Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

Αλέξανδρου Σούτσος: Έκτακτε Διοικητή μου, πόσα γρόσια θησαυρίζεις;




Tο σατιρικό ποίημα του Αλέξανδρου Σούτσου τοποθετείται χρονικά, όπως σημειώνεται στον τίτλο της πρώτης έκδοσης, το Μάιο του 1831 και φανερώνει τον τρόπο με τον οποίο η ρομαντική ποίηση παρεμβαίνει στην πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα της εποχής της. Ο Ι. Καποδίστριας ήλθε στην χώρα με τις μεγαλύτερες προσδοκίες. Ωστόσο, αμέσως κατέλυσε το σύνταγμα του 1927, το δημοκρατικότερο σύνταγμα της εποχής εκείνης σε όλο τον κόσμο, ενώ σταδιακά συγκρότησε γύρω του με βάση ένα αυταρχικό καθεστώς ένα κρατικό σύστημα συναλλαγής. Στηρίχθηκε στο ρωσικό κόμμα, το αποκαλούμενο κόμμα των Ναππαίων, βάζοντας τα θεμέλια για το διεφθαρμένο ελληνικό μηχανισμό. Ο Αλέξανδρος Σούτσος, όπως και ο αδελφός του Παναγιώτης, αρχικά ήταν ένθερμοι υποστηρικτές του. Σύντομα όμως απογοητεύτηκαν και στράφηκαν εναντίον του. Οι αυταρχικές πρακτικές του δικτατορικού καθεστώτος Καποδίστρια, η τεράστια και οφθαλμοφανής διαφθορά στην μικρή επαναστατημένη ακόμα κοινωνία του ελληνικού κράτους, αλλά και η απαξίωση των αγωνιστών της επανάστασης συγκρότησαν μια ισχυρή αντιπολίτευση εναντίον του οδηγώντας στην δολοφονία του. Οι δολοφόνοι του Καποδίστρια χαρακτηρίστηκαν από πολλούς φλογερούς δημοκράτες της εποχής τυρρανοκτόνοι και συγκρίθηκαν με τους δολοφόνους του αρχαίου τυράννου Πεισίστρατου. Το συγκεκριμένο ποίημα του Σούτσου διδάσκεται σήμερα στα νέα ελληνικά του Γυμνασίου.


Φοίνικες* και ταλαράκια το πουγκί μου κουδουνίζει,
και το στόμα μου σαμπάνιες και ρυζόγαλο μυρίζει·
χαιρετάτε με με σέβας, με βαθύν προσκυνισμόν·
επιστάτης, κύριοί μου, έγινα οικοδομών.
Τερερέμ, λαλά, λαλά·
η δουλειά πάγει* καλά.
Έκτακτε Διοικητή μου, πόσα γρόσια* θησαυρίζεις;
Όσα παίρνω σ’ ένα μήνα σ’ ένα χρόνο τα κερδίζεις;
Έκτακτα τον μήνα παίρνεις εσύ χίλια… κι ας να μη!
Εγώ παίρνω τρεις χιλιάδες εις την κάθε πιθαμή.
Τερερέμ, λαλά, λαλά·
η δουλειά πάγει καλά.
Η αυτού Πανεξοχότης* μ’ αγκαλιάζει κάθε μέρα.
Μα ρημάζω* το Ταμείον; Αλλού βλέπει, βρέχει πέρα,
φθάνει μόνον, πουρνό* βράδυ, να τον λέγω εις τ’ αυτί
τι φρονεί ο ένας κι άλλος και τι δρόμο περπατεί.
Τερερέμ, λαλά, λαλά·
η δουλειά πάγει καλά.
Σήμερον το Ναύπλιόν μας η πρωτεύουσά μας είναι·
αύριο θα είναι, λέγουν, αι περίφημαι Αθήναι.
Τότε, γρόσια μιλιούνια* τότε δα θα ξοδευθούν,
και πατόκορφ’ απ’ εμένα αι Αθήναι θα κτισθούν.
Τερερέμ, λαλά, λαλά·
η δουλειά πάγει καλά.
Κριματίζει* όποιος λέγει πως εγώ μισώ τα φώτα·*
τα σχολεία, στην τιμή μου, τ’ αγαπώ απ’ όλα πρώτα·
και πολλές φορές λαχαίνει στ’ όνειρό μου να ιδώ
πως οικοδομώ Μουσεία, κι απ’ το στρώμα τραγουδώ:
Τερερέμ, λαλά, λαλά·
η δουλειά πάγει καλά.
Με κολνούνε* οι γυναίκες και γλυκές ματιές με ρίχνουν·
μ’ όλες μου τες άσπρες τρίχες
πως μ’ ορέγουνται* με δείχνουν·
γαμβρός είμαι όπου πάγω, κι εις το κάθε σπιτικό
ταπεινότατες προτάσεις υπανδρείας αγρικώ.
*Τερερέμ, λαλά, λαλά·
η δουλειά πάγει καλά.
Δέσποινα
Λ. Πολίτη, Ποιητική Ανθολογία, τόμ. 4, Δωδώνη.
* πουρνό: πρωί * μιλιούνια: εκατομμύρια
* κριματίζει: αμαρτάνει * τα φώτα: γνώσεις, παιδεία
* με κολνούνε: μου κολλούν, με φλερτάρουν
* μ’ ορέγουνται: με θέλουν * αγρικώ: ακούω
* φοίνικες: νομίσματα του Kαποδίστρια
* πάγει: πηγαίνει, πάει * γρόσια: τουρκικά νομίσματα
* H αυτού Πανεξοχότης: ο Kαποδίστριας
* ρημάζω: ληστεύω

Δεν υπάρχουν σχόλια:

πόσοι μας διάβασαν: