, σε επίπεδο ιστορίας, της εξαφάνισης τους από το ιστορικό γίγνεσθαι. Είναι η διεκδίκηση του παρελθόντος τους και του «πόνου» τους. Είναι η διεκδίκηση του δικαιώματός τους να έχουν άποψη για τη δική τους συλλογική ιστορική μνήμη. Οι κονστρουκτιβιστές δεν μπόρεσαν να πείσουν, γιατί ακριβώς δεν είχαν και δεν έχουν μια πρόταση για το τι θα αντικαταστήσει το έθνος. Δεν μπόρεσαν να πείσουν γιατί δεν είχαν μια πρόταση που να προκύπτει και να προέρχεται από τα κατώτερα λαϊκά στρώματα επιλέγοντας τη συμμαχία με τον ΠΑΣΟΚικό «εκσυγχρονισμό» και στη συνέχεια με τον Νεοδημοκρατικό «μεταρρυθμισμό». Συγκεκριμένα, οι συγκεκριμένοι πρωταγωνιστές στην αντιπαράθεση για το βιβλίο της Στ Δημοτικού ιστορικοί υπήρξαν και οι κύριοι υποστηρικτές της μεταρρύθμισης Γιαννάκου με την πρωτοβουλία των υποτιθέμενων 1000 υπογραφών. Δεν υπήρχε κανένας που να θέλει να συμμαχήσει μαζί τους.

Μπορούμε να μιλάμε για νίκη ή ήττα μετά την απόσυρση του βιβλίου;
Το ερώτημα αυτό απασχόλησε πολύ όσους υποστήριξαν ή και διαφώνησαν με το βιβλίο της Μαρίας Ρέπουση. Αν και έχει περάσε αρκετός καιρός, παρουσιάζει ακόμα ενδιαφέρον.
 Το 1901 οι φοιτητές, οι καθηγητές, οι συντεχνίες εξεγείρονται για να μη μεταφραστεί το Ευαγγέλιο από την αρχαία στη νέα ελληνική και συγκεκριμένα στο ψυχαρικό ιδίωμα. Και το πετυχαίνουν. Γιατί ο λαός σύσσωμος αρνούταν ένα αυτονόητο θεωρητικά δικαίωμα: να ακούει και να καταλάβαινει ένα κείμενο που κυριαρχούσε στην καθημερινότητά του, το Ευαγγέλιο, και αργότερα στα Ορεστειακά, τις τραγωδίες και τα αρχαία κείμενα;
Η απάντηση φαίνεται να είναι πάρα πολύ σύνθετη. Αλλά εάν αναζητήσουμε το ταξικό πρόσημο των τότε εκσυγρονιστών της γλώσσας, δηλαδή τα πολιτικά συμφέροντα με τα οποία ταυτίζονταν, π.χ. Θρόνος και Τρικουπικό Κόμμα (Θυμίζω ότι το τελευταίο ήταν το κόμμα που έβαλε φόρους και προσπάθησε να μετασχηματίσει σε πιο αντιδημοκρατική κατεύθυνση το κοινοβουλευτικό σύστημα, ενώ επιχείρησε να επιβάλλει μια σαφώς ταξική αναδιάρθρωση του εκπαιδευτικού συστήματος) και τον τρόπο που άνωθεν επιχείρησαν να παρέμβουν και να «αλλάξουν» μπορούμε ίσως να έχουμε καταρχήν μια πολύ καλή υπόθεση εργασίας που μια βαθύτερη έρευνα θα μπορούσε να υποστηρίξει. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι η εξέγερση αυτή, γύρω από ένα πολύ συμβολικό, αλλά και πολύ καθημερινό ζήτημα, έκρυβε την αντίδραση απέναντι σε μια γενικότερη εκσυγχρονιστική και συνάμα αντιλαϊκή πολιτική. Τελικά, η 70 χρόνια αργότερα η δημοτική επικράτησε. Αλλά επικράτησε ακολουθώντας μια διαφορετική διαδρομή. Έγινε όπλο της αριστεράς και μιας νέας λαϊκής προδευτικότητας που αποζητούσε μια άλλη κοινωνία. Ταυτίστηκε, με τον κοινωνικό και ταξικό διχασμό της μεταπολεμικής περιόδου. Και επιβλήθηκε πολύ διαφορετική από ότι τη σχεδίασαν οι ψυχαρικοί, δηλαδή οι πρώτοι εμπνευστές της.
Αν και σε κάθε περίπτωση, οι συγκρίσεις με ιστορικά παραδείγματα μπορεί να παραπλανούν, ωστόσο είναι δυνατόν να διαπιστωθούν κάποιες αναλογίες. Κάτι αντίστοιχο λοιπόν μπορεί να συμβαίνει και με το βιβλίο της Στ Δημοτικού. Η απόσυρση του βιβλίου από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας πριν μπορεί να ενείχε ένα πολύ σημαντικό στοιχείο νίκης στο βαθμό που εξέφραζε αυτήν την «εξέγερση». Νομίζω ότι είναι μυωπικό σε κάθε περίπτωση να συγκαταλέγεται αυτόματα στο στρατόπεδο και στους οπαδούς του Κολιόπουλου όποιος διαγνώσει αυτό ή διατυπώσει μια τέτοια άποψη. Αλλά πράγματι, επειδή αυτή «η νίκη» είναι επενδυμένη με εθνικιστικό περίβλημα, την καρπώνεται τελικά η άκρα δεξιά. Έτσι, φαίνεται να είναι και τελικά είναι μια μεγάλη ήττα. Επομένως, το ερώτημα νίκη ή ήττα δε μας βοηθάει πραγματικά να καταλάβουμε τι ακριβώς συμβαίνει, αλλά αντιθέτως συσκοτίζει.

Γιατί η άκρα δεξιά;
Επίσης, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα γιατί σε αυτήν την «εξέγερση» κυριάρχησε η προσωπίδα του δεξιού λαϊκού εθνικισμού. Καταρχήν, σε αυτήν την «εξέγερση» συμμετείχε και η δεξιά και το κέντρο και η αριστερά. Διαπερνούσε την κοινωνική βάση όλων των ιδεολογικών φασμάτων και πολιτικών κομμάτων. Ακόμα και τμήματα της βάσης του Συνασπισμού. Μην ξεχνάμε ότι ήταν το μοναδικό κόμμα της αριστεράς που συμμετείχε στις πορείες για το «Μακεδονικό». Ο Συνασπισμός δεν θα μπορούσε με τίποτα όμως να εκφράσσει αυτην την εξέγερση γιατί αποφάσισε να ταυτιστεί με τους συγγραφείς, δηλαδή να ταυτιστεί με τους «από πάνω», ασχέτως με το εάν ένα μεγάλο και σημαντικό κομάτι διανοουμένων του ΣΥΡΙΖΑ διαφωνούσαν με το βιβλίο, όπως και τμήματα της βάσης του. Η στάση του Στρατή Μπουρνάζου είναι χαρακτηριστική. Ενώ η άποψή του για το βιβλίο είναι αρκετά επικριτική, τελικά το υπερασπίζεται. Κρίνει από την πλευρά του ότι ο ακροδεξιός λόγος και η εκκλησία είναι πολύ πιο σημαντικός εχθρός.[21] Η υποκίνηση και η πρωτοβουλία να ανοιχτεί το μέτωπο έγινε όμως πρώτα από την άκρα δεξιά με σαφέστατο σκοπό την υπεράσπιση της εκκλησίας και το ρόλο της στο παρελθόν και ως εκ τούτο στο παρόν.
Αλλά γιατί όμως μπόρεσε η άκρα δεξιά να ηγεμονεύσει και να κερδίσει τόσο εύκολα, αφού  αντιδράσανε εξίσου κομμάτια της αριστεράς; Μάλιστα πολλά από αυτά έφεραν πατριωτικό πρόσημο. Κάποια μικρότερα ενδεχομένως όχι, αλλά το ΚΚΕ είχε ένα σαφές πατριωτικό χαρακτήρα, και άνετα θα μπορούσε υπό άλλες συνθήκες να εκφράσει περισσότερο αυτήν την «εξέγερση». Για τα μικρότερα κόμματα της αντικαπιταλιστικής αριστεράς πάντως η απάντηση είναι εύκολη. Δεν έχουν καταφέρει να διαμορφώσουν ένα άλλο διακριτό ρεύμα στην κοινωνία. Επίσης, η διαφωνία στο βιβλίο μέσα από μη πατριωτικές, αλλά ταξικές, θέσεις χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια και διασύνδεση με την ίδια την τάξη. Πάντως είναι χαρακτηριστικό πως τη στιγμή που η αντικαπιταλιστική αριστερά ξεσήκωνε το 2006 ένα μεγάλο φοιτητικό κίνημα εναντίον της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και τοποθετούταν εχθρικά στη συμμαχία εκσυγχρονιστών καθηγητών-Υπουργείου, δεν προσπάθησε καθόλου να αντιπαρατεθεί μαζί τους στο ζήτημα του «εκσυγχρονισμού» των σχολικών βιβλίων και συγκεκριμένα στο ζήτημα που αναδείχτηκε με το βιβλίο ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού. Μάλιστα, αντίστροφα οι «εκσυγχροσνιστές» ιστορικοί προσπάθησαν να Θεώρησε πως αυτή η ιδεολογική υπόθεση αφορά μόνο τους «εθνικιστές».
Ας προσπαθήσουμε να ψηλαφήσουμε μια απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Κατά την προηγούμενη δεκαετία, οι νέοι αριστεροί ιστοριογράφοι καταλαμβάνουν θέσεις στα Πανεπιστήμια και να ετοιμάζονται να φτιάξουν τη νέα ελληνική ιστορία, την ίδια στιγμή όμως δεμένοι σφιχτά στο άρμα της εξουσίας κλείνονται στην κλειστή γυάλα των πανεπιστημίων εκστασιασμένοι με την ακαδημαϊκότητά τους. Για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού κράτους οι ιστορικοί δεν επικοινωνούν με την ελληνική κοινωνία. Απλά στέκονται από ψηλά και παρακολουθούν τα τεκταινόμενα μέσα από την «πολιτική ουδετερότητα» της ακαδημαϊκότητάς τους.
Το κενό αυτό της δημόσιας ιστορίας, το κενό της ύπαρξης «οργανικών διανουμένων» των λαϊκών τάξεων θα έρθουν να το καλύψουν διάφοροι περιθωριακοί μέχρι τότε εθνικιστές «διανοούμενοι» χρησιμοποιώντας όλα τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας. Ο Πλεύρης, ο Λιακόπουλος και διάφοροι άλλοι αναλαμβάνουν να διδάσκουν την ιστορία από την τηλεόραση με απλό και κατανοητό τρόπο. Μια σειρά περιοδικών που απευθύνονται στο άμεσα στα λαϊκά στρώματα, όπως Στρατιωτική Ιστορία, Ιστορικά Θέματα κλπ, καταφέρνουν να διαμορφώνουν συνειδήσεις. Ο δεξιός εθνικιστικός λόγος με απόλυτη αμεσότητα και σαφήνεια έρχεται να καλύψει μια πραγματική κοινωνική ανάγκη, την ανάγκη της κάθε κοινωνίας να εντάσσεται στο ιστορικό παρελθόν, την ανάγκη των λαϊκών στρωμάτων να έχουν ρόλο σε αυτήν. Συνεπώς, ο ακροδεξιός λόγος στα ιστορικά ζητήματα δημιουργεί εκ των πραγμάτων ένα τεράστιο προβάδισμα. Διότι έχει καταφέρει να οικοδομήσει έναν κώδικα επικοινωνίας με τα λαϊκά στρώματα. Ως εκ τούτου, αυτός κατέχει το δυναμικό εκείνο που είναι διατεθειμένο να δώσει τέτοιες μάχες ιστορίας και εκείνος είναι που καταφέρνει να επικοινωνεί και να εκφράζει τα λαϊκά στρώματα στα ζητήματα «ταυτότητας». Βάση αυτής της επιτυχίας κατάφερε να προκαλέσει και να ηγεμονεύσει στην «εξέγερση». Τη νίκη αυτή στην ακροδεξιά όμως την χάρισαν οι ίδιοι «αριστεροί» και δημοκρατικοί καθηγητές με τον ελιτισμό τους και την ταύτισή τους με την εξουσία.

Η ιστορία του ΣΚΑΪ: το νέο εθνικό αστικό αφήγημα
Το μοντέλο της πολυπολιτισμικής κοινωνίας ως «φιλελεύθερο-αστικό-δημοκρατικό» μοντέλο οργάνωσης της κοινωνίας που πρότειναν οι «κονστρουκτιβιστές» δεν έγινε ποτέ αποδεκτό από τα λαϊκά στρώματα ούτε ποτέ συγκίνησε πραγματικά την αστική τάξη, ώστε να γίνει όχημα ενός αστικού ιδεολογικού μηχανισμού. Ήταν πάντα ένα εγχείρημα διανοουμένων της κεντροαριστεράς κλεισμένων μέσα στην γυάλα του ακαδημαϊσμού και εν τέλει ένα από «τα πάνω» δομικά αποτυχημένο σχέδιο της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας. Αλλά σήμερα που καταρρέει η σοσιαλδημοκρατία του «τρίτου δρόμου» και το ευρωπαϊκό εποικοδόμημα βρίσκεται σε βαθειά οικονομική, πολιτική και ιδεολογική κρίση καταρρέει ταυτόχρονα το μοντέλο της πολυπολιτισμικής κοινωνίας. Η δομική αδυναμία του κονστρουκτιβισμού να προτάσει ως πρότυπο ένα «μη σχήμα» -- γιατί στην πράξη δεν κατάφερε ποτέ να λειτουργήσει ενσωματώσιμα -- ακολουθούσε τη δομική αδυναμία της σοσιαλδημοκρατίας να προτάξει έναν λειτουργικό σύγχρονο αστικό σοσιαλισμό μέσα στα πλαίσια του κρισιακού ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Στην πράξη, λοιπόν, επανέρχεται πολύ πιο οξυμένο το ερώτημα τι κοινωνία θέλουμε χέρι-χέρι με το ερώτημα τι θα βάλουμε στη θέση της παλαιότερης εθνικής αφήγησης.
Ο αστισμός επιχειρεί πλέον να κάνει αυτό που δεν έκανε μέχρι τώρα, δηλαδή να ξαναγράψει την ιστορία φτιάχοντας ένα νέο ενιαίο και συνεκτικό ιστορικό αφήγημα υπέρ αυτού. Και αυτό γίνεται όχι μέσα από το Πανεπιστήμιο που δεν αντιπροσωπεύει τη νέα αστική τάξη, αλλά με άμεση και ρητή χρηματοδότηση από τους επιχειρηματίες μέσα από τους πιο δυναμικούς ιδεολογικούς μηχανισμούς, δηλαδή τα τηλεοπτικά ΜΜΕ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το εγχείρημα του Σκάι. Ο ίδιος ο Θάνος Βερέμης, ένας από τους εισηγητές των θεωριών της αποδόμησης του έθνους την προηγούμενη περίοδο, αναφέρεται ρητά σε έναν νέο αστικό διαφωτισμό και συσπειρώνει ένα δυναμικό πίσω από αυτό. Η χρεωκοπία της νεοφιλελεύθερης κεντροαριστεράς φέρνει στο προσκήνιο την νεοφιλελεύθερη κεντροδεξιά που διεκδικεί και πετυχαίνει την ηγεμονία σε όλο το αστικό πολιτικό φάσμα. Από την μία στη νέα εθνική αστική αφήγηση προβάλλεται μια καλή πολιτική και δημοκρατική αστική ελίτ (Καποδίστριας, Μαυροκορδάτος κλπ), και από την άλλη ένας αντιδημοκρατικός λαός. Πρόκειται ακριβώς για τον τρόπο με τον οποίο η σημερινή αστική τάξη και πολιτική ελίτ ενοποιημένη σε ένα κοινό ακραίο-νεοφιλελέυθερο αντιλαϊκό-αντεργατικό μπλοκ εξουσίας θέλει να βλέπει την σημερινή πραγματικότητα. Είναι η επιστημονική εκδοχή των κοπριτών του Πάγκαλου. Είναι το σημερινό διακύβευμα για το ποιος φταίει για την κατάντια μας! Και ο Βερέμης απαντάει: φταίει ο αγροίκος απολίτιστος λαός. Εξάλλου, το ταξικό μίσος του Βερέμη απέναντι στον λαϊκό παράγοντα είναι σαφές διατυπωμένο σε άλλο βιβλίο του, όπου γράφει ότι οι έλληνες βοσκοί αγρότες και την εποχή της οθωμανικής περιόδου δεν είχαν πολιτισμό και αναρρωτιέται πως θα είχαν αφού ζούσαν μαζί με τα ζώα τους.[22]
Μέσα από αυτό το πρίσμα μπορούμε να κατανοήσουμε και την επίθεση στο Πανεπιστήμιο και το νέο «νόμο πλαίσιο». Η επίθεση αφορά μεταξύ άλλων και τους ίδιους τους κεντρο-αριστερούς πανεπιστημιακούς που μέχρι χθες ήταν οι ιδεολογικοί ταγοί της σοσιαλδημοκρατίας και σήμερα τους στοχοποιεί και τους «αδειάζει» με τον πιο χυδαίο τρόπο. Στο νέο σύστημα εξουσίας αυτοί δεν έχουν ρόλο και θέση, καθώς έχει καταρρεύσει κάθε διάθεση ή και δυνατότητα ομαλής αναπαραγωγής του σύγχρονου ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Το Πανεπιστήμιο της αγοράς θα φτιάξει νέα καθαρή αστική ιδεολογία άμεσα και οικονομικά εκμεταλλέυσιμη από το κεφάλαιο. Οι «κεντροαριστεροί» φιλελεύθεροι διανοούμενοι και οι «ειρηνικές» πολυπολιτισμικές θεωρίες τους περισσεύουν στον κόσμο του ολοκληρωτισμού της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.



[1] Βλ. Glasersfeld, E. von, «A constructivist approach to teaching» στο L. P. Steffe & Gale, Constructivism in education, Hillsdale, Erlbaum, 1995, σσ. 3–15, σ. 3
[2] Γκέλνερ Ερνεστ, Έθνη και εθνικισμός, Αλεξάνδρεια
[3] Άντερσον Μπενεντίκτ, Φαντασιακές Κοινότητες, Αλεξάνδρεια
[4] Λιάκος Αντ., «Η γέννηση ενός έθνους», Το ΒΗΜΑ, 18/08/2002
[5] Λιάκος Αντ., «Καιρός να φτιάξουμε τους Ελληνες;», Το ΒΗΜΑ, 03/04/2005
[6] Λιάκος Αντ., «Καιρός να φτιάξουμε τους Ελληνες;», Το ΒΗΜΑ, 03/04/2005
[7] Βλ. Κιτρομηλίδης Πασχάλης, «Νοερές κοινότητες» και οι απαρχές του εθνικού ζητήματος στα Βαλκάνια» στο Εθνική ταυτότητα και εθνικισμός στη Νεότερη Ελλάδα, ΕΛΙΑΜΕΠ, 1990
[8] Βλ. Αναγνωστοπούλου Σία, Μικρά Ασία, 19ος αι.- 1919, οι ελληνορθόδοξες κοινότητες, Από το Μιλλιέτ των Ρωμιών στο Ελληνικό Έθνος, 1998
[9] Βλ. Αναγνωστοπούλου Σ., Μικρά Ασία, 19ος αι.- 1919, οι ελληνορθόδοξες κοινότητες, Από το Μιλλιέτ των Ρωμιών στο Ελληνικό Έθνος, 1998
[10] Βλ. Socrates D. Petmezas, "The Formation of Early Hellenic Nationalism and the Special Symbolic and Material Interests of the New Radical Republican Intelligentsia (ca. 1790-1830)", Historein, τόμος 1, Αθήνα, 1999, σσ. 51-74.
[11] Βλ. Φίλιππος Ηλιού, Κοινωνικοί αγώνες και διαφωτισμός η περίπτωση της Σμύρνης 1819, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού - Μνήμων, Αθήνα, 1986
[12] Δημούλης Δ., Λαός, «Έθνος και Πολίτες», Θέσεις, 72, Ιούλιος Σεπτέμβριος 2000
[13] Για την εξέλιξη και την πορεία της θεωρίας του νεοελληνικού έθνους από την αριστερά με βάση την παραπάνω προσέγγιση βλ.  Παλούκης Κώστας, Το «ελληνικό έθνος» του Νίκου Σβορώνου: σχέδιο για τη θεωρία και τη γενεαλογία του, Ουτοπία, Τεύχος 82, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2008, σσ.102-
[14] Για την σύνθεση μιας υλιστικής προσέγγισης με εκείνο της «Φαντασιακής Κοινότητας» του Μπ. Άντερσον βλ.Ματάλας Παρασκευάς, «Εισαγωγή» στο Έθνος και Ορθοδοξία. Οι περιπέτειες μιας σχέσης. Από το “Ελλαδικό” στοΒουλγαρικό Σχίσμα, Ηράκλειο, ΠΕΚ, 2002
[15] Βλ. Λουίζα Πασσερίνι, Σπαράγματα του 20ού αιώνα, Aθήνα, Νεφέλη, 1988. 
[16] Για την διαμόρφωση της θεωρίας για το ελληνικό έθνος που εξέφρασε τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ κατά την δεκαετία του 1980 βλ.  Παλούκης Κώστας, «Το «ελληνικό έθνος» του Νίκου Σβορώνου: σχέδιο για τη θεωρία και τη γενεαλογία του», Ουτοπία, Τεύχος 82, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2008, σσ.102-
[17] Βλ. Γιαννουλόπουλος Γιάννης , ‘‘Η ευγενής μας τύφλωσις...’’, Βιβλιόραμα β έκδοση 1999
[18] Βλ. Αναγνωστοπούλου Σία, Τουρκικός εκσυγχρονισμός
Ισλάμ και Τουρκοκύπριοι στη δαιδαλώδη διαδρομή του κεμαλισμού, Βιβλιόραμα, 2004

[19] Βλ. Κουλούρη Χριστίνα, Η ιστορία στην πυρά του φανατισμού, εφημ. Το Βήμα, 7/1/2007 

[20]  Βλ. Λιάκος Α., Ψυχωτικές αντιδράσεις,  εφημ. Το Βήμα,  28/1/ 2007
[21] Βλ. Μπουρνάζος Στρατής, «Πατρίς - Θρησκεία - Ιστορία: οι αντιδράσεις για το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ Δημοτικού», Αυγή, 11/03/2007
[22] Βλ. Βερέμης Θάνος Μ.,Κολιόπουλος Ιωάννης Σ., Ελλάς, η σύγχρονη συνέχεια
Από το 1821 μέχρι σήμερα, Καστανιώτη, Αθήνα 2006

Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: