Τρίτη 13 Ιουλίου 2010

Καλό αγωνιστικό Σεπτέμβρη σύντροφοι…

Κώστας Παλούκης

Η νέα εργατική βάρδια που εντάχθηκε στην παραγωγή την δεκαετία του 1920, ιδιαίτερα τα τμήματά της που στρατεύτηκαν στην αριστερά και οργανώθηκαν στα συνδικάτα, όλοι αυτοί είδαν και έζησαν μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να βελτιώνεται η ζωή τους μέσα από τους ίδιους τους αγώνες τους. Όροι εργασίας, κοινωνικές ασφαλίσεις, υποδομές, σπίτια, κοινωνικό κράτος, παρά τα μεγάλα προβλήματα και τον κρατικό αυταρχισμό έως και φασισμό, έκαναν την Ελλάδα στις παραμονές του παγκοσμίου πολέμου να είναι μια πολύ διαφορετική χώρα από αυτή που άφησαν οι συνέπειες των πολέμων και της Μικρασιατικής Καταστροφής. Αυτή ακριβώς η δυναμική, παρότι μπήκε στον πάγο για 4 χρόνια, διατήρησε τις ρωγμές, τις μνήμες και τις αντιθέσεις ενός κόσμου που αγωνίζεται και διεκδικεί συλλογικά έχοντας ως όραμα μια άλλη κοινωνία. Η ίδια και η επόμενη γενιά έφτιαξαν το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ. Παρά την μεγάλη ήττα του 44 και του 49 την ίδια αίσθηση της βελτίωσης των υλικών και πνευματικών όρων διαβίωσης και εργασίας είχαν τόσο η μεταπολεμική, με τους αγώνες της δεκαετίας του 1960, αλλά και η μεταπολιτευτική εργατική βάρδια και οι αγωνιστές της αριστεράς, παρά την δικτατορία. Με τους αγώνες τους αυτοί που έφτιαχναν τον κόσμο με τα ίδια τους τα χέρια, αλλάζανε τον κόσμο αυτόν και τον έκαναν καλύτερο. Η 18 Οκτώβρη 1981, για όσους ρίξουν έστω και μια επιφανειακή ματιά στο σύνολο του δημοκρατικού τύπου της εποχής, δηλαδή η μέρα της Αλλαγής, ήταν ακριβώς η επιβεβαίωση χιλιάδων ελπίδων. Όλοι αυτοί πίστευαν ότι ζούσαν ένα νέο σημαντικό σταθμό στο μεγάλο δρόμο προς τον σοσιαλισμό. Η ελληνική κοινωνία φαινόταν να μπορεί να πιάσει το όραμα, φαινόταν ότι οι δυστυχίες του παρελθόντος άνηκαν πια στους ιστορικούς. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι είχαν λόγους να είναι στρατευμένοι στην αριστερά ολόψυχα. Να συμμετέχουν στις διαφωνίες, στις συγκρούσεις, στις αντιπαραθέσεις, να θυσιάζουν απολαύσεις της προσωπικής ζωής, γιατί ακριβώς η ζωή τους άλλαζε και φαινόταν ότι μπορούσε να αλλάξει και άλλο μόνο και αποκλειστικά μέσα από το συλλογικό αγώνα ακολουθώντας απλά το όραμα του κομμουνισμού. Το κιβώτιο παρέμενε γεμάτο παρά τις τόσες ήττες…
Η νέα εργατική βάρδια που εντάχθηκε στα πανεπιστήμια και την παραγωγή την δεκαετία του 1990 και του 2000, ιδιαίτερα τα τμήματα που οργανώθηκαν στην αριστερά, οι νέοι αυτοί αγωνιστές βιώνουν μια εντελώς διαφορετική σχέση με τη στράτευσή τους. Για όλους αυτούς κάθε ηρωική μάχη, κάθε αγώνας – όσο όμορφος και συλλογικός μπορεί να είναι – απλά βάζει ένα φρένο σε μια προδιαγεγραμμένη πορεία επιδείνωσης και χειροτέρευσης της ζωής τους, απομακρύνει για λίγο και προς το παρόν το αδιέξοδο. Τα εξεταστικά, η μάχη ενάντια στο νόμο Γιαννίτση, το κίνημα στα πανεπιστήμια και στα σχολεία, το κίνημα ενάντια στο νόμο πλαίσιο και τη συνταγματική αναθεώρηση είναι μάχες οπισθοχώρησης.
Οι Ούνοι του Μάη και του Ιούνη δεν είναι παρά μαχητές που πεθαίνουν ηρωικά έξω από τη Μαδρίτη εμποδίζοντας για μια μέρα ακόμα να μπουν στην πόλη οι εχθροί. Αυτοί οι νέοι κουβαλούν στην πλάτη τους την ήττα και βαδίζουν με αυτή. Πολλές φορές τους καταπλακώνουν οι συσχετισμοί και άλλες φορές τους απογειώνουν. Αλλά τώρα οι συσχετισμοί είναι τόσο βαριοί, πολλές φορές αβάσταχτοι… το αδιέξοδο είναι μπροστά, ορθώνεται ολόρθο…
οι χιλιάδες κομμουνιστές που είδαν το εκτελεστικό απόσπασμα στα μάτια τους διάβαζαν στη θυσία τους την ευτυχία του επαγγελλόμενου μέλλοντος… ίσως αυτή η θυσία να ήταν πιο εύκολη – τι θράσος να το ξεστομίζει κανείς αυτό , ε! – ίσως όμως η θυσία αυτή να ήταν πιο εύκολη από το πρωινό ξύπνημα για μια απεργιακή φρουρά αυτό εδώ το καλοκαίρι, από την απογευματινή συμμετοχή στην διαδήλωση, από την απεργία στη δουλειά…
και εάν οι πραγματικοί υπεύθυνοι της ήττας αλαζονικοί και υπερφίαλοι απαξιώνουν και χρεώνουν σε αυτή τη νέα γενιά της δική τους αποτυχία αναπολώντας τη δική τους μεγάλη επιτυχημένη αριστερά που χάσανε … τους γυρίζουμε την πλάτη γιατί αυτοί είναι οι ηττημένοι… αυτοί είχαν τα εκατομμύρια κομμουνιστών που έχτιζαν τον σοσιαλισμό στον μισό πλανήτη και εμείς μόνο … την μικρή Μαριναλέντα…
γιατί εμείς κάθε μέρα, κάθε στιγμή αγώνα βρίσκουμε από μόνοι μας τη δύναμη να σηκώνουμε το όραμα από το χώμα και με αυτό γεμίζουμε το κιβώτιο που μας αδειάσανε άλλοι… και μετά το στηρίζουμε πάλι στους ώμους βέβαιοι πως ο δρόμος που ακολουθούμε είναι τουλάχιστον ο δικός μας δρόμος…

Παρασκευή 30 Απριλίου 2010

το συνδικαλιστικό κίνημα, η κρίση του 1932 και το κίνημα του 36

Από τις απαρχές της συγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος τέθηκε το ζήτημα της πολιτικής και
οργανωτικής ενότητας. Στα τέλη του 19ου αιώνα δημιουργείται στην Αθήνα και σε  στην Ελλάδα ο συντεχνιακός συνδικαλισμός που διέπεται με όρους ηθικής της εργασίας. Καπνοπώλες, καφεπώλες, κουρείς, ζαχαροπλάστες, ιχθυοπώλες, κλπ. οργανώνονται σε σωματεία. Στον Πειραιά παρότι υπάρχουν
βιομηχανοποιημένες δομές, και εκεί ο συνδικαλιστικός λόγος κυριαρχείται καιηγεμονεύεται από προβιομηχανικούς όρους. Στις αρχές του 20ου αιώνα το κίνημααυτό αποκτά Παμπειραϊκή και Παναθηναϊκή οργάνωση. Συνδέεται άρρηκτα με το ΔηλιγιαννικόΚόμμα και οι πιο σημαντικές πολιτικές παρεμβάσεις του κινήματος είναι στα Ευαγγελικά– Ορεστιακά, στα Σανιδικά και φυσικά στις απεργίες που ακολούθησαν το κίνημαστο Γουδί. Από αυτό το προβιομηχανικό συνδικαλιστικό κίνημα ξεσπούν δυναμικές απεργίες τη δεκαετία του 1890 σε Αθήνα και νησιά, ενώ τη δεκαετία του 1910 υπάρχουν σημαντικές απεργίες, αλλά και εξεγέρσεις, όπως π.χ. στη Σέριφο. Η Φεντερασιόν είναι μια άλλη οργάνωση στη Θεσσαλονίκη που ιδρύεται στα 1908. Δημιουργείται όμως σε εντελώς διαφορετικό πολιτισμικό και πολιτικό περιβάλλον, αυτό το πολυπολιτισμικό της Θεσσαλονίκης Έχει διεθνιστικό και σοσιαλιστικό χαρακτήρα και εκφράζει κυρίως το εβραϊκό στοιχείο, ενώ οι προκηρύξεις της κυκλοφορούν σε 4 γλώσσες. Συσπειρώνει εξίσου εργάτες προβιομηχανικής παραγωγικής δομής, αλλά δεν είναι ο κόσμος του μικροεργαστηρίου. Είναι εργάτες σε μεγάλα εργαστήρια ή εργοστάσια κεραμοποιίας, καπνεργασίας, κλωστοϋφαντουργίας, υποδηματοποιίας. Μια τρίτη συνδικαλιστική παράδοση, καθαρά συντεχνιακή και προερχόμενη απευθείας από τις μεσαιωνικές συντεχνίες διατηρείται σε όλες τις μεγάλες βιοτεχνικές πόλεις της Μακεδονίας, όπως για παράδειγμα στην Έδεσσα. Το αθηναϊκό παλαιοελλαδίτικο κίνημα των συντεχνιών, όπως αυτό εξελίσσεται την περίοδο μετά το 1916, η διεθνιστική παράδοση της Φεντερασιόν και ο πολιτισμός των συντεχνιών στην ύπαιθρο είναι οι παραδόσεις που θα συνθέσουν στα 1918 το νέο συνδικαλιστικό κίνημα της ΓΣΕΕ.


Η περίοδος στη οποία ιδρύεται η ΓΣΕΕ σχετίζεται άμεσα με την κατάσταση του Εθνικού Διχασμού και του πολέμου που αντιμετωπίζει η χώρα. Ταυτόχρονα, συνδεόταν με τις γενικότερες αναδιαμορφώσεις στην κοινωνική δομή που σχεδίαζε ο Βενιζέλος με την εργατική πολιτική και εργατική νομοθεσία που εγκαινίασε ήδη από το 1911. Στην Αθήνα επικρατούν στα σωματεία αντιβενιζελικοί και αρκετοί αντιβενιζελικοί σοσιαλιστές, στον Πειραιά βενιζελικοί, ενώ στη Θεσσαλονίκη η Φεντερασιόν παρά τις ταλαντεύσεις τοποθετείται στο ζήτημα του πολέμου με το αντιβενιζελικό στρατόπεδο. Οι πρώτοι σοσιαλιστές βουλευτές έχουν εκλεγεί με το αντιβενιζελικό ψηφοδέλτιο συσπειρωμένοι πίσω από την ουδετερότητα στο ζήτημα του πολέμου. Με την ίδρυση του ΣΕΚΕ και της ΓΣΕΕ ο Βενιζέλος επιδιώκει
να κερδίσει το συνδικαλιστικό κίνημα, να αποκτήσει νέους συμμάχους και να δημιουργήσει ένα συναινετικό κλίμα στα επεκτατικά του σχέδια. Ως εκ τούτου, η συγκρότηση της τριτοβάθμιας οργάνωσης σε επίπεδο συνομοσπονδίας δεν προέκυψε μέσα από διαδικασίες κινηματικές, ούτε ήταν η φυσική εξέλιξη ενός κινήματος ισχυρών ομοσπονδιών. Υπήρχαν τα Εργατικά Κέντρα, υπήρχαν κάποιες Ομοσπονδίες, υπήρχαν πολλά σωματεία, αλλά σε κάθε περίπτωση η ΓΣΕΕ συγκροτείται «από τα πάνω» υπηρετώντας το αποτυχημένο αρχικά σχέδιο του Βενιζελισμού για έναν «προληπτικό» έλεγχο του εργατικού κινήματος. Αρκετά αυτονομημένες οι διαδικασίες από την εργατική βάση, αμέσως έλαβαν έντονα κομματική διάσταση. Οι σοσιαλιστές όντας οι πιο ισχυροί λόγω Φεντερασιόν και σε συμμαχία με αντιβενιζελικούς κατακτούν την ηγεσία και συνδέουν τη νέα Συνομοσπονδία οργανικά με το ΣΕΚΕ. Στα 1920, οι βενιζελικοί υπό τον Μαχαίρα από τον Πειραιά διασπούν την ΓΣΕΕ καλώντας δεύτερο Συνέδριο, ενώ τον ίδιο μήνα καλεί επίσης σε δεύτερο συνέδριο η Επιτροπή των Αθηνών. Η μετεξέλιξη του ΣΕΚΕ σε ΚΚΕ θα αναδιατάξει τις συμμαχίες εντός του συνδικαλιστικού κινήματος, καθώς δημιουργούνται τρία διακριτά συνδικαλιστικά ρεύματα, το κομμουνιστικό, το σοσιαλδημοκρατικό και το συνδεμένο με τον βενιζελισμό. Το σοσιαλδημοκρατικό παραμένει διασπασμένο σε δύο παρατάξεις, ενώ σύντομα θα αναδειχθούν και οι αρχειομαρξιστές. Στα 1925 η αποσύνδεση της ΓΣΕΕ από το ΣΕΚΕ θα σημάνει αυτή την αναδιάταξη συμμαχιών. Στο 3ο Συνέδριο αντιπροσωπεύονται 400 σωματεία, πολλά όμως είναι ψεύτικα ή με ελάχιστα μέλη. Σε αυτό υπερισχύει με μικρή πλειοψηφία η αριστερή παράταξη.

Σύντομα, στα 1928 οι σοσιαλιστές και οι αντιδραστικοί υπερισχύουν με αποτέλεσμα την διαγραφή των αριστερών συνέδρων. Στα 1929, οι ομοσπονδίες που έλεγχε το ΚΚΕ, ιδρύουν την Ενωτική ΓΣΕΕ, αλλά με τη σειρά τους αποκλείουν τους Αρχειομαρξιστές. Στο συνέδριο της ΓΣΕΕ στα 1930, ήρθε η σειρά των σοσιαλιστών να αποκλειστούν από τους αντιδραστικούς φιλοβενιζελικούς. Για άλλη μια φορά ο Βενιζέλος σχεδιασμένα επιδιώκει να ελέγξει το συνδικαλιστικό κίνημα και, αν δεν μπορεί, να το διαλύσει, να φυλακίσει και να εξοντώσει κάθε αγωνιστή. Η ΓΣΕΕ λειτουργεί περισσότερο ως κυβερνητικό φερέφωνο παρά ως εργατική οργάνωση. Η εφαρμογή του ιδιώνυμου στα 1929 σηματοδοτεί κυρίως και πρωτίστως επίθεση στις εργατικές πρωτοπορίες που οργανώνουν συνδικαλιστικά τον κόσμο της εργασίας, αποσπούν νίκες και ταράζουν τη χώρα με απεργιακές κινητοποιήσεις από τα 1928. Η ελληνική οικονομία και η βιομηχανική παραγωγή βασισμένη λιγότερο στην σχετική και περισσότερο στην απόλυτη υπεραξία αδυνατεί να ενσωματώσει τις αρχικές υποσχέσεις του αστισμού για κοινωνικό κράτος. Μόνος δρόμος για το κεφάλαιο είναι η επίθεση στις δυνάμεις της εργασίας, καθώς η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης παρουσιάζεται ιδιαίτερα ανελαστική.

Η κρίση του 1929 έρχεται στην Ελλάδα καθυστερημένα στα 1930-31. Ο Βενιζέλος υιοθετώντας τα κυρίαρχα οικονομικά δόγματα για τον χρυσό κανόνα, δηλαδή την ελεύθερη μετατρεψιμότητα του νομίσματος σε χρυσό, θεωρούσε το σκληρό νόμισμα εκ  των ων ουκ άνευ για την αποκατάσταση της  ελληνικής αξιοπιστίας. Έτσι, εφαρμόζει πεισματικά την πολιτική της σκληρής δραχμής, την  οποία αποσυνδέει από τη λίρα και συνδέει τώρα με το δολάριο, που συμμετείχε ακόμη  στον κανόνα του χρυσού. Το αποτέλεσμα ήταν να οδηγηθεί η χώρα στην πτώχευση.  Στις 27 Απριλίου 1932, ο Βενιζέλος αναγκάστηκε επιτέλους να βγάλει τη δραχμή από τον  κανόνα του χρυσού και να την υποτιμήσει έναντι της λίρας, ενώ λίγο αργότερα η  Ελλάδα κήρυξε επίσημα παύση πληρωμών.

Στα 1931 υπάρχουν 4 δευτεροβάθμιες συσσωματώσεις που λειτουργούν ανεξάρτητα. Η ΓΣΕΕ του Ιωάννη Καλομοίρη, η Ενωτική ΓΣΕΕ του ΚΚΕ, τα Ανεξάρτητα Εργατικά Σωματεία του σοσιαλιστή Δημήτρη Στρατή, το Εργατικό Κέντρο Αθηνών του εργοπατέρα Καλύβα και τα Συνεργαζόμενα Συνδικάτα των Αρχειομαρξιστών. Το κλίμα στο συνδικαλιστικό κίνημα αρχίζει να αλλάζει. Οι αρχειομαρξιστές επιχειρούν να εφαρμόσουν ενιαίο μέτωπο με τους σοσιαλιστές που εκφράζοντας ανησυχίες των εργαζομένων αναζητούν μια απάντηση στην επίθεση της κυβέρνησης Βενιζέλου ενισχύοντας σημαντικά τη θέση τους. Το ΚΚΕ το οποίο ακολουθούσε μέχρι τότε εντελώς διασπαστική-απομονωτική τακτική αρχίζει να μετατοπίζεται σταδιακά.  Τομή είναι η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία στις 30 Ιανουαρίου 1933, που μετατοπίζει άρδην την πολιτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς και του ΚΚΕ. Το πολιτικό και ιδεολογικό χάσμα ανάμεσα στους «από πάνω» και τους «από κάτω» αρχίζει να διευρύνεται ολοένα και πιο επικίνδυνα. Οι τέσσερις ουσιαστικά πολιτικές παρατάξεις αρχίζουν διαβουλεύσεις τη σύμπηξη Ενιαίου Μετώπου, το οποίο τελικά δεν επιτυγχάνεται. Ένα μεγάλο απεργιακό κύμα συγκλονίζει παράλληλα τη χώρα, ενώ ο Βενιζέλος, το κύρος του οποίου είχε τρωθεί ανεπανόρθωτα, παραιτείται από πρωθυπουργός. Η κοινωνική κρίση διαθλάται στα δύο αστικά στρατόπεδα οξύνοντας τον Εθνικό Διχασμό. Ο αστικός κόσμος αποδέχεται την έλευση του βασιλιά μπροστά στο φόβο της κατάλυσης του κοινωνικού καθεστώτος, ενώ διαφαίνεται με τα απανωτά πραξικοπήματα της μίας ή της άλλη παράταξης η προσπάθεια για υπέρβαση του κοινωνικού, πολιτικού και οικονομικού προβλήματος με την κατάλυση του κοινοβουλευτισμού.

Η αντιδραστική πολιτική ενοποίηση του αστισμού εντείνει την πόλωση και πιέζει για την πολιτική ενοποίηση των εργατικών σωματείων. Πολλοί συνδικαλιστές του σοσιαλιστικού χώρου μετατοπίζονται προς αριστερότερες θέσεις. Παράλληλα, η αποσεχταροποίηση του ΚΚΕ και το σύνθημα για αντιφασιστικό μέτωπο ενοποιεί πολύ συχνά τους συνδικαλιστές όλων των παρατάξεων στη βάση. Η ηγεμονία του κομμουνισμού ολοένα και γίνεται σαφέστερη μέσα στο εργαζόμενο κόμο. Έτσι, στα 1936 η χώρα αντιμετωπίζει μεγάλο κύμα απεργιών οργανωμένο από όλες τις εργατικές παρατάξεις. Συγκεκριμένα, στις 29 Απριλίου είχε ξεκινήσει η μεγάλη απεργία των καπνεργατών, η οποία επεκτάθηκε σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας όπου υπήρχαν κέντρα επεξεργασίας του καπνού.

Η αρχική πρόθεση από όλες τις Συνομοσπονδίες για κοινή συγκέντρωση την πρωτομαγιά του 36 απέτυχε, έτσι στην περιοχή Αθήνας - Πειραιά πραγματοποιήθηκαν τρείςσυγκεντρώσεις της ΓΣΕΕ στου Ρέντη, της 
Πανελλαδικής Συνομοσπονδίας στον Πειραιά και της Ενωτικής στην Καλλιθέα. Όμως στη Θεσσαλονίκη το απεργιακό κλίμα και η δυναμική ξεπερνάει όλες τις οργανώσεις, ακόμα και το ΚΚΕ.
Μια αρχική απεργία των καπνεργατών πήρε διαστάσεις και έγινε πανεργατική. Μέσα σε λίγες μέρες το απεργιακό κύμα είχε εξαπλωθεί σε Ξάνθη, Αγρίνιο, Κομοτηνή, Σέρρες και Ελευσίνα. Ο Ι. Μεταξάς σε επίσκεψή του στη Θεσσαλονίκη είναι απόλυτος: οι Αρχές πρέπει να χτυπήσουν τους διαδηλωτές στο ψαχνό.

Στις 9 Μάη, στη διασταύρωση Εγνατίας και Βενιζέλου από τις σφαίρες των οργάνων της τάξης πέφτει νεκρός ο οδηγός Τάσος Τούσης. Οι διαδηλωτές εξοργισμένοι τοποθετούν το νεκρό πάνω σε μια πόρτα και τον περιφέρουν στους δρόμους της πόλης σε μια ιδιότυπη «λιτανεία» καταγγελίας, διαμαρτυρίας και αντίστασης. Οι νεκροί θα φτάσουν τους 12 και οι τραυματίες τους 300. Στο σημείο της συμπλοκής θα στηθεί αργότερα το Μνημείο του Καπνεργάτη. Η μάνα του νεκρού Τάσου Τούση, που πληροφορήθηκε τα γεγονότα, τρέχει, πέφτει πάνω στο νεκρό παιδί της και μοιρολογεί.

Ο επόμενος γύρος της σύγκρουσης μεταφέρεται στον Αύγουστο, όπου τα Συνδικάτα ετοιμάζουν μεγάλη απεργιακή συγκέντρωση. Ο πρωθυπουργός Ι. Μεταξάς έχοντας τη συναίνεση του βασιλιά και των δύο μεγάλων κοινοβουλευτικών κομμάτων επιβάλλει δικτατορία και προλαβαίνει την εξέγερση των κομμουνιστών. Όμως η επαγγελλόμενηεπανάσταση της αριστεράς του μεσοπολέμου σύντομα θα αποδείξει ότι δεν ήταν αδύνατη στην Ελλάδα. Οι μεσοπολεμικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, οι μεσοπολεμικές κομμουνιστικές και σοσιαλιστικές οργανώσεις θα κληροδοτήσουν το όραμα αυτό στην επόμενη δεκαετία του 40, το οποίο και θα εκφραστεί με την ΕΑΜική εξέγερση.Η ιστορία του εργατικού κινήματος του μεσοπολέμου καταδεικνύει  ότι η διάσπαση και η ενότητα δεν είναι στρατηγικό ζήτημα, αλλά τακτική που ανάλογα την περίπτωση χρειάζεται να επιλέγεται από τις επαναστατικές δυνάμεις.



Πέμπτη 29 Απριλίου 2010

Ο Ιωάννης (Μιχαήλ) Μεταξάς (Ιθάκη 12 ...

Ο Ιωάννης (Μιχαήλ) Μεταξάς (Ιθάκη 12 Απριλίου 1871 – Αθήνα 29 Ιανουαρίου 1941) υπήρξε ανώτατος αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, στη συνέχεια αρχηγός του Κόμματος των Ελευθεροφρόνων, πρωθυπουργός και δικτάτορας του φασιστόμορφου καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Παρά τη στενή επαφή που διατηρούσε με τις δυνάμεις του Άξονα τελικά η παραδοσιακή σχέση του ελληνικού πολιτικού κόσμου με την Βρετανία καθορίσε την τελική επιλογή του καθεστώτος να έρθει σε πόλεμο με την Φασιστική Ιταλία. Γιος του Παναγή Μεταξά και της Ελένης Τριγώνη από το Αγρίνιο, ήταν γόνος του οικονομικά ξεπεσμένου Κεφαλληνιακού κλάδου των Αντζουλακάτων της παλαιάς Βυζαντινής οικογένειας των Μεταξάδων ενώ η οικογένεια του διατηρούσε τον τίτλο του Κόμη. Στις 24 Σεπτεμβρίου του 1885, σε ηλικία 14 ετών, εισήλθε στην στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων επιλέγοντας το Σώμα Μηχανικών, για να εξέλθει το 1890 ως ανθυπολοχαγός. Το 1897 μετατέθηκε στο υπουργείο Στρατιωτικών, δίπλα στον θείο του, τον υπουργό Νικόλαο Μεταξά. Ο Ι. Μεταξάς, νεαρός αξιωματικός, γαλουχήθηκε τότε στο στρατοκρατικό κλίμα της Εθνικής Εταιρείας σύμφωνα με την οποία ο στρατός θα έπρεπε να διευθύνει τα πάντα και να χρησιμοποιεί τις κοινωνικές ομάδες ως όργανά του. Ύστερα από πιέσεις του ίδιου μετατέθηκε στο επιτελείο του τότε Αντιστράτηγου, στη θέση του υπευθύνου των εμπιστευτικών αρχείων του επιτελείου. Εκεί είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνου και να συνδεθεί φιλικά. Συμμετέχοντας στον πόλεμο του 1897 κατάφερε να αποκτήσει την εύνοια του βασιλιά Γεωργίου και έλαβε από αυτόν υποτροφία για σπουδές στην Πολεμική Ακαδημία του Βερολίνου, από την οποία και αποφοίτησε, το 1902. Η μετεκπαίδευσή στη Γερμανία θα τον γαλουχήσει με το πρωσσικό μιλιταριστικό πνεύμα, ενώ η στενή του φιλία με τον διάδοχο Κωνσταντίνο θα του εμφυσήσει τα αντικοινοβουλευτικά σχέδια της Μικρής Αυλής. Έτσι ο Μεταξάς διαμορφώνει την προσωπική του ιδεολογία φιλομοναρχική και καθαρά μιλιταριστική, ενάντια στις ιδέες της γαλλικής επανάστασης, βασισμένη στην πίστη σε έναν εξιδανικευμένο ηγέτη, τότε τον Κωνσταντίνο. Με την επιστροφή του εντάχθηκε στο Γενικό Επιτελείο Στρατού συμβάλλοντας στην αναδιοργάνωση του Στρατού και στη σύνταξη των νέων στρατιωτικών κανονισμών, οι οποίοι ψηφίστηκαν στην Βουλή 1904. Το 1906, προήχθη σε Λοχαγό πρώτης τάξεως. Ως μέλος του επιτελείου ανέπτυξε στενή φιλία με τους πρίγκιπες και ιδιαίτερα με τον μετέπειτα Γεώργιο Β, του οποίου ανέλαβε την εκπαίδευση. Το 1909 παντρεύτηκε την Λέλα Χατζηϊωάννου και απέκτησε δύο κόρες. Με το ξέσπασμα του Κινήματος στο Γουδί μετατέθηκε στη Λάρισα. Στη συνέχεια όμως ανέλαβε υπασπιστής του Βενιζέλου,προκαλώντας τη δυσαρέσκεια πολλών Κινηματιών. Ουσιαστικά με τη θέση αυτή ανέλαβε το ρόλο του μεσολαβητή μεταξύ Βασιλιά και πρωθυπουργού. Η συμβολή του στον πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο υπήρξε καθοριστική και πρωτοστάτησε σε όλες τις μεγάλες επιτυχίες. Το 1913 συμμετείχε στον Β Βαλκανικό Πόλεμο με το βαθμό του ταγματάρχη. Με το τέλος των πολέμων προήχθη σε αντισυνταγματάρχη και τοποθετήθηκε ως διευθυντής των Επιχειρήσεων του Γενικού Επιτελείου Στρατού καθώς και ως διευθυντής της Ανώτερης Στρατιωτικής Ακαδημίας. Λίγο αργότερα, παρασημοφορήθηκε απο τον Βασιλιά με τον Χρυσόν Σταυρόν του Σωτήρος. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους το καταρρακωμένο κύρος του Στέμματος μετά το 1897 και το 1909 είχε επανέλθει, αλλά το φιλελεύθερο καθεστώς παρέμενε ξένο στον Κωνσταντίνο και στους επιτελάρχες του, ανάμεσα στους οποίους και ο Μεταξάς.
Στα 1915 ανέλαβε την αρχηγεία του Γενικού Επιτελείου και από αυτή τη θέση συμμετείχε ως θιασώτης του "Γερμανισμού" στις μυστικές επικοινωνίες του Κωνσταντίνου και της Σοφίας με το Βερολίνο ενημερώνοντας για τις συμφωνίες της Ελλάδας με την Ανταντ και προσπαθώντας να δημιουργήσει προϋποθέσεις για τη σύνταξη με τη Γερμανία. Έτσι, ήρθε σε σύγκρουση με τον Βενιζέλο και παραιτήθηκε, καθώς, με την αποτυχία αυτών των σχεδίων, θα ταχθεί με το μέρος των ουδετερόφιλων και του βασιλιά Κωνσταντίνου. Όταν ο Βενιζέλος διώχθηκε από την πρωθυπουργία, θα επανέλθει στην ηγεσία του Επιτελείου και θα αναλάβει κομβικό ρόλο στα πράγματα και ιδιαίτερα στις αντι-Ανταντικές κινήσεις της Ελλάδας. Στις 27 Ιουνίου, ύστερα από τελεσίγραφο των Μεγάλων Δυνάμεων, δημοσιεύτηκε το διάταγμα της γενικής αποστράτευσης. Με την αποστράτευσή του ο Μεταξάς προήχθη σε συνταγματάρχη. Αμέσως μετά οι απόστρατοι οργανώθηκαν σε ομάδες εφέδρων και έγιναν γνωστοί ως «οι Επίστρατοι». Ανεπίσημος αρχηγός των επιστράτων ήταν ο Ιωάννης Μεταξάς. Οι επίστρατοι κατάφεραν με την χρήση της βίας να επιβληθούν στην πολιτική ζωή της χώρας. Από το 1916 έως το 1917 ασκούσαν ουσιαστικά την εξουσία. Ο ίδιος ο Μεταξάς είχε προετοιμάσει την αντίσταση σε περαιτέρω αντίποινα της Ανταντ, εναντίον των φιλοβασιλικών. Η δράση των επιστράτων όμως συνεχίστηκε μέχρι το 1920 οπότε και επανήλθαν στην εξουσία οι Βασιλικοί. Το 1921 ο Ιωάννης Μεταξάς ανακλήθηκε στον στρατό, προήχθη σε αντιστράτηγο και αποστρατεύθηκε αμέσως. Στη συνέχεια ακολούθησε την εξορία μαζί με άλλους φιλοβασιλικούς πολιτικούς. Στην Κορσική προσπάθησε να αποδράσει μαζί με τον Γεώργιο Πεσαζόγλου και τον Δημήτριο Γούναρη, αλλά συνελήφθησαν από τις Ιταλικές δυνάμεις, χωρίς όμως να εκδοθούν στην Ελλάδα για να δικαστούν. Το Στρατιωτικό Δικαστήριο όμως τους καταδίκασε με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας σε θάνατο. Παραμένοντας όλο αυτό το διάστημα στην Ιταλία διατηρούσε επικοινωνία και επαφή με τη βασιλική οικογένεια.
Ο Γούναρης, μετά την επιστροφή του από την εκτόπιση δεν είχε δώσει στον Μεταξά καμιά δυνατότητα να ανέλθει στο Λαϊκό Κόμμα, ούτε όμως και ο βασιλιάς ικανοποίησε τις φιλοδοξίες του. Τότε ο Μεταξάς διαφώνησε με το σχέδιο της Μικρασιατικής Εκστρατείας εκτιμώντας ως βέβαιη την καταστροφή και για αυτό δε δέχτηκε καμία υπεύθυνη θέση στο Μέτωπο. Με αφετηρία την ιδέα του οικουμενικού ελληνισμού ανέπτυξε κατά τη διάρκεια του πολέμου απόψεις τις οποίες υποστήριζαν μόνο οι σοσιαλιστές τότε. Καταδίκαζε το σοβινισμό των υπουργών και προειδοποιούσε την κυβέρνηση ότι οι Τούρκοι ήταν ακόμη και στην περιοχή της Σμύρνης η πλειονότητα και ότι είναι διατεθειμένοι να πολεμήσουν για την ανεξαρτησία τους, με τον ίδιο τρόπο που πολέμησαν το 1821 οι Έλληνες εναντίον τους. Έτσι καταδίκασε την ελληνική εκστρατεία ως κατακτητική πολιτική.
Το Μάρτιο του 1921 ο Μεταξάς ίδρυσε στην Κεφαλλονιά και την Ιθάκη μια πολιτική λέσχη με τον τίτλο Μεταρρυθμιστές που εξελίχθηκε σε πολιτικό κόμμα, τους Ελευθερόφρονες.Η ονομασία εκφράζει τόσο την απόσταση από τα αντιβενιζελικά κόμματα όσο και την αντίσταση κατά των δικτατορικών καθεστώτων των βενιζελικών. Όμως ο Μεταξάς δήλωσε αντιβενιζελικός, τηρώντας όμως αποστάσεις από τα άλλα χρεωκοπημένα αντιβενιζελικά κόμματα.Δήλωνε πίστη στη Δυναστεία, ήθελε όμως να αποκτήσει ο "λαϊκός παράγοντας"μεγαλύτερη ισχύ και ότι εξέφραζε ομαδικά συμφέρονταν τωνμικροαστικών στρωμάτωνκαι των αγροτικών τάξεων. Θεωρούσε την αγροτική πολιτική ως βάση για την ανάπτυξη της οικονομίας. Για τους εργάτες πρότεινε να αποκτείσουν περιουσία ώστε να γίνουν μικροαστοί, αλλά τα συμφέροντά τους δε θα έπρεπε να έρθουν σε αντίθεση με εκείνα των πλειοψηφούντων τάξεων, δηλ. αγροτών και μικροαστών. Υποσχόταν όμως εφαρμογή των προστατευτικών νόμων κ.α. Μετά την κατάρρευση και την επικράτηση της τριανδρία ίδρυσε το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων ως ενδιάμεσο στου βενιζελικούς και βασιλικούς. Στήριξε το στρατιωτικό φιλομοναρχικό κίνημα των Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη το οποίο απέτυχε και για αυτό ο ίδιος ακολούθησε για ακόμη μια φορά την εξορία στην Ιταλία.
Το 1924 επιστρέφει αναγνωρίζοντας τη νέα κατάσταση και προσπαθεί να ανασυγκροτήσει το Κόμμα του. Στο δημοψήφισμα του 1924 για την αβασίλευτη δημοκρατία ο Μεταξάς και ο Παναγής Τσαλδάρης θα εκπροσωπήσουν τον Βασιλικό κόσμο. Με τη δικτατορία του Παγκάλου εκτοπίζεται και φυλακίζεται. Με την πτώση της δικτατορίας επιστρέφει και συμμετέχει με το Κόμμα του στις εκλογές το οποίο και καταλαμβάνει 51 έδρες. Ο ίδιος συμμετέχει στην οικουμενική Κυβέρνηση στη θέση του Υπουργού Συγκοινωνιώ, αλλά στις επόμενες εκλογικές μάχες το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων καταλαμβάνει συνεχώς λίγες έδρες. Το 1936 λίγο πριν αναλάβει την εξουσία το Κόμμα του είχε μόνο 7 βουλευτές.Στις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου του 1936 οι Βενιζελικοί και οι Αντι-Βενιζελικοί ισοψήφισαν, με αποτέλεσμα ο Γεώργιος Β΄ να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού. Ο βασιλιάς διόρισε υπουργό στρατιωτικών τον Ιωάννη Μεταξά. Η αρχή για την δικτατορία της 4ης Αυγούστου είχε αρχίσει ήδη. Κανένα κόμμα, εκτός από το ΚΚΕ, δεν αποδοκίμασε τον συγκεκριμένο διορισμό. Στη συνέχεια ορκίστηκε η κυβέρνηση Δεμερτζή, με αντιπρόεδρο και υπουργό στρατιωτικών τον Ιωάννη Μεταξά. Έναν μήνα μετά πέθανε αιφνιδίως από ανακοπή καρδιάς ο πρωθυπουργός. Το τραγικό συμβάν έδωσε την ευκαιρία στον Μεταξά να αναρριχηθεί στην εξουσία. Έτσι ο βασιλιάς διόρισε τον ίδιο πρωθυπουργό, αφού έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης απο τη Βουλή, παρά το γεγονός ότι τα άλλα κόμματα διαμαρτυρήθηκαν έντονα. Διάφορες πολιτικές δυνάμεις και ομάδες συμφερόντων πήρν το λόγο και πίεζαν για δικτατορία. Ο Μεταξάς υιοθέτησε κάθε πρόταση για μέτρα καταπίεσης, τόνιζε όμως στους συνομιλητές ότι η αστική τάξη θα έπρεπε να υποβληθεί σε θυσίες, για να ανυψωθεί το βιοτικό επίπεδο των εργατών. Επίσης,μπορούσε να υπολογίζει στην υποστήριξη του στρατού. Οι Φιλελεύθεροι αποδέχτηκαν την κατάσταση και μάλιστα ο ίδιος ο βενιζέλος διαπραγματευόταν μια θέση αντιπροέδρου στην κυβέρνηση. Επικαλούμενος τον κίνδυνο εσωτερικών ταραχών και την ασταθή διεθνή κατάσταση, στις 4 Αυγούστου 1936 ο Μεταξάς καταργεί τον κοινοβουλευτισμό με τη συγκατάθεση του Γεωργίου Β', ο οποίος διαλύει τη Βουλή χωρίς να προκηρύξει εκλογές και αναστέλλει πολλά άρθρα του Συντάγματος.
Το δικτατορικό καθεστώς – το οποίο τυπικά τερματίζεται με τη γερμανική εισβολή τον Απρίλιο του 1941, δηλαδή και μετά τον θάνατο του Μεταξά τον Ιανουάριο του ίδιου χρόνου – συγκροτεί ένα αστυνομικό κράτος, το οποίο επιδίδεται σε διώξεις αντιφρονούντων, ρίχνοντας το βάρος στη διάλυση του Κομουνιστικού Κόμματος Ελλάδας με συλλήψεις των περισσότερων μελών του. Παράλληλα προάγει την ταξική ειρήνη με μέτρα όπως την υποχρεωτική υπογραφή συλλογικών συμβάσεων εργασίας μεταξύ εργοδοσίας και εργατών και τη λειτουργία του ΙΚΑ. Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, προσπαθώντας να κατευνάσει την κοινωνική αναταραχή, προώθησε κάποια φιλολαϊκά μέτρα, όπως το 8ωρο και κάποιες υποχρεωτικές βελτιώσεις στο εργατικό περιβάλλον, ενώ επένδυσε στην άμυνα, όσο αυτό του επιτρεπόταν από τις μεγάλες δυνάμεις. Τέλος τα αγροτικά προϊόντα άρχισαν να πωλούνται ακριβότερα και ελευθερώθηκαν τα χρέη πάνω στη γη. Από πλευράς επενδύσεων η περίοδος της 4ης Αυγούστου μπορεί να θεωρηθεί ευνοϊκή, αφού την περίοδο 1936-1939 ιδρύθηκαν 567 εργοστάσια. Ο προϋπολογισμός έδινε βάση στην στρατιωτική οργάνωση γι' αυτό ήταν και ιδιαίτερα αυξημένος.
Ο Μεταξάς δημιούργησε και διέδωσε την ιδεολογία του «Γ΄ Ελληνικού Πολιτισμού», στην οποία στηρίχτηκε το καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Οι οπαδοί του καθεστώτος θεωρούσαν οτι είναι οι συνεχιστές του Αρχαίου (Α΄) και Βυζαντινού (Β΄) Πολιτισμού και οτι είχαν ως στόχο την φυλετική ενότητα του έθνους καθώς και την διατήρηση των παραδόσεων. Tο ιδανικό πολίτευμα κατα τον Μεταξά δεν ήταν η Αθηναϊκή Δημοκρατία αλλα η στρατοκρατική Σπάρτη. Ουσιαστικά ο Μεταξάς προσπαθούσε να προβάλει τον εαυτό του ως την μοναδική ελπίδα σωτηρίας για το Ελληνικό Έθνος γι'αυτό καθώς και την μοναδικότητα του Ελληνικού πολιτισμού απέναντι στα ξένα πρότυπα. Το καθεστώς χρησιμοποιούσε το φασιστικό χαιρετισμό και μερικές φορές τον όρο ολοκληρωτικός, δεν ήταν ούτε τυπικά φασιστικό, ούτε δομικά ολοκληρωτικό. Η απουσία κάθε επαναστατικού δόγματος ή δυναμικού ή μαζικής πολιτικής κινητοποίησης, το καθιστούσαν περισσότερο ένα γραφειοκρατικό αυταρχικό καθεστώς που ιδεολογικά βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στη θρησκεία. Η μεγαλύτερη επιτυχία του Μεταξά εντοπίζεται στην ενδυνάμωση του στρατού και στην ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού αστυνομικού ελέγχου.
Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, ο Μεταξάς προσπάθησε να ισορροπήσει μεταξύ της Βρετανίας, η οποία ήταν η κυρίαρχη ναυτική δύναμη της Μεσογείου, και προς την οποία άλλωστε στρέφονταν οι συμπάθειες του βασιλιά, και της Γερμανίας, με το ολοκληρωτικό καθεστώς της οποίας υπήρχε ιδεολογική συνάφεια, αλλά και στενότατοι οικονομικοί δεσμοί αφού εκτός των άλλων η γερμανική κυβέρνηση είχε αγοράσει το 40% των ελληνικών καπνών. Ο Μεταξάς αρχικά επέδειξε καρτερικότητα απέναντι στις ιταλικές προκλήσεις, προετοιμαζόμενος όμως ταυτοχρόνως για μια στρατιωτική αναμέτρηση στο πλευρό των Συμμάχων. Η παραδοσιακή σύμπλευση του ελληνικού πολιτικού κόσμου με την Βρετανία τελικά επιβλήθηκε στον πλέον γερμανόφιλο πολιτικό στην Ελλάδα και στο φασιστόμορφο καθεστώς του. Το γεγονός ότι ο πόλεμος διεξαγόταν με την Ιταλία και όχι με τη Γερμανία διευκόλυνε σίγουρα στο ΟΧΙ. Αντίστοιχα, οι άνθρωποι του ίδιου του καθεστώτος θα επιδείξουν λιγότερο πάθος απέναντι στην εισβολή των Γερμανών. Ο Ιωάννης Μεταξάς απεβίωσε αιφνιδίως από βαρειά φλεγμονή του φάρυγγος στις 29 Ιανουαρίου του 1941 και την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Αλέξανδρος Κορυζής.

Τρίτη 27 Απριλίου 2010

Κώστας Κολιγιάννης

Ο Κώστας Κολιγιάννης (Ελλοπία Βοιωτίας, 1909; – Βουδαπέστη, 5 Σεπτεμβρίου 
1979) υπήρξε στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ) και γραμματέας 
του την περίοδο 1957 - 1972. Σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο  Αθηνών. Εντάχθηκε στην ΟΚΝΕ την δεκαετία του 1930. Κατά τη διάρκεια της μεταξικής  δικτατορίας συνελήφθη και φυλακίστηκε  στις φυλακές της Ακροναυπλίας μαζί με άλλους κομμουνιστές. Μεταφέρθηκε στις 
φυλακές της Πύλου, απ’ όπου δραπέτευσε  το 1943. Ανέλαβε την καθοδήγηση της Κομματικής 
Οργάνωσης Ηπείρου και έγινε στέλεχος  του ΕΛΑΣ, με το ψευδώνυμο Παύλος Αρβανίτης. 
Το 1945 εκλέχθηκε αναπληρωματικό μέλος και το 1949 τακτικό μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ. 
Έλαβε ενεργά μέρος στον Εμφύλιο Πόλεμο.  Ανέλαβε Πολιτικός Επίτροπος του Δημοκρατικού 
Στρατού της Ελλάδας (ΔΣΕ) Ηπείρου και  το 1948 υποστράτηγος και Πολιτικός Επίτροπος 
του ΔΣΕ Νότιας Ελλάδας. Με την υποχώρηση  εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι. Το ΚΚΕ 
στην Ελλάδα συνεχίζει να βρίσκεται σε  παρανομία και υπό διωγμό. Χιλιάδες μέλη 
του βρίσκονται στις φυλακές ή στην εξορία,  όπως στο Μακρονήσι ή στον Αη Στράτη. Ωστόσο 
συνεχίζει την παράνομη δράση του. Χιλιάδες  είναι επίσης τα μέλη και τα στελέχη του 
που βρίσκονται στη Σοβιετική Ενωση, ιδιαίτερα  στην Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν και στις 
άλλες Λαϊκές Δημοκρατίες. Η έδρα της ΚΕ  του ΚΚΕ βρίσκεται στο Βουκουρέστι. Η ηγεσία 
του Ζαχαριάδη δεν αποδέχεται τις ευθύνες  και το βάρος της ήττας, τις μεταφέρει 
με ειδική δίκη σε άλλα στελέχη, όπως οι  Βαφειάδης, Παρτσαλίδης κ.α., και καλεί 
τα μέλη του Κόμματος να βρίσκονται με  το «όπλο παρά πόδας». Τον Οκτώβριο του 
1952 ο Κ. Κολιγιάννης εξελέγη μέλος του  Πολιτικού Γραφείου της ΚΕ. Το 1955 οι αλλαγές 
στη Σοβιετική Ένωση, με την επικράτηση  του Ν. Χρουτσόφ και την αποσταλινοποίηση 
μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, αλλά και  η ανάγκη προσαρμογής του ΚΚΕ σε μια νέα 
πολιτική γραμμή προσαρμοσμένη στα νέα  δεδομένα της ήττας, προκαλεί νέες περιπέτειες 
στο ΚΚΕ, καθώς έρχεται σε πλήρη αντίθεση  με την γραμμή του Ζαχαριάδη. Έτσι προκαλείται 
η λεγόμενη εξέγερση στην Τασκένδη, πόλη  που φιλοξενούσε χιλιάδες πολιτικούς 
πρόσφυγες, ανάμεσα στους οποίους και  βασικά καθοδηγητικά στελέχη του ΚΚΕ. 
Εκεί στελέχη και μέλη του ΚΚΕ αρνούνται  την αλλαγή πλεύσης του Διεθνούς και του Ελληνικού Κομμουνιστικού Κινήματος καταγγέλλοντας  την ηγεσία του ΚΚΣΕ για αναθεωρητισμό-«ρεβιζιονισμό».  Το Φλεβάρη του 1956 έγινε το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ. Εκ μέρους του ΚΚΕ στο Συνέδριο  ήταν οι Ζαχαριάδης και Γκρόζος. Στη Μόσχα καταφτάνει και ο Μπαρζιώτας, μέλος της  Κ.Ε. Οι φιλοχρουστσοφικοί συστήνουν "Διεθνή Επιτροπή" αποτελούμενη από 6 ΚΚ, με επικεφαλής τον Κοουσίνεν (ΚΚΣΕ) και τον Γκεόργκι Γκεοργκίου-Ντεζ (ΚΚ Ρουμανίας),  για να "δικάσουν" κατά κάποιον τρόπο το ΚΚΕ και να ερευνήσουν τα "λάθη σεχταριστικού  χαραχτήρα" στα οποία είχε υποπέσει.  Ο Ζαχαριάδης δεν αναγνωρίζει την επιτροπή  αυτή και τίθεται "υπό περιορισμό" μαζί με τα άλλα στελέχη. Το Μάρτη του '56  γίνεται στο Βουκουρέστι η 6η Ολομέλεια εν απουσία του Ζαχαριάδη. Σ' αυτή συμμετείχαν  και μια σειρά διαγραμμένα μέλη της Κ.Ε., οι οποίοι είχαν καθαιρεθεί από τον Ζαχαριάδη  το 1951. Ο Κολιγιάννης υπήρξε από τους πρωτεργάτες και κύριος εκπρόσωπος της αναθεώρησης.  Στην ολομέλεια ασκήθηκε δριμύτατη κριτική στη ζαχαριαδική ηγεσία, για τη μέχρι τότε  γραμμή του ΚΚΕ, η οποία χαρακτηρίστηκε ως "σεχταριστική" και "τυχοδιωκτική".  Ασκήθηκε κριτική στην "απομονωτική" 
στάση του ΚΚΕ απέναντι στα κόμματα του  "κέντρου" , την αποχή στις εκλογές του '46, τονίστηκε ξανά η θέση του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ για τις δυνατότητες "ειρηνικού περάσματος στο σοσιαλισμό", αποκαταστάθηκε  ο Τίτο. Η νέα ομάδα με αρχηγό τον Κολιγιάννη αναλαμβάνει ουσιαστικά τη διοίκηση του  Κόμματος ως Προσωρινό Γραφείο της ΚΕ του ΚΚΕ και προσπαθεί να επιβληθεί στο  Κόμμα και ιδιαίτερα στην Τασκένδη. Κατά την 7η Ολομέλεια της Κ.Ε. το Φλεβάρη του 1957 ορίζεται και επίσημα πλέον γραμματέας. Η νέα ηγεσία, αποδεχόμενη πια την ήττα, αναζητά στα πλαίσια της νέας στρατηγικής της ειρηνικής συνύπαρξης και της «εθνικής δημοκρατικής αλλαγής», προσαρμοσμένης στους δεδομένους πολιτικούς και ιδεολογικούς συσχετισμούς δύναμης, μια νέα πολιτική πρόταση. Η νέα γραμμή βοηθά το αριστερό κίνημα στην Ελλάδα να αναπτυχθεί κυρίως μέσα από την ΕΔΑ, ενώ το ΚΚΕ παραμένει παράνομο. Αυτό όμως έχει την κύρια ευθύνη της χάραξης της πολιτικής γραμμής. Ουσιαστικά, λειτουργούν δύο Κεντρικές Επιτροπές, μία στην Ελλάδα, του «Εσωτερικού», και μία στο Βουκουρέστι, του «Εξωτερικού». Δημιουργούνται δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τον τρόπο σύναψης συμμαχίας με το Κέντρο. Για την πλειοψηφία του Εξωτερικού προείχε η αυτονομία της Αριστεράς μέσα στο κοινό μέτωπο. Στη μειοψηφία και στο εσωτερικό προείχε η στήριξη των δημοκρατικών διαδικασιών που είχαν δρομολογηθεί το 1963, έστω και εάν ηγεμόνευε προσωρινά το Κέντρο. Επίσης, οι του «Εσωτερικού» διαφωνούσαν με την πρόταση για ίδρυση αυτόνομων πυρήνων του ΚΚΕ υποστηρίζοντας την ανάγκη αποδέσμευσης της ΕΔΑ από το ΚΚΕ. Επίσης, διέβλεπαν την ανάγκη αποδέσμευσης του ΚΚΕ από το ΚΚΣΕ. Έτσι, Το 1965, ο Κολιγιάννης ήρθε σε ρήξη με τον Μήτσο Παρτσαλίδη και άλλα στελέχη του ΚΚΕ για το θέμα της σύνθεσης της ΚΕ από εκπροσώπους του «εσωτερικού» (τα μέλη του εκτός νόμου ΚΚΕ που δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα, κυρίως μέσω της ΕΔΑ) και εκπροσώπους του «εξωτερικού» (τους πολιτικούς προσφύγες στην Ανατολική Ευρώπη). Η επέμβαση της ΕΣΣΔ στην Ουγγαρία το 1968 αποτελεί τη βάση για την οξύτερη ανάδειξη των διαφωνιών. Οπότε κατά την 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, στο Βουκουρέστι τον Φεβρουάριο του 1968, ο φιλοσοβιετικός Κολιγιάννης και η ομάδα του κατάφεραν να επικρατήσουν, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί το κόμμα σε διάσπαση και να δημιουργηθεί τελικά το ΚΚΕ Εσωτερικού από τους διαφωνούντες. Κώστας Κολιγιάννης χάνει μετά το '68, κάθε απήχηση εντός κόμματος. Ο ίδιος όμως παρέμενε αγκιστρωμένος στη θέση του. Ο ρόλος του είχε αποδυναμωθεί σοβαρά δημιουργώντας στην καθοδήγηση του ΚΚΕ παραλυτικά φαινόμενα. Κάποια μέλη του τότε Πολιτικού Γραφείου είχαν θέσει το θέμα στο ΚΚΣΕ. Σύμφωνα με κάποιες πηγές, οι Σοβιετικοί είχαν βολιδοσκοπήσει για τη θέση του ηγέτη του ΚΚΕ στελέχη της Αριστεράς όπως ο κ. Μ. Γλέζος, ο κ. Μ. Θεοδωράκης και ο Ηλίας Ηλιού, αλλά δεν συμφώνησαν. Η προσοχή τους περιήλθε στο νέο τότε μέλος του ΠΓ (εντάχθηκε σε αυτό στη 16η Ολομέλεια που έγινε τον Ιούνιο του 1972 στη Βουδαπέστη και ενώ αυτός βρισκόταν στην Ελλάδα, αποφυλακισμένος από τη Λέρο μετά την αμνηστία, να ανασυγκροτεί τον παράνομο μηχανισμό του ΚΚΕ) και άφθαρτο από τις εσωκομματικές διαμάχες Χ. Φλωράκη. Σε σύσκεψη του ΠΓ που πραγματοποιήθηκε στη Μόσχα μεταξύ Οκτωβρίου (που διέφυγε στο εξωτερικό) και Δεκεμβρίου (που συνήλθε η 17η Ολομέλεια), παρουσία των πανίσχυρων Μιχαήλ Σουσλόφ και Μιχαήλ Πονομαριόφ από το ΚΚΣΕ και από την πλευρά του ΚΚΕ των Κώστα Κολιγιάννη, Κώστα Λουλέ, Απόστολου Γκρόζου, Κώστα Τσολάκη, Λεωνίδα Στρίγγου, Γεράσιμου Στεφανάτου, Παναγιώτη Υφαντή και του ίδιου του Φλωράκη, ετέθη το θέμα ευθέως από τους Σοβιετικούς. Ο Κολιγιάννης αντιλήφθηκε ότι δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια και αποδέχθηκε τη μοίρα του. Οταν τον ρώτησαν ποιον θα έβλεπε για αντικαταστάτη του, εκείνος πρότεινε τον Γρηγόρη Φαράκο. Αλλά ο Φαράκος παρέμενε φυλακισμένος και άρα το κόμμα θα έμενε ακέφαλο. Ο «κλήρος» έτσι έπεσε στον Φλωράκη, ο οποίος, εκτός από επιφανές στέλεχος του ΔΣΕ, εθεωρείτο «άφθαρτος» καθώς δεν είχε συνδέσει το όνομά του ούτε με την κρίση του 1956 (καθαίρεση Ζαχαριάδη, γεγονότα Τασκένδης κτλ.) ούτε με τη διάλυση των οργανώσεων του ΚΚΕ την περίοδο 1958-1960 ούτε με τη διάσπαση του 1968. Η αντίστροφη μέτρηση για τον Κολιγιάννη είχε αρχίσει. Απαλλάχθηκε «για λόγους υγείας» ώστε να φανεί ως ομαλή η διαδοχή στο τιμόνι του κόμματος (στην πραγματικότητα υπέβαλε παραίτηση... προτού τον παραιτήσουν). Σε αυτές τις συνθήκες συνήλθε η 17η Ολομέλεια της ΚΕ στη Βουδαπέστη, με τον Φλωράκη παρόντα, καθώς κατάφερε να διαφύγει κάτω από τη μύτη των αρχών ασφαλείας της χούντας, με μουστάκι πλέον, μέσω Παρισιού. Ο Κολιγιάννης έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του στην Ουγγαρία, όπου και πέθανε στις 5 Σεπτεμβρίου 1979. Η κηδεία του και η ταφή της σωρού του έγιναν λίγες ημέρες μετά στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Ελλοπία Βοιωτίας.

Ο Γιάννης Πετσόπουλος

Ο Γιάννης Πετσόπουλος (Κωνσταντινούπολη 1891 – Αθήνα 1965) υπήρξε σημαντική προσωπικότητα του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος. Γιος Κωνσταντινουπολίτη δασκάλου, που συμμετείχε στο δημοτικιστικό κίνημα στην Πόλη και δέχθηκε διώξεις από το Πατριαρχείο, τελείωσε το Γερμανικό Γυμνάσιο. Στα 1912 ήρθε εθελοντής στους Βαλκανικούς πολέμους. Πολέμησε στην Ήπειρο στο ανεξάρτητο Σύνταγμα Κρητών, όπου και τραυματίστηκε 2 φορές. Στα 1915 βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί στήριξε την αριστερά του βενιζελικού μπλοκ και εξέδωσε στα 1916 την εφημερίδα Ριζοσπάστης. Η εφημερίδα ξεκίνησε ως εβδομαδιαία προσφυγική και ριζοσπαστική. Ακολούθησε το κίνημα της «Εθνικής Αμύνης» στη Θεσσαλονίκη και με την επανεγκατάσταση στην Αθήνα των Βενιζελικών έγινε καθημερινή ως «εφημερίς δημοκρατικών αρχών». Η εφημερίδα και ο ίδιος ο Πετσόπουλος ήταν θιασώτες της δημοκρατικής ανατροπής των μοναρχικών καθεστώτων μέσα από τον πόλεμο και εξεγέρσεων σε όλη την Ευρώπη και την Ελλάδα. Ήταν εναντίον του βασιλιά Κωνσταντίνου και εν γένει του βασιλικού θεσμού. Υποστήριζε τη συμμετοχή της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μετέφερε ανταποκρίσεις από τα μέτωπα. Αρχισυντάκτης της εφημερίδας ήταν την περίοδο εκείνη ο Νικόλαος Γιαννιός. Στόχος είναι η ίδρυση ενός αντιπολιτευτικού ριζοσπαστικού – δημοκρατικού κόμματος. Έτσι γύρω από τον Ριζοσπάστη συγκροτείται μια ομάδα ως «ένωσις των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτου» με τους Γ. Πετσόπουλου, Ν. Γιαννιόν, Λ. Νάκο, Γ. Γεωργιάδη, Α. Σίδερη. Η ομάδα αυτή έχει την υποστήριξη του Εμπειρίκου και του Καφαντάρη. Η υπουργοποίηση όμως του τελευταίου βάζει τέλος σε αυτές τις κατευθύνσεις. Η αστικοδημοκρατική Φεβρουαριανή επανάσταση του 1917 θα ενθουσιάσει τον Πετσόπουλο, ενώ θα δεχτεί με αρκετές επιφυλάξεις την Οκτωβριανή επανάσταση χαρακτηρίζοντας τους «μπολσεβίκους» μαξιμαλιστές. Παρακολουθεί τις εξελίξεις του σοσιαλιστικού κινήματος και στηρίζει την ίδρυση του ΣΕΚΕ και της ΓΣΕΕ. Σταδιακά ο Ριζοσπάστης εξελίσσεται σε φιλεργατικό και φιλοσοσιαλιστικό φύλλο. Η στάση του απέναντι στην Ουκρανική εκστρατεία προκαλεί τις πρώτες διώξεις στον Πετσόπουλο από τους πρώην συμμάχους του βενιζελικούς. Το 1919 ο Πετσόπουλος ζητάει να ενταχθεί στο ΣΕΚΕ και το 1920 παραχωρεί την εφημερίδα στο Κόμμα κρατώντας ο ίδιος τη διεύθυνση. Το 1921 σταματάει να εκδίδεται ο Εργατικώς Αγών και ο Ριζοσπάστης γίνεται η μοναδική επίσημη εφημερίδα του ΣΕΚΕ. Στις 2 Ιουνίου ο Πετσόπουλος συλλαμβάνεται και φυλακίζεται για αντιπολεμικά δημοσιεύματα του Ριζοσπάστη, τα οποία σύμφωνα με το κατηγορητήριο εκμεταλλευόταν ο Κεμάλ με αποτέλεσμα να υπονομεύεται το ηθικό των στρατιωτών στο μέτωπο. Το 1922 εκλέγεται από τη Συνδιάσκεψη του Φλεβάρη μέλος της ΚΕ του ΣΕΚΕ(Κ). Σε αυτή αναιρέθηκε η μπολσεβίκικη κατεύθυνση του κόμματος και επικράτησαν οι σοσιαλδημοκρατικές θέσεις «περί μακράς νομίμου υπάρξεως» εκλέχτηκε. Ο ίδιος μαζί με τους Κορδάτο και Σίδερη προτείνει τη συνεργασία με αστικά κόμματα. Παρόλα αυτά ο Πετσόπουλος στηρίζοντας τη νέα ηγεσία Κορδάτου συμβάλλει στην αποκήρυξη των αποφάσεων της Φεβρουαριανής Συνδιάσκεψης. Εκπροσωπεί το Κόμμα στο Συνέδριο της Σοσιαλιστικής Βαλκανικής Ομοσπονδίας στη Σόφια, όπου παρουσιάζει μια υπερεπαναστατική κατάσταση στην Ελλάδα. Εκεί, τάχθηκε εναντίον της θέσης για Ανεξαρτησία της Μακεδονίας και της Θράκης, θέμα που ταλάνισε το Κομμουνιστικό Κίνημα στην Ελλάδα. Με την επιστροφή του συλλαμβάνεται όλη η ΚΕ του ΣΕΚΕ και ο ίδιος με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Με την επανάσταση τον Βενιζελικών στρατηγών τίθεται το ζήτημα της απελευθέρωσης της ΚΕ με την προϋπόθεση ότι το ΣΕΚΕ θα υποστήριζε τον πόλεμο στη Θράκη. Οι Πετσόπουλος, Σίδερης και Κορδάτος συμφωνούν χαρακτηρίζοντας το μέτωπο της Θράκης ως «αμυντικό». Μετά την αποφυλάκιση της ΚΕ ο Πετσόπουλος συνεχίζει να υποστηρίζει τη θέση αυτή σε αντίθεση όμως πλέον με την ΚΕ. Για αυτό η ΚΕ δηλώνει ότι δεν είναι υπεύθυνη για την τακτική της εφημερίδας. Σύντομα στο Έκτακτο Συνέδριο του 1922 διαγράφεται με εισήγηση του Γ. Γεωργιάδη, Α. και Μ. Σίδερη με την κατηγορία ότι η τακτική του αποτελούσε κράμα αλλοπρόσαλου υπερκομμουνισμού, σωβινισμού και μεταρρυθμισμού». Η τελική όμως απόφαση της διαγραφής δεν δέχτηκε αυτές τις εκφράσεις, αλλά θεωρεί ότι έβλαψε το Κόμμα λόγω αδυναμίας χαρακτήρος, ορμών ψυχικών και άκαιρων ενθουσιασμών. Με αυτόν τον τρόπο χάνει και τον έλεγχο της εφημερίδας, την οποία αναλαμβάνει ο Γ. Κορδάτος. Με την διαγραφή του και την απώλεια του Ριζοσπάστη, ο Πετσόπουλος φεύγει από την Ελλάδα και μεταβαίνει στη Γερμανία. Ασχολείται με το εμπόριο. Εκεί μένει από το 1923 έως το 1926, οπότε και επιστρέφει. Σταδιακά εξελίχθηκε σε ένα από τους πιο σημαντικούς έλληνες εμπόρους χαρτιού και σχεδόν έχει το μονοπώλιο της εισαγωγής δημοσιογραφικού χαρτιού από τη Γερμανία. Συνεχίζει να δηλώνει κομμουνιστής και να παρακολουθεί τις εξελίξεις στο ελληνικό και διεθνές κίνημα. Στηρίζει οικονομικά το ΚΚΕ σε όλο τον μεσοπόλεμο. Στα 1932, με την άρση της ανταλλαξιμότητας του χρυσού σε δραχμές η επιχείρησή του βρέθηκε χρεωμένη από τη μια μέρα στην άλλη. Για να αντιμετωπίσει την κρίση αναγκάστηκε να πουλήσει μεγάλο μέρος της περιουσίας του. Συνεχίζει να έχει εμπορικές επαφές με τη Γερμανία. Το 1939 την επισκέπτεται για δεύτερη φορά με σκοπό να σώσει παραγγελίες χαρτιού που κινδύνευαν χαθούν εξαιτίας της κήρυξης του πολέμου. Αυτή η εμπορική του δράση θα στηλιτευτεί από την ηγεσία του ΚΚΕ αργότερα ως συνέργεια με το ναζιστικό καθεστώς. Την περίοδο της διάλυσης του ΚΚΕ από την δικτατορία Μεταξά υποστηρίζει την ΚΕ των Χτιστάκη-Παπαγιάννη, η οποία τοποθετήθηκε εναντίον της στήριξης του καθεστώτος Μεταξά κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, σε πλήρη αντίθεση με το γράμμα Ζαχαριάδη. Το 1940 ιδρύει με την ομάδα αυτή το Μέτωπο Εθνικής Σωτηρίας που είχε αντιφασιστική κατεύθυνση. Στη συνέχεια εντάχθηκε στο ΕΑΜ και το 1943 στο ΚΚΕ ανεπίσημα. Μέχρι τον Ιούνιο του 1944 εργαζόταν για το Κόμμα στην Αθήνα, οπότε και ανέβηκε στο βουνό. Οι κατοχικές δυνάμεις κατέσχεσαν την εταιρεία του, αλλά ο ίδιος αποτέλεσε τον βασικό προμηθευτή χαρτιού για τον αντιστασιακό τύπο. Τον Αύγουστο του 1944 ήταν μέλος της Διοικητικής Επιτροπής Αθήνας, Πειραιά, Αττικής και συμμετείχε στα Δεκεμβριανά. Με την ήττα υποχώρησε στα Τρίκαλα. Διαφώνησε με την υπογραφή της Βάρκιζας, την αποκήρυξη του Άρη, ζητούσε ενότητα του Δημοκρατικού κόσμου και απομόνωση της Δεξιάς. Τότε διαγράφτηκε για ακόμη μια αφορά από το Κόμμα με πολύ βαρείς ισχυρισμούς εναντίον του. Αποχώρησε από το ΕΑΜ και ίδρυσε την εφήμερη Εθνική Αντίσταση. Τις πολιτικές θέσεις του και τις απαντήσεις του στις κατηγορίες δημοσίευσε σε βιβλίο το 1946 με τίτλο Τα πραγματικά αίτια της διαγραφής μου. Επίσης, έχει γράψει το βιβλίο Τα εθνικά ζητήματα και οι έλληνες κομμουνιστές. Πέθανε το 1965.

πόσοι μας διάβασαν: